Antonio Porchia (1885-1968)
1. Κάποιοι, απομακρυνόμενοι από όλους, πάνε κερδίζοντας την έρημο.
2. Δεν ξέρεις πια τι να κάνεις, ούτε όταν ξαναγίνεσαι παιδί. Και είναι θλιβερό να βλέπεις ένα παιδί που πια δεν ξέρει τι να κάνει.
3. Αν πιστεύεις πως είσαι σαν οποιαδήποτε ύπαρξη, σαν οποιοδήποτε πράγμα, είσαι όλες οι υπάρξεις, όλα τα πράγματα. Είσαι το σύμπαν.
4. Φορές χρειάζομαι το φως ενός σπίρτου για να φωτίσω τʼ άστρα.
5. Όποιος έχει κάνει χίλια πράγματα κι όποιος δεν έχει κάνει κανένα, νιώθουν τις ίδιες επιθυμίες: να κάνουν ένα πράγμα.
6. Όταν πλησιάζω μια ψυχή, δεν έχω την επιθυμία να τη γνωρίσω· όταν απομακρύνομαι, ναι.
7. Τα λουλούδια δίχως άρωμα οφείλουν την ονομασία λουλούδια στα λουλούδια που μυρίζουν.
8. Όταν δεν βαδίζω στα σύννεφα, βαδίζω σαν χαμένος.
9. Η δίψα μου ευχαριστιέται ένα ποτήρι νερό, όχι μια θάλασσα νερό.
10. Τα πλεονεκτήματα ενός πράγματος δεν έρχονται απʼ αυτό: πάνε σʼ αυτό.
11. Όταν δεν μπορείς να με κάνεις να κλάψω ή να γελάσω, μπορείς μονάχα να με κουράσεις.
12. Το κακό που δεν έχω κάνει, πόσο κακό έχει κάνει!
13. Μη μου μιλάς. Θέλω να ʽμαι μαζί σου.
14. Μέχρι και το πιο μικρό από τα όντα έχει έναν ήλιο στα μάτια.
15. Αν είσαι καλός με αυτόν, με εκείνον, αυτός, εκείνος θα έλεγαν πως είσαι καλός. Αν είσαι καλός με όλους, κανείς δεν θα πει πως είσαι καλός.
16. Για αυτούς που πεθαίνουν, αυτή η γη είναι το ίδιο με το πιο μακρινό αστέρι. Δεν θα έπρεπε να μας ανησυχεί αυτό που συμβαίνει…στο πιο μακρινό αστέρι.
17. Έχασα διπλά, γιατί επίσης κέρδισα.
18. Όποιος κάνει έναν παράδεισο από το ψωμί του, από την πείνα του κάνει μια κόλαση.
19. Αν πιστεύεις πως δεν μου οφείλεις τίποτα, τίποτα δεν μου οφείλεις, γιατί σέβομαι όλες τις πίστεις και γιατί όλες οι πίστεις είναι ίδιες. Όλες είναι πίστεις.
20. Φορές για να απομακρυνθώ από τον κόσμο τον σηκώνω γύρω μου σαν ένα τείχος
21. Τα πράγματα που περισσότερο αντιτίθενται μεταξύ τους είναι αυτά που λιγότερο αντιτίθενται σε μένα.
22. Όλα είχαν μείνει χωρίς πλάνη, εκείνη τη φορά. Κι εκείνη τη φορά είχα φόβο για όλα.
23. Αν κοιτάζεις πάντα ένα και το ίδιο πράγμα, δεν είναι δυνατόν να το δεις.
24. Όποιος ανοίγει όλες τις πόρτες, μπορεί να τις κλείσει όλες.
25. Εγώ θα του ζήταγα κάτι περισσότερο αυτού του κόσμου, αν είχε κάτι περισσότερο αυτός ο κόσμος.
26. Να φοβίζεις δεν εξευτελίζει τόσο όσο το να είσαι φοβισμένος
27. Ο έρωτας όταν χωράει σʼ ένα μόνο άνθος, είναι άπειρος.
28. Αυτοί που δώσαν τα φτερά τους είναι θλιμμένοι, με το να μην τα βλέπουν να πετούν.
29. Δεν βλέπεις το ποτάμι του θρήνου γιατί του λείπει ένα δικό σου δάκρυ.
30. Η ξένη φτώχια μου αρκεί για να νιώθω φτωχός· η δική μου δεν μου αρκεί.
31. Ναι, υποφέρω πάντα, αλλά μονάχα κάποιες στιγμές, γιατί μονάχα κάποιες στιγμές σκέφτομαι πως υποφέρω πάντα.
32. Και σχεδόν όλα τα περνάω έτσι, από τον καιρό που, σαν μια γέφυρα, περνάει πάνω από όλα.
Αναγνώστες
Πληροφορίες
Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως,
κρυμμένος σὰν ἀετός,
μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος,
ὁ πρῶτος μου ἑαυτός...
ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ
Κυριακή 29 Νοεμβρίου 2009
Η μπαλάντα του μοναχικού αυνανιστή
Η μπαλάντα του μοναχικού αυνανιστή
Το τέλος μιας σχέσης είναι πάντα θάνατος.
Αυτή είναι το εργαστήρι μου. Μάτι που ολισθαίνει
από τη φυλή του εαυτού μου η ανάσα μου
σε βρίσκει άρρωστο. Τρέμω
αυτούς που κοντοστέκονται. Εχω ταϊστεί.
Το βράδυ, μονάχη, νυμφεύομαι το κρεβάτι.
Δάχτυλο το δάχτυλο, τώρα είναι δική μου.
Δεν είναι πολύ μακριά. Η συμπλοκή μου είναι.
Τη χτυπώ σαν κουδούνι. Γέρνω στην
κληματαριά όπου συνήθιζες να την ανεβάζεις.
Με πήρες δάνειο επάνω στο εμπριμέ κάλυμμα.
Το βράδυ, μονάχη, νυμφεύομαι το κρεβάτι.
Πάρε για παράδειγμα αυτό το βράδυ, αγάπη μου,
που κάθε ζευγάρι συνενώνει
με έναν αρμό αναποδογυρίζοντας, από κάτω, από πάνω,
την πλούσια δυάδα σε σφουγγάρι και φτερό επάνω,
γονατίζοντας και σπρώχνοντας, κεφάλι το κεφάλι.
Το βράδυ, μονάχη, νυμφεύομαι το κρεβάτι.
Δραπετεύω από το κορμί μου έτσι,
είν' ένα ενοχλητικό θαύμα. Μπορώ
να βάλω το όνειρο αγαθό προς πώληση
Σκορπίζομαι. Σταυρώνω.
Μικρό μου λουκούμι αυτό είναι που είπες.
Το βράδυ, μονάχη, νυμφεύομαι το κρεβάτι.
Επειτα ήρθε η αντίζηλός μου μαυρισμένο μάτι.
Η κυρία των υδάτων, αναδυόμενη στην παραλία,
ένα πιάνο στις άκρες των δαχτύλων της, ντροπή
στα χείλη της και ένας λόγος φλάουτο.
Κι εγώ απεναντίας ήμουν η στραβοπόδαρη σκούπα.
Το βράδυ, μονάχη, νυμφεύομαι το κρεβάτι.
Σε πήρε με τον τρόπο που παίρνει μια γυναίκα
ένα φόρεμα απ' το ράφι σε τιμή ευκαιρίας
και έσπασα με τον τρόπο που σπάει μια πέτρα.
Επιστρέφω τα βιβλία και την ψαροβελόνα σου.
Η εφημερίδα σήμερα γράφει πως παντρεύεσαι.
Το βράδυ, μονάχη, νυμφεύομαι το κρεβάτι.
Αγόρια και κορίτσια γίνονται ένα απόψε.
Ξεκουμπώνουν μπλούζες. Ανοίγουν φερμουάρ.
Βγάζουν παπούτσια. Σβήνουν το φως.
Τα πλάσματα που τρεμολάμπουν είναι γεμάτα ψέματα.
Αλληλοτρώγονται. Εχουν παραταϊστεί.
Το βράδυ, μονάχη, νυμφεύομαι το κρεβάτι.
Το τέλος μιας σχέσης είναι πάντα θάνατος.
Αυτή είναι το εργαστήρι μου. Μάτι που ολισθαίνει
από τη φυλή του εαυτού μου η ανάσα μου
σε βρίσκει άρρωστο. Τρέμω
αυτούς που κοντοστέκονται. Εχω ταϊστεί.
Το βράδυ, μονάχη, νυμφεύομαι το κρεβάτι.
Δάχτυλο το δάχτυλο, τώρα είναι δική μου.
Δεν είναι πολύ μακριά. Η συμπλοκή μου είναι.
Τη χτυπώ σαν κουδούνι. Γέρνω στην
κληματαριά όπου συνήθιζες να την ανεβάζεις.
Με πήρες δάνειο επάνω στο εμπριμέ κάλυμμα.
Το βράδυ, μονάχη, νυμφεύομαι το κρεβάτι.
Πάρε για παράδειγμα αυτό το βράδυ, αγάπη μου,
που κάθε ζευγάρι συνενώνει
με έναν αρμό αναποδογυρίζοντας, από κάτω, από πάνω,
την πλούσια δυάδα σε σφουγγάρι και φτερό επάνω,
γονατίζοντας και σπρώχνοντας, κεφάλι το κεφάλι.
Το βράδυ, μονάχη, νυμφεύομαι το κρεβάτι.
Δραπετεύω από το κορμί μου έτσι,
είν' ένα ενοχλητικό θαύμα. Μπορώ
να βάλω το όνειρο αγαθό προς πώληση
Σκορπίζομαι. Σταυρώνω.
Μικρό μου λουκούμι αυτό είναι που είπες.
Το βράδυ, μονάχη, νυμφεύομαι το κρεβάτι.
Επειτα ήρθε η αντίζηλός μου μαυρισμένο μάτι.
Η κυρία των υδάτων, αναδυόμενη στην παραλία,
ένα πιάνο στις άκρες των δαχτύλων της, ντροπή
στα χείλη της και ένας λόγος φλάουτο.
Κι εγώ απεναντίας ήμουν η στραβοπόδαρη σκούπα.
Το βράδυ, μονάχη, νυμφεύομαι το κρεβάτι.
Σε πήρε με τον τρόπο που παίρνει μια γυναίκα
ένα φόρεμα απ' το ράφι σε τιμή ευκαιρίας
και έσπασα με τον τρόπο που σπάει μια πέτρα.
Επιστρέφω τα βιβλία και την ψαροβελόνα σου.
Η εφημερίδα σήμερα γράφει πως παντρεύεσαι.
Το βράδυ, μονάχη, νυμφεύομαι το κρεβάτι.
Αγόρια και κορίτσια γίνονται ένα απόψε.
Ξεκουμπώνουν μπλούζες. Ανοίγουν φερμουάρ.
Βγάζουν παπούτσια. Σβήνουν το φως.
Τα πλάσματα που τρεμολάμπουν είναι γεμάτα ψέματα.
Αλληλοτρώγονται. Εχουν παραταϊστεί.
Το βράδυ, μονάχη, νυμφεύομαι το κρεβάτι.
Σάββατο 28 Νοεμβρίου 2009
Τιμώντας τη μήτρα μου
Τιμώντας τη μήτρα μου
Καθένας μέσα μου είναι ένα πουλί.
Χτυπώ όλα τα φτερά μου.
Θέλησαν να σε αποκόψουν
αλλά δεν θα το κάνουν.
Είπαν πως ήσουν απύθμενα κενή
αλλά δεν είσαι.
Είπαν πως ήσουν άρρωστη προς ετοιμοθάνατη
αλλά λάθος κάναν.
Τραγουδάς σαν ένα κοριτσόπουλο.
Σκισμένη δεν είσαι.
Γλυκό φορτίο,
τιμώντας τη γυναίκα που είμαι
και την ψυχή της γυναίκας που είμαι
και την πρωταρχική ύπαρξη και την τέρψη της
για σένα τραγουδώ. Τολμώ και ζω.
Χαίρε πνεύμα. Χαίρε ποτήριον.
Ασφαλίσου, προστατεύσου. Προστάτευσε ό,τι στ' αλήθεια
νόημα εμπεριέχει.
Χαίρε γη των αγρών.
Καλώς ήρθατε ρίζες.
Κάθε κύτταρο έχει ζωή.
Υπάρχει αρκετή εδώ να ευχαριστήσει ολάκερο έθνος.
Τα αγαθά της επαρκούν ώστε ν' ανήκουν στις μάζες.
Κάθε ανθρώπινο ον, κάθε κράτος θα έχουν να το λένε,
«Ηταν τόσο καλή χρονιά που μπορεί και να ξαναφυτέψουμε
και να υπολογίζουμε σε θερισμό.
Μια φυτασθένεια είχε προβλεφθεί και ήδη εξοντωθεί».
Πολλές γυναίκες τραγουδάνε σε συμφωνία
μία στην παπουτσοβιομηχανία καταράζεται τη μηχανή,
μία στο ενυδρείο περιθάλπει μια φώκια,
μία κάθεται νωθρή στης Φορντ της τον τροχό,
μία στα διόδια εισπράττει,
μία δένει τον ομφάλιο λώρο μοσχαριού στην Αριζόνα
μία μεταπουλά μαυραγορίτικο τσέλλο στη Ρωσία,
μία βγάζει πήλινα δοχεία από φούρνο της Αιγύπτου,
μία τους τοίχους του δωματίου της βάφει σε χρώμα σελήνης,
μία πεθαίνει ενθυμούμενη κάποιο γεύμα πρωινό,
μία τεντώνεται στην ψάθα της στην Ταϊλάνδη,
μία καθαρίζει τον πισινό του μωρού της,
μία κοιτά έξω από ένα τζάμι βαγονιού
στη μέση τού Ναϊρόμπι και μία είναι
οπουδήποτε και μερικές είναι παντού και όλες
μοιάζουν να τραγουδούν, αν και κάποιες δεν μπορούν
να τραγουδήσουν νότα.
Γλυκό φορτίο,
τιμώντας τη γυναίκα που είμαι
άσε με να κρατώ ένα δεκάποδο μαντήλι,
άσε με να παίζω ταμπούρλο για τα δεκαεννιάχρονα,
άσε με να κρατώ κούπες για την προσφορά
(αν είναι αυτός ο ρόλος μου).
Ασε με να μελετήσω τον καρδιαγγειακό ιστό,
άσε με να εξετάσω τη γωνιακή απόσταση των μετεώρων,
άσε με να ρουφήξω απ' το μίσχο των λουλουδιών
(αν είναι αυτός ο ρόλος μου).
Ασε με να πλάσω μερικές μορφές φυλών
(αν είναι αυτός ο ρόλος μου).
Γι' αυτό που το σώμα χρειάζεται
άσε με να τραγουδήσω
για το δείπνο,
για το φιλί,
για το πρέπον
ναι.
Καθένας μέσα μου είναι ένα πουλί.
Χτυπώ όλα τα φτερά μου.
Θέλησαν να σε αποκόψουν
αλλά δεν θα το κάνουν.
Είπαν πως ήσουν απύθμενα κενή
αλλά δεν είσαι.
Είπαν πως ήσουν άρρωστη προς ετοιμοθάνατη
αλλά λάθος κάναν.
Τραγουδάς σαν ένα κοριτσόπουλο.
Σκισμένη δεν είσαι.
Γλυκό φορτίο,
τιμώντας τη γυναίκα που είμαι
και την ψυχή της γυναίκας που είμαι
και την πρωταρχική ύπαρξη και την τέρψη της
για σένα τραγουδώ. Τολμώ και ζω.
Χαίρε πνεύμα. Χαίρε ποτήριον.
Ασφαλίσου, προστατεύσου. Προστάτευσε ό,τι στ' αλήθεια
νόημα εμπεριέχει.
Χαίρε γη των αγρών.
Καλώς ήρθατε ρίζες.
Κάθε κύτταρο έχει ζωή.
Υπάρχει αρκετή εδώ να ευχαριστήσει ολάκερο έθνος.
Τα αγαθά της επαρκούν ώστε ν' ανήκουν στις μάζες.
Κάθε ανθρώπινο ον, κάθε κράτος θα έχουν να το λένε,
«Ηταν τόσο καλή χρονιά που μπορεί και να ξαναφυτέψουμε
και να υπολογίζουμε σε θερισμό.
Μια φυτασθένεια είχε προβλεφθεί και ήδη εξοντωθεί».
Πολλές γυναίκες τραγουδάνε σε συμφωνία
μία στην παπουτσοβιομηχανία καταράζεται τη μηχανή,
μία στο ενυδρείο περιθάλπει μια φώκια,
μία κάθεται νωθρή στης Φορντ της τον τροχό,
μία στα διόδια εισπράττει,
μία δένει τον ομφάλιο λώρο μοσχαριού στην Αριζόνα
μία μεταπουλά μαυραγορίτικο τσέλλο στη Ρωσία,
μία βγάζει πήλινα δοχεία από φούρνο της Αιγύπτου,
μία τους τοίχους του δωματίου της βάφει σε χρώμα σελήνης,
μία πεθαίνει ενθυμούμενη κάποιο γεύμα πρωινό,
μία τεντώνεται στην ψάθα της στην Ταϊλάνδη,
μία καθαρίζει τον πισινό του μωρού της,
μία κοιτά έξω από ένα τζάμι βαγονιού
στη μέση τού Ναϊρόμπι και μία είναι
οπουδήποτε και μερικές είναι παντού και όλες
μοιάζουν να τραγουδούν, αν και κάποιες δεν μπορούν
να τραγουδήσουν νότα.
Γλυκό φορτίο,
τιμώντας τη γυναίκα που είμαι
άσε με να κρατώ ένα δεκάποδο μαντήλι,
άσε με να παίζω ταμπούρλο για τα δεκαεννιάχρονα,
άσε με να κρατώ κούπες για την προσφορά
(αν είναι αυτός ο ρόλος μου).
Ασε με να μελετήσω τον καρδιαγγειακό ιστό,
άσε με να εξετάσω τη γωνιακή απόσταση των μετεώρων,
άσε με να ρουφήξω απ' το μίσχο των λουλουδιών
(αν είναι αυτός ο ρόλος μου).
Ασε με να πλάσω μερικές μορφές φυλών
(αν είναι αυτός ο ρόλος μου).
Γι' αυτό που το σώμα χρειάζεται
άσε με να τραγουδήσω
για το δείπνο,
για το φιλί,
για το πρέπον
ναι.
Εκείνη η μέρα
Εκείνη η μέρα
Αυτό είναι το γραφείο όπου κάθομαι
κι αυτό είναι το γραφείο όπου σε αγαπώ υπερβολικά
κι αυτή είναι η γραφομηχανή που κάθεται ενώπιόν μου
όπου χθες μόνο το σώμα σου κάθισε ενώπιόν μου
με τους ώμους του μαζεμένους σαν ελληνική χορωδία,
με τη γλώσσα του σαν βασιλιάς που εφευρίσκει κανόνες στο διάβα του
με τη γλώσσα του αρκετά ανοιχτά σαν γάτα γάλα λάφτοντας
με τη γλώσσα του - κι οι δυο μας περιελισσόμενοι στη γλιστερή ζωή του.
Αυτό ήταν χθες, εκείνη η μέρα.
Αυτή ήταν η μέρα της γλώσσας σου,
η γλώσσα που ξεπετάχτηκε απ' τα χείλη σου,
δύο ανοιχτήρια, μισά ζώα, μισά πουλιά
γραπωμένα στις πύλες της καρδιάς σου.
Εκείνη η μέρα ήταν που υπάκουσα στους κανόνες του βασιλιά,
περνώντας τις κόκκινες φλέβες σου και τις μπλε φλέβες σου,
τα χέρια μου στη ραχοκοκαλιά κάτω, ταχύβολα κάτω σαν φωτιά σε κοντάρι,
χέρια ανάμεσα σε πόδια όπου επιδεικνύεις την εσώτατη σου γνώση,
όπου ορυχεία διαμαντιού θάβονται και ξεθάβονται για να ξαναθαφτούν,
ξεφυτρώνουν πιο αιφνίδια κι από αναστηλωμένη πόλη.
Ολοκληρώνεται σε δευτερόλεπτα αυτό το μνημείο.
Το αίμα ρέει υπογείως, εγείρει όμως έναν πύργο.
Αξίζει να συγκεντρωθεί μεγάλο πλήθος για ένα τέτοιο οικοδόμημα.
Για ένα θαύμα περιμένει στη σειρά κανείς και πετάει κομφετί.
Σίγουρα ο Τύπος είναι εδώ γυρεύοντας τίτλους ειδήσεων.
Σίγουρα κάποιος πρέπει να κρατάει το πανό στο πεζοδρόμιο.
Οταν χτίζεται μια γέφυρα δεν κόβει μια κορδέλα ο δήμαρχος;
Αν ένα φαινόμενο αποκαλυφθεί δεν θα έπρεπε να 'ρθουν οι Μάγοι με
τα δώρα τους;
Χθες ήταν η μέρα που έφερα δώρα για το δώρο σου
και ήρθα από την κοιλάδα να σε ανταμώσω στο πεζοδρόμιο απάνω.
Αυτό ήταν χθες, εκείνη η μέρα.
Εκείνη ήταν η μέρα του προσώπου σου,
Το πρόσωπό σου μετά τον έρωτα, πλάι στο μαξιλάρι, ένα νανούρισμα.
Μισόξυπνος δίπλα μου ν' αφήνεις την παλιομοδίτικη κουνιστή πολυθρόνα ν'
ακινητοποιείται,
η ανάσα μας γινόταν ένα, παιδική ανάσα γινόταν ενωμένη,
καθώς τα δάχτυλά μου ζωγράφιζαν μικρά ο στα σφαλιστά σου μάτια,
καθώς τα δάχτυλά μου ζωγράφιζαν μικρά χαμόγελα στο στόμα σου,
καθώς ζωγράφιζα ΣΕ ΑΓΑΠΩ στο στήθος σου και στον τυμπανιστή του
και ψιθύρισα «Ξύπνα!» και μουρμούριζες στον ύπνο σου
«Σουτ. Οδηγούμε στο Κέιπ Κοντ. Κατευθυνόμαστε στην Μπουρν-
Γέφυρα. Κάνουμε κύκλους γύρω από τον Κόμβο Μπουρν». Μπουρν!
Τότε, σε γνώρισα μέσα απ' το όνειρό σου και προσευχήθηκα για τον καιρό
που θα γινόμουν μια διαπεραστική γραμμή και θα ρίζωνες μέσα μου
και που θα μπορούσε να ανατρέφω τον γεννημένο σου, θα μπορούσε ν'
ανέχομαι
το εσύ σου ή το φάντασμα του εσύ σου στο μικρό μου σπιτικό.
Χθες δεν ήθελα να γίνω προϊόν δανεισμού
αλλά αυτή είναι η γραφομηχανή που κάθεται ενώπιόν μου
και η αγάπη είναι εκεί που ήταν το χθες.
Αυτό είναι το γραφείο όπου κάθομαι
κι αυτό είναι το γραφείο όπου σε αγαπώ υπερβολικά
κι αυτή είναι η γραφομηχανή που κάθεται ενώπιόν μου
όπου χθες μόνο το σώμα σου κάθισε ενώπιόν μου
με τους ώμους του μαζεμένους σαν ελληνική χορωδία,
με τη γλώσσα του σαν βασιλιάς που εφευρίσκει κανόνες στο διάβα του
με τη γλώσσα του αρκετά ανοιχτά σαν γάτα γάλα λάφτοντας
με τη γλώσσα του - κι οι δυο μας περιελισσόμενοι στη γλιστερή ζωή του.
Αυτό ήταν χθες, εκείνη η μέρα.
Αυτή ήταν η μέρα της γλώσσας σου,
η γλώσσα που ξεπετάχτηκε απ' τα χείλη σου,
δύο ανοιχτήρια, μισά ζώα, μισά πουλιά
γραπωμένα στις πύλες της καρδιάς σου.
Εκείνη η μέρα ήταν που υπάκουσα στους κανόνες του βασιλιά,
περνώντας τις κόκκινες φλέβες σου και τις μπλε φλέβες σου,
τα χέρια μου στη ραχοκοκαλιά κάτω, ταχύβολα κάτω σαν φωτιά σε κοντάρι,
χέρια ανάμεσα σε πόδια όπου επιδεικνύεις την εσώτατη σου γνώση,
όπου ορυχεία διαμαντιού θάβονται και ξεθάβονται για να ξαναθαφτούν,
ξεφυτρώνουν πιο αιφνίδια κι από αναστηλωμένη πόλη.
Ολοκληρώνεται σε δευτερόλεπτα αυτό το μνημείο.
Το αίμα ρέει υπογείως, εγείρει όμως έναν πύργο.
Αξίζει να συγκεντρωθεί μεγάλο πλήθος για ένα τέτοιο οικοδόμημα.
Για ένα θαύμα περιμένει στη σειρά κανείς και πετάει κομφετί.
Σίγουρα ο Τύπος είναι εδώ γυρεύοντας τίτλους ειδήσεων.
Σίγουρα κάποιος πρέπει να κρατάει το πανό στο πεζοδρόμιο.
Οταν χτίζεται μια γέφυρα δεν κόβει μια κορδέλα ο δήμαρχος;
Αν ένα φαινόμενο αποκαλυφθεί δεν θα έπρεπε να 'ρθουν οι Μάγοι με
τα δώρα τους;
Χθες ήταν η μέρα που έφερα δώρα για το δώρο σου
και ήρθα από την κοιλάδα να σε ανταμώσω στο πεζοδρόμιο απάνω.
Αυτό ήταν χθες, εκείνη η μέρα.
Εκείνη ήταν η μέρα του προσώπου σου,
Το πρόσωπό σου μετά τον έρωτα, πλάι στο μαξιλάρι, ένα νανούρισμα.
Μισόξυπνος δίπλα μου ν' αφήνεις την παλιομοδίτικη κουνιστή πολυθρόνα ν'
ακινητοποιείται,
η ανάσα μας γινόταν ένα, παιδική ανάσα γινόταν ενωμένη,
καθώς τα δάχτυλά μου ζωγράφιζαν μικρά ο στα σφαλιστά σου μάτια,
καθώς τα δάχτυλά μου ζωγράφιζαν μικρά χαμόγελα στο στόμα σου,
καθώς ζωγράφιζα ΣΕ ΑΓΑΠΩ στο στήθος σου και στον τυμπανιστή του
και ψιθύρισα «Ξύπνα!» και μουρμούριζες στον ύπνο σου
«Σουτ. Οδηγούμε στο Κέιπ Κοντ. Κατευθυνόμαστε στην Μπουρν-
Γέφυρα. Κάνουμε κύκλους γύρω από τον Κόμβο Μπουρν». Μπουρν!
Τότε, σε γνώρισα μέσα απ' το όνειρό σου και προσευχήθηκα για τον καιρό
που θα γινόμουν μια διαπεραστική γραμμή και θα ρίζωνες μέσα μου
και που θα μπορούσε να ανατρέφω τον γεννημένο σου, θα μπορούσε ν'
ανέχομαι
το εσύ σου ή το φάντασμα του εσύ σου στο μικρό μου σπιτικό.
Χθες δεν ήθελα να γίνω προϊόν δανεισμού
αλλά αυτή είναι η γραφομηχανή που κάθεται ενώπιόν μου
και η αγάπη είναι εκεί που ήταν το χθες.
Παρασκευή 27 Νοεμβρίου 2009
Το φιλί
Το φιλί
Το στόμα μου ανθίζει σαν πληγή από κόψιμο.
Αδικήθηκα τη χρονιά όλη, ανίας
νύχτες, τίποτ' άλλο από τραχείς αγκώνες σ' αυτές
και ντελικάτα κουτιά Κλίνεξ που φώναζαν κλαψιάρα
κλαψιάρα, κορόιδο!
Το σώμα μου ήταν άχρηστο χθες.
Τώρα σκίζεται στις τέσσερις γωνιές του.
Σκίζει τα ρούχα της γερόντισσας Μαρίας, κόμπο-κόμπο
και κοίτα - Τώρα έγινε κοχλίας σε χρήση μ' αυτές τις ηλεκτροβίδες.
Ζινγ! Μια ανάσταση!
Κάποτε ήταν καράβι, τελείως ξύλινο
και χωρίς αποστολή, χωρίς αλατόνερο από κάτω
και χρειαζόταν λίγο βάψιμο. Δεν ήταν τίποτα περισσότερο
από ένα σύνολο σανιδιών. Αλλά την ανέβασες, την αρμάτωσες.
Ηταν η εκλεκτή σου.
Τα νεύρα μου διεγείρονται. Τα ακούω να ηχούν σαν
μουσικά όργανα. Οπου υπάρχει σιωπή
τα τύμπανα, οι χορδές παίζουν αθεράπευτα. Εσύ το έκανες αυτό.
Σκέτη ιδιοφυΐα στην πράξη. Λατρεία μου, ο συνθέτης έχει ήδη βηματίσει
στη φωτιά.
Το στόμα μου ανθίζει σαν πληγή από κόψιμο.
Αδικήθηκα τη χρονιά όλη, ανίας
νύχτες, τίποτ' άλλο από τραχείς αγκώνες σ' αυτές
και ντελικάτα κουτιά Κλίνεξ που φώναζαν κλαψιάρα
κλαψιάρα, κορόιδο!
Το σώμα μου ήταν άχρηστο χθες.
Τώρα σκίζεται στις τέσσερις γωνιές του.
Σκίζει τα ρούχα της γερόντισσας Μαρίας, κόμπο-κόμπο
και κοίτα - Τώρα έγινε κοχλίας σε χρήση μ' αυτές τις ηλεκτροβίδες.
Ζινγ! Μια ανάσταση!
Κάποτε ήταν καράβι, τελείως ξύλινο
και χωρίς αποστολή, χωρίς αλατόνερο από κάτω
και χρειαζόταν λίγο βάψιμο. Δεν ήταν τίποτα περισσότερο
από ένα σύνολο σανιδιών. Αλλά την ανέβασες, την αρμάτωσες.
Ηταν η εκλεκτή σου.
Τα νεύρα μου διεγείρονται. Τα ακούω να ηχούν σαν
μουσικά όργανα. Οπου υπάρχει σιωπή
τα τύμπανα, οι χορδές παίζουν αθεράπευτα. Εσύ το έκανες αυτό.
Σκέτη ιδιοφυΐα στην πράξη. Λατρεία μου, ο συνθέτης έχει ήδη βηματίσει
στη φωτιά.
Το άγγιγμα
Το άγγιγμα
Εδώ και μήνες το χέρι μου έχει σφραγιστεί
μες σ' ένα τενεκεδάκι. Τίποτα δεν υπήρχε εκεί άλλο από
υπόγειες σιδηροτροχίες.
Ισως και να 'ναι μωλωπισμένο, σκέφτηκα,
και γι' αυτό να το 'χουνε κλειδώσει.
Αλλά σαν κοίταξα μέσα ήταν απλωμένο εκεί ήσυχα.
Μπορείς να μαντέψεις το χρόνο από αυτό, σκέφτηκα,
σαν ρολόι, απ' τους πέντε κόμπους των δαχτύλων του
και τις λεπτές, μυστικές φλέβες.
Κείται εκεί σαν μια λιπόθυμη γυναίκα
ταϊσμένη από σωλήνες τους οποίους αγνοούσε.
Το χέρι κατέρρευσε,
ένα μικρό ξυλιασμένο περιστέρι
που κλείστηκε στην απομόνωση.
Το αναποδογύρισα και η παλάμη ήταν γερασμένη,
οι γραμμές του μοιάζαν με ίχνη κεντημένα από λεπτή βελόνα
και ραμμένα τελεσίδικα ανάμεσα στα δάχτυλα.
Ηταν χοντρό και μαλακό και τυφλό σε κάποια σημεία.
Τίποτα άλλο από ευάλωτο.
Κι όλα αυτά είναι μια μεταφορά.
Ενα κοινό χέρι - απλώς έρημο
για να ακουμπήσει κάτι
που ανταποδίδει με αφή.
Ο σκύλος αρνείται να το κάνει.
Η ουρά της παιχνιδίζει στο βάλτο για ένα βάτραχο.
Δεν είμαι τίποτα παραπάνω από μια περίπτωση σκυλοτροφής.
Της ανήκει η ίδια της η πείνα.
Οι αδερφές μου αρνούνται να το κάνουν.
Ζουν στην εποχή του σχολείου αν εξαιρέσεις τα διακριτικά
και τα δάκρυα να τρέχουν λεμονάδα.
Ο πατέρας μου αρνείται να το κάνει.
Ερχεται πακέτο με το σπίτι, μέχρι και τη νύχτα
ζει σε μια μηχανή που κατασκεύασε η μητέρα μου
και είναι καλολαδωμένος απ' τη δουλειά του, τη δουλειά του.
Το πρόβλημα είναι
που εγώ θ' άφηνα τις χειρονομίες μου να παγώσουν.
Το πρόβλημα δεν ήταν
στην κουζίνα ή στις τουλίπες
αλλά αποκλειστικά στο κεφάλι μου, το κεφάλι μου.
Ολ' αυτά γίναν παρελθόν μετά.
Το χέρι σου βρήκε το δικό μου.
Η ζωή όρμησε στα δάχτυλά μου σαν θρόμβος αίματος.
Ω! ξυλουργέ μου,
τα δάχτυλα ξαναχτίστηκαν.
Χορεύουν με τα δικά σου.
Χορεύουν στη σοφίτα και στη Βιέννη.
Το χέρι μου είναι ζωντανό παντού στην Αμερική.
Ούτε ο θάνατος δεν μπορεί να το σταματήσει,
ο θάνατος στάζει το αίμα της.
Τίποτα δεν θα το σταματήσει, γιατί τούτο είναι το βασίλειο
και το βασίλειο το επερχόμενο.
Εδώ και μήνες το χέρι μου έχει σφραγιστεί
μες σ' ένα τενεκεδάκι. Τίποτα δεν υπήρχε εκεί άλλο από
υπόγειες σιδηροτροχίες.
Ισως και να 'ναι μωλωπισμένο, σκέφτηκα,
και γι' αυτό να το 'χουνε κλειδώσει.
Αλλά σαν κοίταξα μέσα ήταν απλωμένο εκεί ήσυχα.
Μπορείς να μαντέψεις το χρόνο από αυτό, σκέφτηκα,
σαν ρολόι, απ' τους πέντε κόμπους των δαχτύλων του
και τις λεπτές, μυστικές φλέβες.
Κείται εκεί σαν μια λιπόθυμη γυναίκα
ταϊσμένη από σωλήνες τους οποίους αγνοούσε.
Το χέρι κατέρρευσε,
ένα μικρό ξυλιασμένο περιστέρι
που κλείστηκε στην απομόνωση.
Το αναποδογύρισα και η παλάμη ήταν γερασμένη,
οι γραμμές του μοιάζαν με ίχνη κεντημένα από λεπτή βελόνα
και ραμμένα τελεσίδικα ανάμεσα στα δάχτυλα.
Ηταν χοντρό και μαλακό και τυφλό σε κάποια σημεία.
Τίποτα άλλο από ευάλωτο.
Κι όλα αυτά είναι μια μεταφορά.
Ενα κοινό χέρι - απλώς έρημο
για να ακουμπήσει κάτι
που ανταποδίδει με αφή.
Ο σκύλος αρνείται να το κάνει.
Η ουρά της παιχνιδίζει στο βάλτο για ένα βάτραχο.
Δεν είμαι τίποτα παραπάνω από μια περίπτωση σκυλοτροφής.
Της ανήκει η ίδια της η πείνα.
Οι αδερφές μου αρνούνται να το κάνουν.
Ζουν στην εποχή του σχολείου αν εξαιρέσεις τα διακριτικά
και τα δάκρυα να τρέχουν λεμονάδα.
Ο πατέρας μου αρνείται να το κάνει.
Ερχεται πακέτο με το σπίτι, μέχρι και τη νύχτα
ζει σε μια μηχανή που κατασκεύασε η μητέρα μου
και είναι καλολαδωμένος απ' τη δουλειά του, τη δουλειά του.
Το πρόβλημα είναι
που εγώ θ' άφηνα τις χειρονομίες μου να παγώσουν.
Το πρόβλημα δεν ήταν
στην κουζίνα ή στις τουλίπες
αλλά αποκλειστικά στο κεφάλι μου, το κεφάλι μου.
Ολ' αυτά γίναν παρελθόν μετά.
Το χέρι σου βρήκε το δικό μου.
Η ζωή όρμησε στα δάχτυλά μου σαν θρόμβος αίματος.
Ω! ξυλουργέ μου,
τα δάχτυλα ξαναχτίστηκαν.
Χορεύουν με τα δικά σου.
Χορεύουν στη σοφίτα και στη Βιέννη.
Το χέρι μου είναι ζωντανό παντού στην Αμερική.
Ούτε ο θάνατος δεν μπορεί να το σταματήσει,
ο θάνατος στάζει το αίμα της.
Τίποτα δεν θα το σταματήσει, γιατί τούτο είναι το βασίλειο
και το βασίλειο το επερχόμενο.
Κυριακή 22 Νοεμβρίου 2009
"Αν δεν βγει μέσα σου με ορμή σε πείσμα όλων μην το κάνεις.
Τσαρλς Μπουκόφσκι
"Αν δεν βγει μέσα σου με ορμή σε πείσμα όλων μην το κάνεις.
Αν δεν έρθει απρόσκλητο απ΄ την καρδιά κι από το μυαλό κι απ΄ το στόμα και από τα σωθικά σου μην το κάνεις.
Αν κάθεσαι μπρος στην οθόνη του υπολογιστή σου και την κοιτάζεις με τις ώρες και γέρνεις σαν καμπούρης πάνω από την γραφομηχανή σου γυρεύοντας με κόπο τις λέξεις που δεν έρχονται, μην το κάνεις.
Αν το κάνεις για τα λεφτά ή για την δόξα ας 'το καλύτερα.
Αν το κάνεις γιατί νομίζεις πως θα ρίξεις γυναίκες ή άντρες στο κρεβάτι σου, μην το κάνεις.
Αν κάθεσαι εκεί πέρα και γράφεις τα ίδια και τα ίδια, μην το κάνεις (...)
Αν προσπαθείς να γράψεις όπως κάποιος άλλος, ξέχνα το, άσ΄ το καλύτερα.
Αν μπορείς να περιμένεις να βγει από μέσα σου μουγκρίζοντας, τότε περίμενε υπομονετικά.
Κι αν δεν βγει με βαθύ βρυχηθμό, κάνε κάτι άλλο.
Αν πρέπει πρώτα να το δείξεις στη γυναίκα, στην γκόμενα, στον γκόμενο, στους γονείς σου ή σε οποιοδήποτε άλλο, δεν είσαι έτοιμος.
Μη γίνεις σαν όλους αυτούς τους γραφιάδες, μη γίνεις σαν τόσους και τόσους που αυτοαποκαλούνται "συγγραφείς", μην γίνεις γελοίος, πληκτικός, φαντασμένος.
Μην αφήσεις την αυταρέσκεια να σε κατασπαράξει.
Οι βιβλιοθήκες του κόσμου έχουν τρελαθεί στο χασμουρητό με το σινάφι σου.
Μην προστεθείς κι εσύ σ' αυτούς.
Μην το κάνεις, αν δεν πετάγεται απ΄ την ψυχή σου σαν πύραυλος, ασ' το καλύτερα.
Κάν΄ το μονάχα όταν νιώσεις πως αν δεν το κάνεις, θα τρελαθείς, θα αυτοκτονήσεις ή θα σκοτώσεις, αλλιώς μην το κάνεις.
Αν δεν νιώσεις πως ο ήλιος σου καίει μέσα σου τα σπλάχνα, μην το κάνεις.
Όταν στ' αλήθεια έρθει η ώρα κι αν έχεις το χάρισμα θα γίνει από μόνο του
και θα συνεχίσει να γίνεται, ώσπου να σβήσει ή να σβήσει.
Άλλος τρόπος δεν υπάρχει. Δεν υπήρξε ποτέ!"
(Ποίημα από τη συλλογή "Να περιφέρεσαι στην τρέλα", Εκδόσεις Ηλέκτρα)
"Αν δεν βγει μέσα σου με ορμή σε πείσμα όλων μην το κάνεις.
Αν δεν έρθει απρόσκλητο απ΄ την καρδιά κι από το μυαλό κι απ΄ το στόμα και από τα σωθικά σου μην το κάνεις.
Αν κάθεσαι μπρος στην οθόνη του υπολογιστή σου και την κοιτάζεις με τις ώρες και γέρνεις σαν καμπούρης πάνω από την γραφομηχανή σου γυρεύοντας με κόπο τις λέξεις που δεν έρχονται, μην το κάνεις.
Αν το κάνεις για τα λεφτά ή για την δόξα ας 'το καλύτερα.
Αν το κάνεις γιατί νομίζεις πως θα ρίξεις γυναίκες ή άντρες στο κρεβάτι σου, μην το κάνεις.
Αν κάθεσαι εκεί πέρα και γράφεις τα ίδια και τα ίδια, μην το κάνεις (...)
Αν προσπαθείς να γράψεις όπως κάποιος άλλος, ξέχνα το, άσ΄ το καλύτερα.
Αν μπορείς να περιμένεις να βγει από μέσα σου μουγκρίζοντας, τότε περίμενε υπομονετικά.
Κι αν δεν βγει με βαθύ βρυχηθμό, κάνε κάτι άλλο.
Αν πρέπει πρώτα να το δείξεις στη γυναίκα, στην γκόμενα, στον γκόμενο, στους γονείς σου ή σε οποιοδήποτε άλλο, δεν είσαι έτοιμος.
Μη γίνεις σαν όλους αυτούς τους γραφιάδες, μη γίνεις σαν τόσους και τόσους που αυτοαποκαλούνται "συγγραφείς", μην γίνεις γελοίος, πληκτικός, φαντασμένος.
Μην αφήσεις την αυταρέσκεια να σε κατασπαράξει.
Οι βιβλιοθήκες του κόσμου έχουν τρελαθεί στο χασμουρητό με το σινάφι σου.
Μην προστεθείς κι εσύ σ' αυτούς.
Μην το κάνεις, αν δεν πετάγεται απ΄ την ψυχή σου σαν πύραυλος, ασ' το καλύτερα.
Κάν΄ το μονάχα όταν νιώσεις πως αν δεν το κάνεις, θα τρελαθείς, θα αυτοκτονήσεις ή θα σκοτώσεις, αλλιώς μην το κάνεις.
Αν δεν νιώσεις πως ο ήλιος σου καίει μέσα σου τα σπλάχνα, μην το κάνεις.
Όταν στ' αλήθεια έρθει η ώρα κι αν έχεις το χάρισμα θα γίνει από μόνο του
και θα συνεχίσει να γίνεται, ώσπου να σβήσει ή να σβήσει.
Άλλος τρόπος δεν υπάρχει. Δεν υπήρξε ποτέ!"
(Ποίημα από τη συλλογή "Να περιφέρεσαι στην τρέλα", Εκδόσεις Ηλέκτρα)
Παρασκευή 20 Νοεμβρίου 2009
ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΑΝΗΣΥΧΙΑΣ
ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΑΝΗΣΥΧΙΑΣ
*
Έχουν περάσει πενήντα χρόνια
από τότε που άρχισα να ζω σ' αυτές τις σκοτεινές πόλεις
που σου' λεγα.
Δεν έχουν αλλάξει πολλά, λοιπόν. Ακόμη δεν μπορώ να καταλάβω
πώς πάνε από το ταχυδρομείο στις κούνιες του πάρκου.
Οι μηλιές ανθίζουν μέσα στο κρύο, όχι από πεποίθηση,
και τα μαλλιά μου έχουν το ίδιο χρώμα με το χνούδι των ραδικιών.
Ας υποθέσουμε ότι το ποίημα αυτό μιλά για σένα - θα πρόσθετες
εσύ, ό,τι εγώ έχω προσεχτικά παραλείψει:
περιγραφές πόνου, και σεξουαλικών πράξεων, και πόσο ύπουλα
οι άνθρωποι συμπεριφέρονται μεταξύ τους; Όχι, όλ' αυτά
βρίσκονται σε κάποιο βιβλίο νομίζω. Για σένα
έχω φυλάξει τις περιγραφές των σάντουιτς με κοτόπουλο,
και το γυάλινο μάτι που με ατενίζει έκπληκτο
από το μπρούτζινο γείσο του τζακιού, και που ποτέ δεν θα κατευναστεί.
---
μτφρ.: Βασίλης Παπαγεωργίου
*
Έχουν περάσει πενήντα χρόνια
από τότε που άρχισα να ζω σ' αυτές τις σκοτεινές πόλεις
που σου' λεγα.
Δεν έχουν αλλάξει πολλά, λοιπόν. Ακόμη δεν μπορώ να καταλάβω
πώς πάνε από το ταχυδρομείο στις κούνιες του πάρκου.
Οι μηλιές ανθίζουν μέσα στο κρύο, όχι από πεποίθηση,
και τα μαλλιά μου έχουν το ίδιο χρώμα με το χνούδι των ραδικιών.
Ας υποθέσουμε ότι το ποίημα αυτό μιλά για σένα - θα πρόσθετες
εσύ, ό,τι εγώ έχω προσεχτικά παραλείψει:
περιγραφές πόνου, και σεξουαλικών πράξεων, και πόσο ύπουλα
οι άνθρωποι συμπεριφέρονται μεταξύ τους; Όχι, όλ' αυτά
βρίσκονται σε κάποιο βιβλίο νομίζω. Για σένα
έχω φυλάξει τις περιγραφές των σάντουιτς με κοτόπουλο,
και το γυάλινο μάτι που με ατενίζει έκπληκτο
από το μπρούτζινο γείσο του τζακιού, και που ποτέ δεν θα κατευναστεί.
---
μτφρ.: Βασίλης Παπαγεωργίου
Τετάρτη 18 Νοεμβρίου 2009
ΤΕΛΕΥΤΑlΟΣ ΣΤΑΘΜΟΣ
ΤΕΛΕΥΤΑlΟΣ ΣΤΑΘΜΟΣ
Λίγες οι νύχτες με φεγγάρι που μ' αρέσαν.
Τ' αλφαβητάρι των άστρων που συλλαβίζεις
όπως το φέρει ο κόπος της τελειωμένης μέρας
και βγάζεις άλλα νοήματα κι άλλες ελπίδες,
πιο καθαρά μπορείς να το διαβάσεις.
Τώρα που κάθομαι άνεργος και λογαριάζω
λίγα φεγγάρια απόμειναν στη μνήμη~
νησιά, χρώμα Θλιμμένης Παναγίας, αργά στη χάση
ή φεγγαρόφωτα σε πολιτείες του βοριά ρίχνοντας κάποτε
σε ταραγμένους δρόμους ποταμούς και μέλη ανθρώπων
βαριά μια νάρκη.
Κι όμως χτες βράδυ εδώ, σε τούτη τη στερνή μας σκάλα
όπου προσμένουμε την ώρα της επιστροφής μας να χα-
ράξει
σαν ένα χρέος παλιό, μονέδα που έμεινε για χρόνια
στην κάσα ενός φιλάργυρου, και τέλος
ήρθε η στιγμή της πλερωμής κι ακούγονται
νομίσματα να πέφτουν πάνω στο τραπέζι~
σε τούτο το τυρρηνικό χωριό, πίσω από τη Θάλασσα του
Σαλέρνο
πίσω από τα λιμάνια του γυρισμού, στην άκρη
μιας φθινοπωρινής μπόρας, το φεγγάρι
ξεπέρασε τα σύννεφα, και γίναν
τα σπίτια στην αντίπερα πλαγιά από σμάλτο.
Σιωπές αγαπημένες της σελήνης.
Είναι κι αυτός ένας ειρμός της σκέψης, ένας τρόπος
ν' αρχίσεις να μιλάς για πραγματα που ομολογείς
δύσκολα, σε ώρες όπου δε βαστάς, σε φίλο
που ξέφυγε κρυφά και φέρνει
μαντάτα από το σπίτι κι από τους συντρόφους,
και βιάζεσαι ν' ανοίξεις τη καρδιά σου
μη σε προλάβει η ξενιτιά και τον αλλάξει.
Ερχόμαστε απ' την Αραπιά, την Αίγυπτο την Παλαιστίνη
τη Συρία
το κρατίδιο
της Κομμαγηνής που 'σβησε σαν το μικρό λυχνάρι
πολλές φορές γυρίζει στο μυαλό μας,
και πολιτείες μεγάλες που έζησαν χιλιάδες χρόνια
κι έπειτα απόμειναν τόπος βοσκής για τις γκαμούζες
χωράφια για ζαχαροκάλαμα και καλαμπόκια.
Ερχόμαστε απ' την άμμο της έρημος απ' τις Θάλασσες του
Πρωτέα,
ψυχές μαραγκιασμένες από δημόσιες αμαρτίες,
καθένας κι ένα αξίωμα σαν το πουλί μες στο κλουβί του.
Το βροχερό φθινόπωρο σ αυτή τη γούβα
κακοφορμίζει την πληγή του καθενός μας
ή αυτό που Θά 'λεγες αλλιώς, νέμεση μοίρα
ή μοναχά κακές συνήθειες, δόλο και απάτη,
ή ακόμη ιδιοτέλεια να καρπωθείς το αίμα των άλλων.
Εύκολα τρίβεται ο άνθρωπος μες στους πολέμους~
ο άνθρωπος είναι μαλακός, ένα δεμάτι χόρτο~
χείλια και δάχτυλα που λαχταρούν ένα άσπρο στήθος
μάτια που μισοκλείνουν στο λαμπύρισμα της μέρας
και πόδια που θα τρέχανε, κι ας είναι τόσο κουρασμένα,
στο παραμικρό σφύριγμα του κέρδους.
Ο άνθρωπος είναι μαλακός και διψασμένος σαν το χόρτο,
άπληστος σαν το χόρτο, ρίζες τα νεύρα του κι απλώνουν~
σαν έρθει ο Θέρος
προτιμά να σφυρίξουν τα δρεπάνια στ' άλλο χωράφι~
σαν έρθει ο Θέρος
άλλοι φωνάζουνε για να ξορκίσουν το δαιμονικό
άλλοι μπερδεύουνται μες στ' αγαθά τους, άλλοι ρητο-
ρεύουν.
Αλλά τα ξόρκια τ' αγαθά τις ρητορείες,
σαν είναι οι ζωντανοί μακριά, τι Θα τα κάνεις;
Μήπως ο άνθρωπος είναι άλλο πράγμα;
Μην είναι αυτό που μεταδίνει τη ζωή;
Καιρός του σπείρειν, καιρός του Θερίζειν.
Πάλι τα ίδια και τα ίδια, Θα μου πεις, φίλε.
Ομως τη σκέψη του πρόσφυγα τη σκέψη του αιχμάλωτου
τη σκέψη
του ανθρώπου σαν κατάντησε κι αυτός πραμάτεια
δοκίμασε να την αλλάξεις, δεν μπορείς.
lσως και να 'Θελε να μείνει βασιλιάς ανθρωποφάγων
ξοδεύοντας δυνάμεις που κανείς δεν αγοράζει,
να σεργιανά μέσα σε κάμπους αγαπάνθων
ν' ακούει τα τουμπελέκια κάτω απ' το δέντρο του μπαμπού,
καθώς χορεύουν οι αυλικοί με τερατώδεις προσωπίδες.
Ομως ο τόπος που τον πελεκούν και που του καίνε σαν
το πεύκο, και τον βλέπεις
είτε στο σκοτεινό βαγόνι, χωρίς νερό, σπασμένα τζάμια,
νύχτες και νύχτες
είτε στο πυρωμένο πλοίο που Θα βουλιάξει καθώς το δει-
χνουν οι στατιστικές,
ετούτα ρίζωσαν μες στο μυαλό και δεν αλλάζουν
ετούτα φύτεψαν εικόνες ίδιες με τα δέντρα εκείνα
που ρίχνουν τα κλωνάρια τους μες στα παρθένα δάση
κι αυτά καρφώνουνται στο χώμα και ξαναφυτρώνουν~
ρίχνουν κλωνάρια και ξαναφυτρώνουν δρασκελόυτας
λεύγες και λεύγες~
ένα παρθένο δάσος σκοτωμένων φίλων το μυαλό μας.
Κι α σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές
είναι γιατί τ' ακούς γλυκότερα, κι η φρίκη
δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωυτανή
γιατί είναι αμίλητη και προχωράει~
στάζει τη μέρα, στάζει στον ύπνο
μνησιπήμων πόνος.
Να μιλήσω για ήρωες να μιλήσω για ήρωες: ο Μιχάλης
που έφυγε μ' ανοιχτές πληγές απ' το νοσοκομείο
ίσως μιλούσε για ήρωες όταν, τη νύχτα εκείνη
που έσερνε το ποδάρι του μες στη συσκοτισμένη πολιτεία,
ούρλιαζε ψηλαφώντας τον πόνο μας~ "Στα σκοτεινά
πηγαίνουμε, στα σκοτεινά προχωρούμε..."
Οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά.
Λίγες οι νύχτες με φεγγάρι που μ' αρέσουν.
Cava dei Tirreni, 5 Οκτωβρίου '44
Λίγες οι νύχτες με φεγγάρι που μ' αρέσαν.
Τ' αλφαβητάρι των άστρων που συλλαβίζεις
όπως το φέρει ο κόπος της τελειωμένης μέρας
και βγάζεις άλλα νοήματα κι άλλες ελπίδες,
πιο καθαρά μπορείς να το διαβάσεις.
Τώρα που κάθομαι άνεργος και λογαριάζω
λίγα φεγγάρια απόμειναν στη μνήμη~
νησιά, χρώμα Θλιμμένης Παναγίας, αργά στη χάση
ή φεγγαρόφωτα σε πολιτείες του βοριά ρίχνοντας κάποτε
σε ταραγμένους δρόμους ποταμούς και μέλη ανθρώπων
βαριά μια νάρκη.
Κι όμως χτες βράδυ εδώ, σε τούτη τη στερνή μας σκάλα
όπου προσμένουμε την ώρα της επιστροφής μας να χα-
ράξει
σαν ένα χρέος παλιό, μονέδα που έμεινε για χρόνια
στην κάσα ενός φιλάργυρου, και τέλος
ήρθε η στιγμή της πλερωμής κι ακούγονται
νομίσματα να πέφτουν πάνω στο τραπέζι~
σε τούτο το τυρρηνικό χωριό, πίσω από τη Θάλασσα του
Σαλέρνο
πίσω από τα λιμάνια του γυρισμού, στην άκρη
μιας φθινοπωρινής μπόρας, το φεγγάρι
ξεπέρασε τα σύννεφα, και γίναν
τα σπίτια στην αντίπερα πλαγιά από σμάλτο.
Σιωπές αγαπημένες της σελήνης.
Είναι κι αυτός ένας ειρμός της σκέψης, ένας τρόπος
ν' αρχίσεις να μιλάς για πραγματα που ομολογείς
δύσκολα, σε ώρες όπου δε βαστάς, σε φίλο
που ξέφυγε κρυφά και φέρνει
μαντάτα από το σπίτι κι από τους συντρόφους,
και βιάζεσαι ν' ανοίξεις τη καρδιά σου
μη σε προλάβει η ξενιτιά και τον αλλάξει.
Ερχόμαστε απ' την Αραπιά, την Αίγυπτο την Παλαιστίνη
τη Συρία
το κρατίδιο
της Κομμαγηνής που 'σβησε σαν το μικρό λυχνάρι
πολλές φορές γυρίζει στο μυαλό μας,
και πολιτείες μεγάλες που έζησαν χιλιάδες χρόνια
κι έπειτα απόμειναν τόπος βοσκής για τις γκαμούζες
χωράφια για ζαχαροκάλαμα και καλαμπόκια.
Ερχόμαστε απ' την άμμο της έρημος απ' τις Θάλασσες του
Πρωτέα,
ψυχές μαραγκιασμένες από δημόσιες αμαρτίες,
καθένας κι ένα αξίωμα σαν το πουλί μες στο κλουβί του.
Το βροχερό φθινόπωρο σ αυτή τη γούβα
κακοφορμίζει την πληγή του καθενός μας
ή αυτό που Θά 'λεγες αλλιώς, νέμεση μοίρα
ή μοναχά κακές συνήθειες, δόλο και απάτη,
ή ακόμη ιδιοτέλεια να καρπωθείς το αίμα των άλλων.
Εύκολα τρίβεται ο άνθρωπος μες στους πολέμους~
ο άνθρωπος είναι μαλακός, ένα δεμάτι χόρτο~
χείλια και δάχτυλα που λαχταρούν ένα άσπρο στήθος
μάτια που μισοκλείνουν στο λαμπύρισμα της μέρας
και πόδια που θα τρέχανε, κι ας είναι τόσο κουρασμένα,
στο παραμικρό σφύριγμα του κέρδους.
Ο άνθρωπος είναι μαλακός και διψασμένος σαν το χόρτο,
άπληστος σαν το χόρτο, ρίζες τα νεύρα του κι απλώνουν~
σαν έρθει ο Θέρος
προτιμά να σφυρίξουν τα δρεπάνια στ' άλλο χωράφι~
σαν έρθει ο Θέρος
άλλοι φωνάζουνε για να ξορκίσουν το δαιμονικό
άλλοι μπερδεύουνται μες στ' αγαθά τους, άλλοι ρητο-
ρεύουν.
Αλλά τα ξόρκια τ' αγαθά τις ρητορείες,
σαν είναι οι ζωντανοί μακριά, τι Θα τα κάνεις;
Μήπως ο άνθρωπος είναι άλλο πράγμα;
Μην είναι αυτό που μεταδίνει τη ζωή;
Καιρός του σπείρειν, καιρός του Θερίζειν.
Πάλι τα ίδια και τα ίδια, Θα μου πεις, φίλε.
Ομως τη σκέψη του πρόσφυγα τη σκέψη του αιχμάλωτου
τη σκέψη
του ανθρώπου σαν κατάντησε κι αυτός πραμάτεια
δοκίμασε να την αλλάξεις, δεν μπορείς.
lσως και να 'Θελε να μείνει βασιλιάς ανθρωποφάγων
ξοδεύοντας δυνάμεις που κανείς δεν αγοράζει,
να σεργιανά μέσα σε κάμπους αγαπάνθων
ν' ακούει τα τουμπελέκια κάτω απ' το δέντρο του μπαμπού,
καθώς χορεύουν οι αυλικοί με τερατώδεις προσωπίδες.
Ομως ο τόπος που τον πελεκούν και που του καίνε σαν
το πεύκο, και τον βλέπεις
είτε στο σκοτεινό βαγόνι, χωρίς νερό, σπασμένα τζάμια,
νύχτες και νύχτες
είτε στο πυρωμένο πλοίο που Θα βουλιάξει καθώς το δει-
χνουν οι στατιστικές,
ετούτα ρίζωσαν μες στο μυαλό και δεν αλλάζουν
ετούτα φύτεψαν εικόνες ίδιες με τα δέντρα εκείνα
που ρίχνουν τα κλωνάρια τους μες στα παρθένα δάση
κι αυτά καρφώνουνται στο χώμα και ξαναφυτρώνουν~
ρίχνουν κλωνάρια και ξαναφυτρώνουν δρασκελόυτας
λεύγες και λεύγες~
ένα παρθένο δάσος σκοτωμένων φίλων το μυαλό μας.
Κι α σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές
είναι γιατί τ' ακούς γλυκότερα, κι η φρίκη
δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωυτανή
γιατί είναι αμίλητη και προχωράει~
στάζει τη μέρα, στάζει στον ύπνο
μνησιπήμων πόνος.
Να μιλήσω για ήρωες να μιλήσω για ήρωες: ο Μιχάλης
που έφυγε μ' ανοιχτές πληγές απ' το νοσοκομείο
ίσως μιλούσε για ήρωες όταν, τη νύχτα εκείνη
που έσερνε το ποδάρι του μες στη συσκοτισμένη πολιτεία,
ούρλιαζε ψηλαφώντας τον πόνο μας~ "Στα σκοτεινά
πηγαίνουμε, στα σκοτεινά προχωρούμε..."
Οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά.
Λίγες οι νύχτες με φεγγάρι που μ' αρέσουν.
Cava dei Tirreni, 5 Οκτωβρίου '44
Τρίτη 17 Νοεμβρίου 2009
Τα τρία τέταρτα της ζωής μου
Τα τρία τέταρτα της ζωής μου
Μέσα στης γης τα χάσματα και την επιδερμίδα
Άγνωστες ποσότητες σπανίων ορυκτών
Τοποθετημένα σαν κεφάλαια σʼ επίκαιρα σημεία
Μια γενειάδα ακολουθεί την άλλη αστραπιαία
Χώρες αλλάζουν χέρια εμβαδόν υψόμετρο
Ονόματα πόλεως γίνονται χερσόνησοι
Τοποθεσίες πολυάνθρωπες γίνονται θάλασσες
Ποτάμια δανείζονται τις κοίτες των άλλων ποταμών
Λόφοι παραμερίζονται από ζηλότυπα βουνά
Πολυτελή ανάκτορα ερημώνονται και καταντούν υπόγεια
Άνθρωποι σοφοί ξαναμωραίνονται
Και το μυαλό τους εξατμίζεται στο χάος το απληροφόρητο
Ξύλινα σπίτια τοποθετημένα σε νέες διασταυρώσεις
Γίνονται θύματα της πυρκαγιάς ερωτικών διαθέσεων
Γέφυρες υποτάσσονται στους πεζούς
Φέρετρα στοιβάζονται γιατί όλοι τώρα
Καίνε τους « πρώην» τους με αρώματα
Σε κλίβανους ατομικούς
Κατεψυγμένοι εγκέφαλοι σκέπτονται στις βιβλιοθήκες
Κύριοι φρακοφόροι μελετούν τις αντιδράσεις τους
Σεξουαλικές ανωμαλίες
Γίνονται «Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου»
Όργανα της τάξης αλλάζουν φύλο καθημερινά
Όργια σε ρωμαϊκές βίλες
Παίρνουν τον χαρακτήρα
Μιας σφαγής συνειδήσεων
Εξαγορασμένη τρυφερότητα φτάνει ως τα πεζοδρόμια
Στο μεταξύ τα πόδια μου
Είναι από άμμο κι από μαργαρίνη
Τα χέρια μου είναι από φτερά πουλιών
Το κεφάλι μου είναι βιδωτό
Το στόμα μου αναβοσβήνει
Όπως τα φώτα της κυκλοφορίας
Κόκκινο πράσινο κίτρινο κόκκινο καφέ…
Τα λόγια μου ταχυδρομούνται
Σε στοίβες εκατομμυρίων
Κλείνω τ΄ αυτιά μου για να μην ακούγονται
Τα παράπονα των ταχυδρόμων
Ένας ταμίας που κατάκλεψε μια Τράπεζα
Ομολογεί τα πάντα σ΄ ένα μέντιουμ
Που πάει να τον καταγγείλει στην αστυνομία
Μια νεράιδα ντύνεται στο σεληνόφως
Μια γυναίκα στου Dior – εγώ δεν ντύνομαι
Πουθενά – μένω γυμνός –
Το σπίτι μου είναι ο παράδεισος των ανωμάλων έλξεων
Μόνο στραβόξυλα περνούν για διαβατήρια
Μόνο χαμόγελα έχουν μια γεύση υπόξινη
Μόνον οι βάσεις και τα οξέα
Ξέρουν τι σημαίνουν οι συνθέσεις
Που μοιράζονται τα ηλεκτρόνιά τους με άλλα άτομα-
Μέσα στης γης τα χάσματα και την επιδερμίδα
Άγνωστες ποσότητες σπανίων ορυκτών
Τοποθετημένα σαν κεφάλαια σʼ επίκαιρα σημεία
Μια γενειάδα ακολουθεί την άλλη αστραπιαία
Χώρες αλλάζουν χέρια εμβαδόν υψόμετρο
Ονόματα πόλεως γίνονται χερσόνησοι
Τοποθεσίες πολυάνθρωπες γίνονται θάλασσες
Ποτάμια δανείζονται τις κοίτες των άλλων ποταμών
Λόφοι παραμερίζονται από ζηλότυπα βουνά
Πολυτελή ανάκτορα ερημώνονται και καταντούν υπόγεια
Άνθρωποι σοφοί ξαναμωραίνονται
Και το μυαλό τους εξατμίζεται στο χάος το απληροφόρητο
Ξύλινα σπίτια τοποθετημένα σε νέες διασταυρώσεις
Γίνονται θύματα της πυρκαγιάς ερωτικών διαθέσεων
Γέφυρες υποτάσσονται στους πεζούς
Φέρετρα στοιβάζονται γιατί όλοι τώρα
Καίνε τους « πρώην» τους με αρώματα
Σε κλίβανους ατομικούς
Κατεψυγμένοι εγκέφαλοι σκέπτονται στις βιβλιοθήκες
Κύριοι φρακοφόροι μελετούν τις αντιδράσεις τους
Σεξουαλικές ανωμαλίες
Γίνονται «Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου»
Όργανα της τάξης αλλάζουν φύλο καθημερινά
Όργια σε ρωμαϊκές βίλες
Παίρνουν τον χαρακτήρα
Μιας σφαγής συνειδήσεων
Εξαγορασμένη τρυφερότητα φτάνει ως τα πεζοδρόμια
Στο μεταξύ τα πόδια μου
Είναι από άμμο κι από μαργαρίνη
Τα χέρια μου είναι από φτερά πουλιών
Το κεφάλι μου είναι βιδωτό
Το στόμα μου αναβοσβήνει
Όπως τα φώτα της κυκλοφορίας
Κόκκινο πράσινο κίτρινο κόκκινο καφέ…
Τα λόγια μου ταχυδρομούνται
Σε στοίβες εκατομμυρίων
Κλείνω τ΄ αυτιά μου για να μην ακούγονται
Τα παράπονα των ταχυδρόμων
Ένας ταμίας που κατάκλεψε μια Τράπεζα
Ομολογεί τα πάντα σ΄ ένα μέντιουμ
Που πάει να τον καταγγείλει στην αστυνομία
Μια νεράιδα ντύνεται στο σεληνόφως
Μια γυναίκα στου Dior – εγώ δεν ντύνομαι
Πουθενά – μένω γυμνός –
Το σπίτι μου είναι ο παράδεισος των ανωμάλων έλξεων
Μόνο στραβόξυλα περνούν για διαβατήρια
Μόνο χαμόγελα έχουν μια γεύση υπόξινη
Μόνον οι βάσεις και τα οξέα
Ξέρουν τι σημαίνουν οι συνθέσεις
Που μοιράζονται τα ηλεκτρόνιά τους με άλλα άτομα-
Δευτέρα 16 Νοεμβρίου 2009
Το αίνιγμα
Το αίνιγμα
Η ρίζα ενός δέντρου μου τρώει το σχήμα
Μια πέτρα μου αγκυλώνει το δάχτυλο
Και μου γδέρνει το μυαλό
Τα μάτια μου γίνονται παρανάλωμα των φύλλων
Κουκουβάγιες τρυπώνουν μες στα ματόκλαδά μου
Τα βήματά μου αυτοκαταλύονται κατασταλάζουν
Γίνονται στόματα μες στα μνημεία των θάμνων
Μια πεταλούδα απομυζάει όλο μου το είναι
Τα ρουθούνια μου βγάζουν σπίθες και καπνούς
Όπως οι δράκοι που ήταν κοράλλια τον παλιό καιρό
Είναι όπως το γαϊδουράγκαθο μέσα στα χόρτα
Οι στρόβιλοι με ξεχνούν και μ΄ απαρνιούνται
Τα λουλούδια μου βγάζουν τη γλώσσα
Τα πεζούλια με υποσκελίζουν
Μισώ τα ελατήρια και εξαργυρώνω τη θέλησή τους
Είμαι ο χαϊδεμένος των κυμάτων όπως τα βότσαλα
Αρνήθηκα να υποχωρήσω μπροστά στον άνεμο
Να λιώσω μες στα καμίνια των λουτρών της ζέστης
Να καώ με τα κάρβουνα σαν καβούρι
Κάνω υπεράνθρωπες προσπάθειες να μιλήσω
Να σώσω τον εαυτό μου
Από την πυρκαγιά που μόνος μου άναψα
Λάμπω σαν το διαμάντι αλλά δεν είμαι άστρο
Τι είμαι λοιπόν αν δεν είμαι αυτό που είμαι
Ουράνιο σώμα ή γήινο, στερεό, υγρό ή αέρινο;
Η ρίζα ενός δέντρου μου τρώει το σχήμα
Μια πέτρα μου αγκυλώνει το δάχτυλο
Και μου γδέρνει το μυαλό
Τα μάτια μου γίνονται παρανάλωμα των φύλλων
Κουκουβάγιες τρυπώνουν μες στα ματόκλαδά μου
Τα βήματά μου αυτοκαταλύονται κατασταλάζουν
Γίνονται στόματα μες στα μνημεία των θάμνων
Μια πεταλούδα απομυζάει όλο μου το είναι
Τα ρουθούνια μου βγάζουν σπίθες και καπνούς
Όπως οι δράκοι που ήταν κοράλλια τον παλιό καιρό
Είναι όπως το γαϊδουράγκαθο μέσα στα χόρτα
Οι στρόβιλοι με ξεχνούν και μ΄ απαρνιούνται
Τα λουλούδια μου βγάζουν τη γλώσσα
Τα πεζούλια με υποσκελίζουν
Μισώ τα ελατήρια και εξαργυρώνω τη θέλησή τους
Είμαι ο χαϊδεμένος των κυμάτων όπως τα βότσαλα
Αρνήθηκα να υποχωρήσω μπροστά στον άνεμο
Να λιώσω μες στα καμίνια των λουτρών της ζέστης
Να καώ με τα κάρβουνα σαν καβούρι
Κάνω υπεράνθρωπες προσπάθειες να μιλήσω
Να σώσω τον εαυτό μου
Από την πυρκαγιά που μόνος μου άναψα
Λάμπω σαν το διαμάντι αλλά δεν είμαι άστρο
Τι είμαι λοιπόν αν δεν είμαι αυτό που είμαι
Ουράνιο σώμα ή γήινο, στερεό, υγρό ή αέρινο;
Σάββατο 14 Νοεμβρίου 2009
Αν κι εσύ δεν το ξέρεις..
Αν κι εσύ δεν το ξέρεις
Όπως το φως ενός ονείρου,
που δεν σημαδεύει τον κόσμο, αλλά υπάρχει,
έτσι έχω ζήσει εγώ
οραματιζόμενος
ένα μέρος από σένα, που δεν γνωρίζεις,
τη ζωή που έχεις ζήσει στις σκέψεις μου...
Κι αν κι εσύ δεν το ξέρεις, σ' έχω δει
να διασχίζεις την πόρτα χωρίς να λες όχι,
ζητώντας μου ένα τασάκι, περιεργαζόμενη τα βιβλία,
ανταποκρινόμενη στον πόθο των χειλιών μου
με τα χείλη σου από ουίσκι
ακολουθώντας τα βήματά μου ως το υπνοδωμάτιο.
Έχουμε μιλήσει, επίσης,
στο κρεβάτι, χωρίς βιασύνη, πολλά βράδια
αυτό το κρεβάτι του έρωτα που δεν γνωρίζεις,
που μένει το ίδιο
κρύο όταν εσύ φεύγεις.
Αν κι εσύ δεν το ξέρεις σ' επινοούσα μαζί μου,
κάναμε χιλιάδες σχέδια, περπατήσαμε
σε όλες τις πόλεις που σου άρεσαν,
θυμηθήκαμε τραγούδια, διαλέξαμε παραιτήσεις,
μαθαίνοντας κι οι δυο να συμβιώνουμε
ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη σκέψη.
Επιτηρούμενη στη σκιά του ωραρίου σου
ή στη νύχτα ενός μπαρ αιφνιδιάζοντάς με.
Έτσι έχω ζήσει εγώ,
όπως το φως του ονείρου
που δεν θυμάσαι όταν ξυπνάς.
Luis García Montero,
Habitaciones separadas(1994)
Μετ. Μαριάννα Τζανάκη
Όπως το φως ενός ονείρου,
που δεν σημαδεύει τον κόσμο, αλλά υπάρχει,
έτσι έχω ζήσει εγώ
οραματιζόμενος
ένα μέρος από σένα, που δεν γνωρίζεις,
τη ζωή που έχεις ζήσει στις σκέψεις μου...
Κι αν κι εσύ δεν το ξέρεις, σ' έχω δει
να διασχίζεις την πόρτα χωρίς να λες όχι,
ζητώντας μου ένα τασάκι, περιεργαζόμενη τα βιβλία,
ανταποκρινόμενη στον πόθο των χειλιών μου
με τα χείλη σου από ουίσκι
ακολουθώντας τα βήματά μου ως το υπνοδωμάτιο.
Έχουμε μιλήσει, επίσης,
στο κρεβάτι, χωρίς βιασύνη, πολλά βράδια
αυτό το κρεβάτι του έρωτα που δεν γνωρίζεις,
που μένει το ίδιο
κρύο όταν εσύ φεύγεις.
Αν κι εσύ δεν το ξέρεις σ' επινοούσα μαζί μου,
κάναμε χιλιάδες σχέδια, περπατήσαμε
σε όλες τις πόλεις που σου άρεσαν,
θυμηθήκαμε τραγούδια, διαλέξαμε παραιτήσεις,
μαθαίνοντας κι οι δυο να συμβιώνουμε
ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη σκέψη.
Επιτηρούμενη στη σκιά του ωραρίου σου
ή στη νύχτα ενός μπαρ αιφνιδιάζοντάς με.
Έτσι έχω ζήσει εγώ,
όπως το φως του ονείρου
που δεν θυμάσαι όταν ξυπνάς.
Luis García Montero,
Habitaciones separadas(1994)
Μετ. Μαριάννα Τζανάκη
Σάββατο 7 Νοεμβρίου 2009
ΑΚΙΝΔΥΝΟΥ, ΕΛΠΙΔΟΦΟΡΟΥ, ΑΝΕΜΠΟΔΙΣΤΟΥ
ΑΚΙΝΔΥΝΟΥ, ΕΛΠΙΔΟΦΟΡΟΥ, ΑΝΕΜΠΟΔΙΣΤΟΥ
Τώρα, στη βάρκα όπου κι αν μπεις άδεια θα φτάσει
Εγώ αποβλέπω• σ' έναν μακρύ θαλασσινό Κεραμεικό
Με Κόρες πέτρινες και που κρατούν λουλούδια. Θα 'ναι νύχτα και
Αύγουστος
Τότε που αλλάζουν των αστερισμών οι βάρδιες. Και τα βουνά
ελαφρά
Γιομάτα σκοτεινόν αέρα στέκουν λίγο πιο πάνω απ' τη γραμμή του
ορίζοντα
Οσμές εδώ ή εκεί καμένου χόρτου. Και μια λύπη άγνωστης γενεάς
Που από ψηλά
κάνει ρυάκι πάνω στην αποκοιμισμένη θάλασσα
Λάμπει μέσα μου κείνο που αγνοώ. Μα ωστόσο λάμπει
Αχ ομορφιά κι αν δεν μου παραδόθηκες ολόκληρη ποτέ
Κάτι κατάφερα να σου υποκλέψω. Λέω: κείνο το πράσινο κόρης
οφθαλμού που πρωτο-
Εισέρχεται στον έρωτα και τ' άλλο το χρυσό, που όπου κι αν το
τοποθετείς ιουλίζει.
Τραβάτε τα κουπιά οι στα σκληρά εθισμένοι. Να με πάτε κει που
οι άλλοι παν
Δε γίνεται. Δεν εγεννήθηκα ν' ανήκω πουθενά
Τιμαριώτης τ' ουρανού κει πάλι ζητώ ν' αποκατασταθώ
Στα δίκαιά μου. Το λέει κι ο αέρας
Από μικρό το θαύμα είναι λουλούδι και άμα μεγαλώσει θάνατος
Αχ ομορφιά συ θα με παραδώσεις καθώς ο Ιούδας
Θα 'ναι νύχτα και Αύγουστος. Πελώριες άρπες που και που
θ' ακούγονται και
Με το λίγο της ψυχής μου κυανό η Όξω Πέτρα μέσ' από τη μαυρίλα
Θ' αρχίσει ν' αναδύεται. Μικρές θεές, προαιώνια νέες
Φρύγισσες ή Λυδές με στεφάνι ασημί και με πρασινωπά πτερύγια
γύρω μου άδοντας θα συναχτούν
Τότε που και του καθενός τα βάσανα θα εξαργυρώνονται
Χρώματα βότσαλου πικρού: τόσα
Με περόνες πόνου όλες σου οι αγάπες: τόσα
Του βράχου η τύρφη και του άφραχτου ύπνου σου η φρικαλέα
ραγισματιά: δυο φορές τόσα
Ώσπου κάποτε, ο βυθός μ' όλο του το πλαγκτόν κατάφωτο
Θ' αναστραφεί πάνω από το κεφάλι μου. Κι άλλα ως τότε
ανεκμυστήρευτα
Σαν μέσ' από τη σάρκα μου ιδωμένα θα φανερωθούν
Ιχθείς του αιθέρος, αίγες με το λιγνό κορμί κατακυμάτων
κωδωνοκρουσίες του Μυροβλήτη
Ενώ μακριά στο βάθος θα γυρίζει ακόμα η γη με μια βάρκα μαύρη
κι άδεια χαμένη στα πελάγη της.
Τώρα, στη βάρκα όπου κι αν μπεις άδεια θα φτάσει
Εγώ αποβλέπω• σ' έναν μακρύ θαλασσινό Κεραμεικό
Με Κόρες πέτρινες και που κρατούν λουλούδια. Θα 'ναι νύχτα και
Αύγουστος
Τότε που αλλάζουν των αστερισμών οι βάρδιες. Και τα βουνά
ελαφρά
Γιομάτα σκοτεινόν αέρα στέκουν λίγο πιο πάνω απ' τη γραμμή του
ορίζοντα
Οσμές εδώ ή εκεί καμένου χόρτου. Και μια λύπη άγνωστης γενεάς
Που από ψηλά
κάνει ρυάκι πάνω στην αποκοιμισμένη θάλασσα
Λάμπει μέσα μου κείνο που αγνοώ. Μα ωστόσο λάμπει
Αχ ομορφιά κι αν δεν μου παραδόθηκες ολόκληρη ποτέ
Κάτι κατάφερα να σου υποκλέψω. Λέω: κείνο το πράσινο κόρης
οφθαλμού που πρωτο-
Εισέρχεται στον έρωτα και τ' άλλο το χρυσό, που όπου κι αν το
τοποθετείς ιουλίζει.
Τραβάτε τα κουπιά οι στα σκληρά εθισμένοι. Να με πάτε κει που
οι άλλοι παν
Δε γίνεται. Δεν εγεννήθηκα ν' ανήκω πουθενά
Τιμαριώτης τ' ουρανού κει πάλι ζητώ ν' αποκατασταθώ
Στα δίκαιά μου. Το λέει κι ο αέρας
Από μικρό το θαύμα είναι λουλούδι και άμα μεγαλώσει θάνατος
Αχ ομορφιά συ θα με παραδώσεις καθώς ο Ιούδας
Θα 'ναι νύχτα και Αύγουστος. Πελώριες άρπες που και που
θ' ακούγονται και
Με το λίγο της ψυχής μου κυανό η Όξω Πέτρα μέσ' από τη μαυρίλα
Θ' αρχίσει ν' αναδύεται. Μικρές θεές, προαιώνια νέες
Φρύγισσες ή Λυδές με στεφάνι ασημί και με πρασινωπά πτερύγια
γύρω μου άδοντας θα συναχτούν
Τότε που και του καθενός τα βάσανα θα εξαργυρώνονται
Χρώματα βότσαλου πικρού: τόσα
Με περόνες πόνου όλες σου οι αγάπες: τόσα
Του βράχου η τύρφη και του άφραχτου ύπνου σου η φρικαλέα
ραγισματιά: δυο φορές τόσα
Ώσπου κάποτε, ο βυθός μ' όλο του το πλαγκτόν κατάφωτο
Θ' αναστραφεί πάνω από το κεφάλι μου. Κι άλλα ως τότε
ανεκμυστήρευτα
Σαν μέσ' από τη σάρκα μου ιδωμένα θα φανερωθούν
Ιχθείς του αιθέρος, αίγες με το λιγνό κορμί κατακυμάτων
κωδωνοκρουσίες του Μυροβλήτη
Ενώ μακριά στο βάθος θα γυρίζει ακόμα η γη με μια βάρκα μαύρη
κι άδεια χαμένη στα πελάγη της.
Τετάρτη 4 Νοεμβρίου 2009
Αυτό το αστέρι είναι για όλους μας
Αυτό το αστέρι είναι για όλους μας
Πολύ πριν σε συναντήσω, εγώ σε περίμενα.
Πάντοτε σε περίμενα.
Σαν ήμουνα παιδί και μ’ έβλεπε λυπημένο η μητέρα,
έσκυβε και με ρωτούσε, «Τι έχεις αγόρι;»
Εγώ δεν μίλαγα, μονάχα έβλεπα πίσω απ’ τον ώμο της
έναν κόσμο άδειο από 'σένα.
Κι όταν έπαιρνα το παιδικό κοντύλι,
ήταν για να μάθω να σου γράφω τραγούδια,
όταν κοίταγα στο τζάμι τη βροχή,
ήταν που αργούσες ακόμα,
κι όταν χτύπαγε η πόρτα μου και άνοιγα,
δεν ήταν κανείς, κάπου όμως μες στον κόσμο
ήταν η καρδιά σου που χτυπούσε.
Έτσι έζησα πάντοτε.
Κι όταν βρεθήκαμε για πρώτη φορά
-Θυμάσαι;-
Μου άπλωσες τα χέρια τόσο τρυφερά
σαν να με γνώριζες χρόνια.
Μα και βέβαια με γνώριζες.
Γιατί πολύ πριν μπεις μες στη ζωή μου
είχες ζήσει μες στα όνειρά μου Αγαπημένη μου!
Στην πιο μικρή στιγμή μαζί σου, έζησα όλη τη ζωή!
Από τη συλλογή Αυτό το αστέρι είναι για όλους μας (1953)
Πολύ πριν σε συναντήσω, εγώ σε περίμενα.
Πάντοτε σε περίμενα.
Σαν ήμουνα παιδί και μ’ έβλεπε λυπημένο η μητέρα,
έσκυβε και με ρωτούσε, «Τι έχεις αγόρι;»
Εγώ δεν μίλαγα, μονάχα έβλεπα πίσω απ’ τον ώμο της
έναν κόσμο άδειο από 'σένα.
Κι όταν έπαιρνα το παιδικό κοντύλι,
ήταν για να μάθω να σου γράφω τραγούδια,
όταν κοίταγα στο τζάμι τη βροχή,
ήταν που αργούσες ακόμα,
κι όταν χτύπαγε η πόρτα μου και άνοιγα,
δεν ήταν κανείς, κάπου όμως μες στον κόσμο
ήταν η καρδιά σου που χτυπούσε.
Έτσι έζησα πάντοτε.
Κι όταν βρεθήκαμε για πρώτη φορά
-Θυμάσαι;-
Μου άπλωσες τα χέρια τόσο τρυφερά
σαν να με γνώριζες χρόνια.
Μα και βέβαια με γνώριζες.
Γιατί πολύ πριν μπεις μες στη ζωή μου
είχες ζήσει μες στα όνειρά μου Αγαπημένη μου!
Στην πιο μικρή στιγμή μαζί σου, έζησα όλη τη ζωή!
Από τη συλλογή Αυτό το αστέρι είναι για όλους μας (1953)
Δευτέρα 2 Νοεμβρίου 2009
Άλντα Μερίνι
Απεβίωσε η ποιήτρια Άλντα Μερίνι
Mεγάλη συγκίνηση προκάλεσε στην Ιταλία, ο θάνατος της Μιλανέζας ποιήτριας Άλντα Μερίνι, σε ηλικία 78 χρόνων. Η Μερίνι ήταν από τις πλέον πρωτοπορειακές δυνατές «πένες» του 20ου αιώνα και είχε επιλέξει τη ζωή σε συνθήκες απόλυτης απλότητας, οι οποίες, σύμφωνα με πολλούς, άγγιζαν τα όρια της ένδειας.
Είχε εισαχθεί επανειλημμένως σε δημόσια ψυχιατρεία, εμπειρία που είχε σημαδεύσει βαθύτατα τη συγγραφική της παρουσία.
Οι κάτοικοι της ιταλικής συμπρωτεύουσας καλούνται να αποτίσουν τον ύστατο φόρο τιμής στη Μερίνι, στο δημαρχιακό μέγαρο της πόλης, Παλάτσο Μαρίνο, που διατέθηκε με απόφαση της δημάρχου, Λετίτσια Μοράττι.
Το 1996 η Άλντα Μερίνι είχε προταθεί για το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας από την Γαλλική Ακαδημία και η υποψηφιότητά της είχε υποστηριχθεί και από τον θεατρικό συγγραφέα και ηθοποιό Ντάριο Φο, ο οποίος έλαβε, στη συνέχεια, τη μεγάλη αυτή διάκριση.
«Χάσαμε μια εμπνευσμένη και καθαρή ποιητική φωνή», δήλωσε ο πρόεδρος της ιταλικής Δημοκρατίας, Τζώρτζιο Ναπολιτάνο, ενώ οι φραγκισκανοί καλόγεροι της Ασσίζης, μόλις πληροφορήθηκαν την είδηση για την απώλεια, προσευχήθηκαν για την ψυχή της Μερίνι, την οποία είχαν γνωρίσει από κοντά.
Η Μερίνι είχε δημοσιεύσει την πρώτη της ποιητική συλλογή σε ηλικία 16 μόλις χρόνων και συναναστράφηκε από πολύ νωρίς «ιερά τέρατα» της ιταλικής ποίησης, όπως οι Κουασίμοντο, Μοντάλε και Μανγκανέλλι. Πριν δυο χρόνια, ο τραγουδοποιός Λούτσιο Ντάλλα, είχε μελοποιήσει στίχους της αντικονφορμίστριας αποσπώντας τους επαίνους των κριτικών και του κοινού.
Σε παλαιότερη συνέντευξή της στην εφημερίδα «Λα Ρεπούμπλικα», η Άλντα Μερίνι είχε εξομολογηθεί: «Κατά βάθος, ο ποιητής φέρει μέσα του και κάτι που συνδέεται με την παραφροσύνη. Γι αυτό το λόγο, το τρελοκομείο ήταν για μένα το μεγάλο ποιήμα της αγάπης και του θανάτου. Κάποιες φορές, το βλέπω στα όνειρά μου. Είμαι, λέει, μέσα σε έναν κλειστό χώρο και αναζητώ τα κλειδιά για να μπορέσω να βγώ. Ίσως, διανοητικά, είμαι ακόμη μέσα στο χώρο εκείνο, που με δολοφόνησε και με ξαναγέννησε...».
Mεγάλη συγκίνηση προκάλεσε στην Ιταλία, ο θάνατος της Μιλανέζας ποιήτριας Άλντα Μερίνι, σε ηλικία 78 χρόνων. Η Μερίνι ήταν από τις πλέον πρωτοπορειακές δυνατές «πένες» του 20ου αιώνα και είχε επιλέξει τη ζωή σε συνθήκες απόλυτης απλότητας, οι οποίες, σύμφωνα με πολλούς, άγγιζαν τα όρια της ένδειας.
Είχε εισαχθεί επανειλημμένως σε δημόσια ψυχιατρεία, εμπειρία που είχε σημαδεύσει βαθύτατα τη συγγραφική της παρουσία.
Οι κάτοικοι της ιταλικής συμπρωτεύουσας καλούνται να αποτίσουν τον ύστατο φόρο τιμής στη Μερίνι, στο δημαρχιακό μέγαρο της πόλης, Παλάτσο Μαρίνο, που διατέθηκε με απόφαση της δημάρχου, Λετίτσια Μοράττι.
Το 1996 η Άλντα Μερίνι είχε προταθεί για το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας από την Γαλλική Ακαδημία και η υποψηφιότητά της είχε υποστηριχθεί και από τον θεατρικό συγγραφέα και ηθοποιό Ντάριο Φο, ο οποίος έλαβε, στη συνέχεια, τη μεγάλη αυτή διάκριση.
«Χάσαμε μια εμπνευσμένη και καθαρή ποιητική φωνή», δήλωσε ο πρόεδρος της ιταλικής Δημοκρατίας, Τζώρτζιο Ναπολιτάνο, ενώ οι φραγκισκανοί καλόγεροι της Ασσίζης, μόλις πληροφορήθηκαν την είδηση για την απώλεια, προσευχήθηκαν για την ψυχή της Μερίνι, την οποία είχαν γνωρίσει από κοντά.
Η Μερίνι είχε δημοσιεύσει την πρώτη της ποιητική συλλογή σε ηλικία 16 μόλις χρόνων και συναναστράφηκε από πολύ νωρίς «ιερά τέρατα» της ιταλικής ποίησης, όπως οι Κουασίμοντο, Μοντάλε και Μανγκανέλλι. Πριν δυο χρόνια, ο τραγουδοποιός Λούτσιο Ντάλλα, είχε μελοποιήσει στίχους της αντικονφορμίστριας αποσπώντας τους επαίνους των κριτικών και του κοινού.
Σε παλαιότερη συνέντευξή της στην εφημερίδα «Λα Ρεπούμπλικα», η Άλντα Μερίνι είχε εξομολογηθεί: «Κατά βάθος, ο ποιητής φέρει μέσα του και κάτι που συνδέεται με την παραφροσύνη. Γι αυτό το λόγο, το τρελοκομείο ήταν για μένα το μεγάλο ποιήμα της αγάπης και του θανάτου. Κάποιες φορές, το βλέπω στα όνειρά μου. Είμαι, λέει, μέσα σε έναν κλειστό χώρο και αναζητώ τα κλειδιά για να μπορέσω να βγώ. Ίσως, διανοητικά, είμαι ακόμη μέσα στο χώρο εκείνο, που με δολοφόνησε και με ξαναγέννησε...».
Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2009
Οι ποιητές δουλεύουν μέσα στη νύχτα
Οι ποιητές δουλεύουν μέσα στη νύχτα
τότε που ο χρόνος δεν τους βιάζει
τότε που καταλαγιάζει η ανθρώπινη βουή
και σταματάει το μαστίγωμα των ωρών.
Οι ποιητές δουλεύουν μες στο σκοτάδι
σαν νυχτοπούλια ή αηδόνια
με γλυκό κελάηδισμα
και φοβούνται μήπως δυσαρεστήσουν τον Θεό.
Μα οι ποιητές, μες στη σιωπή τους
κάνουν περισσότερο θόρυβο
κι από έναν χρυσαφένιο τρούλο γεμάτον αστέρια.
[Άλντα Μερίνι,
Διαθήκη,
Εκδόσεις Κροτσέττι,
Μιλάνο 1988]
τότε που ο χρόνος δεν τους βιάζει
τότε που καταλαγιάζει η ανθρώπινη βουή
και σταματάει το μαστίγωμα των ωρών.
Οι ποιητές δουλεύουν μες στο σκοτάδι
σαν νυχτοπούλια ή αηδόνια
με γλυκό κελάηδισμα
και φοβούνται μήπως δυσαρεστήσουν τον Θεό.
Μα οι ποιητές, μες στη σιωπή τους
κάνουν περισσότερο θόρυβο
κι από έναν χρυσαφένιο τρούλο γεμάτον αστέρια.
[Άλντα Μερίνι,
Διαθήκη,
Εκδόσεις Κροτσέττι,
Μιλάνο 1988]
ΔΙΑΡΚΕΙΑ
ΔΙΑΡΚΕΙΑ
Μια καταιγίδα μία μόνο
από ορίζοντα σε ορίζοντα
κα πάνω σ΄ όλη τη γη
για να σκουπίσει τη σκόνη
τις μυριάδες τα ξερά φύλλα
για να απογυμνώσει όλα τα δέντρα
για να ερημώσει τις καλλιέργειες
για να καταρρίψει τα πουλιά
για να διασκορπίσει τα κύματα
να καθαρίσει τις αναθυμιάσεις
για να καταστρέψει την ισορροπία
του ήλιου του πιο ζεστού
διώχνοντας μάζες αδυναμίας
κόσμος που δεν ζυγίζει τίποτα
κόσμος αρχαίος που μ αγνοεί
ίσκιος ξετρελλαμένος
δεν θα είμαι πια ελέυθερος παρά μέσα στ άλλα χέρια .
Μια καταιγίδα μία μόνο
από ορίζοντα σε ορίζοντα
κα πάνω σ΄ όλη τη γη
για να σκουπίσει τη σκόνη
τις μυριάδες τα ξερά φύλλα
για να απογυμνώσει όλα τα δέντρα
για να ερημώσει τις καλλιέργειες
για να καταρρίψει τα πουλιά
για να διασκορπίσει τα κύματα
να καθαρίσει τις αναθυμιάσεις
για να καταστρέψει την ισορροπία
του ήλιου του πιο ζεστού
διώχνοντας μάζες αδυναμίας
κόσμος που δεν ζυγίζει τίποτα
κόσμος αρχαίος που μ αγνοεί
ίσκιος ξετρελλαμένος
δεν θα είμαι πια ελέυθερος παρά μέσα στ άλλα χέρια .
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)