Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Σάββατο 30 Μαΐου 2009

ΑΝΑΔΥΟΜΕΝΗ..

ΑΝΑΔΥΟΜΕΝΗ
(1915)
Στὸ ρόδινα μάκαριο φῶς, νά με, ἀνεβαίνω τῆς αὐγῆς,

μὲ σηκωμένα χέρια,

ἡ θεία γαλήνη μὲ καλεῖ τοῦ πέλαου, ἔτσι γιὰ νὰ βγῶ

πρὸς τὰ γαλάζια αἰθέρια·


μὰ ὢ ἄξαφνες πνοὲς τῆς γῆς ποὺ μὲς στὰ στήθια μου χυμᾶν

κι ἀκέρια με κλονίζουν!

Ὦ Δία, τὸ πέλαγο εἶν᾿ βαρὺ καὶ τὰ λυτά μου τὰ μαλλιὰ

σὰ πέτρες μὲ βυθίζουν!


Αὖρες τρεχάτε -ὦ Κυμοθόη, ὦ Γλαύκη,- ἐλᾶτε πιάστε μου τὰ χέρια ἀπ᾿ τὴ μασκάλη

Δὲ πρόσμενα ἔτσι μονομιᾶς παραδομένη νὰ βρεθῶ

μὲς στοῦ Ἥλιου τὴν ἀγκάλη...

ΣΟΛΩΜΟΥ ΣΥΝΤΡΙΒΗ ΚΑΙ ΔΕΟΣ..


Σολωμοῦ συντριβὴ καὶ δέος..


Μισόβγαινε ἀπ’ τὸν ὕπνο ἡ πολιτεία. Τῶν καμπαριῶν αἰχμὲς
Κοντοὶ σημαιῶν καὶ κάτι πρῶτα τριανταφυλλιὰ
Στοῦ μικροῦ παραθύρου σου –ποὺ ἀκόμη φώταγε– τὸ μαρμαράκι.
Ἄ κεῖ μονάχα νὰ ’ταν
Ἕνα κλωνάρι μὲ δαφνόκουκα νὰ σοῦ ἄφηνα γιὰ καλημέρα
Ποὺ τέτοιας νύχτας τὴν ἀγρύπνια πέρασες. Καὶ τὴ γνωρίζω
Πάνω σ’ ἄσπρα χαρτιὰ πιὸ δύσβατα κι ἀπ’ τοῦ Μεσολογγιοῦ τὶς
πλάκες
Ναί. Γιατὶ σ’ εἶχε ἀνάγκη κάποτε τὰ χείλη σου χρύσωσε ὁ Θεὸς
Καὶ τὶ μυστήριο νὰ μιλᾶς κι οἱ φοῦχτες σου ν’ ἀνοίγονται
Ποὺ κι ἡ πέτρα νὰ ποθεῖ ναοῦ νέου νὰ ’ναι τὸ ἀγκωνάρι
Καὶ τὸ κοράλλι θάμνους λείους νὰ βγάνει γιὰ ν’ ἀπομιμηθεῖ τὸ
στέρνο σου
Ὄμορφο πρόσωπο! Καμένο στῆς λαλιᾶς ποὺ πρωτάκουσες τὴν
ἀντηλιὰ καὶ ἀνεξήγητα τώρα
Γινομένο μέσα μου δεύτερη ψυχή. Τὴ στιγμὴ ποὺ ἡ πρώτη
Σὲ μιὰ γῆ μπλὲ τῆς βιολέτας μ’ ἄγριες χαῖτες τρικυμίας
Ὄστρακα κι ἄλλα τοῦ ἥλιου εὑρήματα νὰ γυαλίζει καταγίνονταν
Ὡσὰν τὰ ἐκμαγεῖα τοῦ νοῦ σου νὰ μὴν εἶχαν κιόλας
Φύση βγάνει περασμένη ἀπ’ ὅλες τοῦ θυμοῦ τῶν θεῶν τὶς
ἀτραψιὲς
Ἢ γιὰ λίγο νὰ μὴν εἶχε ἀπὸ δικὴ σου χάρη μέσα μου
Μισανοιχτὸ μείνει τὸ Ἀκοίταχτο!
Ἀλλ’ ὁ λέων περνάει σὰν ἥλιος. Οἱ ἄνθρωποι μόνο ἱππεύουν
Κι ἄλλοι πεζοὶ πᾶνε. ὥσπου μέσα στὶς νύχτες χάνονται. Παρόμοια
Κεῖνα ποὺ σκυφτὸς ἐπάνω στὸ γραφεῖο μου ζητοῦσα νὰ διασώσω
ἀλλ’
Ἀδύνατον. Πῶς ἀλλιῶς. Ποὺ καὶ μόνο ἡ σκέψη σου γινομένη ἀπὸ
καιρὸ οὐρανὸς
Καὶ μόνο ἡ σκέψη σου μοῦ ’καψε ὅλα τὰ χειρόγραφα
Καὶ μιὰ χαρὰ ποὺ ἡ δεύτερη ψυχή μου
Πῆρε σκοτώνοντας τὴν πρώτη κίνησε μὲ τὰ κύματα νὰ φεύγει
Ὁ ἄγνωστος ποὺ ὑπῆρξα πάλι ὁ ἄγνωστος νὰ γίνω
Φοβερὰ μαλώνοντας οἱ ἄνεμοι
Ἐνῶ τοῦ ἥλιου ἡ λόγχη πάνω στὸ σφουγγαρισμένο πάτωμα ὅπου
Σφάδαζα
μ’ ἀποτελείωνε.

Παρασκευή 29 Μαΐου 2009

ΑΛΧΗΜΕΙΑ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ..

ΑΛΧΗΜΕΙΑ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ..

Και τώρα, εγώ! Διήγηση μιας τρέλας..

Από καιρό καυχιόμουν πως, δεν ήτανε μήτ' ένας πίνακας που να μην γνώριζα

Και εύρισκα για γέλια κάθε διασημότητα, είτε του χώρου της ζωγραφικής είτε της σύγχρονης μου ποίησης..

Αγαπούσα τις πιο ανόητες ζωγραφιές

Τα διάκοσμα, τις ζωγραφισμένες οροφές , τις επιγραφές,

την ντεμοντέ λογοτεχνία, τα καθαρευουσιάνικα της εκκλησίας, τα παλιά ρομάντζα

Τα μελό love story τ' ανορθόγραφα

Τραγουδάκια παιδικά, σκοπούς βλακώδεις, όπερες μπαρόκ και τα τοιαύτα,

Ονειρευόμουνα σταυροφορίες, ταξίδια μαγγελάνικα και απολίτιστες ακόμα πολιτείες

Θρησκευτικούς πολέμους που ‘σβησαν δίχως νικητές, επαναστάσεις ριζοσπαστικές, μεταναστεύσεις...

Πίστεψα σε κάθε τι που θα μπορούσε το ακατόρθωτο!

Ανακάλυψα τα χρώματα των φωνηέντων!

Το άλφα είναι ολόμαυρο, το έψιλον, λευκό, το ιώτα, είναι κόκκινο τ' 0μικρον γαλανό

Στο ύψιλον, αναπολώ…το πράσινο

Πρόδωσα σύμφωνα

Όπου κι αν ήτανε: σε κάθε τόπο κι όποια εποχή, ξεσκεπαστήκανε!

Και τον παλμό του ενστίκτου μου αρθρώνοντας

Μια νέα ποίηση ανακάλυπτα

Με λόγο προσιτό σε κάθε αίσθηση-

Μετέφρασα τον κόσμο!

(Τα δικαιώματα της μεταφράσεως, δικά μου)

Ήτανε στην αρχή κάτι σαν άσκηση… Έφτιαχνα αγάλματα από ίλιγγο και ζάλη

Κατέγραφα σιωπές, κατέγραφα νύχτα..

Κι έβλεπα να μου περισσεύει, πάντα, κάτι που ξέμενε ανέκφραστο

Πέρα απ τα γνώριμα πουλιά και τις κοιλάδες τι να με ξεδιψούσε ανάμεσα στους θάμνους,

Τότε, που χόρευαν μες στους σκοπούς του ανέμου οι ιτιές;

Που η μέρα έφευγε να ξαποστάσει και καληνύχτιζε όποιον τη δόξασε

Μακριά από τη γέννηση μου, στη σιωπή των κλαδιών στους σκεπασμένους ουρανούς

Ήπια χρυσάφι μήπως και τα ποτάμια τότε γεννιόνταν

Εγώ, ο ύποπτος κι ο ποθητός

Σαν το πορνείο

Κάτι, τρόμαζε τον ουρανό

Εκείνος τρέχοντας, ξεχνούσε πίσω του την καταιγίδα

Τα νερά κυλώντας απ' τα δάση,

Σβήναν στις αμμουδιές.

Πέρα, η θάλασσα, το μυστικό των δένδρων

Έστειλε τους ανέμους

Ο Θεός

Στείλαν χαλάζι οι άνεμοι

Χτυπήματα του πάγου στα λασπόνερα

Αποκάλυψη.

Το χρυσάφι, γλίστραγε απ' τα χείλη μου

Δάκρυ

Κάθε γιορτή, ανάμνηση

Έγινε ύπνος ο έρωτας

Και τώρα φεύγει

Τέσσερις τα χαράματα και καλοκαίρι

Κάποιοι θα πόθησαν να ταξιδέψουνε

Και μες στα ξημερώματα, οι ναυπηγοί,

Ανθίζουν πλοία

Εκείνοι που έμειναν,

Βαλθήκανε και χτίζουν τύμβους

Στους θόλους τους,

Θα ζωγραφίζουνε αέναα ψεύτικους ουρανούς

Ίσως ο έρωτας,

Άλλα βασίλεια,

ξεντύνοντας τα πέλαγα, να αναδύσει

Και λεύτερα, οι ελεύθεροι να γίνουν δούλοι

Οι σκλάβοι, πρέπει να μεθύσουν για να δουν τη θάλασσα

Η ποιητική παλιατζούρα, είχε την σημασία της στην αλχημεία μου

Είχα συνηθίσει την απλή παραίσθηση:

Έβλεπα εμπρός μου ολοφάνερα, φουγάρα στα εργοτάξια, έβλεπα αγγέλους σε ορδές, με σάλπιγγες

Έβλεπα

αμαξηλάτες να ανεβαίνουν σύννεφα και πίσω τους να μένει χώμα ουρανού,

έβλεπα αρχονταρίκια μες στα βάθη των λιμνών

Έβλεπα σημεία και τέρατα

Και τίτλους κάποιων κομεντί που προκαλούσαν τρόμο

Κατόπιν, προκαλούσα εγώ τις παραισθήσεις, με τις λέξεις μου,

για να εφεύρω σοφιστείες και να τις αναλύω...

Είπα: Ιερό, το αλλοπρόσαλλο του πνεύματος

Και η ζωή μου, ήταν ο φθόνος της ευτυχίας του κτήνους

Τα άλλα, κάμπιες( γιατί είναι σύμβολο της αθωότητας

Εκείνων που έφυγαν αβάπτιστοι)

Τα υπόλοιπα, γνωστά...

Οι τυφλοπόντικες, ενύπνια των παρθένων

Πείσμωσα, αποχαιρέτησα

Σαν τραγουδώντας...:

Τετάρτη 27 Μαΐου 2009

Χαρά χαρά

Δεν μας νοιάζει τι θ' αφήσει το φιλί μας μέσα στο χρόνο και στο τραγούδι

Αγγίξαμε το μέγα άσκοπο που δε ζητά το σκοπό του

Ο Θεός πραγματοποιεί τον εαυτό του στο φιλί μας

Περήφανοι εκτελούμε την εντολή του απείρου

Ένα μικρό παράθυρο βλέπει τον κόσμο

Ένα σπουργίτι λέει τον ουρανό

Σώπα

Στην κόγχη των χειλιών μας εδρεύει το απόλυτο

Σωπαίνουμε κι ακούμε μες στο γαλάζιο βράδυ την ανάσα της θάλασσας

καθώς το στήθος κοριτσιού ευτυχισμένου που δε μπορεί να χωρέσει την ευτυχία του

Ένα άστρο έπεσε

Είδες;

Σιωπή

Κλείσε τα μάτια..

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

Δευτέρα 25 Μαΐου 2009

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ..

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ

Todesfuge

Μαύρο γάλα της αυγής το πίνουμε βράδυ,
το πίνουμε μεσημέρι και πρωί το πίνουμε νύχτα
πίνουμε και πίνουμε σκάβουμε ένα τάφο στους αιθέρες,
εκεί δεν είναι στενάχωρα।
Ένας άνδρας κατοικεί στο σπίτι, παίζει με φίδια γράφει
γράφει όταν σκοτεινιάζει η Γερμανία το χρυσό σου μαλλί Μαργαρίτα
το γράφει και βγαίνει από το σπίτι και αστράφτουν τα άστρα και σφυρίζει
ένα γύρο τα λυκόσκυλά του।
Σφυρίζει να έρθουν οι Εβραίοι του και βάζει να σκάψουν ένα τάφο στη γη
Μας διατάζει να παίξουμε τώρα όργανα για χορό
Μαύρο γάλα της αυγής σε πίνουμε νύχτα
σε πίνουμε πρωί και μεσημέρι σε πίνουμε βράδυ πίνουμε και πίνουμε
Ένας άνδρας κατοικεί στο σπίτι, παίζει με φίδια γράφει
γράφει όταν σκοτεινιάζει η Γερμανία το χρυσό σου μαλλί Μαργαρίτα
Το σταχτένιο σου μαλλί Σουλαμίτις σκάβουμε
ένα τάφο στους αιθέρες εκεί δεν είναι στενάχωρα
Φωνάζει σκάψτε πιο βαθιά στην γήινη σφαίρα εσείς οι άλλοι τραγουδάτε
και παίζετε πιάνει το σίδερο στην ζώνη και το κραδαίνει τα μάτια του
είναι γαλανά σκάψτε πιο βαθιά με τα φτυάρια
εσείς οι άλλοι παίξτε συνέχεια για χορό
Μαύρο γάλα της αυγής σε πίνουμε νύχτα σε πίνουμε μεσημέρι
και πρωί σε πίνουμε βράδυ πίνουμε και πίνουμε
ένας άνδρας κατοικεί στο σπίτι το χρυσό σου μαλλί Μαργαρίτα
Το σταχτένιο μαλλί σου Σουλαμίτις
παίζει με φίδια
Φωνάζει παίξτε γλυκύτερα το θάνατο ο θάνατος
είναι ένας Μάστορας από τη Γερμανία
Φωνάζει παίξτε πιο σκοτεινά τα βιολιά τότε ανεβαίνετε σαν καπνός στον αέρα
Τότε έχετε ένα τάφο στα σύννεφα εκεί δεν είναι στενάχωρα
Μαύρο γάλα της αυγής σε πίνουμε νύχτα σε πίνουμε το μεσημέρι
ο θάνατος είναι ένας Μάστορας από την Γερμανία
σε πίνουμε βράδυ και πρωί πίνουμε πίνουμε
ο θάνατος είναι ένας Μάστορας από την Γερμανία
το μάτι του είναι γαλανό σε πετυχαίνει με μολυβένια σφαίρα
σε πετυχαίνει με ακρίβεια ένας άνδρας κατοικεί στο σπίτι
το χρυσό σου μαλλί Μαργαρίτα
αμολάει τα σκυλιά επάνω μας και μας χαρίζει τάφο
στον αιθέρα παίζει με φίδια και ονειρεύεται
ο θάνατος είναι ένας Μάστορας από την Γερμανία
το χρυσό σου μαλλί Μαργαρίτα το σταχτένιο σου μαλλί Σουλαμίτις..

Κυριακή 24 Μαΐου 2009

ΕΠΙΤΥΜΒΙΟΝ..

Επιτύμβιον
Αναγνωστάκης Μανόλης

Πέθανες- κι έγινες και συ: ο καλός,
O λαμπρός άνθρωπος, ο οικογενειάρχης, ο πατριώτης
Tριάντα έξη στέφανα σε συνοδέψανε, τρεις λόγοι
αντιπροέδρων,
Eφτά ψηφίσματα για τις υπέροχες υπηρεσίες που
προσέφερες
A, ρε Λαυρέντη,
εγώ που μόνο τόξερα τί κάθαρμα ήσουν,
Tί κάλπικος παράς, μια ολόκληρη ζωή μέσα στο ψέμα
Kοιμού εν ειρήνη, δεν θα 'ρθώ την ησυχία σου να ταράξω
(Eγώ, μια ολόκληρη ζωή μες στη σιωπή θα την εξαγοράσω
Πολύ ακριβά κι όχι με τίμημα το θλιβερό σου το σαρκίο)
Kοιμού εν ειρήνη
Ως ήσουν πάντα στη ζωή: ο καλός,
O λαμπρός άνθρωπος, ο οικογενειάρχης, ο πατριώτης
Δε θά 'σαι ο πρώτος ούτε δα κι ο τελευταίος..

Η ΕΛΙΑ..

Η ΕΛΙΑ

Στην κουφάλα σου εφώλιασε μελίσσι,

γέρικη ελιά, που γέρνεις με τη λίγη

πρασινάδα που ακόμα σε τυλίγει

σα νάθελε να σε νεκροστολίσει

Και το κάθε πουλάκι στο μεθύσι της αγάπης

πιπίζοντας ανοίγει στο κλαρί σου

ερωτάρικο κυνήγι, στο κλαρί σου

που δε θα ξανανθίσει

Ώ πόσο στη θανή θα σε γλυκάνουν,

με τη μαγευτική βοή που κάνουν, ολοζώντανης

νιότης ομορφάδες

που σα θύμησες μέσα σου πληθαίνουν '

ώ να μπορούσαν έτσι να πεθαίνουν

και άλλες ψυχές της ψυχής σου αδερφάδες..

Παρασκευή 22 Μαΐου 2009

ΟΙ ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ ΠΟΛΙΟΡΚΗΜΕΝΟΙ..


Διονύσιος Σολωμός
Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι


ΑΠΟ ΤΟ Β' ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ


I
Άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει·
λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί, κι η μάνα το ζηλεύει.
Τα μάτια η πείνα εμαύρισε· στα μάτια η μάνα μνέει·
στέκει ο Σουλιώτης ο καλός παράμερα καί κλαίει:
«Έρμο τουφέκι σκοτεινό, τι σ’ έχω γω στο χέρι;
οπού συ μού ΄γινες βαρύ κι ο Αγαρηνός το ξέρει»।


ΙΙ
Ο Απρίλης με τον Έρωτα χορεύουν καί γελούνε,
κι όσ’ άνθια βγαίνουν και καρποί τόσ’ άρματα σε κλειούνε.
................................................................................
Λευκό βουνάκι πρόβατα κινούμενο βελάζει,

και μες στη θάλασσα βαθιά ξαναπετιέται πάλι,

π’ ολονυχτίς εσύσμιξε με τ’ ουρανού τα κάλλη।


Και μες στης λίμνης τα νερά, όπ’ έφθασε μ’ ασπούδα,

έπαιξε με τον ίσκιο της γαλάζια πεταλούδα,
που ευώδιασε τον ύπνο της μεσα στον άγριο κρίνο·

το σκουληκάκι βρίσκεται σ’ ώρα γλυκειά κι εκείνο


Μάγεμα η φύσις κι όνειρο στην ομορφιά και χάρη·

η μαύρη πέτρα ολόχρυση καί το ξερό χορτάρι


Με χίλιες βρύσες χύνεται, με χίλιες γλώσσες κρένει:

«Όποιος πεθάνει σήμερα χίλιες φορές πεθαίνει»


ΙΙΙ
«Σάλπιγγα, κοψ’ του τραγουδιού τα μάγια με <τή> βία,

γυναικός, γέροντος, παιδιού, μήν κόψουν την αντρεία»


Χαμένη, αλίμονο, κι οκνή τη σάλπιγγα γρικάει·

αλλά πώς φθάνει στον εχθρό και καθ’ ηχώ ξυπνάει;

Γέλιο στο σκόρπιο στράτευμα σφοδρό γεννοβολιέται,

κι η περιπαίχτρα σάλπιγγα μεσουρανίς πετιέται·

και με χαρούμενη πνοή το στήθος το χορτάτο,

τ' αράθυμο, το δυνατό, κι όλο ψυχές γιομάτο,

βαρώντας γύρου ολόγυρα, ολόγυρα και πέρα,

τον όμορφο τρικύμισε καί ξάστερον αέρα·
τέλος μακριά σέρνει λαλιά, σαν το πεσούμεν’ άστρο,

τρανή λαλιά, τρόμου λαλιά, ρητή κατά το κάστρο


IV
Μόλις έπαυσε το σάλπισμα ο Αράπης, μία μυριόφωνη βοή ακούεται εις το εχθρικό στρατόπεδο, και η βίγλα του κάστρου, αχνή σαν το Χάρο, λέει των Ελλήνων: «Μπαίνει ο εχθρικός στόλος»। Το πυκνό δάσος έμεινε ακίνητο εις τα νερά, όπου η ελπίδα απάντεχε να ιδεί τα φιλικά καράβια. Τότε ο εχθρός εξανανέωσε την κραυγή, και εις αυτήν αντιβόησαν οι νεόφθαστοι μεσ’ από τα καράβια. Μετά ταύτα μία ακατάπαυτη βροντή έκανε τον αέρα να τρέμει πολλή ώρα.


V

.......................................................Στην πεισμωμένη μάχη

σφόδρα σκιρτούν μακριά πολύ τα πέλαγα κι οί βράχοι,

και τα γλυκοχαράματα, και μες στα μεσημέρια,
κι όταν θολώσουν τα νερά, κι όταν εβγούν τ' αστέρια

Φοβούνται γύρου τα νησιά, παρακαλούν καί κλαίνε,

κι οι ξένοι ναύκληροι μακριά πικραίνονται καί λένε:

«Αραπιάς άτι, Γάλλου νους, σπαθί Τουρκιάς, μολύβι,

πέλαγο μέγα βράζ’ ο εχθρός προς το φτωχό καλύβι»।


VI
- «Κρυφή χαρά ΄στραψε σ΄ έσέ· κάτι καλο ΄χει ο νους σου·

πές, να το ξεμυστηρευτείς θες τ’ άδελφοποιτού σου;»।
-«Ψυχή μεγάλη και γλυκειά, μετά χαράς σ’ το λέω:

Θαυμάζω τες γυναίκες μας και στ’ όνομά τους μνέω

Εφοβήθηκα κάποτε μη δειλιάσουν και τες επαρατήρησα αδιάκοπα.
Απόψε, ενώ είχαν τα παράθυρα ανοιχτά για τη δροσιά, μία απ’ αυτές, η νεώτερη, επήγε να τα κλείσει, αλλά μία άλλη τής ειπε: "Όχι, παιδί μου· άφησε νά ΄μπει η μυρωδιά απο τα φαγητά· είναι χρεία να συνηθίσουμε".Κι έτσι λέγοντας εματάνοιξε το παράθυρο, και η πολλή μυρωδιά των αρωμάτων εχυνότουν μέσα κι εγιόμισε το δωμάτιο.
Και η πρώτη είπε: "Και το αεράκι μας πολεμάει".Μία άλλη έστεκε σιμά εις το ετοιμοθάνατο παιδί της.Και άλλη είπε χαμογελώντας, να διηγηθεί καθεμία τ' ονειρό της.
Και μία είπε: "Μου εφαινότουν ότι όλοι εμείς, άντρες και γυναίκες, παιδιά και γέροι, ήμαστε ποτάμια, ποιά μικρά, ποιά μεγάλα, κι ετρέχαμε ανάμεσα εις τόπους φωτεινούς, εις τόπους σκοτεινούς, σε λαγκάδια, σε γκρεμούς, απάνου κάτου, κι έπειτα εφθάναμε μαζί στη θάλασσα με πολλή ορμή".
Και μία δεύτερη είπε:
Εγώ 'δα δάφνες. - Κι εγώ φως ..............................
- Κι εγώ σ’ φωτιά μιαν όμορφη π’ αστράφταν τα μαλλιά της.
Και αφού όλες εδιηγήθηκαν τα ονείρατά τους, εκείνη πού ΄χε το παιδί ετοιμοθάνατο είπε: "Ιδές, και εις τα ονείρατα ομογνωμούμε, καθώς εις τή θέληση και εις όλα τ' άλλα έργα". Και όλες οι άλλες εσυμφώνησαν κι ετριγυρίσαν με αγάπη το παιδί της πού 'χε ξεψυχήσει.
Ιδού, αυτές οι γυναίκες φέρνονται θαυμαστά· αυτές είναι μεγαλόψυχες, καί λένε ότι μαθαίνουν από μας· δε δειλιάζουν, μολονότι τους επάρθηκε η ελπίδα που είχαν να γεννήσουν τέκνα για τη δόξα και για την ευτυχία। Εμείς λοιπόν μπορούμε να μάθουμε απ' αυτές και να τες λατρεύουμε έως την ύστερη ώρα.Πες μου και συ τώρα γιατί εχθές, ύστερ' από το συμβούλιο, ενώ εστεκόμαστε σιωπηλοί, απομακρύνθηκες ταραγμένος;».


VII
Εχαμογέλασε πικρά κι ολούθενε κοιτάζει·
κι ανεί πολύ τα βλέφαρα τα δάκρυα να βαστάξουν:
-«Εκεί 'ρθε το χρυσότερο από τα ονείρατά μου·
με τ' άρματ' όλα βρόντησα τυφλός τού κόπου χάμου.
Φωνή 'πε: "Ο δρόμος σου γλυκός καί μοσχοβολισμένος·
στην κεφαλή σου κρέμεται ο ήλιος μαγεμένος·
παλληκαρά καί μορφονιέ, γειά σου, καλέ, χαρά σου!
Άκου, νησιά, στεριές της γης, εμάθαν τ' όνομά σου!
Τούτος, αχ, που 'ν' ο δοξαστός κι η θεϊκιά θωριά του;
Η αγκάλη μ' έτρεμ' ανοιχτή κατά τα γόνατά του".
Έριξε χάμου τα χαρτιά με τσ' είδησες του κόσμου
η κορασιά τρεμάμενη ................................
Χαρά της έσβιε τη φωνή που 'ν' τώρα αποσβημένη·
άμε, χρυσ' όνειρο, και συ με τη σαβανωμένη!
Εδώ 'ναι χρεία να κατεβώ, να σφίξω το σπαθί μου,
πριν όλοι χάσουν τη ζωή, κι εγ' όλη την πνοή μου·
τα λίγα απομεινάρια της πείνας καί τσ' αντρείας,
............................................................................
που μ' έκραξαν μ' απαντοχή, φίλο, αδελφό, πατέρα,
γκόλφι να τα 'χω στο πλευρό και να τα βγάλω περα.
Δρόμο αστραφτά να σχίσω τους σ'εχθρούς καλά θρεμμένους,
σ' εχθρούς πολλούς, πολλ' άξιους, πολλά φαρμακωμένους·
να μείνεις, χώμα πατρικό, για μισητό ποδάρι·
η μαύρη πέτρα σου χρυσή και το ξερό χορτάρι.
Ήταν με σένα τρεις χαρές στην πίκρα φυτρωμένες,
όμως για μένα στη χαρά τρεις πίκρες ριζωμένες»।


VIII
Και συχνά του 'π' η αράθυμη και τρίσβαθη ψυχή του:
«Κάμποι, βουνά καρπόφορα, και λίμνη ωραία και πλούσια,
μάνα καλή παληκαριών, και κάμε τη δική σου.
Αιώνια ήθελ' ήτανε ο πόνος κι η ντροπή μου!»।


ΙΧ
Ετούτ' είν' ύστερη νυχτιά· όλα τ' αστέρια βγάνει·
ολονυχτίς ανέβαινε η δέηση, το λιβάνι.
Στά μάτια καί στο πρόσωπο φαίνοντ' οι στοχασμοί τους·
τους λέει μεγάλα και πολλά η τρίσβαθη ψυχή τους.
Αγάπη κι έρωτας καλού τα σπλάχνα τους τινάζουν·
τα σπλάχνα τους κι η θάλασσα ποτέ δεν ησυχάζουν.
Γλυκειά κι ελεύθερ' η ψυχή σα νά 'τανε βγαλμένη,
κι υψώναν με χαμόγελο την όψη τη φθαρμένη।


ΧΙΙ
Ιδού, σεισμός καί βροντισμός, κι εβάστουναν ακόμα,

που ο κύκλος φθάνει ο φοβερός με τον αφρό στο στόμα·

κι εσκίστη αμέσως, κι έβαλε στης Μάνας τα ποδάρια,

της πείνας, του <μαρτύριου> τα λίγα απομεινάρια·

τ' απομεινάρια ανέγγιαγα και κατατρομασμένα,

τα γόνατα και τα σπαθιά τα 'ματοκυλισμένα



ΑΠΟ ΤΟ Γ' ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ


I
Μητέρα, μεγαλόψυχη στον πόνο και στη δόξα,
κι αν στο κρυφό μυστήριο ζούν πάντα τα παιδιά σου
με λογισμό και μ' όνειρο, τι χάρ' έχουν τα μάτια,
τα μάτια τούτα, να σ' ιδούν μες στο πανέρμο δάσος,
που ξάφνου σου τριγύρισε τ' αθάνατα ποδάρια
(κοίτα) με φύλλα της Λαμπρής, με φύλλα τού Βαϊώνε!
Το θεϊκό σου πάτημα δεν άκουσα, δεν είδα·
ατάραχη σαν ουρανός μ' όλα τα κάλλη πόχει,
που μέρη τόσα φαίνονται καί μέρη 'ναι κρυμμένα!
Αλλά, Θεά, δεν ημπορώ ν' ακούσω τη φωνή σου,
κι ευθύς εγώ τ' ελληνικού κόσμου να τη χαρίσω;
Δόξα 'χ' η μαύρη πέτρα του καί το ξερό χορτάρι।


ΙΙ
Μες στα χαράματα συχνά, και μες στα μεσημέρια,
και σα θολώσουν τα νερά, και τ' άστρα σαν πληθύνουν,
ξάφνου σκιρτούν οι ακρογιαλιές, τα πέλαγα κι οι βράχοι.
«Αραπιάς άτι, Γάλλου νούς, βόλι Τουρκιάς, τοπ' Άγγλου!
Πέλαγο μέγα πολεμά, βαρεί το καλυβάκι,
κι αλιά, σε λίγο ξέσκεπα τα λίγα στήθια μένουν!
Αθάνατή 'σαι, που ποτέ, βροντή, δεν ήσυχάζεις;».
Στην πλώρη, που σκιρτά, γυρτός, τουτά 'π' ο ξένος ναύτης.
Δειλιάζουν γύρου τα νησιά, παρακαλούν καί κλαίνε,
και με λιβάνια δέχεται και φώτα τον καημό τους
ο σταυροθόλωτος ναός και το φτωχό ξωκλήσι।


(Παραλλαγή)


Μες στα χαράματα συχνά, και μες στα μεσημέρια,
κι όταν θολώσουν τα νερά, κι όταν πληθύνουν τ' άστρα,
ξάφνου σκιρτούν οι ακρογιαλιές, τα πέλαγα κι οι βράχοι.
Γέρος μακριά, π' απίθωσε στ' αγκίστρι τη ζωή του,
το πέταξε, τ' αστόχησε, και περιτριγυρνώντας:
«Αραπιάς άτι, Γάλλου νους, βόλι Τουρκιάς, τοπ' Άγγλου!
Πέλαγο μέγ', αλίμονο, βαρεί το καλυβάκι·
σε λίγην ώρα ξέσκεπα τα λίγα στήθη μένουν!
Αθάνατή 'σαι, που, βροντή, ποτέ δεν ησυχάζεις;»।


IV
Αλλ' ήλιος, αλλ' αόρατος αιθέρας κοσμοφόρος,
από το μαύρο σύγνεφο κι από τη μαύρη πίσσα,
ο στύλος φανερώνεται, με κάτου μαζωμένα
τα παλληκάρια τα καλά, μ' απάνου τή σημαία,
που μουρμουρίζει και μιλεί και το Σταυρόν απλώνει
παντόγυρα στον όμορφον αέρα της αντρείας.
Κι ο ουρανός καμάρωνε, κι η γη χεροκροτούσε·
κάθε φωνή κινούμενη κατά το φώς μιλούσε,
κι εσκόρπα τα τρισεύγενα λουλούδια της αγάπης:
«Όμορφη, πλούσια, κι άπαρτη, και σεβαστή, κι αγία!»।


V
Και τώρα δα, τ' αράθυμο πάτημ΄ αργοπορώντας,
κατά το κάστρο το μικρό πάλε κοιτά, και σφίγγει,
σφίγγει στενά τη σπάθα του στο λαβωμένο στήθος,
που μέσα αγρίκα την ψυχή μεγάλη και τη θλίψη।


VI
Έστησ' ο Έρωτας χορό με τον ξανθόν Απρίλη,
κι η φύσις ηύρε την καλή και τη γλυκειά της ώρα,
και μες στη σκιά που φούντωσε και κλει δροσιές και μόσχους
ανάκουστος κιλαϊδισμός και λιποθυμισμένος.
Νερά καθάρια καί γλυκά, νερά χαριτωμένα,
χύνονται μες στην άβυσσο τη μοσχοβολισμένη,
και παίρνουνε το μόσχο της, κι αφήνουν τη δροσιά τους,
κι ούλα στον ήλιο δείχνοντας τα πλούτια της πηγής τους,
τρέχουν εδώ, τρέχουν εκεί, και κάνουν σαν αηδόνια.
Έξ αναβρύζει κι η ζωή σ' γή, σ' ουρανό, σε κυμα.
Αλλά στης λίμνης το νερό, π' ακίνητό 'ναι κι άσπρο,
ακίνητ' όπου κι αν ιδείς, και κάτασπρ' ως τον πάτο,
με μικρόν ίσκιον άγνωρον έπαιξ’ η πεταλούδα,
που 'χ' ευωδίσει τσ' ύπνους της μεσα στον άγριο κρίνο.
- «Αλαφροΐσκιωτε καλέ, για πες απόψε τι 'δες;».
- «Νύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια!
Χωρίς ποσώς γης, ουρανός και θάλασσα να πνένε,
ουδ' όσο καν η μέλισσα κοντά στο λουλουδάκι,
γύρου σε κάτι ατάραχο π' ασπρίζει μες στη λίμνη,
μονάχο ανακατώθηκε το στρογγυλό φεγγάρι,
κι όμορφη βγαίνει κορασιά ντυμένη με το φως του!»।


VIII
«Άγγελε, μόνο στ' όνειρο μου δίνεις τα φτερά σου;

Στ' όνομ' Αυτού που σ' τα 'πλασε, τ' αγγειό τσ' ερμιάς τα θέλει।


Ιδού που τα σφυροκοπώ στον ανοιχτόν αέρα,
χωρίς φιλί, χαιρετισμό, ματιά, βασίλισσές μου!
Τα θέλω γω, να τα 'χω γω, να τα κρατώ κλεισμένα,
εδώ π' αγάπης τρέχουνε βρύσες χαριτωμένες»।


ΧΙΙ
Και βλέπω πέρα τα παιδιά και τες αντρογυναίκες
γύρου στη φλόγα π' άναψαν, και θλιβερά τη θρέψαν
μ' αγαπημένα πράματα και με σεμνά κρεβάτια,
ακίνητες, αστέναχτες, δίχως να ρίξουν δάκρυ·

και γγιζ' η σπίθα τα μαλλιά και τα λιωμένα ρούχα।


Γλήγορα, στάχτη, να φανείς, οι φούχτες να γιομίσουν.
Είν' έτοιμα στην άσπονδη πλημύρα των αρμάτων

δρόμο να σχίσουν τα σπαθιά, κι ελεύθεροι να μείνουν
εκείθε με τους αδελφούς, εδώθε με το Χάρο.
Τουφέκια τούρκικα, σπαθιά
το ξεροκάλαμο περνά.

ΧΙΟΝΙ

Τάκης Βαρβιτσιώτης,


Χιόνι

Εκεί ψηλά πια δεν υπάρχει κανένας
Μακριά σημαίνουν καμπάνες
Έξω η νύχτα παραμονεύει
Γεμάτη φυλλώματα
Ορθάνοιχτα μάτια
Εχθρικούς καθρέφτες
Νεκρά τα πλοία μες στην ομίχλη
Η σιωπή μια πληγή δίχως όνομα
Το δάσος βελούδινο
Μια παιδούλα κοιμάται στον ίσκιο του
Απ' την ανάσα της
Γεννιούνται αδιάκοπα
Άστρα λευκά

Τετάρτη 20 Μαΐου 2009

ΠΟΛΕΜΙΚΟ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟ..

GAUILLAUME APOLLINAIRE (1880-1918)

ΠΟΛΕΜΙΚΟ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟ

Ο αγέρας γέμισε με ανήσυχο αλκοόλ

Φιλτραρισμένο από μισόκλειστα άστρα

Οι οβίδες κλαψουρίζουν μες στο χώμα

ο θάνατος εραστής γίνηκε των ρόδων

Εσύ που σιωπηλά δίνεις τις υποσχέσεις στην αγάπη

κι είδες να συμβιβάζεται για τη δόξα σου ένας ποιητής

Ω ρόδο πάντα δροσερό ω ρόδο πάντα σου έτοιμο

Το άρωμα σου προσφέρω το τρομερό της μάχης

Εσύ που χωρίς να μαραίνεσαι χωρίς να πεθαίνεις ενδίδεις

Ω ρόδο πάντα δροσερό στον άνεμο που σε στραπατσάρει

Άνθησε όλες τις ελπίδες μιας στρατιάς που ασθμαίνει

Ταρίχευσε όλους αυτούς π’ αγάπησες τους χλωροφορμισμένους

Βρέχει τόσο απαλά τη νύχτα τόσο τρυφερά τη νύχτα

Ενώ ανεβαίνει μέσα μας το μοιραίο ρευστό

Μουσικός με μάσκα που τίποτα δεν μπορεί ν’ ακούσει

Παίζω ένα είδος αγάπης σε κρυστάλλινες χορδές

Απ’ αυτή την απαλή βροχή που ξαλαφρώνει τα δεινά μου

Κι οι ουρανοί την κάνουν πάνω μας γλυκά να κατεβαίνει॥

Μετάφραση: Ιάσων Δεπούντης

Τρίτη 19 Μαΐου 2009

THE WHITE BIRDS
by: W.B. Yeats
WOULD that we were, my beloved, white birds on the foam of the sea!
We tire of the flame of the meteor, before it can fade and flee;
And the flame of the blue star of twilight, hung low on the rim of the sky,
Has awakened in our hearts, my beloved, a sadness that may not die.

A weariness comes from those dreamers, dew-dabbled, the lily and rose;
Ah, dream not of them, my beloved, the flame of the meteor that goes,
Or the flame of the blue star that lingers hung low in the fall of the dew:
For I would we were changed to white birds on the wandering foam: I and you!

I am haunted by numberless islands, and many a Danaan shore,
Where Time would surely forget us, and Sorrow come near us no more;
Soon far from the rose and the lily, and fret of the flames would we be,
Were we only white birds, my beloved, buoyed out on the foam of the sea!

Κυριακή 17 Μαΐου 2009


As I Walked Out One Evening

by W. H. Auden


As I walked out one evening,
Walking down Bristol Street,
The crowds upon the pavement
Were fields of harvest wheat.
And down by the brimming river
I heard a lover sing
Under an arch of the railway:
'Love has no ending.
'I'll love you, dear, I'll love you
Till China and Africa meet,
And the river jumps over the mountain
And the salmon sing in the street,
'I'll love you till the ocean
Is folded and hung up to dry
And the seven stars go squawking
Like geese about the sky.
'The years shall run like rabbits,
For in my arms I hold
The Flower of the Ages,
And the first love of the world.'
But all the clocks in the city
Began to whirr and chime:
'O let not Time deceive you,
You cannot conquer Time.
'In the burrows of the Nightmare
Where Justice naked is,
Time watches from the shadow
And coughs when you would kiss.
'In headaches and in worry
Vaguely life leaks away,
And Time will have his fancy
To-morrow or to-day.
'Into many a green valley
Drifts the appalling snow;
Time breaks the threaded dances
And the diver's brilliant bow.
'O plunge your hands in water,
Plunge them in up to the wrist;
Stare, stare in the basin
And wonder what you've missed.
'The glacier knocks in the cupboard,
The desert sighs in the bed,
And the crack in the tea-cup opens
A lane to the land of the dead.
'Where the beggars raffle the banknotes
And the Giant is enchanting to Jack,
And the Lily-white Boy is a Roarer,
And Jill goes down on her back.
'O look, look in the mirror,
O look in your distress:
Life remains a blessing
Although you cannot bless.
'O stand, stand at the window
As the tears scald and start;
You shall love your crooked neighbour
With your crooked heart.'
It was late, late in the evening,
The lovers they were gone;
The clocks had ceased their chiming,
And the deep river ran on.

Σάββατο 16 Μαΐου 2009

ΠΑΡΘΕΝΩΝΑΣ..

ΠΑΡΘΕΝΩΝΑΣ..

Ανεβαίνοντας τις ρυτιδωμένες πέτρες
Μέσα σε καφτό Ιούνη:
Ο ορίζοντας ελιά και αλουμίνιο
Οι λόφοι
Να μοιαζουν σκληρά τζιτζίκια:
Ας αφήσουμε το βασιλιά πίσω μας
Την ψευτοβασίλισσα
Ας αφήσουμε
Το απειλητικό κύμα:
Τα θωρηκτά:
Βοές του Ιλλινόις
Οι κροκόδειλοι της Γιάβας
Τα πρωινά της Λουιζιάνας
Ας αφήσουμε
Το γκρίζο γούστο
Τη γευση του αιμοσταγούς σίδερου
Τον πεισματώδη
Και μικρό πύργο.
Ας ανέβουμε στη λάμψη
Στο οικοδόμημα
Στο καθαριο παραλληλόγραμμο
Που επιζεί
Υποστηριγμνένο αναμφίβολα
Από τις μέλισσες.

Πρύτανη του κόσμου
Κανόνα του φωτός
Γαλάζιε πρόγονε
Της γεωμετρίας

Τώρα οι κολώνες σου
Ραβδωμένες από τα νύχια
Των χαμένων θεών
Δεν στηρίζουν πια την περαστική στέγη
Μα όλο το γαλάζιο
Τ’ αδιάφορο γαλάζιο:
Έτσι ονομνάζεται
Η αιωνιότητα:

Γαλάζιο, αυτό είναι τ’ όνομά σου
Γαλάζιο που τρέχουν γκρίζα πετάγματα
Σύντομα σύννεφα
Ακατοίκητο γαλάζιο.

Έτσι κατάφερε ο άνθρωπος
Να υπολογίσει να αισθανθεί να παραταθεί
Άρχισε να ‘ναι άνθρωπος.

Η θάλασσα άπλωνε εκεί το μυστικό της.
Ο Παρθενώνας στάθηκε το πρώτο πλοιο
Πλοίο του φωτός με πλώρη καθάρια
Και θαλασσοπόρησε το ναυτικό παραλληλόγραμμο
Διαδίδοντας μύθο και μέλι.
Το σύμπαν δέχτηκε την λευκάδα του.

ΤΟ ΠΡΩΤΟΒΡΟΧΙ..

ΤΟ ΠΡΩΤΟΒΡΟΧΙ..


Σκυμμένοι από το παραθύρι…

Kαι του προσώπου μας οι γύροι

η ίδια μας ήτανε ψυχή

H συννεφιά, χλωμή σα θειάφι,

θάμπωνε αμπέλι και χωράφι·

ο αγέρας μέσ' από τα δέντρα

με κρύφια βούιζε ταραχή·

η χελιδόνα, με τα στήθη,

γοργή, στη χλόη μπρος-πίσω εχύθη·

κι άξαφνα βρόντησε, και λύθη

κρουνός, χορεύοντα η βροχή!

H σκόνη πήρ' ανάερο δρόμο…

K' εμείς, στων ρουθουνιών τον τρόμο,

στη χωματίλα τη βαριά

τα χείλα ανοίξαμε, σα βρύση

τα σπλάχνα νά μπει να ποτίσει

(όλη είχεν η βροχή ραντίσει

τη διψασμένη μας θωριά,

σαν την ελιά και σαν το φλόμο)

κι ο ένας στ' αλλουνού τον ώμο

ρωτάαμε: "T' είναι πόχει σκίσει

τον αέρα μύρο, όμοιο μελίσσι;

Aπ' τον πευκιά το κουκουνάρι,

ο βάρσαμος ή το θυμάρι,

η αφάνα ή η αλυγαριά;

"Kι άχνισα - τόσα ήταν τα μύρα -

άχνισα κ' έγινα όμοια λύρα,

που χάιδευ' η άσωτη πνοή…

Mου γιόμισ' ο ουρανίσκος γλύκα·

κι ως τη ματιά σου ξαναβρήκα,

όλο μου το αίμα ήταν βοή!…

K' έσκυψ' απάνω από τ' αμπέλι

που εσειόνταν σύφυλλο, το μέλι

και τ' άνθι ακέριο να του πιω·-

βαριά τσαμπιά και οι λογισμοί μου,

βάτοι βαθιοί οι ανασασμοί μου -

κι όπως ανάσαινα, απ' τα μύρα

δε μπόρεια να διαλέξω ποιο!

Mα όλα τα μάζεψα, τα πήρα,

και τά 'πια, ωσάν από τη μοίρα

λύπη απροσδόκητη ή χαρά

Tά 'πια· κι ως σ' άγγιξα τη ζώνη,

το αίμα μου γίνηκεν αηδόνι,

κι ως τα πολύτρεχα νερά!…

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΣΚΗΤΙΚΗ..


«Ερχόμαστε από μια σκοτεινή άβυσσο»

( ΑΣΚΗΤΙΚΗ )


Ερχόμαστε από μια σκοτεινή άβυσσο,καταλήγουμε σε μια σκοτεινή άβυσσο, το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε ζωή.
Ευτύς ως γεννηθούμε, αρχίζει κι η επιστροφή, ταυτόχρονα το ξεκίνημα κι ο γυρισμός, κάθε στιγμή πεθαίνουμε. Γι' αυτό πολλοί διαλάλησαν: Σκοπός της ζωής είναι ο θάνατος.
Μα ευτύς ως γεννηθούμε, αρχίζει κι η προσπάθεια να δημιουργήσουμε, να συνθέσουμε, να κάνουμε την ύλη ζωή, κάθε στιγμή γεννιούμαστε. Γι' αυτό πολλοί διαλάλησαν: Σκοπός της εφήμερης ζωής είναι η αθανασία.
Στα πρόσκαιρα ζωντανά σώματα, τα δυο τούτα ρέματα παλεύουν: α) ο ανήφορος, προς τη σύνθεση, προς τη ζωή, προς την αθανασία. β) ο κατήφορος, προς την αποσύνθεση, προς την ύλη, προς το θάνατο.
Και τα δυο ρέματα πηγάζουν από τα έγκατα της αρχέγονης ουσίας. Στην αρχή η ζωή ξαφνιάζει, σαν παράνομη φαίνεται, σαν παρά φύση, σαν εφήμερη αντίδραση στις σκοτεινές αιώνιες πηγές, μα βαθύτερα νιώθουμε: η Ζωή είναι κι αυτή άναρχη, ακατάλυτη φόρα του σύμπαντου.
Αλλιώς πούθε η περανθρώπινη δύναμη που μας σφεντονίζει από το αγέννητο στο γεννητό και μας εγκαρδιώνει -φυτά, ζώα, ανθρώπους- στον αγώνα; Και τα δυο αντίδρομα ρέματα είναι άγια.
Χρέος μας λοιπόν να συλλάβουμε τ' όραμα που χωράει κι εναρμονίζει τις δυο τεράστιες τούτες άναρχες, ακατάλυτες ορμές, και με τ' όραμα τούτο να ρυθμίσουμε το στοχασμό μας και την πράξη.

ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΟΥΡΑΝΙΑ...

“ΑΦΡΟΔΙΤΗͺ ΟΥΡΑΝΙΑͺ”।

Ά ! σαν ο πρώτος ήχος ανατείλει,
Με την πρώτη, ανεκύμαντη πνοή,
Που ως σε φιλί ιερό, μου ανεί τα χείλη,
Σα φύλλο που σαλεύει, μα δε θροεί,

Εικόνα ατάραχη θεϊκή, που μέσα
Στα φρένα μου, αναφαίνεις ξαφνικά,
Όλη γυμνή, στη γαληνήν ανέσα,
Με σαλέμματα, αργά και μυστικά !

Του πόθου ως λυέται ολόγυρά μου η ζώνη,
Του λυτρωμού μου η μυστική ποριά,
Βρίσκει το μάγο πνεύμα, οπού με ζώνει
Την ηδονή, σαν πέλαο τη στεριά,

Και πια, τη ζωή τριγύρα μου δεν ψάχνω,
Μα ολάκερος, σα ρίζα σε πηγή,
Δροσολογάω σ’ ωκεανό το σπλάχνο,
Κρυφή γιομάτο γλύκα και σιγή !

Και να, σαν ο περίστερος, που γρούζει
Στον ήλιο, με το στήθος φουσκωτό,
Η ευτυχιά, η αθάνατη ως με λούζει
Χαρά, η χαρά που μήτε τη ζητώ,

Καθώς χυμάνε μέσα μου τα μύρα
Κι’ αναρροεί βαθιά μου ο γλυκασμός,
Από τα πλάσματα που νιώθω γύρα,
Μου γιομίζει, όλος άξαφνα, ο λαιμός !

Τέλος, ξεσπάει, στην πλάση, η πιθυμιά μου !
Να με ισκιάσει ένας κόσμος, δε βολεί !
Ήλιος, φωτάει δεξά, ήλιος, ζερβά μου,
Από παντού, με ζώνει ανατολή !

Της θεότητας, ως διάπλατη τη θύρα,
Τού νου μου ανοίγει, Ολύμπιος ο σεισμός,
Ξάφνου το στήθος μου, ώ γαλήνια λύρα,
Και το τραγούδι μου, άγριος ποταμός !

ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

ΜΙΑ ΠΙΚΡΙΑ..

Μια Πικρία

Τα πρώτα μου χρόνια τ' αξέχαστα τα 'ζησα κοντά στ' ακρογιάλι
στη θάλασσα εκεί τη ρηχή και την ήμερη, στη θάλασσα εκεί την πλατιά, τη μεγάλη।
Και κάθε φορά που μπροστά μου πρωτάνθιστη ζωούλα προβάλλει,
και βλέπω τα ονείρατα κι ακούω τα μιλήματα
των πρώτω μου χρόνω κοντά στ' ακρογιάλι,
στενάζεις, καρδιά μου το ίδιο αναστένασμα:Να ζούσα και πάλι
στη θάλασσα εκεί τη ρηχή και την ήμερη,
στη θάλασσα εκεί την πλατιά, τη μεγάλη।
Μια μένα είν' η μοίρα μου, μια μένα είν' η χάρη μου, δε γνώρισα κι άλλη:
μια θάλασσα μέσα μου σα λίμνη γλυκόστρωτη και σαν ωκιανός ανοιχτή και μεγάλη।
Και να! μες στον ύπνο μου την έφερε τ' όνειρο κοντά μου και πάλι
τη θάλασσα εκεί τη ρηχή και την ήμερη, τη θάλασσα εκεί την πλατιά τη μεγάλη।
Κι εμέ, τρισαλίμονο! μια πίκρα με πίκραινε μια πίκρα μεγάλη,
και δε μου τη γλύκαινες, πανώριο ξαγνάντεμα
της πρώτης λαχτάρας μου, καλό μου ακρογιάλι!
Ποιά τάχα φουρτούνα φουρτούνιαζε μέσα μου και ποιά ανεμοζάλη,
που δε μου την κοίμιζες και δεν την ανάπαυες, πανώριο ξαγνάντεμα, κοντά στ' ακρογιάλι;
Μια πίκρα είν' αμίλητη, μια πίκρα είν' αξήγητη, μια πίκρα μεγάλη,
η πίκρα που είν' άσβηστη και μες στον παράδεισο των πρώτω μας χρόνω κοντά στ' ακρογιάλι।

Παρασκευή 8 Μαΐου 2009

ΜΕΤΑ..


Μετά

Mάρτυρες για τα λάθη σου δεν είχες

Mόνος μάρτυρας ο ίδιος εσύ

Tα τακτοποίησες, τα μονόγραψες, τα σφράγισες

σε λευκούς πάντοτε φακέλους σα να ετοίμαζες

τη δίκαιη διαθήκη σου

Ύστερα

τα τοποθέτησες προσεχτικά στα ράφια

Tώρα, γαλήνιος,

(ίσως και κάπως φοβισμένος) ούτε βιάζεσαι

ούτε καθυστερείς,

γνωρίζοντας ότι, μετά το θάνατό σου,

θ' ανακαλύψουμε πόσον ωραίος ήσουν,

πόσο πολύ πιο ωραίος πέρα απ' τις αρετές σου.

Aθήνα, 16।1।1988 (από το Aργά, πολύ αργά μέσα στη νύχτα.)

Τετάρτη 6 Μαΐου 2009

ΠΟΜΠΗΙΑ-ΗΔΟΝΗ..

Πομπηία-ηδονή.

Η Πομπηία- μουσείο, η Πομπηία- ζωή, καλπάζουσα λαγνεία,
Η Πομπηία, με Πάνες μεγαλόφαλλους, ωραία τυπωμένη
Στη Σεπτεμβριανή πανσέληνο. Η Πομπηία
Γυμνή, φιλήδονη,- με πυρωμένη βελόνα στιγμογραφημένη
Σε μπράτσα και σε στήθη ναυτικών.
Στην έξοδο
Βρήκα στο λιοφρυγμένο χώμα της δυο σκουριασμένα ξυραφάκια-
Ώ, σίγουρα, μ’ αυτά οι πασίχαρες, πρόθυμες πόρνες
Ξυρίζαν τις μασχάλες τους, τα αιδοία τους,- αυτές που, τώρα
Ζωγραφιστές πάνω απ’ τις πέτρινες κλίνες, μας κοιτάξαν
Μέσ’ απ’ τον θάνατό τους μ’ ένα ανίσκιωτο χαμόγελο
Προσθέτοντας μιαν άγνωστη ηδονή στην ηδονή να ζούμε ακόμα.

Πομπηία, 17.ΙΧ.78

Σάββατο 2 Μαΐου 2009

ΣΧΗΜΑ ΤΗΣ ΑΠΟΥΣΙΑΣ..

Γιάννης Ρίτσος - Σχῆμα τῆς ἀπουσίας Ι
(ἀπὸ τὰ Ποιήματα 1930-1960, B´, Κέδρος 1961)


Ὅ,τι ἔφυγε, ριζώνει ἐδῶ, στὴν ἴδια θέση, λυπημένο, ἀμίλητο

ὅπως ἕνα μεγάλο βάζο τοῦ σπιτιοῦ, ποὺ πουλήθηκε κάποτε σὲ δύσκολες ὧρες,

καὶ στὴ γωνιὰ τῆς κάμαρας, ἐκεῖ ποὺ στέκονταν τὸ βάζο,

ἀπομένει τὸ κενὸ πυκνωμένο στὸ ἴδιο σχῆμα τοῦ βάζου, ἀμετάθετο,

ν' ἀστράφτει διάφανο στὴν ἀντηλιά, ὅταν ἀνοίγουν πότε-πότε τὰ παράθυρα,

καὶ μέσα στὸ ἴδιο βάζο, πούχει ἀλλάξει τὴν οὐσία του

μὲ ἴδια κ' ἰσόποσην οὐσία ἀπ' τὸ κρύσταλλο τοῦ ἄδειου,

μένει καὶ πάλι τὸ ἴδιο ἐκεῖνο κούφωμα, λίγο πιο οδυνηρα ηχητικο μονάχα।

Πίσω ἀπ' τὸ βάζο διακρίνεται τὸ χρῶμα τοῦ τοίχου

πιο σκοτεινό, πιὸ βαθύ, πιο ονειροπόλο,

σὰ νἄμεινε ἡ σκιὰ τοῦ βάζου σχεδιασμένη σὲ μία σαρκοφάγο -

Καί, κάποτε, τὴ νύχτα, σὲ μίαν ὥρα σιωπηλή,

ἢ καὶ τὴ μέρα, ἀνάμεσα στὶς ὁμιλίες,

ἀκοῦς βαθιά σου κάποιον ἦχο ὀξύ, πικρὸ καὶ πολυκύμαντο

σάμπως ἕνα ἀόρατο δάχτυλο νὰ ἔκρουσε κεῖνο τὸ ἀπόν, εὐαίσθητο, κρυστάλλινο δοχεῖο..

ΡΙΤΣΟΣ ΓΙΑΝΝΗΣ

Το νόημα της απλότητας
Πίσω από απλά πράγματα κρύβομαι, για να με βρείτε

αν δεν με βρείτε, θα βρείτε τα πράγματα,

θ΄ αγγίξετε εκείνα που άγγιξε το χέρι μου,

θα σμίξουν τα χνάρια των χεριών μας.

Το αυγουστιάτικο φεγγάρι γυαλίζει στην κουζίνα

σα γανωμένο τέντζερι (γι΄ αυτό που σας λέω γίνεται έτσι)

φωτίζει τ΄ άδειο σπίτι και τη γονατισμένη σιωπή του σπιτιού-

πάντα η σιωπή μένει γονατισμένη

।Η κάθε λέξη είναι μια έξοδος

για μια συνάντηση, πολλές φορές ματαιωμένη,

και τότε είναι μια λέξη αληθινή, σαν επιμένει

στη συνάντηση।



Πείνα

Πέρασε η νύχτα μπουκωμένη αμίλητο νερό। Τα χαράματα

έλαμψε ο ήλιος μουσκεμένος στα κουλουριασμένα καραβόσκοινα।

Πρόσωπα-σκιές, κατάρτια-σκιές, ταξίδια-τάδαμε, δεν τάδαμε – δε χόρτασε η πείνα μας

।Κάποιος φώναζε πίσω απ΄ το βουνό κάποιος άλλος

πίσω από τα δέντρα κ΄ ένας άλλος κι άλλος

σ΄ όλο το μήκος του δειλινού –πού να τρέξουμε;

Πού να προφτάσουμε; Μήπως είμαστε εμείς που

φωνάζαμε; Και τα βουνά

γίνονταν πιο μεγάλα και κοφτερά σαν τα δόντια του πεινασμένου।


॥Ένα πρόσωπο

Είναι ένα πρόσωπο φωτεινό, σιωπηλό, καταμόναχο

σαν ολόκληρη μοναξιά, σαν ολόκληρη νίκη

πάνω στη μοναξιά। Αυτό το πρόσωπο

σε κοιτάζει ανάμεσα από δυο στήλες ασάλευτο νερό।

Και δεν γνωρίζεις ποιο απ΄ τα δύο πείθει

Περισσότερο.


Συμπέρασμα

Αυτό το παράθυρο είναι μονάχο

Αυτό το αστέρι είναι μονάχο,

σαν το τσιγάρο ξεχασμένο στο τραπέζι-καπνίζει, καπνίζει στο γαλάζιο, μονάχο

Κ΄ εγώ είμαι μονάχος, είπε

।ανάβω το τσιγάρο μου, καπνίζω

।καπνίζω και σκέφτομαι

। Δεν είμαι μονάχος।

Το ευχαριστώ
। Εσύ δε θα μου πεις ευχαριστώ,

όπως δε λες ευχαριστώ στους χτύπους της καρδιάς σου

που σμιλεύουν το πρόσωπο της ζωής σου।

Όμως εγώ θα σου λέω ευχαριστώ

γιατί γνωρίζω τι σου οφείλω।

Αυτό το ευχαριστώ είναι το τραγούδι μου।

Ο Κ ΣΤΡΑΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΙΝΟΣ ΠΕΡΙΓΡΑΦΕΙ ΕΝΑΝ ΑΝΘΡΩΠΟ..

ΠΕΝΤΕ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ κ. Σ. ΘΑΛΑΣΣΙΝΟΥ
Α'. HAMPSTEAD

Σαν ένα πουλί με σπασμένη φτερούγα

που θα 'χε χρόνια μέσα στον αγέρα ταξιδεψει

σαν ένα πουλί που δεν μπόρεσε να βαστάξει

τον αγέρα και τη φουρτούνα

πέφτει το βράδυ।

Πάνω στο πράσινο χορτάρι

είχαν χορέψει όλη τη μέρα τρεις χιλιάδες αγγέλοι

γυμνοί σαν ατσάλι,

πέφτει το βράδι χλωμό·

οι τρεις χιλιάδες αγγέλοι

μάζεψαν τα φτερά τους και γένηκαν

ένα σκυλί

ξεχασμένο

που γαβγίζει

μοναχό

και γυρεύει τον αφέντη του

ή τη δευτέρα παρουσία

ή ένα κόκαλο

।Τώρα γυρεύω λίγη ησυχία

θα μου 'φτανε μια καλύβα σ' ένα λόφο

ή σε μια ακρογιαλιά

θα μου 'φτάνε μπροστά στο παράθυρό μου

ένα σεντόνι βουτημένο στο λουλάκι

απλωμένο σαν τη θάλασσα

θα μου 'φτανε στη γλάστρα μου

έστω κι ένα ψεύτικο γαρούφαλο

ένα κόκκινο χαρτί σ' ένα τέλι

έτσι που να μπορεί ο αγέρας

ο αγέρας να το κυβέρνα χωρίς προσπάθεια

όσο θέλει।

Θα 'πεφτε το βράδυ

τα κοπάδια θ' αντιλαλούσαν κατεβαίνοντας στο μαντρί τους

σα μια πολύ απλή κι ευτυχισμένη σκέψη

και θα 'πεφτα να κοιμηθώ

γιατί δε θα 'χα

ούτε ένα κερί ν' ανάψω,

φως,

να διαβάσω।


Β'. ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ
Ο κύριος αυτός

κάθε πρωί κάνει το λουτρό του

μέσα στα νερά της νεκρής θάλασσας

έπειτα φορεί ένα πικρό χαμόγελο

για τη δουλειά και για τους πελάτες।


Γ'. ΟΛΑ ΠΕΡΝΟΥΝ
Ξεχάσαμε τον ηρωικό μας αντίλογο με τις Ευμενίδες

μας πήρε ο ύπνος μας πήραν για πεθαμένους κι έφυγαν φωνάζοντας

«Γιου! Γιου! Πουουου... παξ!»

βρίζοντας τους θεούς που μας προστατεύουν।


Δ'. ΦΩΤΙΕΣ ΤΟΥ ΑΪ-ΓΙΑΝΝΗ
Η μοίρα μας, χυμένο μολύβι, δεν μπορεί ν' αλλάξει

δεν μπορεί να γίνει τίποτε।

Έχυσαν το μολύβι μέσα στο νερό κάτω από τ' αστέρια κι ας ανάβουν οι φωτιές।


Αν μείνεις γυμνή μπροστά στον καθρέφτη τα μεσάνυχτα βλέπεις

βλέπεις τον άνθρωπο να περνά στο βάθος του καθρέφτη

τον άνθρωπο μέσα στη μοίρα σου που κυβερνά το κορμί σου,

μέσα στη μοναξιά και στη σιωπή τον άνθρωπο

της μοναξιάς καί της σιωπής

κι ας ανάβουν οι φωτιές।


Την ώρα που τέλειωσε η μέρα και δεν άρχισε η άλλη

την ώρα που κόπηκε ο καιρός

εκείνον που από τώρα και πριν από την αρχή κυβερνούσε το κορμί σου

πρέπει να τον εύρεις

πρέπει να τον ζητήσεις για να τον εύρει τουλάχιστο

κάποιος άλλος, όταν θα 'χεις πεθάνει।


Είναι τα παιδιά που ανάβουν τις φωτιές και φωνάζουν μπροστά στις φλόγες μέσα στη ζεστή νύχτα

(Μήπως έγινε ποτές φωτιά που να μην την άναψε κάποιο παιδί, ω Ηρόστρατε)

και ρίχνουν αλάτι μέσα στις φλόγες για να πλαταγίζουν

(Πόσο παράξενα μας κοιτάζουν ξαφνικά τα σπίτια, τα χωνευτήρια των ανθρώπων, σαν τα χαϊδέψει κάποια ανταύγεια)।


Μα εσύ που γνώρισες τη χάρη της πέτρας πάνω στο θαλασσόδαρτο βράχο

το βράδυ που έπεσε η γαλήνη

άκουσες από μακριά την ανθρώπινη φωνή της μοναξιάς και της σιωπής

μέσα στο κορμί σουτη νύχτα εκείνη του Άι-Γιάννη

όταν έσβησαν όλες οι φωτιές

και μελέτησες τη στάχτη κάτω από τ' αστέρια


Ε'. ΝΙΖΙΝΣΚΙ
Παρουσιάστηκε καθώς κοίταζα στο τζάκι μου τ' αναμμένα κάρβουνα. Κρατούσε στα χέρια ένα μεγάλο κουτί κόκκινα σπίρτα. Μου το 'δειξε σαν τους ταχυδακτυλουργούς που βγάζουν από τη μύτη του διπλανού μας ένα αυγό. Τράβηξε ένα σπίρτο, έβαλε φωτιά στο κουτί, χάθηκε πίσω από μια πελώρια φλόγα, κι ύστερα στάθηκε μπροστά μου. Θυμάμαι το βυσσινί του χαμόγελο και τα γυαλένια του μάτια. Ένα οργανέτο στο δρόμο χτυπούσε ολοένα την ίδια νότα. Δεν ξέρω να πω τι φορούσε. Μ' έκανε να συλλογίζομαι επίμονα ένα πορφυρό κυπαρίσσι. Σιγά-σιγά τα χέρια του άρχισαν να ξεχωρίζουν από το τεντωμένο του κορμί σε σταυρό. Από που μαζεύτηκαν τόσα πουλιά; Θα 'λεγες πως τα είχε κρυμμένα κάτω από τις φτερούγες του. Πετούσαν αδέξια, παλαβά, με ορμή· χτυπούσαν πάνω στους τοίχους της στενής κάμαρας, πάνω στα τζάμια, και στρώνάνε το πάτωμα σα χτυπημένα. Ένιωθα στα πόδια ένα ζεστό στρώμα από πούπουλα και σφυγμούς να φουσκώνει. Τον κοίταζα με μια παράξενη θέρμη που κυρίευε το κορμί μου σαν κυκλοφορία. Όταν τελείωσε να υψώνει τα χέρια, όταν οι παλάμες του άγγιξαν η μια την άλλη, έκανε ένα ξαφνικό πήδημα, σα να είχε σπάσει το ελατήριο του ρολογιού μπροστά μου. Χτύπησε στο ταβάνι που ήχησε μονοκόμματα μ' έναν ήχο κυμβάλου, τέντωσε το δεξί του χέρι, έπιασε το σύρμα της λάμπας, κουνήθηκε λιγάκι, αφέθηκε, κι άρχισε να γράφει μέσα στο σκοτεινό φως, με το κορμί του, τον αριθμό 8. Το θέαμα αυτό με ζάλισε και σκέπασα με τα δυο μου χέρια το πρόσωπό μου. Έσφιγγα το σκοτάδι πάνω στα βλέφαρά μου, ακούγοντας το οργανέτο που εξακολουθούσε ακόμη στην ίδια νότα κι έπειτα σταμάτησε απότομα. Ένας ξαφνικός αέρας με χτύπησε, παγωμένος. Ένιωσα τα πόδια μου ξυλιασμένα. Άκουσα ακόμη ένα χαμηλό και βελουδένιο ήχο φλογέρας, κι αμέσως έπειτα, ένα στρωτό και παχύ πλατάγισμα. Άνοιξα τα μάτια. Τον είδα πάλι να πατά με τα νύχια σε μια κρουσταλλένια σφαίρα, στη μέση της κάμαρας, κρατώντας στο στόμα ένα αλλόκοτο πράσινο σουραύλι, που το κυβερνούσαν τα δάχτυλά του, σα να ήταν εφτά χιλιάδες. Τα πουλιά τώρα ξαναζωντάνευαν με μια εξωφρενική τάξη, υψωνόντουσαν, σμίγανε, σχηματίζανε μια χοντρή συνοδεία που θα μπορούσες να την αγκαλιάσεις, και βγαίναν προς τη νύχτα, από το παράθυρο, που, δεν ξέρω πώς, βρέθηκε ανοιχτό. Όταν δεν απόμεινε πια ούτε μισή φτερούγα, εκτός από μια πνιγερή μυρωδιά κυνηγιού, αποφάσισα να τον κοιτάξω κατά πρόσωπο. Πρόσωπο δεν υπήρχε· πάνω από το πορφυρό κορμί, θα 'λεγες ακέφαλο, καμάρωνε μια μαλαματένια προσωπίδα, από εκείνες που βρέθηκαν στους μυκηναϊκούς τάφους, μ' ένα μυτερό γένι που άγγιζε την τραχηλιά. Προσπάθησα να σηκωθώ. Δεν είχα κάνει την πρώτη κίνηση, κι ένας κατακλυσμιαίος ήχος, σα να είχαν σωριαστεί μια στοίβα τάσια σε νεκρώσιμο εμβατήριο, με κάρφωσε στη θέση μου. Ήταν η προσωπίδα. Το πρόσωπό του φανερώθηκε πάλι, όπως το είδα στην αρχή, τα μάτια, το χαμόγελο και κάτι που τώρα παρατηρούσα για πρώτη φορά: το λευκό δέρμα τεντωμένο από δυο κατάμαυρα τσουλούφια που το δάγκωναν μπροστά στ' αυτιά. Δοκίμασε να πηδήξει, μα δεν είχε πια την ευκινησία του την πρώτη, θαρρώ μάλιστα πως σκόνταψε σ' ένα βιβλίο πεσμένο κατά τύχη και γονάτισε με το ένα γόνατο. Μπορούσα τώρα να τον κοιτάξω με προσοχή. Έβλεπα τους πόρους στο δέρμα του να βγάζουν ψιλές στάλες ιδρώτα. Κάτι σα λαχάνιασμα με βάραινε. Προσπάθησα να εξηγήσω γιατί τα μάτια του μου είχαν φανεί τόσο περίεργα. Τα 'κλεισε. Έκανε να σηκωθεί, μα θα ήταν τρομερά δύσκολο, γιατί φαινόταν ν' αγωνίζεται να μαζέψει όλη του τη δύναμη, χωρίς να μπορεί να καταφέρει τίποτε. Απεναντίας γονάτισε και με το άλλο γόνατο. Έβλεπα το άσπρο δέρμα τρομερά χλωμό, προς ένα κίτρινο φιλντισί, και τα μαύρα μαλλιά σαν πεθαμένα. Μολονότι βρισκόμουνα μπροστά σε μιαν αγωνία, είχα το συναίσθημα πως ήμουνα καλύτερα, πως είχα κάτι νικήσει.
Δεν πρόφταξα να ανασάνω και τον είδα, ολότελα πεσμένο χάμω, να βυθίζεται μέσα σε μια πράσινη παγόδα που είναι ζωγραφισμένη πάνω στο χαλί μου.


Ο κ. ΣΤΡΑΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΙΝΟΣ ΠΕΡΙΓΡΑΦΕΙ ΕΝΑΝ ΑΝΘΡΩΠΟ
1.
Μα τι έχει αυτός ο άνθρωπος;

Όλο το απόγεμα (χτες προχτές και σήμερα) κάθεται με τα μάτια καρφωμένα σε μια φλόγα

σκόνταψε πάνω μου το βράδυ καθώς κατέβαινε τη σκάλα

μου είπε:

«Το κορμί πεθαίνει το νερό θολώνει η ψυχή

διστάζει

κι ο αγέρας ξεχνάει όλο ξεχνάει

μα η φλόγα δεν αλλάζει»

।Μου είπε ακόμη:

«Ξέρετε αγαπώ μια γυναίκα που έφυγε ίσως στον κάτω κόσμο· δεν είναι γι' αυτό που φαίνομαι τόσο ερημωμένος

προσπαθώ να κρατηθώ από μια φλόγα

γιατί δεν αλλάζει»

।Ύστερα μου διηγήθηκε την ιστορία του।


2। Παιδί


Όταν άρχισα να μεγαλώνω με βασάνιζαν τα δέντρα

γιατί χαμογελάτε; πήγε ο νους σας στην άνοιξη που είναι σκληρή για τα μικρά παιδιά;

μ' άρεσαν πολύ τα πράσινα φύλλα

νομίζω πως έμαθα λίγα γράμματα γιατί το στουπόχαρτο πάνω στο θρανίο μου ήταν κι εκείνο πράσινο

με βασάνιζαν οι ρίζες των δέντρων όταν μέσα στη ζεστασιά του χειμώνα ερχόντανε να τυλιχτούν γύρω στο κορμί μου

δεν έβλεπα άλλα όνειρα σαν ήμουν παιδί·

έτσι γνώρισα το κορμί μου।


3। Έφηβος

To καλοκαίρι στα δεκαέξι μου χρόνια τραγούδησε μια ξένη φωνή μέσα στ' αυτιά μου

ήταν θυμούμαι στην ακροθαλασσιά, ανάμεσα στα κόκκινα δίχτυα και μια βάρκα ξεχασμένη στην άμμο, σκελετός

δοκίμασα να την πλησιάσω τη φωνή εκείνη βάζοντας την ακοή μου πάνω στην άμμο

η φωνή χάθηκε

μα ένα πεφταστέρι

σα να 'βλεπα για πρώτη φορά ένα πεφταστέρι

και στα χείλια η αρμύρα του κυμάτου

।Τη νύχτα εκείνη δεν ήρθαν πια οι ρίζες των δέντρων

।Την άλλη μέρα ένα ταξίδι ανοίχτηκε μέσα στο νου μου κι έκλεισε πάλι σα ζωγραφισμένο βιβλίο·

συλλογίστηκα να πηγαίνω κάθε βράδυ στ' ακρογιάλινα μάθω πρώτα τ' ακρογιάλι κι έπειτα να πάρω το πέλαγο·

την τρίτη μέρα αγάπησα μια κοπέλα πάνω σε μια κορφή

είχε ένα άσπρο σπιτάκι σα ρημοκλήσι

μια γριά μάνα στο παραθύρι με σκυμμένα γυαλιά πάνω σε βελόνες, πάντα σιωπηλή

μια γλάστρα βασιλικό μια γλάστρα γαρούφαλα

την έλεγαν νομίζω Βάσω Φρόσω ή Μπίλιω·

έτσι ξέχασα τη θάλασσα

।Μια Δευτέρα του Οχτώβρη

βρήκα μια σπασμένη στάμνα μπροστά στο άσπρο σπιτάκι

η Βάσω (για συντομία) φάνηκε μ' ένα μαύρο φουστάνι αχτένιστα μαλλιά και κόκκινα μάτια

όταν τη ρώτησα:

«Πέθανε, ο γιατρός λέει πέθανε γιατί δε σφάξαμε το μαύρο κόκορα στα θεμέλια... που να βρεθεί μαύρος κόκορας εδώ - πέρα... μονάχα άσπρα κοπάδια... και τα πουλιά τα πουλούν μαδημένα στην αγορά»

।Δε φανταζόμουνα έτσι τη θλίψη και το θάνατο

έφυγα και ξαναγύρισα στη θάλασσα।

Τη νύχτα πάνω στην κουβέρτα του «Άι-Νικόλα» ονειρεύτηκα μια παμπάλαιη ελιά να δακρύζει।


4। Παλικάρι

Ταξίδεψα ένα χρόνο με τον Καπετάν Δυσσέα

ήμουν καλά

στην καλοκαιριά βολευόμουνα στην πλώρη πλάι στη γοργόνα

τραγουδούσα τα κόκκινα χείλια της κοιτάζοντας τα χελδονόψαρα,

στη φουρτούνα τρύπωνα σε μια γωνιά στ' αμπάρι μαζί με το καραβόσκυλο που με ζέσταινε

।Σα βγήκε ο χρόνος είδα ένα πρωί μιναρέδες

ο ναύκληρος μου είπε:

«Είναι η Αγια-Σοφιά, θα σε πάω το βράδυ στις γυναίκες»

।Έτσι γνώρισα τις γυναίκες που φορούν μονάχα κάλτσες

εκείνες που διαλέγουμε, μάλιστα

।Ήταν ένας περίεργος τόπος

ένα περιβόλι με δυο καρυδιές μια δράνα ένα πηγάδι

τριγύρω ο τοίχος με σπασμένα γυαλιά στην άκρη

ένα αυλάκι τραγουδούσε «Εις το ρεύμα της ζωής μου»

।Τότες είδα για πρώτη μου φορά μια καρδιά

τρυπημένη με τη γνωστή σαΐτα

ζωγραφισμένη στον τοίχο με κάρβουνο।

Είδα τα φύλλα της κληματαριάς κίτρινα

πεσμένα χάμω

κολλημένα στις πλάκες στη φτωχή λάσπη

κι έκανα ένα βήμα να πάω πίσω στο καράβι

।Τότες ο ναύκληρος μ' άρπαξε από το γιακά και με πέταξε μέσα στο πηγάδι·

το ζεστό νερό και τόση ζωή τριγύρω στο δέρμα...

Έπειτα το κορίτσι μου είπε παίζοντας απρόσεχτα με το δεξί του στήθος:

«Είμαι από τη Ρόδο, με αρρεβώνιασαν 13 χρονώ για 100 παράδες»।

Και τ' αυλάκι τραγουδούσε «Εις το ρεύμα της ζωής μου»

।Θυμήθηκα τη σπασμένη στάμνα μέσα στο δροσερό απομεσήμερο και συλλογίστηκα·

«Θα πεθάνει κι αυτή, πώς θα πεθάνει;»

Της είπα μονάχα

«Πρόσεξε θα το χαλάσεις είναι η ζωή σου»

।Το βράδυ στο καράβι δε βάσταξα να σιμώσω τη γοργόνα,

τη ντρεπόμουνα।


5। Άντρας


Από τότες είδα πολλά καινούργια τοπία· πράσινους κάμπους που σμίγουν το χώμα με τον ουρανό, τον άνθρωπο με το σπόρο, μέσα σε μιαν ακαταμάχητη υγρασία· πλατάνια και έλατα· λίμνες με τσαλακωμένες οπτασίες και κύκνους αθάνατους γιατί έχασαν τη φωνή τους—σκηνικά που ξετύλιγε ο θεληματικός σύντροφός μου, ο πλανόδιος εκείνος θεατρίνος, καθώς έπαιζε το μακρύ βούκινο που του είχε ρημάξει τα χείλια, και γκρέμιζε με μια στριγκιά φωνή, ό,τι πρόφταινα να χτίσω, σαν τη σάλπιγγα στην Ιεριχώ। Είδα και μια παλιά εικόνα σε κάποια χαμηλοτάβανη αίθουσα· τη θαύμαζε πολύς λαός. Παράσταινε την ανάσταση του Λαζάρου. Δε θυμάμαι ούτε το Χριστό ούτε το Λάζαρο. Μόνο, σε μια γωνιά, την αηδία ζωγραφισμένη σ' ένα πρόσωπο που κοίταζε το θαύμα σα να το μύριζε. Αγωνιζότανε να προστατέψει την ανάσα του μ' ένα πελώριο πανί που του κρεμότανε από το κεφάλι. Αυτός ο κύριος της «Αναγέννησης» μ' έμαθε να μην περιμένω πολλά πράματα από τη δευτέρα παρουσία...


Μας έλεγαν θα νικήσετε όταν υποταχτείτε।

Υποταχτήκαμε και βρήκαμε τη στάχτη।

Μας έλεγαν θα νικήσετε όταν αγαπήσετε

।Αγαπήσαμε και βρήκαμε τη στάχτη

।Μας έλεγαν θα νικήσετε όταν εγκαταλείψετε τη ζωή σας।

Εγκαταλείψαμε τη ζωή μας και βρήκαμε τη στάχτη...


Βρήκαμε τη στάχτη. Μένει να ξαναβρούμε τη ζωή μας, τώρα που δεν έχουμε πια τίποτα. Φαντάζομαι, εκείνος που θα ξαναβρεί τη ζωή, έξω από τόσα χαρτιά, τόσα συναισθήματα, τόσες διαμάχες και τόσες διδασκαλίες, θα είναι κάποιος σαν εμάς, μόνο λιγάκι πιο σκληρός στη μνήμη. Εμείς, δεν μπορεί, θυμόμαστε ακόμη τι δώσαμε. Εκείνος θα θυμάται μονάχα τι κέρδισε από την κάθε του προσφορά. Τι μπορεί να θυμάται μια φλόγα; Α θυμηθεί λίγο λιγότερο απ' ό,τι χρειάζεται, σβήνει· α θυμηθεί λίγο περισσότερο απ' ό,τι χρειάζεται, σβήνει. Να μπορούσε να μας διδάξει, όσο ανάβει, να θυμόμαστε σωστά. Εγώ τελείωσα· να γινότανε τουλάχιστο να αρχίσει κάποιος άλλος από κει που τελείωσα εγώ. Είναι ώρες που έχω την εντύπωση πως έφτασα στο τέρμα, πως όλα είναι στη θέση τους, έτοιμα να τραγουδήσουν συνταιριασμένα. Η μηχανή στο σημείο να ξεκινήσει. Μπορώ μάλιστα να τη φανταστώ σε κίνηση, ζωντανή, σαν κάτι ανυποψίαστα καινούργιο. Αλλά υπάρχει κάτι ακόμα· ένα απειροελάχιστο εμπόδιο, ένα σπυρί της άμμου, που μικραίνει, μικραίνει χωρίς να είναι δυνατό να εκμηδενιστεί. Δεν ξέρω τι πρέπει να πω ή τι πρέπει να κάνω. Το εμπόδιο αυτό μου παρουσιάζεται κάποτε σαν ένας κόμπος δάκρυ χωμένος σε κάποια κλείδωση της ορχήστρας που θα την κρατά βουβή ώσπου να διαλυθεί. Κι έχω το ασήκωτο συναίσθημα πως ολόκληρη η ζωή που μου απομένει δε θα 'ναι αρκετή για να καταλύσει αυτή τη στάλα μέσα στην ψυχή μου. Και με καταδιώκει η σκέψη πως αν μ' έκαιγαν ζωντανό αυτή η επίμονη στιγμή θα παραδινότανε τελευταία.
Ποιος θα μας βοηθούσε; Κάποτε, όταν ήμουν ακόμη στα καράβια, ένα μεσημέρι τον Ιούλιο, βρέθηκα μόνος σε κάποιο νησί, σακάτης μέσα στον ήλιο. Ένα καλό μελτέμι μου έφερνε στοργικούς στοχασμούς, όταν ήρθαν και κάθισαν λίγο παραπέρα, μια νέα γυναίκα με διάφανο φουστάνι, που άφηνε να ζωγραφίζεται το κορμί της, λιγνό και θεληματικό σα ζαρκαδιού, κι ένας σιωπηλός άντρας που, μια οργιά μακριά της, την κοίταζε στα μάτια. Μιλούσαν μια γλώσσα που δεν καταλάβαινα. Τον εφώναζε Τζιμ. Τα λόγια τους όμως δεν είχαν κανένα βάρος και οι ματιές τους σωφιλιασμένες και ακίνητες άφηναν τα μάτια τους τυφλά. Τους συλλογίζομαι πάντα γιατί είναι οι μόνοι άνθρωποι, που είδα στη ζωή μου να μην έχουν το αρπαχτικό ή το κυνηγημένο ύφος που γνώρισα σ' όλους τους άλλους. Το ύφος εκείνο που τους κάνει ν' ανήκουν στο κοπάδι των λύκων ή στο κοπάδι των αρνιών. Τους συναπάντησα πάλι την ίδια μέρα σ' ένα από τα νησιώτικα κλησάκια που βρίσκει κανείς όπως παραπατά και τα χάνει μόλις βγει. Κρατούσαν πάντα την ίδια απόσταση κι έπειτα πλησίασαν και φιληθήκανε. Η γυναίκα έγινε μια θαμπή εικόνα και χάθηκε, μικρή καθώς ήταν. Ρωτιόμουν αν ήξεραν πώς είχαν βγει από τα δίχτυα του κόσμου...
Είναι καιρός να πηγαίνω. Ξέρω ένα πεύκο που σκύβει κοντά σε μια θάλασσα. Το μεσημέρι, χαρίζει στο κουρασμένο κορμί έναν ίσκιο μετρημένο σαν τη ζωή μας, και το βράδυ, ο αγέρας περνώντας μέσα από τα βελόνια του, πιάνει ένα περίεργο τραγούδι, σαν ψυχές που κατάργησαν το θάνατο, τη στιγμή που ξαναρχίζουν να γίνουνται δέρμα και χείλια. Κάποτε ξενύχτησα κάτω από αυτό το δέντρο. Την αυγή ήμουνα καινούργιος σα να με είχαν κόψει την ώρα εκείνη από το λατομείο.
Α! να ζήσει κανείς τουλάχιστο έτσι, αδιάφορο।


Λονδίνο, 5 Ιουνίου 1932


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΓΙΑ ΜΙΑ «ΕΒΔΟΜΑΔΑ»
Δευτέρα

Μέσα στα σκυφτά ασφοδίλια οι τυφλοί κοιμούνται

ένας λαός τυφλών και τ' ασφοδίλια σκύβουν

μαυρισμένα από την πάχνη της αυγής

।(Θυμούμαι τα παφιοπέδιλα τον άλλο χειμώνα

κλεισμένα στη ζέστη

।Αρκείτω βίος)

।Προσκέφαλά τους όργανα εξοντωμένα

ραχιτικοί φωνογράφοι

τρύπιες φυσαρμόνικες

αρμόνια γονατισμένα·

να 'χουν πεθάνει;

Ένας ακίνητος τυφλός δεν ξεχωρίζει εύκολα

κάποτε ζωντανεύουν τα όνειρά τους γι' αυτό λέω πως κοιμούνται

।Τριγύρω στα σπίτια, φορέματα αγγέλων μου γνέφουν μαρμαρωμένα

το ποτάμι δεν κυλά έχει ξεχάσει τη θάλασσα

κι όμως υπάρχει η θάλασσα και ποιος θα την εξαντλήσει;

οι τυφλοί κοιμούνται,

οι άγγελοι γυμνοί τρέχουν μέσα στις φλέβες τους

τους πίνουν το αίμα και τους δίνουν φρόνηση

κι η καρδιά με τα φριχτά της μάτια λογαριάζει

πότε θα στερέψει

।Κοιτάζω το ποτάμιαν

άλαφρες σπιλιάδες περνούν κάτω από τον ανήμπορο ήλιο

τίποτε άλλο, το ποτάμι περιμένει·

λυπήσου εκείνους που περιμένουν

।Τίποτε άλλο· φτάνει για σήμερα।


Τρίτη


I went down to St James Infirmary(BLUES)


Χάθηκα μέσα στην πολιτεία

।Τα περιβόλια τα σκεπάζει το νοσοκομείο του Δον Χουάν Ταβέρα।

Δρόμοι τυλίγοντας διαφημίσεις।

Κάθε άνθρωπος περπατά χωρίς να ξέρει

αν άρχισε ή αν τέλειωσε

αν πηγαίνει στη μητέρα του στην κόρη του ή στην ερωμένη του

αν θα δικάσει ή αν θα δικαστεί

αν θ' αποδράσει, αν έχει διαφύγει·

δέν ξέρει

।Κάθε γωνιά κι ένα κατάστημα γραμμοφώνων

κάθε κατάστημα κι εκατό γραμμόφωνα

κάθε γραμμόφωνο κι εκατό δίσκοι

και σε κάθε δίσκο

ένας ζωντανός παίζει μ' έναν πεθαμένο

।Πάρε τη χαλύβδινη βελόνα και ξεχώρισέ τους

αν μπορείς।

Μα ποιος ποιητής· θυμάσαι ποιος ποιητής

δοκίμασε τη χαλύβδινη βελόνα

στις ραφές τ' ανθρώπινου κρανίου;

Θυμάσαι το τραγούδι του το βράδυ εκείνο;

Θυμάμαι που μας ζήτησε μιαν ασπιρίνη

τα μάτια του έπαιζαν μέσα σε μαύρους κρίκους

ήταν χλωμός και δυο βαθιές ρυτίδες

τυλίγανε το μέτωπό του। Μήπως όμως

ήσουν εσύ; μήπως εγώ; Ή μήπως ήταν

η αμίλητη Αντιγόνη με τους ώμους

τους λυγισμένους πάνω από το στήθος;

Την κράτησα κοντά μου δέκα νύχτες

έκλαιγε κάθε αυγή για το παιδί της।

Θυμάμαι γύρευα ένα φαρμακείο

।Όλα κλειστά। Για ποιον ήταν δεν ξέρω।


Χάθηκα μέσα στην πολιτεία

κανείς δε θα μετακινήσει το νοσοκομείο

γεμάτο ανάπηρα παιδιά που γνέφουν

σ' εμένα ή σ' άλλους που μ' ακολουθάνε

।Οσμές φαρμάκων μέσα στον αγέρα

βαραίνουν ερωτεύουνται και σμίγουν

αχνούς από αυτοκίνητα που φεύγουν

στην εξοχή μ' ολόξανθα ζευγάρια

προραφαηλιτικά λιγάκι εξατμισμένα।


Την άνοιξη του '23 στο λουτρό της

πέθανε η Λίβια Ρίμινι, τ' αστέρι·

τη βρήκανε μέσα στ' αρώματα νεκρή

και το νερό δεν είχε ακόμη κρυώσει

।Ωστόσο χτες στον κινηματογράφο

με κοίταζε με τ' άχρηστά της μάτια।


Τετάρτη


— Γιατί δε βραδιάζει;

— Κοίταξε αν θέλεις, κάπου θα βγήκε το νέο φεγγάρι।

— Όλοι κοιτάζουν τι θα κάνεις

κι εσύ κοιτάζεις τα πλήθη που σε κοιτάζουν

οι ματιές γράφουν ένα κύκλο στενό

που δεν μπορεί να σπάσει

।Αν γεννηθεί κάποιος ο κύκλος θα πλατύνει

αν πεθάνει κάποιος ο κύκλος θα στενέψει

αλλά τόσο λίγο, για τόσο λίγο

।Κι οι τέσσερεις άλλες αισθήσεις ακολουθούνε την ίδια γεωμετρία

।Αν αγαπούσαμε θα 'σπαζε ο κύκλος,

θα κλείναμε τα βλέφαρα μια στιγμή।

Αλλά δεν μπορούμε ν' αγαπήσουμε।


Ήταν ώραία τα μάτια σου μα δεν ήξερες που να κοιτάζεις

κι όταν είπες να φύγουμε γιατί άρχισε να σκοτεινιάζει,

γύρισες και με κοίταξες στα μάτια και μια νυχτερίδα

πέταξε γράφοντας τρίγωνα...

Ξανάρχισε πάλι το γραμμόφωνο।

Οι νυχτερίδες οι δικές μας τώρα

γράφουνε κύκλους που στενεύουν όσο πετάνε

από τον άνθρωπο στον άνθρωπο, στον άλλον άνθρωπο

κανείς δεν ξεφεύγει

κι η ζωή είναι πλούσια γιατί είμαστε πολλοί

κι όλοι μας ίδιοι

κι η ζωή είναι πλούσια γιατί βρήκαμε τελειοποιημένα μηχανήματα

όταν οι αισθήσεις παρακμάζουν

।Αδέρφια, μοιραστήκαμε το ψωμί και τον πόνο

।Κανένας δεν πεινά, δεν υποφέρει πια κανένας

κι έχουμε όλοι μας το ίδιο ανάστημα। Κοιτάχτε μας!

Σας κοιτάζουμε। Κι εμείς! Κι εμείς! Κι εμείς!

Δεν είναι τίποτε παραπέρα।

— Όμως τη θάλασσα

δεν ξέρω να την έχουν εξαντλήσει।


Πέμπτη

Την είδα να πεθαίνει πολλές φορές

κάποτε κλαίγοντας στην αγκαλιά μου

κάποτε στην αγκαλιά ενός ξένου

κάποτε μόνη της, γυμνή·

έτσι έζησε κοντά μου।

Τώρα πια ξέρω πως δεν είναι τίποτε παραπέρα

και περιμένω।

Αν λυπούμαι είναι μια υπόθεση ιδιωτική

όπως τα συναισθήματα για τόσο απλά πράγματα

που καθώς λένε τα 'χουμε ξεπεράσει·

κι όμως λυπούμαι ακόμη γιατί

δεν έγινα κι εγώ (όπως θα το ήθελα)

σαν το χορτάρι που άκουσα να φυτρώνει

μια νύχτα κοντά σ' ένα πεύκο·

γιατί δεν ακολούθησα τη θάλασσα

μιαν άλλη νύχτα που τραβιούνταν τα νερά

πίνοντας απαλά την πίκρα τους,

κι ούτε κατάλαβα όταν ψηλάφησα τα υγρά φύκια

πόση τιμή απομένει στις παλάμες του ανθρώπου

।Πέρασαν όλα αυτά βαριά και τελειωτικά

σαν τις μαούνες με τα ξεθωριασμένα ονόματα

ΕΛΕΝΗ ΤΗΣ ΣΠΑΡΤΗΣ, ΤΥΡΑΝΝΟΣ, GLORIA MUNTI

πέρασαν κάτω από τα γιοφύρια πέρα απ' τις καπνοδόχες

με δυο σκυφτούς ανθρώπους στην πλώρη και στην πρύμη

γυμνούς ως τη μέση·

πέρασαν, δεν ξεχωρίζω τίποτε, μέσα στην πρωινή καταχνιά

μόλις ξεχώριζαν τ' αρνιά κουλουριασμένα μηρυκάζοντας ούτε

τη νύχτα ξεχωρίζει το φεγγάρι πάνω απ' τον ποταμό

που περιμένει·

μόνο εφτά λόγχες βυθισμένες στο νερό

στεκάμενο και χωρίς αίμα

και κάποτε στις πλάκες φωτισμένες θλιβερά

κάτω απ' τον πύργο τον αλλήθωρο

ζωγραφιστός με κόκκινο και κίτρινο μολύβι

δείχνοντας την πληγή του ο Ναζωραίος।

«Μη ρίχνετε την καρδιά σας στα σκυλιά

।Μη ρίχνετε την καρδιά σας στα σκυλιά»

।Βουλιάζει κι η φωνή της με το χτύπημα του ρολογιού·

το θέλημά σου, γύρεψα το θέλημά σου।


Παρασκευή


Από τότε πόσες φορές πέρασε μπροστά στα μάτια μου μια γυναίκα, που της απόμεναν μονάχα τα μαλλιά, τα μάτια, το στήθος και τίποτε άλλο, γοργόνα ταξιδεύοντας στο πέ­λαγο, κι ανάμεσό τους κυκλοφορούσε το φρέσκο αεράκι, ωσάν γαλάζιο αίμα।


Σάββατο


— Δεν ξέχασα τίποτε

όλα είναι στη θέση τους ταχτοποιημένα κατά σειρά περιμένοντας το χέρι να διαλέξει

μόνο δεν μπόρεσα να βρω τα παιδικά χρόνια

μήτε τον τόπο που γεννήθηκε ο ήρωας του δράματος

μήτε τις πρώτες εντυπώσεις

εκείνες που θυμάται στην πέμπτη πράξη

στην κορυφή της δυστυχίας

।Όλα τ' άλλα, να τα, κατά σειρά:

οι προσωπίδες για τα τρία κύρια συναισθήματα

και τα ενδιάμεσα

τα φορέματα με τις βόλτες έτοιμες να κινηθούν

τα παραπετάσματα, τα φώτα

τα σκοτωμένα παιδιά της Μήδειας

το φαρμάκι και το μαχαίρι

।Μέσα σ' αυτό το κουτί είναι η ζωή όταν αρχίσει να γίνεται ανυπόφορη,

αν τ' αφουγκραστείς θα την ακούσεις πως ανασαίνει·

πρόσεξε μην τ' ανοίξεις προτού σφυρίξουν οι Ευμενίδες

।Μέσα σ' αυτό το γυαλί βρίσκεται ο έρωτας του κορμιού

και στο άλλο, που είναι γαλάζιο, ο έρωτας της ψυχής·

πρόσεξε μην τ' αναμίξεις,

και σ' αυτό το συρτάρι το πουκάμισο του Νέσσου

(πέμπτη πράξη, σκηνή τρίτη)

τα λόγια τα θυμάσαι που αρχίζουν:

Αρκείτω βίος! Ιώ! Ιώ!

Εδώ είναι η σάλπιγγα που γκρεμίζει το παλάτι

και φαίνεται η βασίλισσα μέσα στην ανομία,

αυτός είναι ο διακόπτης των μικροφώνων

θα σ' ακούσουν ως τα πέρατα του κόσμου

।Εμπρός! Προβολέα! Καλή τύχη!


—Μια στιγμή, ποιος θα είμαι; ποιον θα σκοτώσω;

κι οι άνθρωποι τούτοι που με κοιτάζουν

πώς θα πιστέψουν πως η δικαιοσύνη με προστατεύει;

πώς θα πιστέψουν;

Ω να μπορούσαμε ν' αγαπήσουμε

τουλάχιστο σαν τις μέλισσες

όχι σαν τα περιστέρια

τουλάχιστο σαν τα κοχύλια

όχι σαν τις σειρήνες

τουλάχιστο σαν τα μερμήγκια

όχι σαν τα πλατάνια...

μα δεν τους βλέπεις, όλοι τους είναι τυφλοί!

Οι τυφλοί κοιμούνται...
—Θαυμάσια, μπορείς να εξακολουθήσεις।


Κυριακή


Δυο βαριά άλογα και ένα αργό αμάξι, αυτό ή κάτι άλλο, εξω από το παράθυρο μου στο δρόμο

αυτός ο θόρυβος।

Σε λίγο θα 'χει νυχτώσει· βλέπω να με κοιτάζει ακόμη ένα αέτωμα γεμάτο αγάλματα ακρωτηριασμένα।

Πόσο βαριά είναι τα αγάλματα;

Προτιμώ μια στάλα αίμα από ένα ποτήρι μελάνι।

ΜΕ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΤΟΥ Γ.Σ.

ME TON ΤΡΟΠΟ ΤΟΥ Γ.Σ.

Οπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει
Στο Πήλιο μέσα στις καστανιές το πουκάμισο του Κεν-
ταύρου
γλιστρούσε μέσα στα φύλλα για να τυλιχτεί στο κορμί μου
καθώς ανέβαινα την ανηφόρα κι η Θάλασσα μ' ακολου-
θούσε
ανεβαίνοντας κι αυτή σαν τον υδράργυρο Θερμομέτρου
ώσπου να βρούμε τα νερά του βουνού.
Στη Σαντορίνη αγγίζοντας νησιά που βουλιάζαν
ακούγοντας να παίζει ένα σουραύλι κάπου στις αλαφρό-
πετρες
μου καρφωσε το χέρι στην κουπαστή
μια σαϊτα τιναγμένη ξαφνικά
από τα πέρατα μιας νιότης βασιλεμένης.
Στις Μυκήνες σήκωσα τις μεγάλες πέτρες και τους θη-
σαυρούς των Ατρειδών
και πλάγιασα μαζί τους στο ξενοδοχείο της "Ωραίας
Ελένης του Μενελαου"~
χάθηκαν μόνο την αυγή που λάλησε η Κασσάντρα
μ' έναν κόκορα κρεμασμένο στο μαύρο λαιμό της.
Στις Σπέτσες στον Πόρο και στη Μύκονο
μέ χτίκιασαν οι βαρκαρόλες.
Τι Θέλουν όλοι αυτοί που λένε
πως βρίσκουνται στην Αθήνα ή στον Πειραιά;
Ο ένας έρχεται από τη Σαλαμίνα και ρωτάει τον άλλο
μήπως "έρχεται εξ Ομονοίας"
"Οχι έρχομαι εκ Συντάγματος" απαντά κι είν' ευχαρι-
στημένος
"βρήκα το Γιάννη και με κέρασε ένα παγωτό".
Στο μεταξύ η Ελλάδα ταξιδεύει
δεν ξέρουμε τίποτε δεν ξέρουμε πως είμαστε ξέμπαρκοι
όλοι εμείς
δεν ξέρουμε την πίκρα του λιμανιού σαν ταξιδεύουν όλα
τα καράβια~
περιγελάμε εκείνους που τη νιώθουν.
Παράξενος κόσμος που λέει πώς βρίσκεται στην Αττική
και δε βρίσκεται πουθενά~
αγοράζουν κουφέτα για να παντρευτούνε
κρατούν "σωσίτριχα" φωτογραφίζουνται
ο άνθρωπος που είδα σήμερα καθισμένος σ' ένα φόντο με
πιτσούνια και με λουλούδια
δέχουνταν το χέρι του γερο-φωτογράφου να του στρώνει
τις ρυτίδες
που είχαν αφήσει στο πρόσωπό του
όλα τα πετεινά τ' ουρανού.
Στο μεταξύ η Ελλάδα ταξιδεύει ολοένα ταξιδεύει
κι αν "ορώμεν ανθούν πέλαγος Αιγαίον νεκροίς"
είναι εκείνοι που θέλησαν να πιάσουν το μεγάλο καράβι
με το κολύμπι
εκείνοι πού βαρέθηκαν να περιμένουν τα καράβια που δεν
μπορούν να κινήσουν
την ΕΛΣΗ τη ΣΑΜΟΘΡΑΚΗ τον AMΒPAKΙKΟ.
Σφυρίζουν τα καράβια τώρα που βραδιάζει στον Πειραιά
σφυρίζουν ολοένα σφυρίζουν μα δεν κουνιέται κανένας
αργάτης
καμιά αλυσίδα δεν έλαμψε βρεμένη στο στερνό φως που
βασιλεύει
ο καπετάνιος μένει μαρμαρωμένος μες στ' άσπρα και στα
χρυσά.
Οπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει~
παραπετάσματα βουνών αρχιπέλαγα γυμνοί γρανίτες...
Το καράβι που ταξιδεύει το λένε ΑΓ ΩΝlΑ 1937।


A/π Αυλίς, περιμένοντας να ξεκινήσει।
Καλοκαίρι 1936

ΣΙΡΟΚΟ 7ΛΕΒΑΝΤΕ


Σιρόκο 7 Λεβάντε
Στον Δ. Ι. Αντωνίου


Πράγματα που αλλάξαν τη μορφή μας

βαθύτερα απ' τη σκέψη και περισσότερο

δικά μας όπως το αίμα και περισσότερο

βυθίσανε στην κάψα του μεσημεριού

πίσω από τα κατάρτια।

Μέσα στις αλυσίδες και στις προσταγές

κανείς δε θυμάται


Οι άλλες μέρες οι άλλες νύχτες

σώματα, πόνος και ηδονή

η πίκρα της ανθρώπινης γύμνιας κομματιασμένη

πιο χαμηλή κι από τις πιπεριές σε σκονισμένους δρόμους

και τόσες γοητείες και τόσα σύμβολα

στο τελευταίο κλωνάρι

στον ίσκιο του μεγάλου καραβιού

ίσκιος η μνήμη।


Τα χέρια που μας άγγιξαν δε μας ανήκουν, μόνο

βαθύτερα, όταν σκοτεινιάζουν τα τριαντάφυλλα

ένας ρυθμός στον ίσκιο του βουνού, τριζόνια

νοτίζει τη σιωπή μας μες στη νύχτα

γυρεύοντας τον ύπνο του πελάγου

γλιστρώντας προς τον ύπνο του πελάγου।


Στον ίσκιο του μεγάλου καραβιού

την ώρα που σφύριξε ο εργάτης

άφησα τη στοργή στους αργυραμοιβούς।


Πήλιο, 19 Αυγούστου 1935

ΦΥΓΗ..

Φυγή


Δεν ήταν άλλη η αγάπη μας

έφευγε ξαναγύριζε και μας έφερνε

ένα χαμηλωμένο βλέφαρο πολύ μακρινό

ένα χαμόγελο μαρμαρωμένο, χαμένο

μέσα στο πρωινό χορτάρι

ένα παράξενο κοχύλι που δοκίμαζε

να το εξηγήσει επίμονα η ψυχή μας।

Η αγάπη μας δεν ήταν άλλη ψηλαφούσε

σιγά μέσα στα πράγματα που μας τριγύριζαν

να εξηγήσει γιατί δε θέλουμε να πεθάνουμε

με τόσο πάθος

Κι αν κρατηθήκαμε από λαγόνια κι αν αγκαλιάσαμε

μ' όλη τη δύναμή μας άλλους αυχένες

κι αν σμίξαμε την ανάσα μας με την ανάσα

εκείνου του ανθρώπου

κι αν κλείσαμε τα μάτια μας, δεν ήταν άλλη

μονάχα αυτός ο βαθύτερος καημός να κρατηθούμε

μέσα στη φυγή।

ΠΑΝΩ Σ ΕΝΑΝ ΞΕΝΟ ΣΤΙΧΟ..

ΠΑΝΩ Σ' ΕΝΑΝ ΞΕΝΟ ΣΤΙΧΟ
Στην 'Ελλη, Χριστούγεννα 1931


Ευτυχισμένος που έκανε το ταξίδι του Οδυσσέα.
Ευτυχισμένος αν στο ξεκίνημα, ένιωθε γερή την αρμα-
τωσιά μιας αγάπης, απλωμένη μέσα στο κορμί του,
σαν τις φλέβες όπου βουίζει το αίμα.


Μιας αγάπης με ακατέλυτο ρυθμό, ακατανίκητης σαν τη
μουσική και παντοτινής
γιατί γεννήθηκε όταν γεννηθήκαμε και σαν πεθαίνουμε,
αν πεθαίνει, δεν το ξέρουμε ούτε εμείς ούτε άλλος
κανείς.


Παρακαλώ το θεό να με συντρέξει να πω, σε μια στιγμή
μεγάλης ευδαιμονίας, ποια είναι αυτή η αγάπη·
κάθομαι κάποτε τριγυρισμένος από την ξενιτιά, κι ακούω
το μακρινό βούισμά της, σαν τον αχό της θάλασσας
που έσμιξε με το ανεξήγητο δρολάπι.


Και παρουσιάζεται μπροστά μου, πάλι και πάλι, το φαν-
τασμα του Οδυσσέα, με μάτια κοκκινισμένα από του
κυμάτου την αρμύρα
κι από το μεστωμένο πόθο να ξαναδεί τον καπνό που
βγαίνει από τη ζεστασιά του σπιτιού του και το σκυλί
του που γέρασε προσμένοντας στη θύρα.


Στέκεται μεγάλος, ψιθυρίζοντας ανάμεσα στ' ασπρισμένα
του γένια, λόγια της γλώσσας μας, όπως τη μιλούσαν
πριν τρεις χιλιάδες χρόνια.
Απλώνει μια παλάμη ροζιασμένη από τα σκοινιά και το
δοιάκι, με δέρμα δουλεμένο από το ξεροβόρι από την
κάψα κι από τα χιόνια.

Θα 'λεγες πως θέλει να διώξει τον υπεράνθρωπο Κύκλωπα
που βλέπει μ' ένα μάτι, τις Σειρήνες που σαν τις α-
κούσεις ξεχνάς, τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη απ' ανά-
μεσό μας·
τόσο περίπλοκα τέρατα, που δεν μας αφήνουν να στοχα-
στούμε πως ήταν κι αυτός ένας άνθρωπος που πά-
λεψε μέσα στον κόσμο, με την ψυχή και το σώμα.


Είναι ο μεγάλος Οδυσσέας· εκείνος που είπε να γίνει το
ξύλινο άλογο και οι Αχαιοί κερδίσανε την Τροία.
Φαντάζομαι πως έρχεται να μ' αρμηνέψει πώς να φτιάξω
κι εγώ ένα ξύλινο άλογο για να κερδίσω τη δική μου
Τροία.


Γιατί μιλά ταπεινά και με γαλήνη, χωρίς προσπάθεια,
λες με γνωρίζει σαν πατέρας
είτε σαν κάτι γέρους θαλασσινούς, που ακουμπισμένοι στα
δίχτυα τους, την ώρα που χειμώνιαζε και θύμωνε ο
αγέρας,


μου λέγανε, στα παιδικά μου χρόνια, το τραγούδι του
Ερωτόκριτου, με τα δάκρυα στα μάτια·
τότες που τρόμαζα μέσα στον ύπνο μου ακούγοντας την
αντίδικη μοίρα της Αρετής να κατεβαίνει τα μαρμα-
ρένια σκαλοπάτια.


Μου λέει το δύσκολο πόνο να νιώθεις τα πανιά του καρα-
βιού σου φουσκωμένα από τη θύμηση και την ψυχή
σου να γίνεται τιμόνι.
Και να 'σαι μόνος, σκοτεινός μέσα στη νύχτα και ακυβέρ-
νητος σαν τ' άχερο στ' αλώνι.


Την πίκρα να βλέπεις τους συντρόφους σου καταποντι-
σμένους μέσα στα στοιχεία, σκορπισμένους: έναν-
έναν.
Και πόσο παράξενα αντρειεύεσαι μιλώντας με τους πεθα-
μένους, όταν δε φτάνουν πια οι ζωντανοί που σου
απομέναν.


Μιλά... βλέπω ακόμη τα χέρια του που ξέραν να δοκιμά-
σουν αν ήταν καλά σκαλισμένη στην πλώρη η γορ-
γόνα
να μου χαρίζουν την ακύμαντη γαλάζια θάλασσα μέσα
στην καρδιά του χειμώνα.

ΛΕΩΦΟΡΟΣ ΣΥΓΓΡΟΥ 1930

Λεωφόρος Συγγρού, 1930

Όταν σε νικήσει

το χαμόγελο που ανασαίνει πλάι σου, πάει να σκύψει και δε συγκατανεύει

όταν η ζάλη που σου απόμεινε αρμενίζοντας στα βιβλία ξεκολλήσει από το μυαλό σου στις πιπεριές δεξιά και αριστερά
όταν αφήσεις το πετρωμένο καράβι που ταξιδεύει προς το βυθό μ' άρμενα συντριμμένατην καμάρα με τα χρυσαφικά της

τις κολόνες με την έννοια τους που τις στενεύει

όταν αφήσεις τα κορμιά τα πελεκημένα επίτηδες για να μετρούν και για να θησαυρίζουν,

την ψυχή που δεν εξισώνεται, ό,τι και να κάνεις, με την ψυχή σου

το χέρι του φόρου

το γυναικείο εκείνο προσωπάκι στο λίκνο που λάμπει στον ήλιο

όταν αφήσεις την καρδιά σου και τη σκέψη σου να γίνουν ένα

με το μαυριδερό ποτάμι που τεντώνει ξυλιάζει και φεύγει:

Σπάσε το νήμα της Αριάδνης και να!

Το γαλάζιο κορμί της γοργόνας।

Παρασκευή 1 Μαΐου 2009

Β. ΜΥΚΗΝΕΣ..

ΜΥΚΗΝΕΣ

«Δος μου τα χέρια σου, δος μου τα χέρια σου, δος μου τα χέρια σου.

Είδα μέσα στη νύχτα
Τη μυτερή κορυφή του βουνού
Είδα τον κάμπο πέρα πλημμυρισμένο
Με το φως ενος αφανέρωτου φεγγαριού
Είδα, γυρίζοντας το κεφάλι
Τις μαύρες πέτρες συσπειρωμένες
Και τη ζωή μου τεντωμένη σα χορδή
Αρχή και τέλος
Η τελευταία στιγμή·
Τα χέρια μου.

Βουλιάζει όποιος σηκώνει τις μεγάλες πέτρες·
τούτες τις πέτρες τις εσήκωσα όσο βάσταξα
τούτες τις πέτρες τις αγάπησα όσο βάσταξα
τούτες τις πέτρες, τη μοίρα μου.
Πληγωμένος από το δικό μου χώμα
τυραννισμένος από το δικό μου πουκάμισο
καταδικασμένος από τους δικούς μου θεούς,
τούτες τις πέτρες.

Ξέρω πως δεν ξέρουν, αλλά εγώ
που ακολούθησα τόσες φορές
το δρόμο απ’ το φονιά στο σκοτωμένο
από το σκοτωμένο στην πληρωμή
κι’ από την πληρωμή στον άλλο φόνο,
ψηλαφώντας
την ανεξάντλητη πορφύρα
το βράδυ εκείνο του γυρισμού
που άρχισαν να σφυρίζουν οι Σεμνές
στο λιγοστό χορτάρι –
είδα τα φίδια σταυρωτά με τις οχιές
πλεγμένα πάνω στην κακή γενιά
τη μοίρα μας.

Φωνές από την πέτρα από τον ύπνο
βαθύτερες εδώ που ο κόσμος σκοτεινιάζει,
μνήμη του μόχθου ριζωμένη στο ρυθμό
που χτύπησε τη γης με πόδια
λησμονημένα.
Σώματα βυθισμένα στα θεμέλια
του άλλου καιρού, γυμνά. Μάτια
προσηλωμένα, προσηλωμένα, σ’ ένα σημάδι
που όσο κι’ αν θέλεις δεν το ξεχωρίζεις·
η ψυχή
που μάχεται για να γίνει ψυχή σου.

Μήτε κι’ η σιωπή είναι πια δική σου
Εδώ που σταμάτησαν οι μυλόπετρες».

Οχτώβρης 1935

Α. ΣΑΝΤΟΡΙΝΗ..

Γυμνοπαιδία

A΄. Σαντορίνη


Σκύψε αν μπορείς στη θάλασσα τη σκοτεινή ξεχνώντας
τον ήχο μιας φλογέρας πάνω σε πόδια γυμνά
που πάτησαν τον ύπνο σου στην άλλη ζωή τη βυθισμένη.

Γράψε αν μπορείς στο τελευταίο σου όστρακο
τη μέρα τ' όνομα τον τόπο
και ρίξε το στη θάλασσα για να βουλιάξει.

Bρεθήκαμε γυμνοί πάνω στην αλαφρόπετρα
κοιτάζοντας τ' αναδυόμενα νησιά
κοιτάζοντας τα κόκκινα νησιά να βυθίζουν
στον ύπνο τους, στον ύπνο μας.
Eδώ βρεθήκαμε γυμνοί κρατώντας
τη ζυγαριά που βάραινε κατά το μέρος
της αδικίας.

Φτέρνα της δύναμης θέληση ανίσκιωτη λογαριασμένη
αγάπη
στον ήλιο του μεσημεριού σχέδια που ωριμάζουν,
δρόμος της μοίρας με το χτύπημα της νέας παλάμης
στην ωμοπλάτη·
στον τόπο που σκορπίστηκε που δεν αντέχει
στον τόπο που ήταν κάποτε δικός μας
βουλιάζουν τα νησιά σκουριά και στάχτη.

Bωμοί γκρεμισμένοι
κι οι φίλοι ξεχασμένοι
φύλλα της φοινικιάς στη λάσπη.

Άφησε τα χέρια σου αν μπορείς, να ταξιδέψουν
εδώ στην κόχη του καιρού με το καράβι
που άγγιξε τον ορίζοντα.
Όταν ο κύβος χτύπησε την πλάκα
όταν η λόγχη χτύπησε το θώρακα
όταν το μάτι γνώρισε τον ξένο
και στέγνωσε η αγάπη
μέσα σε τρύπιες ψυχές·
όταν κοιτάζεις γύρω σου και βρίσκεις
κύκλο τα πόδια θερισμένα
κύκλο τα χέρια πεθαμένα
κύκλο τα μάτια σκοτεινά·
όταν δε μένει πια ούτε να διαλέξεις
το θάνατο που γύρευες δικό σου,
ακούγοντας μια κραυγή
ακόμη και του λύκου την κραυγή,
το δίκιο σου·
άφησε τα χέρια σου αν μπορείς να ταξιδέψουν
ξεκόλλησε απ' τον άπιστο καιρό
και βούλιαξε,
βουλιάζει όποιος σηκώνει τις μεγάλες πέτρες.