Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2009

ΤΟ ΦΩΣ

ΤΟ ΦΩΣ

Καθώς περνούν τα χρόνια
πληθαίνουν οι κριτές που σε καταδικάζουν~
καθώς περνούν τα χρόνια και κουβεντιάζεις με λιγότερες
φωνές,
βλέπεις τον ήλιο μ' άλλα μάτια~
ξέρεις πως εκείνοι που έμειναν, σε γελούσαν,
το παραμίλημα της σάρκας, ο όμορφος χορός
που τελειώνει στη γύμνια.
Οπως, τη νύχτα στρίβοντας στην έρμη δημοσιά,
άξαφνα βλέπεις να γυαλίζουν τα μάτια ενός ζώου
που έφυγαν κιόλας, έτσι νιώθεις τα μάτια σου~
τον ήλιο τον κοιτάς, έπειτα χάνεσαι μες στο σκοτάδι~
ο δωρικός χιτώνας
που αγγίξανε τα δάχτυλά σου και λύγισε σαν τα βουνά,
είναι ένα μάρμαρο στο φως, μα το κεφάλι του είναι στο
σκοτάδι.
Κι αυτούς που αφήσαν την παλαίστρα για να πάρουν τα
δοξάρια
και χτύπησαν το θεληματικό μαραθωνοδρόμο
κι εκείνος είδε τη σφενδόνη ν' αρμενίζει στο αίμα
v' αδειάζει ο κόσμος όπως το φεγγάρι
και να μαραίνουνται τα νικηφόρα περιβόλια~
τους βλέπετς μες στον ήλιο, πίσω από τον ήλιο.
Και τα παιδιά που κάναν μακροβούτια απ' τα μπαστούνια
πηγαίνουν σαν αδράχτια γνέθοντας ακόμη,
σώματα γυμνά βουλιάζοντας μέσα στο μαύρο φως
μ' ένα νόμισμα στα δόντια, κολυμπώντας ακόμη,
καθώς ο ήλιος ράβει με βελονιές μαλαματένιες
πανιά και ξύλα υγρά και χρώματα πελαγίσια~
ακόμη τώρα κατεβαίνουνε λοξά
προς τα χαλίκια του βυθού
οι άσπρες λήκυθοι.

Αγγελικό και μαύρο, φως,
γέλιο των κυμάτων στις δημοσιές του πόντου,
δακρυσμένο γέλιο,
σε βλέπει ο γέροντας ικέτης
πηγαίνοντας να δρασκελίσει τις αόρατες πλάκες
καθρεφτισμένο στο αίμα του
που γέννησε τον Ετεοκλή και τον Πολυνείκη.
Αγγελική και μαύρη, μέρα~
η γλυφή γέψη της γυναίκας που φαρμακώνει το φυλακι-
σμένο
βγαίνει απ' το κύμα δροσερό κλωνάρι στολισμένο στάλες.
Τραγούδησε μικρή Αντιγόνη, τραγούδησε, τραγούδησε...
δε σου μιλώ για περασμένα, μιλώ για την αγάπη~
στόλισε τα μαλλιά σου με τ' αγκάθια του ήλιου,
σκοτεινή κοπέλα~
η καρδιά του Σκορπιού βασίλεψε,
ο τύραννος μέσα απ' τον άνθρωπο έχει φύγει,
κι όλες οι κόρες του πόντου, Νηρηίδες, Γραίες
τρέχουν στα λαμπυρίσματα της αναδυομένης~
όποιος ποτέ του δεν αγάπησε Θ' αγαπήσει,
στο φως~
και είσαι
σ' ένα μεγάλο σπίτι με πολλά παράθυρα ανοιχτά
τρέχοντας από κάμαρα σε κάμαρα, δεν ξέροντας από που
να κοιτάξεις πρώτα,
γιατί Θα φύγουν τα πεύκα και τα καθρεφτισμένα βουνά
και το τιτίβισμα των πουλιών
Θ' αδειάσει η θάλασσα, Θρυμματισμένο γυαλί, από βοριά
και νότο
Θ' αδειάσουν τα μάτια σου απ' το φως της μέρας
πως σταματούν ξαφνικά κι όλα μαζί τα τζιτζίκια.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ

Παρασκευή 30 Οκτωβρίου 2009

Σημειώσεις σε μια χαρτοπετσέτα στο Charbon

Σημειώσεις σε μια χαρτοπετσέτα στο Charbon

Υπάρχει ένας δρόμος στην καρδιά του Παρισιού που τον διασχίζουν γαλάζια όνειρα
Oπως σ' ένα ποίημα του Απολλιναίρ δεν ξέρω ποιος ονειρεύεται ούτε και το μυστικό του
Μονάχα κάποιες σημειώσεις στην πίσω όψη μιας παρατημένης χαρτοπετσέτας
Και αυτό το τόσο τραχύ κρασί που πίνω στα τραπεζάκια έξω στο Charbon
(έχουν περάσει τόσα χρόνια που μοιάζει με όνειρο ή μ' ένα ξεστράτισμα της μνήμης
η ματιά σου να διασταυρώνεται με τη δικιά μου: λευκή ομίχλη πάνω από μαύρο ποταμό)
Υπάρχει και τον διασχίζουν άυπνοι πεζοί ένας δρόμος στην καρδιά του Παρισιού
που τον λένε Rue Ménil Montant πολύ κοντά πια στην πόλη των νεκρών
Οριοθετημένη από Αραβες που σπαταλούν τη ζωή τους σε κοινότοπες συζητήσεις
ενώ πίνουν έναν καφέ. Eγώ λέω στον σερβιτόρο: «Αυτό το κρασί είναι πολύ καλό»
Αυτός αποκρίνεται: «Βοσνιακό. Τι περιμένατε;», και στέκει να κοιτά
τον δρόμο που ανηφορίζει αργά και τη σελήνη τόσο διακριτική τέτοιαν ώρα και λέω:

Η πόλη είναι γαλάζια όπως σ' ένα ποίημα του Απολλιναίρ
Γαλάζια σαν τη σελήνη στον πάτο του ποτηριού της νύχτας
ή σ' ένα πεζό του Βιγιέ ντε λ'Ιλ Αντάμ
Γαλάζιο συμβατικά γαλάζιο όπως τα βάτα στο χωράφι της αποθυμιάς
που με σέρνει ακόλαστο πίσω από τα γοργά και προσεχτικά βήματά σου
ω Παναγιά μου του Θανάτου


Υπάρχει ένας δρόμος στην καρδιά του Παρισιού που τον διασχίζουν γαλάζια όνειρα
Oπως σ' ένα ποίημα του Απολλιναίρ δεν ξέρω ποιος ονειρεύεται ούτε και το μυστικό του
Μονάχα κάποιες σημειώσεις στην πίσω όψη μιας παρατημένης χαρτοπετσέτας
Και αυτό το τόσο τραχύ κρασί που πίνω στα τραπεζάκια έξω στο Charbon
(έχουν περάσει τόσα χρόνια που μοιάζει με όνειρο ή μ' ένα ξεστράτισμα της μνήμης
η ματιά σου να διασταυρώνεται με τη δικιά μου: λευκή ομίχλη πάνω από μαύρο ποταμό)
Υπάρχει και τον διασχίζουν άυπνοι πεζοί ένας δρόμος στην καρδιά του Παρισιού
που τον λένε Rue Ménil Montant πολύ κοντά πια στην πόλη των νεκρών
Οριοθετημένη από Αραβες που σπαταλούν τη ζωή τους σε κοινότοπες συζητήσεις
ενώ πίνουν έναν καφέ. Eγώ λέω στον σερβιτόρο: «Αυτό το κρασί είναι πολύ καλό»
Αυτός αποκρίνεται: «Βοσνιακό. Τι περιμένατε;», και στέκει να κοιτά
τον δρόμο που ανηφορίζει αργά και τη σελήνη τόσο διακριτική τέτοιαν ώρα και λέω:

Η πόλη είναι γαλάζια όπως σ' ένα ποίημα του Απολλιναίρ
Γαλάζια σαν τη σελήνη στον πάτο του ποτηριού της νύχτας
ή σ' ένα πεζό του Βιγιέ ντε λ'Ιλ Αντάμ
Γαλάζιο συμβατικά γαλάζιο όπως τα βάτα στο χωράφι της αποθυμιάς
που με σέρνει ακόλαστο πίσω από τα γοργά και προσεχτικά βήματά σου
ω Παναγιά μου του Θανάτου

Τα νέα ρόδα

Τα νέα ρόδα

Ενώ πίνεις έναν καφέ
στο Saint-Martin-in-the fields
νιώθεις την απέραντη θλίψη
της γης.
Είναι πια απόγεμα
κι είναι Αύγουστος και το σούρουπο αργεί να πέσει
στη ζωή της Trafalgar Square.

Κι ακόμα νιώθεις
τον γλυκό ρυθμικό κυματισμό κάποιων χειλιών
που προσκαλούν στον γλυκό θάνατο
του νέου κρασιού.
Παράξενα λόγια
σε παράξενη γλώσσα
(δεν την ξέρεις καλά ακόμη).

Συζητάς για κοινότοπα πράγματα.

Λένε πως από δω πέρασε ο Λόρδος Βύρων.

Εσύ απαντάς:

Ο ίσκιος αυτός που κοιμάται στην κρύπτη αυτή
να φυλάει άραγε το όνειρο των χρόνων που περνούν,
τη δύσκολη μνήμη των παιδιών;

Και προσθέτεις:

Πιο πολύ θα ταίριαζε να παραθέσει κανείς Πάουντ.
Δεν θα νιώσουν την απουσία μας
τα νέα ρόδα.

Η νύχτα στο σπίτι

Η νύχτα στο σπίτι

Είμαι το απόγεμα εκείνο ανάμεσα σε πολλά απογέματα,
εκείνο που κρύβει από την παιδική ηλικία
έναν λαβύρινθο από βροχή και ήλιο.
Είμαι η σιωπή μιας κάμαρης,
εδώ και χρόνια, όπου γράφω ανώφελα.
Είμαι όλες οι μέρες που πέρασα προσμένοντας
μακριά, πολύ μακριά απ' τη θάλασσα.
Είμαι το ξερό φύλλο που εγώ ο ίδιος μάζεψα,
εκείνο που μετά λησμόνησα,
ανάμεσα στις σελίδες ενός άγραφου βιβλίου.
Είμαι κάποιοι στίχοι του Ζεράρ ντε Νερβάλ,
δικαιολογία σήμερα για τη ζωή μου.
Είμαι το ρόδο που μούσκεψε η βροχή,
μυστικό κι εφήμερο, απόμακρο.
Είμαι η φωνή του ποταμού, κρυμμένη
πίσω από τις φλαμουριές της παιδικής ηλικίας.
Είμαι η ματιά, τρομερή και ξένη,
του Βίνσεντ Βαν Γκογκ.
Είμαι τα πράγματα που φεύγουν,
αυτά που δεν μένουν.
Είμαι, φευγαλέα, οι στίχοι ετούτοι.
Κι είμαι και εσύ κι εκείνος ο τρίτος
που θα διορθώνει αύριο ετούτους τους στίχους.
Είμαι το συμβολικό και θλιμμένο αυτό απόγεμα,
αυτό που για πάντα φυλάει
τη νύχτα στο σπίτι.

Μάγια

Μάγια

Οδηγημένα από το κρυφό χέρι του ανέμου
πορεύονται στον δρόμο, αργά,
τα βόδια του ήλιου.
Είναι καλοκαίρι
και νυχτώνει.
Από την πυκνή τη σιγαλιά
αναδύονται νεανικές και σχολικές φωνές.
Αυτός ο τέλειος τόνος της δίψας
(δεν ακούς το ποτάμι που κυλάει μακριά;)
συνοδεύει σήμερα τα λόγια μου.
Τίποτα πια δεν διαταράσσει τις ώρες που περνούν,
τον χρόνο που σιγοκαίει γλυκά
χρυσά άχυρα και ξεραμένο χώμα.
Στο μεταξύ περνάς,
κρατώντας το ποδήλατο,
γελάς και χαιρετάς με χαρά.
Ξανακλείνω
τα δεκαπέντε χρόνια μου και συ τα δεκατρία.

Πέμπτη 29 Οκτωβρίου 2009

ΜΙΣΟΤΕΛΕΙΩΜΕΝΟ ΠΟΙΗΜΑ

ΜΙΣΟΤΕΛΕΙΩΜΕΝΟ ΠΟΙΗΜΑ

Εγώ, που δεν πιστεύω πια σε ό,τι γράφω,
που λέω ψέματα όταν μιλώ για την απόχρωση
αυτών που έχουν σημασία, εγώ, στα εικοσικαιβάλε
χρόνια της ζωής μου, στο Οβιέδο, δηλώνω
πως δίκιο έχουν τα πράγματα που ξεφεύγουν,
ο καπνός του τσιγάρου, ο αέρας που αναπνέω,
η ζωή που μου φεύγει μέσα απ’ τα χέρια
σα νερό σε πανέρι.
Εγώ, που κρυώνω απόψε
και μαντεύω εκεί μακριά, απομονωμένο,
το φως σ’ ένα παράθυρο κάποιας που δεν με περιμένει,
εγώ, που έκανα όλα όσα ήθελα,
και έκανα όλα όσα δεν ήθελα,
εγώ έχω για προορισμό μου το άγνωστο
και για παρελθόν τη νοσταλγία
όσων δεν έζησα.
Σιωπηλά έφερα τη σκέψη μου στη σιωπή.
Την επίφοβη και σκεφτική σιωπή, αμείλικτη
όταν κάποιος περιμένει μια λέξη από μένα
(εγώ δε σκέφτομαι τίποτα, κοιτώ το ταβάνι, αποκοιμιέμαι
και ονειρεύομαι τις απίθανες ζωές που διαισθάνομαι).
Σιωπηλά έφερα τη σκέψη μου σε σένα και στη ζωή μου
σε σένα, γιατί σε χάνω και τραγουδώ
εκείνο που πρόσμενα να έχω και δεν έχω.
Το ξέρω εγώ το φως σε ένα παράθυρο, τη νύχτα,
και το πλάσμα που βρίσκει απάγκιο στο φως αυτό, γλυκό
και ξανθό σαν το φως του ήλιου στο σιτάρι.
Την ξέρω εγώ τη δειλία που φέρνουν τα χρόνια
και το πόδι που σκοντάφτει στα χαλιά
και το ον που άστοχα, άκαιρα, μπαίνει εντός μου
και δε θέλει πια να βγει ποτέ. Εγώ, ο Ζουάν Μπέγιο,
που έχω περάσει τη ζωή μου διαβάζοντας βιβλία
που θέλησα να ζήσω απ’ αυτή την πλευρά του καθρέφτη
(εδώ πια ζωή δεν υπήρχε),
εγώ, που γνωρίζω τη θάλασσα απ’ αυτά που γράφω,
και το φως της ημέρας απ’ αυτά που έχουν γράψει άλλοι,
εγώ υπήρξα ευτυχής και υπήρξα δυστυχής, με αγάπησαν και
αγάπησα
και έναν έρωτα που πλέκει μεταξύ τους ματιές με έννοιες.
Περπατώ στο δρόμο και κοιτώ τα πρόσωπα του κόσμου.
Τα πρωινά, στα μικρομάγαζα του Pumarín
(όπου μπορείς να αλλάξεις δυο κουβέντες για ένα σκόντο
πέντε τοις εκατό)
μίλησα όλο ευγένεια, καλούς τρόπους, ζήτησα να μην είναι
επώδυνη η ζωή.
Όμως το σούρουπο μπήκε καλπάζοντας στη ζωή μου
σα γέρικο άλογο που τρέχει για να μη σταματήσει,
το σούρουπο μπήκε με γκρίζα φώτα και δίχως ψιχάλα.
Το σούρουπο έφερε μοναξιά, παλιούς ξαναδιαβασμένους
στίχους
με πάθος πια προσποιητό. Μουχλιασμένους στίχους παλιούς
που επαναλαμβάνω εδώ
προσποιούμενος πάθος, προσποιούμενος έρωτα,
προσποιούμενος πως είμαι
τα λόγια που λέω.
Υπήρξαν πλοία που είδα στο λιμάνι χωρίς ποτέ να
επιβιβαστώ.
Υπήρξαν έρημοι που διέσχισα, στους χάρτες, με το δάχτυλο.
Υπήρξαν γυναίκες που αγάπησα, με έναν έρωτα βουβό,
και που συνέχισαν να τραβούν το δρόμο τους,
δίχως να με δουν

Xuan Bello
Μετ. Νίκος Πρατσίνης

Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2009

ΤΣΑΡΛΣ ΜΠΟΥΚΟΦΣΚΙ

πράσινο

έχω μεθύσει μπροστά σε σπασμένους καθρέπτες μπάνιου
στις Νότιες πολιτείες του πουθενά
κρατώντας ένα κοφτερό μαχαίρι δίπλα στην φλέβα του λαιμού
και μ’ένα χαμόγελο στο στόμα.
ήταν τότε που έμαθα ότι η θεατρική σκηνή
είναι ένα σπουδαίο υποκατάστατο της
πραγματικότητας
η μόνη διαφορά ανάμεσα στο να κάνεις και
στο να υποκρίνεσαι ότι κάνεις
είναι αυτή η λεπτή γραμμή
της επιλογής μια επιλογή
ανάμεσα στο τίποτα και
το τίποτα.

να ξυπνάς το πρωί, για να
βρεις μια
δουλειά
όπου οι εργάτες έχουν αποδεχθεί τα πάντα
εκτός από το όνειρο της
απόδρασης.
υπήρξαν τόσο πολλά μέρη
σαν αυτό.
ήταν μια δουλεία στη Louisiana
όπου έφευγα κάθε βράδυ
κουρασμένος και άκεφος
για μια ακόμη νύχτα
να γεμίζω ποτήρια και
να κοιτάζω έξω απ’
το παράθυρο και
να σκέπτομαι μια κοπέλα
στη δουλειά
ντυμένη με μια πράσινη φόρμα που δεν της ταίριαζε
που έβριζε συνέχεια για
σχεδόν τα πάντα.
ήθελα μόνο να την πηδήξω
μια φορά και να
φύγω από την
πόλη.
το μόνο που τελικά έκανα ήταν να φύγω από την πόλη,
που σημαίνει ότι διάλεξα ανάμεσα στο
να μείνω στο πουθενά και να
πάω στο πουθενά,
και φαντάζομαι εάν είναι ακόμα ζωντανή
θα βρίζει ακόμη
για κάτι
αλλά δεν κρατάω πια το κοφτερό μαχαίρι
κοντά στη φλέβα του λαιμού-
το τέλος πλησιάζει
από μόνο του.




σημείωση

πνίξτε τους κύκνους στα βρωμόνερα,
κατεδαφίστε τις πινακίδες,
δοκιμάστε τα δηλητήρια,
χωρίστε τις αγελάδες
απ’ τους ταύρους,
τα φυτά απ’τον ήλιο,
πάρτε τα φιλιά λεβάντας απ’τη νύχτα μου,
βγάλτε τις ορχήστρες συμφωνικής μουσικής στους δρόμους
σα ζητιάνους,
ακονίστε τα νύχια,
μαστιγώστε τις πλάτες των αγίων,
ετοιμάστε τα βατράχια και τα ποντίκια για τις γάτες,
κάψτε τους μαγευτικούς πίνακες,
κατουρίστε το χάραμα,
η αγάπη μου
είναι νεκρή.




τύχη

κάποτε
ήμασταν νέοι
σε αυτή
τη μηχανή…
πίνοντας
καπνίζοντας
χτυπώντας τη γραφομηχανή

ήταν η πιο
θαυμάσια
μαγευτική
εποχή

ακόμα
είναι

μόνο που τώρα
αντί
να προχωράμε εμείς
προς τον
χρόνο
εκείνος
προχωρά
προς εμάς

κάνει την κάθε λέξη
να τρυπά
βαθιά
το χαρτί

ξεκάθαρα

γρήγορα

σκληρά

να κλείνει
ένα κενό
που όλο στενεύει.




ηλιοβασίλεμα

κανείς δε λυπάται που φεύγω
ούτε ακόμα κι εγώ
όμως θα πρέπει να υπάρξει κάποιος τροβαδούρος
ή τουλάχιστον ένα ποτήρι κρασί.

ενοχλεί πιστεύω τους νεώτερους κυρίως•
ένας μη βίαιος, αργός θάνατος,
κι όμως κάνει τον κάθε άνθρωπο να ονειρεύεται•
εύχεσαι να υπήρχε ένα παλιό καράβι
με πανιά άσπρα απ’ τ΄αλάτι
και η θάλασσα να σκορπά υπαινιγμούς αθανασίας.

θάλασσα στη μύτη
θάλασσα στα μαλλιά
θάλασσα στο μεδούλι, στα μάτια
και ναι, εκεί στο στήθος

θα μας λείψει άραγε
η αγάπη της γυναίκας, η μουσική, το φαγητό,
ή το χοροπήδημα του μεγάλου μειώδους αλόγου
να κλωτσά λάσπη και πεπρωμένα
ψηλά και μακριά
σε μια μόνο στιγμή
την ώρα της δύσης;

όμως τώρα είναι η σειρά μου
και δεν υπάρχει τίποτα το μεγαλειώδες σ’αυτό
γιατί δεν υπήρχε τίποτα το μεγαλειώδες
πιο πριν

και σε κανένα μας, όπως τα σκουλήκια
που τα’χουν απομακρύνει απ’ το μήλο,
δεν του αξίζει καμιά αναστολή,

ο θάνατος εισέρχεται στο στόμα μου
και σα φίδι τυλίγεται στα δόντια μου
κι αναρωτιέμαι εάν με τρομάζει
ο σιωπηλός αλύπητος θάνατος
που μοιάζει με τριαντάφυλλο
που ξεραίνεται.

Τετάρτη 21 Οκτωβρίου 2009

Βοσκός Προβάτων

Βοσκός Προβάτων

Υπάρχουν ποιητές που 'ναι τεχνίτες
Και δουλεύουνε τους στίχους
Όπως οι μαραγκοί το ξύλο!

Τί λυπηρό να μη ξέρεις ν' ανθίζεις!
Να 'χεις να βάζεις στίχο σε στίχο,
όπως αυτός που χτίζει ένα τοίχο
Και βλέπει αν στέκει καλά
Και τον γκρεμίζει αν δε στέκει!

Αλλά, το μόνο έργο τέχνης είναι η Γη μας
Που αλλάζει και πάντα η ίδια είναι και πάντα ωραία...

Το σκέφτομαι, όχι όπως ο οποιοσδήποτε σκέφτεται,
Αλλά όπως αυτός που αναπνέει.
Κοιτάζω τα λουλούδια και γελώ...
Δε ξέρω αν με καταλαβαίνουν
ούτε κι εγώ αν τα καταλαβαίνω.

Γνωρίζω όμως ότι η αλήθεια μαζί τους και μαζί μου
είναι στη κοινή μας θεότητα
Που μας αφήνει να φύγουμε,
να ζήσουμε για τη Γη,

Ευτυχισμένοι, στα χέρια τις εποχές να σηκώνουμε
Ν' αφήνουμε τον άνεμο να μας αποκοιμίζει
Και στα όνειρά μας, όνειρα να μην έχουμε.

Όποιος έχει λουλούδια
ανάγκη τον Θεό δεν έχει.

...

Ποτέ δε φύλαξα πρόβατα,
μα είναι σα να το 'χω κάνει.
Η ψυχή μου είναι σαν το βοσκό.
Ξέρει κι από αέρα κι από ήλιο
περπατώντας χέρι-χέρι με τις Εποχές
παρατηρώντας κι ακολουθώντας...

F.PESSOA - ΑΠΟ ΤΟ "ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΛΜΠΕΡΤΟ ΚΑΕΪΡΟ

F.PESSOA - ΑΠΟ ΤΟ "ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΛΜΠΕΡΤΟ ΚΑΕΪΡΟ

VI

Σκέφτομαι το Θεό σημαίνει δείχνω ανυπακοή στο Θεό,
γιατί ο Θεός θέλησε να μην τον γνωρίσουμε,
γι΄αυτό δε μας παρουσιάστηκε.
Ας είμαστε απλοί κι ήρεμοι
όπως οι νεροσυρμές και τα δέντρα
κι ο Θεός θα μας αγαπήσει, κάνοντάς μας
όμορφους σαν τα δέντρα και τις νεροσυρμές
και θα μας δώσει πράσινο την Άνοιξη του
κι ένα ποτάμι όπου θα πρέπει να πάμε όταν τελειώσουμε! ...

ΦΕΡΝΑΝΤΟ ΠΕΣΣΟΑ
(μετάφραση Φ.Δ. ΔΡΑΚΟΝΤΑΕΙΔΗΣ)

Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2009

ΩΔΗ ΣΤΟ ΦΕΔΕΡΙΚΟ ΓΚΑΡΘΙΑ ΛΟΡΚΑ

ΩΔΗ ΣΤΟ ΦΕΔΕΡΙΚΟ ΓΚΑΡΘΙΑ ΛΟΡΚΑ

Αν μπορούσα να κλάψω από φόβο σ' ένα έρημο σπίτι,
αν μπορούσα να ξεριζώσω τα μάτια μου και να τα φάω,
θα το 'κανα, για τη φωνή σου από μαυροντυμένη πορτοκαλιά
και για την ποίηση σου που αναδύεται ξεστομίζοντας κραυγές.

Για σένα βάφονται γαλάζια τα νοσοκομεία
και πληθαίνουν τα σχολεία κι οι συνοικίες των ναυτικών,
και στολίζονται με φτερά οι πληγωμένοι άγγελοι,
και σκεπάζονται με λέπια τα γαμήλια ψάρια,
και πετούν στον ουρανό οι αχινοί:
για σένα τα ραφτάδικα με τις μαύρες μεμβράνες τους
γεμίζουν κουτάλια κι αίμα
και σχισμένες καταπίνουν κορδέλες, και σκοτώνονται με φιλιά,
και ντύνονται στ' άσπρα.

Όταν πετάς ντυμένος στο ροδάκινο,
όταν γελάς μ' ένα γέλιο καταιγισμένου ρυζιού,
όταν για να τραγουδήσεις δονείς αρτηρίες και δόντια,
δάχτυλα και λαιμό,
θα πέθαινα για τη γλύκα σου,
θα πέθαινα για τις κόκκινες λίμνες
όπου ζεις στο μεσοφθινόπωρο
μ' ένα πεσμένο άτι κι έναν αιμόφυρτο θεό,
θα πέθαινα για τα νεκροταφεία
που κυλούν σε σταχτιά ποτάμια
με νερά και μνήματα,
τη νύχτα, ανάμεσα σε πνιγμένες καμπάνες:
κατάμεστα ποτάμια σαν κοιτώνες
με άρρωστους οπλίτες, που ξάφνου ξεχειλίζουν
προς το θάνατο, με μαρμαρένιους αριθμούς
σάπια στεφάνια και λάδια νεκρικά:
θα πέθαινα για να σε δω νύχτα
να κοιτάς τους πλημμυρισμένους σταυρούς που διαβαίνουν,
ολόρθος και κλαίγοντας,
γιατί κλαις στο ποτάμι μπροστά του θανάτου,
ασταμάτητα, σπαραχτικά,
κλαις κλαίγοντας, με τα μάτια γεμάτα
δάκρυα, δάκρυα, δάκρυα.

Αν μπορούσα τη νύχτα, μόνος, κατάμονος,
να σωριάσω λησμονιά και καπνό και ίσκιο
πάνω από τρένα και καράβια,
μ' ένα μαύρο χουνί,
δαγκώνοντας τις στάχτες,
θα το έκανα, για το δέντρο που πάνω του μεγαλώνεις,
για τις φωλιές των μαλαματένιων νερών που συνάζεις,
και για την περικοκλάδα που σου σκεπάζει τα κόκαλα
λέγοντας σου το μυστικό της βραδιάς.
Πολιτείες με οσμή βρεγμένου κρεμμυδιού
καρτερούν να διαβείς τραγουδώντας βραχνά,
και χελιδόνια πράσινα φωλιάζουν στα μαλλιά σου,
και σιωπηλά σε κυνηγούν σπερματικά καράβια,
κι ακόμα, σαλιγκάρια και βδομάδες,
ξάρτια κουλουριασμένα και κεράσια
κυκλοφορούν οριστικά όταν φανερώνεται
το χλωμό κεφάλι σου με δεκαπέντε μάτια
και το στόμα σου βουτηγμένο στο αίμα.

Αν μπορούσα να γεμίσω το δημαρχείο με καπνιά
και, μ' αναφιλητά, να γκρεμίσω ρολόγια,
θα το 'κανα, για να δω πότε στο σπίτι σου
έρχεται το καλοκαίρι με τα ραγισμένα χείλη,
έρχονται τόσοι άνθρωποι, μ' επιθανάτιο ένδυμα,
έρχονται περιοχές θλιβερής μεγαλοπρέπειας,
έρχονται άροτρα νεκρά και παπαρούνες,
έρχονται καβαλάρηδες και νεκροθάφτες,
έρχονται ματωμένοι χάρτες και πλανήτες,
έρχονται βουτηχτές σκεπασμένοι με στάχτη,
έρχονται προσωπιδοφόροι τραβώντας κοπέλες
τρυπημένες από μεγάλα μαχαίρια,
έρχονται ρίζες, φλέβες, νοσοκομεία,
βρυσοπηγές και μυρμήγκια,
έρχεται η νύχτα μ' ένα κρεβάτι που πάνω του
ξεψυχά ολομόναχος ένας ουσάρος μες στις αράχνες,
έρχεται ένα ρόδο μίσους και βελονιών,
έρχεται ένα πλοίο κιτρινωπό,
έρχεται μια ανεμόδαρτη μέρα μ' ένα παιδί,
έρχομαι εγώ με τον Ολιβέριο, το Νόραχ,
το Βιθέντε' Αλειχάντρε, την Ντέλια,
τη Μαρούκα, τη Μάλβα Μαρίνα, τη Μαρία Λουίζα ύ Λάρκο,
το λά Ρουμπία, το Ραφαέλ Ουγκάρτε,
το λά Ρουμπία, το Ραφαέλ Αλμπέρτι,
τον Κάρλος, τον Μπέμπε, τον Μανόλο' Αλτολαγκουίρε,
το Μολινάρι,
τη Ροζάλες, την Κόντσα Μέντεθ,
κι άλλους που τους ξεχνώ.

Ζύγωσε να στεφανώσω, έφηβε της υγείας
και της πεταλούδας, έφηβε αγνέ
σα μαύρη αστραπή ελεύθερη παντοτινά,
κι έτσι ως μιλούμε συναμεταξύ μας,
τώρα, που κανένας δεν απόμεινε ανάμεσα στα βράχια,
ας μιλήσουμε απλά, όπως είσαι κι όπως είμαι:
τι χρειάζονται τα ποιήματα, παρά για τη δροσιά;
Τι χρειάζονται τα ποιήματα, παρά για τη νύχτα εκείνη
που μας κεντρίζει με πικρό εγχειρίδιο, για τη μέρα εκείνη,
για εκείνο το σούρουπο, για εκείνη τη σπασμένη γωνιά
όπου η χτυπημένη καρδιά του ανθρώπου προετοιμάζεται για
θάνατο;
Πάνω απ' όλα τη νύχτα,
τη νύχτα έχει άστρα πολλά,
όλα μέσα σ' ένα ποτάμι,
σε μια κορδέλα σιμά στα παραθύρια
των σπιτιών που είναι γεμάτα από φτωχούς.
Κάποιος απ' αυτούς έχει πεθάνει, ίσως
να χάσαν τη δουλειά τους στα γραφεία,
στα νοσοκομεία, στους ανελκυστήρες
στα ορυχεία,
υποφέρουν οι άνθρωποι βαριά πληγωμένοι
κι υπάρχει σκοπός και θρήνος σ' όλα τα μέρη,
καθώς τα' αστέρια ροβολούν μέσα σ' ένα ατελείωτο ποτάμι
υπάρχει πολύς θρήνος στα παράθυρα,
τα κατώφλια λιώσαν απ' το θρήνο,
τα δωμάτια μούσκεψαν από το θρήνο
που έρχεται κυματιστά για να δαγκώσει τα χαλιά.

Φεδερίκο,
βλέπεις τον κόσμο, τους δρόμους,
το ξύδι,
τους αποχαιρετισμούς στους σταθμούς
όταν ο καπνός υψώνει τους αποφασιστικούς τροχούς του
προς τα εκεί που δεν υπάρχει τίποτε άλλο
από μερικά λιθάρια, σιδεροτροχιές και μισεμούς.

Είναι τόσο πολλοί οι άνθρωποι που ρωτούν
σ' όλα τα μέρη.
Είναι ο αιμόφυρτος τυφλός, κι ο μανιακός, κι ο αποθαρρημένος,
κι ο άθλιος, το δέντρο με τα νύχια,
ο ληστής με το φθόνο στους ώμους.

Έτσι είναι η ζωή , Φεδερίκο, έχεις όλα
όσα μπορεί να σου χαρίσει η φιλία μου
ενός άντρα μελαγχολικού κι αρσενικού.
Ξέρεις πια μόνος σου τόσα πράματα
κι άλλα θα μάθεις σιγά με τον καιρό.

Πέμπτη 15 Οκτωβρίου 2009

ΦΕΡΝΑΝΤΟ ΠΕΣΣΟΑ

* Κι εγώ ειλικρινά, είμαι το κέντρο που δεν υφίσταται παρά μόνο σα συνθήκη στη γεωμετρία της αβύσσου· είμαι το τίποτα που γύρω του περιστρέφεται αυτή η κίνηση...

* Ό,τι έκανα, σκέφτηκα ή υπήρξα, δεν είναι παρά μια υποταγή, είτε σ' ένα τεχνητό ον που εξέλαβα ως εαυτό μου, διότι δρούσα ξεκινώντας απ' αυτό προς τα έξω, είτε στο βάρος των περιστάσεων, όπου συμπεριέλαβα ακόμη και τον αέρα που ανέπνεα.


* Εννοείται πως αγνοώ αν είναι αυτοί που δεν υπάρχουν ή μήπως ο ανύπαρκτος είμαι γω: σε κάτι τέτοιες περιπτώσεις δε πρέπει να 'μαστε δογματικοί.

* Όσο περισσότερο μεγαλώνω, τόσο λιγότερο είμαι. Όσο πιο πολύ με βρίσκω, τόσο περισσότερο χάνομαι. Όσο περισσότερο δοκιμάζομαι, τόσο περισσότερο συνειδητοποιώ πως είμαι λουλούδι και πουλί κι αστέρι και σύμπαν. Όσο περισσότερο καθορίζω τον εαυτό μου, τόσο λιγότερα όρια έχω. Ξεπερνώ τα πάντα, κατά βάθος είμαι ίδιος με το Θεό.

* Ποιός έκανε καυσόξυλα τη κούνια των παιδικών μου χρόνων;
Ποιός έφτιαξε σφουγγαρόπανα από τα παιδικά μου σεντονάκια;

* Με τον ίδιο τρόπο που πλένουμε το κορμί μας, θα 'πρεπε να πλένουμε και το πεπρωμένο μας, ν' αλλάζουμε ζωή, όπως αλλάζουμε ρούχα -όχι για λόγους επιβίωσης, όπως κάνουμε όταν τρώμε ή κοιμόμαστε, μα με κείνο το σεβασμό που 'χουμε σα τρίτοι απέναντι στον εαυτό μας.

* Ενυπάρχει κάποιες φορές μεγάλη αισθητική απόλαυση στο ν' αφήνεις να περνά, χωρίς να την εκφράζεις, μια συγκίνηση που το πέρασμά της απαιτεί λέξεις. Ουδείς ποιητής έχει το δικαίωμα να φτιάχνει στίχους επειδή νιώθει την ανάγκη.

* Υπάρχουν μόνο δυο τύποι σταθερής πνευματικής κατάστασης μέσα στους οποίους αξίζει να ζει κανείς: η ευγενής αγαλλίαση μιας θρησκείας ή το ευγενές άλγος για την απώλειά της.

* Στην απίθανη περίπτωση που ένα σκυλί άρχιζε να σκέφτεται όπως εμείς, το σκυλί αυτό θα 'τανε τελειότερο απ' όλα τ' άλλα -κι ωστόσο, το πιθανότερο είναι, ότι κείνα θα το σκοτώνανε, παίρνοντάς το για τρελό.

* Μη φοβάστε, δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος να καταρρεύσει η κοινωνία από υπερβολικόν αλτρουισμό.

* Μπορώ να φανταστώ τα πάντα γιατί δεν είμαι τίποτα.

* Πόσο δύσκολο αλήθεια, να 'σαι ο εαυτός σου και να μη βλέπεις παρά μόνο τ' ορατό!

* Η λογοτεχνία, όπως και κάθε μορφή τέχνης, ισοδυναμεί μ' ομολογία πως η ζωή δεν αρκεί. Στη ζωή, η μόνη πραγματικότητα είναι η αίσθηση. Στη τέχνη, η μόνη πραγματικότητα είναι η συνείδηση της αίσθησης.

* Η τρέλα όχι απλώς δεν είναι ανωμαλία, μα είναι συνηθισμένη ανθρώπινη συνθήκη. Αν δεν έχεις συναίσθηση της τρέλας σου κι αν δεν είναι μεγάλη, είσαι ο κοινός άνθρωπος. Αν δεν έχεις κι είναι μεγάλη, είσαι τρελός. Αν έχεις κι είναι μικρή, είσαι χωρίς ψευδαισθήσεις. Αν έχεις κι είναι μεγάλη, είσαι ιδιοφυΐα.

Τέσσερις Ωδές



Nα θέλεις λίγα: θα τα 'χεις όλα.
Tίποτε να μη θέλεις: θα 'σαι λεύτερος.
O ίδιος ο έρωτας που νιώθουν
για μας, μας απαιτεί, μας καταπιέζει.

Για να 'σαι μεγάς, να 'σαι ακέριος:
Tίποτε δικό σου να μην υπερβάλλεις
ή να μη διαγράφεις.

Nα 'σαι όλα σε κάθε πράγμα.
Nα βάζεις όσα είσαι
Kαι στο ελάχιστο που κάνεις.

Eτσι σε κάθε λίμνη ολάκερη η σελήνη
λάμπει, γιατί ζει ψηλά.

Aναρίθμητοι ζουν μέσα μας,
Aν σκέφτομαι ή αν νιώθω, αγνοώ
ποιος μέσα μου σκέφτεται ή νιώθει.

Eίμαι μονάχα ο τόπος
όπου νιώθουν ή σκέφτονται.
Eχω περισσότερες από μια ψυχές.
Yπάρχουν περισσότερα εγώ
από το ίδιο το εγώ μου.

Yπάρχω ωστόσο
Aδιάφορος για όλους
Tους κάνω να σιωπούν: εγώ μιλάω.

Oι διασταυρωμένες παρορμήσεις
Όσων νιώθω ή δε νιώθω
Πολεμούν μες σ' αυτό που 'μαι.
Tις αγνοώ.
Tίποτε δεν υπαγορεύουν
σ' αυτό που γνωρίζω πως είμαι: εγώ γράφω.

O θεός Πάνας δε πέθανε,
Σε κάθε κάμπο που δείχνει
Στα χαμόγελα του Aπόλλωνα
τα γυμνά στήθη της Δήμητρας
Aργά ή γρήγορα θα δείτε
Nα εμφανίζεται κει
O θεός Πάνας, ο αθάνατος.

Όχι δε σκότωσε άλλους θεούς
O θλιμμένος χριστιανός θεός.
O Xριστός είναι ένας ακόμη θεός,
Ίσως ένας που 'λειπε.

O Πάνας συνεχίζει να δίνει
Tους ήχους από τον αυλό του
Στ' αφτιά της Δήμητρας
που καμαρώνει στους κάμπους.

Oι θεοί είναι οι ίδιοι,
Πάντα λαμπροί και γαλήνιοι,
Γεμάτοι αιωνιότητα
και περιφρόνηση για μας,
φέρνοντας τη μέρα και τη νύχτα
και τις χρυσαφένιες σοδειές.

Όχι για να μας δώσουνε
Tη μέρα και τη νύχτα και το στάρι
Mα γι' άλλονε και θείο
τυχαίο σκοπό.

Εδώ σ αγαπω..

Εδώ σ αγαπω..

Εδώ σ’ αγαπώ.
Μέσα στα σκιερα πευκα ξετυλιγεται ο ανεμος
Φωσφοριζει το φεγγαρι πανω στα φευγαλεα νερα.
Διαβαίνουν οι μέρες ομοιες κυνηγωντας η μια την άλλη.

Σε ξετυλίγει η ομίχλη μέσα σε ορχηστρικες μορφες.
Ενας ασημενιος γλαρος ξεκρεμιεται απ’ το ηλιοβασίλεμα.
Μερικές φορές ένα ιστίο. Ψηλά ψηλά αστέρια.

Ω! ο μαυρος σταυρος ενός καραβιού. Μονος
Κι η ψυχη μου είναι υγρη.
Ονειρέψου ξανα και ξανα την μακρυνη θάλασσα.
Αυτό είναι ένα λιμανι.
Εδώ σ’ αγαπω.

Εδώ σ αγαπω και μάταια σε κρυβει ο οριζοντας.
Σ αγαπω ακομα και μεσα σ αυτά τα ψυχρα πραγματα.
Μερικες φορες πηγαινουν τα φιλια μου σ αυτά τα βαρεια καραβια,
Που τρεχουν μεσα στην θαλασσα ως εκει που δεν φτανουν.

Εγω πια βλέπω τον εαυτο μου ξεχασμενο σαν αυτές τις παλιες αγκυρες.
Είναι πιο θλιβερα τα μουραγια όταν δενεται η νυχτα.
Κουραζεται η ζωη μου ανωφελα πεινασμενη.
Αγαπω ο,τι δεν εχω. Εσυ εισαι τοσο αλαργινη.
Ο κορεσμος μου παλευει με τα αργα σουρουπα.
Όμως η νυχτα φτανει κι αρχιζει να μου τραγουδαει.
Το φεγγαρι στροβιλιζει τον κυκλο του ονειρου του.
Με κοιταζουν με τα ματια τους τ αστερια πιο μεγαλα.
Και όπως εγω σ αγαπαω τα πευκα μες τον ανεμο
Θελουν να τραγουδησουν τ ονομα σου με τα συρματινα φυλλα τους.

ΠΑΜΠΛΟ ΝΕΡΟΥΝΤΑ

Απ' το ρετσίνι σουρωμένος...

Απ' το ρετσίνι σουρωμένος...

Απ' το ρετσίνι σουρωμένος κι από τ' ατέλειωτα φιλιά,
είμαι - κατακαλόκαιρο - και κουμαντέρνω
τη βαρκούλα των ρόδων
και τήνε πάω εκεί όπου το γάρμπος χάνεται της μέρας,
και στη φερέγγυα παραφορά των νερών την ασφαλίζω.

Πελιδνός και δεσμώτης στα λαίμαργα κύματά μου
σκίζω πέρα δώθε τα μπρούσκα χνώτα
του αναπεπταμένου στερεώματος,
φορώντας ακόμα τη φόρμα μου, ντυμένος πικρούς αντίλαλους,
κι έχοντας το κεφάλι τυλιγμένο με κάτι κουρέλια της αφρής.

Πάω, στα πάθη μου μέσα στητός,
καβάλα στη ράχη του μονάκριβου μου κύματος,
φεγγαρίσιος, ηλιοτραφής, πυρίκαυστος και μπουζιασμένος εγώ,
κι αποκοιμιέμαι τον νήδυμο
στο φαράγγι με τα φιλντισένια νησιά
των μακάρων, που είναι γλυκά σα φρέσκα πρωινά καπούλια.

Στη νύχτα μέσα την υγρή
τρεμουλιάζει το ρούχο μου ραμμένο με τα ρίγη
των φιλιών και φορτισμένο ξέφρενα με ηλεκτρικές εκκενώσεις,
με ηρωικά δε εξάμετρα διαμερισμένο σε ενύπνια
και σε μεθυστικά τριαντάφυλλα που ανοίγουν μέσα μου.

Όρτσα στα νερά,
όπου με χτυπούνε κύματα θεόψηλα, πλευρικά,
κι εγώ βαστώ
το παράλληλο σώμα σου στα στιβαρά μου μπράτσα
σαν ψαράκι που όλο το πιάνω και το ξαναπιάνω
στην απόχη της ψυχής μου
(τη μια γοργό την άλλη αργό)
σε τούτον κάτω εδώ τον υποσέληνο κόσμο.

Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2009

ΟΛΑ ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ

ΟΛΑ ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ

Υποκρίσου
Πως είσαι η άνθινη σκιά των λουλουδιών
Που κρέμονται την άνοιξη
Η μέρα η πιο σύντομη του έτους και η νύχτα η εσκιμώα
Η αγωνία των οραματιστών του φθινοπώρου
Των ρόιδων το άρωμα το σοφό έγκαυμα της τσουκνίδας
Άπλωσε διάφανα βαμβακερά
Στων ματιών σου το ξέφωτο
Δείξε τις λεηλασίες της φωτιάς τα εμπνευσμένα τους έργα
Και τον παράδεισο της τέφρας της
Το αφηρημένο φαινόμενο
Που παλεύει με τους δείχτες του εκκρεμούς
Τις πληγές της αλήθειας τα άκαμπτα κηρύγματα
Τον εαυτό σου δείξε

Μπορείς να εξέλθεις με μιάν εσθήτα κρυστάλλινη
Το κάλλος σου διαρκεί και συνεχίζεται
Τα μάτια σου στάζουν δάκρυα θωπείες χαμόγελα
Τα μάτια σου δεν έχουν μυστικό
Δεν έχουν όρια

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Ποίημα 20

Ποίημα 20

Μπορώ να γράψω τους πιο θλιμμένους στίχους απόψε.

Να γράψω για παράδειγμα: "Η νύχτα είναι αστροφώτιστη,
και τρεμοπαίζουν, γαλάζια, τ' αστέρια, στα μάκρη".
Ο άνεμος της νύχτας περιστρέφεται στον ουρανό και τραγουδάει.

Μπορώ να γράψω τους πιο θλιμμένους στίχους απόψε.
Την αγάπησα, κι ήταν φορές που κι εκείνη μ' αγάπησε.

Σε νύχτες σαν κι αυτή την είχα στην αγκαλιά μου.
Τη φίλησα τόσες φορές κάτω απ' τον άπειρο ουρανό.

Εκείνη με αγάπησε, κι ήταν φορές που και εγώ την αγαπούσα.
Πώς να μην αγαπήσω τα μεγάλα ορθάνοιχτα μάτια της.

Μπορώ να γράψω τους πιο θλιμμένους στίχους απόψε.
Να σκεφτώ πως δεν την έχω. Να αισθανθώ πως την έχασα.

Ν' ακούσω την απέραντη νύχτα, πιο απέραντη δίχως εκείνη.
Κι ο στόχος πέφτει στην ψυχή σαν τη δροσιά στα χόρτα.

Τι σημασία έχει που η αγάπη μου δεν μπόρεσε να την κρατήσει.
Η νύχτα είναι αστροφώτιστη κι εκείνη δεν είναι μαζί μου.

Αυτό είναι όλο. Μακριά κάποιος τραγουδάει. Μακριά.
Η ψυχή μου λυπάται που την έχει χάσει.

Σαν για να την πλησιάσω η ματιά μου την ψάχνει.
Η καρδιά μου την ψάχνει, κι εκείνη δεν είναι μαζί μου.

Η ίδια η νύχτα που κάνει ν' ασπρίζουν τα ίδια δέντρα.
Εμείς, εκείνοι του τότε, δεν είμαστε πια οι ίδιοι.

Δεν την αγαπώ πια, είναι βέβαιο, αλλά πόσο την αγάπησα.
Η φωνή έψαχνε τον άνεμο για ν' αγγίξει την ακοή της.

Σε άλλον. Θα ανήκει σε άλλον. Όπως και πριν από τα φιλιά μου.
Η φωνή της, το φωτεινό σώμα της. Τα άπειρα μάτια της.

Δεν την αγαπώ πια, είναι βέβαιο, αλλά μπορεί και να την αγαπώ.
Πόσο διαρκεί η αγάπη, πόσο διαρκεί η λησμονιά.

Επειδή σε νύχτες σαν κι αυτή που την είχα στην αγκαλιά μου,
η ψυχή μου λυπάται που την έχει χάσει.

Ακόμα κι αν αυτός είναι ο τελευταίος μου πόνος που μου δίνει,
κι αυτοί είναι οι τελευταίοι στίχοι που γράφω.

Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2009

Μελέτη τού χρόνου

Μελέτη τού χρόνου

I

Ο χρόνος και τα χρώματά του στα τζάμια τής πόλης.
Τα βράδια το σφύριγμα τού τραίνου παίρνει τον τόνο τού ανέκλητου.
Τα φυλάκια κρυώνουν δίπλα στη σιδηροδρομική γραμμή.

Βρέχει πολλές μέρες συνέχεια σε τούτη τη χώρα,
τ' αστέρια μουσκεμένα στη θέση τους
σαν καρφιά σκουριασμένα -αν κάνεις να τ' αγγίξεις
θα ξεκολλήσουν- θα πέσει λίγη σκόνη και λίγος σουβάς,
δεν μπορείς να κρεμάσεις επάνω τους ένα παλιό κάδρο
ούτε τ' αδιάβροχό σου και το καπέλο σου.

II

Κάθεσαι και περιμένεις στο σταθμό,
ανάμεσα στις ροχάλες τής βροχής και στη γκρίνια των δέντρων.
Ένα σκυλί μυρίζει το χώμα, -δε γαβγίζει.
Ένα ζευγάρι σταματάει για λίγο μπρος στα κάγκελα
-μπορεί να βγει ένα πράσινο φύλλο.

Μια λέξη φεύγει στον υγρόν αέρα,
έχει το θόρυβο μιας ομπρέλας που κλείνει.
-«Δε θα ξανάρθω», έλεγε, «δεν θα ξανάρθω».

Βλογιοκομμένα τζάμια στο δρόμο,
στον προβολέα σπιθίζουν οι σταγόνες τους.
Τι κάθεσαι λοιπόν να περιμένεις;
Κι αν έρθει η αλλαγή δε θάρθει από κει.

III

Ο ήλιος θα σε βοηθήσει βέβαια -είπε-
ο ήλιος σ' αυτό τον τόπο κάθε πρωί βάζει ένα χέρι
να λευτερώσουμε το χώρο απ' τις τσουκνίδες
απ' τα παλιά σιδερικά και τα' άχρηστα βαγόνια -

Γιατί δεν μπορεί πάντα να προφασιζόμαστε τον άνεμο ή τις δυσκολίες
κι όλο ν' αφήνουμε έτσι τα σπασμένα γυαλικά στο πάτωμα,
να περιορίζουμε το βήμα σε μικρότερο χώρο,
και τάχα να φαρδαίνει ο άλλος χώρος
-ποιος χώρος; -προς τα πάνου, προς τα κάτου, προς τα μέσα τάχα;

Βγάλε τα χέρια σου απ' τις τσέπες -είπε.
Χτύπησε τη γροθιά του στο τραπέζι.
Το γύψινο αγαλμάτιο έπεσε στο πάτωμα. Έσπασε.
Μπορεί να κολλήσει μ' αλευρόκολλα -είπε.
Κανείς δεν έσκυψε να το μαζέψει.
Μήτε κανείς το κοίταξε. Μονάχα αναρωτιόμαστε:
το γόνατο του θα κρατούσε ακόμη εκείνη την ωραία κλίση του;
Όμως κανένας μας δε μίλησε. Είχε δίκαιο.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα [Γ' Τόμος] (1978)

Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2009

Η δίψα στο Μυστρά

Η δίψα στο Μυστρά

Ήλιος κονταρομάχος, παντοκράτορας της ερημιάς.

Διψούσαμε ανάμεσα στις πέτρες και στα χρόνια,
διψούσαμε όσα διψάσαμε πριν απ' τη γνώση της δίψας
σε πέτρινα μονοπάτια μιαν έξοδο στον ουρανό
σε πέτρινα χείλη δυο φούχτες νερό
νερό.

Αγριοσυκιές δυναστεύοντας τ' αρχαία ερείπια,
τρούλλοι σιωπής με κόκκινα κεραμίδια,
αγκάθια ανάμεσα στα σφιγμένα δόντια της πέτρας.
Ο μαρμάρινος δικέφαλος στο νάρθηκα
φθαρμένος απ' τα πέλματα χρόνων και χρόνων,
μόλις ανοίγοντας τα μάτια του στο τελευταίο βυζαντινό μισόφωτο.

Διψούσαμε. Κ' οι παραπόταμοι τον Ευρώτα άσπρα γυμνά χαλίκια
άσπρα γυμνά κόκκαλα, κ' οι πικροδάφνες σκονισμένες
κοιτάζοντας τον παντοκράτορα ήλιο, τον τύραννο, τον αδυσώπητο.

ΤΟ ΡΑΣΟ του Παχώμιου ξεθώριασε μες στο λιοπύρι,
το μαύρο γύρισε στο κόκκινο,
το κόκκινο στο κίτρινο,
κ' ύστερα πράσινο
κι αργότερα σταχτί - καθόλού χρώμα.
Το ράσο του Παχώμιου το κόψαμε λουρίδες,
βάλαμε πένθος στο μανίκι μας,
μπαλώσαμε τις σκηνές του Άη-Στράτη -
η καλόγρια τόκανε σφουγγαρόπανο,
πλένει το προαύλιο της Παντάνασσας
μιλώντας με την αυτοκράτειρα Θεοδώρα
πού σαπουνίζει στη σκάφη το πουκάμισό της,
μ' αυτό το ίδιο πράσινο σαπούνι που πλένουμε τα χέρια μας
μιλώντας για τ' αρχαία κλέη και τις δυσκολίες του νοικοκυριού
για την ακρίβεια τον ψωμιού και της πατάτας
για την ακρίβεια γενικά της ζωής
και πιο πολύ για την ακρίβεια κάποιων ασήμαντων πραγμάτων.
Διψούσαμε πάντα στην Παντάνασσα, δουλεύοντας μες στο λιοπύρι
σκαλίζοντας τους Νόμους, Πλήθων Γεμιστέ, πάνου στην πέτρα
κι ο Μανουήλ Χρυσολωράς μόνος στα ξένα με τα ερωτήματά του, και
το δικό σου λείψανο στα ξένα,
ένδοξο λάφυρο στα χέρια του
Σιγισμούνδου Μαλατέστα
κ' εδώ η καρδιά σου η διψασμένη να χτυπάει κάτου απ' την πέτρα.

ΠΑΝΩ στο βράχο τα φαρδιά χνάρια απ' τα πέλματα των στρατιωτών.
Με τέτοιον ήλιο πώς τους οδήγησαν στο θάνατο;
Πώς δέχτηκαν το θάνατο με τόσον ήλιο;
Πώς έγινε να σκεπάσουν με στάχτη τα μαλλιά τους;

Τώρα κρατούσαμε το σκοινί της καμπάνας στο χέρι μας,
ακούγαμε να τρέμει το σκοινί στην παλάμη μας,
χωρίς να χτυπάμε την καμπάνα,
χωρίς να λευτερώνουμε την κραυγή,
μην αντηχήσει η φρυγμένη κοιλάδα του Ευρώτα,
μη και ξυπνήσουν οι νεκροί φρουροί στα καραούλια,
μη κι ανεβούν οι σκλάβοι βροντώντας τις αλυσσίδες τους
στις τρομερές πέτρες του καλοκαιριού.

ΠΡΟΣΩΠΑ αγίων μπαλωμένα με τσιμέντο,
στο κάτω μέρος της τοιχογραφίας τα παιχνίδια των παιδιών και
των πουλιών,
τα σταμνιά κι ο θόρυβος της κρήνης -
γραφικές λεπτομέρειες γδαρμένες απ' τα νύχια του χρόνου,
επιμένοντας δίχως να καταφέρνουν να ευθυμήσει
αυτός ο Ωραίος Νέος με το άσπρο γαϊδουράκι,
τόσο συλλογισμένος απ' την ευθύνη του και την απόφασή του,
τόσο απελπισμένος μες στο φως του,
διψώντας πλάι στις κρήνες και στις γεμάτες στάμνες και στα
γεμάτα μάτια των μαθητών Του.

Δούλευαν μες στο μεσημέρι του Μυστρά - δε σήκωναν το μέτωπο,
δούλευαν για το Ανώλεθρο, Πλήθων, μη φτάνοντας,
έτρεχε ο ιδρώτας μη μιλώντας καθόλου για τη δίψα τους
μήπως και σωριαστούνε γλείφοντας την πέτρα.

Είταν ωραίο το πράσινο της τοιχογραφίας
και το κεραμιδί συμπληρώνοντας το πράσινο,
συμπληρώνοντας - Με τι θα συμπληρώσουμε
τούτο το κόκκινο που δεν επιδέχεται παρά μόνο το κόκκινο;

Κι αυτός ο ορμητικός άγγελος,
σταματημένος στη στάση της ορμής,
τι έρχεται ν' αναγγείλει,
ποιο πένθος του κρίνου,
ποιο θάνατο με τον κρίνο,
ποια νίκη, ποια ευτυχία του κρίνου;

Διψούσαμε κάτω απ' την Κοίμηση της Θεοτόκου
σταματημένοι στη στάση της ορμής.

ΕΔΩ το φλογερό πράσινο των δέντρων,
η βέβαιη βουή των νερών,
οι νέοι σπαρτιάτες με τα ποδήλατα,
ο νέος ιερέας με το κυανό αντερί διασχίζοντας την εσπέρα,
το λεωφορείο στη σκιά της Μητρόπολης.

Εκεί τ' ασκητικό βουνό με το σφιγμένο του σαγόνι
με το γδαρμένο στέρνο της υπεροψίας του
γυμνό, κατάγυμνο
τ' ασκητικό βουνό.

Κι εμείς, ανάμεσα.

Τη νύχτα, πλάι στις ροδοδάφνες, - έλεγε -
περπατούν ο Χριστός με τον Απόλλωνα.
Οι νέοι σπαρτιάτες ξεπεζεύουν απ' τα ποδήλατα,
κόβουν κλαδιά, ντουφεκάνε, στέκουν και κατουράνε στον Ευρώτα.
Ο Απόλλωνας σωπαίνει
ο Χριστός σωπαίνει. Ο Ευρώτας κυλάει.
Δεν ακούσαμε τι είπε.

ΑΡΧΑΓΓΕΛΟΙ κολλημένοι στον τοίχο,
οι εβδομήντα Μάρτυρες ανηφορίζοντας στην αγγαρεία της Μακρόνησος
μεγάλα δάκρυα βουλιαγμένα στις πέτρες και στα γένεια των αγίων.

Μια ροδιά επιμένει - ανάβει στο καταμεσήμερο τα κόκκινα
λουλούδια της
σαν τους βάλανους κοιμισμένων στρατιωτών. Αγριοσυκιές
τεντώνουν τα συστραμμένα χέρια τους έξω απ' τ' αρχαία παράθυρα - δεν παραδίδονται.

Κι αυτός ο στρατιώτης χώνει το κεφάλι του στη βρύση
φτιάχνοντας ένα κράνος από νερό, αυτός
δεν υπακούει, δεν παραδίδεται, δεν παραιτείται.

ΕΙΝΑΙ τέσσερα χέρια απλωμένα στο σκοτάδι,
τέσσερα χέρια - δεν επαιτούν,
τέσσερις δέσμες ακτίνων καίγοντας τα χέρια,
μπορεί κιόλας οι ακτίνες να εκπέμπονται απ' τα χέρια.

Σ' αυτό τον τόπο η ευπρέπεια χαμογελάει πάνω απ' τα κόκκαλα
πάνω απ' τη δίψα αστράφτουν τ' αυστηρά σιγίλλια των άστρων.
Όμορφοι τάφοι σκαλισμένοι με δάχτυλα προσεχτικά
- τίποτα δεν προδίνει την κραυγή τους. Τα πιο όμορφα γυμνά
σμιλεύονται
στις σαρκοφάγους. Λέγαμε
για την πτωχεία των πατέρων μας
- φτωχοί αυτοί με την αξιοπρέπεια στη στάση και στο βάδισμα!
Στο πρόσωπό τους
οι σκιές απ' τις τρομαχτικές χειρονομίες ενός εφιάλτη.
Φτωχοί και μεις - ο μέγας πλούτος που δεν δίνεται.

Οι εχθροί καλύτερα μαντεύουν απ' τους φίλους
τι θησαυροί στοιβάζονται κάτου απ' τις πέτρες.
Είχαμε αργήσει ανάμεσα στα ερείπια.

Κ' είσουν εσύ, ο Περίβλεπτος, κλεισμένος (σε είδαμε)
μέσα στην κυκλική σου δόξα - αμίλητος,
κλεισμένος, ανεβαίνοντας κλεισμένος,
όπως κι ο ήλιος μες στον κύκλο της φωτιάς του,
καίγοντας τη μεταλλική του σάρκα,
καίγοντας και φωτίζοντας, φωτίζοντας και καίγοντας

ΜΥΣΤΡΑΣ, Ιούνιος 1954

Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2009

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΕΞΟΡΙΑΣ, Ι

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΕΞΟΡΙΑΣ, Ι

27 Οκτωβρίου 1948

Εδώ τ' αγκάθια είναι πολλά -
αγκάθια, καστανά, κίτρινα αγκάθια,
σ' όλο το μάκρος της μέρας, ως μέσα στον ύπνο.

Όταν περνούν το συρματόπλεγμα οι νύχτες
αφήνουν μικρά κουρέλια απ' τη φούστα τους.

Τα λόγια που μας φάνηκαν όμορφα κάποτε
χάσαν το χρώμα τους σαν το γιλέκο του γέρου στο σεντούκι
σαν ένα λιόγερμα σβησμένο στα τζάμια.

Οι άνθρωποι περπατάνε με τα χέρια στις τσέπες
ή κάποτε χειρονομούν σα να διώχνουν μια μύγα
που ξανακάθεται στο ίδιο μέρος πάλι και πάλι
στα χείλη του άδειου ποτηριού ή πιο μέσα
σ' ένα σημείο απροσδιόριστο κι επίμονο
όσο κι η άρνησή τους να το αναγνωρίσουν.

29 Οκτωβρίου

Κοιμόμαστε λίγο' - δε μας φτάνει.
Όλη νύχτα ροχαλίζουν οι εξόριστοι -
κουρασμένα παιδιά, κουρασμένα.

Απ' όξω είναι τ' αστέρια - πολύ μεγάλα αστέρια
κουρεμένα αστέρια που οι τρίχες τους φυτρώνουν άγριες
σαν το κεφάλι τ' Aη-Γιάννη του Προδρόμου
ή σαν του δικού μας του Παναγιώτη.
Είναι και τα μικρά βατράχια μέσα στο φλισκούνι.

Το πρωί μας χτυπάει καταπρόσωπο ένας ρόδινος ήλιος
καθρεφτισμένος με τον πιο συνηθισμένο τρόπο στη θάλασσα πέρα
όμοιος με κείνες τις φτηνές ελαιογραφίες που πουλούν στα σκαλιά του Αρσακείου
κι είναι παράξενο που ένας τέτοιος ήλιος μας αρέσει.

Ένας-ένας, δυο-δυο, πολλές φορές και πιότεροι
σταματάμε στο προαύλιο ή στο λόφο και τον κοιτάμε.
Και τούτος ο ήλιος μας χτυπάει με δύναμη τα πρόσωπα
όπως εκείνος ο ξυπόλητος χωριάτης ραβδίζει
τις μυγδαλιές να πέσουν τα στερνά τους μύγδαλα.

Ύστερα σκύβουμε τα μάτια, κοιτάμε τα παπούτσια μας,
κοιτάμε το χώμα. Δεν έπεσε τίποτα.

29 Οκτωβρίου

Ανάμεσα στ' αγκάθια και στα πεσμένα φύλλα
βρήκαμε μια γυμνή γαϊδουροκεφαλή -
ίσως και νάναι το κεφάλι του καλοκαιριού
έτσι αφημένο στις βρεγμένες πέτρες
και γύρω του κάτι μικρά γαλάζια λουλούδια
που δεν ξέρουμε τ' όνομά τους.

Αν φωνάξει κάποιος πίσω απ' το φράχτη
η φωνή του κατακάθεται γρήγορα στο χώμα
σαν ένα χωνί από στρατσόχαρτο γεμάτο μαύρη σταφίδα.

Το βράδι ακούμε πέρα στους λόφους
που αλλάζουν τον ξεφούσκωτο τροχό του φεγγαριού.

Αργότερα τα πράγματα ξαναβρίσκουν τη θέση τους
όπως βρίσκεις τυχαία στο προαύλιο
το καφετί κουμπί του σακκακιού σου - και ξέρεις:
δεν είναι διόλου ένα κουμπί από τις στολές
των θεατρίνων του καλοκαιριού - όχι, διόλου -
ένα κοινότατο κουμπί που πρέπει να το ράψεις πάλι στο σακκάκι σου
μ' εκείνη την αδέξια, ευγενική προσοχή
του πάντοτε μαθητευόμενου.

1 Νοεμβρίου

Η καταχνιά έχει μαύρες φτερούγες σαν τις κάργιες
δεν έχει διόλου μάτια
ψάχνει με την τυφλότητά της τα μάτια μας τις τσέπες μας
όπως η γριά χαρτορρίχτρα την μαλάμη μας.

Τίποτα δεν μπορούμε πια να κρύψουμε.
Εδώ τα πράματα βγαίνουν τα μέσα έξω
όπως μια λερωμένη κάλτσα που τη βγάζουμε πριν απ' τον ύπνο
κι όλα τα πόδια είναι γυμνά και τα πρόσωπα το ίδιο.

Μέρα τη μέρα όλοι μιλάμε πια στον ενικό.

Κάθε ίσκιος έχει το σχήμα του θυμήσου
μα ο ίσκιος απ' το άφαντο χέρι της μητέρας
παίρνει το σχήμα κάθε φωνής που δε σου αντιστέκεται
γίνεται το φλιτζάνι ο καφές, ένα κομμάτι ψωμί, το θερμόμετρο
ακόμη κι η ξυριστική μηχανή πλάι στο κύπελλο μες στο μικρό καθρέφτη.

Οι λάμπες του θαλάμου είναι δύο.
Παστρεύουμε μ' εφημερίδες τα γυαλιά τους
τόνα εσύ, τ' άλλο εγώ - είμαστε της υπηρεσίας σήμερα.

Οι κινήσεις μας είναι όμοιες σχεδόν.
Δεν κοιταζόμαστε.
Χαιρόμαστε αυτή την ομοιότητα.
Κοιτάμε απ' το παράθυρο τον ουρανό χαμένο στην ομίχλη.
Όλα τα πράγματα λοιπόν έχουν την έκφραση του πάντα.

2 Νοεμβρίου

Ο Μήτσος πήρε σήμερα ένα γράμμα απ' τη Σκόπελο.
Η Αντιγόνη γράφει: "Το νησιώτικο φθινόπωρο
γέμισε κίτρινα κρινάκια.
Καημένε Μήτσο - λέει - δε θα τα θυμάσαι κείνα τα κρινάκια'
δε σκάμπαζες ποτέ σου από βοτανική".
Ο Μήτσος
σκούπισε τα γυαλιά του, ξαναδιάβασε το γράμμα. Δίπλα του
παρατημένο στις πέτρες το "Εγχειρίδιο Φαρμακολογίας".
Χαμογελάει ο Μήτσος. Βγάζει πάλι τα γυαλιά του. Δεν τα σκουπίζει.

Θέλω να γράψω ένα ποίημα για το Μήτσο
όχι με λέξεις
όλο με κίτρινα κρινάκια.

3 Νοεμβρίου

Μόλις πάμε ν' ανοίξουμε μια πόρτα
ο αγέρας την κλείνει.
Έτσι κλειδωμένοι απ' έξω
σφίγγουμε καθένας τα κλειδιά του
μ' όλο πούχουμε μονάχα μια στάμνα
μ' όλο που κανένας μας δεν έχει σπίτι.

Σήμερα δεν ξέρω να μιλήσω.
Σήμερα μιλάω σε πρώτο πρόσωπο.
Σαν σε χτυπάει ο δικός σου η πίκρα είναι διπλή.

Ένα λεωφορείο πέρασε το απόγευμα.
Ένας ξένος με χαιρέτησε στα χωράφια.
Ήθελα να του πω ευχαριστώ. Δε μίλησα.

Ξέχασα να κοιτάξω τα σύννεφα. Ναι, οι μυγδαλιές
πήρανε χρώμα καστανό-βιολετί - θάναι που χινοπώριασε
κι οι μύγες πλήθυναν πολύ' κάθονται στο χαρτί που γράφω.

Και τι που πήραν χρώμα καστανό-βιολετί; Τα μερμήγκια
έχουν το χωματένιο σπίτι τους - είναι ζέστη κει μέσα.
Εγώ δεν χωράω στη φωνή μου. Τα πόδια μου
μένουν απ' όξω. Κρυώνω. Και με βλέπουν.
Θα πρέπει ναφταιξα πολύ.

3 Νοεμβρίου

Ο Πανούσης φοράει μια μακριά χλαίνη.
Του τη χάρισε κάποιος φαντάρος.
Τη βάψαν μαύρη στο καζάνι του χωριού του.
Τώρα είναι πράσινη - μήτε και πράσινη.

Μέσα στις τσέπες του έχει
πέντε κουκκιά καλαμπόκι και δυο φύλλα καπνό
μαζί και το βλέμμα της αγελάδας του. Ο Πανούσης
τυλίγεται σε μια χοντρή βελέντζα. Η βελέντζα
είναι κόκκινη κι άσπρη. Κι ο ύπνος του Πανούση
έχει το χρώμα της βελέντζας. Πάντα του κοιμάται
με την τραγιάσκα, τα παπούτσια και το παντελόνι.

Αν είχε βγάλει τ' άρβυλά του, σίγουρα κει μέσα
ένα πουλί υα γεννούσε τ' αυγά του
κι ύστερα ο Πανούσης δε θάχε που να χώσει τα πόδια του.

Ο ύπνος του κάθε μεσημέρι
είναι σαν τον ίσκιο της βελανιδιάς μες στο νερό.

Τώρα πρέπει να οικονομήσει
άλλα πέντε κουκκιά καλαμπόκι για το παιχνίδι της εννιάρας
ώσπου να μεγαλώσει πάλι το μουστάκι του και να γυρίσει στο χωριό του.

4 Νοεμβρίου

Πολλά πράματα μας δυσκολεύουνε. Πολλά.
Πρέπει να πλύνουμε τα πιάτα μας, τα ρούχα μας
να κουβαλήσουμε νερό απ' τη βρύση με τις μεγάλες στάμνες
να σκουπίσουμε το θάλαμο δυο και τρεις φορές τη μέρα
να μπαλώσουμε καμμιά κάλτσα και τα λόγια μας -

Τρυπάνε γρήγορα κι οι χτεσινές κουβέντες
τα πρόσωπα αλλάζουν όσο τα κοιτάζεις
μπορεί ν' αλλάζεις και συ - γιατί κοιτάζοντας τα χέρια σου
καταλαβαίνεις πως μάθανε πια σε τούτες τις δουλειές
σε τούτες τις μέρες, σε τούτα τα σεντόνια
γνωρίζουν το σανίδι του τραπεζιού γνωρίζουν τη λάμπα
ξανακάνουν την ίδια κίνηση με πιότερη σιγουριά
δεν παραξενεύονται. Η φωτιά
θέλει συδαύλισμα, λιγόστεψε -
τούτο είναι που συλλογιόμαστε.

Το μεσημέρι με φωνάξανε πέντε γερόντοι
μου ψήσανε καφέ με φίλεψαν τσιγάρο
είπανε για τον Aη-Δημήτρη πάνου στο Λιτοχώρι
για το νερένιο χέρι του Aγιου πούδιωξε τους κακούς τσοπάνους -

Πέντε γερόντοι με μάτια μαλακά μ' άσπρα μουστάκια
που σιάχνουν μέρα-νύχτα ταμπακιέρες σιάχνουν κάντρα
κολλώντας άχερα χρωματιστά μικρά-μικρά κομμάτια
σαν το κεφάλι της καρφίτσας - μπελαλίδικα πράματα
όλο και κάτι γλάστρες με γεράνια, δυο ρωμέικες σημαίες
μια στεριανή και μια θαλασσινή, κάτι πεντάγωνα αστέρια
θέλουν να σιάξουν κι ένα περιστέρι - δεν τα καταφέρνουν -
είναι καλά γεροντάκια - δεν άκουγα τα λόγια τους
και τούτο είναι που συλλογιέμαι. Μ' είπανε "παιδί μου".
Δεν μπόρεσα να πω "πατέρα". Ο μαστρο-Θανάσης
λέει θα μου σιάξει ένα σκαμνί: "Να μην κάθεσαι, γιε μου,
κάτου στο χώμα και λερώνεται το παντελόνι σου".

Και τώρα συλλογιέμαι πόσα πράματα κι εγώ θα πρέπει να σιάξω
πόσο θα πρέπει να λερώσω το παντελόνι μου
έτσι που πια ο μαστρο-Θανάσης να μη σεκλετίζεται που κάθουμαι στο χώμα
έτσι που να μπορέσω να τον πω "πατέρα".

Τότες θαρρώ θάμαι άξιος πια να κάτσω στο σκαμνί του
σάμπως καβάλλα στα πλατάνια τ' Aη-Διονύση
και θα τινάξω απ' τους ώμους μου τα δύσκολα πράματα
όπως τινάζω τούτη τη μικρούλα αράχνη που αχνοδεργιανά στο χέρι μου
κι ούτε που θα κρυώνω λέω καθόλου το χειμώνα.


ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ ΕΞΟΡΙΑΣ (απόσπασμα)

Νύξεις (απόσπασμα)

Νύξεις (απόσπασμα)

Λιόγερμα. Λάμποντα χρώματα. Αγέρας. Αυτός
πλεύρισε τον παλιό τοίχο ν' απαγκιάσει. Ξάφνου
πάνω στο μαύρο λόφο πρόβαλε η λευκή σελήνη.
Οι δυο αριθμοί στο μάρμαρο ήταν μαύροι.

*
Βαθειά νηνεμία. Μια βάρκα σκιώδης
κάτω ακριβώς από κείνο το αστέρι –
γι' αυτά που χάθηκαν, για κείνα που δεν ήρθαν.

*
Στην άδεια τσέπη του ένα νόμισμα αρχαίο, λησμονημένο –
η αφή του αναγνωρίζει στα τυφλά τού θεού τα γυμνά μέλη.

*
Λαξεύει κόκαλα αλόγων. Φτιάχνει
ένα μικρό άσπρο άλογο. Το αφήνει στο τραπέζι
πλάι στο χαρτί που περιμένει το ποίημα.

*
Το κίτρινο λεωφορείο τής παραλίας.
Ένα κορίτσι με κόκκινο φόρεμα. Αυτός, κουρασμένος,
διακρίνει και πάλι άθελα του τον καπνό τής Ιθάκης.

*
Το δέντρο, το άγαλμα, ο κήπος, η γερόντισσα –
να συλλογιέσαι τη διάρκεια των λέξεων, να βγαίνεις
έξω απ' το χρόνο, απ' την πύλη τού ποιήματος.

*
Ένδοξη διαύγεια της μέρας. Πάνω απ' τα στάχυα
ψηλές κολόνες ο μεγάλος καπνός
απ' το φούρνο τού μικρού αγγειοπλαστείου.
Σε μια άσπρη λήκυθο, γαλανό θα σχεδιάσω
γυμνό το σώμα σου μ' ένα σπάγκο στη μέση.

*
«Τέλος», φωνάζει το πουλί ψηλά στο λιόγερμα
«τέλος», φωνάζουν λάμποντας τα τζάμια στ' ακρογιάλι –
λάμψη τυφλή, μελετημένη αντιστροφή τού χρόνου.

*
Βράδυ βαθύ. Και απρόσμενα ο χτύπος
απ' τα φτερά ενός γλάρου καθυστερημένου.
Ύστερα γίνεται πιο εύκολη η νύχτα.

...

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα [Δ' Τόμος] (1978 )

Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2009

Η ραψωδία τού γυμνού φωτός

Η ραψωδία τού γυμνού φωτός

I

Είμαστε εμείς που κλάψαμε πάνω απ' τη θάλασσα
εμείς που μετρήσαμε τη θάλασσα σταγόνα τη σταγόνα
εμείς που χαράξαμε τα χνάρια μας πλάι στη βροχή
για να στεριώσουμε τούτο το γεφύρι στις δυο άκρες τού ορίζοντα.

Όνειρο λέφτερο στην κυριαρχία των ανέμων
όνειρο μοιρασμένο σ' όλες τις φωνές
για να ξανασυνθέσουμε το πρόσωπο της θάλασσας
πίσω απ' το τελευταίο σύνορο.

Τώρα για να περάσεις τούτο το ακρογιάλι
για να κοιμίσεις το πένθος μετρημένο με τα δάχτυλα της βραδιάς
αγρύπνησε τη φλόγα σου πάνω απ' τη δόξα
με τις περιπλανήσεις με τις επιστροφές
πάντα στο ίδιο σημείο ενός έκθαμβου αγγέλου
που κάθε τόσο αθετεί μ' έκταση την πληγή του.

Μέσα στο δάσος ονειρεύονται τ' αγάλματα
και μιλούν τη φωνή μας
και μιλάμε τη φωνή τής αυριανής αγάπης
ανάμεσα στα χρώματα του δειλινού και στα νερά
που δε μπορούν να φυγαδέψουν τη μορφή τους απ' τα χέρα μας.
Μα δε σου φτάνει ο ίσκιος σου στο χώμα.
Το χώμα κι ο ίσκιος σου δεμένα μες στο φως
κι ο ουρανός που επαληθεύει τα μεγάλα βήματα μες στο τραγούδι μας -
στο ίδιο τραγούδι θάνατος και αθανασία.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα [Α' Τόμος] (1978)

Τρίτη 6 Οκτωβρίου 2009

Γυναίκες

Γυναίκες

Είναι πολύ μακρινές οι γυναίκες. Τα σεντόνια τους μυρίζουν καληνύχτα.
Ακουμπάνε το ψωμί στο τραπέζι για να μη νιώσουμε πως λείπουν.
Τότε καταλαβαίνουμε πως φταίξαμε. Σηκωνόμαστε απ' την καρέκλα και λέμε:
«Κουράστηκες πολύ σήμερα», ή «άσε, θ' ανάψω εγώ τη λάμπα».

Όταν ανάβουμε το σπίρτο, εκείνη στρέφει αργά πηγαίνοντας
με μιαν ανεξήγητη προσήλωση προς την κουζίνα. Η πλάτη της
είναι ένα πικραμένο βουναλάκι φορτωμένο με πολλούς νεκρούς -
τους νεκρούς της φαμίλιας, τους δικούς της νεκρούς και τον δικό σου.

Ακούς το βήμα της να τρίζει στα παλιά σανίδια
ακούς τα πιάτα να κλαίνε στην πιατοθήκη κι ύστερα ακούγεται
το τραίνο που παίρνει τους φαντάρους για το μέτωπο.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα [Β' Τόμος] (1961)

Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2009

Μύθος

Μύθος

Τη νύχτα ανάψαμε τα λαδοφάναρα
και πήραμε τους δρόμους ρωτώντας τους διαβάτες.

Φορούσε, λέγαμε, ένα φόρεμα
στο χρώμα κάθε ονείρου. Δεν την είδατε;
Φορούσε δυο γαλάζια σκουλαρίκια.

Κανένας δεν την είχε δει. Μόνο στην ακρινή καλύβα
η μάνα η γριά τού ξυλοκόπου τέντωσε το δάχτυλο
κι έδειξε πίσω απ' τα δέντρα το ποτάμι.

Και κάτου αναβοσβήναν δυο γαλάζια αστέρια.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα [Α' Τόμος] (1978)

Κυριακή 4 Οκτωβρίου 2009

''Εαρινή Συμφωνία''

Γ. Ρίτσος, ''Εαρινή Συμφωνία''

ΧVI, Ποιήματα 1930-1960, Αθήνα, εκδ. Κέδρος, 1972, σσ. 237-238.



XVI

Χαρά χαρά.

Δε μας νοιάζει

τι θ' αφήσει το φιλί μας

μέσα στο χρόνο και στο τραγούδι.

Αγγίξαμε

το μέγα άσκοπο

που δε ζητά το σκοπό του.

Ο Θεός

πραγματοποιεί τον εαυτό του

στο φιλί μας.

Περήφανοι εκτελούμε

την εντολή του απείρου.

'Ενα μικρό παράθυρο

βλέπει τον κόσμο.

'Ενα σπουργίτι λέει

τον ουρανό.

Σώπα.

Στην κόγχη των χειλιών μας

εδρεύει το απόλυτο.

Σωπαίνουμε κι ακούμε

μες στο γαλάζιο βράδι

την ανάσα της θάλασσας

καθώς το στήθος κοριτσιού ευτυχισμένου

που δε μπορεί να χωρέσει

την ευτυχία του.

'Ενα άστρο έπεσε.

Είδες;

Σιωπή.

Κλείσε τα μάτια.

Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2009

Ὄνειρο καλοκαιρινοῦ μεσημεριοῦ (ἀπόσπασμα)

Ὄνειρο καλοκαιρινοῦ μεσημεριοῦ (ἀπόσπασμα)

--------------------------------------------------------------------------------

Χτὲς βράδυ δὲν κοιμήθηκαν καθόλου τὰ παιδιά.
Εἴχανε κλείσει ἕνα σωρὸ τζιτζίκια στὸ κουτὶ τῶν μολυβιῶν,
καὶ τὰ τζιτζίκια τραγουδοῦσαν κάτου ἀπ' τὸ προσκεφάλι τους
ἕνα τραγούδι ποὺ τὸ ξέραν τὰ παιδιὰ ἀπὸ πάντα
καὶ τὸ ξεχνοῦσαν μὲ τὸν ἥλιο.
Χρυσὰ βατράχια κάθονταν στὶς ἄκρες τῶν ποδιῶν
χωρὶς νὰ βλέπουν στὰ νερὰ τὴ σκιά τους.
κι ἤτανε σὰν ἀγάλματα μικρὰ τῆς ἐρημιᾶς καὶ τῆς γαλήνης.

Τότε τὸ φεγγάρι σκόνταψε στὶς ἰτιὲς κι ἔπεσε στὸ πυκνὸ χορτάρι.

Μεγάλο σούσουρο ἔγινε στὰ φύλλα.

Τρέξανε τὰ παιδιά, πῆραν στὰ παχουλά τους χέρια τὸ φεγγάρι
κι ὅλη τη νύχτα παίζανε στὸν κάμπο.

Τώρα τὰ χέρια τους εἶναι χρυσά, τὰ πόδια τους χρυσά,
κι ὅπου πατοῦν ἀφήνουνε κάτι μικρὰ φεγγάρια
στὸ νοτισμένο χῶμα.
Μά, εὐτυχῶς, οἱ μεγάλοι ποὺ ξέρουν πολλά, δὲν καλοβλέπουν.
Μονάχα οἱ μάνες κάτι ὑποψιάστηκαν.

Γι᾿ αὐτὸ τὰ παιδιὰ κρύβουνε τὰ χρυσωμένα χέρια τους στὶς ἄδειες τσέπες,
μὴν τὰ μαλώσει ἡ μάνα τους ποὺ ὅλη τη νύχτα παίζανε κρυφὰ μὲ τὸ φεγγάρι.

Φωνές

Φωνές

Ιδανικές φωνές κι αγαπημένες
εκείνων που πεθάναν, ή εκείνων που είναι
για μας χαμένοι σαν τους πεθαμένους.

Κάποτε μες στα όνειρά μας ομιλούνε•
κάποτε μες στην σκέψι τες ακούει το μυαλό.

Και με τον ήχο των για μια στιγμή επιστρέφουν
ήχοι από την πρώτη ποίησι της ζωής μας —
σα μουσική, την νύχτα, μακρυνή, που σβύνει.

Παρασκευή 2 Οκτωβρίου 2009

Φιλέλλην

Φιλέλλην

Την χάραξι φρόντισε τεχνικά να γίνει.
Έκφρασις σοβαρή και μεγαλοπρεπής.
Το διάδημα καλλίτερα μάλλον στενό•
εκείνα τα φαρδιά των Πάρθων δεν με αρέςουν.
Η επιγραφή, ως σύνηθες, ελληνικά•
όχι υπερβολική, όχι πομπώδης—
μην τα παρεξηγήσει ο ανθύπατος
που όλο σκαλίζει και μηνά στην Pώμη —
αλλ’ όμως βέβαια τιμητική.
Κάτι πολύ εκλεκτό απ’ το άλλο μέρος•
κανένας δισκοβόλος έφηβος ωραίος.
Προ πάντων σε συστήνω να κυττάξεις
(Σιθάσπη, προς θεού, να μη λησμονηθεί)
μετά το Βασιλεύς και το Σωτήρ,
να χαραχθεί με γράμματα κομψά, Φιλέλλην.
Και τώρα μη με αρχίζεις ευφυολογίες,
τα “Πού οι Έλληνες;” και “Πού τα Ελληνικά
πίσω απ’ τον Ζάγρο εδώ, από τα Φράατα πέρα”.
Τόσοι και τόσοι βαρβαρότεροί μας άλλοι
αφού το γράφουν, θα το γράψουμε κ’ εμείς.
Και τέλος μη ξεχνάς που ενίοτε
μας έρχοντ’ από την Συρία σοφισταί,
και στιχοπλόκοι, κι άλλοι ματαιόσπουδοι.
Ώστε ανελλήνιστοι δεν είμεθα, θαρρώ.

Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2009

Tυανεύς Γλύπτης

Tυανεύς Γλύπτης

Καθώς που θα το ακούσατε, δεν είμ’ αρχάριος.
Κάμποση πέτρα από τα χέρια μου περνά.
Και στην πατρίδα μου, τα Τύανα, καλά
με ξέρουνε• κ’ εδώ αγάλματα πολλά
με παραγγείλανε συγκλητικοί.

Και να σας δείξω
αμέσως μερικά. Παρατηρείστ’ αυτήν την Pέα•
σεβάσμια, γεμάτη καρτερία, παναρχαία.
Παρατηρείστε τον Πομπήιον. Ο Μάριος,
ο Aιμίλιος Παύλος, ο Aφρικανός Σκιπίων.
Ομοιώματα, όσο που μπόρεσα, πιστά.
Ο Πάτροκλος (ολίγο θα τον ξαναγγίξω).
Πλησίον στου μαρμάρου του κιτρινωπού
εκείνα τα κομμάτια, είν’ ο Καισαρίων.

Και τώρα καταγίνομαι από καιρό αρκετό
να κάμω έναν Ποσειδώνα. Μελετώ
κυρίως για τ’ άλογά του, πώς να πλάσω αυτά.
Πρέπει ελαφρά έτσι να γίνουν που
τα σώματα, τα πόδια των να δείχνουν φανερά
που δεν πατούν την γη, μόν’ τρέχουν στα νερά.

Μα να το έργον μου το πιο αγαπητό
που δούλεψα συγκινημένα και το πιο προςεκτικά•
αυτόν, μια μέρα του καλοκαιριού θερμή
που ο νους μου ανέβαινε στα ιδανικά,
αυτόν εδώ ονειρεύομουν τον νέον Ερμή.