Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Τρίτη, 26 Απριλίου 2011

ΑΣΚΗΣΕΙΣ ΑΝΘΟΥΣ

ΤΟ ΦΩΣ ΕΙΝΑΙ ΑΟΣΜΟ

Ραβδώσεις τ’ ουρανού

κενό της αφής και διάρκεια

είναι το φως που δεν αντιμίλησε στα στήθη

κ’ η ματιά ένα όστρακο.



Η ΑΓΑΠΗ

Η αγάπη δεν υπάρχει στο σώμα

δεν είναι καν το περιστέρι όταν χιονίζει ευτυχία

δεν τη βλέπω στο γενετήσιο μάκρος.



Ο ΔΡΟΜΟΣ

Έχω τη μοίρα του ορυκτού με προσμονή χιλιερηρίδων

ω ελπίδα χοϊκή

τραγουδώ στους καημούς

κ’ είμαι δίχως φωνή.



ΑΝΤΙΚΡΙΖΩ ΜΟΝΟΣ

Χαραυγή και τα δέντρα θαλάσσια...

Η ώρα του Παράδεισου ροδίζει ελαφρά

μέσ’ στη γενετήσια καθαρότητα

που λειτουργεί στα νερά.

Τι γλυκειά μητέρα η αύρα κι ο ήλιος ευγενής...

Δεν κεράστηκε άνθρωπος

όσο μέσ’ στο ξημέρωμα.



ΣΤ' ΑΝΑΠΛΙ ΧΑΙΡΟΜΑΙ

Μια φορά μεγάλωσα μια και η πατρίδα

με περιπάτους ορθρινούς

χειμώνες καλοκαίρια ο δομέστικος του ονείρου

σ’ ένα μεγάλο στεναγμό του Ιησού πριν απ’ το Πάσχα

στα σύνθετα μάτια της μύγας βλέποντας

όλη τη μακρινή ουσία

μεσ’ στους ωραίους υετούς της άμωμης ηλικίας

ευλογημένος με καθαρά ποδήματα

στη μυθική χαρά της μητρικής θρησκείας

και πάντα η μικρή ζωή της μύγας ανοιγότανε

στον αέρα της ψυχής μου.



Λατίνι στο πλατύ λουλάκι σ’ έχω θύμηση

χρωματισμένο με φλούδες από πεύκα

ψηλά που ονειρεύτηκα χιλιάδες άνθη

πλάι στο εικονοστάσι μ’ ένα βρόμικο καντήλι

να καίει παραμύθια σε φλόγα μικρή κι αθώα

το πήλινο θυμίαμα

κι όρθιο το σκονισμένο μπουκάλι για το λάδι.

Ώρες από μέθη στην αιθρία πρωινή

κ’ ύστερα νύχτα, νύχτα

η θάλασσα σπιθίζει έξω απ’ τ’ ανθρώπινα

μέσ’ στην πανσέληνη ευτυχία οι βράχοι

κ’ ένα πουλί μοναχικό με λούζει.

Λειμώνες ονείρων η ωραιότητα θάλλει

ο λυχνοστάτης ήλιος κ’ οι μελισσοκόμοι τ’ ουρανού

δουλεύουν τη λάμψη χρόνια και χρόνια.

Η φαντασία πλαταίνει στα πολύφυλλα νερά

και τραγουδώ τη θάλασσα που φεύγει απ’ το στήθος.



Ένας αέρας αγκαλιάζει τα δέντρα υγιής

με πρόσχαρους κυματισμούς κ’ ένας άερας

δέρνει την ψυχή μου

σαν το μεγάλο θάνατο της φλόγας.

Ολημερίς χαρίζω δηλητήρια στο σώμα

κι ο ύπνος έγινε

για μένα η πρώτη ευτυχία.



Η ΧΑΡΑ

Να έχεις το κύμα να χάνεσαι στο στήθος

έρημος ώς τα σπλάχνα

δεν τραγουδάς

ανοίγεσαι μέσ’ στη λησμονιά κι ολοένα θυμάσαι

χρόνος αδηφάγος οπού σε κάνει αυξανόμενο νεκρό.

Να έχεις το κύμα να χάνεσαι στο στήθος

ή ο λαιμός να καίγεται –

ποιος άλλος θρίαμβος

των ηττημένων...

Α η χαρά μας είναι τρομερή με τ’ αστέρια

κομματιασμένα σε δροσερό θάνατο.

Κι ο ήλιος κάθε μέρα έρχεται

μ’ ένα παλιό όπλο και πολλές σφαίρες.

Δεν υπάρχουν σχόλια: