Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Τρίτη, 22 Μαρτίου 2011

ΣΤΙΓΜΕΣ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ

Ανάερος ουρανός όπως η αγάπη

νέες παρθένες

ανοίγουν ελαφρά τα στήθη μέσ’ στην Άνοιξη

στον κόσμο που έπαψε να λατρεύει.


Αθήνα πόλις

όνειρα δροσερά

φωνές της νεότητας οπού κύλησε στο θάνατο –

νύχτα πέρασεν ο θεός απ’ τη δική σου ομορφιά.


Μέσ’ στη χαμένη ελπίδα σα να κρέμεται ο σκελετωμένος ήλιος

έρχονται δειλινές γυναίκες απ’ τα όνειρα

κινημένες ιερά –

τι σημάδια που έφερεν ο ελαφρότερος αυτός θάνατος

όσο μια ευτυχία πιο βαθειά κι απ’ το πνεύσιμο των φύλλων

όταν ο φτερωτός γαλάζιος δαίμονας

ίδιος μ’ ευαίσθητο θηλαστικό την όραση πλουτίζει

από δρόμον αιώνιο μεθώντας.


Πρώτος χαρούμενος ο ποιητής

χαίρεται της Ανοίξεως τα δίχως τέλος άνθη

μόνος αγγίζοντας

το τρυφερό έπος των χρωμάτων.


Είναι μια δύναμη ψηλά στ’ αστέρια

είναι στο κουρασμένο σύννεφο η παρηγοριά

της Αττικής ουράνια ευαισθησία.


Ο Γιάννης πάλι σαν ζεστό ελάφι

τραγουδά τη μοναξιά

κρατώντας μέσ’ στα δάχτυλα τους ύπνους

ελπίδων ιδεών ονείρων

από μετάξι.


Ω νύχτα τόσον αθώα

βασιλεύεις με τα ύψη –

των άστρων ερωτικός είν’ ο μεγάλος ποταμός –

κ’ η θλίψη πάντα του φθαρτού μέσ’ στην καρδιά μας.


Αν πω την Άνοιξη μυστήριο

το λικνιστό της ευωδιάς κοράσι αν φωνάξω

σαν περπατεί μονάχο στην απόλυτη σιωπή

δεν έχω πάλι τ’ άχραντα

της καθαρής κι απρόσμενης στιγμής

που οδηγεί στο θαύμα.


Βρομίζουν εκατό φορές οι ερωτευμένοι

στην πνοή του έαρος

ή

μακριά στο φθινόπωρο με λίγη τέφρα.

Ένα λουτρό της μοναξιάς αδιάκοπα σώζει.


Πέρ’ απ’ τα κάθ’ αισθήματα

συνάντησα το πρόβατο σε λάμψεις.

Έχει χορτάρι πάντα η γη

κι αυτό με ριζωμένα μάτια τρώει.


Κύριε σε βλέπω χωρίς τις πληγές

ώς την πορφύρα του μεγάλου θάνατου

μετρώντας την αγάπη.


Δειλινό

ψιθυρίζουν οι κήποι

πεθαίνει ολοένα η ώρα

κ’ οι νεκροί θα ξυπνήσουν εμορφότεροι

στη γλυκειά τυραννίδα της μνήμης.


Μάγια να δείχνει ο αττικός αιγιαλός

με την ορμή του κύματος

εσύ ξανθή και χίμαιρα

βγαίνεις απ’ το ζησμένο σου κορμί.


Χάραμα της Αθήνας οι δρόμοι χαμηλόφωνοι

καθώς πάει ο χρόνος για τον ήλιο πάλι

μέσ’ στην ερήμωση πώς αναπαύονται

μοιάζοντας των ανέμων.


Θέλω νά ’βρω το πράγμα, την ανάσα του Υιού ν’ ακούσω

να σας δείξω τη λουλουδένια γραφή.

Ν’ απολαύσω πτηνά

τους θεούς υποφέροντας

των ελλήνων ο πρόθυμος

να σας δείξω τη λουλουδένια γραφή.


Θ’ αναγγείλω μια νέα ελπίδα.

Χαρίζω στην πόλη το πολύτιμο βλέμμα μου.

Δεν υπάρχουν σχόλια: