Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Δευτέρα, 4 Απριλίου 2011

ΤΟ ΛΙΟΔΕΝΤΡΟ

Τι αίμα στους Λαβδακίδες

κι απ’ το σκοτάδι των ματιών

σ’ άλλο σκοτάδι πέφτει ο κουρελής Οιδίπους

έρημος με τους θεούς

παθαίνοντας τις πράξεις του.

Μοιάζει στο φως ο πιο αθώος

ανεβαίνει στα τάρταρα (κ’ είν’ τούτο φρικτό μυστήριο)

μ’ ανάερο κεφάλι σαν χαρταετός ανεβαίνει

δεν είχε άλλη ομορφιά εκτός απ’ την αγάπη.

Ο χρόνος πλήθυνε στα μολεμένα σωθικά

είμαι γεμάτος μαύρες ημέρες,

ο γέρος τραγουδούσε,

κι ακούγονταν χιλιάδες αηδόνια στη συμφορά του

καθώς ο αττικός ήλιος έπλεε πάνω στην αιθρία

σαν θαλάσσιο ξύλο και ψυχοπομπός.

Ω τα ελαφρά χέρια των Νυμφών οπού θλίβονται

τρυφερά φυτρωμένα στ’ αερικά σώματά τους

πώς βαραίνουν

τη βοήθεια μη μπορώντας σ’ εκείνο τον άμοιρο!

Μέσα στη δίψα είναι όλο το νερό,

τραγουδούσε ο Οιδίπους,

ένα κορμί που έκλεισε το ρεύμα των ιλίγγων

αγγιγμένος με θείαν αφή

της Ειμαρμένης όλβιος.

Γιατί ποτέ δε θά βρει άνθρωπος

τις βουλές του θεού ταιριασμένες έτσι μέσ’ στο αίμα

χυμένες απ’ τα αιθερικά βασίλεια

τη μεγάλη καρδιά όπως γύρεψαν και την πλημμυρίζουν.

Ελεύθερος αντικρίζει πάντα τη Θήβα

και σωπαίνει

ο θάνατος.

Δεν υπάρχουν σχόλια: