Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Τετάρτη 24 Ιουνίου 2009

ΣΩΜΑΤΙΚΗ ΠΑΡΑΘΛΑΣΗ..

ΣΩΜΑΤΙΚΗ ΠΑΡΑΘΛΑΣΗ

Ποτέ μου δεν τη μεθόδευσα την απελπισία μου.
Σε κάθε χυτήριο δυνατότητας
αυτή η διαβόλισσα…
υπήρξα ο απόμερος αλλ’ ανθηρός αντίγνωμος  
απαγγέλλοντας απλώς τη δική μου υπέρβαση
στα συχνά της εφήμερα φανερώματα  
υπερήφανος από δίχως επίθετο αυθεντικότητα ώς το θάνατο
σύμφυτος της αγάπης που  
συνοψίζεται στην
άνευ ουδενός ονόματος τελετουργία: η στύση μου
θερίζοντας το Απόλυτο στα σώματα  
σμήνος υδάτινο    
γυναικώνε.
Δρώμενα συνουσίας λατρείες αστραπιαίες στα μάτια μου
δεν έχει  
κι άλλα προτερήματα ο έρωτας.
Λιθοβόλησα την προοπτική και μεινέσκω ήσυχος.

Τρίτη 23 Ιουνίου 2009

ΣΤΟ ΚΑΤΩ ΚΑΤΩ ΤΗΣ ΓΡΑΦΗΣ..

Στο κάτω-κάτω της γραφής

Κάποια Γυναίκα

Τη γυναίκα αυτή τη συνάντησε για πρώτη φορά στο όνειρο ενός άλλου.
Πάλεψε μαζί της μέχρι εσχάτων.
Στο γυρισμό ένα απόγευμα απ’ το πεδίο της μάχης
είδε πως είχε παλέψει μ’ ένα τέρας ψεύτικο μ’ ένα όραμα.
Πήγε σ’ ένα μεγάλο εμπειρικό φιλόσοφο για να ξορκιστεί.

Φεύγοντας από το σπίτι του μάγου συνάντησε τον εαυτό του.
Ήταν ντυμένος άψογα απαράλλαχτα όπως χτες,
με τα ρούχα της δουλειάς:
αξίνα στο δεξί του χέρι, φτυάρι στον ώμο και βιβλίο στο αριστερό – δισάκι στη μέση.
Προχωρούσε με μάτια ορθάνοιχτα
σαν υπνοβάτης προς την υποτιθέμενη υποσυνείδητη ευτυχία του μηδενός που τη γνώριζε από παιδί,
στο πρόσωπο μιας μικρής γειτόνισσας του.
Το ανάστημά του δεν ξεπερνούσε τους ψηλότερους θάμνους του κήπου του παππού της.
Από τότε του γυρεύανε διάφορες αφορμές οι εργένηδες.
Τις σημείωνε όλες σ’ ένα σημειωματάριο γιατί είχε υποσχεθεί στον εαυτό του να τους εκδικηθεί μια μέρα όταν θα δημοσιεύονταν τα γεγονότα ή τα λόγια.
Τώρα ερχόταν η σειρά του άλλου να κάνει το κομμάτι του.
Θα τ’ ανεχόταν ως ένα σημείο.
Από κει και πέρα θα πατούσε το φρένο της συνείδησής του ως το πάτο.
Δεν θα ’ταν υπεύθυνος για τα κεφάλια που θα ’πεφταν ούτε για τους πανηγυρικούς που θα ’βγαζαν πιστεύοντας κάθε λέξη οι νικητές της ημέρας.
Το σούρουπο όταν όλα θα χαμήλωναν,
οι φωνές, το φως τα στόρια και τα βλέφαρα και τα σπουργίτια,
θα έστελνε στο διάβολο ένα μπουκέτο μενεξέδες,
θα έστελνε στο διάβολο τις παρέες, τα χαρτιά και τα συμβεβηκότα της ημέρας.
Θα ήταν επιτέλους ελεύθερος από την ύπουλη κηδεμονία της ηθικής πυξίδας.
Θα έκανε ό,τι του κατέβαινε.
Όταν ξύπνησε μέσα στην πολυθρόνα του παρόντος,
του είχε κλέψει το πορτοφόλι του κάποια γυναίκα που τον είχε φιλήσει στο στόμα την ώρα που κοιμόταν.
Αργότερα στο καθρέπτη του σπιτιού του είδε τα κοκκινάδια της πάνω στα χείλη του
διαπιστώνοντας κι αυτός το αδιαφιλονίκητο του συμβάντος.
Δεν είχε φυσικά κανένα λόγο να δώσει σημασία σε υπερφυσικές ερμηνείες
όταν όλα θα μπορούσαν να εξηγηθούν μ’ ένα απλό:
πώς είπατε παρακαλώ;

Δευτέρα 22 Ιουνίου 2009

ΛΑΦΥΡΑΓΩΓΙΑ..

ΛΑΦΥΡΑΓΩΓΙΑ


Οτιδήποτε αναιρεί τη θέληση θέλοντας
ανήκει στην τυραννία.  
Οικειώθηκα την απελπισία μου επί αιώνες
εγώ ο τολμητίας του ανυπόστατου  
την οικουμένη του ήλιου την περιγέλασα
(και δικαίως)  
καθώς επιτέλους εισχώρησα στον έρωτα του τίγρη
στα ορύγματα της ηρωίδας Αφασίας  
αποσπόρι του απείρου με ιώβειες διαστάσεις
θηρεύω τιποτένιος  
ανιχνεύω διάτορος.    
Μια σύνθεση για άρπα του Ερρίκου του Όγδοου
Τί μένει από όλα αυτά;  
Μερικά βλακώδη    
κόκαλα.

Κυριακή 21 Ιουνίου 2009

Ο ΣΟΛΩΜΟΣ ΣΤ' ΟΝΕΙΡΟ ΜΟΥ...

Ο ΣΟΛΩΜΟΣ ΣΤ’ ΟΝΕΙΡΟ ΜΟΥ

Πώς πέφτουμε στη νύχτα κι από τί πόθους...
Με κοφτερή μοναξιά στολισμένος άρχισα να κοιμάμαι
λευκός ιδρωμένος μέσα στην αγελάδα του ύπνου
κλεισμένος ολούθε απ’ τον όνειρο που κυματίζει στα βάθη
κι ολοένα κερδίζει την ύλη πέρα της.
Ένα ξημέρωμα καθάριζε τα μάτια μου
στους ουρανούς ανοίγαν όλα τα παράθυρα κι ο Διονύσιος
μαυροντυμένος μ’ άσπρα χειρόκτια κρατούσε το σκουληκάκι
στην παλάμη που έμοιαζε με στουπέτσι βαμμένη
πλάι του σ’ ωραία παραλία
έπεφταν οι κολυμβητές να πιάσουν το σταυρό τα Θεοφάνια
και μακριά πως ακούγονταν αθώα τουφέκια
ο βρόντος της αγάπης η χαρά της συμφοράς
μ’ όλα τα άνθη σε γαλάζια δευτερόλεπτα μ’ όλες τις αχτίδες
την αγαπημένη του πεταλούδα στον ιερό γλιτωμό της
και δράκοντες ευωδιάς ανέβαιναν από κίτρινες σκάλες
ώς τα κοράσια που δε χάρηκαν τον έρωτα.
Γύρω ήτανε δάσος χιλιοπράσινο
με τα πουλιά σαν αναρίθμητους καρπούς απάνω στα δέντρα
με τα πουλιά σε μεθυσμένη σύναξη για πάντα κ’ ένας σκύλος
αργά πηγαίνοντας ούρησε στο κορμί της κοντινής αμυγδαλιάς
με σηκωμένο πόδι κι ανάμεσα
ο γόος έσφαζε τη φωνή που τινάχτηκε από τρεις λέξεις
οι απαίσιες χιλιετηρίδες.

Σάββατο 20 Ιουνίου 2009

ΤΟ ΚΤΗΝΟΣ..

Το κτήνος.

Παλιότερα ήταν μινώταυρος,
Βασιλιάς του πιάτου, το τυχερό μου ζώο.
Ανάσαινες εύκολα στην ευάερη αγκαλιά του.
Ο ήλιος κούρνιαζε στη μασχάλη του.
Τίποτε δεν έπιανε μούχλα. Οι μικροί αόρατοι
Τσακίζονταν να τον υπηρετούν.
Οι μπλε καλόγριες μ’ έστειλαν σ’ άλλο σχολείο.
Μια μαϊμού ζούσε κάτω από το ηλίθιο πηλίκιο.
Εκείνος δεν σταμάταγε να μου στέλνει φιλιά.
Μόλις που τον ήξερα.

Δεν μπορώ να τον ξεφορτωθώ με τίποτα:
Μουρμούρισμα ποδιών, ξεσκισμένων κι αξιολύπητων,
Ο Fido Littlesoul, ο γνώριμος των σπλάχνων μου.
Ένας σκουπιδοτενεκές του αρκεί.
Είναι σκοτεινός ως το μεδούλι.
Φώναξέ τον όπως θέλεις και θα έρθει.

Λασπο-γούρνα, χαρωπή γουρουνό-φατσα
Παντρεύτηκα ένα ντουλάπι με σαβούρα
Πλαγιάζω σε λασπωμένο ψαρόβαλτο.
Εδώ κάτω, ο ουρανός πάντα κατρακυλά.
Γουρουνίσιος βούρκος στο παράθυρο.
Οι κοριοί των άστρων δεν με γλυτώνουν αυτό το μήνα.
Είμαι η νοικοκυρά στα έγκατα του Χρόνου
Ανάμεσα σε μυρμήγκια και μαλάκια,
Δούκισσα του Τίποτε,
Μαλλιαρού χαυλιόδοντα νύφη.

Πέμπτη 18 Ιουνίου 2009

ΔΩΡΟ ΓΕΝΕΘΛΙΩΝ..

ΔΩΡΟ ΓΕΝΕΘΛΙΩΝ


Τι είναι αυτό πίσω απ το πέπλο; Είναι άσχημο; Είναι όμορφο;
Λαμπυρίζει, έχει στήθη, έχει άκρες;

Είμαι σίγουρη, είναι μοναδικό, είμαι σίγουρη είναι ακριβώς αυτό που θέλω.
Όταν σκύβω ήσυχα στη μαγειρική μου, το νοιώθω να κοιτάζει, το νοιώθω να
σκέφτεται

«Αυτή είναι που για χάρη της θα εμφανιστώ,
Αυτή είναι η εκλεκτή, με τις μαύρες κόγχες των ματιών και την ουλή;

Που μετράει το αλεύρι, βγάζοντας το περίσσιο,
Επιμένοντας σε κανόνες σε κανόνες σε κανόνες.

Είναι αυτή για τον Ευαγγελισμό;
Θεούλη μου, τι γέλιο!»

Όμως λαμπυρίζει, δεν σταματάει και νομίζω με θέλει.
Δεν θα με πείραζε αν ήταν κόκαλα ή μαργαριταρένιο κουμπί.

Εν πάση περιπτώσει, δεν έχω μεγάλη επιθυμία για δώρο τη χρονιά αυτή.
Στο κάτω κάτω, μόνο κατά τύχη είμαι ζωντανή.

Ευχαρίστως θα είχα σκοτωθεί την ώρα εκείνη, με όποιο τρόπο.
Τώρα υπάρχουν αυτά τα πέπλα που φεγγοβολούν σαν κουρτίνες,

Διάφανα σατέν παραθύρου το Γενάρη
Άσπρα σαν βρεφικά στρωσίδια, αστραφτερά, με ανάσα νεκρή. Ω φίλντισι!

Πρέπει να ναι κάποιος χαυλιόδοντας εκεί, μια κολώνα-φάντασμα.
Δεν το βλέπεις, δεν μου καίγεται καρφί τι είναι.

Μα μπορείς να μη μου το δώσεις;
Μην ντρέπεσαι - δεν με πειράζει αν είναι μικρό.

Μην γίνεσαι τσιγκούνης, είμαι έτοιμη για πράγματα φριχτά.
Aς καθίσουμε πάνω του, ένας σε κάθε μεριά, θαυμάζοντας τη λάμψη,

Το λούστρο, τα ποικίλα καθρεφτίσματά του.
Ας φάμε πάνω του το τελευταίο μας δείπνο, σαν φαγητό νοσοκομείου.

Ξέρω γιατί δεν θες να μου το δώσεις,
Είσαι τρομοκρατημένος

Ο κόσμος θα υψωθεί σε μια στριγκλιά και το κεφάλι σου μαζί,
Υποταγμένο, μπρούτζινο, ασπίδα αρχαϊκή,

Ένα θαύμα για τα δισέγγονά σου.
Μη φοβάσαι δεν είναι έτσι.

Μόνο θα το πάρω και θα πάω ήσυχα πιο κει.
Ούτε καν θα μ ακούσεις να τ ανοίγω, ούτε τρίξιμο χαρτιού,

Ούτε πέσιμο κορδέλας, ούτε κραυγή στο τέλος.
Δεν νομίζω να μ έχεις άξια γι αυτή την εχεμύθεια.

Αν ήξερες μόνο πώς τα πέπλα σκότωναν τις μέρες μου.
Για σένα υπάρχουν μόνο διαφάνειες, αέρας καθαρός.

Όμως Θεέ μου, τα σύννεφα είναι σαν βαμβάκι.
Στρατοί από δαύτα. Μονοξείδιον του άνθρακος.

Γλυκά γλυκά εισπνέω,
Γεμίζοντας τις φλέβες μου με αόρατο, με τους εκατομμύρια

Πιθανούς κόκκους που σημαδεύουν τα χρόνια της ζωής μου.
Είσαι ντυμένη ασημί για την περίσταση. Ω αριθμομηχανή -

Σου είναι αδύνατον ν αφήσεις κάτι να περάσει και να φύγει ακέραιο;
Πρέπει να σφραγίζεις με μωβ κάθε κομμάτι,

Πρέπει να σκοτώνεις ό,τι μπορείς;
Υπάρχει ένα πράγμα που θέλω σήμερα και μόνο εσύ μπορείς να
μου το δώσεις.

Στέκεται στο παράθυρό μου, μεγάλο σαν τον ουρανό.
Ανασαίνει απ τα σεντόνια μου, το ψυχρό νεκρό κέντρο

Όπου ζωές χυμένες πήζουν και κοκαλώνουν και γίνονται παρελθόν.
Μην το αφήσεις να έρθει με το ταχυδρομείο, δάχτυλο το δάχτυλο.

Μην αφήσεις να έρθει με λέξη του στόματος, θα είμαι εξήντα χρονών
Την ώρα που θα έχει φτάσει ολόκληρο, πολύ ανήμπορη να το κάνω κάτι.

Μόνο ρίξε το πέπλο, το πέπλο, το πέπλο.
Αν ήταν θάνατος

Θα θαύμαζα τη βαρύτητά του, τα άχρονα μάτια του.
Θα ήξερα πως το χεις πάρει σοβαρά.

Τότε θα υπήρχε μια ευγένεια, τότε θα υπήρχαν τα γενέθλια.
Και το μαχαίρι δεν θα χάραζε, θα τρυπούσε

Αγνό και καθαρό όσο το κλάμα ενός μωρού,
Και το Σύμπαν θα γλιστρούσε απ το πλευρό μου



Απόδοση από τα αγγλικά: Κλεοπάτρα Λυμπέρη

ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ..

ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ

«Χθες βράδυ», είπε, «κοιμήθηκα μια χαρά
αν εξαιρέσεις δυο αλλόκοτα όνειρα
που ήρθαν λίγο πριν αλλάξει ο καιρός
όταν σηκώθηκα κι άνοιξα όλα
τα πατζούρια, για να μπει στα δωμάτια
ο ζεστός πουπουλένιος άνεμος με το υγρό του φτέρωμα.

Στο πρώτο όνειρο οδηγούσα
κατεβαίνοντας τα σκότη, μέσα σε μια μαύρη νεκροφόρα
με πολλούς ανθρώπους, ώσπου τράκαρα
σ ένα φως κι αμέσως μια γυναίκα
μαινόμενη μας ακολούθησε κι όρμησε καταπάνω μας
να σταματήσει το αυτοκίνητό μας.

Κραυγάζοντας ήρθε στο νησί
Που είχαμε σταματήσει και με μια βλαστήμια
απαίτησε να πληρώσω πρόστιμο
επειδή φέρθηκα σαν αγροίκος επιδρομέας
και κατέστρεψα όλο το αόρατο
εργοστάσιο ηλεκτροφωτισμού του Σύμπαντος.

Άκουσα τότε πίσω μου μια φωνή
να με ειδοποιεί να της κρατήσω το χέρι
και να τη φιλήσω στο στόμα γιατί
μ αγαπούσε κι αν την αγκάλιαζα με θάρρος
θα γλίτωνα όλη την ποινή.
‘Ξέρω, ξέρω’ είπα στο φίλο μου.

Παρ ολ αυτά περίμενα να μου βάλει πρόστιμο
και πήρα της γυναίκας το λαμπερό ένταλμα
(καθώς εκείνη ξέπλενε τη διαδρομή με δάκρυα),
μετά οδήγησα να ρθω σε σένα πάνω στον άνεμο.
Δεν σου λέω για τον εφιάλτη
που μου συνέβη στην Κίνα.»

Τετάρτη 17 Ιουνίου 2009

ΑΚΡΟ..

AΚΡΟ


Η γυναίκα ολοκληρώθηκε.
Το νεκρό

Κορμί της φοράει το χαμόγελο της εκπλήρωσης,
Η ψευδαίσθηση μιας χρείας ελληνικής

Κυλάει στις έλικες της τηβέννου της,
Τα γυμνά

Πόδια της φαίνονται να λένε:
Φτάσαμε τόσο μακριά, τετέλεσται.

Κάθε νεκρό παιδί κουλουριασμένο -άσπρο φίδι-
Ένα σε κάθε μικρή

Κανάτα γάλα, τώρα άδεια.
Τα χει διπλώσει

Ξανά μες το κορμί της σαν πέταλα
Ρόδου εν παρόδω, όταν ο κήπος

Κοκαλώνει και μυρωδιές αιμορραγούν
Απ τους γλυκείς βαθείς λαιμούς του νυχτολούλουδου.

Δεν έχει λόγο να λυπάται η σελήνη,
Καθώς κοιτά επίμονα απ την οστεοθήκη της.

Είναι συνηθισμένη σε τέτοια πράματα.
Τα μαύρα της σέρνονται και κροταλίζουν.

1963


Απόδοση από τα αγγλικά: Κλεοπάτρα Λυμπέρη

Τρίτη 16 Ιουνίου 2009

ΜΑΙΝΑΔΑ..

Μαινάδα

Κάποτε ήμουν συνηθισμένoς άνθρωπος :
Καθόμουν πλάι στη φασολιά του πατέρα μου
Τρώγοντας τα δάχτυλα της σοφίας.
Τα πουλιά κατέβαζαν γάλα.
Όταν μπουμπούνιζε κρυβόμουν κάτω από μια
επίπεδη πέτρα.

Η μάνα των στομάτων δεν μ’ αγάπησε.
Ο γέρος μίκρυνε κι έγινε κούκλα.
Ω είμαι πολύ μεγάλη για να πάω προς τα πίσω:
Γάλα πουλιού τα πούπουλα,
Της φασολιάς τα φύλλα μουγκά σαν χέρια.

Σ’ αυτό το μήνα ταιριάζει το ελάχιστο.
Οι νεκροί ωριμάζουν στ’ αμπελόφυλλα.
Μια κόκκινη γλώσσα υπάρχει ανάμεσά μας.
Μάνα, κρατήσου έξω απ’ την αυλή μου,
Γίνομαι άλλη.

Σκυλοκεφαλή, καταβροχθιστή:
Τάισέ με τα μούρα του σκοταδιού.
Τα βλέφαρα δεν θα κλείσουν. Ο χρόνος
Ξετυλίγει το ατέλειωτο λαμπύρισμά του
Απ’ τον μεγάλο αφαλό του ήλιου.

Πρέπει να το καταπιώ ολόκληρο.

Κυρία, ποιοί ειν’ αυτοί οι άλλοι μέσα στου φεγγα-
ριού τον κάδο –
Ναρκωμένοι απ’ το πιοτό, τα μέλη τους στήνουν καυγά;
Σ’ αυτό το φως το αίμα είναι μαύρο.
Για πες μου τ’ όνομά μου.

Δευτέρα 15 Ιουνίου 2009

ΣΚΟΤΕΙΝΟ ΣΠΙΤΙ..

ΣΚΟΤΕΙΝΟ ΣΠΙΤΙ..

Ειναι, ένα σπίτι σκοτεινό, πολύ μεγάλο.
Το έφτιαξα μονάχη μου,
Κελί κελί, από μια ήσυχη γωνιά,
Μασουλώντας το γκρίζο χαρτί,
Σταλάζοντας αργά τις κολλώδης σταγόνες,
Σφυρίζοντας, σαλεύοντας τ’ αυτιά μου,
Στρέφοντας τη σκέψη μου αλλού.

Έχει τόσα πολλά κελάρια,
Τόσα γλιστερά λαγούμια!
Είμαι στρογγυλή σαν κουκουβάγια,
Βλέπω με το δικό μου φως.
Καμιά μέρα θα γεμίσω τον κόσμο κουτάβια
Η θα γεννήσω ένα άλογο. Η κοιλιά μου κινείται.
Πρέπει να φτιάξω περισσότερους χάρτες.

Αυτά τα τούνελ από μεδούλι!
Με χέρια τυφλοπόντικα, τρώω το δρόμο μου.
Ολάκερο το στόμα μαζεύει γλύφοντας τους θάμνους
Και τα δοχεία του κρέατος.
Αυτός ζει σ’ ένα γέρικο πηγάδι,
Μια παγερή τρύπα. Φταίει.
Είναι ένα είδος χοντρό.

Μυρίζει βότσαλο, γογγυλένια δώματα.
Μικρά ρουθούνια αναπνέουν.
Ταπεινές αγαπούλες!
Ασήμαντες, χωρίς κόκαλα, σαν μύτες,
Είναι ζεστά κι υποφερτά
Μέσα στα σωθικά της ρίζας.
Ιδού μια μάνα που κανακεύει.

Κυριακή 14 Ιουνίου 2009

ΠΟΙΗΜΑ ΓΕΝΕΘΛΙΩΝ..

ΠΟΙΗΜΑ ΓΕΝΕΘΛΙΩΝ


Ποιος.

Ο μήνας της ανθοφορίας τελείωσε. Τα φρούτα μαζεύτηκαν,
Φαγώθηκαν ή σάπισαν. Είμαι ολόκληρη στόμα.
Οκτώβρης, ο μήνας της αποθήκευσης.

Αυτό το υπόστεγο, μουχλιασμένο σαν στομάχι μούμιας:
Παλιά εργαλεία, χερούλια και σκουριασμένοι χαυλιόδοντες.
Είμαι σαν στο σπίτι μου εδώ, ανάμεσα στα νεκρά κεφάλια.

Άσε με να καθίσω μέσα σ’ ένα ανθοδοχείο,
Οι αράχνες δεν θα το προσέξουν.
Η καρδιά μου κομμένο γεράνι.

Τουλάχιστον ο άνεμος ας άφηνε ήσυχα τα πνευμόνια
μου.
Σκυλίσιο σώμα οσφραίνεται τα πέταλα. Ανθίζουν ανάποδα.
Κροταλίζουν σαν ορτανσίες.

Κεφάλια με παρηγορούν καθώς σαπίζουν,
καρφωμένα στα δοκάρια της στέγης από χθες:
Τρόφιμοι ιδρύματος που δεν πέφτουν σε χειμερία νάρκη.

Λάχανα: σκουληκιασμένο μωβ, βερνίκι ασημί,
Ένδυμα μουλαρίσιων αυτιών, κελύφη νυχτοπεταλούδας
αλλά με πράσινη καρδιά
Οι φλέβες τους άσπρες σαν ξύγκι γουρουνιού.

Ω η ομορφιά της συνήθειας!
Οι πορτοκαλιές κολοκύθες δεν έχουν μάτια.
Τούτοι οι διάδρομοι γεμάτοι γυναίκες που νομίζουν πως
είναι πουλιά.

Ιδού ένα σχολείο βαρετό.
Είμαι ρίζα, είμαι πέτρα, ένας σβώλος κουκουβάγιας,
Χωρίς όνειρο κανένα.

Μητέρα, είσαι το μοναδικό στόμα
Για το οποίο θα γινόμουν η γλώσσα του. Μητέρα της ετερότητας
Φάγε με. Ρωγμή στο καλάθι των αχρήστων, σκιά των εισόδων.

Είπα: Πρέπει να το θυμάμαι αυτό από τότε που ήμουν μικρή.
Υπήρχαν τόσο τεράστια λουλούδια,
Πορφυρά και κόκκινα στόματα, παντελώς αξιαγάπητα.

Τα στεφάνια από κλαδιά βατομουριάς μ’ έκαναν να κλαίω.
Τώρα με ανάβουν σαν ηλεκτρική λυχνία.
Για βδομάδες δεν μπορώ να θυμηθώ απολύτως τίποτε.

Σάββατο 13 Ιουνίου 2009

Η ΛΑΙΔΗ ΛΑΖΑΡΟΣ..

SYLVIA PLATH
Η ΛΑΙΔΗ ΛΑΖΑΡΟΣ
Απόδοση από τα αγγλικά: Κλεοπάτρα Λυμπέρη


Το έκανα ξανά.
Κάθε δέκα χρόνια μια φορά
Το καταφέρνω -

Κάτι σαν περιφερόμενο θαύμα, το δέρμα μου
Φωτεινό όπως αμπαζούρ των ναζί,
Το δεξί μου πόδι

Ένα πρες παπιέ,
Το πρόσωπό μου άμορφο, λεπτό
Εβραϊκό λινό.

Ξετύλιξε τη γάζα
ω εχθρέ μου.
Προξενώ τον τρόμο; -

Η μύτη, οι κόγχες των ματιών, η πλήρης σειρά των δοντιών;
Η στυφή αναπνοή
Σε μια μέρα θα χαθεί.

Γρήγορα, γρήγορα η σάρκα
Η φαγωμένη από του τάφου τη σπηλιά
Θα είναι πάνω μου μια χαρά

Κι εγώ μια χαμογελαστή γυναίκα.
Είμαι μονάχα τριάντα χρονών.
Κι όπως η γάτα έχω να πεθάνω εννιά φορές.

Αυτή είναι η νούμερο «Τρία».
Τι ανοησία
Να εκμηδενίζεις κάθε δεκαετία.

Πόσα εκατομμύρια κλωστές.
Το πλήθος μασουλώντας φιστίκια
Στριμώχνεται να τους δει

Να με ξετυλίγουν χέρια πόδια -
Το μεγάλο στριπτίζ
Κυρίες και κύριοι

Ιδού τα χέρια μου
Ιδού τα γόνατά μου.
Μπορεί να είμαι κόκαλο και πετσί,

Κι όμως είμαι η ίδια κι απαράλλαχτη γυναίκα.
Την πρώτη φορά που συνέβη ήμουν στα δέκα
Ήταν ατύχημα.

Τη δεύτερη φορά είχα σκοπό
Να κρατήσει και να μην γυρίσω πίσω.
Λικνιζόμουν κλειστή

Καθώς κοχύλι.
Έπρεπε να με φωνάξουν και να με ξαναφωνάξουν
Και να μαζέψουν από πάνω μου τα σκουλήκια σαν
λιπαρά μαργαριτάρια.

Το να πεθαίνεις είναι μια τέχνη, όπως κάθε τι.
Το κάνω εξαιρετικά καλά.

Το κάνω έτσι που να μοιάζει κόλαση.
Το κάνω έτσι που να μοιάζει αληθινό.
Μπορείτε να πείτε πως διαθέτω κλίση σ αυτό.

Είναι αρκετά εύκολο να το κάνω σ ένα κελί.
Είναι αρκετά εύκολο να το κάνω και να μείνω εκεί.
Είναι η θεατρική

Επιστροφή μέρα μεσημέρι
Στα ίδια μέρη, στο ίδιο πρόσωπο, στην ίδια βάρβαρη
Εύθυμη κραυγή:

«Θαύμα»
Που μου δίνει τη χαριστική βολή.
Υπάρχει επιβάρυνση

Για να κοιτάξετε τις ουλές μου, υπάρχει επιβάρυνση
Για ν ακούσετε την καρδιά μου
-πράγματι χτυπάει.

Και υπάρχει επιβάρυνση, πολύ μεγάλη επιβάρυνση
Για μια λέξη ή ένα άγγιγμα
Ή για λίγο αίμα,

Η ένα κομμάτι απ τα μαλλιά μου ή τα ρούχα μου.
Λοιπόν, λοιπόν, χερ Ντόκτορ.
Λοιπόν, χερ εχθρέ.

Είμαι το έργο σου,
Είμαι το τιμαλφές σου,
Ένα μωρό σκέτο χρυσάφι

Που αναλύεται σε μια στριγκλιά.
Στριφογυρίζω και παίρνω φωτιά.
Μη νομίζεις πως υποτιμώ το μέγα ενδιαφέρον σου.

Στάχτη στάχτη -
Σκαλίζεις κι αναδεύεις.
Σάρκα, κόκαλα, τίποτε δεν υπάρχει εκεί -

Μια πλάκα σαπούνι,
Μια βέρα,
Ένα σφράγισμα χρυσό.

Χερ Ύψιστε, χερ Εωσφόρε
Πρόσεξε
Πρόσεξε.

Από τη στάχτη βγαίνω
Με πορφυρά μαλλιά
Τ αντράκια τα μασάω
Τα κάνω μια χαψιά

Παρασκευή 12 Ιουνίου 2009

ΑΠΟΛΕΙΠΕΙΝ Ο ΘΕΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΝ...


Απολείπειν ο θεός Aντώνιον
Καβάφης Κ. Π.

Σαν έξαφνα, ώρα μεσάνυχτ’, ακουσθεί

αόρατος θίασος να περνά

με μουσικές εξαίσιες, με φωνές—

την τύχη σου που ενδίδει πια, τα έργα σου

που απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής σου

που βγήκαν όλα πλάνες, μη ανωφέλετα θρηνήσεις

Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,

αποχαιρέτα την, την Aλεξάνδρεια που φεύγει

Προ πάντων να μη γελασθείς, μην πεις πως ήταν

ένα όνειρο, πως απατήθηκεν η ακοή σου·

μάταιες ελπίδες τέτοιες μην καταδεχθείς

Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,

σαν που ταιριάζει σε που αξιώθηκες μια τέτοια πόλι,

πλησίασε σταθερά προς το παράθυρο,

κι άκουσε με συγκίνησιν, αλλ’ όχι

με των δειλών τα παρακάλια και παράπονα,

ως τελευταία απόλαυσι τους ήχους,

τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου,

κι αποχαιρέτα την, την Aλεξάνδρεια που χάνεις..

Πέμπτη 11 Ιουνίου 2009

ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ..

ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ

Ωραίος απ’ τη θύελλα της βιομηχανίας

αεροπόρος των ηλιόλουστων ημερών

μεγάλο δάκρυ

που κατεβαίνει ώς τα χείλη

για να καίει τις αθάνατες Μαρίες

ο Βλαντιμίρ

Ίσως έπρεπε πριν απ’ την ένδοξη ταφή

να φωτίζεται με προβολείς ο νεκρός του

Ίσως αξίζει να τον βλέπουμε σαν καταρράκτη

ανάμεσα στην ορμή τ’ ουρανού και στα δάση

Ίσως έπρεπε να διευθύνει κοσμοδρόμια

Πάντως

μ’ αρέσει που έπιασε την παλιά Ρωσία απ’ τα μαλλιά

και την έστειλε στο διάβολο

θρυμματίζοντας μια κιθάρα στο κεφάλι της

Μ’ αρέσει που δεν θα πεθάνει ποτέ

γιατί δεν ξεχώρισε τη συμφορά και την ποίηση

Μ’ αρέσει γιατί στάθηκε στο ύψος του

ο Βλαντιμίρ

Αυτός είναι που έδινε στον Κουτούζωφ

τη μυστηριώδη δύναμη

Αυτός είναι που σκύλιαζε πραγματικά

για το μέλλον

Αυτός

έλαμπε στην κατάλευκη ορμή του Ουλιάνωφ

Απ’ την άγνωστη χαραυγή μας, απ’ τα σπήλαια,

έτσι δείχνουν τα πράγματα

Η ζωή θα πρέπει να προσχωρήσει μαζί του

ολάκερη καθώς τη χάρισε στην καρδιά των δικαίων

Η ζωή θα χρειαστεί και πάλι τους χαρταετούς

Απ’ το βαρύ του φέρετρο πετάγονταν

πυροτεχνήματα ψηλά στη νύχτα

κι απ’ τη βαθειά ειρήνη της σιωπής του

έβγαινε ο καπνός της μέσα μάχης

Ας είναι λοιπόν…Ας είναι κι ο Βλαντιμίρ ένα σύμβολο

ανοιχτό στην ευτυχία

Δεν ξέρω, βέβαια, τι είναι ευτυχία

Γνωρίζω όμως τον αγώνα για δαύτη

Δεν ξέρω τι κρύβει ο έρωτας

Γνωρίζω μονάχα

πως είναι οι εξήντα τέσσερες άνεμοι

Γνωρίζω πως είναι όλες οι ανατολές του ήλιου

–τέτοια τύχη

τέτοια τύχη!

Τετάρτη 10 Ιουνίου 2009

ΕΙΚΟΝΑ..

Πέντε Ποιήματα μέσ' το Σκοτάδι..
Εικόνα


Γυρίζει μόνος
στα χείλη του παντάνασσα σιωπή
συνέχεια των πουλιών τα μαλλιά του
Ωχρός
με βουλιαγμένα όνειρα κι ανέγγιχτος
νερό τρεχάμενο στα ρείθρα, ωχρός
έλληνας
Πάντα ο δρόμος μέσ' στα μάτια του
κ' η λάμψη απ' τη φωτιά
που καταλύειτη νύχτα
Γυρίζει μόνος
στα χέρια του κλαδί από ελιά
γεμάτος πόνο χάνεται στα δειλινά
αισθάνεται
πως όλα χάθηκαν
Mην του μιλάτε είναι άνεργος
τα χέρια στις τσέπες του
σαν δυο χειροβομβίδες
Mην του μιλάτε δε μιλούν στους καθρέφτες
Άνθη της λεμονιάς
λουλούδια του ανέμου
στεφάνωσέ τον Άνοιξη
τον κλώθει ο θάνατος..


(από Τα Ποιήματα, Α΄, Ίκαρος 1993)

Τρίτη 9 Ιουνίου 2009



Ένας μεγάλος ουρανός γεμάτος χελιδόνια

τεράστιες αίθουσες δωρικές κολώνες

τα πεινασμένα τα φαντάσματα

καθισμένα σε καρέκλες στις γωνιές

να κλαίνε

τα δωμάτια με τα νεκρά πουλιά

ο Aίγιστος το δίχτυ ο Kώστας

ο Kώστας ο ψαράς ο πονεμένος

ένα δωμάτιο γεμάτο τούλια πολύχρωμα που ανεμίζουνε

νεράντζια σπάνε τα τζάμια στα παράθυρα

και μπαίνουν μέσα

ο Kώστας σκοτωμένος

ο Oρέστης σκοτωμένος

ο Aλέξης σκοτωμένος

σπάνε τις αλυσίδες στα παράθυρα

και μπαίνουν μέσα

ο Kώστας ο Oρέστης ο Aλέξης

άλλοι γυρίζουνε στους δρόμους από το πανηγύρι

με φώτα με σημαίες με δέντρα

φωνάζουν τη Mαρία να κατέβει κάτω

φωνάζουν τη Mαρία να κατέβει από τον Oυρανό

τ' άλογα τ' Aχιλλέα πετούν στον ουρανό

βολίδες συνοδεύουνε το πέταμά τους

ο ήλιος κατρακυλάει από λόφο σε λόφο

και το φεγγάρι είναι ένα πράσινο φανάρι

γεμάτο οινόπνευμα

τότε νυχτώνει η σιωπή τους δρόμους

και βγαίνει ο τυφλός με το μπαστούνι του

παιδιά τον ακλουθάνε στις μύτες των ποδιών

δεν είναι ο Oιδίποδας

είναι ο Hλίας της λαχαναγοράς

παίζει μιαν εξαντλητική θανάσιμη φλογέρα

είναι ο νεκρός Hλίας της λαχαναγοράς


(από τα Ποιήματα 1945-1971, Kέδρος 1977

Κυριακή 7 Ιουνίου 2009

Ο ΔΩΔΕΚΑΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΓΥΦΤΟΥ..

Ο Δωδεκάλογος του Γύφτου

Λόγος Γ΄

Aγάπη


Περδικόστηθη Tσιγγάνα,
ω μαγεύτρα, που μιλείς
τα μεσάνυχτα προς τ' άστρα
γλώσσα προσταγής,
που μιλώντας γιγαντεύεις
και τους κόσμους ξεπερνάς
και τ' αστέρια σού φορούνε
μια κορώνα ξωτικιάς!
Σφίξε γύρω μου τη ζώνη
των αντρίκειω σου χεριών·
είμαι ο μάγος της αγάπης,
μάγισσα των αστεριών.
Mάθε με πώς να κατέχω
τα γραφτά θνητών κ' εθνών,
πώς τ' απόκρυφα των κύκλων
και των ουρανών·
πώς να φέρνω αναστημένους
σε καθρέφτες μαγικούς
τις πεντάμορφες του κόσμου
κι όλους τους καιρούς·
πώς, υπάκουους τους δαιμόνους,
τους λαούς των ξωτικών,
στους χρυσούς να δένω γύρους
των δαχτυλιδιών,
καθώς δένω και το Λόγο,
δαίμονα και ξωτικό,
στο χρυσό το δαχτυλίδι,
στο Pυθμό·
πώς με βούλλα σολομώντεια
να σφραγίζω και να κλειώ
τα μεγάλα τα τελώνια
σε γυαλί στενό,
και στη θάλασσα να ρίχνω
το γυαλί, και να γυρνά
μέσ' στην άβυσσο το ό,τι είναι
με την άβυσσο γενιά
(Έτσι κι άλλο ένα τελώνιο,
έτσι και η τρανή Ψυχή
στου κορμιού φυλακισμένη
το στενό γυαλί,
μέσ' στη θάλασσα της Σκέψης
άθλια πεταχτή
ζη κ' εκεί σα στην πατρίδα,
σάμπως μια άβυσσο κι αυτή)
Mάθε με όλα να διαβάζω
τα υπερκόσμια μυστικά
στο σκολιό της αγκαλιάς σου
μέσα στα φιλιά
Kι όλα γύρω μου τα πάντα
παντογνώστρα σε μηνάν·
μόνο κάτι ακόμα λείπει...νά με!
Eγώ κ' εσύ, το Παν!
Γιατί κάτι ξέρω, κάτι
να σου δώσω έχω κ' εγώ·
άδεια στέκεται μια στάμνα
στο βαθύ μπροστά νερό,
και θα στη γιομίσω ξέρω
την πανώρια μουσική·
θα τη ζήσης θεία μαζί μου
στο δικό μου το βιολί।
Σάρκα η μουσική θα γίνη
με την πλάστρα μας φωτιά,
κι από μας θα γεννηθούνε
τ' αψεγάδιαστα παιδιά,
που όμοια τους θα σπείρουν κι άλλα,
κι ό,τι γύρω τους αχνό,
άρρωστο, άσκημο, θα ρέψη
στον αφανισμό
Tης χαράς θα λάμψη ο Nόμος
που προστάζει, βασιλιάς:
"φτάνει να είσαι από υγεία
κι από δύναμη· νικάς!
"Kι ο άνθρωπος μέσα στα θάμπη
της ακέριας νέας ζωής
θα είναι πάντα ή κυβερνήτης
ή τραγουδιστής
Ω φωλιές! Ω αηδόνια! Πάνε
τ' άμοιαστα και τα πεζά,
πέτρα ακύλιστη σκεπάζει
πεθαμένη τη Σκλαβιά
Στερνοπαίδι αγάλια αγάλια
θα προβάλη και θα βγή
πλάσμα ακόμα πιο γιομάτο,
νόημα πιο βαθύ
Kι ο A ρ χ ο ν τ ά ν θ ρ ω π ο ς θα νάβγη,
που η ρομφαία του κι αυτή
θα φαντάζη σαν κιθάρα
παναρμονική
Kι ο άνθρωπος ο βαριομοίρης
ο ιδροκόπος δουλευτής
άπλερος που παραδέρνει
δούλος ή βασανιστής,
και ή βασανιστής ή δούλος,
αμολόητα και σκληρά
μύριους τύραννους γρικάει
μέσ' στα σωθικά,
κι ο άνθρωπος ο βαριομοίρης
θα υψωθή θριαμβευτής
σε μια γη πλατιά προφήτης
μιας πλατύτερης ψυχής
Δε γνωρίζω από θρησκείες,
μήτε σκύβω σε θεούς,
γνωριμιά μου εσύ και πίστη!
Πήρα αράδα τους ναούς,
γύμνωσα το εικονοστάσι
βέβηλα και το βωμό,
λείψαν' άγια, τίμια ξύλα,
κάθε πρόσφορο ιερό,
δισκοπότηρα, λαμπάδες,
όλα τ' άγια της καρδιάς,
όλα στάρριξα σαν άνθια,
για να τα πατάς!...
Eίπα, κι άκουσες, και γέρνεις...
Tρισαλιά μου, ω τρισαλιά,
στο σκολιό της αγκαλιάς σου
μ' όλα τα φιλιά!
Περδικόστηθη Tσιγγάνα,
ω μαγεύτρα, που μιλείς
τα μεσάνυχτα προς τ' άστρα
γλώσσα προσταγής!
Στα μεστά στα νικηφόρα
στήθια σου ηύρα μοναχά
της γυναίκας την απάτη
και της σάρκας τη σκλαβιά,
κι αχαμνή πλανεύτρα αγάπη
κ' έν' αρρωστημένο φως
και το λίγωμα που λιώνει
το κορμί του καθενός
Mέσα μου κι αν να σαλεύη
άκουα κάτι σα φτερό,
με τ' αντρίκεια σου τα χέρια
σύντριψες και το φτερό
Ω που αγνάντια και μακριά μου
τα μεσάνυχτα μιλείς
προς τ' αστέρια, προς τα πάντα,
γλώσσα προσταγής,
κι όντας μέσ' στην αγκαλιά σου
σφιχτοκλής με ερωτική,
ω γυναίκα, εσύ σαν όλες,
ψεύτρα, σκλάβα! Ποια είσ' εσύ;...

Σάββατο 6 Ιουνίου 2009

Γιώργος Σεφέρης:

"Les anges sont blancs"

Βalzac

Όπως ο ναύτης στα ξάρτια γλίστρησε πάνω στον τροπικό του Καρκίνου και στον τροπικό του Αιγόκερω

κι ήταν πολύ φυσικό που δεν μπορούσε να σταματήσει μπροστά μας στο ύψος ανθρώπου αλλά

μας κοίταζε όλους από το ύψος της πυγολαμπίδας ή από το ύψος του πεύκου

παίρνοντας βαθιά την ανάσα του στη δροσιά των άστρων ή στη σκόνη της γης

Τον περιστοίχιζαν γυμνές γυναίκες με μπρούντζινα φύλλα αραποσυκιάς

σβησμένοι φανοστάτες ανεμίζοντας τους κηλιδωμένους επίδεσμους της μεγάλης πολιτείας

ασύμμετρα κορμιά γεννοβολώντας κενταύρους και αμαζόνες

σαν άγγιζαν τα μαλλιά τους το Γαλαξία

Και πέρασαν μέρες από την πρώτη στιγμή που μας χαιρέτησε βγάζοντας

κι ακουμπώντας το κεφάλι του στο σιδερένιο τραπεζάκι

καθώς η όψη της Πολωνίας άλλαζε σχήμα σα μελανιά που την πίνει το στουπόχαρτο

και ταξιδεύαμε ανάμεσα σ' ακρογιαλιές νησιών γυμνές

σαν κόκαλο ψαριού παράξενο στην άμμο

κι ήταν ολάκερος ο ουρανός ένα μεγάλο φτερό περιστεριού

μ' ένα ρυθμό σιωπής, άδειος κάτασπρος

και τα δελφίνια κάτω από το χρωματιστό νερό μαυρίζανε γρήγορα

σαν τα κινήματα της ψυχής

όμοια με τα κινήματα της φαντασίας και με τα χέρια των ανθρώπων

που ψηλαφούν και σκοτώνουνται μέσα στον ύπνο

μέσα στο μεγάλο φλούδι του ύπνου που μας τυλίγει αχάραχτο,

κοινό για όλους μας, ο κοινός μας τάφος

με μικροσκοπικά κρύσταλλα γυαλίζοντας σπασμένα από την κίνηση των ερπετών

Κι όμως τα πάντα ήταν λευκά γιατί ο μεγάλος ύπνος

είναι λευκός κι ο μεγάλος θάνατος ήσυχος γαλήνιος ξεχωριστός

μέσα σε μια απέραντη σιγή

Και το κακάρισμα της φραγκόκοτας την αυγή κι ο κόκορας που λάλησε

πέφτοντας σ' ένα βαθύ πηγάδι

κι η φωτιά στο πλάι του βουνού σηκώνοντας παλάμες από σούρφανο

και φύλλα του φθινοπώρου

και το καράβι με τις διχαλωτές ωμοπλάτες πιο τρυφερές από το πλάγιασμα

της πρώτης μας αγάπης,

ήτανε πράγματα απομονωμένα πιότερο ακόμη κι από το ποίημα

που άφησες σαν έπεσες βαρύς μαζί με την τελευταία του λέξη χωρίς να ξέρεις

τίποτε πια μέσα στους άσπρους βολβούς των τυφλών και τα σεντόνια

που ξεδιπλώνεις μέσα στον πυρετό για να σκεπάσεις την καθημερινή συνοδεία των όντων που

δε ματώνουν όσο και να χτυπιούνται με τα πελέκια και με τα νύχια·

ήτανε πράγματα χωριστά βαλμένα αλλού και τα σκαλιά του ασβέστη

κατέβαιναν ως το κατώφλι των περασμένων και βρίσκανε τη σιγή και δεν άνοιγε η πόρτα

κι έλεγες πως οι φίλοι σου χτυπούσαν

δυνατά με μια μεγάλη απόγνωση κι ήσουν κι εσύ μαζί τους

αλλά δεν άκουγες τίποτε κι ανέβαιναν γύρω σου βουβά δελφίνια μέσα στη φύκια

Και στύλωνες πάλι τα μάτια κι ο άνθρωπος αυτός με τα δαγκώματα των τροπικών

στο δέρμα βάζοντας τα μαύρα του γυαλιά σα να 'θελε να δουλέψει

με τη φλόγα του οξυγόνου

έλεγε ταπεινά προσέχοντας και σταματώντας στην κάθε του λέξη:

"Οι άγγελοι είναι λευκοί πυρωμένοι λευκοί και το μάτι

μαραίνεται που θα τους αντικρίσει

και δεν υπάρχει άλλος τρόπος πρέπει να γίνεις σαν την πέτρα όταν

γυρεύεις τη συναναστροφή τους

κι όταν γυρεύεις το θαύμα πρέπει να σπείρεις το αίμα σου στις οχτώ

γωνιές των ανέμων

γιατί το θαύμα δεν είναι πουθενά παρά κυκλοφορεί μέσα στις φλέβες

του ανθρώπου"

Ύδρα - Αθήνα, Νοέμβριος 1939

Πέμπτη 4 Ιουνίου 2009

Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ..

Από Τις "Ραψωδίες Του Ιονίου"

Το διπλοπόδι ο γέροντας, μπροστά μας ετραγούδα

τα λυγερά και τα πλατιά τραγούδια της Ηπείρου

Τα εκατό χρόνια δείχνονταν σοφά στο σάλεμά του,

αργό σα το ξεκούρασμα του αϊτού σε δυο φτερούγες

Πλάκα το χέρι το ζερβί και χάραζε με τ' άλλο,

στορώντας πως εξόμπλιασεν η κόρη το μαντίλι,

αργόν-αργό, τον άγραφον αλαφρωμένο νόμο,

κατά πως γράφει η θάλασσα με το φτερό τ' ανέμου

απάνω σ' απλωτό γιαλό που 'χει ψιλό τον άμμο...

Τρίτη 2 Ιουνίου 2009

ΠΟΙΗΤΗΣ..


Μάρκος Μέσκος,

Ποιητής

Τελείωνε το ποίημα όταν πλησίασα

(Ήταν αθάνατος ή όχι;)

Του μιλούσα κι αυτός έβλεπε πώς πίνουν νερό τα πουλιά

του μιλούσα κι αυτός έπαιρνε τη σάλπιγγα

να τραγουδήσει νεκρούς...

Του 'δειχνα τ' άσπρα μου μαλλιά μ' αυτός δε φοβόταν

τον θάνατο,

του 'λεγα να 'ρθεί μαζί μου να γελάσει

να χορέψει ή να κλάψει κάτω απ' τη θλιμμένη βροχή

μ' αυτός βρήκε βάναυσα τα λόγια μου

κι έφυγε κρύβοντας την παρουσία του στο πλήθος

όπως το λαβωμένο ζώο στο δάσος..

Ο ΗΡΩΑΣ ΜΟΥ ΓΥΜΝΩΝΕΙ ΤΑ ΝΕΥΡΑ ΤΟΥ..

Dylan Thomas:
Ο ήρωας μου γυμνώνει τα νεύρα του


Ο ήρωάς μου γυμνώνει τα νεύρα του
Που κυβερνούν απο καρπό σε ώμο
Ξεσκεπάζει το κεφάλι που σαν κοιμισμένο στοιχειό
Στηρίζει το θνητό μου κυβερνήτη
Την περηφανη ράχη που ξεπετιέται
Όλο στροφές και συστροφές
Κι αυτά τα δύστυχα νεύρα
Κουβάρι ν’ ανεβαίνουν στο κρανίο
Πόνος στο ερωτοστέρητο χαρτί
Παραδίδω στην αγάπη με τις άναρχες καλικατζούρες μου
Που αρθρώνουν όλη την πείνα του έρωτα
Και μιλούν για την αρρώστια του κενού στη σελίδα
Ο ήρωάς μου γυμνώνει τα πλεύρα μου
Και βλέπει την καρδιά του
Να πατά γυμνή σαν Αφροδίτη
Της σάρκας την ακτή
Και να πνέει την αιματόχρωμη πτυχή της
Μανδύας τη νεφρική μου υπόσχεση
Υπόσχεται μια θέρμη μυστική
Κρατά το νήμα του νευρικού κιβωτίου του
Επαινώντας την πλάνη τη θνητή
Γέννησης και θανάτου απάτες αναίσχυντων κλεφτών
Και τον άνακτα της πείνας
Τραβά την αλυσίδα κινείται η δεξαμενή..

Δευτέρα 1 Ιουνίου 2009

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΕΜΒΑΤΗΡΙΟ..

Ἄγγελος Σικελιανός


Πνευματικὸ Ἐμβατήριο


Σὰν ἔριξα καὶ τὸ στερνὸ δαυλὶ στὸ φωτογώνι,

(δαυλὶ τῆς ζωῆς μου τῆς κλεισμένης μέσ᾿ τὸ χρόνο)

στὸ φωτογώνι τῆς καινούργιας λευτεριᾶς σου, Ἑλλάδα,

μοῦ ἀναλαμπάδιασε ἄξαφνα ἡ ψυχὴ σὰν νἆταν

ὅλο χαλκὸς τὸ διάστημα, ἢ ὡς νἆχα,

τ᾿ ἅγιο κελὶ Τοῦ Ἡράκλειτου τριγύρα μου, ὅπου, χρόνια,

γιὰ τὴν Αἰωνιότη ἔχαλκευσε τοὺς λογισμούς του

καὶ τοὺς κρεμνουσε ὡς ἅρματα στῆς Ἔφεσος τὸ Ναό...


Γιγάντιες σκέψεις, σὰ νέφη πύρινα ἢ νησιὰ πορφυρωμένα

σὲ μυθικὸν ἡλιοβασίλεμα,

ἄναβαν στὸ νοῦ μου, τὶ ὅλη μου καίονταν μονομιᾶς ἡ ζωὴ στὴν ἔγνοια

τῆς καινούργιας λευτεριᾶς Σου, Ἑλλάδα

γι᾿ αὐτὸ δὲν εἶπα:

Τοῦτο εἶναι τὸ φῶς τῆς νεκρικῆς πυρᾶς μου...
Δαυλὸς τῆς Ἱστορίας Σου, ἔκραξα εἶμαι,

καὶ νά, ἂς καεῖ σὰν δάδα τὸ ἔρμο μου κουφάρι,

μὲ τὴν δάδα τούτην, ὀρθὸς πορεύοντας, ὡς μὲ τὴν ὕστερη ὥρα,

ὅλες νὰ φέξουν τέλος οἱ γωνιὲς τῆς οἰκουμένης,

ν᾿ ἀνοίξω δρόμο στὴν ψυχή, στὸ πνεῦμα, στὸ κορμί Σου, Ἑλλάδα


Εἶπα, καὶ ἐβάδισα κρατώντας τ᾿ ἀναμμένο μου συκώτι

στὸν Καύκασό Σου,

καὶ τὸ κάθε πάτημά μου ἦταν τὸ πρῶτο, κι ἦταν, θάρρευα, τὸ τελευταῖο,

τὶ τὸ γυμνό μου πόδι ἔπατει μέσα στὰ αἵματά Σου,

τί τὸ γυμνό μου πόδι ἐσκονταυε στὰ πτώματά Σου, γιατὶ

τὸ σῶμα, ἡ ὄψη μου, ὅλο μου τὸ πνεῦμα

καθρεφτιζόταν, σὰ σὲ λίμνη, μέσα στὰ αἱματά Σου


Ἐκεῖ, σὲ τέτοιον ἄλικο καθρέφτη Ἑλλάδα,

καθρέφτη ἀπύθμενο, καθρέφτη τῆς ἀβύσσου,

τῆς Λευτεριᾶς Σου καὶ τῆς δίψας Σου, εἶδα

τὸν ἑαυτό μου βαρὺ ἀπὸ κοκκινόχωμα πηλὸ πλασμένο,

καινούργιο Ἀδὰμ τῆς πιὸ καινούργιας Πλάσης

ὅπου νὰ πλάσουνε γιὰ Σένα μέλλει Ἑλλάδα

Κι εἶπα:Τὸ ξέρω, ναὶ ποὺ κι οἱ Θεοί Σου,

οἱ Ὀλύμπιοι χθόνιο τώρα γίνανε θεμέλιο,

γιατὶ τοὺς θάψαμε βαθειὰ βαθειά,

νὰ μὴν τοὺς βροῦν οἱ ξένοι

Καὶ τὸ θεμέλιο διπλὸ στέριωσε κι᾿ ἐτριπλοστεριωσε ὅλο μ᾿ ὅσα

οἱ ὀχτροί μας κόκαλα σωριάσανε ἀποπάνω...

κι᾿ ἀκόμα ξέρω πὼς γιὰ τὶς σπονδὲς καὶ τὸ τάμα

τοῦ νέου Ναοῦ π᾿ ὀνειρευτήκαμε γιὰ Σένα,

Ἑλλάδα,

μέρες καὶ νύχτες τόσα ἀδέλφια σφάχτηκαν ἀνάμεσά τους,

ὅσα δὲ σφάχτηκαν ἀρνιὰ ποτὲ γιὰ Πάσχα...


Μοίρα, κι ἡ Μοίρα Σου ὡς τὰ τρίσβαθα δική μου

κι᾿ ἀπ᾿ τὴν Ἀγάπη, ἀπ᾿ τὴ μεγάλη δημιουργὸ Ἀγάπη νὰ

ποὺ ἡ ψυχή μου ἐσκλήρυνεν, ἐσκλήρυνε καὶ μπαίνει

ἀκέρια πιὰ μέσα στὴ λάσπη καὶ μέσ᾿ τὸ αἷμα Σου,

νὰ πλάσῃ τὴ νέα καρδιὰ ποὺ χρειάζεται στὸ νιό Σου ἀγώνα, Ἑλλάδα

Τὴ νέα καρδιὰ ποὺ κιόλας ἔκλεισα στὰ στήθη καὶ κράζω

σήμερα μ᾿ αὐτὴ πρὸς τοὺς συντρόφους ὅλους

Ὀμπρὸς βοηθᾶτε νὰ σηκώσουμε τὸν ἥλιο πάνω ἀπ᾿ τὴν Ἑλλάδα,

ὀμπρός, βοηθᾶτε νὰ σηκώσουμε τὸν ἥλιο πάνω ἀπὸ τὸν κόσμο

Τὶ, Ἰδέτε· ἐκόλλησεν ἡ ρόδα του βαθειὰ στὴ λάσπη,

κι ἄ, ἰδέτε χώθηκε τ᾿ ἀξόνι του βαθειὰ μέσ᾿ τὸ αἷμα

Ὀμπρός, παιδιά, καὶ δὲ βολεῖ μονάχος ν᾿ ἀνέβῃ ὁ ἥλιος,

σπρῶχτε μὲ γόνα καὶ μὲ στῆθος νὰ τὸν βγάλουμε ἀπ᾿ τὴ λάσπη,

σπρῶχτε μὲ στῆθος καὶ μὲ γόνα νὰ τὸν βγάλουμε ἀπ᾿ τὸ γαῖμα

Δέστε, ἀκουμπᾶμε ἀπάνω τοῦ ὁμοαίματοι ἀδελφοί του

Ὀμπρός, ἀδέλφια, καὶ μᾶς ἔζωσε μὲ τὴ φωτιά του,

ὀμπρός, ὀμπρὸς κι ἡ φλόγα του μᾶς τύλιξε ἀδελφοί μου..

Ὀμπρὸς οἱ δημιουργοί॥ Τὴν ἀχθοφόρα ὁρμή Σας,

στυλῶστε μὲ κεφάλια καὶ μὲ πόδια, μὴ βουλιάξει ὁ ἥλιος

Βοηθᾶτε με κι ἐμένανε ἀδελφοί, νὰ μὴ βουλιάξω ἀντάμα

Τὶ πιὰ εἶν᾿ ἀπάνω μου καὶ μέσα μου καὶ γύρα

Τὶ πιὰ γυρίζω σ᾿ ἕναν ἅγιον Ἴλιγγο μαζί του...

Χίλια καπούλια ταῦροι τοῦ κρατᾶν τὴ βάση, δικέφαλος ἀητός·

κι ἀπάνω μου τινάζει τὶς φτεροῦγες του καὶ βογγάει ὁ σάλαγός του,

στὴν κεφαλή μου πλάι καὶ μέσα στὴν ψυχή μου

καὶ τὸ μακριὰ καὶ τὸ σιμὰ γιὰ μένα πιὰ εἶν᾿ ἕνα...

Πρωτάκουστες βαρεῖες μὲ ζώνουν Ἁρμονίες,

ὀμπρός, σύντροφοι, βοηθᾶτε νὰ σηκωθεῖ νὰ γίνει ὁ ἥλιος πνεῦμα.

Σιμώνει ὁ νέος ὁ Λόγος π᾿ ὅλα θὰ τὰ βάψῃ, στὴ νέα του φλόγα

νοῦ καὶ σῶμα

ἀτόφιο ἀτσάλι... Ἡ γῆ μας ἀρκετὰ λιπάστηκε ἀπὸ σάρκα ἀνθρώπου...

παχιὰ καὶ καρπερά, νὰ μὴν ἀφήσουνε τὰ σώματά μας

νὰ ξεραθοῦν ἀπ᾿ τὸ βαθὺ τοῦτο λουτρὸ τοῦ αἵμα του πιὸ πλούσιο,

πιὸ βαθὺ κι ἀπ᾿ ὅποιο πρωτοβρόχι

Αὔριο νὰ βγεῖ ὁ καθένας μας μὲ δώδεκα ζευγάρια βόδια

τὴ γῆ αὐτὴ νὰ ὀργώσει τὴν αἱματοποτισμενη...

Ν᾿ ἀνθίση ἡ δάφνη ἀπάνω της καὶ δέντρο ζωῆς νὰ γένη,

καὶ ἡ Ἄμπελός μας νὰ ἁπλωθεῖ ὡς τὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης...

Ἔτσι, σὰν ἔριξα καὶ τὸ στερνὸ δαυλὶ στὸ φωτογώνι

(δαυλὶ τῆς ζωῆς μου τῆς κλεισμένης μέσ᾿ τὸ χρόνο)

στὸ φωτογώνι τῆς καινούργιας Λευτεριᾶς Σου, Ἑλλάδα

ἀναψυχώθηκε ἄξαφνα τρανὴ ἡ κραυγή μου,

ὡς νἆταν ὅλο χαλκὸς τὸ διάστημα ἢ ὡς νἆχα

τ᾿ ἅγιο κελὶ τοῦ Ἠράκλειτου τριγύρα μου, ὅπου, χρόνια,

γιὰ τὴν Αἰωνιότη ἐχάλκευε τοὺς στοχασμούς του καὶ τοὺς κρεμνοῦσε

ὡς ἅρματα στῆς Ἔφεσος τὸ ναὸ ὡς Σᾶς ἔκραζα σύντροφοι..