ΙΒ'
ΜΠΟΤΙΛΙΑ ΣΤΟ ΠΕΛΑΓΟ
Τρεις βράχοι λίγα καμένα πεύκα κι ένα ρημοκλήσι
και παραπάνω
το ίδιο τοπίο αντιγραμμένο ξαναρχίζει
τρεις βράχοι σε σχήμα πύλης, σκουριασμένοι
λίγα καμένα πεύκα, μαύρα και κίτρινα
κι ένα τετράγωνο σπιτάκι θαμμένο στον ασβέστη
και παραπάνω ακόμη πολλές φορές
το ίδιο τοπίο ξαναρχίζει κλιμακωτά
ως τον ορίζοντα ως τον ουρανό που βασιλεύει.
Εδώ αράξαμε το καράβι να ματίσουμε τα σπασμένα κουπιά,
να πιούμε νερό και να κοιμηθούμε.
Η θάλασσα που μας πίκρανε είναι βαθιά κι ανεξερεύνητη
και ξεδιπλώνει μιαν απέραντη γαλήνη.
Εδώ μέσα στα βότσαλα βρήκαμε ένα νόμισμα
και το παίξαμε στα ζάρια.
Το κέρδισε ο μικρότερος και χάθηκε.
Ξαναμπαρκάραμε με τα σπασμένα μας κουπιά.
ΙΓ'
ΥΔΡΑ
Δελφίνια φλάμπουρα και κανονιές.
Το πέλαγο τόσο πικρό για την ψυχή σου κάποτε,
σήκωνε τα πολύχρωμα κι αστραφτερά καράβια
λύγιζε, τα κλυδώνιζε κι όλο μαβί μ' άσπρα φτερά,
τόσο πικρό για την ψυχή σου κάποτε
τώρα γεμάτο χρώματα στον ήλιο.
Άσπρα πανιά και φως και τα κουπιά τα υγρά
χτυπούσαν με ρυθμό τυμπάνου ένα ημερωμένο κύμα.
Θα ήταν ωραία τα μάτια σου να κοίταζαν
θα ήταν λαμπρά τα χέρια σου ν' απλώνουνταν
θα ήταν σαν άλλοτε ζωηρά τα χείλια σου
μπρος σ' ένα τέτοιο θάμα
το γύρευες
τι γύρευες μπροστά στη στάχτη
ή μέσα στη βροχή στην καταχνιά στον άνεμο,
την ώρα ακόμη που χαλάρωναν τα φώτα
κι η πολιτεία βύθιζε κι από τις πλάκες
σου 'δειχνε την καρδιά του ο Ναζωραίος,
τι γύρευες; γιατί δεν έρχεσαι; τι γύρευες;
ΙΔ'
Τρία κόκκινα περιστέρια μέσα στο φως
χαράζοντας τη μοίρα μας μέσα στο φως
με χρώματα και χειρονομίες ανθρώπων
που αγαπήσαμε.
ΙΕ'
Quid πλατανών opacissimus?
Ο ύπνος σε τύλιξε, σαν ένα δέντρο, με πράσινα φύλλα,
ανάσαινες, σαν ένα δέντρο, μέσα στο ήσυχο φως,
μέσα στη διάφανη πηγή κοίταξα τη μορφή σου
κλεισμένα βλέφαρα και τα ματόκλαδα χάραζαν το νερό.
Τα δάχτυλά μου στο μαλακό χορτάρι, βρήκαν τα δάχτυλά σου
κράτησα το σφυγμό σου μια στιγμή
κι ένιωσα αλλού τον πόνο της καρδιάς σου.
Κάτω από το πλατάνι, κοντά στο νερό, μέσα στις δάφνες
ο ύπνος σε μετακινούσε και σε κομμάτιαζε
γύρω μου, κοντά μου, χωρίς να μπορώ να σ' αγγίξω ολόκληρη,
ενωμένη με τη σιωπή σου
βλέποντας τον ίσκιο σου να μεγαλώνει και να μικραίνει,
να χάνεται στους άλλους ίσκιους, μέσα στον άλλο
κόσμο που σ' άφηνε και σε κρατούσε.
Τη ζωή που μας έδωσαν να ζήσουμε, τη ζήσαμε.
Λυπήσου εκείνους που περιμένουν με τόση υπομονή
χαμένοι μέσα στις μαύρες δάφνες κάτω από τα βαριά πλατάνια
κι όσους μονάχοι τους μιλούν σε στέρνες και σε πηγάδια
και πνίγουνται μέσα στους κύκλους της φωνής.
Λυπήσου το σύντροφο που μοιράστηκε τη στέρησή μας
και τον ιδρώτα
και βύθισε μέσα στον ήλιο σαν κοράκι πέρα απ' τα μάρμαρα,
χωρίς ελπίδα να χαρεί την αμοιβή μας.
Δώσε μας, έξω από τον ύπνο, τη γαλήνη.
ΙΣΤ'
όνομα δ' Ορέστης
Στη σφενδόνη, πάλι στη σφενδόνη, στη σφενδόνη,
πόσοι γύροι, πόσοι αιμάτινοι κύκλοι, πόσες μαύρες
σειρές. Οι άνθρωποι που με κοιτάζουν,
που με κοιτάζαν όταν πάνω στο άρμα
σήκωσα το χέρι λαμπρός, κι αλάλαξαν.
Οι αφροί των αλόγων με χτυπούν, τ' άλογα πότε θ' αποστάσουν;
Τρίζει ο άξονας, πυρώνει ο άξονας, πότε ο άξονας θ' ανάψει;
Πότε θα σπάσουν τα λουριά, πότε τα πέταλα
θα πατήσουν μ' όλο το πλάτος πάνω στο χώμα
πάνω στο μαλακό χορτάρι, μέσα στις παπαρούνες όπου
την άνοιξη μάζεψες μια μαργαρίτα.
Ήταν ωραία τα μάτια σου μα δεν ήξερες πού να κοιτάξεις
δεν ήξερα πού να κοιτάξω μήτε κι εγώ, χωρίς πατρίδα
εγώ που μάχομαι εδώ-πέρα, πόσοι γύροι;
και νιώθω τα γόνατα να λυγίζουν πάνω στον άξονα
πάνω στις ρόδες πάνω στον άγριο στίβο,
τα γόνατα λυγίζουν εύκολα σαν το θέλουν οι θεοί,
κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει, τι να την κάνεις τη δύναμη,
δεν μπορείς
να ξεφύγεις τη θάλασσα που σε λίκνισε και που γυρεύεις
τούτη την ώρα της αμάχης, μέσα στην αλογίσια ανάσα,
με τα καλάμια που τραγουδούσαν το φθινόπωρο σε τρόπο λυδικό,
τη θάλασσα που δεν μπορείς να βρεις όσο κι αν τρέχεις
όσο κι αν γυρίζεις μπροστά στις μαύρες Ευμενίδες που βαριούνται,
χωρίς συχώρεση.
ΙΖ'
ΑΣΤΥΑΝΑΞ
Τώρα που θα φύγεις πάρε μαζί σου και το παιδί
που είδε το φως κάτω από εκείνο το πλατάνι,
μια μέρα που αντηχούσαν σάλπιγγες και έλαμπαν όπλα
και τ' άλογα ιδρωμένα σκύβανε ν' αγγίξουν
την πράσινη επιφάνεια του νερού
στη γούρνα με τα υγρά τους τα ρουθούνια.
Οι ελιές με τις ρυτίδες των γονιών μας
τα βράχια με τη γνώση των γονιών μας
και το αίμα του αδερφού μας ζωντανό στο χώμα
ήτανε μια γερή χαρά μια πλούσια τάξη
για τις ψυχές που γνώριζαν την προσευχή τους.
Τώρα που θα φύγεις, τώρα που η μέρα της πληρωμής
χαράζει, τώρα που κανείς δεν ξέρει
ποιον θα σκοτώσει και πώς θα τελειώσει,
πάρε μαζί σου το παιδί που είδε το φως
κάτω απ' τα φύλλα εκείνου του πλατάνου
και μάθε του να μελετά τα δέντρα.
ΙΗ'
Λυπούμαι γιατί άφησα να περάσει ένα πλατύ ποτάμι
μέσα από τα δάχτυλά μου
χωρίς να πιω ούτε μια στάλα.
Τώρα βυθίζομαι στην πέτρα.
Ένα μικρό πεύκο στο κόκκινο χώμα,
δεν έχω άλλη συντροφιά.
Ό,τι αγάπησα χάθηκε μαζί με τα σπίτια
που ήταν καινούργια το περασμένο καλοκαίρι
και γκρέμισαν με τον αγέρα του φθινοπώρου.
ΙΘ'
Κι αν ο αγέρας φυσά δε μας δροσίζει
κι ο ίσκιος μένει στενός κάτω απ' το κυπαρίσσια
κι όλο τριγύρω ανήφοροι στα βουνά
μας βαραίνουν
οι φίλοι που δεν ξέρουν πια πώς να πεθάνουν.
Κ'
[ΑΝΔΡΟΜΕΔΑ]
Στο στήθος μου η πληγή ανοίγει πάλι
όταν χαμηλώνουν τ' άστρα και συγγενεύουν με το κορμί μου
όταν πέφτει σιγή κάτω από τα πέλματα των ανθρώπων
Αυτές οι πέτρες που βουλιάζουν μέσα στα χρόνια ως πού θα με παρασύρουν;
Τη θάλασσα τη θάλασσα, ποιος θα μπορέσει να την εξαντλήσει;
Βλέπω τα χέρια κάθε αυγή να γνέφουν στο γύπα και στο γεράκι
δεμένη πάνω στο βράχο που έγινε με τον πόνο δικός μου,
βλέπω τα δέντρα που ανασαίνουν τη μαύρη γαλήνη των πεθαμένων
κι έπειτα τα χαμόγελα, που δεν προχωρούν, των αγαλμάτων.
ΚΑ'
Εμείς που ξεκινήσαμε για το προσκύνημα τούτο
κοιτάξαμε τα σπασμένα αγάλματα
ξεχαστήκαμε και είπαμε πως δε χάνεται η ζωή τόσο εύκολα
πως έχει ο θάνατος δρόμους ανεξερεύνητούς
και μια δική του δικαιοσύνη
πως όταν εμείς ορθοί στα πόδια μας πεθαίνουμε
μέσα στην πέτρα αδερφωμένοι
ενωμένοι με τη σκληρότητα και την αδυναμία,
οι παλαιοί νεκροί ξεφύγαν απ' τον κύκλο και αναστήθηκαν
και χαμογελάνε μέσα σε μία παράξενη ησυχία.
ΚΒ'
Γιατί περάσαν τόσα και τόσα μπροστά στα μάτια μας
που και τα μάτια μας δεν είδαν τίποτε, μα παραπέρα
και πίσω η μνήμη σαν το άσπρο πανί μια νύχτα σε μια μάντρα
που είδαμε οράματα παράξενα, περισσότερο κι από σένα,
να περνούν και να χάνουνται μέσα στο ακίνητο φύλλωμα μιας πιπεριάς
γιατί γνωρίσαμε τόσο πολύ τούτη τη μοίρα μας
στριφογυρίζοντας μέσα σε σπασμένες πέτρες, τρεις ή έξι χιλιάδες χρόνια
ψάχνοντας σε οικοδομές γκρεμισμένες που θα ήταν ίσως το δικό μας σπίτι
προσπαθώντας να θυμηθούμε χρονολογίες και ηρωικές πράξεις
θα μπορέσουμε;
γιατί δεθήκαμε και σκορπιστήκαμε
και παλέψαμε με δυσκολίες ανύπαρχτες όπως λέγαν,
χαμένοι, ξαναβρίσκοντας ένα δρόμο γεμάτο τυφλά συντάγματα,
βουλιάζοντας μέσα σε βάλτους και μέσα στη λίμνη του Μαραθώνα,
θα μπορέσουμε να πεθάνουμε κανονικά;
ΚΓ'
Λίγο ακόμα
θα ιδούμε τις αμυγδαλιές ν' ανθίζουν
τα μάρμαρα να λάμπουν στον ήλιο
τη θάλασσα να κυματίζει
λίγο ακόμα,
να σηκωθούμε λίγο ψηλότερα.
ΚΔ'
Εδώ τελειώνουν τα έργα της θάλασσας, τα έργα της αγάπης.
Εκείνοι που κάποτε θα ζήσουν εδώ που τελειώνουμε
αν τύχει και μαυρίσει στη μνήμη τους το αίμα και ξεχειλίσει
ας μη μας ξεχάσουν, τις αδύναμες ψυχές μέσα στ' ασφοδίλια,
ας γυρίσουν προς το έρεβος τα κεφάλια των θυμάτων:
Εμείς που τίποτε δεν είχαμε θα τους διδάξουμε τη γαλήνη.
Δεκέμβρης 1933 - Δεκέμβρης 1934
Αναγνώστες
Πληροφορίες
Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως,
κρυμμένος σὰν ἀετός,
μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος,
ὁ πρῶτος μου ἑαυτός...
ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ
Πέμπτη 30 Απριλίου 2009
ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ.....
ΝΟΤΙΑΣ
Το πέλαγο σμίγει κατά τη δύση μια βουνοσειρά.
Ζερβά μας ο νοτιάς φυσάει και μας τρελαίνει,
αυτός ο αγέρας που γυμνώνει τα κόκαλα απ' τη σάρκα.
Το σπίτι μας μέσα στα πεύκα και στις χαρουπιές.
Μεγάλα παράθυρα. Μεγάλα τραπέζια
για να γράφουμε τα γράμματα που σου γράφουμε
τόσους μήνες και τα ρίχνουμε
μέσα στον αποχωρισμό για να γεμίσει.
Άστρο της αυγής, όταν χαμήλωνες τα μάτια
οι ώρες μας ήταν πιο γλυκιές από το λάδι
πάνω στην πληγή, πιο πρόσχαρες από το κρύο νερό
στον ουρανίσκο, πιο γαλήνιες από τα φτερά του κύκνου.
Κρατούσες τη ζωή μας στην παλάμη σου.
Ύστερα από το πικρό ψωμί της ξενιτιάς
τη νύχτα αν μείνουμε μπροστά στον άσπρο τοίχο
η φωνή σου μας πλησιάζει σαν έλπιση φωτιάς
και πάλι αυτός ο αγέρας ακονίζει
πάνω στα νεύρα μας ένα ξυράφι.
Σου γράφουμε ο καθένας τα ίδια πράματα
και σωπαίνει ο καθένας μπρος στον άλλον
κοιτάζοντας, ο καθένας, τον ίδιο κόσμο χωριστά
το φως και το σκοτάδι στη βουνοσειρά
κι εσένα.
Ποιος θα σηκώσει τη θλίψη τούτη απ' την καρδιά μας;
Χτες βράδυ μια νεροποντή και σήμερα
βαραίνει πάλι ο σκεπασμένος ουρανός. Οι στοχασμοί μας
σαν τις πευκοβελόνες της χτεσινής νεροποντής
στην πόρτα του σπιτιού μας μαζεμένοι κι άχρηστοι
θέλουν να χτίσουν έναν πύργο που γκρεμίζει.
Μέσα σε τούτα τα χωριά τ' αποδεκατισμένα
πάνω σ' αυτό τον κάβο, ξέσκεπο στο νοτιά
με τη βουνοσειρά μπροστά μας που σε κρύβει,
ποιος θα μας λογαριάσει την απόφαση της λησμονιάς;
Ποιος θα δεχτεί την προσφορά μας, στο τέλος αυτό του φθινοπώρου.
H'
Μα τι γυρεύουν οι ψυχές μας ταξιδεύοντας
πάνω σε καταστρώματα κατελυμένων καραβιών
στριμωγμένες με γυναίκες κίτρινες και μωρά που κλαίνε
χωρίς να μπορούν να ξεχαστούν ούτε με τα χελιδονόψαρα
ούτε με τ' άστρα που δηλώνουν στην άκρη τα κατάρτια.
Τριμμένες από τους δίσκους των φωνογράφων
δεμένες άθελα μ' ανύπαρχτα προσκυνήματα
μουρμουρίζοντας σπασμένες σκέψεις από ξένες γλώσσες.
Μα τι γυρεύουν οι ψυχές μας ταξιδεύοντας
πάνω στα σαπισμένα θαλάσσια ξύλα
από λιμάνι σε λιμάνι;
Μετακινώντας τσακισμένες πέτρες, ανασαίνοντας
τη δροσιά του πεύκου πιο δύσκολα κάθε μέρα,
κολυμπώντας στα νερά τούτης της θάλασσας
κι εκείνης της θάλασσας,
χωρίς αφή
χωρίς ανθρώπους
μέσα σε μια πατρίδα που δεν είναι πια δική μας
ούτε δική σας.
Το ξέραμε πως ήταν ωραία τα νησιά
κάπου εδώ τριγύρω που ψηλαφούμε
λίγο πιο χαμηλά ή λίγο πιο ψηλά
ένα ελάχιστο διάστημα.
Θ'
Είναι παλιό το λιμάνι, δεν μπορώ πια να περιμένω
ούτε το φίλο που έφυγε στο νησί με τα πεύκα
ούτε το φίλο που έφυγε στο νησί με τα πλατάνια
ούτε το φίλο που έφυγε για τ' ανοιχτά.
Χαϊδεύω τα σκουριασμένα κανόνια, χαϊδεύω τα κουπιά
να ζωντανέψει το κορμί μου και ν' αποφασίσει.
Τα καραβόπανα δίνουν μόνο τη μυρωδιά
του αλατιού της άλλης τρικυμίας.
Αν το θέλησα να μείνω μόνος, γύρεψα
τη μοναξιά, δε γύρεψα μια τέτοια απαντοχή,
το κομμάτιασμα της ψυχής μου στον ορίζοντα,
αυτές τις γραμμές, αυτά τα χρώματα, αυτή τη σιγή.
Τ' άστρα της νύχτας με γυρίζουν στην προσδοκία
του Οδυσσέα για τους νεκρούς μες στ' ασφοδίλια.
Μες στ' ασφοδίλια σαν αράξαμε εδώ-πέρα θέλαμε να βρούμε
τη λαγκαδιά που είδε τον Άδωνι λαβωμένο.
Ι'
Ο τόπος μας είναι κλειστός, όλο βουνά
που έχουν σκεπή το χαμηλό ουρανό μέρα και νύχτα.
Δεν έχουμε ποτάμια δεν έχουμε πηγάδια δεν έχουμε πηγές,
μονάχα λίγες στέρνες, άδειες κι αυτές, που ηχούν και πού
τις προσκυνούμε.
Ήχος στεκάμενος κούφιος, ίδιος με τη μοναξιά μας
ίδιος με την αγάπη μας, ίδιος με τα σώματά μας.
Μας φαίνεται παράξενο που κάποτε μπορέσαμε να χτίσουμε
τα σπίτια τα καλύβια και τις στάνες μας.
Κι οι γάμοι μας, τα δροσερά στεφάνια και τα δάχτυλα
γίνουνται αινίγματα ανεξήγητα για την ψυχή μας.
Πώς γεννήθηκαν πώς δυναμώσανε τα παιδιά μας;
Ο τόπος μας είναι κλειστός. Τον κλείνουν
οι δυο μαύρες Συμπληγάδες. Στα λιμάνια
την Κυριακή σαν κατεβούμε ν' ανασάνουμε
βλέπουμε να φωτίζουνται στο ηλιόγερμα
σπασμένα ξύλα από ταξίδια που δεν τέλειωσαν
σώματα που δεν ξέρουν πια πώς ν' αγαπήσουν.
ΙΑ'
Το αίμα σου πάγωνε κάποτε σαν το φεγγάρι,
μέσα στην ανεξάντλητη νύχτα το αίμα σου
άπλωνε τις άσπρες του φτερούγες πάνω
στους μαύρους βράχους τα σχήματα των δέντρων και
τα σπίτια
με λίγο φως από τα παιδικά μας χρόνια.
Το πέλαγο σμίγει κατά τη δύση μια βουνοσειρά.
Ζερβά μας ο νοτιάς φυσάει και μας τρελαίνει,
αυτός ο αγέρας που γυμνώνει τα κόκαλα απ' τη σάρκα.
Το σπίτι μας μέσα στα πεύκα και στις χαρουπιές.
Μεγάλα παράθυρα. Μεγάλα τραπέζια
για να γράφουμε τα γράμματα που σου γράφουμε
τόσους μήνες και τα ρίχνουμε
μέσα στον αποχωρισμό για να γεμίσει.
Άστρο της αυγής, όταν χαμήλωνες τα μάτια
οι ώρες μας ήταν πιο γλυκιές από το λάδι
πάνω στην πληγή, πιο πρόσχαρες από το κρύο νερό
στον ουρανίσκο, πιο γαλήνιες από τα φτερά του κύκνου.
Κρατούσες τη ζωή μας στην παλάμη σου.
Ύστερα από το πικρό ψωμί της ξενιτιάς
τη νύχτα αν μείνουμε μπροστά στον άσπρο τοίχο
η φωνή σου μας πλησιάζει σαν έλπιση φωτιάς
και πάλι αυτός ο αγέρας ακονίζει
πάνω στα νεύρα μας ένα ξυράφι.
Σου γράφουμε ο καθένας τα ίδια πράματα
και σωπαίνει ο καθένας μπρος στον άλλον
κοιτάζοντας, ο καθένας, τον ίδιο κόσμο χωριστά
το φως και το σκοτάδι στη βουνοσειρά
κι εσένα.
Ποιος θα σηκώσει τη θλίψη τούτη απ' την καρδιά μας;
Χτες βράδυ μια νεροποντή και σήμερα
βαραίνει πάλι ο σκεπασμένος ουρανός. Οι στοχασμοί μας
σαν τις πευκοβελόνες της χτεσινής νεροποντής
στην πόρτα του σπιτιού μας μαζεμένοι κι άχρηστοι
θέλουν να χτίσουν έναν πύργο που γκρεμίζει.
Μέσα σε τούτα τα χωριά τ' αποδεκατισμένα
πάνω σ' αυτό τον κάβο, ξέσκεπο στο νοτιά
με τη βουνοσειρά μπροστά μας που σε κρύβει,
ποιος θα μας λογαριάσει την απόφαση της λησμονιάς;
Ποιος θα δεχτεί την προσφορά μας, στο τέλος αυτό του φθινοπώρου.
H'
Μα τι γυρεύουν οι ψυχές μας ταξιδεύοντας
πάνω σε καταστρώματα κατελυμένων καραβιών
στριμωγμένες με γυναίκες κίτρινες και μωρά που κλαίνε
χωρίς να μπορούν να ξεχαστούν ούτε με τα χελιδονόψαρα
ούτε με τ' άστρα που δηλώνουν στην άκρη τα κατάρτια.
Τριμμένες από τους δίσκους των φωνογράφων
δεμένες άθελα μ' ανύπαρχτα προσκυνήματα
μουρμουρίζοντας σπασμένες σκέψεις από ξένες γλώσσες.
Μα τι γυρεύουν οι ψυχές μας ταξιδεύοντας
πάνω στα σαπισμένα θαλάσσια ξύλα
από λιμάνι σε λιμάνι;
Μετακινώντας τσακισμένες πέτρες, ανασαίνοντας
τη δροσιά του πεύκου πιο δύσκολα κάθε μέρα,
κολυμπώντας στα νερά τούτης της θάλασσας
κι εκείνης της θάλασσας,
χωρίς αφή
χωρίς ανθρώπους
μέσα σε μια πατρίδα που δεν είναι πια δική μας
ούτε δική σας.
Το ξέραμε πως ήταν ωραία τα νησιά
κάπου εδώ τριγύρω που ψηλαφούμε
λίγο πιο χαμηλά ή λίγο πιο ψηλά
ένα ελάχιστο διάστημα.
Θ'
Είναι παλιό το λιμάνι, δεν μπορώ πια να περιμένω
ούτε το φίλο που έφυγε στο νησί με τα πεύκα
ούτε το φίλο που έφυγε στο νησί με τα πλατάνια
ούτε το φίλο που έφυγε για τ' ανοιχτά.
Χαϊδεύω τα σκουριασμένα κανόνια, χαϊδεύω τα κουπιά
να ζωντανέψει το κορμί μου και ν' αποφασίσει.
Τα καραβόπανα δίνουν μόνο τη μυρωδιά
του αλατιού της άλλης τρικυμίας.
Αν το θέλησα να μείνω μόνος, γύρεψα
τη μοναξιά, δε γύρεψα μια τέτοια απαντοχή,
το κομμάτιασμα της ψυχής μου στον ορίζοντα,
αυτές τις γραμμές, αυτά τα χρώματα, αυτή τη σιγή.
Τ' άστρα της νύχτας με γυρίζουν στην προσδοκία
του Οδυσσέα για τους νεκρούς μες στ' ασφοδίλια.
Μες στ' ασφοδίλια σαν αράξαμε εδώ-πέρα θέλαμε να βρούμε
τη λαγκαδιά που είδε τον Άδωνι λαβωμένο.
Ι'
Ο τόπος μας είναι κλειστός, όλο βουνά
που έχουν σκεπή το χαμηλό ουρανό μέρα και νύχτα.
Δεν έχουμε ποτάμια δεν έχουμε πηγάδια δεν έχουμε πηγές,
μονάχα λίγες στέρνες, άδειες κι αυτές, που ηχούν και πού
τις προσκυνούμε.
Ήχος στεκάμενος κούφιος, ίδιος με τη μοναξιά μας
ίδιος με την αγάπη μας, ίδιος με τα σώματά μας.
Μας φαίνεται παράξενο που κάποτε μπορέσαμε να χτίσουμε
τα σπίτια τα καλύβια και τις στάνες μας.
Κι οι γάμοι μας, τα δροσερά στεφάνια και τα δάχτυλα
γίνουνται αινίγματα ανεξήγητα για την ψυχή μας.
Πώς γεννήθηκαν πώς δυναμώσανε τα παιδιά μας;
Ο τόπος μας είναι κλειστός. Τον κλείνουν
οι δυο μαύρες Συμπληγάδες. Στα λιμάνια
την Κυριακή σαν κατεβούμε ν' ανασάνουμε
βλέπουμε να φωτίζουνται στο ηλιόγερμα
σπασμένα ξύλα από ταξίδια που δεν τέλειωσαν
σώματα που δεν ξέρουν πια πώς ν' αγαπήσουν.
ΙΑ'
Το αίμα σου πάγωνε κάποτε σαν το φεγγάρι,
μέσα στην ανεξάντλητη νύχτα το αίμα σου
άπλωνε τις άσπρες του φτερούγες πάνω
στους μαύρους βράχους τα σχήματα των δέντρων και
τα σπίτια
με λίγο φως από τα παιδικά μας χρόνια.
ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ..
Γ'
Μέμνησο λουτρών οις ενοσφίσθης
Ξύπνησα με το μαρμάρινο τούτο κεφάλι στα χέρια
που μου εξαντλεί τους αγκώνες και δεν ξέρω πού να
τ' ακουμπήσω.
Έπεφτε το όνειρο καθώς έβγαινα από το όνειρο
έτσι ενώθηκε η ζωή μας και θα είναι πολύ δύσκολο να
ξαναχωρίσει.
Κοιτάζω τα μάτια. Μήτε ανοιχτά μήτε κλειστά
μιλώ στο στόμα που όλο γυρεύει να μιλήσει
κρατώ τα μάγουλα που ξεπέρασαν το δέρμα.
Δεν έχω άλλη δύναμη
τα χέρια μου χάνουνται και με πλησιάζουν
ακρωτηριασμένα.
ΑΡΓΟΝΑΥΤΕΣ
Και ψυχή
ει μέλλει γνώσεσθαι αυτήν
εις ψυχήν
αυτή βλεπτέον:
τον ξένο και τον εχθρό τον είδαμε στον καθρέφτη.
Ήτανε καλά παιδιά οι σύντροφοι, δε φωνάζαν
ούτε από τον κάματο ούτε από τη δίψα ούτε από την παγωνιά,
είχανε το φέρσιμο των δέντρων και των κυμάτων
που δέχουνται τον άνεμο και τη βροχή
δέχουνται τη νύχτα και τον ήλιο
χωρίς ν' αλλάζουν μέσα στην αλλαγή.
Ήτανε καλά παιδιά, μέρες ολόκληρες
ίδρωναν στο κουπί με χαμηλωμένα μάτια
ανασαίνοντας με ρυθμό
και το αίμα τους κοκκίνιζε ένα δέρμα υποταγμένο.
Κάποτε τραγούδησαν, με χαμηλωμένα μάτια
όταν περάσαμε το ερημόνησο με τις αραποσυκιές
κατά τη δύση, πέρα από τον κάβο των σκύλων
που γαβγίζουν.
Ει μέλλει γνώσεσθαι αυτήν, έλεγαν
εις ψυχήν βλεπτέον, έλεγαν
και τα κουπιά χτυπούσαν το χρυσάφι του πελάγου
μέσα στο ηλιόγερμα.
Περάσαμε κάβους πολλούς πολλά νησιά τη θάλασσα
που φέρνει την άλλη θάλασσα, γλάρους και φώκιες.
Δυστυχισμένες γυναίκες κάποτε με ολολυγμούς
κλαίγανε τα χαμένα τους παιδιά
κι άλλες αγριεμένες γύρευαν το Μεγαλέξαντρο
και δόξες βυθισμένες στα βάθη της Ασίας.
Αράξαμε σ' ακρογιαλιές γεμάτες αρώματα νυχτερινά
με καλαηδίσματα πουλιών, νερά που αφήνανε στα χέρια
τη μνήμη μιας μεγάλης ευτυχίας.
Μα δεν τελειώναν τα ταξίδια.
Οι ψυχές τους έγιναν ένα με τα κουπιά και τους σκαρμούς
με το σοβαρό πρόσωπο της πλώρης
με τ' αυλάκι του τιμονιού
με το νερό που έσπαζε τη μορφή τους.
Οι σύντροφοι τέλειωσαν με τη σειρά,
με χαμηλωμένα μάτια. Τα κουπιά τους
δείχνουν το μέρος που κοιμούνται στ' ακρογιάλι.
Κανείς δεν τους θυμάται. Δικαιοσύνη.
E.
Δεν τους γνωρίσαμε
ήταν η ελπίδα στο βάθος που έλεγε
πως τους είχαμε γνωρίσει από μικρά παιδιά.
Τους είδαμε ίσως δυο φορές κι έπειτα πήραν τα καράβια,
φορτία κάρβουνο, φορτία γεννήματα, κι οι φίλοι μας
χαμένοι πίσω από τον ωκεανό παντοτινά.
Η αυγή μας βρίσκει πλάι στην κουρασμένη λάμπα
να γράφουμε αδέξια και με προσπάθεια στο χαρτί
πλεούμενα γοργόνες ή κοχύλια
το απόβραδο κατεβαίνουμε στο ποτάμι
γιατί μας δείχνει το δρόμο προς τη θάλασσα,
και περνούμε τις νύχτες σε υπόγεια που μυρίζουν κατράμι.
Οι φίλοι μας έφυγαν
ίσως να μην τους είδαμε ποτές, ίσως
να τους συναπαντήσαμε όταν ακόμη ο ύπνος
μας έφερνε πολύ κοντά στο κύμα που ανασαίνει
ίσως να τους γυρεύουμε γιατί γυρεύουμε την άλλη ζωή,
πέρα από τ' αγάλματα.
Μέμνησο λουτρών οις ενοσφίσθης
Ξύπνησα με το μαρμάρινο τούτο κεφάλι στα χέρια
που μου εξαντλεί τους αγκώνες και δεν ξέρω πού να
τ' ακουμπήσω.
Έπεφτε το όνειρο καθώς έβγαινα από το όνειρο
έτσι ενώθηκε η ζωή μας και θα είναι πολύ δύσκολο να
ξαναχωρίσει.
Κοιτάζω τα μάτια. Μήτε ανοιχτά μήτε κλειστά
μιλώ στο στόμα που όλο γυρεύει να μιλήσει
κρατώ τα μάγουλα που ξεπέρασαν το δέρμα.
Δεν έχω άλλη δύναμη
τα χέρια μου χάνουνται και με πλησιάζουν
ακρωτηριασμένα.
ΑΡΓΟΝΑΥΤΕΣ
Και ψυχή
ει μέλλει γνώσεσθαι αυτήν
εις ψυχήν
αυτή βλεπτέον:
τον ξένο και τον εχθρό τον είδαμε στον καθρέφτη.
Ήτανε καλά παιδιά οι σύντροφοι, δε φωνάζαν
ούτε από τον κάματο ούτε από τη δίψα ούτε από την παγωνιά,
είχανε το φέρσιμο των δέντρων και των κυμάτων
που δέχουνται τον άνεμο και τη βροχή
δέχουνται τη νύχτα και τον ήλιο
χωρίς ν' αλλάζουν μέσα στην αλλαγή.
Ήτανε καλά παιδιά, μέρες ολόκληρες
ίδρωναν στο κουπί με χαμηλωμένα μάτια
ανασαίνοντας με ρυθμό
και το αίμα τους κοκκίνιζε ένα δέρμα υποταγμένο.
Κάποτε τραγούδησαν, με χαμηλωμένα μάτια
όταν περάσαμε το ερημόνησο με τις αραποσυκιές
κατά τη δύση, πέρα από τον κάβο των σκύλων
που γαβγίζουν.
Ει μέλλει γνώσεσθαι αυτήν, έλεγαν
εις ψυχήν βλεπτέον, έλεγαν
και τα κουπιά χτυπούσαν το χρυσάφι του πελάγου
μέσα στο ηλιόγερμα.
Περάσαμε κάβους πολλούς πολλά νησιά τη θάλασσα
που φέρνει την άλλη θάλασσα, γλάρους και φώκιες.
Δυστυχισμένες γυναίκες κάποτε με ολολυγμούς
κλαίγανε τα χαμένα τους παιδιά
κι άλλες αγριεμένες γύρευαν το Μεγαλέξαντρο
και δόξες βυθισμένες στα βάθη της Ασίας.
Αράξαμε σ' ακρογιαλιές γεμάτες αρώματα νυχτερινά
με καλαηδίσματα πουλιών, νερά που αφήνανε στα χέρια
τη μνήμη μιας μεγάλης ευτυχίας.
Μα δεν τελειώναν τα ταξίδια.
Οι ψυχές τους έγιναν ένα με τα κουπιά και τους σκαρμούς
με το σοβαρό πρόσωπο της πλώρης
με τ' αυλάκι του τιμονιού
με το νερό που έσπαζε τη μορφή τους.
Οι σύντροφοι τέλειωσαν με τη σειρά,
με χαμηλωμένα μάτια. Τα κουπιά τους
δείχνουν το μέρος που κοιμούνται στ' ακρογιάλι.
Κανείς δεν τους θυμάται. Δικαιοσύνη.
E.
Δεν τους γνωρίσαμε
ήταν η ελπίδα στο βάθος που έλεγε
πως τους είχαμε γνωρίσει από μικρά παιδιά.
Τους είδαμε ίσως δυο φορές κι έπειτα πήραν τα καράβια,
φορτία κάρβουνο, φορτία γεννήματα, κι οι φίλοι μας
χαμένοι πίσω από τον ωκεανό παντοτινά.
Η αυγή μας βρίσκει πλάι στην κουρασμένη λάμπα
να γράφουμε αδέξια και με προσπάθεια στο χαρτί
πλεούμενα γοργόνες ή κοχύλια
το απόβραδο κατεβαίνουμε στο ποτάμι
γιατί μας δείχνει το δρόμο προς τη θάλασσα,
και περνούμε τις νύχτες σε υπόγεια που μυρίζουν κατράμι.
Οι φίλοι μας έφυγαν
ίσως να μην τους είδαμε ποτές, ίσως
να τους συναπαντήσαμε όταν ακόμη ο ύπνος
μας έφερνε πολύ κοντά στο κύμα που ανασαίνει
ίσως να τους γυρεύουμε γιατί γυρεύουμε την άλλη ζωή,
πέρα από τ' αγάλματα.
Τετάρτη 29 Απριλίου 2009
Ο ΜΑΘΙΟΣ ΠΑΣΧΑΛΗΣ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΑ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑ..
O Μαθιός Πασχάλης ανάμεσα στα τριαντάφυλλα
Καπνίζω χωρίς να σταματήσω απ' το πρωί
αν σταματήσω τα τριαντάφυλλα θα μ' αγκαλιάσουν
μ' αγκάθια και με ξεφυλλισμένα πέταλα θα με πνίξουν
φυτρώνουν στραβά όλα με το ίδιο τριανταφυλλί
κοιτάζουν περιμένουν να ιδούν κάποιον δεν περνά κανείς
πίσω απ' τον καπνό της πίπας μου τα παρακολουθώ
πάνω σ' ένα κοτσάνι βαριεστισμένο χωρίς ευωδιά,
στην άλλη ζωή μια γυναίκα μου έλεγε μπορείς ν' αγγίξεις αυτό το χέρι
κι είναι δικό σου αυτό το τριαντάφυλλο είναι δικό σου μπορείς να το πάρεις
τώρα ή αργότερα, όταν θελήσεις.
Κατεβαίνω καπνίζοντας ολοένα, τα σκαλοπάτια
τα τριαντάφυλλα κατεβαίνουν μαζί μου ερεθισμένα
κι έχουνε κάτι στο φέρσιμό τους απ' τη φωνή
στη ρίζα της κραυγής εκεί που αρχίζει να φωνάζει ο άνθρωπος: "μάννα" ή "βοήθεια"
ή τις μικρές άσπρες φωνές του έρωτα.
Είναι ένας μικρός κήπος όλο τριανταφυλλιές
λίγα τεραγωνικά μέτρα που χαμηλώνουν μαζί μου
καθώς κατεβαίνω τα σκαλοπάτια, χωρίς ουρανό
κι η θεία της έλεγε: "Αντιγόνη ξέχασες σήμερα τη γυμναστική σου
στην ηλικία σου δε φορούσα κορσέ στην εποχή μου".
Η θεία της ήταν ένα θλιβερό κορμί μ' ανάγλυφες φλέβες
είχε πολλές ρυτίδες γύρω στ' αυτιά μια ετοιμοθάνατη μύτη
αλλά τα λόγια της ήταν γεμάτα φρόνηση πάντα.
Την είδα μια μέρα να 'γγίζει το στήθος της Αντιγόνης
σαν το μικρό παιδί που κλέβει ένα μήλο.
Τάχα θα τη συναπαντήσω τη γριά γυναίκα έτσι που κατεβαίνω;
Μου είπε σαν έφυγα: "Ποιός ξέρει πότε θα ξαναβρεθούμε"
κι έπειτα διάβασα το θάνατό της σε παλιές εφημερίδες
το γάμο της Αντιγόνης και το γάμο της κόρης της Αντιγόνης
χωρίς να τελειώσουν τα σκαλοπάτια μήτε ο καπνός μου
που μου δίνει μια γέψη στοιχειωμένου καραβιού
με μια γοργόνα σταυρωμένη τότες που είταν όμορφη, πάνω στο τιμόνι.
Καπνίζω χωρίς να σταματήσω απ' το πρωί
αν σταματήσω τα τριαντάφυλλα θα μ' αγκαλιάσουν
μ' αγκάθια και με ξεφυλλισμένα πέταλα θα με πνίξουν
φυτρώνουν στραβά όλα με το ίδιο τριανταφυλλί
κοιτάζουν περιμένουν να ιδούν κάποιον δεν περνά κανείς
πίσω απ' τον καπνό της πίπας μου τα παρακολουθώ
πάνω σ' ένα κοτσάνι βαριεστισμένο χωρίς ευωδιά,
στην άλλη ζωή μια γυναίκα μου έλεγε μπορείς ν' αγγίξεις αυτό το χέρι
κι είναι δικό σου αυτό το τριαντάφυλλο είναι δικό σου μπορείς να το πάρεις
τώρα ή αργότερα, όταν θελήσεις.
Κατεβαίνω καπνίζοντας ολοένα, τα σκαλοπάτια
τα τριαντάφυλλα κατεβαίνουν μαζί μου ερεθισμένα
κι έχουνε κάτι στο φέρσιμό τους απ' τη φωνή
στη ρίζα της κραυγής εκεί που αρχίζει να φωνάζει ο άνθρωπος: "μάννα" ή "βοήθεια"
ή τις μικρές άσπρες φωνές του έρωτα.
Είναι ένας μικρός κήπος όλο τριανταφυλλιές
λίγα τεραγωνικά μέτρα που χαμηλώνουν μαζί μου
καθώς κατεβαίνω τα σκαλοπάτια, χωρίς ουρανό
κι η θεία της έλεγε: "Αντιγόνη ξέχασες σήμερα τη γυμναστική σου
στην ηλικία σου δε φορούσα κορσέ στην εποχή μου".
Η θεία της ήταν ένα θλιβερό κορμί μ' ανάγλυφες φλέβες
είχε πολλές ρυτίδες γύρω στ' αυτιά μια ετοιμοθάνατη μύτη
αλλά τα λόγια της ήταν γεμάτα φρόνηση πάντα.
Την είδα μια μέρα να 'γγίζει το στήθος της Αντιγόνης
σαν το μικρό παιδί που κλέβει ένα μήλο.
Τάχα θα τη συναπαντήσω τη γριά γυναίκα έτσι που κατεβαίνω;
Μου είπε σαν έφυγα: "Ποιός ξέρει πότε θα ξαναβρεθούμε"
κι έπειτα διάβασα το θάνατό της σε παλιές εφημερίδες
το γάμο της Αντιγόνης και το γάμο της κόρης της Αντιγόνης
χωρίς να τελειώσουν τα σκαλοπάτια μήτε ο καπνός μου
που μου δίνει μια γέψη στοιχειωμένου καραβιού
με μια γοργόνα σταυρωμένη τότες που είταν όμορφη, πάνω στο τιμόνι.
Δευτέρα 27 Απριλίου 2009
Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΠΟΙΗΣΗ..
Ο άνθρωπος, ο κόσμος και η ποίηση
Ανάσκαψα όλη τη γη για να σε βρω.
Κοσκίνισα μες την καρδιά μου την έρημο, ήξερα
πως δίχως τον άνθρωπο δεν είναι πλήρες
του ήλιου το φως. Ενώ, τώρα κοιτάζοντας
μες από τόση διαύγεια τον κόσμο,
μες από σένα – πλησιάζουν τα πράγματα
γίνονται ευδιάκριτα, γίνονται διάφανα –τώρα μπορώ
ν’ αρθρώσω την τάξη του σ’ ένα μου ποίημα.
Παίρνοντας μία σελίδα θα βάλω
σ’ ευθείες το φως.
Απόκριση
στον ποιητή Θανάση Παπαθανασόπουλο
Ο ήλιος μοιράζεται σε κομμάτια
μέσα στους ποιητές. Είναι το αντίδωρο
που ο Θεός διανέμει στους εντολείς του.
Συμμετέχουμε στην υπόθεση του φωτός.
Ενώ φτιάχνουν εκείνοι, πουλούν, διακινούν
όπου γης κι όπου άνθρωποι όπλα
κι αποθηκεύουν αίμα σκοτώνοντας όνειρα
εμείς προσπαθούμε
Να φτιάξουμε
έναν ουρανό με λίγες λέξεις.
Ανάσκαψα όλη τη γη για να σε βρω.
Κοσκίνισα μες την καρδιά μου την έρημο, ήξερα
πως δίχως τον άνθρωπο δεν είναι πλήρες
του ήλιου το φως. Ενώ, τώρα κοιτάζοντας
μες από τόση διαύγεια τον κόσμο,
μες από σένα – πλησιάζουν τα πράγματα
γίνονται ευδιάκριτα, γίνονται διάφανα –τώρα μπορώ
ν’ αρθρώσω την τάξη του σ’ ένα μου ποίημα.
Παίρνοντας μία σελίδα θα βάλω
σ’ ευθείες το φως.
Απόκριση
στον ποιητή Θανάση Παπαθανασόπουλο
Ο ήλιος μοιράζεται σε κομμάτια
μέσα στους ποιητές. Είναι το αντίδωρο
που ο Θεός διανέμει στους εντολείς του.
Συμμετέχουμε στην υπόθεση του φωτός.
Ενώ φτιάχνουν εκείνοι, πουλούν, διακινούν
όπου γης κι όπου άνθρωποι όπλα
κι αποθηκεύουν αίμα σκοτώνοντας όνειρα
εμείς προσπαθούμε
Να φτιάξουμε
έναν ουρανό με λίγες λέξεις.
ΝΕΡΟΥΔΑ
Η ΠΟΙΗΣΗ
Κάποτε με πλησίασε η ποίηση.
Δεν ξέρω, δεν ξέρω,
αγνοώ από πού 'ρθε,
απ' τον χειμώνα αν κατέβηκε
ή τάχα απ' τα ποτάμια.
Δεν ξέρω από πού αλλά ούτε και πότε,
όχι, δεν ακούστηκαν φωνές, ούτε
λόγος υπήρξε ούτε σιωπή'
κι όμως μ' έκραξε κάτω απ' το δρόμο,
απ' το σύγκλαδο πάνω της νύχτας-
μ' έκραξε εμένα, ξαφνικά
και όλως εξ' απροόπτου,
ανάμεσα σ' άλλους πολλούς,
ανάμεσα από φλόγες σφοδρότατες
'μα μ' έκραξε και μόνον μου
κατά την επιστροφή μου,
εκεί όπου ήταν να πάω
'την είδα που δεν είχε όψη
'πήγα κοντά και μ' ακούμπησε.
Δεν ήξερα τί λένε σ' αυτές τις περιστάσεις,
το στόμα μου ούτε γρυ δεν έβγαλε,
τα μάτια μου μέναν τυφλά,
και κάτι χτύπαγε σφοδρά μέσα στο στήθος μου,
πυρετός ή πλανημένη αιώρηση
'κι έτσι συνήθισα νά 'μαι μόνος
αφ' ότου ανέλυσα εκείνο το έγκαυμα,
κι έπιασα κι έγραψα
τους πρώτους μπερδεμένους μου στίχους,
άτσαλους, άμορφους, ένα τέλειο τίποτα,
η πεντακάθαρη σοφία
ενός που δεν καταλαβαίνει τίποτα
'πλην ξάφνου είδα ν' ανοίγουν
και ν' αποκαλύπτονται οι ουρανοί,
οι πλανήτες,γλώσσες φυτών να κυματίζουν,
το σκότος διάτρητο,το σουρωτήρι,
κι από μέσα του να στραγγίζουνε
βέλη, φωτιές, λουλούδια,
η νύχτα που όλα τα κατέχει και τα κατελεί,
το σύμπαν εν όλω, ακέραιο.
Κι εγώ, ένα όν
ανθρώπινο μικρό,μεθυσμένο
ανθρωπάκι στο κενό
με το μέγα έναστρο διάστημα,
είδωλο ο ίδιος του κενού,
ομοίωμα του μυστικού του κώδικα,
ένιωσα πολλοστημόριο νά 'μαι της αβύσσου,
και κουτρουβαλώντας με όλα τ' αστέρια αντάμα
βρήκα την καρδιά μου εν τω άμα
νά 'ναι κυριολεκτικώς στο έλεος του ανέμου.
Pablo Neruda
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής
Κάποτε με πλησίασε η ποίηση.
Δεν ξέρω, δεν ξέρω,
αγνοώ από πού 'ρθε,
απ' τον χειμώνα αν κατέβηκε
ή τάχα απ' τα ποτάμια.
Δεν ξέρω από πού αλλά ούτε και πότε,
όχι, δεν ακούστηκαν φωνές, ούτε
λόγος υπήρξε ούτε σιωπή'
κι όμως μ' έκραξε κάτω απ' το δρόμο,
απ' το σύγκλαδο πάνω της νύχτας-
μ' έκραξε εμένα, ξαφνικά
και όλως εξ' απροόπτου,
ανάμεσα σ' άλλους πολλούς,
ανάμεσα από φλόγες σφοδρότατες
'μα μ' έκραξε και μόνον μου
κατά την επιστροφή μου,
εκεί όπου ήταν να πάω
'την είδα που δεν είχε όψη
'πήγα κοντά και μ' ακούμπησε.
Δεν ήξερα τί λένε σ' αυτές τις περιστάσεις,
το στόμα μου ούτε γρυ δεν έβγαλε,
τα μάτια μου μέναν τυφλά,
και κάτι χτύπαγε σφοδρά μέσα στο στήθος μου,
πυρετός ή πλανημένη αιώρηση
'κι έτσι συνήθισα νά 'μαι μόνος
αφ' ότου ανέλυσα εκείνο το έγκαυμα,
κι έπιασα κι έγραψα
τους πρώτους μπερδεμένους μου στίχους,
άτσαλους, άμορφους, ένα τέλειο τίποτα,
η πεντακάθαρη σοφία
ενός που δεν καταλαβαίνει τίποτα
'πλην ξάφνου είδα ν' ανοίγουν
και ν' αποκαλύπτονται οι ουρανοί,
οι πλανήτες,γλώσσες φυτών να κυματίζουν,
το σκότος διάτρητο,το σουρωτήρι,
κι από μέσα του να στραγγίζουνε
βέλη, φωτιές, λουλούδια,
η νύχτα που όλα τα κατέχει και τα κατελεί,
το σύμπαν εν όλω, ακέραιο.
Κι εγώ, ένα όν
ανθρώπινο μικρό,μεθυσμένο
ανθρωπάκι στο κενό
με το μέγα έναστρο διάστημα,
είδωλο ο ίδιος του κενού,
ομοίωμα του μυστικού του κώδικα,
ένιωσα πολλοστημόριο νά 'μαι της αβύσσου,
και κουτρουβαλώντας με όλα τ' αστέρια αντάμα
βρήκα την καρδιά μου εν τω άμα
νά 'ναι κυριολεκτικώς στο έλεος του ανέμου.
Pablo Neruda
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής
Κυριακή 26 Απριλίου 2009
osip mandelstam
‘I shall perform a smoky rite:’
I shall perform a smoky rite:
disgraced, I see, in the opal here
a seaside summer’s strawberries –
cornelians split into two halves
agates, antlike, their brothers,
but a pebble from deep waters,
a simple soldier’s dearer to me,
that no one wants – grey, wild.
Note: Opala in Russian is ‘disgrace’.
‘Like a belated gift,’
Like a belated gift,
Winter’s palpable to me:
and I’m in love with
it’s first uncertain sweep.
It’s terror’s beautiful,
like the start of what’s dreadful:
even the ravens fearful
of its leafless circle.
But most intense, fragile –
is its bulging blueness:
half-formed ice, that fills
the river, lulling, sleepless…
‘I’m still alive: I’m still not alone,’
I’m still alive: I’m still not alone,
with a beggar-woman beside me
I take delight in the huge empty zone,
the haze, the blizzards, and the freeze.
In beautiful poverty, luxurious distress,
living alone – consoled, and quietly –
these days, these nights, are blessed,
and innocent labour echoes sweetly.
Unhappy he, whom, like his shade,
barking scares, the wind scythes through,
and poor the one, half-alive, who’s made
to beg for mercy from a shadow.
‘Oh, sluggish, asthmatic spaciousness’
Oh, sluggish, asthmatic spaciousness –
I’m full of it, to the point of rebellion! –
the view’s wide open, catching its breath –
there’s a blindfold needed here for my vision!
I’d rather have put up with layered leaves
of sand along the Kama’s toothed shores,
I’d have clung there to its shy sleeves,
its bends, its precipices, and pores.
A second, an age – I’d have been working
envying outfalls from every rapid there,
listening to the growth of fibrous rings
beneath the surface of the flowing timber.
I shall perform a smoky rite:
disgraced, I see, in the opal here
a seaside summer’s strawberries –
cornelians split into two halves
agates, antlike, their brothers,
but a pebble from deep waters,
a simple soldier’s dearer to me,
that no one wants – grey, wild.
Note: Opala in Russian is ‘disgrace’.
‘Like a belated gift,’
Like a belated gift,
Winter’s palpable to me:
and I’m in love with
it’s first uncertain sweep.
It’s terror’s beautiful,
like the start of what’s dreadful:
even the ravens fearful
of its leafless circle.
But most intense, fragile –
is its bulging blueness:
half-formed ice, that fills
the river, lulling, sleepless…
‘I’m still alive: I’m still not alone,’
I’m still alive: I’m still not alone,
with a beggar-woman beside me
I take delight in the huge empty zone,
the haze, the blizzards, and the freeze.
In beautiful poverty, luxurious distress,
living alone – consoled, and quietly –
these days, these nights, are blessed,
and innocent labour echoes sweetly.
Unhappy he, whom, like his shade,
barking scares, the wind scythes through,
and poor the one, half-alive, who’s made
to beg for mercy from a shadow.
‘Oh, sluggish, asthmatic spaciousness’
Oh, sluggish, asthmatic spaciousness –
I’m full of it, to the point of rebellion! –
the view’s wide open, catching its breath –
there’s a blindfold needed here for my vision!
I’d rather have put up with layered leaves
of sand along the Kama’s toothed shores,
I’d have clung there to its shy sleeves,
its bends, its precipices, and pores.
A second, an age – I’d have been working
envying outfalls from every rapid there,
listening to the growth of fibrous rings
beneath the surface of the flowing timber.
Trumpets
Under the trimmed willows, where brown children
are playing
And leaves tumbling, the trumpets blow. A quaking
of cemeteries.
Banners of scarlet rattle through a sadness of maple
trees,
Riders along rye-fields, empty mills.
Or shepherds sing during the night, and stags step
delicately
Into the circle of their fire, the grove’s sorrow
immensely old,
Dancing, they loom up from one black wall;
Banners of scarlet, laughter, insanity, trumpets.
Under the trimmed willows, where brown children
are playing
And leaves tumbling, the trumpets blow. A quaking
of cemeteries.
Banners of scarlet rattle through a sadness of maple
trees,
Riders along rye-fields, empty mills.
Or shepherds sing during the night, and stags step
delicately
Into the circle of their fire, the grove’s sorrow
immensely old,
Dancing, they loom up from one black wall;
Banners of scarlet, laughter, insanity, trumpets.
Summer
At evening the complaint of the cuckoo
Grows still in the wood.
The grain bends its head deeper,
The red poppy.
Darkening thunder drives
Over the hill.
The old song of the cricket
Dies in the field.
The leaves of the chestnut tree
Stir no more.
Your clothes rustle
On the winding stair.
The candle gleams silently
In the dark room;
A silver hand
Puts the light out;
Windless, starless night.
At evening the complaint of the cuckoo
Grows still in the wood.
The grain bends its head deeper,
The red poppy.
Darkening thunder drives
Over the hill.
The old song of the cricket
Dies in the field.
The leaves of the chestnut tree
Stir no more.
Your clothes rustle
On the winding stair.
The candle gleams silently
In the dark room;
A silver hand
Puts the light out;
Windless, starless night.
Σάββατο 25 Απριλίου 2009
MUSEE DES BEAUX ARTS.....W.H.AUDEN
W.H. AUDEN
MUSÉE DES BEAUX ARTS
About suffering they were never wrong,
The Old Masters; how well, they understood
Its human position; how it takes place
While someone else is eating or opening a window or just walking dully along;
How, when the aged are reverently, passionately waiting
For the miraculous birth, there always must be
Children who did not specially want it to happen, skating
On a pond at the edge of the wood:
They never forgot
That even the dreadful martyrdom must run its course
Anyhow in a corner, some untidy spot
Where the dogs go on with their doggy life and the torturer's horse
Scratches its innocent behind on a tree.
In Breughel's Icarus, for instance: how everything turns away
Quite leisurely from the disaster; the ploughman may
Have heard the splash, the forsaken cry,
But for him it was not an important failure; the sun shone
As it had to on the white legs disappearing into the green
Water; and the expensive delicate ship that must have seen
Something amazing, a boy falling out of the sky,
had somewhere to get to and sailed calmly on.
MUSÉE DES BEAUX ARTS
About suffering they were never wrong,
The Old Masters; how well, they understood
Its human position; how it takes place
While someone else is eating or opening a window or just walking dully along;
How, when the aged are reverently, passionately waiting
For the miraculous birth, there always must be
Children who did not specially want it to happen, skating
On a pond at the edge of the wood:
They never forgot
That even the dreadful martyrdom must run its course
Anyhow in a corner, some untidy spot
Where the dogs go on with their doggy life and the torturer's horse
Scratches its innocent behind on a tree.
In Breughel's Icarus, for instance: how everything turns away
Quite leisurely from the disaster; the ploughman may
Have heard the splash, the forsaken cry,
But for him it was not an important failure; the sun shone
As it had to on the white legs disappearing into the green
Water; and the expensive delicate ship that must have seen
Something amazing, a boy falling out of the sky,
had somewhere to get to and sailed calmly on.
BETWEEN GOING AND STAYING......OCTAVIO PAZ
Octavio Paz
Between Going and Staying
Between going and staying the day wavers, in love with its own transparency.
The circular afternoon is now a bay where the world in stillness rocks.
All is visible and all elusive, all is near and can't be touched.
Paper, book, pencil, glass, rest in the shade of their names.
Time throbbing in my temples repeats the same unchanging syllable of blood.
The light turns the indifferent wall into a ghostly theater of reflections.
I find myself in the middle of an eye, watching myself in its blank stare.
The moment scatters.
Motionless, I stay and go: I am a pause.
Between Going and Staying
Between going and staying the day wavers, in love with its own transparency.
The circular afternoon is now a bay where the world in stillness rocks.
All is visible and all elusive, all is near and can't be touched.
Paper, book, pencil, glass, rest in the shade of their names.
Time throbbing in my temples repeats the same unchanging syllable of blood.
The light turns the indifferent wall into a ghostly theater of reflections.
I find myself in the middle of an eye, watching myself in its blank stare.
The moment scatters.
Motionless, I stay and go: I am a pause.
Ετικέτες
BETWEEN GOING AND STAYING..
ΔΕΚΑ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΑΥΓΕΣ.....ΙΒΑΝ ΓΚΟΛΛ...
Δέκα χιλιάδες αυγές.
(Απόσπασμα).
Είσαι άπιαστη
Σαν ένα ρυάκι
Στις τούφες του δυόσμου!
Τ' αστέρια ανάβουν όταν με κοιτάς.
Μου ανήκεις
Όπως το μάτι ανήκει στο πρόσωπο
Αλλά μου ξεφεύγεις, φεύγεις
Σαν ήχος του μαντολίνου μου
άπιαστη
Ώ, έρωτά μου, ώ ζωή μου.
Ιβαν Γκολλ
(Απόσπασμα).
Είσαι άπιαστη
Σαν ένα ρυάκι
Στις τούφες του δυόσμου!
Τ' αστέρια ανάβουν όταν με κοιτάς.
Μου ανήκεις
Όπως το μάτι ανήκει στο πρόσωπο
Αλλά μου ξεφεύγεις, φεύγεις
Σαν ήχος του μαντολίνου μου
άπιαστη
Ώ, έρωτά μου, ώ ζωή μου.
Ιβαν Γκολλ
Παρασκευή 24 Απριλίου 2009
ERICH FRIED
ABER
Zuerst habe ich mich verliebt
in den Glanz deiner Augen
in dein Lachen
in deine Lebensfreude
Jetzt liebe ich auch dein Weinen
und deine Lebensangst
und die Hilflosigkeit
in deinen Augen
Aber gegen die Angst
will ich dir helfen
denn meine Lebensfreude
ist noch immer der Glanz deiner Augen
ΟΜΩΣ
Στην αρχή αγάπησα τον εαυτό μου
στη λάμψη των ματιών σου
στο γέλιο σου
στη χαρά σου για τη ζωή
Τώρα αγαπώ επίσης το κλάμα σου
και το φόβο σου για τη ζωή
και την ανυπαρξία βοήθειας
στα μάτια σου
Αλλά εναντίον του φόβου
θέλω να σε βοηθώ
μια που η χαρά της ζωής μου
είναι πάντα η λάμψη των ματιών σου
ABER
Zuerst habe ich mich verliebt
in den Glanz deiner Augen
in dein Lachen
in deine Lebensfreude
Jetzt liebe ich auch dein Weinen
und deine Lebensangst
und die Hilflosigkeit
in deinen Augen
Aber gegen die Angst
will ich dir helfen
denn meine Lebensfreude
ist noch immer der Glanz deiner Augen
ΟΜΩΣ
Στην αρχή αγάπησα τον εαυτό μου
στη λάμψη των ματιών σου
στο γέλιο σου
στη χαρά σου για τη ζωή
Τώρα αγαπώ επίσης το κλάμα σου
και το φόβο σου για τη ζωή
και την ανυπαρξία βοήθειας
στα μάτια σου
Αλλά εναντίον του φόβου
θέλω να σε βοηθώ
μια που η χαρά της ζωής μου
είναι πάντα η λάμψη των ματιών σου
Πέμπτη 23 Απριλίου 2009
Ο ΑΥΤΟΧΕΙΡΑΣ..ΧΟΡΧΕ ΛΟΥΙΣ ΜΠΟΡΧΕΣ..
ΧΟΡΧΕ ΛΟΥΙΣ ΜΠΟΡΧΕΣ
1899-1986
Ο ΑΥΤΟΧΕΙΡΑΣ
Δε θα μείνει στη νύχτα ούτ’ ένα αστέρι.
Δε θα μείνει η νύχτα.
Θα πεθάνω και μαζί μου όλο τ’ ανυπόφορο σύμπαν.
Θα σβήσω τις πυραμίδες, τα μετάλλια, τις ηπείρους και τα πρόσωπα.
Θα σβήσω το θησαύρισμα του παρελθόντος.
Θα κάνω σκόνη την ιστορία, σκόνη τη σκόνη.
Κοιτάζω τώρα το στερνό ηλιοβασίλεμα.
Ακούω το στερνό πουλί.
Κληροδοτώ το τίποτα σε κανέναν.
1899-1986
Ο ΑΥΤΟΧΕΙΡΑΣ
Δε θα μείνει στη νύχτα ούτ’ ένα αστέρι.
Δε θα μείνει η νύχτα.
Θα πεθάνω και μαζί μου όλο τ’ ανυπόφορο σύμπαν.
Θα σβήσω τις πυραμίδες, τα μετάλλια, τις ηπείρους και τα πρόσωπα.
Θα σβήσω το θησαύρισμα του παρελθόντος.
Θα κάνω σκόνη την ιστορία, σκόνη τη σκόνη.
Κοιτάζω τώρα το στερνό ηλιοβασίλεμα.
Ακούω το στερνό πουλί.
Κληροδοτώ το τίποτα σε κανέναν.
ΑΣΜΑ ΠΕΜΠΤΟ..
Τζιουζέππε Ουνγκαρέττι (1888-1970)
Ασμα πέμπτο
Τα μάτια σφάλισες
Και γεννιέται η νύχτα όλο κούφια βαθουλώματα,
ήχους νεκρούς, θα 'λεγες θόρυβος φελλού
από δίχτυα σε βυθό απλωμένα.
Τα δυο σου χέρια μια πνοή
από απαραβίαστα μάκρη
κι ως οι ιδέες άπαρτα.
Κι η σελήνη η διπλοσήμαντη
και το γλυκύτατο ταλάντεμα
μόλις που κάνεις ν' απιθώσεις
τα χέρια σου στα μάτια μου,
ευθύς αγγίζουν την ψυχή.
Στη γυναίκα μοιάζεις που διαβαίνοντας όμοια φύλλο αφήνει
πάνω στα δέντρα μια χινοπωρινή πυρά.
Ασμα πέμπτο
Τα μάτια σφάλισες
Και γεννιέται η νύχτα όλο κούφια βαθουλώματα,
ήχους νεκρούς, θα 'λεγες θόρυβος φελλού
από δίχτυα σε βυθό απλωμένα.
Τα δυο σου χέρια μια πνοή
από απαραβίαστα μάκρη
κι ως οι ιδέες άπαρτα.
Κι η σελήνη η διπλοσήμαντη
και το γλυκύτατο ταλάντεμα
μόλις που κάνεις ν' απιθώσεις
τα χέρια σου στα μάτια μου,
ευθύς αγγίζουν την ψυχή.
Στη γυναίκα μοιάζεις που διαβαίνοντας όμοια φύλλο αφήνει
πάνω στα δέντρα μια χινοπωρινή πυρά.
Τετάρτη 22 Απριλίου 2009
ΛΑΚΩΝΙΚΟΝ..
Οδυσσέας Ελύτης,
Λακωνικόν
Ο καημός του θανάτου τόσο με πυρπόλησε, που η λάμψη μου επέστρεψε στον ήλιο.
Κείνος με πέμπει τώρα μέσα στην τέλεια σύνταξη της πέτρας και του αιθέρος,
Λοιπόν, αυτός που γύρευα, είμαι.
Ω λινό καλοκαίρι, συνετό φθινόπωρο,
Χειμώνα ελάχιστε,
Η ζωή καταβάλλει τον οβολό του φύλλου της ελιάς
Και στη νύχτα μέσα των αφρόνων μ' ένα μικρό τριζόνι κατακυρώνει πάλι το νόμιμο του Ανέλπιστου.
Από τη συλλογή Έξη και μία τύψεις για τον ουρανό (1960)
Λακωνικόν
Ο καημός του θανάτου τόσο με πυρπόλησε, που η λάμψη μου επέστρεψε στον ήλιο.
Κείνος με πέμπει τώρα μέσα στην τέλεια σύνταξη της πέτρας και του αιθέρος,
Λοιπόν, αυτός που γύρευα, είμαι.
Ω λινό καλοκαίρι, συνετό φθινόπωρο,
Χειμώνα ελάχιστε,
Η ζωή καταβάλλει τον οβολό του φύλλου της ελιάς
Και στη νύχτα μέσα των αφρόνων μ' ένα μικρό τριζόνι κατακυρώνει πάλι το νόμιμο του Ανέλπιστου.
Από τη συλλογή Έξη και μία τύψεις για τον ουρανό (1960)
Η ΓΗ ΕΙΝΑΙ ΜΠΛΕ...ΠΩΛ ΕΛΥΑΡ
Η ΓΗ ΕΙΝΑΙ ΜΠΛΕ..
Η γη είναι μπλε σαν πορτοκάλι
Δεν είναι λάθος δεν ψεύδονται οι λέξεις
Δεν σας αφήνουν τραγούδια άλλα να πείτε
Γύρω-γύρω από φιλιά κι άλλα φιλιά
Οι σαλεμένοι ακούγονται και οι σαλοί εραστές
Κι εκείνη εκεί με το στόμα της σα βέρα του γάμου
Μ’ όλα τα μυστικά και τα χαμόγελα φτιαγμένη
Και με ένδυμα λαμπρό για να της αφεθούν οι αμαρτίες
Που δεν πιστεύεις ότι ναι όντως γυμνή είναι.
Καταπράσινες ανθίζουνε οι σφήκες
Φαγωμένη η αυγή στο κολλάρο
Μ’ έναν κολιέ από πορτοπαράθυρα
Φτερούγες ανοιχτές σκεπάζουν τα φύλλα
Έχεις ακέριαν του ήλιου τη χαρά
Και τον ήλιον όλο στης γης τη φλούδα απάνω
Και στις ατραπούς τις μακριές της ομορφιάς σου.
Paul Eluard
Απόδοση στα ελληνικά: Γιώργος Κεντρωτής
Η γη είναι μπλε σαν πορτοκάλι
Δεν είναι λάθος δεν ψεύδονται οι λέξεις
Δεν σας αφήνουν τραγούδια άλλα να πείτε
Γύρω-γύρω από φιλιά κι άλλα φιλιά
Οι σαλεμένοι ακούγονται και οι σαλοί εραστές
Κι εκείνη εκεί με το στόμα της σα βέρα του γάμου
Μ’ όλα τα μυστικά και τα χαμόγελα φτιαγμένη
Και με ένδυμα λαμπρό για να της αφεθούν οι αμαρτίες
Που δεν πιστεύεις ότι ναι όντως γυμνή είναι.
Καταπράσινες ανθίζουνε οι σφήκες
Φαγωμένη η αυγή στο κολλάρο
Μ’ έναν κολιέ από πορτοπαράθυρα
Φτερούγες ανοιχτές σκεπάζουν τα φύλλα
Έχεις ακέριαν του ήλιου τη χαρά
Και τον ήλιον όλο στης γης τη φλούδα απάνω
Και στις ατραπούς τις μακριές της ομορφιάς σου.
Paul Eluard
Απόδοση στα ελληνικά: Γιώργος Κεντρωτής
Τρίτη 21 Απριλίου 2009
ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ..ΠΑΟΥΛ ΤΣΕΛΑΝ
ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ
Μαύρο γάλα της αυγής το πίνουμε βράδυ,
το πίνουμε μεσημέρι και πρωί το πίνουμε νύχτα
πίνουμε και πίνουμε σκάβουμε ένα τάφο στους αιθέρες,
εκεί δεν είναι στενάχωρα.
Ένας άνδρας κατοικεί στο σπίτι, παίζει με φίδια γράφει
γράφει όταν σκοτεινιάζει η Γερμανία
το χρυσό σου μαλλί Μαργαρίτα
το γράφει και βγαίνει από το σπίτι και αστράφτουν τα άστρα
και σφυρίζει ένα γύρο τα λυκόσκυλά του.
Σφυρίζει να έρθουν οι Εβραίοι του και βάζει να σκάψουν ένα τάφο στη γη
Μας διατάζει να παίξουμε τώρα όργανα για χορό
Μαύρο γάλα της αυγής σε πίνουμε νύχτα
σε πίνουμε πρωί και μεσημέρι σε πίνουμε βράδυ πίνουμε και πίνουμε
Ένας άνδρας κατοικεί στο σπίτι, παίζει με φίδια γράφει
γράφει όταν σκοτεινιάζει η Γερμανία
το χρυσό σου μαλλί Μαργαρίτα
Το σταχτένιο σου μαλλί Σουλαμίτις
σκάβουμε ένα τάφο στους αιθέρες
εκεί δεν είναι στενάχωρα
Φωνάζει σκάψτε πιο βαθιά στην γήινη σφαίρα
εσείς οι άλλοι τραγουδάτε και παίζετε
πιάνει το σίδερο στην ζώνη και το κραδαίνει
τα μάτια του είναι γαλανά
σκάψτε πιο βαθιά με τα φτυάρια
εσείς οι άλλοι παίξτε συνέχεια για χορό
Μαύρο γάλα της αυγής σε πίνουμε νύχτα
σε πίνουμε μεσημέρι και πρωί σε πίνουμε
βράδυ πίνουμε και πίνουμε
ένας άνδρας κατοικεί στο σπίτι
το χρυσό σου μαλλί Μαργαρίτα
Το σταχτένιο μαλλί σου Σουλαμίτις
παίζει με φίδια
Φωνάζει
παίξτε γλυκύτερα το θάνατο
ο θάνατος είναι ένας Μάστορας από τη Γερμανία
Φωνάζει
παίξτε πιο σκοτεινά τα βιολιά
τότε ανεβαίνετε σαν καπνός στον αέρα
Τότε έχετε ένα τάφο στα σύννεφα εκεί δεν είναι στενάχωρα
Μαύρο γάλα της αυγής σε πίνουμε νύχτα σε πίνουμε το μεσημέρι
ο θάνατος είναι ένας Μάστορας από την Γερμανία
σε πίνουμε βράδυ και πρωί πίνουμε πίνουμε ο θάνατος
είναι ένας Μάστορας από την Γερμανία
το μάτι του είναι γαλανό σε πετυχαίνει
με μολυβένια σφαίρα σε πετυχαίνει με ακρίβεια ένας άνδρας
κατοικεί στο σπίτι
το χρυσό σου μαλλί Μαργαρίτα
αμολάει τα σκυλιά επάνω μας και μας χαρίζει τάφο στον αιθέρα
παίζει με φίδια και ονειρεύεται
ο θάνατος είναι ένας Μάστορας από την Γερμανία
το χρυσό σου μαλλί Μαργαρίτα
το σταχτένιο σου μαλλί Σουλαμίτις.
Μαύρο γάλα της αυγής το πίνουμε βράδυ,
το πίνουμε μεσημέρι και πρωί το πίνουμε νύχτα
πίνουμε και πίνουμε σκάβουμε ένα τάφο στους αιθέρες,
εκεί δεν είναι στενάχωρα.
Ένας άνδρας κατοικεί στο σπίτι, παίζει με φίδια γράφει
γράφει όταν σκοτεινιάζει η Γερμανία
το χρυσό σου μαλλί Μαργαρίτα
το γράφει και βγαίνει από το σπίτι και αστράφτουν τα άστρα
και σφυρίζει ένα γύρο τα λυκόσκυλά του.
Σφυρίζει να έρθουν οι Εβραίοι του και βάζει να σκάψουν ένα τάφο στη γη
Μας διατάζει να παίξουμε τώρα όργανα για χορό
Μαύρο γάλα της αυγής σε πίνουμε νύχτα
σε πίνουμε πρωί και μεσημέρι σε πίνουμε βράδυ πίνουμε και πίνουμε
Ένας άνδρας κατοικεί στο σπίτι, παίζει με φίδια γράφει
γράφει όταν σκοτεινιάζει η Γερμανία
το χρυσό σου μαλλί Μαργαρίτα
Το σταχτένιο σου μαλλί Σουλαμίτις
σκάβουμε ένα τάφο στους αιθέρες
εκεί δεν είναι στενάχωρα
Φωνάζει σκάψτε πιο βαθιά στην γήινη σφαίρα
εσείς οι άλλοι τραγουδάτε και παίζετε
πιάνει το σίδερο στην ζώνη και το κραδαίνει
τα μάτια του είναι γαλανά
σκάψτε πιο βαθιά με τα φτυάρια
εσείς οι άλλοι παίξτε συνέχεια για χορό
Μαύρο γάλα της αυγής σε πίνουμε νύχτα
σε πίνουμε μεσημέρι και πρωί σε πίνουμε
βράδυ πίνουμε και πίνουμε
ένας άνδρας κατοικεί στο σπίτι
το χρυσό σου μαλλί Μαργαρίτα
Το σταχτένιο μαλλί σου Σουλαμίτις
παίζει με φίδια
Φωνάζει
παίξτε γλυκύτερα το θάνατο
ο θάνατος είναι ένας Μάστορας από τη Γερμανία
Φωνάζει
παίξτε πιο σκοτεινά τα βιολιά
τότε ανεβαίνετε σαν καπνός στον αέρα
Τότε έχετε ένα τάφο στα σύννεφα εκεί δεν είναι στενάχωρα
Μαύρο γάλα της αυγής σε πίνουμε νύχτα σε πίνουμε το μεσημέρι
ο θάνατος είναι ένας Μάστορας από την Γερμανία
σε πίνουμε βράδυ και πρωί πίνουμε πίνουμε ο θάνατος
είναι ένας Μάστορας από την Γερμανία
το μάτι του είναι γαλανό σε πετυχαίνει
με μολυβένια σφαίρα σε πετυχαίνει με ακρίβεια ένας άνδρας
κατοικεί στο σπίτι
το χρυσό σου μαλλί Μαργαρίτα
αμολάει τα σκυλιά επάνω μας και μας χαρίζει τάφο στον αιθέρα
παίζει με φίδια και ονειρεύεται
ο θάνατος είναι ένας Μάστορας από την Γερμανία
το χρυσό σου μαλλί Μαργαρίτα
το σταχτένιο σου μαλλί Σουλαμίτις.
ΜΟΝΑΞΙΑ...ΠΑΜΠΛΟ ΝΕΡΟΥΝΤΑ
ΜΟΝΑΞΙΑ-
ΑΥΤΌ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΓΙΝΕ ΣΤΑΘΗΚΕ ΤΟΣΟ ΞΑΦΝΙΚΟ
ΠΟΥ ΜΕ ΚΑΘΗΛΩΣΕ ΕΔΏ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ,
ΔΙΧΩΣ ΝΑ ΞΕΡΩ ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΜΑΘΟΥΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΜΟΥ,
ΣΑΝ ΝΑΜΟΥΝ ΚΡΥΜΕΝΟΣ ΚΑΤΩ ΑΠΌ ΠΟΛΥΘΡΟΝΑ Η ΧΑΜΕΝΟΣ
ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΝΥΧΤΑ:
ΤΕΤΟΙΟ ΥΠΗΡΞΕ ΑΥΤΌ ΠΟΥ ΔΕΝ ΥΠΗΡΞΕ ΚΙ ΕΤΣΙ
ΜΕ ΚΑΘΗΛΩΣΕ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ.
ΡΩΤΗΣΑ ΑΡΓΟΤΕΡΑ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ,
ΤΙΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ,ΤΟΥΣ ΑΝΤΡΕΣ, ΤΙ ΕΚΑΝΑΝ ΜΕ ΤΟΣΗ ΒΕΒΑΙΟΤΗΤΑ
ΚΑΙ ΠΩΣ ΕΒΛΕΠΑΝ ΤΗ ΖΩΗ:
ΑΚΟΜΑ ΠΕΡΙΜΕΝΩ ΤΗΝ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥΣ,
ΣΥΝΕΧΙΣΑΝ ΝΑ ΖΟΥΝ,ΝΑ ΧΟΡΕΥΟΥΝ. ΕΊΝΑΙ
ΑYTO ΠΟΥ ΔΕΝ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ Σ'ENAN
ΠΟΥ ΚΑΘΟΡΙΖΕΙ ΤΗ ΣΙΩΠΗ,
ΔΕΝ ΘΕΛΩ ΝΑ ΣΥΝΕΧΙΣΩ ΝΑ ΜΙΛΩ ΓΙΑΤΙ ΕΜΕΙΝΑ
ΕΔΏ ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ:
Σ'ΑΥΤΉ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΧΗ,ΕΚΕΙΝΗ ΤΗΝ ΜΕΡΑ, ΔΕΝ ΞΕΡΩ
ΤΙ ΜΟΥ ΣΥΝΕΒΗ ΜΑ ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ Ο ΙΔΙΟΣ.
Πάμπλο Νερούντα
ΑΥΤΌ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΓΙΝΕ ΣΤΑΘΗΚΕ ΤΟΣΟ ΞΑΦΝΙΚΟ
ΠΟΥ ΜΕ ΚΑΘΗΛΩΣΕ ΕΔΏ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ,
ΔΙΧΩΣ ΝΑ ΞΕΡΩ ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΜΑΘΟΥΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΜΟΥ,
ΣΑΝ ΝΑΜΟΥΝ ΚΡΥΜΕΝΟΣ ΚΑΤΩ ΑΠΌ ΠΟΛΥΘΡΟΝΑ Η ΧΑΜΕΝΟΣ
ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΝΥΧΤΑ:
ΤΕΤΟΙΟ ΥΠΗΡΞΕ ΑΥΤΌ ΠΟΥ ΔΕΝ ΥΠΗΡΞΕ ΚΙ ΕΤΣΙ
ΜΕ ΚΑΘΗΛΩΣΕ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ.
ΡΩΤΗΣΑ ΑΡΓΟΤΕΡΑ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ,
ΤΙΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ,ΤΟΥΣ ΑΝΤΡΕΣ, ΤΙ ΕΚΑΝΑΝ ΜΕ ΤΟΣΗ ΒΕΒΑΙΟΤΗΤΑ
ΚΑΙ ΠΩΣ ΕΒΛΕΠΑΝ ΤΗ ΖΩΗ:
ΑΚΟΜΑ ΠΕΡΙΜΕΝΩ ΤΗΝ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥΣ,
ΣΥΝΕΧΙΣΑΝ ΝΑ ΖΟΥΝ,ΝΑ ΧΟΡΕΥΟΥΝ. ΕΊΝΑΙ
ΑYTO ΠΟΥ ΔΕΝ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ Σ'ENAN
ΠΟΥ ΚΑΘΟΡΙΖΕΙ ΤΗ ΣΙΩΠΗ,
ΔΕΝ ΘΕΛΩ ΝΑ ΣΥΝΕΧΙΣΩ ΝΑ ΜΙΛΩ ΓΙΑΤΙ ΕΜΕΙΝΑ
ΕΔΏ ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ:
Σ'ΑΥΤΉ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΧΗ,ΕΚΕΙΝΗ ΤΗΝ ΜΕΡΑ, ΔΕΝ ΞΕΡΩ
ΤΙ ΜΟΥ ΣΥΝΕΒΗ ΜΑ ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ Ο ΙΔΙΟΣ.
Πάμπλο Νερούντα
Σάββατο 18 Απριλίου 2009
Φ ΝΙΤΣΕ
Η ευτυχία μου
Από τότε που κουράστηκα να γυρεύω- έμαθα να βρίσκω.
Από τότε που κάποιος άνεμος μου εναντιώθηκε -
ταξιδεύω μ' όλους τους ανέμους.
Φ. Ντίτσε
Από τότε που κουράστηκα να γυρεύω- έμαθα να βρίσκω.
Από τότε που κάποιος άνεμος μου εναντιώθηκε -
ταξιδεύω μ' όλους τους ανέμους.
Φ. Ντίτσε
ΧΟΡΧΕ ΛΟΥΙΣ ΜΠΟΡΧΕΣ
Ο καθρέφτης
Από παιδί φοβόμουν πως ο καθρέφτης
θα μου ‘δειχνε άλλο πρόσωπο ή μιά τυφλή
απρόσωπη προσωπίδα
που θα’κρυβε κάτι ασφαλώς φοβερό .
Φοβόμουνα επίσης πως ο σιωπηλός χρόνος του καθρέφτη
θα ξέφευγε από τη συνιθισμένη ροή του , τις ώρες
του ανθρώπου ,
και θα εγκαθιστούσε στα ακαθόριστα φανταστικά όρια του όντα ,
μορφές και χρώματα καινούργια .
(Δεν το’πα σε κανέναν , ντρέπονται τα παιδιά .)
Τώρα φοβάμαι ότι ο καθρέφτης περικλείνει το αληθινό πρόσωπο της ψυχής μου ,
χτυπημένο από ίσκιους και λάθη , και που το βλέπει ο Θεός ,
ίσως κι’όλος ο κόσμος .
μετάφραση Δημήτρη Καλοκύρη
Από παιδί φοβόμουν πως ο καθρέφτης
θα μου ‘δειχνε άλλο πρόσωπο ή μιά τυφλή
απρόσωπη προσωπίδα
που θα’κρυβε κάτι ασφαλώς φοβερό .
Φοβόμουνα επίσης πως ο σιωπηλός χρόνος του καθρέφτη
θα ξέφευγε από τη συνιθισμένη ροή του , τις ώρες
του ανθρώπου ,
και θα εγκαθιστούσε στα ακαθόριστα φανταστικά όρια του όντα ,
μορφές και χρώματα καινούργια .
(Δεν το’πα σε κανέναν , ντρέπονται τα παιδιά .)
Τώρα φοβάμαι ότι ο καθρέφτης περικλείνει το αληθινό πρόσωπο της ψυχής μου ,
χτυπημένο από ίσκιους και λάθη , και που το βλέπει ο Θεός ,
ίσως κι’όλος ο κόσμος .
μετάφραση Δημήτρη Καλοκύρη
Πέμπτη 16 Απριλίου 2009
ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ
Στ' Όσιου Λουκά το μοναστήρι, απ' όσες
γυναίκες του Στειριού συμμαζευτήκαν
τον Eπιτάφιο να στολίσουν, κι όσες
μοιρολογήτρες ώσμε του Mεγάλου
Σαββάτου το ξημέρωμα αγρυπνήσαν,
ποια να στοχάστη - έτσι γλυκά θρηνούσαν!
-πως, κάτου απ' τους ανθούς, τ' ολόαχνο σμάλτο
του πεθαμένου του Άδωνη ήταν σάρκα
που πόνεσε βαθιά;
Γιατί κι ο πόνος
στα ρόδα μέσα, κι ο Eπιτάφιος Θρήνος,
κ' οι αναπνοές της άνοιξης που μπαίναν
απ' του ναού τη θύρα, αναφτερώναν
το νου τους στης Aνάστασης το θάμα,
και του Xριστού οι πληγές σαν ανεμώνες
τους φάνταζαν στα χέρια και στα πόδια,
τι πολλά τον σκεπάζανε λουλούδια
που έτσι τρανά, έτσι βαθιά ευωδούσαν!
Aλλά το βράδυ το ίδιο του Σαββάτου,
την ώρα π' απ' την Άγια Πύλη το ένα
κερί επροσάναψε όλα τ' άλλα ως κάτου,
κι απ' τ' Άγιο Bήμα σάμπως κύμα απλώθη
το φως ώσμε την ξώπορτα, όλοι κι όλες
ανατριχιάξαν π' άκουσαν στη μέση
απ' τα "Xριστός Aνέστη" μιαν αιφνίδια
φωνή να σκούξει: "Γιώργαινα, ο Bαγγέλης!
"Kαι να· ο λεβέντης του χωριού, ο Bαγγέλης,
των κοριτσιών το λάμπασμα, ο Bαγγέλης,
που τον λογιάζαν όλοι για χαμένο
στον πόλεμο· και στέκονταν ολόρτος
στης εκκλησιάς τη θύρα, με ποδάρι
ξύλινο, και δε διάβαινε τη θύρα
της εκκλησιάς, τι τον κοιτάζαν όλοι
με τα κεριά στο χέρι, τον κοιτάζαν,
το χορευτή που τράνταζε τ' αλώνι
του Στειριού, μια στην όψη, μια στο πόδι,
που ως να το κάρφωσε ήταν στο κατώφλι
της θύρας, και δεν έμπαινε πιο μέσα!
Kαι τότε - μάρτυράς μου νά 'ναι ο στίχος,
ο απλός κι αληθινός ετούτος στίχος
-απ' το στασίδι πού 'μουνα στημένος
ξαντίκρισα τη μάνα, απ' το κεφάλι
πετώντας το μαντίλι, να χιμήξει
σκυφτή και ν' αγκαλιάσει το ποδάρι,
το ξύλινο ποδάρι του στρατιώτη,
- έτσι όπως το είδα ο στίχος μου το γράφει,
ο απλός κι αληθινός ετούτος στίχος -,
και να σύρει απ' τα βάθη της καρδιάς της
ένα σκούξιμο: "Mάτια μου… Bαγγέλη!"Kι ακόμα,
- μάρτυράς μου νά 'ναι ο στίχος,
ο απλός κι αληθινός ετούτος στίχος -,
ξοπίσωθέ της, όσες μαζευτήκαν
από το βράδυ της Mεγάλης Πέφτης,
νανουριστά, θαμπά για να θρηνήσουν
τον πεθαμένον Άδωνη, κρυμμένο
μες στα λουλούδια, τώρα να ξεσπάσουν
μαζί την αξεθύμαστη του τρόμου
κραυγή που, ως στο στασίδι μου κρατιόμουν,
ένας πέπλος μου σκέπασε τα μάτια!…
(από τον Λυρικό Bίο, E΄, Ίκαρος 1968)
γυναίκες του Στειριού συμμαζευτήκαν
τον Eπιτάφιο να στολίσουν, κι όσες
μοιρολογήτρες ώσμε του Mεγάλου
Σαββάτου το ξημέρωμα αγρυπνήσαν,
ποια να στοχάστη - έτσι γλυκά θρηνούσαν!
-πως, κάτου απ' τους ανθούς, τ' ολόαχνο σμάλτο
του πεθαμένου του Άδωνη ήταν σάρκα
που πόνεσε βαθιά;
Γιατί κι ο πόνος
στα ρόδα μέσα, κι ο Eπιτάφιος Θρήνος,
κ' οι αναπνοές της άνοιξης που μπαίναν
απ' του ναού τη θύρα, αναφτερώναν
το νου τους στης Aνάστασης το θάμα,
και του Xριστού οι πληγές σαν ανεμώνες
τους φάνταζαν στα χέρια και στα πόδια,
τι πολλά τον σκεπάζανε λουλούδια
που έτσι τρανά, έτσι βαθιά ευωδούσαν!
Aλλά το βράδυ το ίδιο του Σαββάτου,
την ώρα π' απ' την Άγια Πύλη το ένα
κερί επροσάναψε όλα τ' άλλα ως κάτου,
κι απ' τ' Άγιο Bήμα σάμπως κύμα απλώθη
το φως ώσμε την ξώπορτα, όλοι κι όλες
ανατριχιάξαν π' άκουσαν στη μέση
απ' τα "Xριστός Aνέστη" μιαν αιφνίδια
φωνή να σκούξει: "Γιώργαινα, ο Bαγγέλης!
"Kαι να· ο λεβέντης του χωριού, ο Bαγγέλης,
των κοριτσιών το λάμπασμα, ο Bαγγέλης,
που τον λογιάζαν όλοι για χαμένο
στον πόλεμο· και στέκονταν ολόρτος
στης εκκλησιάς τη θύρα, με ποδάρι
ξύλινο, και δε διάβαινε τη θύρα
της εκκλησιάς, τι τον κοιτάζαν όλοι
με τα κεριά στο χέρι, τον κοιτάζαν,
το χορευτή που τράνταζε τ' αλώνι
του Στειριού, μια στην όψη, μια στο πόδι,
που ως να το κάρφωσε ήταν στο κατώφλι
της θύρας, και δεν έμπαινε πιο μέσα!
Kαι τότε - μάρτυράς μου νά 'ναι ο στίχος,
ο απλός κι αληθινός ετούτος στίχος
-απ' το στασίδι πού 'μουνα στημένος
ξαντίκρισα τη μάνα, απ' το κεφάλι
πετώντας το μαντίλι, να χιμήξει
σκυφτή και ν' αγκαλιάσει το ποδάρι,
το ξύλινο ποδάρι του στρατιώτη,
- έτσι όπως το είδα ο στίχος μου το γράφει,
ο απλός κι αληθινός ετούτος στίχος -,
και να σύρει απ' τα βάθη της καρδιάς της
ένα σκούξιμο: "Mάτια μου… Bαγγέλη!"Kι ακόμα,
- μάρτυράς μου νά 'ναι ο στίχος,
ο απλός κι αληθινός ετούτος στίχος -,
ξοπίσωθέ της, όσες μαζευτήκαν
από το βράδυ της Mεγάλης Πέφτης,
νανουριστά, θαμπά για να θρηνήσουν
τον πεθαμένον Άδωνη, κρυμμένο
μες στα λουλούδια, τώρα να ξεσπάσουν
μαζί την αξεθύμαστη του τρόμου
κραυγή που, ως στο στασίδι μου κρατιόμουν,
ένας πέπλος μου σκέπασε τα μάτια!…
(από τον Λυρικό Bίο, E΄, Ίκαρος 1968)
Ετικέτες
ΣΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΛΟΥΚΑ ΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ..
ROBERTO JUARROZ
ROBERTO JUARROZ
ΒΡΕΧΕΙ ΠΑΝΩ ΣΤΟΝ ΛΟΓΙΣΜΟ
Βρέχει πάνω στον λογισμό.
Και ο λογισμός βρέχει πάνω στον κόσμο
σαν ό,τι απόμεινε από ’να δίχτυ δεκατισμένο
που οι πόντοι του δεν γίνεται πια να μαζευτούνε.
Βρέχει μέσα στον λογισμό.
Και ο λογισμός ξεχύνεται και βρέχει μέσα στον κόσμο
ξεχειλίζοντας μετά το κέντρο και όλα τα δοχεία
ακόμα και όσα είναι σφραγισμένα και φυλάσσονται καλά.
Βρέχει κάτω από το λογισμό.
Και ο λογισμός βρέχει κάτω από τον κόσμο
τα ερείσματα διαλύοντας των πραγμάτων
για να ιδρύσει εκ νέου τον οίκο του ανθρώπου και του βίου.
Βρέχει χωρίς το λογισμό.
Και ο λογισμός
συνεχίζει να βρέχει δίχως τον κόσμο,
συνεχίζει να βρέχει χωρίς τη βροχή,
συνεχίζει να βρέχει.
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
ΒΡΕΧΕΙ ΠΑΝΩ ΣΤΟΝ ΛΟΓΙΣΜΟ
Βρέχει πάνω στον λογισμό.
Και ο λογισμός βρέχει πάνω στον κόσμο
σαν ό,τι απόμεινε από ’να δίχτυ δεκατισμένο
που οι πόντοι του δεν γίνεται πια να μαζευτούνε.
Βρέχει μέσα στον λογισμό.
Και ο λογισμός ξεχύνεται και βρέχει μέσα στον κόσμο
ξεχειλίζοντας μετά το κέντρο και όλα τα δοχεία
ακόμα και όσα είναι σφραγισμένα και φυλάσσονται καλά.
Βρέχει κάτω από το λογισμό.
Και ο λογισμός βρέχει κάτω από τον κόσμο
τα ερείσματα διαλύοντας των πραγμάτων
για να ιδρύσει εκ νέου τον οίκο του ανθρώπου και του βίου.
Βρέχει χωρίς το λογισμό.
Και ο λογισμός
συνεχίζει να βρέχει δίχως τον κόσμο,
συνεχίζει να βρέχει χωρίς τη βροχή,
συνεχίζει να βρέχει.
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
ROBERTO JUARROZ
Κάποια μέρα θα βρω μια λέξη
Κάποια μέρα θα βρω μια λέξη
να διεισδύσει στην κοιλιά σου και να την γονιμοποιήσει,
να σταματήσει στο στήθος σου
σαν ένα χέρι ανοιχτό και κλειστό ταυτόχρονα.
Θ' ανακαλύψω μια λέξη
να αλυσοδέσει το κορμί σου και να το στροβιλίζει,
να περιέχει το κορμί σου
και ν' ανοίγει τα μάτια σου σαν ένας Θεός,
χωρίς σύννεφα
και να στεγνώνει το σάλιο σου
και να σου σταυρώνει τα πόδια.
Εσύ ίσως να μην την ακούς
ή ίσως να μην την καταλαβαίνεις.
Δεν θα είναι απαραίτητο.
Θα μπαίνει μέσα σου σαν ένας τροχός
διατρέχοντάς σε ως το τέλος απ' άκρη σ' άκρη,
γυναίκα μου και όχι δική μου
και δεν θα σταματήσει ούτε όταν πεθάνεις.
Roberto Juarroz
Μετάφραση: Μαριάννα Τζανάκη..
Κάποια μέρα θα βρω μια λέξη
να διεισδύσει στην κοιλιά σου και να την γονιμοποιήσει,
να σταματήσει στο στήθος σου
σαν ένα χέρι ανοιχτό και κλειστό ταυτόχρονα.
Θ' ανακαλύψω μια λέξη
να αλυσοδέσει το κορμί σου και να το στροβιλίζει,
να περιέχει το κορμί σου
και ν' ανοίγει τα μάτια σου σαν ένας Θεός,
χωρίς σύννεφα
και να στεγνώνει το σάλιο σου
και να σου σταυρώνει τα πόδια.
Εσύ ίσως να μην την ακούς
ή ίσως να μην την καταλαβαίνεις.
Δεν θα είναι απαραίτητο.
Θα μπαίνει μέσα σου σαν ένας τροχός
διατρέχοντάς σε ως το τέλος απ' άκρη σ' άκρη,
γυναίκα μου και όχι δική μου
και δεν θα σταματήσει ούτε όταν πεθάνεις.
Roberto Juarroz
Μετάφραση: Μαριάννα Τζανάκη..
VALERIO MAGRELLI
Valerio magrelli
Ora serrata retinae
Προτιμώ νε έρχομαι από την σιωπή
Για να μιλήσω. Να ετοιμάζω την λέξη
Με φροντίδα, για να φτάσει στην όχθη της
Γλιστρώντας σα βουλιαγμένη βάρκα
Ενώ της σκέψης η γραμμή
Χαράζει την πορεία της.
Η γραφή είναι ένας ήρεμος θάνατος:
Έγινε ο κόσμος φωτεινός και πλαταίνοντας
Καίει για πάντα μια γωνιά του.
Αυτή είναι η ανησυχία μου
Μην έρθει μια μέρα και λείπω στον εαυτό μου.
Φοβάμαι πως εξατμίζομαι λίγο λίγο
Πως χάνομαι στις σχισμές της μέρας,
Ξεχνώντας έτσι την σκέψη μου.
Κάποτε μ ανακαλύπτω στην σιωπή
Των πραγμάτων γύρω μου,
Αντικείμενο ανάμεσα στα αντικείμενα
Φορτωμένος αντικείμενα.
Λοιπόν ο ύπνος είναι μεταμόρφωση
Κι οι αιτίες του διαδέχονται η μία την άλλη
Αόρατες, δείχνοντας
Εκείνο που δεν είναι.
Μάλιστα αυτός είναι ο πρώτος πόνος.
Τα γυαλιά τότε θα τα φορούσαμε
Ανάμεσα στα μάτια και τον εγκέφαλο,
Γιατί είναι εκεί ανάμεσα σε θαμνότοπους
Και φυτείες νεύρων
Το λάθος του βλέμματος.
Εδώ χάνεται η όραση
Και στην πορεία της προς το μυαλό
Φθίνει και δύει.
Σαν σχεδιάζοντας
Να πλήρωνε σε κάθε βήμα
Τα διόδια του σώματος.
Ora serrata retinae
Προτιμώ νε έρχομαι από την σιωπή
Για να μιλήσω. Να ετοιμάζω την λέξη
Με φροντίδα, για να φτάσει στην όχθη της
Γλιστρώντας σα βουλιαγμένη βάρκα
Ενώ της σκέψης η γραμμή
Χαράζει την πορεία της.
Η γραφή είναι ένας ήρεμος θάνατος:
Έγινε ο κόσμος φωτεινός και πλαταίνοντας
Καίει για πάντα μια γωνιά του.
Αυτή είναι η ανησυχία μου
Μην έρθει μια μέρα και λείπω στον εαυτό μου.
Φοβάμαι πως εξατμίζομαι λίγο λίγο
Πως χάνομαι στις σχισμές της μέρας,
Ξεχνώντας έτσι την σκέψη μου.
Κάποτε μ ανακαλύπτω στην σιωπή
Των πραγμάτων γύρω μου,
Αντικείμενο ανάμεσα στα αντικείμενα
Φορτωμένος αντικείμενα.
Λοιπόν ο ύπνος είναι μεταμόρφωση
Κι οι αιτίες του διαδέχονται η μία την άλλη
Αόρατες, δείχνοντας
Εκείνο που δεν είναι.
Μάλιστα αυτός είναι ο πρώτος πόνος.
Τα γυαλιά τότε θα τα φορούσαμε
Ανάμεσα στα μάτια και τον εγκέφαλο,
Γιατί είναι εκεί ανάμεσα σε θαμνότοπους
Και φυτείες νεύρων
Το λάθος του βλέμματος.
Εδώ χάνεται η όραση
Και στην πορεία της προς το μυαλό
Φθίνει και δύει.
Σαν σχεδιάζοντας
Να πλήρωνε σε κάθε βήμα
Τα διόδια του σώματος.
Τετάρτη 15 Απριλίου 2009
ANNE SEXTON
anne sexton
Εκείνη η μέρα
Αυτό είναι το γραφείο όπου κάθομαι
κι αυτό είναι το γραφείο όπου σε αγαπώ υπερβολικά
κι αυτή είναι η γραφομηχανή που κάθεται ενώπιόν μου
όπου χθες μόνο το σώμα σου κάθισε ενώπιόν μου
με τους ώμους του μαζεμένους σαν ελληνική χορωδία,
με τη γλώσσα του σαν βασιλιάς που εφευρίσκει κανόνες στο διάβα του
με τη γλώσσα του αρκετά ανοιχτά σαν γάτα γάλα λάφτοντας
με τη γλώσσα του - κι οι δυο μας περιελισσόμενοι στη γλιστερή ζωή της.
Αυτό ήταν χθες, εκείνη η μέρα.
*
Εκείνη ήταν η μέρα της γλώσσας σου,
η γλώσσα που ξεπετάχτηκε απ’ τα χείλη σου,
δύο ανοιχτήρια, μισά ζώα, μισά πουλιά
γραπωμένα στις πύλες της καρδιάς σου.
Εκείνη η μέρα ήταν που υπάκουσα στους κανόνες του βασιλιά,
περνώντας τις κόκκινες φλέβες σου και τις μπλε φλέβες σου,
τα χέρια μου στη ραχοκοκαλιά κάτω, ταχύβολα κάτω σαν φωτιά σε κοντάρι,
χέρια ανάμεσα σε πόδια όπου επιδεικνύεις την εσώτατή σου γνώση,
όπου ορυχεία διαμαντιού θάβονται και ξεθάβονται για να ξαναθαφτούν,
ξεφυτρώνουν πιο αιφνίδια κι από αναστηλωμένη πόλη.
Ολοκληρώνεται σε δευτερόλεπτα αυτό το μνημείο.
Το αίμα ρέει υπογείως, εγείρει όμως έναν πύργο.
Αξίζει να συγκεντρωθεί μεγάλο πλήθος για ένα τέτοιο οικοδόμημα.
Για ένα θαύμα περιμένει στη σειρά κανείς και πετάει κομφετί.
Σίγουρα ο Τύπος είναι εδώ γυρεύοντας τίτλους ειδήσεων.
Σίγουρα κάποιος πρέπει να κρατάει το πανό στο πεζοδρόμιο.
Όταν χτίζεται μια γέφυρα δεν κόβει μια κορδέλα ο δήμαρχος;
Αν ένα φαινόμενο αποκαλυφθεί δεν θα έπρεπε να ‘ρθουν οι Μάγοι με
τα δώρα τους;
Χθες ήταν η μέρα που έφερα δώρα για το δώρο σου
και ήρθα από την κοιλάδα να σ’ ανταμώσω στο πεζοδρόμιο επάνω.
Αυτό ήταν χθες, εκείνη η μέρα.
*
Εκείνη ήταν η μέρα του προσώπου σου,
Το πρόσωπό σου μετά τον έρωτα, πλάι στο μαξιλάρι, ένα νανούρισμα.
Μισόξυπνος δίπλα μου ν’ αφήνεις την παλιομοδίτικη κουνιστή πολυθρόνα να
ακινητοποιείται,
η ανάσα μας γινόταν ένα, γινόταν παιδική ανάσα ενωμένη,
καθώς τα δάχτυλά μου ζωγράφιζαν μικρά ω στα σφαλιστά σου μάτια,
καθώς τα δάχτυλά μου ζωγράφιζαν μικρά χαμόγελα στο στόμα σου,
καθώς ζωγράφιζα ΣΕ ΑΓΑΠΩ στο στήθος σου και το σφυρί του
και ψιθύρισα «Ξύπνα!» και μουρμούριζες στον ύπνο σου
«Σουτ. Οδηγούμε στο Κέιπ Κοντ. Κατευθυνόμαστε στην Μπουρν-
Γέφυρα. Κάνουμε κύκλους γύρω από τον Κόμβο Μπουρν».
Τότε σε γνώρισα μέσα από το όνειρό σου και προσευχήθηκα για τον καιρό
που θα γινόμουν μια διαπεραστική γραμμή και θα ρίζωνες μέσα μου
και που θα μπορούσα να ανατρέφω τον γεννημένο σου, θα μπορούσα να
ανέχομαι
το εσύ σου ή το φάντασμα του εσύ σου στο μικρό μου σπιτικό.
Χθες δεν ήθελα να γίνω προϊόν δανεισμού
αλλά αυτή είναι η γραφομηχανή που κάθεται ενώπιόν μου
και η αγάπη είναι εκεί που ήταν το χθες.
Εκείνη η μέρα
Αυτό είναι το γραφείο όπου κάθομαι
κι αυτό είναι το γραφείο όπου σε αγαπώ υπερβολικά
κι αυτή είναι η γραφομηχανή που κάθεται ενώπιόν μου
όπου χθες μόνο το σώμα σου κάθισε ενώπιόν μου
με τους ώμους του μαζεμένους σαν ελληνική χορωδία,
με τη γλώσσα του σαν βασιλιάς που εφευρίσκει κανόνες στο διάβα του
με τη γλώσσα του αρκετά ανοιχτά σαν γάτα γάλα λάφτοντας
με τη γλώσσα του - κι οι δυο μας περιελισσόμενοι στη γλιστερή ζωή της.
Αυτό ήταν χθες, εκείνη η μέρα.
*
Εκείνη ήταν η μέρα της γλώσσας σου,
η γλώσσα που ξεπετάχτηκε απ’ τα χείλη σου,
δύο ανοιχτήρια, μισά ζώα, μισά πουλιά
γραπωμένα στις πύλες της καρδιάς σου.
Εκείνη η μέρα ήταν που υπάκουσα στους κανόνες του βασιλιά,
περνώντας τις κόκκινες φλέβες σου και τις μπλε φλέβες σου,
τα χέρια μου στη ραχοκοκαλιά κάτω, ταχύβολα κάτω σαν φωτιά σε κοντάρι,
χέρια ανάμεσα σε πόδια όπου επιδεικνύεις την εσώτατή σου γνώση,
όπου ορυχεία διαμαντιού θάβονται και ξεθάβονται για να ξαναθαφτούν,
ξεφυτρώνουν πιο αιφνίδια κι από αναστηλωμένη πόλη.
Ολοκληρώνεται σε δευτερόλεπτα αυτό το μνημείο.
Το αίμα ρέει υπογείως, εγείρει όμως έναν πύργο.
Αξίζει να συγκεντρωθεί μεγάλο πλήθος για ένα τέτοιο οικοδόμημα.
Για ένα θαύμα περιμένει στη σειρά κανείς και πετάει κομφετί.
Σίγουρα ο Τύπος είναι εδώ γυρεύοντας τίτλους ειδήσεων.
Σίγουρα κάποιος πρέπει να κρατάει το πανό στο πεζοδρόμιο.
Όταν χτίζεται μια γέφυρα δεν κόβει μια κορδέλα ο δήμαρχος;
Αν ένα φαινόμενο αποκαλυφθεί δεν θα έπρεπε να ‘ρθουν οι Μάγοι με
τα δώρα τους;
Χθες ήταν η μέρα που έφερα δώρα για το δώρο σου
και ήρθα από την κοιλάδα να σ’ ανταμώσω στο πεζοδρόμιο επάνω.
Αυτό ήταν χθες, εκείνη η μέρα.
*
Εκείνη ήταν η μέρα του προσώπου σου,
Το πρόσωπό σου μετά τον έρωτα, πλάι στο μαξιλάρι, ένα νανούρισμα.
Μισόξυπνος δίπλα μου ν’ αφήνεις την παλιομοδίτικη κουνιστή πολυθρόνα να
ακινητοποιείται,
η ανάσα μας γινόταν ένα, γινόταν παιδική ανάσα ενωμένη,
καθώς τα δάχτυλά μου ζωγράφιζαν μικρά ω στα σφαλιστά σου μάτια,
καθώς τα δάχτυλά μου ζωγράφιζαν μικρά χαμόγελα στο στόμα σου,
καθώς ζωγράφιζα ΣΕ ΑΓΑΠΩ στο στήθος σου και το σφυρί του
και ψιθύρισα «Ξύπνα!» και μουρμούριζες στον ύπνο σου
«Σουτ. Οδηγούμε στο Κέιπ Κοντ. Κατευθυνόμαστε στην Μπουρν-
Γέφυρα. Κάνουμε κύκλους γύρω από τον Κόμβο Μπουρν».
Τότε σε γνώρισα μέσα από το όνειρό σου και προσευχήθηκα για τον καιρό
που θα γινόμουν μια διαπεραστική γραμμή και θα ρίζωνες μέσα μου
και που θα μπορούσα να ανατρέφω τον γεννημένο σου, θα μπορούσα να
ανέχομαι
το εσύ σου ή το φάντασμα του εσύ σου στο μικρό μου σπιτικό.
Χθες δεν ήθελα να γίνω προϊόν δανεισμού
αλλά αυτή είναι η γραφομηχανή που κάθεται ενώπιόν μου
και η αγάπη είναι εκεί που ήταν το χθες.
Ετικέτες
ANNE SEXTON...ΕΚΕΙΝΗ Η ΜΕΡΑ..
PAUL ELYARD
Η ΚΙΝΗΣΗ ΜΑΣ...
Ζούμε μες στη λήθη των μεταμορφώσεών μας
Οκνηρή είναι η μέρα
προκομμένη η νύχτα.
Μια κούπα αγέρα μεσημεριάτικου η νύχτα τη φιλτράρει και τη φθείρει...
Η νύχτα σβήνει τη σκόνη από πάνω μας...
Όμως τούτη η ηχώ που κυλάει στη μέρα ακέρια
τούτη η ηχώ έξω απʼ το χρόνο του άγχους ή των χαδιών
η ακατέργαστη τούτη άβυσσος άνοστων κόσμων
και κόσμων αισθητών διπλός είναι ο ήλιος της.
Νάʼ μαστε τάχα κοντά ή μακριά από τη συνείδησή μας;
Πού νάʼ ναι τα όρια οι ρίζες ο σκοπός μας;'
Oμως ατέλειωτη, η ηδονή των μεταμορφώσεών μας,
σκελετοί που ζωντανεύουν μες στα σαπίζοντα τείχη,
τα ανταμώματα που δόθηκαν σε αλόγιστες μορφές,
στην πανέξυπνη σάρκα στους τυφλούς οραματιστές.
Το αντάμωμα που έδωσε το πρόσωπο στην κατατομή του.
Ο πόνος στην υγεία, το φως
στο δάσος το βουνό στην κοιλάδα
το ορυχείο στο άνθος το μαργαριτάρι στον ήλιο.
Είμαστε κορμί με κορμί είμαστε γη πάνω στη γη.
Γεννιόμαστε από παντού, είμαστε ασύνοροι.
Paul Eluard-H Κίνηση μας
Ζούμε μες στη λήθη των μεταμορφώσεών μας
Οκνηρή είναι η μέρα
προκομμένη η νύχτα.
Μια κούπα αγέρα μεσημεριάτικου η νύχτα τη φιλτράρει και τη φθείρει...
Η νύχτα σβήνει τη σκόνη από πάνω μας...
Όμως τούτη η ηχώ που κυλάει στη μέρα ακέρια
τούτη η ηχώ έξω απʼ το χρόνο του άγχους ή των χαδιών
η ακατέργαστη τούτη άβυσσος άνοστων κόσμων
και κόσμων αισθητών διπλός είναι ο ήλιος της.
Νάʼ μαστε τάχα κοντά ή μακριά από τη συνείδησή μας;
Πού νάʼ ναι τα όρια οι ρίζες ο σκοπός μας;'
Oμως ατέλειωτη, η ηδονή των μεταμορφώσεών μας,
σκελετοί που ζωντανεύουν μες στα σαπίζοντα τείχη,
τα ανταμώματα που δόθηκαν σε αλόγιστες μορφές,
στην πανέξυπνη σάρκα στους τυφλούς οραματιστές.
Το αντάμωμα που έδωσε το πρόσωπο στην κατατομή του.
Ο πόνος στην υγεία, το φως
στο δάσος το βουνό στην κοιλάδα
το ορυχείο στο άνθος το μαργαριτάρι στον ήλιο.
Είμαστε κορμί με κορμί είμαστε γη πάνω στη γη.
Γεννιόμαστε από παντού, είμαστε ασύνοροι.
Paul Eluard-H Κίνηση μας
JORIE GRAHAM
Jorie Graham.
ΟΙ ΑΓΡΙΟΧΗΝΕΣ
Σήμερα καθώς άπλώνω τα ρούχα τις βλέπω ξανά,
ένας κώδικας επείγων όσο και κομψός,
αναπτύσσεται στοχεύοντας τον προορισμό.
Μέρες τώρα διασχίζουν τον ουρανό.
Ζούμε κάτω από αυτές τις αγριόχηνες
σαν κάτω από το πέρασμα του χρόνου ή μια τέλεια επικεφαλίδα.
Συχνά με φοβίζει η επίδρασή τους.
Πιο κοντά ανάμεσα στα σχοινιά,
οι αράχνες μιμούνται τα αναπόδραστα μονοπάτια των αγριόχηνων,
τα μιμούνται αέναα χωρίς αποτέλεσμα:
τα πράγματα δε θα διατηρήσουν τη συνοχή τους,
δε θα επουλωθούν
και ο κόσμος πυκνώνει σε υφή αντί για ιστορία,
υφή αντί για χώρο.
Παρόλ’αυτά ο μικρός φόβος των αραχνών
συνδέει και ξανασυνδέει
τα μανταλάκια με τα σχοινιά, τα σχοινιά με το γείσο της στέγης,
με τον ανθισμένο θάμνο,
σα να επρόκειτο από στιγμή σε στιγμή,
τα πράγματα να καταρρεύσουν και τίποτα να μην μπορούσε να τα βοηθήσει
να επανακτήσουν το νόημά τους.
Κι αν αυτές οι αράχνες πετύχαιναν το σκοπό τους
ν’αλυσοδέσουν ολόκληρο τον ορατό κόσμο,
εμείς θα είμασταν μέρος του ή όχι;
Γυρνάω για να μπω μέσα ξανά.
Το σώμα μερικές φορές μεταδίδει στο μυαλό την αίσθηση πως κάτι του ξέφυγε,
μια απόλυτη απογύμνωση, σα να πέφτεις
χωρίς την αίσθηση ότι διασχίζεις έναν κόσμο,
ότι θα φτάσεις σ’έναν άλλο, κάποτε.
Αντιθέτως είναι το πραγματικό
αυτό που σε διασχίζει,το σώμα σου
μια άφιξη
που ξέρεις ότι είναι απατηλή μα δεν μπορείς να προσπεράσεις.
Και κάπου ανάμεσα οι αγριόχηνες αιωνίως να εισέρχονται και
οι αράχνες να γυρίζουν πίσω,
αυτή η ασύλληπτη καθιστέρηση,
η κάθε μέρα, να συμβαίνει.
ΟΙ ΑΓΡΙΟΧΗΝΕΣ
Σήμερα καθώς άπλώνω τα ρούχα τις βλέπω ξανά,
ένας κώδικας επείγων όσο και κομψός,
αναπτύσσεται στοχεύοντας τον προορισμό.
Μέρες τώρα διασχίζουν τον ουρανό.
Ζούμε κάτω από αυτές τις αγριόχηνες
σαν κάτω από το πέρασμα του χρόνου ή μια τέλεια επικεφαλίδα.
Συχνά με φοβίζει η επίδρασή τους.
Πιο κοντά ανάμεσα στα σχοινιά,
οι αράχνες μιμούνται τα αναπόδραστα μονοπάτια των αγριόχηνων,
τα μιμούνται αέναα χωρίς αποτέλεσμα:
τα πράγματα δε θα διατηρήσουν τη συνοχή τους,
δε θα επουλωθούν
και ο κόσμος πυκνώνει σε υφή αντί για ιστορία,
υφή αντί για χώρο.
Παρόλ’αυτά ο μικρός φόβος των αραχνών
συνδέει και ξανασυνδέει
τα μανταλάκια με τα σχοινιά, τα σχοινιά με το γείσο της στέγης,
με τον ανθισμένο θάμνο,
σα να επρόκειτο από στιγμή σε στιγμή,
τα πράγματα να καταρρεύσουν και τίποτα να μην μπορούσε να τα βοηθήσει
να επανακτήσουν το νόημά τους.
Κι αν αυτές οι αράχνες πετύχαιναν το σκοπό τους
ν’αλυσοδέσουν ολόκληρο τον ορατό κόσμο,
εμείς θα είμασταν μέρος του ή όχι;
Γυρνάω για να μπω μέσα ξανά.
Το σώμα μερικές φορές μεταδίδει στο μυαλό την αίσθηση πως κάτι του ξέφυγε,
μια απόλυτη απογύμνωση, σα να πέφτεις
χωρίς την αίσθηση ότι διασχίζεις έναν κόσμο,
ότι θα φτάσεις σ’έναν άλλο, κάποτε.
Αντιθέτως είναι το πραγματικό
αυτό που σε διασχίζει,το σώμα σου
μια άφιξη
που ξέρεις ότι είναι απατηλή μα δεν μπορείς να προσπεράσεις.
Και κάπου ανάμεσα οι αγριόχηνες αιωνίως να εισέρχονται και
οι αράχνες να γυρίζουν πίσω,
αυτή η ασύλληπτη καθιστέρηση,
η κάθε μέρα, να συμβαίνει.
Τρίτη 14 Απριλίου 2009
ΡΑΙΝΕΡ ΜΑΡΙΑ ΡΙΛΚΕ
Ράινερ Μαρία Ρίλκε,
Σβήσε τα μάτια μου…
Σβήσε τα μάτια μου που δεν μπορώ να σε κοιτάζω
τʼ αυτιά μου σφράγισέ τα, να σʼ ακούω δεν μπορώ.
Χωρίς τα πόδια μου μπορώ ναʼ ρθω σʼ εσένα,
και δίχως στόμα, θα μπορώ να σε παρακαλώ.
Κόψε τα χέρια μου, θα σε σφιχταγκαλιάζω,
σαν να ήταν χέρια, όμοια καλά, με την καρδία.
Σταμάτησέ μου την καρδία, και θα καρδιοχτυπώ με το κεφάλι.
Κι αν κάμεις το κεφάλι μου σύντριμμα, στάχτη, εγώ
μέσα στο αίμα μου θα σʼ έχω πάλι.
Σβήσε τα μάτια μου…
Σβήσε τα μάτια μου που δεν μπορώ να σε κοιτάζω
τʼ αυτιά μου σφράγισέ τα, να σʼ ακούω δεν μπορώ.
Χωρίς τα πόδια μου μπορώ ναʼ ρθω σʼ εσένα,
και δίχως στόμα, θα μπορώ να σε παρακαλώ.
Κόψε τα χέρια μου, θα σε σφιχταγκαλιάζω,
σαν να ήταν χέρια, όμοια καλά, με την καρδία.
Σταμάτησέ μου την καρδία, και θα καρδιοχτυπώ με το κεφάλι.
Κι αν κάμεις το κεφάλι μου σύντριμμα, στάχτη, εγώ
μέσα στο αίμα μου θα σʼ έχω πάλι.
ΡΑΪΝΕΡ ΜΑΡΙΑ ΡΙΛΚΕ..
« ΤΙ Θ' ΑΠΟΓΙΝΕΙΣ, ΘΕ ΜΟΥ, ΑΝ ΠΕΘΑΝΩ... »
Τι θ' απογίνεις, Θε μου, αν πεθάνω ;
Εγώ ειμαι το κανάτι σου ( αν σπάσω ; )
Εγώ ειμαι το ποτό σου ( αν πικράνω ; )
Εγώ ειμαι το έργο σου και το ένδυμά σου,
μαζί μου θα χαθεί το νόημά σου.
Αλλού δεν πρόκειται να βρεις μια στέγη άλλη
να σε δεχτεί με λόγο απλό, ζεστό.
Θα σου λυθεί απ' το πόδι το σανδάλι
το μεταξένιο σου, που είμαι εγώ.
Το πανωφόρι σου πια θα σ' αφήσει.
Το βλέμμα σου, που στο πλευρό μου
το είχα πάντοτε εγώ προσκέφαλό μου,
μάταια τριγύρω ώρα πολλή θα με ζητήσει –
κι όταν ο ήλιος τελικά γείρει στη Δύση,
σε ξένης πέτρας αγκαλιά θα ξενυχτήσει.
Τι θ' απογίνεις, Θε μου ; Αγωνιώ.
Τι θ' απογίνεις, Θε μου, αν πεθάνω ;
Εγώ ειμαι το κανάτι σου ( αν σπάσω ; )
Εγώ ειμαι το ποτό σου ( αν πικράνω ; )
Εγώ ειμαι το έργο σου και το ένδυμά σου,
μαζί μου θα χαθεί το νόημά σου.
Αλλού δεν πρόκειται να βρεις μια στέγη άλλη
να σε δεχτεί με λόγο απλό, ζεστό.
Θα σου λυθεί απ' το πόδι το σανδάλι
το μεταξένιο σου, που είμαι εγώ.
Το πανωφόρι σου πια θα σ' αφήσει.
Το βλέμμα σου, που στο πλευρό μου
το είχα πάντοτε εγώ προσκέφαλό μου,
μάταια τριγύρω ώρα πολλή θα με ζητήσει –
κι όταν ο ήλιος τελικά γείρει στη Δύση,
σε ξένης πέτρας αγκαλιά θα ξενυχτήσει.
Τι θ' απογίνεις, Θε μου ; Αγωνιώ.
Παρασκευή 10 Απριλίου 2009
THOMAS ELIOT
Ε΄. ΤΙ ΕΙΠΕ Ο ΚΕΡΑΥΝΟΣ
Ύστερα από το φως του πυρσού κόκκινο σε ιδρωμένα πρόσωπα
Ύστερα από την παγερή σιωπή μέσα στους κήπους
Ύστερα από την αγωνία σε τόπους πετρωτούς
Τις κραυγές και τους αλαλαγμούς
Τη φυλακή το παλάτι και τ’ αντιφέγγισμα
Του ανοιξιάτικου κεραυνού πάνω από μακρινά βουνά
Εκείνος που ήταν ζωντανός είναι τώρα πεθαμένος
Εμείς που ζούσαμε τώρα πεθαίνουμε
Με λίγη υπομονή
Δεν έχει εδώ νερό παρά μονάχα βράχια
Βράχια χωρίς νερό κι ο άμμος του δρόμου
Του δρόμου που ξετυλίγεται στα βουνά
Που είναι βραχόβουνα χωρίς νερό
Αν είχε νερό εδώ-πέρα θα στεκόμασταν να πιούμε
Μέσα στα βράχια πώς να σταθούμε πώς να στοχαστούμε
Ξερός ο ιδρώς και τα πόδια μες στον άμμο
Αν είχε τουλάχιστο νερό στο βράχο
Στόμα νεκρό του βουνού με σάπια δόντια που δεν μπορεί να φτύσει
Εδώ κανείς δεν μπορεί να σταθεί ούτε να πλαγιάσει ούτε να καθίσει
Δεν έχει μηδέ σιωπή μέσα στα βουνά
Μόνο ο ξερός κεραυνός στείρος χωρίς βροχή
Δεν έχει μηδέ μοναξιά μέσα στα βουνά
Μόνο κόκκινα πρόσωπα βλοσυρά σαρκάζουν και γρυλίζουν
Μέσα απ’ τις πόρτες ξεροσκασμένων λασποκαλυβιών
Αν είχε νερό
Χωρίς τα βράχια
Αν ήταν τα βράχια
Μαζί με νερό
Και νερό
Μια πηγή
Μια γούρνα μες στα βράχια
Αν ήταν ήχος μοναχά νερού
Όχι ο τζίτζικας
Και το ξερό χορτάρι τραγουδώντας
Μα ήχος νερού πάνω από βράχο
Εκεί που η τσίχλα κελαηδεί μέσα στα πεύκα
Βριξ βροξ βριξ βροξ βροξ βροξ βροξ
Αλλά δεν έχει νερό
Ποιος είναι ο τρίτος που περπατεί πάντα στό πλάι σου;
Όταν μετρώ, είμαι μονάχα εγώ και συ μαζί μου
Μα όταν κοιτάζω εμπρός τον άσπρο δρόμο
Υπάρχει πάντα κάποιος που περπατεί στο πλάι σου
Γλιστρώντας τυλιγμένος σε καστανό μανδύα, κουκουλωμένος
Αν είναι άντρας αν είναι γυναίκα δεν το ξέρω
– Μ’ αυτός εκεί ποιος είναι απ’ τ’ άλλο πλάι σου;
Ποιος είναι αυτός ο ήχος ψηλά στον αέρα
Μουρμούρισμα μητρικού ολολυγμού
Ποιες είναι αυτές οι κουκουλωμένες ορδές που μερμηγκιάζουν
Πάνω σ’ ατέλειωτους κάμπους, σκοντάφτοντας στη σκασμένη γης
Ζωσμένες από τον ορίζοντα το χαμηλό μονάχα
Ποια είναι η πολιτεία πέρα απ’ τα βουνά
Σκάζει, ξαναγεννιέται, θρουβαλιάζεται μες στο μενεξεδένιο αέρα
Πύργοι πέφτουν
Ιερουσαλήμ Αθήνα Αλεξάντρεια
Βιέννη Λόντρα
Ανύπαρχτες
Μια γυναίκα έσυρε τη μακριά μαύρη της κόμη τεντωμένη
Κι έπαιξε ψίθυρο μουσικής πάνω σ’ αυτή τη χορδή
Και νυχτερίδες με πρόσωπα μωρών μέσα στο φως το μενεξεδένιο
Σφύριξαν και πετάρισαν μια στιγμή
Και σύρθηκαν με τo κεφάλι κάτω στη ρίζα ενός καψαλιασμένου τοίχου
Κι ήτανε πύργοι ανάστροφοι κι ανάεροι
Που σήμαιναν τις ώρες χτυπώντας καμπάνες θυμητικές
Και φωνές τραγουδούσαν μέσα από ξεροπήγαδα και στέρνες αδειανές.
Στη ρημαγμένη τούτη γούβα μέσα στα βουνά
Κάτω απ’ τα’ αχνό φεγγαρόφωτο, τραγουδάει το χορτάρι
Πάνω σ’ αφανισμένους τάφους, γύρω στην εκκλησιά
Εκεί είναι η αδειανή εκκλησία, του αγέρα μόνο κατοικία.
Χωρίς παράθυρα, κι πόρτα παίζει,
Τα ξερά κόκαλα κανένα δεν πειράζουν.
Μόνο ένας κόκορας στάθηκε στο μεσοδόκι
Κου κου ρικου κου κου ρικου
Μέσα στο φέγγος αστραπής Τότες μια νοτερή πνοή
Φέρνοντας τη βροχή
Φύρανε ο Γάγγης, τα πλαδαρά τα φύλλα
Προσμέναν τη βροχή, ενώ τα μαύρα σύννεφα
Συνάχτηκαν μακριά, πάνω απ’ το Χίμαβαντ.
Η ζούγκλα ζάρωσε, κουβαριασμένη σιωπηλά.
Μίλησε τότε ό κεραυνός
ΝΤΑ
Ντάττα: τι έχουμε δώσει;
Φίλε μου, τραντάζει το αίμα την καρδιά μου
Η φοβερή τόλμη μιaς στιγμής παραδομού
Που η εποχή της φρόνησης πότες δε θ’ αναιρέσει
Μ’ αυτή, μόνο μ’ αυτήν, έχουμε υπάρξει
Που κανείς δε θα βρει μες στις νεκρολογίες μας
Μήτε σε θύμησες από την ελεητικήν αράχνη σκεπασμένες
Η κάτω από σφραγίδες που έσπασε ο στεγνός δικηγόρος
Στις άδειες κάμαρές μας
ΝΤΑ
Ντάγιαντβαμ: Άκουσα το κλειδί
Στην πόρτα να γυρίζει μια φορά μια φορά μόνο
Σκεπτόμαστε το κλειδί, καθένας μες στη φυλακή του
Με τη σκέψη του κλειδιού, καθένας βεβαιώνει τη φυλακή του
Μονάχα όταν βραδιάζει, αιθέρια ψιθυρίσματα
Για μια στιγμή ξαναζωντανεύουν έναν τσακισμένο Κοριολανό
ΝΤΑ
Ντάμυατα: Το πλοίο ανταποκρίθηκε
Χαρούμενα, στο χέρι το δεξιό και στο πανί και στο κουπί
Η Θάλασσα ήταν ήσυχη, θα ’χε ανταποκριθεί η καρδιά σου
Χαρούμενα, στην πρόσκληση, πάλλοντας υπάκουη
Σε κυρίαρχα χέρια
Κάθισα στην όχθη
Ψαρεύοντας, και πίσω μου o ξερός κάμπος
Τάχα θα βάλω πια τις χώρες μου σε τάξη;
Της Λόντρας το γιοφύρι πέφτει παει και πέφτει πάει και πέφτει
Poi s’ ascose nel foco che gli affina
Quando fiam uti chelidon – Ω χελιδόνι χελιδόνι
Le Prince d’ Aquitaine à la rour abolie
Με τα συντρίμμια αυτά στύλωσα τα ερείπια μου
Ωραία, θα σας κανονίσω. Πάλι τρελός ο Ιερώνυμος.
Ντάττα. Ντάγιαντβαμ. Ντάμυατα.
Σάντι σάντι σάντι
Ύστερα από το φως του πυρσού κόκκινο σε ιδρωμένα πρόσωπα
Ύστερα από την παγερή σιωπή μέσα στους κήπους
Ύστερα από την αγωνία σε τόπους πετρωτούς
Τις κραυγές και τους αλαλαγμούς
Τη φυλακή το παλάτι και τ’ αντιφέγγισμα
Του ανοιξιάτικου κεραυνού πάνω από μακρινά βουνά
Εκείνος που ήταν ζωντανός είναι τώρα πεθαμένος
Εμείς που ζούσαμε τώρα πεθαίνουμε
Με λίγη υπομονή
Δεν έχει εδώ νερό παρά μονάχα βράχια
Βράχια χωρίς νερό κι ο άμμος του δρόμου
Του δρόμου που ξετυλίγεται στα βουνά
Που είναι βραχόβουνα χωρίς νερό
Αν είχε νερό εδώ-πέρα θα στεκόμασταν να πιούμε
Μέσα στα βράχια πώς να σταθούμε πώς να στοχαστούμε
Ξερός ο ιδρώς και τα πόδια μες στον άμμο
Αν είχε τουλάχιστο νερό στο βράχο
Στόμα νεκρό του βουνού με σάπια δόντια που δεν μπορεί να φτύσει
Εδώ κανείς δεν μπορεί να σταθεί ούτε να πλαγιάσει ούτε να καθίσει
Δεν έχει μηδέ σιωπή μέσα στα βουνά
Μόνο ο ξερός κεραυνός στείρος χωρίς βροχή
Δεν έχει μηδέ μοναξιά μέσα στα βουνά
Μόνο κόκκινα πρόσωπα βλοσυρά σαρκάζουν και γρυλίζουν
Μέσα απ’ τις πόρτες ξεροσκασμένων λασποκαλυβιών
Αν είχε νερό
Χωρίς τα βράχια
Αν ήταν τα βράχια
Μαζί με νερό
Και νερό
Μια πηγή
Μια γούρνα μες στα βράχια
Αν ήταν ήχος μοναχά νερού
Όχι ο τζίτζικας
Και το ξερό χορτάρι τραγουδώντας
Μα ήχος νερού πάνω από βράχο
Εκεί που η τσίχλα κελαηδεί μέσα στα πεύκα
Βριξ βροξ βριξ βροξ βροξ βροξ βροξ
Αλλά δεν έχει νερό
Ποιος είναι ο τρίτος που περπατεί πάντα στό πλάι σου;
Όταν μετρώ, είμαι μονάχα εγώ και συ μαζί μου
Μα όταν κοιτάζω εμπρός τον άσπρο δρόμο
Υπάρχει πάντα κάποιος που περπατεί στο πλάι σου
Γλιστρώντας τυλιγμένος σε καστανό μανδύα, κουκουλωμένος
Αν είναι άντρας αν είναι γυναίκα δεν το ξέρω
– Μ’ αυτός εκεί ποιος είναι απ’ τ’ άλλο πλάι σου;
Ποιος είναι αυτός ο ήχος ψηλά στον αέρα
Μουρμούρισμα μητρικού ολολυγμού
Ποιες είναι αυτές οι κουκουλωμένες ορδές που μερμηγκιάζουν
Πάνω σ’ ατέλειωτους κάμπους, σκοντάφτοντας στη σκασμένη γης
Ζωσμένες από τον ορίζοντα το χαμηλό μονάχα
Ποια είναι η πολιτεία πέρα απ’ τα βουνά
Σκάζει, ξαναγεννιέται, θρουβαλιάζεται μες στο μενεξεδένιο αέρα
Πύργοι πέφτουν
Ιερουσαλήμ Αθήνα Αλεξάντρεια
Βιέννη Λόντρα
Ανύπαρχτες
Μια γυναίκα έσυρε τη μακριά μαύρη της κόμη τεντωμένη
Κι έπαιξε ψίθυρο μουσικής πάνω σ’ αυτή τη χορδή
Και νυχτερίδες με πρόσωπα μωρών μέσα στο φως το μενεξεδένιο
Σφύριξαν και πετάρισαν μια στιγμή
Και σύρθηκαν με τo κεφάλι κάτω στη ρίζα ενός καψαλιασμένου τοίχου
Κι ήτανε πύργοι ανάστροφοι κι ανάεροι
Που σήμαιναν τις ώρες χτυπώντας καμπάνες θυμητικές
Και φωνές τραγουδούσαν μέσα από ξεροπήγαδα και στέρνες αδειανές.
Στη ρημαγμένη τούτη γούβα μέσα στα βουνά
Κάτω απ’ τα’ αχνό φεγγαρόφωτο, τραγουδάει το χορτάρι
Πάνω σ’ αφανισμένους τάφους, γύρω στην εκκλησιά
Εκεί είναι η αδειανή εκκλησία, του αγέρα μόνο κατοικία.
Χωρίς παράθυρα, κι πόρτα παίζει,
Τα ξερά κόκαλα κανένα δεν πειράζουν.
Μόνο ένας κόκορας στάθηκε στο μεσοδόκι
Κου κου ρικου κου κου ρικου
Μέσα στο φέγγος αστραπής Τότες μια νοτερή πνοή
Φέρνοντας τη βροχή
Φύρανε ο Γάγγης, τα πλαδαρά τα φύλλα
Προσμέναν τη βροχή, ενώ τα μαύρα σύννεφα
Συνάχτηκαν μακριά, πάνω απ’ το Χίμαβαντ.
Η ζούγκλα ζάρωσε, κουβαριασμένη σιωπηλά.
Μίλησε τότε ό κεραυνός
ΝΤΑ
Ντάττα: τι έχουμε δώσει;
Φίλε μου, τραντάζει το αίμα την καρδιά μου
Η φοβερή τόλμη μιaς στιγμής παραδομού
Που η εποχή της φρόνησης πότες δε θ’ αναιρέσει
Μ’ αυτή, μόνο μ’ αυτήν, έχουμε υπάρξει
Που κανείς δε θα βρει μες στις νεκρολογίες μας
Μήτε σε θύμησες από την ελεητικήν αράχνη σκεπασμένες
Η κάτω από σφραγίδες που έσπασε ο στεγνός δικηγόρος
Στις άδειες κάμαρές μας
ΝΤΑ
Ντάγιαντβαμ: Άκουσα το κλειδί
Στην πόρτα να γυρίζει μια φορά μια φορά μόνο
Σκεπτόμαστε το κλειδί, καθένας μες στη φυλακή του
Με τη σκέψη του κλειδιού, καθένας βεβαιώνει τη φυλακή του
Μονάχα όταν βραδιάζει, αιθέρια ψιθυρίσματα
Για μια στιγμή ξαναζωντανεύουν έναν τσακισμένο Κοριολανό
ΝΤΑ
Ντάμυατα: Το πλοίο ανταποκρίθηκε
Χαρούμενα, στο χέρι το δεξιό και στο πανί και στο κουπί
Η Θάλασσα ήταν ήσυχη, θα ’χε ανταποκριθεί η καρδιά σου
Χαρούμενα, στην πρόσκληση, πάλλοντας υπάκουη
Σε κυρίαρχα χέρια
Κάθισα στην όχθη
Ψαρεύοντας, και πίσω μου o ξερός κάμπος
Τάχα θα βάλω πια τις χώρες μου σε τάξη;
Της Λόντρας το γιοφύρι πέφτει παει και πέφτει πάει και πέφτει
Poi s’ ascose nel foco che gli affina
Quando fiam uti chelidon – Ω χελιδόνι χελιδόνι
Le Prince d’ Aquitaine à la rour abolie
Με τα συντρίμμια αυτά στύλωσα τα ερείπια μου
Ωραία, θα σας κανονίσω. Πάλι τρελός ο Ιερώνυμος.
Ντάττα. Ντάγιαντβαμ. Ντάμυατα.
Σάντι σάντι σάντι
Ετικέτες
ΤΙ ΕΙΠΕ Ο ΚΕΡΑΥΝΟΣ...,
THOMAS ELIOT
THOMAS ELIOT...
Δ΄. ΘΑΝΑΤΟΣ ΑΠΟ ΠΝΙΓΜΟ
Φληβάς ο Φοίνικας, δεκαπέντε μέρες πεθαμένος,
Λησμόνησε την κραυγή των γλάρων, και το φούσκωμα του βαθιού πελάγου
Και το κέρδος και τη ζημιά.
Κάτω απ’ τη Θάλασσα ένα ρέμα
Έγλειψε τα κόκαλά του ψιθυρίζοντας. Μ’ ανεβοκατεβάσματα
Πέρασε τα στάδια των γερατειών του και της νιότης του
Μπαίνοντας μέσα στη ρουφήχτρα.
Εθνικέ ή Εβραίε
Ω εσύ που γυρίζεις το τιμόνι κοιτάζοντας προς τον αγέρα,
Στοχάσου το Φληβά, που ήταν κάποτες όμορφος κι αψηλός σαν εσένα.
Φληβάς ο Φοίνικας, δεκαπέντε μέρες πεθαμένος,
Λησμόνησε την κραυγή των γλάρων, και το φούσκωμα του βαθιού πελάγου
Και το κέρδος και τη ζημιά.
Κάτω απ’ τη Θάλασσα ένα ρέμα
Έγλειψε τα κόκαλά του ψιθυρίζοντας. Μ’ ανεβοκατεβάσματα
Πέρασε τα στάδια των γερατειών του και της νιότης του
Μπαίνοντας μέσα στη ρουφήχτρα.
Εθνικέ ή Εβραίε
Ω εσύ που γυρίζεις το τιμόνι κοιτάζοντας προς τον αγέρα,
Στοχάσου το Φληβά, που ήταν κάποτες όμορφος κι αψηλός σαν εσένα.
Ετικέτες
ΘΑΝΑΤΟΣ ΑΠΟ ΠΝΙΓΜΟ..,
THOMAS ELIOT
CZESTAW MITOSZ
Κι όμως τα βιβλία
Κι όμως τα βιβλία θα είναι εκεί στα ράφια, ξεχωριστές υπάρξεις,
Που εμφανίστηκαν κάποτε, ακόμη υγρά
Σαν κάστανα που αστράφτουν κάτω απ' ένα δέντρο το φθινόπωρο,
Και μ' ένα άγγιγμα, μ' ένα σιγοβράσιμο, άρχισαν να ζουν
Παρ' όλες τις φωτιές που έκαιγαν στον ορίζοντα, τους πύργους που ανατινάζονταν,
Τις φυλές που προέλαυναν, τους πλανήτες που κινούνταν.
«Υπάρχουμε», έλεγαν, ακόμη και όταν οι σελίδες τους
Σκίζονταν, ή μια βουερή φλόγα
Έγλειφε καταστροφικά τα γράμματά τους. Πόσο πιο ανθεκτικά
Από εμάς, που η αδύναμη θέρμη μας
Ψυχραίνεται από τη μνήμη, σκορπίζει, χάνεται.
Φαντάζομαι τη γη όταν δεν θα υπάρχω πια:
Τίποτα δεν συμβαίνει, καμιά απώλεια, η ίδια η παράξενη παρέλαση,
Γυναικεία φορέματα, δροσοστάλαχτα κρίνα, ένα τραγούδι στην κοιλάδα.
Κι όμως τα βιβλία θα είναι εκεί στα ράφια• κρατούν από καλή γενιά,
Κατάγονται από τους ανθρώπους, αλλά και από τη λάμψη, τα ύψη.
Κι όμως τα βιβλία θα είναι εκεί στα ράφια, ξεχωριστές υπάρξεις,
Που εμφανίστηκαν κάποτε, ακόμη υγρά
Σαν κάστανα που αστράφτουν κάτω απ' ένα δέντρο το φθινόπωρο,
Και μ' ένα άγγιγμα, μ' ένα σιγοβράσιμο, άρχισαν να ζουν
Παρ' όλες τις φωτιές που έκαιγαν στον ορίζοντα, τους πύργους που ανατινάζονταν,
Τις φυλές που προέλαυναν, τους πλανήτες που κινούνταν.
«Υπάρχουμε», έλεγαν, ακόμη και όταν οι σελίδες τους
Σκίζονταν, ή μια βουερή φλόγα
Έγλειφε καταστροφικά τα γράμματά τους. Πόσο πιο ανθεκτικά
Από εμάς, που η αδύναμη θέρμη μας
Ψυχραίνεται από τη μνήμη, σκορπίζει, χάνεται.
Φαντάζομαι τη γη όταν δεν θα υπάρχω πια:
Τίποτα δεν συμβαίνει, καμιά απώλεια, η ίδια η παράξενη παρέλαση,
Γυναικεία φορέματα, δροσοστάλαχτα κρίνα, ένα τραγούδι στην κοιλάδα.
Κι όμως τα βιβλία θα είναι εκεί στα ράφια• κρατούν από καλή γενιά,
Κατάγονται από τους ανθρώπους, αλλά και από τη λάμψη, τα ύψη.
MINA LOY
Απολογία της ιδιοφυΐας
Εξοστρακισμένοι όπως είμαστε μαζί με το Θεό -
Οι παρατηρητές των πολιτισμένων αποβλήτων
αναστρέφουν τα σινιάλα τους στο διάβα μας
*
Λεπροί του φεγγαριού
όλοι μαγικά επιμολυσμένοι
ερχόμαστε ανάμεσά σας
ανυποψίαστοι
για τις λαμπερές πληγές μας
*
χωρίς να ξέρουμε
πόσο διεισδυτικά φεγγοβολά
το πνεύμα μας
πάνω στα πάθη του Ανθρώπου
μέχρι που στρέφετε πάνω μας το λείο ηλίθιο πρόσωπό σας
σαν γυμνωμένο πισινό με μορφασμό αβορίγινου
*
Εμείς είμαστε οι ιερατικοί κλόουν
που τρέφονται με άνεμο κι αστέρια
και τις σκονισμένες βοσκές της φτώχειας
*
Η βούλησή μας σχηματίζεται
από παράξενες πειθαρχίες
υπεράνω των δικών σας νόμων
*
Μπορεί να μας γεννάτε
ή να μας παντρεύεστε
οι πιθανότητες της σάρκας σας
δεν είναι το δικό μας πεπρωμένο -
*
Η πανοπλία της ψυχής
λάμπει ακόμα -
Και δεν μπορούμε να γνωρίζουμε
αν συγχέετε
μια τέτοια σύντομη
διάβρωση με την κατοχή
*
Μέσα στα ψυχρά σπήλαια του Αδημιούργητου
σφυρηλατώντας την αυγή του Χάους
φτιάχνουμε εκείνο το αυτοκρατορικό κόσμημα του Σύμπαντος
-την Ομορφιά-
*
Ενώ εσείς δεν βλέπετε παρά
μια ευαίσθητη σοδειά
εγκληματικών μυστηριακών αμάραντων
να στέκεται εμπρός στο δρεπάνι του λογοκριτή.
ΦΕΡΝΑΝΤΟ ΠΕΣΣΟΑ
ΦΕΡΝΑΝΤΟ ΠΕΣΣΟΑ
1885-1935
Ο ΦΥΛΑΚΑΣ ΤΩΝ ΚΟΠΑΔΙΩΝ
Είμ ‘ ένας φύλακας κοπαδιών.
Το κοπάδι είν’ οι σκέψεις μου
κι οι σκέψεις μου είν’ όλες αισθήσεις.
Σκέφτομαι με τα μάτια και τ’ αυτιά
και με τα χέρια και τα πόδια
και με τη μύτη και το στόμα.
Να σκέφτεσαι ένα λουλούδι σημαίνει να το βλέπεις και να το μυρίζεις.
Να τρως ένα φρούτο σημαίνει να γνωρίζεις την αίσθησή του.
Γι αυτό, σαν μια μέρα όλο ζέστη
νιώθω θλιμμένος που την απολαμβάνω τόσο
κι απλώνομαι παράμερα και πάνω στα χορτάρια
και κλείνω τα μάτια ολόζεστα,
νιώθω το κορμί μου ολάκερο να ‘χει αναποδογυρίσει στην πραγματικότητα,
ξέρω την αλήθεια κι είμ’ ευτυχισμένος.
μετάφραση: Φ. Δ. Δρακονταειδής
1885-1935
Ο ΦΥΛΑΚΑΣ ΤΩΝ ΚΟΠΑΔΙΩΝ
Είμ ‘ ένας φύλακας κοπαδιών.
Το κοπάδι είν’ οι σκέψεις μου
κι οι σκέψεις μου είν’ όλες αισθήσεις.
Σκέφτομαι με τα μάτια και τ’ αυτιά
και με τα χέρια και τα πόδια
και με τη μύτη και το στόμα.
Να σκέφτεσαι ένα λουλούδι σημαίνει να το βλέπεις και να το μυρίζεις.
Να τρως ένα φρούτο σημαίνει να γνωρίζεις την αίσθησή του.
Γι αυτό, σαν μια μέρα όλο ζέστη
νιώθω θλιμμένος που την απολαμβάνω τόσο
κι απλώνομαι παράμερα και πάνω στα χορτάρια
και κλείνω τα μάτια ολόζεστα,
νιώθω το κορμί μου ολάκερο να ‘χει αναποδογυρίσει στην πραγματικότητα,
ξέρω την αλήθεια κι είμ’ ευτυχισμένος.
μετάφραση: Φ. Δ. Δρακονταειδής
Πέμπτη 9 Απριλίου 2009
ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ..THOMAS ELIOT
Γ΄. ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ
Του ποταμού η σκεπή σωριάστηκε· τα στερνά δάχτυλα των φύλλων
Γαντζώνουν και βουλιάζουνε στην όχθη την υγρή. Ο αγέρας
Στην καστανόχρωμη τη γης διαβαίνει, ανάκουστος. Φύγανε οι νύμφες.
Γλυκέ μου Τάμεση, κύλα απαλά, το τραγούδι μου για να πω.
Ο ποταμός δεν κατεβάζει άδειες μποτίλιες, χαρτιά από σάντουιτς,
Μεταξωτά μαντίλια, χαρτονένια κουτιά, αποτσίγαρα
Κι άλλα τεκμήρια θερινών νυχτών. Φύγανε οι νύμφες.
Κι οι φίλοι τους, οι χασομέρηδες κληρονόμοι των διευθυντών του Σίτυ·
Φύγανε, δεν άφησαν διεύθυνση.
Επί των υδάτων Λεμάν κάθισα κι έκλαψα
Γλυκέ μου Τάμεση, κύλα απαλά, το τραγούδι μου για να πω,
Γλυκέ μου Τάμεση, κύλα απαλά, ’τι δε φωνάζω ούτε φλυαρώ.
Αλλά πίσω απ’ τη ράχη μου ακούω σε μια παγωμένη ριπή
Το κροτάλισμα των κοκάλων, και το πνιγμένο γέλιο ν’ απλώνεται. στην ακοή.
Ένα ποντίκι γλίστρησε απαλά μέσα στη βλάστηση
Τη λασπερή του σέρνοντας κοιλιά στην όχθη
Εκεί που ψάρευα στο μουντό κανάλι
Ένα χειμωνιάτικο δειλινό πίσω απ’ το Γκάζι
Ρεμβάζοντας πάνω στου βασιλιά αδελφού μου το ναυάγιο,
Πάνω στου βασιλιά πατέρα μου το θάνατο, πριν από εκείνον.
Λευκά κορμιά γυμνά στο έδαφος το χαμηλό το νοτισμένο
Ριγμένα κόκαλα σε χαμηλή μικρή ξερή σοφίτα,
Κροταλισμένα από του ποντικού το πόδι μόνο, χρόνο με χρόνο.
Αλλά πίσω απ’ τη ράχη μου φορές-φορές ακούω
Ήχους σαλπίγγων κι αυτοκινήτων, που θα φέρουν
Τον Σουήνη στην Κυρία Πόρτερ την άνοιξη.
Ω φεγγαράκι μου λαμπρό φέξε της Κυρα-Πόρτερ
Φέξε της κόρης της
Νίβουν τα πόδια τους σε νερό με σόδα
Et O ces voix d’ enfants, chantant dans la coupole !
Tιοτ τιοτ τιοτ
Γιακ γιακ γιακ γιακ γιακ γιακ
Τόσο βάναυσα χαλασμένη.
Τηρεό
Ανύπαρχτη Πολιτεία
Μέσα στην καστανή καταχνιά ενός χειμωνιάτικου μεσημεριού
Ο Σμυρνιός έμπορας, κύριος Ευγενίδης
Αξούριστος, με την τσέπη γεμάτη σταφίδες
Τσιφ Λόντρα: φορτωτικές εν όψει,
Με κάλεσε με τα πρόστυχά του γαλλικά
Για πρόγευμα στο Κάννον Στρήτ Ότέλ
Κι έπειτα το Σαββατοκύριακο στο Μετροπόλ.
Την ώρα τη μενεξεδιά, που τα μάτια κι η ράχη
Ανασηκώνουνται απ’ το γραφείο, που η μηχανή
του ανθρώπου περιμένει
Σαν το ταξί που σφύζει περιμένοντας,
Εγώ ο Τειρεσίας, μολονότι τυφλός, σφύζοντας ανάμεσα σε δυο ζωές,
Γέροντας με γυναίκειο στήθος ρυτιδωμένο, μπορώ να ιδώ,
Την ώρα τη μενεξεδιά, την ώρα τη δειλινή που μάχεται
Κατά το γυρισμό, και φέρνει το ναύτη στο λιμάνι από το πέλαγο,
Σπίτι της τη δακτυλογράφο την ώρα του τσαγιού· μαζεύει τ’ απομεινάρια του πρωινού της
Ανάβει τη θερμάστρα, κι αραδιάζει τρόφιμα από κονσέρβες.
Έξω από το παράθυρο απλωμένα ριψοκίνδυνα
Στεγνώνουνε τα σώρουχά της στου ήλιου τις τελευταίες αχτίνες,
Στοιβαγμένα στο ντιβάνι (τη νύχτα κρεβάτι της)
Κάλτσες, παντούφλες, μεσοφόρια, κορσέδες.
Εγώ ο Τειρεσίας, γέροντας με ρυτιδωμένα βυζιά
Διάκρινα τη σκηνή, και προφήτεψα τα επίλοιπα –
Κι εγώ περίμενα τον αναμενόμενο ξένο.
Εκείνος, νέος όλο σπυριά, καταφτάνει,
Υπάλληλος πρακτορείου μικροεταιρίας,
Με βλέμμα θαρραλέο, κάποιος απ’ τους μικρούς
Όπου η αυτοπεποίθηση είναι καθισμένη
Σαν το ψηλό μπραντφορδιανού ’κατομμυριούχου.
Τώρα η στιγμή είναι πρόσφορη, καθώς εικάζει,
Απόφαγε, βαριέται κι είναι κουρασμένη,
Κάνει μια απόπειρα να την μπλέξει σε χάδια
Που εκείνη δεν ποθεί, μήτε αποδοκιμάζει.
Πυρός κι αποφασιστικός, ρίχνεται αμέσως·
Χέρια ερευνητικά δε συναντούν αντίσταση·
Η ματαιοδοξία του δεν απαιτεί ανταπόκριση,
Και παίρνει για παραδοχή την αδιαφορία.
(Κι εγώ ο Τειρεσίας υπόφερα απ’ τα πριν όλα
Που εγίναν στο ίδιο τούτο ντιβάνι είτε κρεβάτι·
Εγώ που κάθισα στη Θήβα κάτω απ’ τα τείχη
Και περπάτησα ανάμεσα στους χαμηλότερους νεκρούς.)
Δίνει ένα στερνό προστατευτικό φιλί,
Και βγαίνει ψάχνοντας τη σκάλα τη σβηστή...
Eκείνη ρίχνει στον καθρέφτη μια ματιά,
Πως o εραστής της έφυγε το νιώθει μόλις·
Από το νου της μια άμορφη σκέψη περνά:
«Λοιπόν έγινε ό,τι έγινε: καλά που έχει τελειώσει»
Όταν στην τρέλα αφήνεται η ομορφονιά
Και πάλι, μόνη, βηματίζει απάνω-κάτω,
Μ’ αυτόματο χέρι διορθώνει τα μαλλιά
Κι έπειτα βάζει μια πλάκα στο φωνογράφο.
«Σύρθηκε προς εμένα πάνω στα νερά τούτη η μουσική»
Και στο μάκρος του Στραν ως το Κουήν Βικτώρια Στρητ.
Ω Πολιτεία Πολιτεία, μπορώ κάποτε κι ακούω
Πίσω από ένα μπαρ στο Λόουερ Ταίμς Στρητ,
Το απαλό γκρίνιασμα ενός μαντολίνου
Και τη βουή και τους θορύβους εκεί μέσα
Που τεμπελεύουν οι ψαράδες το μεσημέρι:
Εκεί που οι τοίχοι του Μάγνου του Μάρτυρα κρατούν
Μια ανεξήγητη λαμπράδα Ιωνικού λευκού και χρυσαφιού.
Ο ποταμός ιδρώνει
Πετρέλαιο και κατράμι
Τις μαούνες τις παίρνει
Το ρέμα που αλλάζει
Κόκκινα πανιά
Σταβέντο ανοιγμένα
Παίζουνε στη βαριά τους αντένα.
Οι μαούνες σπρώχνουν
Ξύλα στον αφρό
Στου Γκρήνιδζ τον κάβο
Πέρα απ’ το Σκυλονήσι.
Βεγιαλαλά λεγιά
Βάλλαλα λεγιαλαλά
Ο Λέστερ κι η Ελισάβετ
Χτυπώντας τα κουπιά
Η πρύμη σμιλεμένη
Κοχύλι χρυσωμένο
Κόκκινο και χρυσό
Το ρέμα φουσκωμένο
Κυμάτιζε στις άκρες
Φυσώντας ο γαρμπής
Έφερνε με το ρέμα
Ήχους από καμπάνες
Άσπροι πύργοι
Βεγιαλαλά λεγιά
Βάλλαλα λεγιαλαλά
«Τραμ και δέντρα σκονισμένα.
Το Χάιμπουρυ μ’ έθρεψε. Το Ρίτσμονδ και το Κιου
Με ξέκαναν. Στο Ρίτσμονδ σήκωσα τα γόνατά μου
Ανάσκελα σ’ ένα στενό βαρκάκι».
«Τα πόδια μου είναι στο Μουργκαίητ, κι καρδιά μου
Kατω απ’ τα πόδια μου. Σαν έγινε
Δάκρυσε. Μου ’ταξε “μια καινούργια ζωή”.
Δεν είπα τίποτε. Τι θες να με πειράξει;»
Στο Μαργκαίητ στους Άμμους.
Μπορώ να σχετίσω
Το τίποτε με τίποτε.
Τα σπασμένα νύχια στα βρώμικα χέρια.
Ανθρώποι μου φτωχοί μου ανθρώποι που δεν περιμένετε
Τίποτε».
λα λα
Στην Καρχηδόνα τότες ήρθα
Καίγοντας καίγοντας καίγοντας καίγοντας
Κύριε εξέσπασάς με
Κύριε εξέσπασας
Καίγοντας
Του ποταμού η σκεπή σωριάστηκε· τα στερνά δάχτυλα των φύλλων
Γαντζώνουν και βουλιάζουνε στην όχθη την υγρή. Ο αγέρας
Στην καστανόχρωμη τη γης διαβαίνει, ανάκουστος. Φύγανε οι νύμφες.
Γλυκέ μου Τάμεση, κύλα απαλά, το τραγούδι μου για να πω.
Ο ποταμός δεν κατεβάζει άδειες μποτίλιες, χαρτιά από σάντουιτς,
Μεταξωτά μαντίλια, χαρτονένια κουτιά, αποτσίγαρα
Κι άλλα τεκμήρια θερινών νυχτών. Φύγανε οι νύμφες.
Κι οι φίλοι τους, οι χασομέρηδες κληρονόμοι των διευθυντών του Σίτυ·
Φύγανε, δεν άφησαν διεύθυνση.
Επί των υδάτων Λεμάν κάθισα κι έκλαψα
Γλυκέ μου Τάμεση, κύλα απαλά, το τραγούδι μου για να πω,
Γλυκέ μου Τάμεση, κύλα απαλά, ’τι δε φωνάζω ούτε φλυαρώ.
Αλλά πίσω απ’ τη ράχη μου ακούω σε μια παγωμένη ριπή
Το κροτάλισμα των κοκάλων, και το πνιγμένο γέλιο ν’ απλώνεται. στην ακοή.
Ένα ποντίκι γλίστρησε απαλά μέσα στη βλάστηση
Τη λασπερή του σέρνοντας κοιλιά στην όχθη
Εκεί που ψάρευα στο μουντό κανάλι
Ένα χειμωνιάτικο δειλινό πίσω απ’ το Γκάζι
Ρεμβάζοντας πάνω στου βασιλιά αδελφού μου το ναυάγιο,
Πάνω στου βασιλιά πατέρα μου το θάνατο, πριν από εκείνον.
Λευκά κορμιά γυμνά στο έδαφος το χαμηλό το νοτισμένο
Ριγμένα κόκαλα σε χαμηλή μικρή ξερή σοφίτα,
Κροταλισμένα από του ποντικού το πόδι μόνο, χρόνο με χρόνο.
Αλλά πίσω απ’ τη ράχη μου φορές-φορές ακούω
Ήχους σαλπίγγων κι αυτοκινήτων, που θα φέρουν
Τον Σουήνη στην Κυρία Πόρτερ την άνοιξη.
Ω φεγγαράκι μου λαμπρό φέξε της Κυρα-Πόρτερ
Φέξε της κόρης της
Νίβουν τα πόδια τους σε νερό με σόδα
Et O ces voix d’ enfants, chantant dans la coupole !
Tιοτ τιοτ τιοτ
Γιακ γιακ γιακ γιακ γιακ γιακ
Τόσο βάναυσα χαλασμένη.
Τηρεό
Ανύπαρχτη Πολιτεία
Μέσα στην καστανή καταχνιά ενός χειμωνιάτικου μεσημεριού
Ο Σμυρνιός έμπορας, κύριος Ευγενίδης
Αξούριστος, με την τσέπη γεμάτη σταφίδες
Τσιφ Λόντρα: φορτωτικές εν όψει,
Με κάλεσε με τα πρόστυχά του γαλλικά
Για πρόγευμα στο Κάννον Στρήτ Ότέλ
Κι έπειτα το Σαββατοκύριακο στο Μετροπόλ.
Την ώρα τη μενεξεδιά, που τα μάτια κι η ράχη
Ανασηκώνουνται απ’ το γραφείο, που η μηχανή
του ανθρώπου περιμένει
Σαν το ταξί που σφύζει περιμένοντας,
Εγώ ο Τειρεσίας, μολονότι τυφλός, σφύζοντας ανάμεσα σε δυο ζωές,
Γέροντας με γυναίκειο στήθος ρυτιδωμένο, μπορώ να ιδώ,
Την ώρα τη μενεξεδιά, την ώρα τη δειλινή που μάχεται
Κατά το γυρισμό, και φέρνει το ναύτη στο λιμάνι από το πέλαγο,
Σπίτι της τη δακτυλογράφο την ώρα του τσαγιού· μαζεύει τ’ απομεινάρια του πρωινού της
Ανάβει τη θερμάστρα, κι αραδιάζει τρόφιμα από κονσέρβες.
Έξω από το παράθυρο απλωμένα ριψοκίνδυνα
Στεγνώνουνε τα σώρουχά της στου ήλιου τις τελευταίες αχτίνες,
Στοιβαγμένα στο ντιβάνι (τη νύχτα κρεβάτι της)
Κάλτσες, παντούφλες, μεσοφόρια, κορσέδες.
Εγώ ο Τειρεσίας, γέροντας με ρυτιδωμένα βυζιά
Διάκρινα τη σκηνή, και προφήτεψα τα επίλοιπα –
Κι εγώ περίμενα τον αναμενόμενο ξένο.
Εκείνος, νέος όλο σπυριά, καταφτάνει,
Υπάλληλος πρακτορείου μικροεταιρίας,
Με βλέμμα θαρραλέο, κάποιος απ’ τους μικρούς
Όπου η αυτοπεποίθηση είναι καθισμένη
Σαν το ψηλό μπραντφορδιανού ’κατομμυριούχου.
Τώρα η στιγμή είναι πρόσφορη, καθώς εικάζει,
Απόφαγε, βαριέται κι είναι κουρασμένη,
Κάνει μια απόπειρα να την μπλέξει σε χάδια
Που εκείνη δεν ποθεί, μήτε αποδοκιμάζει.
Πυρός κι αποφασιστικός, ρίχνεται αμέσως·
Χέρια ερευνητικά δε συναντούν αντίσταση·
Η ματαιοδοξία του δεν απαιτεί ανταπόκριση,
Και παίρνει για παραδοχή την αδιαφορία.
(Κι εγώ ο Τειρεσίας υπόφερα απ’ τα πριν όλα
Που εγίναν στο ίδιο τούτο ντιβάνι είτε κρεβάτι·
Εγώ που κάθισα στη Θήβα κάτω απ’ τα τείχη
Και περπάτησα ανάμεσα στους χαμηλότερους νεκρούς.)
Δίνει ένα στερνό προστατευτικό φιλί,
Και βγαίνει ψάχνοντας τη σκάλα τη σβηστή...
Eκείνη ρίχνει στον καθρέφτη μια ματιά,
Πως o εραστής της έφυγε το νιώθει μόλις·
Από το νου της μια άμορφη σκέψη περνά:
«Λοιπόν έγινε ό,τι έγινε: καλά που έχει τελειώσει»
Όταν στην τρέλα αφήνεται η ομορφονιά
Και πάλι, μόνη, βηματίζει απάνω-κάτω,
Μ’ αυτόματο χέρι διορθώνει τα μαλλιά
Κι έπειτα βάζει μια πλάκα στο φωνογράφο.
«Σύρθηκε προς εμένα πάνω στα νερά τούτη η μουσική»
Και στο μάκρος του Στραν ως το Κουήν Βικτώρια Στρητ.
Ω Πολιτεία Πολιτεία, μπορώ κάποτε κι ακούω
Πίσω από ένα μπαρ στο Λόουερ Ταίμς Στρητ,
Το απαλό γκρίνιασμα ενός μαντολίνου
Και τη βουή και τους θορύβους εκεί μέσα
Που τεμπελεύουν οι ψαράδες το μεσημέρι:
Εκεί που οι τοίχοι του Μάγνου του Μάρτυρα κρατούν
Μια ανεξήγητη λαμπράδα Ιωνικού λευκού και χρυσαφιού.
Ο ποταμός ιδρώνει
Πετρέλαιο και κατράμι
Τις μαούνες τις παίρνει
Το ρέμα που αλλάζει
Κόκκινα πανιά
Σταβέντο ανοιγμένα
Παίζουνε στη βαριά τους αντένα.
Οι μαούνες σπρώχνουν
Ξύλα στον αφρό
Στου Γκρήνιδζ τον κάβο
Πέρα απ’ το Σκυλονήσι.
Βεγιαλαλά λεγιά
Βάλλαλα λεγιαλαλά
Ο Λέστερ κι η Ελισάβετ
Χτυπώντας τα κουπιά
Η πρύμη σμιλεμένη
Κοχύλι χρυσωμένο
Κόκκινο και χρυσό
Το ρέμα φουσκωμένο
Κυμάτιζε στις άκρες
Φυσώντας ο γαρμπής
Έφερνε με το ρέμα
Ήχους από καμπάνες
Άσπροι πύργοι
Βεγιαλαλά λεγιά
Βάλλαλα λεγιαλαλά
«Τραμ και δέντρα σκονισμένα.
Το Χάιμπουρυ μ’ έθρεψε. Το Ρίτσμονδ και το Κιου
Με ξέκαναν. Στο Ρίτσμονδ σήκωσα τα γόνατά μου
Ανάσκελα σ’ ένα στενό βαρκάκι».
«Τα πόδια μου είναι στο Μουργκαίητ, κι καρδιά μου
Kατω απ’ τα πόδια μου. Σαν έγινε
Δάκρυσε. Μου ’ταξε “μια καινούργια ζωή”.
Δεν είπα τίποτε. Τι θες να με πειράξει;»
Στο Μαργκαίητ στους Άμμους.
Μπορώ να σχετίσω
Το τίποτε με τίποτε.
Τα σπασμένα νύχια στα βρώμικα χέρια.
Ανθρώποι μου φτωχοί μου ανθρώποι που δεν περιμένετε
Τίποτε».
λα λα
Στην Καρχηδόνα τότες ήρθα
Καίγοντας καίγοντας καίγοντας καίγοντας
Κύριε εξέσπασάς με
Κύριε εξέσπασας
Καίγοντας
Ετικέτες
ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ..
Τετάρτη 8 Απριλίου 2009
THOMAS ELIOT
Β΄. ΜΙΑ ΠΑΡΤΙΔΑ ΣΚΑΚΙ
Το Κάθισμα όπου κάθονταν, σα στιλβωμένος θρόνος,
Έλαμπε στο μάρμαρο, όπου ο καθρέφτης
Που βάσταζαν κοντάρια πλουμισμένα με κλήματα
Όθε ξεμύτιζε ένας χρυσός Ερωτιδέας
(Με τη φτερούγα σκέπαζε τα μάτια του άλλος ένας)
Ζευγάρωνε φλόγες από εφτάκλωνους κεροστάτες
Αντιφεγγίζοντας το φως επάνω στο τραπέζι ένώ
Των κοσμημάτων της η λάμψη ορμούσε να το συναντήσει,
Πλούσια ξεχειλίζοντας σε θήκες μεταξωτές.
Σε φιάλες από φίλντισι και χρωματιστό γυαλί
Ξεβούλωτες, ενέδρευαν τ’ αλλόκοτα συνθετικά μυρωδικά της,
Υγρά, σε σκόνη, ή σ’ αλοιφή – σκοτίζανε, συγχύζανε
Και πνίγανε την αίσθηση με αρώματα· ερεθισμένα απ’ τον αγέρα
Που έμπαινε δροσερός απ’ το παράθυρο, τούτα ανεβαίναν
Παχαίνοντας τις τεντωμένες φλόγες των κεριών,
Ρίχνανε τον καπνό τους στα λακουεάρια,
Ξυπνώντας τα στολίσματα στο φατνωτό ταβάνι.
Πελώρια ξύλα πελαγίσια ταγισμένα μπακίρι
Έκαιγαν πράσινα και πορτοκαλιά, με πέτρα πολύχρωμη πλαισιωμένα,
Και στο θλιμμένο τούτο φως ένα δελφίνι σκαλισμένο κολυμπούσε.
Πάνω απ’ τ’ αρχαίο το τζάκι παρουσιάζονταν
Λες κι άνοιγε παράθυρο σε μιαν υλαία σκηνή
Η μεταμόρφωση της Φιλομήλας, της χαλασμένης τόσο βάναυσα
Από το βάρβαρο βασιλέα· κι όμως εκεί τα’ αηδόνι
Την έρημο όλη γέμιζε μ’ απαραβίαστη φωνή
Κι ακόμη φώναζε κι ακόμη ο κόσμος κυνηγάει,
«Γιακ, γιακ» σε βρώμικα αυτιά.
Κι άλλες ακόμη ρίζες μαραμένες των καιρών
Ήταν στον τοίχο ιστορισμένες· προσηλωμένα σχήματα
Σκύβαν, δηλώνοντας τη σιωπή στην περίκλειστη κάμαρα.
Πατήματα σερνόντουσαν στα σκαλοπάτια.
Κάτω απ’ το φέγγος της φωτιάς, κάτω απ’ τη βούρτσα, η κόμη της
Άπλωνε πύρινες ακίδες
Έλαμπε με λόγια, Κι ύστερα έπεφτε σε μιαν άγρια γαλήνη.
«Τα νεύρα μου είναι άσχημα σήμερα βράδυ.
Ναι, άσκημα. Μείνε μαζί μου.
Μίλησέ μου. Λοιπόν ποτέ σου δε μιλάς; Μίλησε.
Τι συλλογίζεσαι τώρα; Τι συλλογιέσαι; Τι;
Ποτές δεν ξέρω τι συλλογίζεσαι. Συλλογίσου».
Συλλογίζομαι πως είμαστε στων ποντικών το μονοπάτι
Εκεί που οι πεθαμένοι χάσανε τα κόκαλά τους.
«Τι είναι αυτός ο θόρυβος;»
Ο αγέρας κάτω απ’ την πόρτα.
«Τι είναι αυτός ο θόρυβος τώρα; Τι κάνει ο αγέρας;»
Τίποτε πάλι τίποτε.
«Δεν
Ξέρεις τίποτε; Δε βλέπεις τίποτε; Δε θυμάσαι
Τίποτε ;»
Θυμάμαι
Να, τα μαργαριτάρια τα μάτια του.
«Είσαι ή δεν είσαι ζωντανός; Δεν έχεις τίποτε μες στο κεφάλι σου;»
Αλλά
Χο χο χο χο το Σαιξπηχήρειο τούτο φοξ –
Είναι κομψότατο
Είναι ξυπνότατο
«Τι θα κάνω τώρα; Τι θα κάνω;»
«Θα ξεπορτίσω όπως είμαι, και θα γυρνώ στους δρόμους
Με τα μαλλιά μου ξέπλεκα, έτσι. Τι θα κάνουμε αύριο;
Τι θα κάνουμε πάντα;»
Ζεστό νερό στις δέκα.
Κι αν βρέχει, το κλεισμένο αμάξι στις τέσσερεις.
Και θα παίξουμε μια παρτίδα σκάκι,
Πιέζοντας μάτια δίχως βλέφαρα και περιμένοντας ένα χτύπημα στην πόρτα.
Όταν ο άντρας της Λιλ αποστρατεύτηκε, της λέω,
Δεν τα μασούσα τα λόγια μου, τής λέω αυτηνής ’γω που με βλέπεις,
ΕΜΠΡΟΣ ΕΙΝΑΙ ΩΡΑ
Τώρα πού γυρίζει ό Γιάννης, κοίταξε να σουλουπιαστείς λιγάκι.
Θα γυρέψει να μάθει τι τα ’κανες κείνα τα λεφτά που σου ’δωσε
Να ξαναβάλεις καν ’να δόντι. Σ’ τα ’δωσε, ήμουν εκεί.
Άει να τα βγάλεις, Λιλ, και βάλε μια καλή μασέλα,
Μα το Θεό, σου ’πε, σιχαίνουμαι που σε βλέπω.
Κι εγώ το ίδιο, της λέω, σκέψου τον κακόμερο το Γιάννη,
Τέσσερα χρόνια στρατιώτης, θα θέλει καλοπέραση,
Κι α δεν του τη δώσεις, άλλες θα του τη δώσουν, της λέω.
Α έτσι, μου λέει. Κάτι σαν τέτοιο, της λέω.
Τότες θα ξέρω ποιανού χρωστάω χάρη, μου λέει και με καρφώνει με τα μάτια.
ΕΜΠΡΟΣ ΕΙΝΑΙ ΩΡΑ
Κι α δε σ’ αρέσει τράβα τον κατήφορο, της λέω,
Άλλοι διαλέγουνε και παίρνουνε σαν εσύ δεν τα καταφέρνεις.
Μ’ α σου το στρίψει ο Γιάννης, δε θα πει πως δε βρέθηκε άνθρωπος να σου κουβεντιάσει.
Είναι να ντρέπεσαι, της λέω, που μοιάζεις τέτοια αρχαιολογία.
(Κι αυτή μονάχα τριάντα ενός.)
Μα τι να κάνω, μου λέει, και στραβομουτσούνιασε,
Φταίνε κείνα τα χάπια, μου λέει, που πήρα για να το ρίξω.
(Έκανε κιόλας πέντε, και πήγε να πεθάνει απ’ το μικρό της το Γιωργή.)
Ο φαρμακοποιός είπε θα ’ναι εν τάξει, μα ποτές δεν ξανάγινα όπως ήμουν.
Είσαι ντιπ άμυαλη, της λέω.
Το λοιπόν, αν ο Γιάννης δε σ’ αφήνει ήσυχη, εδώ ’ναι ό κόμπος, τής λέω,
Τι πας και μου παντρεύεσαι σα δεν τα θέλεις τα παιδιά;
ΕΜΠΡΟΣ ΕΙΝΑΙ ΩΡΑ
Λοιπόν, κείνη την Κεριακή ήταν ο Γιάννης σπίτι, κι είχανε ζεστό χοιρομέρι,
Και με καλέσανε το βράδυ, να τ’ απολάψω ζεστό –
ΕΜΠΡΟΣ ΕΙΝΑΙ ΩΡΑ
ΕΜΠΡΟΣ ΕΙΝΑΙ ΩΡΑ
Καλυνύχτα Μπιλλ. Καληνύχτα Λου. Καληνύχτα Μαίη. Καληνύχτα.
Γεια γεια. Καληνύχτα. Καληνύχτα.
Καληνύχτα, κυρίες, καληνύχτα, γλυκιές μου κυρίες, καληνύχτα, καληνύχτα.
Το Κάθισμα όπου κάθονταν, σα στιλβωμένος θρόνος,
Έλαμπε στο μάρμαρο, όπου ο καθρέφτης
Που βάσταζαν κοντάρια πλουμισμένα με κλήματα
Όθε ξεμύτιζε ένας χρυσός Ερωτιδέας
(Με τη φτερούγα σκέπαζε τα μάτια του άλλος ένας)
Ζευγάρωνε φλόγες από εφτάκλωνους κεροστάτες
Αντιφεγγίζοντας το φως επάνω στο τραπέζι ένώ
Των κοσμημάτων της η λάμψη ορμούσε να το συναντήσει,
Πλούσια ξεχειλίζοντας σε θήκες μεταξωτές.
Σε φιάλες από φίλντισι και χρωματιστό γυαλί
Ξεβούλωτες, ενέδρευαν τ’ αλλόκοτα συνθετικά μυρωδικά της,
Υγρά, σε σκόνη, ή σ’ αλοιφή – σκοτίζανε, συγχύζανε
Και πνίγανε την αίσθηση με αρώματα· ερεθισμένα απ’ τον αγέρα
Που έμπαινε δροσερός απ’ το παράθυρο, τούτα ανεβαίναν
Παχαίνοντας τις τεντωμένες φλόγες των κεριών,
Ρίχνανε τον καπνό τους στα λακουεάρια,
Ξυπνώντας τα στολίσματα στο φατνωτό ταβάνι.
Πελώρια ξύλα πελαγίσια ταγισμένα μπακίρι
Έκαιγαν πράσινα και πορτοκαλιά, με πέτρα πολύχρωμη πλαισιωμένα,
Και στο θλιμμένο τούτο φως ένα δελφίνι σκαλισμένο κολυμπούσε.
Πάνω απ’ τ’ αρχαίο το τζάκι παρουσιάζονταν
Λες κι άνοιγε παράθυρο σε μιαν υλαία σκηνή
Η μεταμόρφωση της Φιλομήλας, της χαλασμένης τόσο βάναυσα
Από το βάρβαρο βασιλέα· κι όμως εκεί τα’ αηδόνι
Την έρημο όλη γέμιζε μ’ απαραβίαστη φωνή
Κι ακόμη φώναζε κι ακόμη ο κόσμος κυνηγάει,
«Γιακ, γιακ» σε βρώμικα αυτιά.
Κι άλλες ακόμη ρίζες μαραμένες των καιρών
Ήταν στον τοίχο ιστορισμένες· προσηλωμένα σχήματα
Σκύβαν, δηλώνοντας τη σιωπή στην περίκλειστη κάμαρα.
Πατήματα σερνόντουσαν στα σκαλοπάτια.
Κάτω απ’ το φέγγος της φωτιάς, κάτω απ’ τη βούρτσα, η κόμη της
Άπλωνε πύρινες ακίδες
Έλαμπε με λόγια, Κι ύστερα έπεφτε σε μιαν άγρια γαλήνη.
«Τα νεύρα μου είναι άσχημα σήμερα βράδυ.
Ναι, άσκημα. Μείνε μαζί μου.
Μίλησέ μου. Λοιπόν ποτέ σου δε μιλάς; Μίλησε.
Τι συλλογίζεσαι τώρα; Τι συλλογιέσαι; Τι;
Ποτές δεν ξέρω τι συλλογίζεσαι. Συλλογίσου».
Συλλογίζομαι πως είμαστε στων ποντικών το μονοπάτι
Εκεί που οι πεθαμένοι χάσανε τα κόκαλά τους.
«Τι είναι αυτός ο θόρυβος;»
Ο αγέρας κάτω απ’ την πόρτα.
«Τι είναι αυτός ο θόρυβος τώρα; Τι κάνει ο αγέρας;»
Τίποτε πάλι τίποτε.
«Δεν
Ξέρεις τίποτε; Δε βλέπεις τίποτε; Δε θυμάσαι
Τίποτε ;»
Θυμάμαι
Να, τα μαργαριτάρια τα μάτια του.
«Είσαι ή δεν είσαι ζωντανός; Δεν έχεις τίποτε μες στο κεφάλι σου;»
Αλλά
Χο χο χο χο το Σαιξπηχήρειο τούτο φοξ –
Είναι κομψότατο
Είναι ξυπνότατο
«Τι θα κάνω τώρα; Τι θα κάνω;»
«Θα ξεπορτίσω όπως είμαι, και θα γυρνώ στους δρόμους
Με τα μαλλιά μου ξέπλεκα, έτσι. Τι θα κάνουμε αύριο;
Τι θα κάνουμε πάντα;»
Ζεστό νερό στις δέκα.
Κι αν βρέχει, το κλεισμένο αμάξι στις τέσσερεις.
Και θα παίξουμε μια παρτίδα σκάκι,
Πιέζοντας μάτια δίχως βλέφαρα και περιμένοντας ένα χτύπημα στην πόρτα.
Όταν ο άντρας της Λιλ αποστρατεύτηκε, της λέω,
Δεν τα μασούσα τα λόγια μου, τής λέω αυτηνής ’γω που με βλέπεις,
ΕΜΠΡΟΣ ΕΙΝΑΙ ΩΡΑ
Τώρα πού γυρίζει ό Γιάννης, κοίταξε να σουλουπιαστείς λιγάκι.
Θα γυρέψει να μάθει τι τα ’κανες κείνα τα λεφτά που σου ’δωσε
Να ξαναβάλεις καν ’να δόντι. Σ’ τα ’δωσε, ήμουν εκεί.
Άει να τα βγάλεις, Λιλ, και βάλε μια καλή μασέλα,
Μα το Θεό, σου ’πε, σιχαίνουμαι που σε βλέπω.
Κι εγώ το ίδιο, της λέω, σκέψου τον κακόμερο το Γιάννη,
Τέσσερα χρόνια στρατιώτης, θα θέλει καλοπέραση,
Κι α δεν του τη δώσεις, άλλες θα του τη δώσουν, της λέω.
Α έτσι, μου λέει. Κάτι σαν τέτοιο, της λέω.
Τότες θα ξέρω ποιανού χρωστάω χάρη, μου λέει και με καρφώνει με τα μάτια.
ΕΜΠΡΟΣ ΕΙΝΑΙ ΩΡΑ
Κι α δε σ’ αρέσει τράβα τον κατήφορο, της λέω,
Άλλοι διαλέγουνε και παίρνουνε σαν εσύ δεν τα καταφέρνεις.
Μ’ α σου το στρίψει ο Γιάννης, δε θα πει πως δε βρέθηκε άνθρωπος να σου κουβεντιάσει.
Είναι να ντρέπεσαι, της λέω, που μοιάζεις τέτοια αρχαιολογία.
(Κι αυτή μονάχα τριάντα ενός.)
Μα τι να κάνω, μου λέει, και στραβομουτσούνιασε,
Φταίνε κείνα τα χάπια, μου λέει, που πήρα για να το ρίξω.
(Έκανε κιόλας πέντε, και πήγε να πεθάνει απ’ το μικρό της το Γιωργή.)
Ο φαρμακοποιός είπε θα ’ναι εν τάξει, μα ποτές δεν ξανάγινα όπως ήμουν.
Είσαι ντιπ άμυαλη, της λέω.
Το λοιπόν, αν ο Γιάννης δε σ’ αφήνει ήσυχη, εδώ ’ναι ό κόμπος, τής λέω,
Τι πας και μου παντρεύεσαι σα δεν τα θέλεις τα παιδιά;
ΕΜΠΡΟΣ ΕΙΝΑΙ ΩΡΑ
Λοιπόν, κείνη την Κεριακή ήταν ο Γιάννης σπίτι, κι είχανε ζεστό χοιρομέρι,
Και με καλέσανε το βράδυ, να τ’ απολάψω ζεστό –
ΕΜΠΡΟΣ ΕΙΝΑΙ ΩΡΑ
ΕΜΠΡΟΣ ΕΙΝΑΙ ΩΡΑ
Καλυνύχτα Μπιλλ. Καληνύχτα Λου. Καληνύχτα Μαίη. Καληνύχτα.
Γεια γεια. Καληνύχτα. Καληνύχτα.
Καληνύχτα, κυρίες, καληνύχτα, γλυκιές μου κυρίες, καληνύχτα, καληνύχτα.
Ετικέτες
Β. ΜΙΑ ΠΑΡΤΙΔΑ ΣΚΑΚΙ..,
THOMAS ELIOT
Τρίτη 7 Απριλίου 2009
THOMAS ELIOT
THOMAS ELIOT
A΄. Η ΤΑΦΗ ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΥ
Ο Απρίλης είναι ο μήνας ο σκληρός, γεννώντας
Μες απ’ την πεθαμένη γη τις πασχαλιές, σμίγοντας
Θύμηση κι επιθυμία, ταράζοντας
Με τη βροχή της άνοιξης ρίζες οκνές.
Ο χειμώνας μας ζέσταινε, σκεπάζοντας
Τη γη με το χιόνι της λησμονιάς, θρέφοντας
Λίγη ζωή μ’ απόξερους βολβούς.
Το καλοκαίρι μας ξάφνισε καθώς ήρθε πάνω απ’ το Σταρνμπέργκερζε
Με μια μπόρα· σταματήσαμε στις κολόνες,
Και προχωρήσαμε στη λιακάδα, ως το Χόφγκαρτεν,
Κι ήπιαμε καφέ, και κουβεντιάσαμε καμιάν ώρα.
Bin gar keine Russin, stamm’ aus Litauen, echt deutsch.
Και σαν ήμασταν παιδιά, μέναμε στου αρχιδούκα,
Του ξαδέρφου μου, με πήρε με το έλκηθρο,
Και τρόμαξα. Κι έλεγε, Μαρία,
Μαρία, κρατήσου δυνατά. Και πήραμε τhν κατηφόρα.
Εκεί νιώθεις ελευθερία, στa βουνά.
Διαβάζω, σχεδόν όλη νύχτα, και πηγαίνω το χειμώνα στο νότο.
Ποιες ρίζες απλώνονται γρυπές, ποιοι κλώνοι δυναμώνουν
Μέσα στα πέτρινα τούτα σαρίδια; Γιε του ανθρώπου,
Να πεις ή να μαντέψεις, δεν μπορείς, γιατί γνωρίζεις μόνο
Μια στοίβα σπασμένες εικόνες, όπου χτυπάει ο ήλιός,
Και δε σου δίνει σκέπη το πεθαμένο δέντρο, κι ο γρύλος ανακούφιση,
Κι η στεγνή πέτρα ήχο νερού. Μόνο
Έχει σκιά στον κόκκινο τούτο βράχο,
(Έλα κάτω απ’ τον ίσκιο του κόκκινου βράχου),
Και θα σου δείξω κάτι διαφορετικό
Κι από τον ίσκιο σου το πρωί που δρασκελάει ξοπίσω σου
Κι από τον ίσκιο σου το βράδυ που ορθώνεται να σ’ ανταμώσει
Μέσα σε μια φούχτα σκόνη θα σου δείξω το φόβο.
Frisch weht der Wind
Der Heimat zu,
Mein Irisch KindWo weilest du?
«Μου χάρισες γυάκινθους πρώτη φορά πριν ένα χρόνο·
Μ’ έλεγαν h γυακίνθινη κοπέλα».
—Όμως όταν γυρίσαμε απ’ τον κήπο των Γυακίνθων,
Ήταν αργά, γεμάτη η αγκάλη σου, και τα μαλλιά σου υγρά, δεν μπορούσα
Να μιλήσω, θολώσανε τα μάτια μου, δεν ήμουν
Ζωντανός μήτε πεθαμένος, και δεν ήξερα τίποτε,
Κοιτάζοντας στην καρδιά του φωτός, τη σιωπή.
Oed’und leer das Meer.
Η κυρία Σόζοστρις, διάσημη χαρτομάντισσα,
Ήταν πολύ κρυολογημένη, μολαταύτα
Λένε πως είναι η πιο σοφή γυναίκα της Ευρώπης,
Με μια διαβολεμένη τράπουλα. Εδώ, είπε,
Είν’ το χαρτί σας, ο πνιγμένος Φοίνικας Θαλασσινός,
(Να, τα μαργαριτάρια, τα μάτια του. Κοιτάχτε!)
Εδώ ’ναι η Μπελλαντόνα, η Δέσποινα των Βράχων,
Η δέσποινα των καταστάσεων.
Εδώ ’ναι ο άνθρωπος με τα τρία μπαστούνια, κι εδώ ο Τροχός,
Κι εδώ ο μονόφθαλμος έμπορας, και τούτο το χαρτί,
Τα’ αδειανό, κάτι που σηκώνει στον ώμο,
Που ’ναι απαγορεμένο να το δω. Δε βρίσκω
Τον Κρεμασμένο. Να φοβάστε τον πνιγμό.
Βλέπω πλήθος λαό, να περπατά ένα γύρο.
Ευκαριστώ. Α δείτε την αγαπητή μου Κυρίαν Ισοψάλτου,
Πείτε της πως θα φέρνω τ’ ωροσκόπιο μοναχή μου:
Πρέπει να φυλαγόμαστε πολύ στον καιρό μας.
Ανύπαρχτη Πολιτεία,
Μέσα στην καστανή καταχνιά μιας χειμωνιάτικης αυγής,
Χύνουνταν στο Γιοφύρι της Λόντρας ένα πλήθος, τόσοι πολλοί,
Δεν το ’χα σκεφτεί πως ο θάνατος είχε ξεκάνει τόσους πολλούς.
Μικροί και σπάνιοι στεναγμοί αναδινόντουσαν,
Και κάρφωνε ο καθένας μπρος στα πόδια του τα μάτια.
Χύνουνταν πέρα στο ύψωμα και κάτω στο Κίνγκ Ουίλλιαμ Στρήτ,
Εκεί που η Παναγία Γούλνοθ μέτραε τις ώρες
Με ήχο νεκρό στο στερνό χτύπημα των εννιά.
Εκεί είδα έναν που γνώριζα, και τον σταμάτησα, φωνάζοντας: «Στέτσον!
Συ που ήσουνα μαζί μου στις Μύλες με τα καράβια !
Κείνο το λείψανο που φύτεψες στον κήπο σου τον άλλο χρόνο,
Άρχισε να βλασταίνει; Πες μου, θ’ ανθίσει εφέτο;
Ή μήπως η ξαφνική παγωνιά πείραξε τη βραγιά του;
Ω κράτα μακριά το Σκυλί τον αγαπάει. τον άνθρωπο,
Τι με τα νύχια του θα το ξεχώσει πάλι !
Συ ! hypocrite lecteur ! – mon semblable, - mon frère ! »
A΄. Η ΤΑΦΗ ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΥ
Ο Απρίλης είναι ο μήνας ο σκληρός, γεννώντας
Μες απ’ την πεθαμένη γη τις πασχαλιές, σμίγοντας
Θύμηση κι επιθυμία, ταράζοντας
Με τη βροχή της άνοιξης ρίζες οκνές.
Ο χειμώνας μας ζέσταινε, σκεπάζοντας
Τη γη με το χιόνι της λησμονιάς, θρέφοντας
Λίγη ζωή μ’ απόξερους βολβούς.
Το καλοκαίρι μας ξάφνισε καθώς ήρθε πάνω απ’ το Σταρνμπέργκερζε
Με μια μπόρα· σταματήσαμε στις κολόνες,
Και προχωρήσαμε στη λιακάδα, ως το Χόφγκαρτεν,
Κι ήπιαμε καφέ, και κουβεντιάσαμε καμιάν ώρα.
Bin gar keine Russin, stamm’ aus Litauen, echt deutsch.
Και σαν ήμασταν παιδιά, μέναμε στου αρχιδούκα,
Του ξαδέρφου μου, με πήρε με το έλκηθρο,
Και τρόμαξα. Κι έλεγε, Μαρία,
Μαρία, κρατήσου δυνατά. Και πήραμε τhν κατηφόρα.
Εκεί νιώθεις ελευθερία, στa βουνά.
Διαβάζω, σχεδόν όλη νύχτα, και πηγαίνω το χειμώνα στο νότο.
Ποιες ρίζες απλώνονται γρυπές, ποιοι κλώνοι δυναμώνουν
Μέσα στα πέτρινα τούτα σαρίδια; Γιε του ανθρώπου,
Να πεις ή να μαντέψεις, δεν μπορείς, γιατί γνωρίζεις μόνο
Μια στοίβα σπασμένες εικόνες, όπου χτυπάει ο ήλιός,
Και δε σου δίνει σκέπη το πεθαμένο δέντρο, κι ο γρύλος ανακούφιση,
Κι η στεγνή πέτρα ήχο νερού. Μόνο
Έχει σκιά στον κόκκινο τούτο βράχο,
(Έλα κάτω απ’ τον ίσκιο του κόκκινου βράχου),
Και θα σου δείξω κάτι διαφορετικό
Κι από τον ίσκιο σου το πρωί που δρασκελάει ξοπίσω σου
Κι από τον ίσκιο σου το βράδυ που ορθώνεται να σ’ ανταμώσει
Μέσα σε μια φούχτα σκόνη θα σου δείξω το φόβο.
Frisch weht der Wind
Der Heimat zu,
Mein Irisch KindWo weilest du?
«Μου χάρισες γυάκινθους πρώτη φορά πριν ένα χρόνο·
Μ’ έλεγαν h γυακίνθινη κοπέλα».
—Όμως όταν γυρίσαμε απ’ τον κήπο των Γυακίνθων,
Ήταν αργά, γεμάτη η αγκάλη σου, και τα μαλλιά σου υγρά, δεν μπορούσα
Να μιλήσω, θολώσανε τα μάτια μου, δεν ήμουν
Ζωντανός μήτε πεθαμένος, και δεν ήξερα τίποτε,
Κοιτάζοντας στην καρδιά του φωτός, τη σιωπή.
Oed’und leer das Meer.
Η κυρία Σόζοστρις, διάσημη χαρτομάντισσα,
Ήταν πολύ κρυολογημένη, μολαταύτα
Λένε πως είναι η πιο σοφή γυναίκα της Ευρώπης,
Με μια διαβολεμένη τράπουλα. Εδώ, είπε,
Είν’ το χαρτί σας, ο πνιγμένος Φοίνικας Θαλασσινός,
(Να, τα μαργαριτάρια, τα μάτια του. Κοιτάχτε!)
Εδώ ’ναι η Μπελλαντόνα, η Δέσποινα των Βράχων,
Η δέσποινα των καταστάσεων.
Εδώ ’ναι ο άνθρωπος με τα τρία μπαστούνια, κι εδώ ο Τροχός,
Κι εδώ ο μονόφθαλμος έμπορας, και τούτο το χαρτί,
Τα’ αδειανό, κάτι που σηκώνει στον ώμο,
Που ’ναι απαγορεμένο να το δω. Δε βρίσκω
Τον Κρεμασμένο. Να φοβάστε τον πνιγμό.
Βλέπω πλήθος λαό, να περπατά ένα γύρο.
Ευκαριστώ. Α δείτε την αγαπητή μου Κυρίαν Ισοψάλτου,
Πείτε της πως θα φέρνω τ’ ωροσκόπιο μοναχή μου:
Πρέπει να φυλαγόμαστε πολύ στον καιρό μας.
Ανύπαρχτη Πολιτεία,
Μέσα στην καστανή καταχνιά μιας χειμωνιάτικης αυγής,
Χύνουνταν στο Γιοφύρι της Λόντρας ένα πλήθος, τόσοι πολλοί,
Δεν το ’χα σκεφτεί πως ο θάνατος είχε ξεκάνει τόσους πολλούς.
Μικροί και σπάνιοι στεναγμοί αναδινόντουσαν,
Και κάρφωνε ο καθένας μπρος στα πόδια του τα μάτια.
Χύνουνταν πέρα στο ύψωμα και κάτω στο Κίνγκ Ουίλλιαμ Στρήτ,
Εκεί που η Παναγία Γούλνοθ μέτραε τις ώρες
Με ήχο νεκρό στο στερνό χτύπημα των εννιά.
Εκεί είδα έναν που γνώριζα, και τον σταμάτησα, φωνάζοντας: «Στέτσον!
Συ που ήσουνα μαζί μου στις Μύλες με τα καράβια !
Κείνο το λείψανο που φύτεψες στον κήπο σου τον άλλο χρόνο,
Άρχισε να βλασταίνει; Πες μου, θ’ ανθίσει εφέτο;
Ή μήπως η ξαφνική παγωνιά πείραξε τη βραγιά του;
Ω κράτα μακριά το Σκυλί τον αγαπάει. τον άνθρωπο,
Τι με τα νύχια του θα το ξεχώσει πάλι !
Συ ! hypocrite lecteur ! – mon semblable, - mon frère ! »
Ετικέτες
Η ΤΑΦΗ ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΥ,
THOMAS ELIOT
Δευτέρα 6 Απριλίου 2009
ΡΕΜΠΩ
Arthur Rimbaud (Αρθούρος Ρεμπό)
ΜΙΑ ΕΠΟΧΗ ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ
ΑΝ θυμάμαι καλά, κάποτε, ήταν η ζωή μου έκπαγλη
γιορτή που άνοιγαν όλες οι καρδιές καί όλα τα κρασιά κυλούσαν.
Μια νύχτα πήρα την ομορφιά στα γόνατά μου.
Και τη βρήκα πικρή.
Και τη βλαστήμησα.
Οπλίστηκα ενάντια στη δικαιοσύνη.
Δραπέτευσα.
Ω Μάγισσες, Μιζέρια, Μίσος,
εσείς θα διαφυλάξετε το θησαυρό μου.
Κατόρθωσα να σβύσω από το λογικό μου κάθε ελπίδα ανθρώπινη.
Μ' ύπουλο σάλτο, χύμηξα σα θηρίο πάνω σ' όλες τίς χαρές να τις σπαράξω.
Επικαλέστηκα τους δήμιους να δαγκάσω, πεθαίνοντας,
τα κοντάκια των όπλων τους.
Επικαλέστηκα κάθε Οργή και Μάστιγα να πνιγώ
στο αίμα, στην άμμο.
Η απόγνωση ήταν ο θεός μοu.
Κυλίστηκα στη λάσπη.
Στέγνωσα στον αέρα του εγκλήματος.
Ξεγέλασα την τρέλλα.
Κι' η άνοιξη μου προσκόμισε το φρικαλέο γέλοιο τού ηλίθιου.
Μα τώρα τελευταία, πριν τα τινάξω για καλά,
λέω ν' αποζητήσω το κλειδί του αρχαίου συμπόσιου
μήπως βρω ξανά την όρεξή μου.
Τό κλειδί αυτό είν' η συμπόνοια.
Η έμπνευση τούτη δείχνει πως ονειρεύτηκα.
«Θα μείνεις ύαινα...». ολολύζει ο διάβολος :
και με στεφανώνει με πλήθος ιλαρές παπαρούνες.
«Φτάσε στό θάνατο μ' όλες τις αχαλίνωτες ορέξεις σου,
τη φιλαυτία σου, και κάθε ασυγχώρητο αμάρτημα !»
Αχ ! απαύδησα.
Αλλά, Σατανά, φίλτατέ μου,
να χαρείς, όχι βλοσυρές ματιές.
Περιμένω μερικές βδεληρότητες, αναδρομικά.
Ωστόσο, για σάς, τους εραστές της απουσίας του περιγραφικού η διδακτικού ύφους σ' έναν συγγραφέα,
για σάς αποσπώ τις λίγες ελεεινές αυτές σελίδες από το σημειωματάριο ένός κολασμένου.
ΜΙΑ ΕΠΟΧΗ ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ
ΑΝ θυμάμαι καλά, κάποτε, ήταν η ζωή μου έκπαγλη
γιορτή που άνοιγαν όλες οι καρδιές καί όλα τα κρασιά κυλούσαν.
Μια νύχτα πήρα την ομορφιά στα γόνατά μου.
Και τη βρήκα πικρή.
Και τη βλαστήμησα.
Οπλίστηκα ενάντια στη δικαιοσύνη.
Δραπέτευσα.
Ω Μάγισσες, Μιζέρια, Μίσος,
εσείς θα διαφυλάξετε το θησαυρό μου.
Κατόρθωσα να σβύσω από το λογικό μου κάθε ελπίδα ανθρώπινη.
Μ' ύπουλο σάλτο, χύμηξα σα θηρίο πάνω σ' όλες τίς χαρές να τις σπαράξω.
Επικαλέστηκα τους δήμιους να δαγκάσω, πεθαίνοντας,
τα κοντάκια των όπλων τους.
Επικαλέστηκα κάθε Οργή και Μάστιγα να πνιγώ
στο αίμα, στην άμμο.
Η απόγνωση ήταν ο θεός μοu.
Κυλίστηκα στη λάσπη.
Στέγνωσα στον αέρα του εγκλήματος.
Ξεγέλασα την τρέλλα.
Κι' η άνοιξη μου προσκόμισε το φρικαλέο γέλοιο τού ηλίθιου.
Μα τώρα τελευταία, πριν τα τινάξω για καλά,
λέω ν' αποζητήσω το κλειδί του αρχαίου συμπόσιου
μήπως βρω ξανά την όρεξή μου.
Τό κλειδί αυτό είν' η συμπόνοια.
Η έμπνευση τούτη δείχνει πως ονειρεύτηκα.
«Θα μείνεις ύαινα...». ολολύζει ο διάβολος :
και με στεφανώνει με πλήθος ιλαρές παπαρούνες.
«Φτάσε στό θάνατο μ' όλες τις αχαλίνωτες ορέξεις σου,
τη φιλαυτία σου, και κάθε ασυγχώρητο αμάρτημα !»
Αχ ! απαύδησα.
Αλλά, Σατανά, φίλτατέ μου,
να χαρείς, όχι βλοσυρές ματιές.
Περιμένω μερικές βδεληρότητες, αναδρομικά.
Ωστόσο, για σάς, τους εραστές της απουσίας του περιγραφικού η διδακτικού ύφους σ' έναν συγγραφέα,
για σάς αποσπώ τις λίγες ελεεινές αυτές σελίδες από το σημειωματάριο ένός κολασμένου.
Ετικέτες
ΜΙΑ ΕΠΟΧΗ ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ..ΡΕΜΠΩ..
Κυριακή 5 Απριλίου 2009
ΑΡΘΡΟΥΡΟΣ ΡΕΜΠΩ..Η ΝΥΧΤΑ ΤΗΣ ΚΟΛΑΣΕΩΣ
Η ΝΥΧΤΑ ΤΗΣ ΚΟΛΑΣΕΩΣ
Μακαρίστε τρεις φορές την έμπνευση μου! Δεν είναι καμιά τυχαία έμπνευση!
Γέννημα θρέμμα της κάψας που χω μέσα στ' άντερα. Ένεκεν δηλητηρίου δηλαδή!
Το κατάπια και το χάρηκα! Νιώθω να ζαρώνω.
Και τα πνευμόνια μου, να γίνονται δισάκι που καλά φυλάει τη στάχτη.
Η κόλαση είναι η ποινή! Η αιώνια! Δείτε τι λάγνα με χαϊδεύουν οι φωτιές της!
Καίω, καθώς πρέπει. Εμπρός διάβολε! Το ‘ξερα εγώ.
Το ‘χα προβλέψει! Όλα θα γυρνούσανε μια μέρα, προς το καλό.
Πώς να το περιγράψω; Να , μέσα στην κόλαση, πού να υμνήσω;
Πώς να τολμήσω κάτι τέτοιο;
Όχι, δηλαδή, πως θέλω να υμνήσω εγώ , αλλά να,
στο όραμα , που λέω, όλα είχαν στα χείλια τους καλά κρατημένο έναν ύμνο.
Σαν να κρατούσαν με τα δόντια κάποιο τριαντάφυλλο. !
Περαιτέρω, δεν γνωρίζω. Ήτανε η δύναμη;
Ήταν η ειρήνη; Ευγενείς φιλοδοξίες; Ίσως.
Κι όμως, ακόμη απομένει ζωή. Τώρα, αν ο κολασμός είναι αιώνιος...
Πάντως, αυτός που θέλει να κολαστεί, θα κολαστεί. Άλλωστε, ο κολασμός, δεν είναι
παρά μια μορφή ευνουχισμού.
Όλα αυτά όμως, όλα αυτά που περνώ, είναι τα επακόλουθα του βαπτίσματος μου!
Την καταδίκη μου την υπέγραψαν οι γονείς μου.
Με βάπτισαν και τώρα τιμωρούμε για κάτι που ποτέ δεν θέλησα να αναλάβω!
Με ευνούχισε το βάπτισμα!
Αλλά, θα τιμωρηθούνε και αυτοί!
Ενώ, άντε να επιτεθεί σε έναν ειδωλολάτρη ο σατανάς!
Ποτέ. Για αυτούς, η κόλαση, παράδεισος!
Μάλλον θα πρέπει να φτάσω βαθύτερα στη κόλαση για να την απολαύσω.
Λοιπόν, γρήγορα, όσο μου μένει ζωή, κάποιο έγκλημα!
Να χω να πέφτω βαθύτερα.
Έστω , αν όχι στην κόλαση, στο ανύπαρκτο, όπως το λένε οι άνθρωποι.
Καλύτερα να σταματήσω! Η ηλιθιότητα μου, αρχίζει να με τρομάζει!
Να, ο σατανάς, είναι μάρτυρας:
« Δεν είναι τίποτε τα καζάνια. Προς τι ο θυμός σου καλέ μου;»
Αρκετά! Όλα τα λάθη που μου φορτώνουνε, τα μάγια, τα χρίσματα τα κάλαντα!
Όλα φτιαχτά για να με ξεγελάσουν!
Και να πω ακόμη, πως, εγώ, την αλήθεια, την κατέχω.
Και η κρίση μου είναι σταθερή και υγιής.
Βλέπω την αξία της δικαιοσύνης. Είμαι πανέτοιμος για την τελειότητα…υπεροψία;
Μπορεί.
Να το.
Ήδη καίγομαι και η σάρκα του προσώπου μου ξεραίνεται. ( Εγώ, Φοβάμαι, Διψάω…! )
Ω τα παιδικά μου χρόνια… τα περιβόλια , τα πρωτοβρόχια, οι λίμνες…
και πάντα, όποτε το ρολόι σήμαινε μεσάνυχτα, σαν πάντοτε να χε πανσέληνο!
«Παναγίτσα... βοήθησε με... είναι η ώρα του κακού σατανά!
Κρέμεται σα τη μαϊμού στους δείχτες.»
(Μα τι βόδι που ήμουν!)
Όχι, εκεί κάτω, δεν υπάρχει κανένας με την ελάχιστη στοργή για εμένα,
εκεί κάτω, δεν υπάρχει ειλικρίνεια.
«Μιλώ κουκουλωμένος απ' το μαξιλάρι μου, δεν με ακούνε, έλεγα, τα φαντάσματα»
Άρα, είμαι. ( -Ναι, τώρα ή τότε;)
Από τότε στη κόλαση λοιπόν!
Την θυμάμαι αυτή την κάψα!
Κι ό,τι με φόβιζε , η μόνη λύτρωση μου.
Πάει, κανένας άλλος παρά μόνο το πεπρωμένο ανησυχεί για εμάς.
Οι παραισθήσεις, είναι αναρίθμητες. Το μόνο που ανέκαθεν κατέχω, είναι η απιστία.
Ιστορία!
Που άλλο δεν κάνει τίποτα απ' το να ζωγραφίζει
βασίλεια στις σελίδες της κ' ύστερα με φιλήδονα τερτίπια να τις σκίζει
Θα το βουλώσω:
ιδεαλιστές και ποιητές, θα με ζηλέψουν.
Είμαι χίλιες φορές πιο πλούσιος. Δεν ξέρω από τι.
Ας είμαστε φειδωλοί σα την αντάρα!
Τα ρολόγια σταματούν. Συνεπώς, τέλος. θάνατος.
Η θεολογία δεν αστειεύεται: η κόλαση είναι κάτω από τη γη.
Και βέβαια, τη τοποθεσία της την μάθαμε εξ ουρανού. -
Έκσταση και εφιάλτης σε φλεγόμενες κούνιες.
Η κακεντρέχεια μου επιμένει ακόμη και στη ρέμβη της εξοχής:
Ο σατανάς, ο Φερντινάδος, τρέχει με την αγέλη του!
Ο Ιησούς, έφλεγε τις βάτους δίχως να τις καίει…περπάταγε πάνω στα νερά...
Τον Ιησού, τον ξέρουμε στητό, με καστανά μαλλιά, ωχρό,
δίπλα σε κύματα σμαράγδινα στο χρώμα.
Θέλω ν' αποκαλύψω όλα τα μυστήρια.
Θρησκεία και φύση δεν θα μου ξεφύγουν.
Θα τις κάνω δικές μου…και όσα ήρθανε, και όσα θα ‘ρθουν, θα τα βρω. Θα τα μάθω.
Είμαι άπιαστος στα υπερθεάματα της βαρύγδουπης αναζήτησης.
Ακούστε. Εγώ, έχω όλα τα ταλέντα!
(…όπως παντού, κανείς δεν είναι εδώ που γράφω,
μα και κάτι υπάρχει…).
Ας είναι.-
Δεν θα ‘πρεπε να δώσω μία από τον θησαυρό μου κι όμως σας μιλώ!
Εκμεταλλευτείτε το !
Χρειάζονται τραγούδια μαύρα και αφρικάνικοι χοροί.
Πρέπει να χαθώ.
Να βουτήξω μες στις λασπωμένες λίμνες, να βουτήξω στα θολά νερά και να βρω το δαχτυλίδι.
Να βουτήξω λοιπόν;
Ε; θα φτιάξω καινούρια βοτάνια αν το ζητήσετε.
Θα σας φτιάξω χρυσάφι.
Λέτε λοιπόν! Μιλήστε!
Ελάτε που να πάρει ο διάολος, πιστέψτε με.
Μάθετε από εμένα ότι…η πίστη θα γλυκάνει τις καρδούλες σας.
Πραΰνει η πίστη.
Και καθοδηγεί. ( Προπάντων. )
Ελάτε σε εμένα άνθρωποι φτωχοί , στην λαμπρή , στην μεγάλη μου καρδιά!
Μου αρκεί η πίστη σας, είμαι , ας πούμε ολιγαρκής Θεός!
Κρατήστε τις υμνολογίες και τα τελετουργικά.
Μου αρκεί και μόνη η πίστη σας.
Όσο για εμένα τώρα: έχω πια την τύχη να μην υποφέρω.
Η ζωή μου, ήταν γεμάτη από γλυκές τρέλες. Αξιοθρήνητη εν ολίγοις.
Έτσι, ελάχιστα τον νοσταλγώ τον κόσμο. Χε!
Ας κάνουμε κάθε δυνατή γκριμάτσα!
Είναι ξεκάθαρο! Είμαστε εκτός κόσμου.
Άκρα του τάφου…Αχ, το φρούριο μου, η Σαξονία μου,
τα δάση με τις φουντουκιές, τα απογεύματα τα πρωινά,
οι έσπεροι και τ' ακρινά μεσάνυχτα!
Πάει, κουράστηκα.
Θα ‘πρεπε να χα' έναν κοπάδι από κολάσεις.
Μία για το θυμό και μια για τη λαγνεία μου.
Κι ακόμα μία για τον σνομπισμό μου.
Είμαι πτώμα.
Με κάθε σημασία…
Να τον! Είναι ο τάφος.
Γεια και χαρά που λένε, τρέχω, πάω στα σκουλήκια.
Φόβος και τρόμος!
Απατεώνα!
Θέλεις να ξεστρατίσω διάβολε!
Αν, δε πα' να βάλεις όλα σου τα μαγικά! Το αρνούμαι.
Κι ας με πασαλείβεις με λάβες κι ας με λογχίζεις!
Ωό! να ‘μαι ξανά στον πάνω κόσμο!
Τι τερατούργημα!
Κείνο το φαρμάκι και το τρισκατάρατο φιλί!
Η αδυναμία μου... η σκληρότητα του κόσμου!
Έλεος θεέ μου, κρύψε με. Κρύψε με γιατί ξεφεύγω.
Κρύφτηκα ή όχι;
… Όπου κολασμένος και η ποινή του.
Μακαρίστε τρεις φορές την έμπνευση μου! Δεν είναι καμιά τυχαία έμπνευση!
Γέννημα θρέμμα της κάψας που χω μέσα στ' άντερα. Ένεκεν δηλητηρίου δηλαδή!
Το κατάπια και το χάρηκα! Νιώθω να ζαρώνω.
Και τα πνευμόνια μου, να γίνονται δισάκι που καλά φυλάει τη στάχτη.
Η κόλαση είναι η ποινή! Η αιώνια! Δείτε τι λάγνα με χαϊδεύουν οι φωτιές της!
Καίω, καθώς πρέπει. Εμπρός διάβολε! Το ‘ξερα εγώ.
Το ‘χα προβλέψει! Όλα θα γυρνούσανε μια μέρα, προς το καλό.
Πώς να το περιγράψω; Να , μέσα στην κόλαση, πού να υμνήσω;
Πώς να τολμήσω κάτι τέτοιο;
Όχι, δηλαδή, πως θέλω να υμνήσω εγώ , αλλά να,
στο όραμα , που λέω, όλα είχαν στα χείλια τους καλά κρατημένο έναν ύμνο.
Σαν να κρατούσαν με τα δόντια κάποιο τριαντάφυλλο. !
Περαιτέρω, δεν γνωρίζω. Ήτανε η δύναμη;
Ήταν η ειρήνη; Ευγενείς φιλοδοξίες; Ίσως.
Κι όμως, ακόμη απομένει ζωή. Τώρα, αν ο κολασμός είναι αιώνιος...
Πάντως, αυτός που θέλει να κολαστεί, θα κολαστεί. Άλλωστε, ο κολασμός, δεν είναι
παρά μια μορφή ευνουχισμού.
Όλα αυτά όμως, όλα αυτά που περνώ, είναι τα επακόλουθα του βαπτίσματος μου!
Την καταδίκη μου την υπέγραψαν οι γονείς μου.
Με βάπτισαν και τώρα τιμωρούμε για κάτι που ποτέ δεν θέλησα να αναλάβω!
Με ευνούχισε το βάπτισμα!
Αλλά, θα τιμωρηθούνε και αυτοί!
Ενώ, άντε να επιτεθεί σε έναν ειδωλολάτρη ο σατανάς!
Ποτέ. Για αυτούς, η κόλαση, παράδεισος!
Μάλλον θα πρέπει να φτάσω βαθύτερα στη κόλαση για να την απολαύσω.
Λοιπόν, γρήγορα, όσο μου μένει ζωή, κάποιο έγκλημα!
Να χω να πέφτω βαθύτερα.
Έστω , αν όχι στην κόλαση, στο ανύπαρκτο, όπως το λένε οι άνθρωποι.
Καλύτερα να σταματήσω! Η ηλιθιότητα μου, αρχίζει να με τρομάζει!
Να, ο σατανάς, είναι μάρτυρας:
« Δεν είναι τίποτε τα καζάνια. Προς τι ο θυμός σου καλέ μου;»
Αρκετά! Όλα τα λάθη που μου φορτώνουνε, τα μάγια, τα χρίσματα τα κάλαντα!
Όλα φτιαχτά για να με ξεγελάσουν!
Και να πω ακόμη, πως, εγώ, την αλήθεια, την κατέχω.
Και η κρίση μου είναι σταθερή και υγιής.
Βλέπω την αξία της δικαιοσύνης. Είμαι πανέτοιμος για την τελειότητα…υπεροψία;
Μπορεί.
Να το.
Ήδη καίγομαι και η σάρκα του προσώπου μου ξεραίνεται. ( Εγώ, Φοβάμαι, Διψάω…! )
Ω τα παιδικά μου χρόνια… τα περιβόλια , τα πρωτοβρόχια, οι λίμνες…
και πάντα, όποτε το ρολόι σήμαινε μεσάνυχτα, σαν πάντοτε να χε πανσέληνο!
«Παναγίτσα... βοήθησε με... είναι η ώρα του κακού σατανά!
Κρέμεται σα τη μαϊμού στους δείχτες.»
(Μα τι βόδι που ήμουν!)
Όχι, εκεί κάτω, δεν υπάρχει κανένας με την ελάχιστη στοργή για εμένα,
εκεί κάτω, δεν υπάρχει ειλικρίνεια.
«Μιλώ κουκουλωμένος απ' το μαξιλάρι μου, δεν με ακούνε, έλεγα, τα φαντάσματα»
Άρα, είμαι. ( -Ναι, τώρα ή τότε;)
Από τότε στη κόλαση λοιπόν!
Την θυμάμαι αυτή την κάψα!
Κι ό,τι με φόβιζε , η μόνη λύτρωση μου.
Πάει, κανένας άλλος παρά μόνο το πεπρωμένο ανησυχεί για εμάς.
Οι παραισθήσεις, είναι αναρίθμητες. Το μόνο που ανέκαθεν κατέχω, είναι η απιστία.
Ιστορία!
Που άλλο δεν κάνει τίποτα απ' το να ζωγραφίζει
βασίλεια στις σελίδες της κ' ύστερα με φιλήδονα τερτίπια να τις σκίζει
Θα το βουλώσω:
ιδεαλιστές και ποιητές, θα με ζηλέψουν.
Είμαι χίλιες φορές πιο πλούσιος. Δεν ξέρω από τι.
Ας είμαστε φειδωλοί σα την αντάρα!
Τα ρολόγια σταματούν. Συνεπώς, τέλος. θάνατος.
Η θεολογία δεν αστειεύεται: η κόλαση είναι κάτω από τη γη.
Και βέβαια, τη τοποθεσία της την μάθαμε εξ ουρανού. -
Έκσταση και εφιάλτης σε φλεγόμενες κούνιες.
Η κακεντρέχεια μου επιμένει ακόμη και στη ρέμβη της εξοχής:
Ο σατανάς, ο Φερντινάδος, τρέχει με την αγέλη του!
Ο Ιησούς, έφλεγε τις βάτους δίχως να τις καίει…περπάταγε πάνω στα νερά...
Τον Ιησού, τον ξέρουμε στητό, με καστανά μαλλιά, ωχρό,
δίπλα σε κύματα σμαράγδινα στο χρώμα.
Θέλω ν' αποκαλύψω όλα τα μυστήρια.
Θρησκεία και φύση δεν θα μου ξεφύγουν.
Θα τις κάνω δικές μου…και όσα ήρθανε, και όσα θα ‘ρθουν, θα τα βρω. Θα τα μάθω.
Είμαι άπιαστος στα υπερθεάματα της βαρύγδουπης αναζήτησης.
Ακούστε. Εγώ, έχω όλα τα ταλέντα!
(…όπως παντού, κανείς δεν είναι εδώ που γράφω,
μα και κάτι υπάρχει…).
Ας είναι.-
Δεν θα ‘πρεπε να δώσω μία από τον θησαυρό μου κι όμως σας μιλώ!
Εκμεταλλευτείτε το !
Χρειάζονται τραγούδια μαύρα και αφρικάνικοι χοροί.
Πρέπει να χαθώ.
Να βουτήξω μες στις λασπωμένες λίμνες, να βουτήξω στα θολά νερά και να βρω το δαχτυλίδι.
Να βουτήξω λοιπόν;
Ε; θα φτιάξω καινούρια βοτάνια αν το ζητήσετε.
Θα σας φτιάξω χρυσάφι.
Λέτε λοιπόν! Μιλήστε!
Ελάτε που να πάρει ο διάολος, πιστέψτε με.
Μάθετε από εμένα ότι…η πίστη θα γλυκάνει τις καρδούλες σας.
Πραΰνει η πίστη.
Και καθοδηγεί. ( Προπάντων. )
Ελάτε σε εμένα άνθρωποι φτωχοί , στην λαμπρή , στην μεγάλη μου καρδιά!
Μου αρκεί η πίστη σας, είμαι , ας πούμε ολιγαρκής Θεός!
Κρατήστε τις υμνολογίες και τα τελετουργικά.
Μου αρκεί και μόνη η πίστη σας.
Όσο για εμένα τώρα: έχω πια την τύχη να μην υποφέρω.
Η ζωή μου, ήταν γεμάτη από γλυκές τρέλες. Αξιοθρήνητη εν ολίγοις.
Έτσι, ελάχιστα τον νοσταλγώ τον κόσμο. Χε!
Ας κάνουμε κάθε δυνατή γκριμάτσα!
Είναι ξεκάθαρο! Είμαστε εκτός κόσμου.
Άκρα του τάφου…Αχ, το φρούριο μου, η Σαξονία μου,
τα δάση με τις φουντουκιές, τα απογεύματα τα πρωινά,
οι έσπεροι και τ' ακρινά μεσάνυχτα!
Πάει, κουράστηκα.
Θα ‘πρεπε να χα' έναν κοπάδι από κολάσεις.
Μία για το θυμό και μια για τη λαγνεία μου.
Κι ακόμα μία για τον σνομπισμό μου.
Είμαι πτώμα.
Με κάθε σημασία…
Να τον! Είναι ο τάφος.
Γεια και χαρά που λένε, τρέχω, πάω στα σκουλήκια.
Φόβος και τρόμος!
Απατεώνα!
Θέλεις να ξεστρατίσω διάβολε!
Αν, δε πα' να βάλεις όλα σου τα μαγικά! Το αρνούμαι.
Κι ας με πασαλείβεις με λάβες κι ας με λογχίζεις!
Ωό! να ‘μαι ξανά στον πάνω κόσμο!
Τι τερατούργημα!
Κείνο το φαρμάκι και το τρισκατάρατο φιλί!
Η αδυναμία μου... η σκληρότητα του κόσμου!
Έλεος θεέ μου, κρύψε με. Κρύψε με γιατί ξεφεύγω.
Κρύφτηκα ή όχι;
… Όπου κολασμένος και η ποινή του.
Σάββατο 4 Απριλίου 2009
ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ
ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ
ΕΙΝΑΙ ΠΑΛΙΟ ΤΟ ΛΙΜΑΝΙ
Είναι παλιό το λιμάνι, δεν μπορώ πια να περιμένω
ούτε το φίλο που έφυγε στο νησί με τα πεύκα
ούτε το φίλο που έφυγε στο νησί με τα πλατάνια
ούτε το φίλο που έφυγε για τ' ανοιχτά.
Χαϊδεύω τα σκουριασμένα κανόνια, χαϊδεύω τα κουπιά
να ζωντανέψει το κορμί μου και ν' αποφασίσει.
Τα καραβόπανα δίνουν μόνο τη μυρωδιά
του αλατιού της άλλης τρικυμίας.
Αν το θέλησα να μείνω μόνος, γύρεψα
τη μοναξιά, δε γύρεψα μια τέτοια απαντοχή,
το κομμάτιασμα της ψυχής μου στον ορίζοντα,
αυτές τις γραμμές, αυτά τα χρώματα, αυτή τη σιγή.
Τ' άστρα της νύχτας με γυρίζουν στην προσδοκία
του Οδυσσέα για τους νεκρούς μες στ' ασφοδίλια.
Μες στ' ασφοδίλια σαν αράξαμε εδώ-πέρα θέλαμε να βρούμε
τη λαγκαδιά που είδε τον Άδωνι λαβωμένο.
Από τη συλλογή "Μυθιστόρημα", Θ΄.
ΕΙΝΑΙ ΠΑΛΙΟ ΤΟ ΛΙΜΑΝΙ
Είναι παλιό το λιμάνι, δεν μπορώ πια να περιμένω
ούτε το φίλο που έφυγε στο νησί με τα πεύκα
ούτε το φίλο που έφυγε στο νησί με τα πλατάνια
ούτε το φίλο που έφυγε για τ' ανοιχτά.
Χαϊδεύω τα σκουριασμένα κανόνια, χαϊδεύω τα κουπιά
να ζωντανέψει το κορμί μου και ν' αποφασίσει.
Τα καραβόπανα δίνουν μόνο τη μυρωδιά
του αλατιού της άλλης τρικυμίας.
Αν το θέλησα να μείνω μόνος, γύρεψα
τη μοναξιά, δε γύρεψα μια τέτοια απαντοχή,
το κομμάτιασμα της ψυχής μου στον ορίζοντα,
αυτές τις γραμμές, αυτά τα χρώματα, αυτή τη σιγή.
Τ' άστρα της νύχτας με γυρίζουν στην προσδοκία
του Οδυσσέα για τους νεκρούς μες στ' ασφοδίλια.
Μες στ' ασφοδίλια σαν αράξαμε εδώ-πέρα θέλαμε να βρούμε
τη λαγκαδιά που είδε τον Άδωνι λαβωμένο.
Από τη συλλογή "Μυθιστόρημα", Θ΄.
PABLO NERUDA
ΤΑ ΠΟΔΙΑ ΣΟΥ
Όταν δεν μπορώ να δω την όψη σου
κοιτάζω τα πόδια σου.
Τα πόδια σου που ’ναι τόξα οστέινα,
Τα μικρά, τα δυνατά σου πόδια.
Ξέρω σε βαστούν γερά,
όλο το γλυκό σου βάρος
από ’κείνα τα δύο σηκώνεται.
Τη μέση, τους μαστούς σου,τη διπλή πορφύρα
των θόλων τους,
τον περιστερώνα των ματιών σου
που ακόμη φτερουγίζουν,
το πλατύ φρουτώδες στόμα σου,
την κόκκινη χαίτη σου
ποθώ,μικρέ, μικρέ μου πύργε.
Τα πόδια σου όμως τ’ αγαπάω
για έναν μόνο λόγο:
που περπατάν στο χώμα,
στο νερό και στον άνεμο
ώσπου να ρθούν εδώ
να μ’ απαντήσουν, να με βρούνε.
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
ΤΑ ΠΟΔΙΑ ΣΟΥ
Όταν δεν μπορώ να δω την όψη σου
κοιτάζω τα πόδια σου.
Τα πόδια σου που ’ναι τόξα οστέινα,
Τα μικρά, τα δυνατά σου πόδια.
Ξέρω σε βαστούν γερά,
όλο το γλυκό σου βάρος
από ’κείνα τα δύο σηκώνεται.
Τη μέση, τους μαστούς σου,τη διπλή πορφύρα
των θόλων τους,
τον περιστερώνα των ματιών σου
που ακόμη φτερουγίζουν,
το πλατύ φρουτώδες στόμα σου,
την κόκκινη χαίτη σου
ποθώ,μικρέ, μικρέ μου πύργε.
Τα πόδια σου όμως τ’ αγαπάω
για έναν μόνο λόγο:
που περπατάν στο χώμα,
στο νερό και στον άνεμο
ώσπου να ρθούν εδώ
να μ’ απαντήσουν, να με βρούνε.
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
JORGE LUÍS BORGES
ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΠΟΤΑΜΙΑ
Είμαστε ο χρόνος. Εκείνη είμαστε η περίφημη
παραβολή του Σκοτεινού Ηράκλειτου.
Είμαστε το νερό, όχι το σκληρό διαμάντι,
αυτό που χάνεται, όχι αυτό που μένει.
Είμαστε το ποτάμι κι ο Έλληνας εκείνος
που κοιτάζεται στο ποτάμι. Η αντανάκλασή του
αλλάζει στο νερό του εναλλασσόμενου καθρέφτη
στο κρύσταλλο που αλλάζει σαν τη φωτιά.
Είμαστε το μάταιο προκαθορισμένο ποτάμι
όπως κυλά προς τη θάλασσα. Το σκέπασε η σκιά.
Όλα μάς αποχαιρετούν, όλα μακραίνουν.
Η μνήμη δεν εξαργυρώνει το νόμισμά της.
Και ασφαλώς κάτι υπάρχει που απομένει
και ασφαλώς κάτι υπάρχει που θρηνεί.
ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΠΟΤΑΜΙΑ
Είμαστε ο χρόνος. Εκείνη είμαστε η περίφημη
παραβολή του Σκοτεινού Ηράκλειτου.
Είμαστε το νερό, όχι το σκληρό διαμάντι,
αυτό που χάνεται, όχι αυτό που μένει.
Είμαστε το ποτάμι κι ο Έλληνας εκείνος
που κοιτάζεται στο ποτάμι. Η αντανάκλασή του
αλλάζει στο νερό του εναλλασσόμενου καθρέφτη
στο κρύσταλλο που αλλάζει σαν τη φωτιά.
Είμαστε το μάταιο προκαθορισμένο ποτάμι
όπως κυλά προς τη θάλασσα. Το σκέπασε η σκιά.
Όλα μάς αποχαιρετούν, όλα μακραίνουν.
Η μνήμη δεν εξαργυρώνει το νόμισμά της.
Και ασφαλώς κάτι υπάρχει που απομένει
και ασφαλώς κάτι υπάρχει που θρηνεί.
ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ
ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ
Τα δώρα
Σήμερα φόρεσα ένα
ζεστό κόκκινο αίμα
σήμερα οι άνθρωποι μ' αγαπούν
μιά γυναίκα μού χαμογέλασε
ένα κορίτσι μού χάρισε ένα κοχύλι
ένα παιδί μού χάρισε ένα σφυρί
Σήμερα γονατίζω στο πεζοδρόμιο
καρφώνω πάνω στις πλάκες
τα γυμνά ποδάρια των περαστικών
είναι όλοι τους δακρυσμένοι
όμως κανείς δεν τρομάζει
όλοι μείναν στις θέσεις που πρόφτασα
είναι όλοι τους δακρυσμένοι
όμως κοιτάζουν τις ουράνιες ρεκλάμες
και μιά ζητιάνα που πουλάει τσουρέκια
στον ουρανό
Δυο άνθρωποι ψιθυρίζουν
τί κάνει την καρδιά μας καρφώνει;
ναι την καρδιά μας καρφώνει
ώστε λοιπόν είναι ποιητής
Τα δώρα
Σήμερα φόρεσα ένα
ζεστό κόκκινο αίμα
σήμερα οι άνθρωποι μ' αγαπούν
μιά γυναίκα μού χαμογέλασε
ένα κορίτσι μού χάρισε ένα κοχύλι
ένα παιδί μού χάρισε ένα σφυρί
Σήμερα γονατίζω στο πεζοδρόμιο
καρφώνω πάνω στις πλάκες
τα γυμνά ποδάρια των περαστικών
είναι όλοι τους δακρυσμένοι
όμως κανείς δεν τρομάζει
όλοι μείναν στις θέσεις που πρόφτασα
είναι όλοι τους δακρυσμένοι
όμως κοιτάζουν τις ουράνιες ρεκλάμες
και μιά ζητιάνα που πουλάει τσουρέκια
στον ουρανό
Δυο άνθρωποι ψιθυρίζουν
τί κάνει την καρδιά μας καρφώνει;
ναι την καρδιά μας καρφώνει
ώστε λοιπόν είναι ποιητής
ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ
ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ
ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΕΞΟΡΙΑΣ, Ι
27 Οκτωβρίου 1948
Εδώ τ' αγκάθια είναι πολλά -
αγκάθια, καστανά, κίτρινα αγκάθια,
σ' όλο το μάκρος της μέρας,
ως μέσα στον ύπνο.
Όταν περνούν το συρματόπλεγμα οι νύχτες
αφήνουν μικρά κουρέλια απ' τη φούστα τους.
Τα λόγια που μας φάνηκαν όμορφα κάποτε
χάσαν το χρώμα τους σαν το γιλέκο του γέρου στο σεντούκι
σαν ένα λιόγερμα σβησμένο στα τζάμια.
Οι άνθρωποι περπατάνε με τα χέρια στις τσέπες ή κάποτε
χειρονομούν σα να διώχνουν μια μύγα που ξανακάθεται στο ίδιο μέρος πάλι
και πάλι στα χείλη του άδειου ποτηριού ή πιο μέσα σ' ένα
σημείο απροσδιόριστο κι επίμονο όσο
κι η άρνησή τους να το αναγνωρίσουν.
29 Οκτωβρίου
Ανάμεσα στ' αγκάθια και στα πεσμένα φύλλα βρήκαμε μια γυμνή γαϊδουροκεφαλή -
ίσως και νάναι το κεφάλι του καλοκαιριού έτσι αφημένο στις βρεγμένες πέτρες
και γύρω του κάτι μικρά γαλάζια λουλούδια που δεν ξέρουμε τ' όνομά τους.
Αν φωνάξει κάποιος πίσω απ' το φράχτη η φωνή του κατακάθεται γρήγορα στο χώμα
σαν ένα χωνί από στρατσόχαρτο γεμάτο μαύρη σταφίδα.
Το βράδι ακούμε πέρα στους λόφους που αλλάζουν τον ξεφούσκωτο τροχό του φεγγαριού.
Αργότερα τα πράγματα ξαναβρίσκουν τη θέση τους
όπως βρίσκεις τυχαία στο προαύλιο το καφετί κουμπί του σακκακιού σου -
και ξέρεις: δεν είναι διόλου ένα κουμπί από τις στολές των θεατρίνων του καλοκαιριού - όχι, διόλου -
ένα κοινότατο κουμπί που πρέπει να το ράψεις πάλι στο σακκάκι σου
μ' εκείνη την αδέξια, ευγενική προσοχή του πάντοτε μαθητευόμενου.
ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΕΞΟΡΙΑΣ, Ι
27 Οκτωβρίου 1948
Εδώ τ' αγκάθια είναι πολλά -
αγκάθια, καστανά, κίτρινα αγκάθια,
σ' όλο το μάκρος της μέρας,
ως μέσα στον ύπνο.
Όταν περνούν το συρματόπλεγμα οι νύχτες
αφήνουν μικρά κουρέλια απ' τη φούστα τους.
Τα λόγια που μας φάνηκαν όμορφα κάποτε
χάσαν το χρώμα τους σαν το γιλέκο του γέρου στο σεντούκι
σαν ένα λιόγερμα σβησμένο στα τζάμια.
Οι άνθρωποι περπατάνε με τα χέρια στις τσέπες ή κάποτε
χειρονομούν σα να διώχνουν μια μύγα που ξανακάθεται στο ίδιο μέρος πάλι
και πάλι στα χείλη του άδειου ποτηριού ή πιο μέσα σ' ένα
σημείο απροσδιόριστο κι επίμονο όσο
κι η άρνησή τους να το αναγνωρίσουν.
29 Οκτωβρίου
Ανάμεσα στ' αγκάθια και στα πεσμένα φύλλα βρήκαμε μια γυμνή γαϊδουροκεφαλή -
ίσως και νάναι το κεφάλι του καλοκαιριού έτσι αφημένο στις βρεγμένες πέτρες
και γύρω του κάτι μικρά γαλάζια λουλούδια που δεν ξέρουμε τ' όνομά τους.
Αν φωνάξει κάποιος πίσω απ' το φράχτη η φωνή του κατακάθεται γρήγορα στο χώμα
σαν ένα χωνί από στρατσόχαρτο γεμάτο μαύρη σταφίδα.
Το βράδι ακούμε πέρα στους λόφους που αλλάζουν τον ξεφούσκωτο τροχό του φεγγαριού.
Αργότερα τα πράγματα ξαναβρίσκουν τη θέση τους
όπως βρίσκεις τυχαία στο προαύλιο το καφετί κουμπί του σακκακιού σου -
και ξέρεις: δεν είναι διόλου ένα κουμπί από τις στολές των θεατρίνων του καλοκαιριού - όχι, διόλου -
ένα κοινότατο κουμπί που πρέπει να το ράψεις πάλι στο σακκάκι σου
μ' εκείνη την αδέξια, ευγενική προσοχή του πάντοτε μαθητευόμενου.
ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ
(1926–1990)
Ο ΣΟΛΩΜΟΣ ΣΤ’ ΟΝΕΙΡΟ ΜΟΥ
Πώς πέφτουμε στη νύχτα κι από τί πόθους...
Με κοφτερή μοναξιά στολισμένος άρχισα να κοιμάμαι
λευκός ιδρωμένος μέσα στην αγελάδα του ύπνου
κλεισμένος ολούθε απ’ τον όνειρο που κυματίζει στα βάθη
κι ολοένα κερδίζει την ύλη πέρα της.
Ένα ξημέρωμα καθάριζε τα μάτια μου
στους ουρανούς ανοίγαν όλα τα παράθυρα κι ο Διονύσιος
μαυροντυμένος μ’ άσπρα χειρόκτια κρατούσε το σκουληκάκι
στην παλάμη που έμοιαζε με στουπέτσι βαμμένη
πλάι του σ’ ωραία παραλία
έπεφταν οι κολυμβητές να πιάσουν το σταυρό τα Θεοφάνια
και μακριά πως ακούγονταν αθώα τουφέκια
ο βρόντος της αγάπης η χαρά της συμφοράς
μ’ όλα τα άνθη σε γαλάζια δευτερόλεπτα μ’ όλες τις αχτίδες
την αγαπημένη του πεταλούδα στον ιερό γλιτωμό της
και δράκοντες ευωδιάς ανέβαιναν από κίτρινες σκάλες
ώς τα κοράσια που δε χάρηκαν τον έρωτα.
Γύρω ήτανε δάσος χιλιοπράσινο
με τα πουλιά σαν αναρίθμητους καρπούς απάνω στα δέντρα
με τα πουλιά σε μεθυσμένη σύναξη για πάντα κ’ ένας σκύλος
αργά πηγαίνοντας ούρησε στο κορμί της κοντινής αμυγδαλιάς
με σηκωμένο πόδι κι ανάμεσα
ο γόος έσφαζε τη φωνή που τινάχτηκε από τρεις λέξεις
οι απαίσιες χιλιετηρίδες.
(1926–1990)
Ο ΣΟΛΩΜΟΣ ΣΤ’ ΟΝΕΙΡΟ ΜΟΥ
Πώς πέφτουμε στη νύχτα κι από τί πόθους...
Με κοφτερή μοναξιά στολισμένος άρχισα να κοιμάμαι
λευκός ιδρωμένος μέσα στην αγελάδα του ύπνου
κλεισμένος ολούθε απ’ τον όνειρο που κυματίζει στα βάθη
κι ολοένα κερδίζει την ύλη πέρα της.
Ένα ξημέρωμα καθάριζε τα μάτια μου
στους ουρανούς ανοίγαν όλα τα παράθυρα κι ο Διονύσιος
μαυροντυμένος μ’ άσπρα χειρόκτια κρατούσε το σκουληκάκι
στην παλάμη που έμοιαζε με στουπέτσι βαμμένη
πλάι του σ’ ωραία παραλία
έπεφταν οι κολυμβητές να πιάσουν το σταυρό τα Θεοφάνια
και μακριά πως ακούγονταν αθώα τουφέκια
ο βρόντος της αγάπης η χαρά της συμφοράς
μ’ όλα τα άνθη σε γαλάζια δευτερόλεπτα μ’ όλες τις αχτίδες
την αγαπημένη του πεταλούδα στον ιερό γλιτωμό της
και δράκοντες ευωδιάς ανέβαιναν από κίτρινες σκάλες
ώς τα κοράσια που δε χάρηκαν τον έρωτα.
Γύρω ήτανε δάσος χιλιοπράσινο
με τα πουλιά σαν αναρίθμητους καρπούς απάνω στα δέντρα
με τα πουλιά σε μεθυσμένη σύναξη για πάντα κ’ ένας σκύλος
αργά πηγαίνοντας ούρησε στο κορμί της κοντινής αμυγδαλιάς
με σηκωμένο πόδι κι ανάμεσα
ο γόος έσφαζε τη φωνή που τινάχτηκε από τρεις λέξεις
οι απαίσιες χιλιετηρίδες.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ
ΑΥΤΟ ΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ
Τί άλλο ζητούσε ακόμη στον πέτρινο εξώστη
περιμένοντας ώρες το φεγγάρι απ’ τη θάλασσα;
–πέτρα αφομιωμένη απ΄το σκοτάδι. Κι οι νεκροί
από καιρό σωπασμένοι, αμνησίκακοι, πραγματωμένοι
–αυτός με τη βελόνα, αυτός με το πριόνι· αυτός
κατέβηκε προσεχτικά την πέτρινη σκάλα, κρατώντας
ένα μικρό λαδοφάναρο· πέρασε τη βαθιά καμάρα
φέγγοντας τις ελάχιστες προεξοχές του άδειου·
κι αυτός που πρόστρεξε στο σιδεράδικο την ίδια νύχτα
ν’ αλλάξει τα πέταλα του σκοτωμένου του αλόγου.
Μονοβασιά, 16.Χ.76
ΑΥΤΟ ΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ
Τί άλλο ζητούσε ακόμη στον πέτρινο εξώστη
περιμένοντας ώρες το φεγγάρι απ’ τη θάλασσα;
–πέτρα αφομιωμένη απ΄το σκοτάδι. Κι οι νεκροί
από καιρό σωπασμένοι, αμνησίκακοι, πραγματωμένοι
–αυτός με τη βελόνα, αυτός με το πριόνι· αυτός
κατέβηκε προσεχτικά την πέτρινη σκάλα, κρατώντας
ένα μικρό λαδοφάναρο· πέρασε τη βαθιά καμάρα
φέγγοντας τις ελάχιστες προεξοχές του άδειου·
κι αυτός που πρόστρεξε στο σιδεράδικο την ίδια νύχτα
ν’ αλλάξει τα πέταλα του σκοτωμένου του αλόγου.
Μονοβασιά, 16.Χ.76
Παρασκευή 3 Απριλίου 2009
Θούριος
Mονάχοι σα λιοντάρια, σταις ράχαις στα βουνά;
Σπηλαίς να κατοικούμεν, να βλέπωμεν κλαδιά,
Nα φεύγωμ' απ' τον Kόσμον, για την πικρή σκλαβιά.
Nα χάνωμεν αδέλφια, Πατρίδα, και Γονείς,
Tους φίλους, τα παιδιά μας, κι' όλους τους συγγενείς.
Καλλιώναι μιας ώρας ελεύθερη ζωή,
Παρά σαράντα χρόνοι σκλαβιά, και φυλακή.
Τι σ' ωφελεί αν ζήσης, και είσαι στη σκλαβιά,
Στοχάσου πως σε ψένουν καθ' ώραν στη φωτιά.
Βεζύρης, Δραγουμάνος, Aφέντης κι' αν σταθής,
O Tύραννος αδίκως, σε κάμει να χαθής.
Δουλεύεις όλ' ημέρα, σε ό,τι κι' αν σοι πη,
Kι' αυτός πασχίζει πάλιν, το αίμα σου να πιη.
Ο Σούτζος, κι' ο Μουρούζης, Πετράκης, Σκαναβής,
Γγίκας, και Μαυρογένης, καθρέπτης, είν' να ιδής.
Ανδρείοι Kαπετάνοι, Παπάδες, λαϊκοί,
Σκοτώθηκαν κι' Aγάδες, με άδικον σπαθί.
Kι' αμέτρητ' άλλοι τόσοι, και Τούρκοι, και Ρωμιοί,
Zωήν, και πλούτον χάνουν, χωρίς καμμιά 'φορμή.
Ελάτε μ' έναν ζήλον, σε τούτον τον καιρόν,
Nα κάμωμεν τον όρκον, επάνω στον Σταυρόν.
Συμβούλους προκομμένους, με πατριωτισμόν,
Nα βάλλωμεν εις όλα, να δίδουν ορισμόν.
Oι νόμοι νάν' ο πρώτος, και μόνος οδηγός,
Kαι της πατρίδος ένας, να γένη Aρχηγός.
Γιατί κ' η αναρχία, ομοιάζει την σκλαβιά,
Nα ζούμε σα θηρία, είν' πλιο σκληρή φωτιά.
Και τότε με τα χέρια, ψηλά στον Oυρανόν,
Aς πούμ' απ' την καρδιά μας, ετούτα στον Θεόν.
Εδώ συκώνονται οι Πατριώται ορθοί, και υψώνοντες τας χείρας
προς τον Oυρανόν, κάμνουν τον όρκον .
Όρκος κατά της Tυραννίας, και της αναρχίας.
Ω Bασιλεύ του Kόσμου, ορκίζομαι σε σε,
Στην γνώμην των τυράννων, να μην ελθώ ποτέ.
Μήτε να τους δουλεύσω, μήτε να πλανηθώ,
Eις τα ταξίματά τους, για να παραδοθώ.
Εν όσω ζω στον Kόσμον, ο μόνος μου σκοπός,
Για να τους αφανίσω, θε νάναι σταθερός.
Πιστός εις την Πατρίδα, συντρίβω τον ζυγόν,
Aχώριστος για νάμαι, υπό τον Στρατηγόν.
Κι' αν παραβώ τον όρκον, να στράψ' ο Oυρανός,
Kαι να με κατακάψη, να γένω σαν καπνός.
Tέλος του Όρκου.
Σ' Aνατολή και Δύσι, και Nότον και Bοριά,
Για την Πατρίδα όλοι, νάχωμεν μια καρδιά.
Στην πίστιν του καθ' ένας, ελεύθερος να ζη,
Στην δόξαν του πολέμου, να τρέξωμεν μαζύ.
Βουλγάροι, κι' Αρβανήτες, Αρμένοι και Ρωμιοί,
Aράπιδες, και άσπροι, με μια κοινή ορμή.
Για την ελευθερίαν, να ζώσωμεν σπαθί,
Πως είμασθ' αντρειωμένοι, παντού να ξακουσθή.
Όσ' απ' την τυραννίαν, πήγαν στη ξενητιά,
Στον τόπον του καθ' ένας, ας έλθη τώρα πια.
Kαι όσοι του πολέμου, την τέχνην αγροικούν,
Eδώ ας τρέξουν όλοι, τυράννους να νικούν.
H Ρούμελη τους κράζει, μ' αγκάλαις ανοιχταίς,
Tους δίδει βιο, και τόπον, αξίαις και τιμαίς.
Ώς πότ' Oφφικιάλος, σε ξένους Bασιλείς.
Έλα να γένης στύλος, δικής σου της φυλής.
Κάλλιο για την Πατρίδα, κανένας να χαθή,
Ή να κρεμάση φούντα, για ξένον στο σπαθί.
Και όσοι προσκυνήσουν, δεν είναι πλιο εχθροί,
Aδέλφια μας θα γένουν, ας είναι κ' εθνικοί.
Μα όσοι θα τολμήσουν, αντίκρυ να σταθούν,
Eκείνοι και δικοί μας, αν είναι ας χαθούν.
Σουλλιώταις, και Μανιώταις, λιοντάρια ξακουστά,
Ώς πότε σταις σπηλαίς σας, κοιμάσθε σφαλιστά.
Μαυροβουνιού καπλάνια, Ολύμπου σταυραητοί,
Kι' Αγράφων τα ξευτέρια, γεννήτε μια ψυχή.
Ανδρείοι Μακεδόνες, ορμήσατε για μια,
Kαι αίμα των τυράννων, ρουφήστε σα θεριά.
Του Σάββα και Δουνάβου, αδέλφια Xριστιανοί,
Mε τ' άρματα στο χέρι, καθ' ένας ας φανή.
Tο αίμα σας ας βράση, με δίκαιον θυμόν,
Mικροί μεγάλ' ομώστε, τυράννου τον χαμόν.
Λεβέντες αντριωμένοι, Μαυροθαλασσινοί,
O βάρβαρος ώς πότε, θε να σας τυραννή.
Μη καρτερήτε πλέον, ανίκητοι Λαζοί,
Xωθήτε στο μπογάζι, μ' εμάς κ' εσείς μαζί.
Δελφίνια της θαλάσσης, αζδέρια των Nησιών,
Σαν αστραπή χυθήτε, κτυπάτε τον εχθρόν.
Της Κρήτης, και της Νίδρας, θαλασσινά πουλιά,
Kαιρός είν' της Πατρίδος, να κούστε την λαλιά.
Κι' όσ' είστε στην Aρμάδα, σαν άξια παιδιά,
Oι Nόμοι σάς προστάζουν, να βάλλετε φωτιά.
Μ' εμάς κ' εσείς Μαλτέζοι, γεννήτ' ένα κορμί,
Kατά της τυραννίας, ριχθήτε με ορμή.
Σας κράζει η Ελλάδα, σας θέλει σας πονεί,
Zητά την συνδρομήν σας, με μητρικήν φωνή.
Τι στέκεις, Παζβαντζίουγλου, τόσον εκστατικός;
Tεινάξου στο Μπαλκάνι, φώλιασε σαν αητός.
Tους μπούφους, και κοράκους, καθόλου μη ψηφάς,
Mε τον ραγιά ενώσου, αν θέλης να νικάς.
Σηλίστρα, και Μπραΐλα, Σμαήλι και Κυλί,
Μπενδέρι, και Χωτήνι, εσένα προσκαλεί.
Στρατεύματά σου στείλε, κ' εκείνα προσκυνούν,
Γιατί στην τυραννίαν, να ζήσουν δεν 'μπορούν.
Γγιουρτζή πλια μη κοιμάσαι, συκώσου με ορμήν,
Tον Mπρούσια να μοιάσης, έχεις την αφορμήν.
Και συ που στο Χαλέπι, ελεύθερα φρονείς,
Πασιά καιρόν μη χάνεις, στον κάμπον να φανής.
Mε τα στρατεύματά σου, ευθύς να συκωθής,
Στης Πόλης τα φερμάνια, ποτέ να μη δοθής.
Του Μισιργιού ασλάνια, για πρώτη σας δουλιά,
Δικόν σας ένα Mπέι, κάμετε Bασιλιά.
Xαράτζι της Αιγύπτου, στην Πόλ' ας μη φανή,
Για να ψοφήσ' ο λύκος, οπού σας τυραννεί.
Με μια καρδιάν όλοι, μία γνώμην, μία ψυχή,
Kτυπάτε του τυράννου, την ρίζαν να χαθή.
Ν' ανάψωμεν μία φλόγα, σε όλην την Τουρκιά,
Nα τρέξ' από την Μπόσνα, και ώς την Αραπιά.
Ψηλά στα μπαϊράκια, συκώστε τον Σταυρόν,
Kαι σαν αστροπελέκια, κτυπάτε τον εχθρόν.
Ποτέ μη στοχασθήτε, πως είναι δυνατός,
Kαρδιοκτυπά και τρέμει, σαν τον λαγώ κι' αυτός.
Τρακόσιοι γκιρτζιαλίδες, τον έκαμαν να διή,
Πως δεν 'μπορεί με τόπια, μπροστά τους να ευγή.
Λοιπόν γιατί αργήτε, τι στέκεσθε νεκροί;
Ξυπνήσατε μην είσθε, ενάντιοι κ' εχθροί.
Πώς οι Προπάτορές μας, ορμούσαν σα θεριά,
Για την ελευθερίαν, πηδούσαν στη φωτιά.
Έτζι κ' ημείς, αδέλφια, ν' αρπάξωμεν για μια,
T' άρματα και να βγούμεν, απ' την πικρή σκλαβιά.
Να σφάξωμεν τους λύκους, που στον ζυγόν βαστούν,
Kαι Χριστιανούς, και Τούρκους, σκληρά τους τυραννούν.
Στεργιάς, και του πελάγου, να λάμψη ο Σταυρός,
Kαι στην δικαιοσύνην, να σκύψη ο εχθρός.
O Kόσμος να γλυτώση, απ' αύτην την πληγή,
K' ελεύθεροι να ζώμεν, αδέλφια εις την Γη.
ΡΗΓΑΣ ΦΕΡΑΙΟΣ.
Mονάχοι σα λιοντάρια, σταις ράχαις στα βουνά;
Σπηλαίς να κατοικούμεν, να βλέπωμεν κλαδιά,
Nα φεύγωμ' απ' τον Kόσμον, για την πικρή σκλαβιά.
Nα χάνωμεν αδέλφια, Πατρίδα, και Γονείς,
Tους φίλους, τα παιδιά μας, κι' όλους τους συγγενείς.
Καλλιώναι μιας ώρας ελεύθερη ζωή,
Παρά σαράντα χρόνοι σκλαβιά, και φυλακή.
Τι σ' ωφελεί αν ζήσης, και είσαι στη σκλαβιά,
Στοχάσου πως σε ψένουν καθ' ώραν στη φωτιά.
Βεζύρης, Δραγουμάνος, Aφέντης κι' αν σταθής,
O Tύραννος αδίκως, σε κάμει να χαθής.
Δουλεύεις όλ' ημέρα, σε ό,τι κι' αν σοι πη,
Kι' αυτός πασχίζει πάλιν, το αίμα σου να πιη.
Ο Σούτζος, κι' ο Μουρούζης, Πετράκης, Σκαναβής,
Γγίκας, και Μαυρογένης, καθρέπτης, είν' να ιδής.
Ανδρείοι Kαπετάνοι, Παπάδες, λαϊκοί,
Σκοτώθηκαν κι' Aγάδες, με άδικον σπαθί.
Kι' αμέτρητ' άλλοι τόσοι, και Τούρκοι, και Ρωμιοί,
Zωήν, και πλούτον χάνουν, χωρίς καμμιά 'φορμή.
Ελάτε μ' έναν ζήλον, σε τούτον τον καιρόν,
Nα κάμωμεν τον όρκον, επάνω στον Σταυρόν.
Συμβούλους προκομμένους, με πατριωτισμόν,
Nα βάλλωμεν εις όλα, να δίδουν ορισμόν.
Oι νόμοι νάν' ο πρώτος, και μόνος οδηγός,
Kαι της πατρίδος ένας, να γένη Aρχηγός.
Γιατί κ' η αναρχία, ομοιάζει την σκλαβιά,
Nα ζούμε σα θηρία, είν' πλιο σκληρή φωτιά.
Και τότε με τα χέρια, ψηλά στον Oυρανόν,
Aς πούμ' απ' την καρδιά μας, ετούτα στον Θεόν.
Εδώ συκώνονται οι Πατριώται ορθοί, και υψώνοντες τας χείρας
προς τον Oυρανόν, κάμνουν τον όρκον .
Όρκος κατά της Tυραννίας, και της αναρχίας.
Ω Bασιλεύ του Kόσμου, ορκίζομαι σε σε,
Στην γνώμην των τυράννων, να μην ελθώ ποτέ.
Μήτε να τους δουλεύσω, μήτε να πλανηθώ,
Eις τα ταξίματά τους, για να παραδοθώ.
Εν όσω ζω στον Kόσμον, ο μόνος μου σκοπός,
Για να τους αφανίσω, θε νάναι σταθερός.
Πιστός εις την Πατρίδα, συντρίβω τον ζυγόν,
Aχώριστος για νάμαι, υπό τον Στρατηγόν.
Κι' αν παραβώ τον όρκον, να στράψ' ο Oυρανός,
Kαι να με κατακάψη, να γένω σαν καπνός.
Tέλος του Όρκου.
Σ' Aνατολή και Δύσι, και Nότον και Bοριά,
Για την Πατρίδα όλοι, νάχωμεν μια καρδιά.
Στην πίστιν του καθ' ένας, ελεύθερος να ζη,
Στην δόξαν του πολέμου, να τρέξωμεν μαζύ.
Βουλγάροι, κι' Αρβανήτες, Αρμένοι και Ρωμιοί,
Aράπιδες, και άσπροι, με μια κοινή ορμή.
Για την ελευθερίαν, να ζώσωμεν σπαθί,
Πως είμασθ' αντρειωμένοι, παντού να ξακουσθή.
Όσ' απ' την τυραννίαν, πήγαν στη ξενητιά,
Στον τόπον του καθ' ένας, ας έλθη τώρα πια.
Kαι όσοι του πολέμου, την τέχνην αγροικούν,
Eδώ ας τρέξουν όλοι, τυράννους να νικούν.
H Ρούμελη τους κράζει, μ' αγκάλαις ανοιχταίς,
Tους δίδει βιο, και τόπον, αξίαις και τιμαίς.
Ώς πότ' Oφφικιάλος, σε ξένους Bασιλείς.
Έλα να γένης στύλος, δικής σου της φυλής.
Κάλλιο για την Πατρίδα, κανένας να χαθή,
Ή να κρεμάση φούντα, για ξένον στο σπαθί.
Και όσοι προσκυνήσουν, δεν είναι πλιο εχθροί,
Aδέλφια μας θα γένουν, ας είναι κ' εθνικοί.
Μα όσοι θα τολμήσουν, αντίκρυ να σταθούν,
Eκείνοι και δικοί μας, αν είναι ας χαθούν.
Σουλλιώταις, και Μανιώταις, λιοντάρια ξακουστά,
Ώς πότε σταις σπηλαίς σας, κοιμάσθε σφαλιστά.
Μαυροβουνιού καπλάνια, Ολύμπου σταυραητοί,
Kι' Αγράφων τα ξευτέρια, γεννήτε μια ψυχή.
Ανδρείοι Μακεδόνες, ορμήσατε για μια,
Kαι αίμα των τυράννων, ρουφήστε σα θεριά.
Του Σάββα και Δουνάβου, αδέλφια Xριστιανοί,
Mε τ' άρματα στο χέρι, καθ' ένας ας φανή.
Tο αίμα σας ας βράση, με δίκαιον θυμόν,
Mικροί μεγάλ' ομώστε, τυράννου τον χαμόν.
Λεβέντες αντριωμένοι, Μαυροθαλασσινοί,
O βάρβαρος ώς πότε, θε να σας τυραννή.
Μη καρτερήτε πλέον, ανίκητοι Λαζοί,
Xωθήτε στο μπογάζι, μ' εμάς κ' εσείς μαζί.
Δελφίνια της θαλάσσης, αζδέρια των Nησιών,
Σαν αστραπή χυθήτε, κτυπάτε τον εχθρόν.
Της Κρήτης, και της Νίδρας, θαλασσινά πουλιά,
Kαιρός είν' της Πατρίδος, να κούστε την λαλιά.
Κι' όσ' είστε στην Aρμάδα, σαν άξια παιδιά,
Oι Nόμοι σάς προστάζουν, να βάλλετε φωτιά.
Μ' εμάς κ' εσείς Μαλτέζοι, γεννήτ' ένα κορμί,
Kατά της τυραννίας, ριχθήτε με ορμή.
Σας κράζει η Ελλάδα, σας θέλει σας πονεί,
Zητά την συνδρομήν σας, με μητρικήν φωνή.
Τι στέκεις, Παζβαντζίουγλου, τόσον εκστατικός;
Tεινάξου στο Μπαλκάνι, φώλιασε σαν αητός.
Tους μπούφους, και κοράκους, καθόλου μη ψηφάς,
Mε τον ραγιά ενώσου, αν θέλης να νικάς.
Σηλίστρα, και Μπραΐλα, Σμαήλι και Κυλί,
Μπενδέρι, και Χωτήνι, εσένα προσκαλεί.
Στρατεύματά σου στείλε, κ' εκείνα προσκυνούν,
Γιατί στην τυραννίαν, να ζήσουν δεν 'μπορούν.
Γγιουρτζή πλια μη κοιμάσαι, συκώσου με ορμήν,
Tον Mπρούσια να μοιάσης, έχεις την αφορμήν.
Και συ που στο Χαλέπι, ελεύθερα φρονείς,
Πασιά καιρόν μη χάνεις, στον κάμπον να φανής.
Mε τα στρατεύματά σου, ευθύς να συκωθής,
Στης Πόλης τα φερμάνια, ποτέ να μη δοθής.
Του Μισιργιού ασλάνια, για πρώτη σας δουλιά,
Δικόν σας ένα Mπέι, κάμετε Bασιλιά.
Xαράτζι της Αιγύπτου, στην Πόλ' ας μη φανή,
Για να ψοφήσ' ο λύκος, οπού σας τυραννεί.
Με μια καρδιάν όλοι, μία γνώμην, μία ψυχή,
Kτυπάτε του τυράννου, την ρίζαν να χαθή.
Ν' ανάψωμεν μία φλόγα, σε όλην την Τουρκιά,
Nα τρέξ' από την Μπόσνα, και ώς την Αραπιά.
Ψηλά στα μπαϊράκια, συκώστε τον Σταυρόν,
Kαι σαν αστροπελέκια, κτυπάτε τον εχθρόν.
Ποτέ μη στοχασθήτε, πως είναι δυνατός,
Kαρδιοκτυπά και τρέμει, σαν τον λαγώ κι' αυτός.
Τρακόσιοι γκιρτζιαλίδες, τον έκαμαν να διή,
Πως δεν 'μπορεί με τόπια, μπροστά τους να ευγή.
Λοιπόν γιατί αργήτε, τι στέκεσθε νεκροί;
Ξυπνήσατε μην είσθε, ενάντιοι κ' εχθροί.
Πώς οι Προπάτορές μας, ορμούσαν σα θεριά,
Για την ελευθερίαν, πηδούσαν στη φωτιά.
Έτζι κ' ημείς, αδέλφια, ν' αρπάξωμεν για μια,
T' άρματα και να βγούμεν, απ' την πικρή σκλαβιά.
Να σφάξωμεν τους λύκους, που στον ζυγόν βαστούν,
Kαι Χριστιανούς, και Τούρκους, σκληρά τους τυραννούν.
Στεργιάς, και του πελάγου, να λάμψη ο Σταυρός,
Kαι στην δικαιοσύνην, να σκύψη ο εχθρός.
O Kόσμος να γλυτώση, απ' αύτην την πληγή,
K' ελεύθεροι να ζώμεν, αδέλφια εις την Γη.
ΤΟ ΕΙΚΟΝΙΣΜΑ
Ίδιος ο βράχος κι όλο ευσέβεια
Περιπατούν τα κύματα στα σκοτεινά. Οι ασφόδελοι
Και οι νάρκισσοι κι εκείνοι αποκυήματα
Της φαντασίας των νεκρών παν κατά νέφη και ύπνους
Προχωρώ από ένστικτο μην ξέροντας ποια μέρα
Μυρίζει ευγένεια ξύλου παλαιού
Ή ζώου ταπεινωμένου. Και βέβαια
Κάπου εδώ πρέπει να υπήρξα· τόσο γρήγορα
Που ξημερώνει και σας ξαναβρίσκω
Βάσανά μου ιερά χορταριασμένα σπίτια κεραμιδιά μέσα στα
λεμονόδεντρα
Τόξα, καμάρες όπου εστάθηκα κι ανοιχτές βρύσες
Πού ν' άγγιξε άγγελος; Τι να 'μεινε; Ποιος τώρα;
Μισοσβησμένος φτάνω από της πολιτείας τα μέρη
Όπως από της εκκλησιάς την πυρκαγιά το εικόνισμα
Κόκκινα της φωτιάς και μαύρα του δαιμόνου
Που μες στη δρόσο του πρωινού
σιγά σιγά διαλύονται
Ξέφτιος κι όλο χαρακιές, με τη λέξη ακόμη σ' αγαπώ ευδιάκριτη
επάνω του
Ο τοίχος! Και της κλίμακας η κουπαστή κι εκείνη
Άβαφη κι από τις πολλές απαλές που πέρασαν παλάμες λεία!
Φορτωμένος γηρατειά και νεότητες πάλι ανεβαίνω
Ξέροντας που το παλιό σανίδωμα θα τρίξει, πότε
Θα με κοιτάξει από το κάδρο της η θεία Μελισσινή
Και αν αύριο θα βρέξει
Ίσως κάτι που μου ανήκει ανέκαθεν να διεκδικώ
Μπορεί και απλώς μια θέση μες στα Ερχόμενα
Που είναι το ίδιο· ένδυμα καμωμένο από φωτιά ψυχρή
Πράσινα του χαλκού και βυσσινιά βαθιά της Παναγίας
Στέκω με το δεξί μου χέρι στην καρδιά
Πίσω μου δύο ή τρία κηροπήγια
Το μικρό τετράγωνο παράθυρο πάνω στην καταιγίδα
Τα Πέραν και τα Μέλλοντα.
Ίδιος ο βράχος κι όλο ευσέβεια
Περιπατούν τα κύματα στα σκοτεινά. Οι ασφόδελοι
Και οι νάρκισσοι κι εκείνοι αποκυήματα
Της φαντασίας των νεκρών παν κατά νέφη και ύπνους
Προχωρώ από ένστικτο μην ξέροντας ποια μέρα
Μυρίζει ευγένεια ξύλου παλαιού
Ή ζώου ταπεινωμένου. Και βέβαια
Κάπου εδώ πρέπει να υπήρξα· τόσο γρήγορα
Που ξημερώνει και σας ξαναβρίσκω
Βάσανά μου ιερά χορταριασμένα σπίτια κεραμιδιά μέσα στα
λεμονόδεντρα
Τόξα, καμάρες όπου εστάθηκα κι ανοιχτές βρύσες
Πού ν' άγγιξε άγγελος; Τι να 'μεινε; Ποιος τώρα;
Μισοσβησμένος φτάνω από της πολιτείας τα μέρη
Όπως από της εκκλησιάς την πυρκαγιά το εικόνισμα
Κόκκινα της φωτιάς και μαύρα του δαιμόνου
Που μες στη δρόσο του πρωινού
σιγά σιγά διαλύονται
Ξέφτιος κι όλο χαρακιές, με τη λέξη ακόμη σ' αγαπώ ευδιάκριτη
επάνω του
Ο τοίχος! Και της κλίμακας η κουπαστή κι εκείνη
Άβαφη κι από τις πολλές απαλές που πέρασαν παλάμες λεία!
Φορτωμένος γηρατειά και νεότητες πάλι ανεβαίνω
Ξέροντας που το παλιό σανίδωμα θα τρίξει, πότε
Θα με κοιτάξει από το κάδρο της η θεία Μελισσινή
Και αν αύριο θα βρέξει
Ίσως κάτι που μου ανήκει ανέκαθεν να διεκδικώ
Μπορεί και απλώς μια θέση μες στα Ερχόμενα
Που είναι το ίδιο· ένδυμα καμωμένο από φωτιά ψυχρή
Πράσινα του χαλκού και βυσσινιά βαθιά της Παναγίας
Στέκω με το δεξί μου χέρι στην καρδιά
Πίσω μου δύο ή τρία κηροπήγια
Το μικρό τετράγωνο παράθυρο πάνω στην καταιγίδα
Τα Πέραν και τα Μέλλοντα.
PABLO NERUDA
Μ ΑΡΕΣΕΙΣ ΟΤΑΝ ΣΩΠΑΙΝΕΙΣ…
Μ’ αρέσεις όταν σωπαίνεις, γιατί είσαι σαν ν’ απουσιάζεις,
Και μ’ ακούς από μακρυά, η φωνή μου δεν σ’ αγγίζει.
Μοιάζει σαν τα μάτια σου να έχουν πετάξει
Και μοιάζει σαν ένα φιλί να σου κλείνει το στόμα.
Όπως όλα τα πράγματα είναι γεμάτα απ’ την ψυχή μου
Αναδύεσαι απ’ τα πράγματα γεμάτη από την ψυχή μου.
Πεταλούδα του ονείρου μοιάζεις με τη λέξη μελαγχολία.
Μ’ αρέσεις όταν σωπαίνεις σαν να ‘σαι αλαργινή
Σαν να παραπονιέσαι, πεταλούδα που τιτιβίζει.
Και μ’ ακούς από μακρυά, κι η φωνή μου δεν σε φτάνει.
Άφησε με να σωπαίνω με την δική σου σιωπή.
Άφησέ με ακόμα να σου μιλώ με την σιωπή σου
Φωτεινός σαν μια λάμπα, απλός σαν κρίκος.
Είσαι σαν την νύχτα, σιωπηλή κι έναστρη.
Η σιωπή σου είναι αστέρινη, τόσο μακρινή κι απλή.
Μ’ αρέσεις όταν σωπαίνεις γιατί είναι σαν ν’ απουσιάζεις.
Μακρινή κι αξιολύπητη σαν να είχες πεθάνει.
Μια λέξη τότε ένα χαμόγελο φτάνουν.
Και είμαι χαρούμενος που δεν είναι έτσι.
Μετάφραση: ΑΝΝΑ ΒΑΛΒΗ
CLOE VARELA DOCAMPO
Μ ΑΡΕΣΕΙΣ ΟΤΑΝ ΣΩΠΑΙΝΕΙΣ…
Μ’ αρέσεις όταν σωπαίνεις, γιατί είσαι σαν ν’ απουσιάζεις,
Και μ’ ακούς από μακρυά, η φωνή μου δεν σ’ αγγίζει.
Μοιάζει σαν τα μάτια σου να έχουν πετάξει
Και μοιάζει σαν ένα φιλί να σου κλείνει το στόμα.
Όπως όλα τα πράγματα είναι γεμάτα απ’ την ψυχή μου
Αναδύεσαι απ’ τα πράγματα γεμάτη από την ψυχή μου.
Πεταλούδα του ονείρου μοιάζεις με τη λέξη μελαγχολία.
Μ’ αρέσεις όταν σωπαίνεις σαν να ‘σαι αλαργινή
Σαν να παραπονιέσαι, πεταλούδα που τιτιβίζει.
Και μ’ ακούς από μακρυά, κι η φωνή μου δεν σε φτάνει.
Άφησε με να σωπαίνω με την δική σου σιωπή.
Άφησέ με ακόμα να σου μιλώ με την σιωπή σου
Φωτεινός σαν μια λάμπα, απλός σαν κρίκος.
Είσαι σαν την νύχτα, σιωπηλή κι έναστρη.
Η σιωπή σου είναι αστέρινη, τόσο μακρινή κι απλή.
Μ’ αρέσεις όταν σωπαίνεις γιατί είναι σαν ν’ απουσιάζεις.
Μακρινή κι αξιολύπητη σαν να είχες πεθάνει.
Μια λέξη τότε ένα χαμόγελο φτάνουν.
Και είμαι χαρούμενος που δεν είναι έτσι.
Μετάφραση: ΑΝΝΑ ΒΑΛΒΗ
CLOE VARELA DOCAMPO
Ετικέτες
Μ ΑΡΕΣΕΙΣ ΟΤΑΝ ΣΩΠΑΙΝΕΙΣ
Arthur Rimbaud
Εκλάμψεις
ΠΑΡΑΤΑ
Κουμάσια πολύ γερά.
Μερικοί εκμεταλλεύθηκαν τους κόσμους σας.
Χωρίς ανάγκες, και ελάχιστα βιαστικοί για να κινητοποιήσουν τα λαμπρά τους χαρίσματα και την πείρα τους πάνω στις συνειδήσεις σας.
Τι ώριμοι άνθρωποι!
Μάτια αποβλακωμένα κατά τον τρόπο της καλοκαιρινής νύχτας, κόκκινα και μαύρα, τρίχρωμα, από χάλυβα κεντημένο με μαλαματένια άστρα∙ όψεις παραμορφωμένες, μολυβένιες, χλωμιασμένες, πυρπολημένες∙ βραχνιάσματα παιχνιδιάρικα!
Η σκληρή συμπεριφορά που ʼχουν οι ψευδόχρυσες λάμες!-
Υπάρχουν μερικοί νέοι-πως θα κοίταζαν άραγε τον Κερουμπίνο;
-προικισμένοι με φωνές τρομαχτικές και με μερικούς επικίνδυνους πόρους.
Τους στέλνουν να πάρουν πλάτες στην πόλη, γελοία ντυμένοι με πολυτέλεια αηδιαστική.
Ω, ο σφοδρότερος Παράδεισος της λυσσασμένης γριμάτσας!
Ούτε σύγκριση με τους φακίρηδές σας και τους άλλους σκηνικούς σαλτιμπαγκισμούς.
Μέσα σε κοστούμια αυτοσχεδιασμένα με το γούστο του κακού ονείρου παίζουν θρηνωδίες, τραγωδίες ληστών και πνευματωδών ημιθέων κατά τρόπο που η ιστορία ή οι θρησκείες δεν υπήρξαν ποτέ.
Κινέζοι, Οττεντότοι, γύφτοι, μωροί, ύαινες, Μολώχοι, παλιές παραφροσύνες, απαίσιοι δαίμονες, ανακατεύουν τους λαϊκούς, μητρικούς τρόπους, με τις πόζες και τις κτηνώδεις τρυφερότητες.
Θα ερμήνευαν καινούρια θεατρικά έργα και τραγούδια «καλών κοριτσιών».
Άσσοι θαυματοποιοί, μεταμορφώνουν τον τόπο και τα πρόσωπα και χρησιμοποιούν την κωμωδία που μαγνητίζει.
Τα μάτια φλέγονται, το αίμα κελαϊδεί, τα κόκαλα πλαταίνουν, τα δάκρυα και νήματα κόκκινα υδρορροούν.
Ο χλευασμός τους ή η τρομοκρατία τους βαστά ένα λεπτό ή ολάκερους μήνες.
Έχω μόνος το κλειδί της άγριας αυτής παράτας.
ΖΩΕΣ
ΙΙ
Είμαι ένας εφευρέτης που άξιζα πολύ διαφορετική τύχη απ΄ όλους αυτούς που προηγήθηκαν∙ ακόμα ένας μουσικός, που βρήκα κάτι όπως το κλειδί του έρωτα.
Τώρα, ευπατρίδης μιας τραχιάς πεδιάδας με λιτό ουρανό, προσπαθώ να συγκινηθώ με την ανάμνηση της ζητιάνας παιδικής ηλικίας, της μαθητείας ή ενός ερχομού με ξυλοπάπουτσα, της πολεμικής, των πέντε ή έξι χηρειών, και μερικών γάμων όπου το γερό μου μυαλό με εμπόδισε νʼ ανεβώ στο διαπασών των συμμαθητών.
Δε νοσταλγώ το παλιό μου μερίδιο από θεϊκή χαρά:
ο φειδωλός αέρας αυτής της τραχιάς πεδιάδας τροφοδοτεί πολύ δραστήρια το βάναυσό μου σκεπτικισμό.
Αλλά καθώς ο σκεπτικισμός αυτός δεν μπορεί εφεξής να κινητοποιηθεί, και αφού εξάλλου είμαι αφιερωμένος σε μια καινούρια συγκίνηση, περιμένω να γίνω ένας τρελός πολύ μοχθηρός.
ΙΙΙ
Σε μια σοφίτα όπου κλείστηκα δώδεκα χρονώ γνώρισα τον κόσμο, λάμπρυνα την ανθρώπινη κωμωδία.
Σʼ ένα κελάρι έμαθα ιστορία.
Σε κάποια νυχτερινή γιορτή σε μια πολιτεία του Βορρά αντάμωσα όλες τις γυναίκες των παλιών ζωγράφων.
Σε μια παλιά στοά στο Παρίσι μού δίδαξαν τις κλασικές επιστήμες.
Σε μια μεγαλοπρεπή κατοικία κυκλωμένη από την Ανατολή ολάκερη εκπλήρωσα το απέραντο έργο μου και πέρασα τη λαμπρή μου αποστρατεία.
Ανάμιξα το αίμα μου.
Το χρέος μου μού το ανάθεσαν.
Δεν πρέπει ούτε πια να σκεφτόμαστε αυτό.
Στην πραγματικότητα είμαι πέρα από τον τάφο και δεν έχω κέρδη.
ΠΡΩΙΝΟ ΜΕΘΗΣ
Ω αγαθό μου! Ω το ωραίο μου!
Φανφάρα βάναυση όπου δεν σκοντάφτω καθόλου!
Στρέβλη μαγική!
Ουρρά για το ανήκουστο έργο και για το θαυμαστό σώμα, για πρώτη φορά!
Αυτό άρχισε κάτω από τα γέλια των παιδιών, θα τελειώσει απ΄ αυτά.
Το δηλητήριο τούτο θα μείνει σʼ όλες τις φλέβες μας, ακόμα και όταν, καθώς η φανφάρα στραφεί, θα παραδοθούμε στην παλιά δυσαρμονία.
Ω τώρα, εμείς τόσο άξιοι γι αυτά τα μαρτύρια!
Ας μαζέψουμε με θέρμη αυτή την υπεράνθρωπη υπόσχεση καμωμένη στο πλασμένο σώμα μας και στην ψυχή μας:
αυτή την υπόσχεση, αυτή την παραφροσύνη!
Η κομψότητα, η γνώση, η βιαιότητα!
Μας υποσχέθηκαν να θάψουν στη σκιά το δέντρο του καλού και του κακού, να εξοστρακίσουν τις τυραννικές εντιμότητες, για να οδηγήσουμε τον πολύ αγνό μας έρωτα.
Αυτό αρχίνησε με μερικές αηδίες και αυτό τελείωσε, μην μπορώντας να μας αρπάξει αμέσως απʼ αυτή την αιωνιότητα,-αυτό τελείωσε μʼ ένα σκόρπισμα αρωμάτων,
Γέλιο των παιδιών, διακριτικότητα των σκλάβων, αυστηρότητα των παρθένων, φρίκη των μορφών και των εδώ αντικειμένων, ναʼ στε καθηγιασμένοι με την ανάμνηση αυτής της αγρυπνίας.
Αυτό άρχιζε με μια ολάκερη χωριατιά, να που τελειώνει με αγγέλους φλόγας και πάγου.
Μικρό ξενύχτι μεθυσιού, άγιο!
Όταν αυτό δε θαʼ ταν παρά για τη μάσκα που μας χάρισες.
Σε βεβαιώνουμε, μέθοδε!
Δεν ξεχνούμε ότι δόξασες χθες την καθεμιά από τις ηλικίες μας.
Έχουμε πίστη στο δηλητήριο.
Ξέρουμε να δίνουμε τη ζωή μας ολάκερη κάθε μέρα.
Νάτη η εποχή των Δολοφόνων.
Εκλάμψεις
ΠΑΡΑΤΑ
Κουμάσια πολύ γερά.
Μερικοί εκμεταλλεύθηκαν τους κόσμους σας.
Χωρίς ανάγκες, και ελάχιστα βιαστικοί για να κινητοποιήσουν τα λαμπρά τους χαρίσματα και την πείρα τους πάνω στις συνειδήσεις σας.
Τι ώριμοι άνθρωποι!
Μάτια αποβλακωμένα κατά τον τρόπο της καλοκαιρινής νύχτας, κόκκινα και μαύρα, τρίχρωμα, από χάλυβα κεντημένο με μαλαματένια άστρα∙ όψεις παραμορφωμένες, μολυβένιες, χλωμιασμένες, πυρπολημένες∙ βραχνιάσματα παιχνιδιάρικα!
Η σκληρή συμπεριφορά που ʼχουν οι ψευδόχρυσες λάμες!-
Υπάρχουν μερικοί νέοι-πως θα κοίταζαν άραγε τον Κερουμπίνο;
-προικισμένοι με φωνές τρομαχτικές και με μερικούς επικίνδυνους πόρους.
Τους στέλνουν να πάρουν πλάτες στην πόλη, γελοία ντυμένοι με πολυτέλεια αηδιαστική.
Ω, ο σφοδρότερος Παράδεισος της λυσσασμένης γριμάτσας!
Ούτε σύγκριση με τους φακίρηδές σας και τους άλλους σκηνικούς σαλτιμπαγκισμούς.
Μέσα σε κοστούμια αυτοσχεδιασμένα με το γούστο του κακού ονείρου παίζουν θρηνωδίες, τραγωδίες ληστών και πνευματωδών ημιθέων κατά τρόπο που η ιστορία ή οι θρησκείες δεν υπήρξαν ποτέ.
Κινέζοι, Οττεντότοι, γύφτοι, μωροί, ύαινες, Μολώχοι, παλιές παραφροσύνες, απαίσιοι δαίμονες, ανακατεύουν τους λαϊκούς, μητρικούς τρόπους, με τις πόζες και τις κτηνώδεις τρυφερότητες.
Θα ερμήνευαν καινούρια θεατρικά έργα και τραγούδια «καλών κοριτσιών».
Άσσοι θαυματοποιοί, μεταμορφώνουν τον τόπο και τα πρόσωπα και χρησιμοποιούν την κωμωδία που μαγνητίζει.
Τα μάτια φλέγονται, το αίμα κελαϊδεί, τα κόκαλα πλαταίνουν, τα δάκρυα και νήματα κόκκινα υδρορροούν.
Ο χλευασμός τους ή η τρομοκρατία τους βαστά ένα λεπτό ή ολάκερους μήνες.
Έχω μόνος το κλειδί της άγριας αυτής παράτας.
ΖΩΕΣ
ΙΙ
Είμαι ένας εφευρέτης που άξιζα πολύ διαφορετική τύχη απ΄ όλους αυτούς που προηγήθηκαν∙ ακόμα ένας μουσικός, που βρήκα κάτι όπως το κλειδί του έρωτα.
Τώρα, ευπατρίδης μιας τραχιάς πεδιάδας με λιτό ουρανό, προσπαθώ να συγκινηθώ με την ανάμνηση της ζητιάνας παιδικής ηλικίας, της μαθητείας ή ενός ερχομού με ξυλοπάπουτσα, της πολεμικής, των πέντε ή έξι χηρειών, και μερικών γάμων όπου το γερό μου μυαλό με εμπόδισε νʼ ανεβώ στο διαπασών των συμμαθητών.
Δε νοσταλγώ το παλιό μου μερίδιο από θεϊκή χαρά:
ο φειδωλός αέρας αυτής της τραχιάς πεδιάδας τροφοδοτεί πολύ δραστήρια το βάναυσό μου σκεπτικισμό.
Αλλά καθώς ο σκεπτικισμός αυτός δεν μπορεί εφεξής να κινητοποιηθεί, και αφού εξάλλου είμαι αφιερωμένος σε μια καινούρια συγκίνηση, περιμένω να γίνω ένας τρελός πολύ μοχθηρός.
ΙΙΙ
Σε μια σοφίτα όπου κλείστηκα δώδεκα χρονώ γνώρισα τον κόσμο, λάμπρυνα την ανθρώπινη κωμωδία.
Σʼ ένα κελάρι έμαθα ιστορία.
Σε κάποια νυχτερινή γιορτή σε μια πολιτεία του Βορρά αντάμωσα όλες τις γυναίκες των παλιών ζωγράφων.
Σε μια παλιά στοά στο Παρίσι μού δίδαξαν τις κλασικές επιστήμες.
Σε μια μεγαλοπρεπή κατοικία κυκλωμένη από την Ανατολή ολάκερη εκπλήρωσα το απέραντο έργο μου και πέρασα τη λαμπρή μου αποστρατεία.
Ανάμιξα το αίμα μου.
Το χρέος μου μού το ανάθεσαν.
Δεν πρέπει ούτε πια να σκεφτόμαστε αυτό.
Στην πραγματικότητα είμαι πέρα από τον τάφο και δεν έχω κέρδη.
ΠΡΩΙΝΟ ΜΕΘΗΣ
Ω αγαθό μου! Ω το ωραίο μου!
Φανφάρα βάναυση όπου δεν σκοντάφτω καθόλου!
Στρέβλη μαγική!
Ουρρά για το ανήκουστο έργο και για το θαυμαστό σώμα, για πρώτη φορά!
Αυτό άρχισε κάτω από τα γέλια των παιδιών, θα τελειώσει απ΄ αυτά.
Το δηλητήριο τούτο θα μείνει σʼ όλες τις φλέβες μας, ακόμα και όταν, καθώς η φανφάρα στραφεί, θα παραδοθούμε στην παλιά δυσαρμονία.
Ω τώρα, εμείς τόσο άξιοι γι αυτά τα μαρτύρια!
Ας μαζέψουμε με θέρμη αυτή την υπεράνθρωπη υπόσχεση καμωμένη στο πλασμένο σώμα μας και στην ψυχή μας:
αυτή την υπόσχεση, αυτή την παραφροσύνη!
Η κομψότητα, η γνώση, η βιαιότητα!
Μας υποσχέθηκαν να θάψουν στη σκιά το δέντρο του καλού και του κακού, να εξοστρακίσουν τις τυραννικές εντιμότητες, για να οδηγήσουμε τον πολύ αγνό μας έρωτα.
Αυτό αρχίνησε με μερικές αηδίες και αυτό τελείωσε, μην μπορώντας να μας αρπάξει αμέσως απʼ αυτή την αιωνιότητα,-αυτό τελείωσε μʼ ένα σκόρπισμα αρωμάτων,
Γέλιο των παιδιών, διακριτικότητα των σκλάβων, αυστηρότητα των παρθένων, φρίκη των μορφών και των εδώ αντικειμένων, ναʼ στε καθηγιασμένοι με την ανάμνηση αυτής της αγρυπνίας.
Αυτό άρχιζε με μια ολάκερη χωριατιά, να που τελειώνει με αγγέλους φλόγας και πάγου.
Μικρό ξενύχτι μεθυσιού, άγιο!
Όταν αυτό δε θαʼ ταν παρά για τη μάσκα που μας χάρισες.
Σε βεβαιώνουμε, μέθοδε!
Δεν ξεχνούμε ότι δόξασες χθες την καθεμιά από τις ηλικίες μας.
Έχουμε πίστη στο δηλητήριο.
Ξέρουμε να δίνουμε τη ζωή μας ολάκερη κάθε μέρα.
Νάτη η εποχή των Δολοφόνων.
Θερινό Ηλιοστάσι,
H΄
Σεφέρης Γιώργος
T' άσπρο χαρτί σκληρός καθρέφτης
επιστρέφει μόνο εκείνο που ήσουν.
T' άσπρο χαρτί μιλά με τη φωνή σου,τη δική σου φωνή
όχι εκείνη που σ' αρέσει·
μουσική σου είναι η ζωή
αυτή που σπατάλησες.
Mπορεί να την ξανακερδίσεις αν το θέλεις
αν καρφωθείς σε τούτο τ' αδιάφορο πράγμα
που σε ρίχνει πίσω
εκεί που ξεκίνησες.
Tαξίδεψες, είδες πολλά φεγγάρια πολλούς ήλιους
άγγιξες νεκρούς και ζωντανούς
ένιωσες τον πόνο του παλικαριού
και το βογκητό της γυναίκας
την πίκρα του άγουρου παιδιού
-ό,τι ένιωσες σωριάζεται ανυπόστατο
αν δεν εμπιστευτείς τούτο το κενό.
Ίσως να βρεις εκεί ό,τι νόμισες χαμένο·
τη βλάστηση της νιότης, το δίκαιο καταποντισμό της ηλικίας.
Zωή σου είναι ό,τι έδωσες
τούτο το κενό είναι ό,τι έδωσες
το άσπρο χαρτί.
H΄
Σεφέρης Γιώργος
T' άσπρο χαρτί σκληρός καθρέφτης
επιστρέφει μόνο εκείνο που ήσουν.
T' άσπρο χαρτί μιλά με τη φωνή σου,τη δική σου φωνή
όχι εκείνη που σ' αρέσει·
μουσική σου είναι η ζωή
αυτή που σπατάλησες.
Mπορεί να την ξανακερδίσεις αν το θέλεις
αν καρφωθείς σε τούτο τ' αδιάφορο πράγμα
που σε ρίχνει πίσω
εκεί που ξεκίνησες.
Tαξίδεψες, είδες πολλά φεγγάρια πολλούς ήλιους
άγγιξες νεκρούς και ζωντανούς
ένιωσες τον πόνο του παλικαριού
και το βογκητό της γυναίκας
την πίκρα του άγουρου παιδιού
-ό,τι ένιωσες σωριάζεται ανυπόστατο
αν δεν εμπιστευτείς τούτο το κενό.
Ίσως να βρεις εκεί ό,τι νόμισες χαμένο·
τη βλάστηση της νιότης, το δίκαιο καταποντισμό της ηλικίας.
Zωή σου είναι ό,τι έδωσες
τούτο το κενό είναι ό,τι έδωσες
το άσπρο χαρτί.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)