Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Κυριακή, 14 Νοεμβρίου 2010

Μετά τήν πρωινή βροχή

Δέσποζε ἡ λάσπη και λίγο μόνο
ὑποχωροῦσε πρός τό χέρσο, πού ἔλαμπε μουσκεμένο.
Ἀγκαθιές, φασκόμηλο και ροδαριές καί πέτρες καί θυμάρι.
Ἐκεῖ εἶπαν να μ’ ἀφήσουν οἱ ἀγαπημένες μου.
Δέ θά εἶχα κλείσει οὔτε τά τέσσερα.
Θά μ’ ἔβλεπαν ἀπό τήν ἐλαιόφυτη πλαγιά
ὅπου κι δυό τους δοσμένες στή συγκομιδή
σηκῶναν τό κεφάλι μόνο πρός ἐμένα.
Μιλοῦσαν κάθε τόσο δυνατά καί μέ ρωτοῦσαν διάφορα.
Ἄχ! τά γλυκά τους λόγια, πού δέν τά θυμᾶμαι.
Θά πρέπει νά ἦταν ὑποσχέσεις:
Σέ λίγο θά ’ρθουμε κοντά σου…
Τό βράδυ ὅταν ἀνάψουμε τό τζάκι…
Παιχνίδια ἦταν τῆς κουβέρτας οἱ κλωστές
οἱ σπόροι πού ἔριχνα στην τρύπια τσέπη
καί τά κρυμμένα σάν τήν καλοσύνη ἀνθάκια
πού ξεμύτιζαν δειλά καί τά μετροῦσα.
Ὅ,τι μοῦ φανερώθηκε στή μυρωδιά τοῦ μουσκεμένου
τό μαρτυροῦν ἴσως οἱ χειρονομίες μου.

2 σχόλια:

Καπετάνιος είπε...

Γεμάτο εικόνες και μυρωδιές...
Ευχαριστώ

ΣΤΡΑΤΗΣ ΠΑΡΕΛΗΣ είπε...

ΚΑΠΕΤΆΝΙΕ καλώς όρισες!