Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Κυριακή, 22 Αυγούστου 2010

ΧΑΡΑ ΤΟ ΧΑΡΑΜΑ

ΧΑΡΑ ΤΟ ΧΑΡΑΜΑ
στον Λασκαρη Ρουσσο

Ειπα Κυριε, να τιναξω την ψυχρα από τις πλατες μου
Κι ειδα να σειεται το σκοταδι και να γκρεμιζεται το βραδυ,
Περιστερια να παιρνουν τη θεση τους με τη λευκη
Κοιλια να μεταφερουν το χαραμα κάθε στιγμη
Ολο και πιο πολύ από στιγμη σε στιγμη, γκρεμιζεται
Η παντοκατορια του Κακου, γκρεμιζεται η νυχτα.
Η νυχτα λεηλατησε τα νιατα μου, κουρσεψε τις αγαπες μου.
Βοηθησα τη νυχτα, μικρο καλφοπουλο κι εγω,
Να ξυλωσουμε ένα-ένα τα σανιδια κατω από τα ποδια μου,
Δεν αρνηθηκα να της δωσω κι εγω ένα χερακι, ώστε
Η κατασροφη μου να εχει και προσωπικη εργασια,
Μοχθος που γεμιζε με αστρα το κορμι μου.
Είναι που επεσα με τα μουτρα στη δουλεια,
Ένα προς ένα να γκρεμισω τα σκαλια του ερεβους
Να μην εβρει σκαλα το Κακο
Και σκαλωσια να αναιβει, ετσι που φυλακας εγω
Πανω στο χασμα καθομαι αψιφοντας
Τρεις χιλιαδες χρονια υπεροψιας και μεθης
Τεσσερα τα ματια της και τεσσερεις οι μερες
Που πρεπει να ταξιδεψω για να την φερω πισω
Στην αγκαλια μου την τετραγωνη και στη ζωη
Να επαναφερω τα πενταρφανα σκελη μου
Το ψυχος από τους ωμους μου να αποβαλλω
Κυριε, θελησα κι όχι να μου φυγει το πατωμα
Κατω από τα ποδια πανω από τρεις χιλιαδες
Χρονια λαγνειας και μεθης, πανω από τη φωτια
Πιο ψηλα από τον καπνο εχασκαν κατω
Από τα ποδια μου φιλιες και ερωτες
Ατελειωτα ως γνωστον ψυχρα καλοκαιρια
Αδηλωτες συγγνωμες κι ατελεσφορες γνωμες.

Ειπα να σταθω στο υψος του ριγους
Μια σκια να γινω πανω από την αβυσσο
Και κατω από το απειρο μην ξεροντας
Ποιο από τα δυο θα με καταβροχθισει.
Ετσι που στεκομαι πανω από το πατωμα
Των ανθρωπινων μετρων δεν ξερω,
Δεν μπορω να ξερω ποιος θα είναι ο επομενος
Αντιπαλλος μεντορας των εκπληξεων
Μετεωριζομενοι ποιητες η βαρυφαγωμενοι αστοι
Στριφογυριζουν αιωνια μια σπιθαμη πανω από την αβυσσο
Με προκαλουν, με αποκαλουν τρελλο
Δεν ξερουν πως δυο γλαροι είναι οι ωμοι μου
Δεν ξερουν πως όταν τιναζω το ψυχος
Από τους ωμους μου ο ουρανος πεφτει
Στη θαλασσα και γινεται κυμμα, λευκος
Σαν παγος, χωρις το βαρος των αστεριων
Και την ψυχρη ανασα της αμαρτιας-Χαραξε πια,
Δοξαστε με. Αν δεν την εφερα πισω
Μεσα σε τεσσερα χρονια, λατρεψτε με:

Πατησα πανω στο κενο και δεν επεσα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: