Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άγγελος Σικελιανός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άγγελος Σικελιανός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 27 Αυγούστου 2020

Άγγελος Σικελιανός-

 

✔ Άγγελος Σικελιανός- Ελληνοκεντρική θεώρηση  του ποιητικού του έργου

Γράφει η Ελένη Χωρεάνθη //

 

 

 

                         “Ομπρός, βοηθάτε, να σηκώσουμε τον ήλιο πάνω από τον κόσμο!”

 

Ο Άγγελος Σικελιανός είναι ένας από τους κορυφαίους Νεοέλληνες ποιητές. Το μεγαλεπήβολο ποιητικό του έργο αγκαλιάζει ολόκληρη την έννοια της Ελλάδας/Πατρίδας: Φύση, Λαό, Θρησκεία, Μύθους, Ιστορία, Πολιτισμό. Είχε απόλυτη “Συνείδηση της Γης, της Φυλής, της Γυναίκας, της Πίστης και της Προσωπικής Δημιουργίας. Γεννημένος και μεγαλωμένος στη Λευκάδα, σ’ ένα από τα ομορφότερα ελληνικά νησιά, του δόθηκε η χάρη να ζήσει κοντά στη φύση και στους απλούς ανθρώπους. Κι από κει πήρε όλα τα στοιχεία που του χρειάζονταν για να οικοδομήσει το μεγάλο έργο. Από μικρός έστηνε το αυτί του κι άκουγε τον ήχο του νερού, το κελάηδημα των πουλιών, έβλεπε “το χόρτο πώς ανθεί, το κρίνο πώς αυξαίνει”, ήξερε τα χρώματα και τα ονόματα των πουλιών, των φιδιών, των ζώων και των φυτών, που τρέφει η γη μας. Ανάπνεε τις ευωδιές των μυριστικών φυτών και των λουλουδιών που έχουν ξεχωριστή θέση στην ποίησή του. Στεκόταν κι αφουγκραζόταν την καρδιά της ελληνικής φύσης, για να συλλάβει και το παραμικρό σκίρτημά της. Είχε αγγίξει με τα δάχτυλά του τα κάτασπρα χαλίκια του Λευκάτα, στρογγυλεμένα και γλυμμένα απ’ την αρμύρα:

“…καθάρια

τελειωμένα από το κύμα σαν αυγά περιστεριού…”

 

 

Άγγελος Σικελιανός

 

 

Η ποίηση του Σικελιανού και μέσα από τα βαθύτερα νοήματά της και πίσω από τους σοβαρούς προβληματισμούς της, μοσχοβολάει Ελλάδα, έχει πάντα τη γεύση του μελιού και του κρασιού, τη μυρωδιά του φλόμου και της ρίγανης, την καθαρότητα του νερού, την απέραντη γαλήνη, αλλά και την τρικυμιώδη μανία της θάλασσας, την αγνότητα του ξάστερου γαλανού ουρανού, τη φωτεινότητα και την αθώα ανταύγεια του άδολου ελληνικού τοπίου. Είναι ίσως ο μοναδικός ποιητής που στάθηκε σε κάθε σπιθαμή της γης μας τρεμάμενος, μυρίζοντας όπως το ζώο, ρωτώντας την κρυφά, σκάβοντας με το νου, που χώθηκε σαν το σπόρο μες στα σπλάχνα  της, που αγάπησε και ύμνησε το χώμα της και το κατάκτησε, όπως λέει ο ίδιος:

“… Ω, χώματα της γης μου,

χώμα λευκαδίτικο,

πρωτόχωμα,

τιτάνια ζύμη του κορμιού μου,

του ίδιου μου του ακοίμητου μυαλού.

 

Ω γη μου,

για να σε γνωρίσω μες στα σπλάχνα μου

εσταμάτησα σε κάθε σπιθαμή σου,

όλως τρεμάμενος, μυρίζοντας, ρωτώντας,

σκάβοντας

όσο που στέρεα διάφανη εγίνηκες για μένα…”

Αυτή η επαφή του με τη φύση έχει μια εφηβική δροσιά, μια ζωηράδα και μια νεανική ορμή, είναι γεμάτη φως, χαρά, ζεστασιά, ζωή:

“…Ήλιος φωτάει δεξιά ζερβά μου

από παντού με ζώνει ανατολή

και το τραγούδι μου άγριος ποταμός…”

Παντού υπάρχει διάχυτη ομορφιά και τρυφερότητα, μια λάμψη, ένας παλμός ζωής, μια μέθη, μια ιερή ένωση γης και ουρανού, μια φλόγα ζωής κι όλα κολυπμούν μέσα σ’ ένα άπλετο, ζωντανό φως. Παρακολουθεί πώς αντιδρούν τα ζωντανά, όταν νιώθουν το φως, τον ήχο, τη θερμότητα, τον κάθε εριθισμό, προσέχει την κάθε κίνησή τους, που υπακούει σε κάποια μυστική, κρυφή δύναμη, στη δύναμη του ενστίκτου. Αντικρύζει την ελληνική φύση σαν για πρώτη φορά, σαν να βγήκε μόλις από τα χέρια του Δημιουργού της:

“…Φλογάτη, γελαστή, ζεστή, από τ’ αμπέλια απάνωθεν

εκοίταγε η σελήνη

κι ακόμα ο ήλιος πύρωνε τα θάμνα βασιλεύοντας

μες σε διπλή γαλήνη.

 

(…)Φλογάτη, γελαστή, ζεστή, εκεί η καρδιά μου εδέχτηκε

ν’ αναπαυτεί λιγάκι

πα σε σεντόνια ευωδερά από βότανα και γαλανά

στη βάψη από λουλάκι…”

 

 

Δεν αποχωρίστηκε ποτέ τη φύση της Λευκάδας, ριζωμένης στο πολύβουο διάστημα του νησιού του. Η γη με τα χαμηλά φτωχικά, σπιτάκια, με τους απλούς ανθρώπους της, “…που ευώδαε σαν το λιόφυλλο, ξερό και το χορτάρι…” τον ακολουθεί παντού και πάντα και στο νου του, στην καρδιά και στην ψυχή του όλα: “…του Ιόνιου τα νησιά ευωδάγανε σαν κρίνα..!”

Στην ποίηση του Σικελιανού όλα τα στοιχεία που συνθέτουν την έννοια της Πατρίδας και του Ελληνισμού, είναι συνταιριασμένα, όλα βρίσκουν δικαίωση κι από παντού ξεπηδάει παλαίμαχος κι ακούραστος, κυβερνητής και διαφεντευτής, ο δουλευτής Λαός-Λαός Ξωμάχος, προστάτης και καλλιεργητής, αργάτης της γης του της ευλογημένης και ποτισμένης με τον ιδρώτα των προγόνων του:

“… Ολούθε ο ιδρομέτωπος

κυβέρναε χωριάτης.

 

Παντού ο λαός. Και λάτρεψα

και στη λαχτάρα μου είπα:

“Βάλε το αυτί στα χώματα”

κι εφάνη μου πως η καρδιά

της γης βαριά αντιχτύπα… “

Σαν τον Ανταίο, από τη γη αντλεί τη δύναμή του:

“… Βόηθα με, γη, το μόχτο σου στο μόχτο μου στραγγίζω,

σαν τον Ανταίο αν λύγισα, καθώς αυτός σε αγγίζω…”

Ο Σικελιανός πίστευε στο αίμα της ελληνικής Φυλής. Κι αυτή την πίστη του την εκφράζει με στίχους δυνατούς, αδάμαστους, θα έλεγε κανείς:

“… Μαύρο, ανεπίβατο άτι,

ω αίμα της Φυλής μου!

 

(…)Δίχως φτερά σαν πίσσα,

και σαν χελιδόνι γλήγορο κι αστραφτερό..!”

Αλλά μετά τις βιβλικές καταστροφές, που δεν γνώρισε και λίγες η πολύ

παθη πατρίδα μας, συλλογίζεται θλιμμένα ο ποιητής:

“…Έτσι βαμμένοι απ’ των παιδιών σου το αίμα

οι ποταμοί κι η θάλασσά σου

σ’ έζωσαν από παντού… “

Ο Άγγελος Σικελιανός, ο πανέμορφος στο σώμα και στην ψυχή μεγάλος Νεοέλληνας ποιητής σπούδασε τον Ελληνισμό. Η αδάμαστη πνευματική του δίψα τον έσπρωξε ως τις πηγές της γνώσης και της αλήθειας. Είχε μελετήσει εκτός από τη φύση και τη ζωή στον ελληνικό χώρο, την Ελληνική Μυθολογία, τα Ορφικά και τα ελευσίνια Μυστήρια, τη Βυζαντινή και τη Νεότερη Ιστορία, ολόκληρη την Ελλάδα, φυσική και πνευματική, μυθολογική, ιστορική και πάντα σε σχέση με τον άνθρωπο και τη μοίρα του μέσα στους αιώνες της. Μα πιο πολύ αγάπησε και σπούδασε τη Γλώσσα μας. Αφιέρωσε μια ολόκληρη ζωή για να μάθει τη γλώσσα του λαού κοντά στην πηγή της, στο λαό. Δεν προλάβαινε, λέει, να μάθει ξένες γλώσσες, δεν είχε καιρό. Είχε να μάθει Ελληνικά! Αυτή την υπέροχη γλώσσα, που σήμερα κακοποιείται και λεηλατείται βάναυσα από απαίδευτους νεόκοπους, που καμώνονται τους μοντέρνους και τους προοδευτικούς… Πίστευε στη γλώσσα και στη δύναμή της, όπως στη γη και στη φυλή. Στη γλώσσα μας που είναι μία κι αξεχώριστη και ομοούσια τριάδα: Αρχαία αλεξανδρινή και Νέα.

Το Σικελιανό τον απασχόλησε και η θρησκευτική ζωή και η πίστη του ελληνικού λαού. Η ποίησή του στο σύνολό της θα μπορούσε να παραλληλιστεί με μια Ελληνική Μεγάλη Εβδομάδα. ΄Εχει τα Πάθη της και την Ανάστασή της, τα Πάθη του ελληνικού λαού και την Ανάστασή του.  Ο ποιητής είναι ταυτισμένος με το Λαό του. Σε όλες τις εθνικές περιπέτειες πάσχει μαζί με τον ελληνικό λαό. Αισθάνεται σαν ένα πονεμένο μέλος του πάσχοντα ελληνικού οργανισμού. Θλίβεται αντικρύζοντας τη ρημαγμένη μετακατοχική Ελλάδα: “Είδα ολοτρόγυρα τη γη μου /έρμη /οκνή /ένα βάλτο(…) / Απ’ άκρη σ’ άκρη,  στη γην όλη, /όλο το σήμερα φωτιά…”

Όμως τίποτα δεν χάνεται. Η Ελλάδα είναι προορισμένη να ζήσει και θα ζήσει μέσα από την Ιστορία και τον πολιτισμό της. Μέσα από τα μεγάλα έργα των ηρώων του λόγου. Είναι ο στάχυς ο ιερός της ελευσίνας, που θάβεται στη γη για να ριζοβολήσει και να βλαστήσει πάλι και ν’ αναστηθεί και θ’ ανεβεί στα γαλανά μεσούρανα ελεύθερη και δυνατή κι ωραία!Και το βλέπει κιόλας το όραμα:

“Μα ήρθεν η μέρα που οι νεκροί κι οι ζωντανοί, σιμά μου,

καθώς οι βάτοι πιάνονταν από το φόρεμά μου.

Και μοναχός μου απόμεινα στα ράκη μέσα ατός μου

κι είπα: “Καιρός και μένανε να φέξει ο σκελετός μου”….”

Στην κηδεία του Εθνικού Ποιητή Κωστή Παλαμά, όταν οι χιτλερικές μπότες και τα κανόνια όργανωναν τον τόπο και καταπατούσαν τα ιερά και τα όσιά μας, κι όλος οκόσμος έμενε βουβός μπροστά στο δράμα του Ελληνισμού, ο Σικελιανός ύψωσε το γιγάντιο ανάστημά του, αψηφώντας τη φοβέρα του κατακτητή μπροστά στο φέρετρο και βροντοφώνησε:

“Ηχήστε οι σάλπιγγες…Καμπάνες βροντερές,

δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα…

Βογκήστε, τύμπανα πολέμου…Οι φοβερές

σημαίες, ξεδιπλωθείτε στον αέρα!

 

Σ’ αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα! ΄Ενα βουνό

με δάφνες αν υψώσουμε ως το Πήλιο κι ως την ΄Οσσα,

κι αν το πυργώσουμε ως τον έβδομο ουρανό,

ποιον κλει, τι κι αν το πει η δικιά μου γλώσσα;

 

Μα εσύ, λαέ, που τη φτωχή Σου τη μιλιά,

΄Ηρωας , την πήρε και τη ύψωσε ως τ’ αστέρια,

μεράσου τώρα τη θεϊκή φεγγοβολιά

της τέλειας Δόξας Του, ανασήκωσ’ τον στα χέρια

 

γιγάντιο φλάμπουρο, κι απάνω κι από μας

που τον υμνούμε, με καρδιά αναμμένη,

πες μ’ ένα μόνο ανασασμόν: “ο Παλαμάς!”

ν’ αντιβογκήξει τ’ όνομά του η Οικουμένη!

 

Σ’ αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα! Ένας λαός,

(…)

Ηχήστε οι σάλπιγγες…Καμπάνες βροντερές

δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα…

Βόγκα, παιάνα! Οι σημαίες οι φοβερές,

στης Λευτεριάς ξεδιπλωθείτε στον αέρα!

 

 

Ο Εμφύλιος σπαραγμός που ακολούθησε τη Γερμανική Κατοχή και οδηγούσε σταθερά στην αλληλοεξόντωση τους ΄Ελληνες, τον συγκλόνισε. Πάσχισε με όλες του τις δυνάμεις να τους ενώσει και να συμφιλιώσει τα αντίθετα, ταγμένος με τον τρόπο του στην πλευρά των προοδευτικών δυνάμεων του κόσμου και κρίνοντας από τη σκοπιά του μοναχικού ανθρώπου. Για το Σικελιανό μόνο η Δημικρατία, η ελεύθερη, δηλαδή θέληση του συνόλου των πολιτών, είναι εκείνη που πρέπει και μπορεί να ρυθμίζει το Πολίτευμα.

Με το δικό του τρόπο πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση. Τα ποιήματά του της περιόδου, που η Ελλάδα σύσσωμη ξεσηκωμένη, ζωντανοί και νεκροί στην αποθέωση του αγώνα της, μάχεται ολόρθη πάνω στα βουνά για την ελευθερία της, είναι αντάξια των συνταρακτικών γεγονότων:

“Δεν είναι τούτο πάλεμα στα μαρμαρένια αλώνια,

εκεί να στέκει ο Διγενής και μπρος να στέκει ο Χάρος.

Εδώ σηκώνετ’ όλ’ η γη με τους αποθαμένους

και με τον ίδιο θάνατο πατάει το θάνατό της.

 

Κι απάνω απάνω στα βουνά, κι απάνω στις κορφές τους

φωτάει με μιας ανάσταση, ξεσπάει αχός μεγάλος…

Η ελλάδα σέρνει το χορό ψηλά με τους αντάρτες,

-χιλιάδες δίπλες ο χορός, χιλιάδες τα τραπέζια-

κι είν’ οι νεκροί στο ξάγναντο πρωτοπανηγυριώτες!”

Και σε στιγμές εθνικής έξαρσης καλεί όλους τους ΄Ελληνες σ’ έναν άλλοξεσηκωμό, βλέποντας την Πατρίδα του να βουλιάζει στη λάσπη και στο αίμα και στην αδιαφορία του κόσμου όλου, μ’ ένα εγερτήριο σάλπισμα, το “Πνευματικό του εμβατήριο”. Και τους αποκαλεί αδερφούς του και αδερφούς του ήλιου. Καλεί τον απλό λαό, αλλά και τους δημιουργούς που θα βάλουν τα θεμέλια της καινούργιας Ελλάδας και θα σηκώσουν τον ήλιο, το πνευματικό της ανάστημα, τον πολιτισμό της να λάμψει πάνω από την οικουμένη όλη:

 

“Ομπρός, βοηθάτε να σηκώσουμε τον ήλιο πάνω απ’ την Ελλάδα,

ομπρός βοηθάτε να σηκώσουμε τον ήλιο πάνω από τον κόσμο!

Τι, ιδέτε, εκόλλησεν η ρόδα του βαθιά στη λάσπη,

κι α, ιδέτε, χώθηκε τ’ αξόνι του βαθιά μες στο αίμα!

Ομπρός, παιδιά, και δε βολεί μονάχος του ν’ ανέβει ο ήλιος,

σπρώχτε με γόνα και με στήθος, να τον βγάλουμε απ’ τη λάσπη,

σπρώχτε με στήθος και με γόνα, να τον βγάλουμε απ’ το γαίμα.

‘Δέστε, ακουμπάμε απάνω του ομοαίματοι αδερφοί του!

Ομπρός, αδέρφια, και μας έζωσε με τη φωτιά του,

ομπρός, ομπρός κι η φλόγα του μας τύλιξε, αδερφοί μου!

 

Ομπρός, οι δημιουργοί! Την αχθοφόρα ορμή Σας

στυλώστε με κεφάλια και με πόδια, μη βουλιάξει ο ήλιος!

 

[……….] Ομπρός, συντρόφοι,

βοηθάτε να σκωθεί, να γίνει ο ήλιος Πνέμα!”

 

 

 

Χίος, 1970, Παλαιό Φάληρο,  Ιούλιος,  2020

 

 

____________________

* 1. Μέρος ομιλίας μου με τίτλο “Ελληνοκεντρική θεώρηση του ποιητικού έργου

του Άγγελου Σικελιανού. Πρωτοδιαβάστηκε στη Χίο (1970) σε εκδήλωση του Συλλόγου

Δασκάλων και Νημιαγωγών Χίου, στην Εστία Νέας Σμύρνης (1987), στο Δημοτικό θέατρο

Πειραιώς (1988), παρουσία της κ. Άννας Σικελιανού, κ.α. σε εκδηλώσεις για τον ποιητή.

 

2. Με τίτλο: “Η ελληνοκεντρική θεώρηση στο ποιητικό έργο του Άγγελου Σικελιανού, δημοσιεύθηκε στην Τρίμηνη περιοδική έκδοση Εστίας Νέας Σμύρνης, τ. 53-54, 1988.

 

 

 https://www.fractalart.gr/aggelos-sikelianos-afieroma/

 

Κυριακή 9 Απριλίου 2017

«Πάσχα των Ελλήνων»


mantis10.4.17
fav_separator
Ψυχή, που, κι αλαφρότερηαπό αφημένο μήλο,
στα μπλαβά απάνω κύματα, γαλήνια τώρα, πλες
σαν το νησί π’ αρμένιζε μονάχο, η άγια Δήλο∙
Ψυχή, που θείες σε ζώσανε δυνάμεις σιωπηλές,
στο μυστικόν ολάκερη μαγνήτη γυρισμένη,
πέρ’ απ’ των πάγων τα βουνά, το ξέρεις, μαντική,
των υπερβόρειων η χαρά παρθένων σε προσμένει,
των κύκνων των χιονοφώτων η δόξα, η Μουσική.
Όση μας έμεινε πνοή, την κυβερνάει μια τάξη∙
Όλος μας γίνη ο κάματος αθάνατη θροφή∙
Κι ως το σκουλήκι, ολάκερο π’ αδειάζει απ’ το μετάξι,
την άξιαν ετοιμάζοντας στο σώμα του ταφή,
δε μας εμόλεψε καημός η σάρκα αν θα βαστάξει∙
αλλ’ ως την επλημμύρισε του απέραντου η αφή
και πόνεσε και πάσχισεν ακέρια να πετάξει,
α, ποια λαχτάρα αμίλητη την έτρωε και κρυφή!
Κανένας πια το σύντροφο δε δύνονταν να κρίνει∙
τι, σμίγοντας τα πρόσωπα στους δείπνους τη βραδιά,
τα πρόσωπά μας έφεγγαν ως φέγγουν όμοιοι οι κρίνοι,
κι ως από μιαν ανέβαινεν η ανάσα μας καρδιά.
«Ποιος αύριον» ελογιάζαμε βουβοί «θε να προστάξει;»
«Τίνος ο πόνος, άμετρος, στο πέλαο θα στραφεί;»
«Το δοιάκι ποιος, στον άδηλον αγώνα, θα βαστάξει;»
Κι όλων τα μάτια ελέγανε, κρυφά: «Εγώ, αδερφοί!»
Χαράζει τάχα, ω σύντροφοι, μπροστά μας, ή βραδιάζει;
Το φως που μπήκαμε έμοιασε βαθύ, παντοτινό∙
κι όλη μας νιώθουμε η καρδιά σα μια σπονδή ν’ αδειάζει,
από κρατήρα ατίμητο, μπροστά στον ουρανό.
[Απόσπασμα από την ενότητα «Το τραγούδι των Αργοναυτών»]
Το«Πάσχα των Ελλήνων» είναι μια εκτενέστατη ποιητική σύνθεση με την οποία ο Άγγελος Σικελιανός επιχείρησε να συνδέσει τα σύμβολα της χριστιανικής θρησκείας με αυτά της αρχαιοελληνικής. Ο ίδιος ο ποιητής είχε αναφέρει τα εξής σχετικά με τον τίτλο του ποιήματος: «Με τον τίτλο «Πάσχα των Ελλήνων» δεν εννοούσα τίποτα εθνικιστικό, όπως άστοχα νομίσανε πολλοί, αλλά το Πνευματικό εκείνο Πάσχα του Ηλιακού και του παγκόσμιου -τέλεια πλέον ωριμασμένου στην εποχή μας- Λόγου, στον οποίον η Ελλάδα δικαιούνταν να καλέσει μια ώρα όλους τους λαούς της γης.»
«Ψυχή, που, κι αλαφρότερη από αφημένο μήλο,
στα μπλαβά απάνω κύματα, γαλήνια τώρα, πλες
σαν το νησί π’ αρμένιζε μονάχο, η άγια Δήλο∙»
Ο ποιητής προσφωνεί την ψυχή -τη συλλογική ψυχή των Αργοναυτών- που έχοντας βιώσει τις δοκιμασίες του ταξιδιού κι έχοντας αντλήσει από αυτές πρωτόγνωρη δύναμη είναι έτοιμη πια να ξεπεράσει την ατομικότητά της και να αφεθεί στη λυτρωτική συνένωση με την ψυχή του άλλου∙ του συντρόφου. Εξαγνισμένη και αποδεσμευμένη από τη δύναμη του φόβου, η Ψυχή πλέει τώρα απολύτως γαλήνια πάνω στα σκούρα κύματα, όπως θα έπλεε ένα μήλο που παρασύρεται από τη δύναμη του νερού, χωρίς το ίδιο να έχει καμία ανησυχία για το που οδηγείται, αφού τίποτε δεν κλονίζει την εμπιστοσύνη του στη γνώση και την πρόνοια της φύσης.
Η Ψυχή πλέει γαλήνια, όπως αρμένιζε άλλοτε μονάχο του το άγιο νησί της Δήλου∙ το νησί που δέχτηκε πάνω του τη γέννηση του Απόλλωνα, του θεού του φωτός, της μουσικής και της μαντικής τέχνης. Μια παρομοίωση ιδιαίτερης νοηματικής σημασίας για το ποίημα, εφόσον το ταξίδι των Αργοναυτών αποκτά εδώ ως απώτερο προορισμό του τη μυθική χώρα των Υπερβόρειων, απ’ όπου αντλούσε την καταγωγή του ο Απόλλωνας και όπου, σύμφωνα με την παράδοση, κατέφευγε συχνά. Είναι, άλλωστε, σημαντικό να ληφθεί υπόψη πως ο Σικελιανός επιχειρεί να συνδέσει την παλιά με τη νέα θρησκεία, αναζητώντας τα στοιχεία εκείνα που διατρέχουν διαχρονικά το θρησκευτικό αίσθημα των ανθρώπων.
Ο ίδιος ο Σικελιανός είχε σημειώσει σχετικά: «Το «Πάσχα των Ελλήνων» είναι η πρώτη αυθόρμητή μου απόπειρα, λοιπόν, καθολικής μου, μ’ ένα τρόπο, επαφής με το θρησκευτικό αυτό «υποσυνείδητο» -και που μονάχα ως τέτοιο εγκλείει ακόμα για τον άνθρωπο μια αιώνια σημασία- κι όπως το εκφράζονταν για μένα τότε, όχι το δόγμα ή η οργάνωση, αλλά ο γνήσιος Μύθος του Χριστιανισμού. Μύθος που οι ρίζες του βυθίζονται στην ιστορία ολόκληρης της Ανθρωπότητας: μες σε όλες ανεξαίρετα τις τραγικές της περιπέτειες, μες σ’ όλο της τον προαιώνιο πόνο, και μες σ’ όλη τη βαθύτερην ελπίδα της κι απαντοχή.»
«Ψυχή, που θείες σε ζώσανε δυνάμεις σιωπηλές,
στο μυστικόν ολάκερη μαγνήτη γυρισμένη,
πέρ’ απ’ των πάγων τα βουνά, το ξέρεις, μαντική,
των υπερβόρειων η χαρά παρθένων σε προσμένει,
των κύκνων των χιονοφώτων η δόξα, η Μουσική.»
Η Ψυχή περνά τη δοκιμασία του ταξιδιού -τη δοκιμασία της ζωής- διατηρώντας την εσωτερική της γαλήνη, διότι συναισθάνεται και προμαντεύει την ύπαρξη μιας επάξιας ανταμοιβής για τους κόπους και τις οδύνες της. Έχει, έτσι, στραφεί προς το μυστικό εκείνο μαγνήτη, που της υποδεικνύει τον τελικό της προορισμό, όπου θα γευτεί όλα τα δώρα του Απόλλωνα. Πέρα από τα βουνά των πάγων, εκεί που βρίσκεται η χώρα των Υπερβόρειων, η ψυχή θα βιώσει εκ νέου τη χαρά της αγνότητας και θα ευφρανθεί με τα θεσπέσια άσματα των κύκνων -των ιερών πτηνών του Απόλλωνα- πλήρως δοσμένη στη λυτρωτική δύναμη της Μουσικής.
Η Ψυχή θα λάβει στο τέλος του ταξιδιού την ανταμοιβή της, βιώνοντας μια εξιδανικευμένη κατάσταση ευδαιμονίας, η οποία μας παραπέμπει τόσο στις Νήσους των Μακάρων, της αρχαιοελληνικής μυθολογίας, όπου μετέβαιναν οι ψυχές των ηρώων, όσο και στον Παράδεισο της χριστιανικής -αλλά και της ισλαμικής- θρησκείας, όπου θα εγκατασταθούν οι ψυχές των πιστών μετά θάνατον. Πρόκειται για μια ισχυρή προσδοκία δικαίωσης που διατρέχει διαχρονικά την ανθρώπινη σκέψη και προσφέρει δύναμη κι απαντοχή στους ανθρώπους απέναντι στις ποικίλες δυσκολίες της ζωής.
«Όση μας έμεινε πνοή, την κυβερνάει μια τάξη∙
Όλος μας γίνη ο κάματος αθάνατη θροφή∙
Κι ως το σκουλήκι, ολάκερο π’ αδειάζει απ’ το μετάξι,
την άξιαν ετοιμάζοντας στο σώμα του ταφή,
δε μας εμόλεψε καημός η σάρκα αν θα βαστάξει∙»
Οι Αργοναύτες χάρη στην εμπειρία των αρχικών δοκιμασιών του ταξιδιού τους, έχουν αποκτήσει μια ακλόνητη αίσθηση σκοπού, που προσδίδει πλέον νόημα σε κάθε τους πράξη. Ο σωματικός και πνευματικός κάματος του καθημερινού μόχθου τρέπεται αίφνης μέσα τους σε αθάνατη τροφή που ισχυροποιεί την ψυχή τους και την προετοιμάζει για την επερχόμενη διαδικασία της μετάβασης. Η αίσθηση πως το ταξίδι αυτό είναι κάτι πολύ περισσότερο από μια απλή περιπέτεια∙ η αίσθηση πως ό,τι γίνεται αποτελεί την προετοιμασία της ψυχής για να περάσει πια στον πνευματικό χώρο της δικαίωσής της, ισχυροποιεί τη θέλησή τους και δεν αφήνει καμία σκέψη για το αν μπορεί το σώμα τους ν’ αντέξει τόσους κόπους να μιάνει την πρόθεσή τους να αφοσιωθούν πλήρως σ’ αυτή τους την προσπάθεια. Μάχονται και ξοδεύουν κάθε σωματική τους δύναμη, όπως ο μεταξοσκώληκας παράγει -εξαντλώντας τον ίδιο του τον εαυτό- το μετάξι που θα αποτελέσει τον επάξιο χώρο ταφής του σώματός του.
«αλλ’ ως την επλημμύρισε του απέραντου η αφή
και πόνεσε και πάσχισεν ακέρια να πετάξει,
α, ποια λαχτάρα αμίλητη την έτρωε και κρυφή!»
Η Ψυχή αποκτά μια προνομιακή πρόγευση της ευδαιμονίας που την προσμένει, βιώνοντας τη βαθιά αίσθηση πληρότητας που της προσφέρει η επίγνωση πως σύντομα θα συνενωθεί με τη συνολική ουσία που διατρέχει ολόκληρο το σύμπαν, κι αυτό την εξωθεί να επιδιώξει την πρόωρη απόσπασή της από το σώμα. Η Ψυχή βιώνει μια συγκλονιστική λαχτάρα να αποδεσμευτεί από τη σωματική της υπόσταση και να πετάξει ελεύθερη, καθώς αδημονεί να γνωρίσει την απόλυτη εκείνη ελευθερία που θα της επιτρέψει να γίνει ένα με καθετί γύρω της∙ την απόλυτη εκείνη ελευθερία που θα της επιτρέψει ν’ αγγίξει και να γνωρίσει διαμιάς τον κόσμο στην ολότητά του.
«Κανένας πια το σύντροφο δε δύνονταν να κρίνει∙
τι, σμίγοντας τα πρόσωπα στους δείπνους τη βραδιά,
τα πρόσωπά μας έφεγγαν ως φέγγουν όμοιοι οι κρίνοι,
κι ως από μιαν ανέβαινεν η ανάσα μας καρδιά.»
Η κοινή εμπειρία του ταξιδιού κι η από κοινού αντιμετώπιση όλων των δυσκολιών εδραιώνει μεταξύ των Αργοναυτών μια άρρηκτη σχέση εμπιστοσύνης και αδελφότητας, η οποία προχωρά, μάλιστα, ως το σημείο της πλήρους ταύτισης. Κανένας δεν μπορεί πια να κρίνει το σύντροφό του, αφού όλοι γνωρίζουν και το νιώθουν πως δεν αποτελούν πια μεμονωμένα άτομα, αλλά μία αδιάσπαστη ενότητα. Το βλέπουν, άλλωστε, όταν μαζεύονται τα βράδια για το δείπνο τους, ότι τα πρόσωπά τους φέγγουν όπως φέγγουν όμοιοι μεταξύ τους οι κρίνοι, και το νιώθουν πια πως η ανάσα τους είναι σαν να βγαίνει από μία καρδιά.
Χάρη σ’ αυτό το ταξίδι μύησης που τους οδηγεί από τη βίωση της επίμοχθης καθημερινής προσπάθειας σε μια πρόγευση του θανάτου και στην επίγνωση πως πέρα από τις κοπιώδεις επιδιώξεις της ζωής βρίσκεται ένα κοινό για όλους πέρασμα σε μια άλλη ευδαιμονική πραγματικότητα, οι Αργοναύτες αποκτούν μια συνολικότερη θέαση του ανθρώπινου βίου. Μαθαίνουν να εκτιμούν βαθύτερα την αξία του συντρόφου τους και συνειδητοποιούν πως η πορεία τους στη ζωή δεν χρειάζεται να είναι μοναχική, αφού μέσα από τη συναδέλφωση και την αρμονική συνύπαρξη με τους άλλους, μπορούν να λάβουν κάθε αναγκαίο στήριγμα στην πάλη τους με τις συνεχείς δοκιμασίες που καλούνται να αντιμετωπίσουν.
Η άρση της ατομικότητας δίνεται εδώ ιδιαιτέρως εμφατικά από τον Σικελιανό, κάτι που μας φέρνει στη σκέψη το γεγονός πως όταν το 1918 ο ποιητής ξεκινούσε να συνθέτει το «Πάσχα των Ελλήνων» η Ελλάδα είχε μόλις βγει από την περιπέτεια του Εθνικού Διχασμού -της διένεξης ανάμεσα στον Ελευθέριο Βενιζέλο και τον Κωνσταντίνο Α΄-, που είχε οδηγήσει τη χώρα στη δίνη μιας καταστροφικής διχόνοιας και τις συνέπειες του οποίου θα βίωναν οι πολίτες για αρκετά χρόνια ακόμη. Έτσι, το «Πάσχα (= πέρασμα) των Ελλήνων» λαμβάνει, υπό μία έννοια, μια ακόμη νοηματική διάσταση, αφού τρέπεται στο «Πέρασμα» των Ελλήνων από την οδυνηρή κατάσταση της διχόνοιας και του διχασμού, στη συνειδητοποίηση της αξίας που έχει η συναδέλφωση των ανθρώπων και η αδιαπραγμάτευτη διάθεση για αρμονική συνεργασία και συνύπαρξη.
«Ποιος αύριον» ελογιάζαμε βουβοί «θε να προστάξει;»
«Τίνος ο πόνος, άμετρος, στο πέλαο θα στραφεί;»
«Το δοιάκι ποιος, στον άδηλον αγώνα, θα βαστάξει;»
Κι όλων τα μάτια ελέγανε, κρυφά: «Εγώ, αδερφοί!»
Το ταξίδι των Αργοναυτών -το ταξίδι της ζωής- λειτουργεί τελικά σαν ένα μάθημα ταπεινοφροσύνης και συντροφικότητας. Ο εγωκεντρισμός παραμερίζεται και ο πόνος του άλλου γίνεται αίφνης πόνος κοινός που αντιμετωπίζεται έτσι πιο αποτελεσματικά, αφού τον μοιράζονται όλοι. Καθένας από τους συντρόφους είναι πρόθυμος να αναλάβει δύσκολες ευθύνες για χάρη των άλλων και καθένας είναι πρόθυμος να θυσιάσει την ατομικότητά του προκειμένου να απαλυνθεί η κοινή αγωνία.
Στο ερώτημα ποιος θα επωμιστεί την ευθύνη για την πορεία που ακολουθεί το κοινό τους ταξίδι∙ ποιος θα αντέξει να κρατά το τιμόνι σ’ αυτόν τον ακαθόριστο και σκοτεινό αγώνα που έχουν κληθεί να δώσουν, εμφανίζονται όλοι τους πρόθυμοι να παλέψουν από κοινού, με μια ομοψυχία που γεννήθηκε από τη βαθιά εκτίμηση και αγάπη που απέκτησαν ο ένας για τον άλλον.
«Χαράζει τάχα, ω σύντροφοι, μπροστά μας, ή βραδιάζει;
Το φως που μπήκαμε έμοιασε βαθύ, παντοτινό∙
κι όλη μας νιώθουμε η καρδιά σα μια σπονδή ν’ αδειάζει,
από κρατήρα ατίμητο, μπροστά στον ουρανό.»
Καθώς οι Αργοναύτες προσεγγίζουν το χώρο της κυριαρχίας του Απόλλωνα και περνούν συμβολικά στην περιοχή του θανάτου, ο ποιητής αποδίδει με έξοχο τρόπο την απορία που γεννιέται στην ψυχή τους για το αν τελικά ολοκληρώθηκε το ταξίδι τους ή αν μόλις τώρα ξεκινά γι’ αυτούς μια νέα περιπέτεια. Το φως που τους κυκλώνει μοιάζει αινιγματικά αμφίσημο, όπως το λυκόφως μπορεί να θυμίσει τα χρώματα τ’ ουρανού ακριβώς την ώρα που ξημερώνει. Έτσι, οι Αργοναύτες δεν είναι βέβαιοι για το αν ό,τι αντικρίζουν μπροστά τους είναι το χάραμα μιας νέας ημέρας ή το τέλος μιας άλλης. Το λυκαυγές συγχέεται με το λυκόφως, όπως τα όρια της ζωής συγχέονται εύλογα με τα όρια του θανάτου, αφού το τέλος της ζωής δεν είναι παρά το πέρασμα σε μια άλλη μορφή ύπαρξης∙ παντοτινής και αναλλοίωτης πλέον.
Οι Αργοναύτες αφήνονται σε μια ολόψυχη βίωση του αιώνιου φωτός που κυριαρχεί γύρω τους, νιώθοντας την καρδιά τους ν’ αδειάζει, όπως ακριβώς θα συνέβαινε αν προσέφεραν μια σπονδή στον θεϊκό ουρανό από έναν κρατήρα ανεκτίμητης αξίας. Η αγωνία κι όλος τους ο πόνος, μα κι ο θαυμασμός τους κι η ευγνωμοσύνη τους, όλα τα συναισθήματα που συγκρατούσε για καιρό η καρδιά τους, προσφέρονται τώρα στο γιόρτασμα αυτό του ουράνιου φωτός, που σηματοδοτεί το «πέρασμά» τους σε μια νέα κατάσταση πνευματικής ύπαρξης∙ το πέρασμά τους στο χώρο του Παραδείσου.
*

Σάββατο 27 Φεβρουαρίου 2016

ΑΝΟΙΞΗ







Και να, φουντώνει η άνοιξη! 
Το νέο μπουμπούκι δένει.
Χύνεται η μεγαλόπνοη και λιγοθυμισμένη 
αύρα από τα τετράψηλα, και 
κρυφαναστενάζοντας 
λυγάει τα κυπαρίσσια. 
Οι ίσκιοι αλαφρώνουνε, οι αυγές, 
και η πελαγίσια 
ριπή ανασταίνει τ' αφρολούλουδα 
στα διάφανα τετράβαθά της πλάτια
από τη μια ως την άλλη νύχτα ανοίγονται, 
σκεπάζονται, ψηλά, τα μονοπάτια...
Και να, φουντώνει η άνοιξη! Παντού ο λαός,
να δράξει τη μανία την ιερή, που ανάτρομη
σκορπάει στα τετραπέρατα αρμονία,
κι απ' τον αγώνα του κορμιού, του νου, του δένδρου
υψώνει αντάμα, 
σε βύθη αϊτίσια, αθώρητα,
το μέγα της χαράς το θάμα!

Τετάρτη 29 Ιουλίου 2015

Άγγελος Σικελιανός



Ο Άγγελος Σικελιανός (15 Μαρτίου 1884 – 19 Ιουνίου 1951) ήταν ένας από τους μείζονες Έλληνες ποιητές. Το έργο του διακρίνεται από έντονο λυρισμό και ιδιαίτερο γλωσσικό πλούτο.





Ο Άγγελος Σικελιανός (15 Μαρτίου 1884 – 19 Ιουνίου 1951) ήταν ένας από τους μείζονες Έλληνες ποιητές. Το έργο του διακρίνεται από έντονο λυρισμό και ιδιαίτερο γλωσσικό πλούτο.






Γεννήθηκε στη Λευκάδα, όπου και πέρασε τα παιδικά του χρόνια. Αποφοίτησε από το γυμνάσιο το 1900 και τον επόμενο χρόνο γράφτηκε στη Νομική Σχολή της Αθήνας, χωρίς ωστόσο να ολοκληρώσει ποτέ τις νομικές του σπουδές. Τα ενδιαφέροντά του ήταν καθαρά λογοτεχνικά και από νωρίς μελέτησε Όμηρο, Πίνδαρο, Ορφικούς και Πυθαγόρειους, λυρικούς ποιητές, προσωκρατικούς φιλοσόφους, Πλάτωνα, Αισχύλο αλλά και την Αγία Γραφή και ξένους λογοτέχνες όπως τον Ντ' Αννούντσιο.





Τα επόμενα χρόνια πραγματοποίησε αρκετά ταξίδια και στράφηκε στην ποίηση και το θέατρο. Σημαντικό σταθμό στη ζωή του Σικελιανού αποτέλεσε ο γάμος του, το 1907, με την Αμερικανίδα Eva Palmer, η οποία σπούδαζε στο Παρίσι ελληνική αρχαιολογία και χορογραφία. Ο γάμος τους τελέστηκε στην Αμερική, ενώ εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα το 1908. Εκείνη την περίοδο ο Σικελιανός ήρθε σε επαφή με αρκετούς πνευματικούς ανθρώπους και τελικά το 1909 δημοσίευσε την πρώτη του ποιητική συλλογή Αλαφροΐσκιωτος, η οποία προκάλεσε ιδιαίτερη αίσθηση στους φιλολογικούς κύκλους, αναγνωριζόμενη ως έργο σταθμός στην ιστορία των νεοελληνικών γραμμάτων.





Ακολούθησε μια περίοδος έντονης αναζήτησης. που καταλήγει στην έκδοση των τεσσάρων τόμων της ποιητικής συλλογής Πρόλογος στη Ζωή, Η Συνείδηση της Γης μου (1915), Η Συνείδηση της Φυλής μου (1915), Η Συνείδηση της Γυναίκας (1916) και Η Συνείδηση της Πίστης (1917). Ο Πρόλογος στη Ζωή ολοκληρώθηκε αργότερα με τη Συνείδηση της Προσωπικής Δημιουργίας. Ακολουθούν ακόμα τα χαρακτηριστικά ποιήματα Το Πάσχα των Ελλήνων και Μήτηρ Θεού, της περιόδου 1917 - 1920, καθώς και διάφορες συνεργασίες του με λογοτεχνικά περιοδικά της εποχής.





Η αρχαιοελληνική πνευματική ατμόσφαιρα απασχόλησε βαθιά το Σικελιανό και συνέλαβε την ιδέα να δημιουργηθεί στους Δελφούς ένας παγκόσμιος πνευματικός πυρήνας ικανός να συνθέσει τις αντιθέσεις των λαών («Δελφική Ιδέα»). Για το σκοπό αυτό ο Σικελιανός, με τη συμπαράσταση και την οικονομική αρωγή της γυναίκας του, δίνει πλήθος διαλέξεων και δημοσιεύει μελέτες και άρθρα. Παράλληλα, οργανώνει τις «Δελφικές Εορτές» στους Δελφούς με τις παραστάσεις του Προμηθέα Δεσμώτη (1927) και των Ικέτιδων (1930) του Αισχύλου να ανεβαίνουν στο αρχαίο θέατρο.

Η «Δελφική Ιδέα» εκτός από τις αρχαίες παραστάσεις περιελάμβανε και την «Δελφική Ένωση», μια παγκόσμια ένωση για τη συναδέλφωση των λαών και το «Δελφικό Πανεπιστήμιο», στόχος του οποίου θα ήταν να συνθέσει σε έναν ενιαίο μύθο τις παραδόσεις όλων των λαών. Για τις πρωτοβουλίες αυτές, το 1929, η Ακαδημία Αθηνών του απένειμε αργυρό μετάλλιο για τη γενναία προσπάθεια αναβίωσης των δελφικών αγώνων. Από το φιλόδοξο αυτό σχέδιο το μόνο που πραγματοποιήθηκε τελικά ήταν οι Δελφικές Εορτές, αλλά και αυτές οδήγησαν σε οικονομική καταστροφή και χωρισμό του ζεύγους, αφού η Εύα Πάλμερ εγκαταστάθηκε από τότε στην Αμερική και επέστρεψε μόνο μετά το θάνατο του ποιητή.





Κατά τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940 ο Άγγελος Σικελιανός μαζί με άλλους Έλληνες λογίους προσυπέγραψε την Έκκληση των Ελλήνων Διανοουμένων προς τους Διανοούμενους ολόκληρου του Κόσμου με την οποία αφενός μεν καυτηριάζονταν η κακόβουλη ιταλική επίθεση, αφετέρου δε διέγειρε την παγκόσμια κοινή γνώμη σε επανάσταση συνειδήσεων για κοινό νέο πνευματικό Μαραθώνα.





Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής, ο Σικελιανός διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην πνευματική αντίσταση του λαού, με κορυφαία εκδήλωση το ποίημα και το λόγο που εκφώνησε στην κηδεία του Παλαμά το 1943.

Tο 1946 εξελέγη πρόεδρος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών.




Υπήρξε 5 φορές υποψήφιος για το Νόμπελ Λογοτεχνίας:

Το 1946, προτεινόμενος από το μέλος της Σουηδικής Ακαδημίας Anders Österling

Το 1947, προτεινόμενος από τον Νίκο Βέη, που την ίδια χρονιά είχε προτείνει και τον Νίκο Καζαντζάκη με την σκέψη πως θα έπρεπε να βραβευτούν από κοινού.

Το 1948, προτεινόμενος από μέλος της Βασιλικής Ακαδημίας Γραμμάτων, Ιστορίας και Αρχαιοτήτων της Σουηδίας Axel W Persson και το μέλος της Σουηδικής Ακαδημίας συγγραφέα και δημοσιογράφο Elin Wägner. Την χρονιά εκείνη, ο Anders Österling, ο οποίος είχε προτείνει τον Σικελιανό το 1946, πρότεινε να μοιραστεί το βραβείο μαζί με τον νικητή εκείνης της χρονιάς Τ.Σ. Έλιοτ, αλλά η πρότασή του απορρίφθηκε.

Το 1949, προτεινόμενος από το μέλος της Σουηδικής Ακαδημίας, συγγραφέα Sigfrid Siwertz.

Το 1950, προτεινόμενος με δύο προτάσεις. Μια, με μοναδικό υποψήφιο τον ίδιο, από την Ελληνική Εταιρεία Λογοτεχνών και μια, σε συνδυασμό ξανά με τον Καζαντζάκη, από το μέλος της Σουηδικής Ακαδημίας συγγραφέα Hjalmar Gullberg.

Ο Άγγελος Σικελιανός πέθανε στην Αθήνα το 1951 και τάφηκε στο Α' Νεκροταφείο Αθηνών.





Εργογραφία

Ποιήματα

Ο ποιητής εξέδωσε ο ίδιος τα έργα του σε τρεις τόμους με τον τίτλο Λυρικός Βίος (1946 Α και Β, 1947 Γ), αφήνοντας έξω κάποια έργα που δε θεώρησε απαραίτητο να συμπεριλάβει.

Το 1965 άρχισε η έκδοση των «Απάντων» του με επιμέλεια του Γ.Π.Σαββίδη. Εκδόθηκαν 5 τόμοι με το έργο που είχε δημοσιεύσει ο ποιητής (1965-1968) και έκτος τόμος (1969) με όσα ποιήματα είχε αφήσει εκτός του Λυρικού Βίου

Πεζά κείμενα

Συγκεντρωτική έκδοση των "Απάντων":

Πεζός Λόγος Α (1978)

Πεζός Λόγος Β (1980)

Πεζός Λόγος Γ (1981)

Πεζός Λόγος Δ (1983)

Πεζός Λόγος Ε (1985)


Τραγωδίες

Ο Διθύραμβος του Ρόδου (1932)

Σίβυλλα (1940)

Ο Δαίδαλος στην Κρήτη (1942)

Ο Χριστός στη Ρώμη (1946)

Ο Θάνατος του Διγενή (1947)

Ασκληπιός (ημιτελής)

Συγκεντρώθηκαν σε τρεις τόμους με τον τίτλο Θυμέλη, Α' και Β', 1950, Γ', 1954


Ποίηση - Επιστολογραφία - Πεζά Κείμενα - Ανθολογίες

(Με Φιλολογική Επιμέλεια, Παρουσίαση, Σχολιασμό, Σημειώσεις, Γλωσσάριο).



Άγγελος Σικελιανός, Ανθολογία, Επιλογή – φιλολογική επιμέλεια Ζήσιμος Λορεντζάτος, Γλωσσάρι Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος, «Ίκαρος», Αθήνα 1998.

Άγγελου Σικελιανού, Γράμματα, πρώτος τόμος (1902-1930), Φιλολογική επιμέλεια Κώστας Μπουρναζάκης, «Ίκαρος», Αθήνα 2000.

Άγγελου Σικελιανού, Γράμματα, δεύτερος τόμος (1931-1951), Φιλολογική επιμέλεια Κώστας Μπουρναζάκης, «Ίκαρος», Αθήνα 2000.

Άγγελου Σικελιανού, Αντίδωρο, Φιλολογική επιμέλεια Κώστας Μπουρναζάκης, «Ίκαρος», Αθήνα 2003.

Άγγελος Σικελιανός, Μήτηρ Θεού, Φιλολογική επιμέλεια Κώστας Μπουρναζάκης, «Ιδεόγραμμα», Αθήνα 2003.

Άγγελος Σικελιανός, Κήρυγμα Ηρωισμού, Φιλολογική επιμέλεια Κώστας Μπουρναζάκης, «Ίκαρος», Αθήνα 2004.

Άγγελος Σικελιανός, Γράμματα στην Εύα Πάλμερ Σικελιανού, Φιλολογική επιμέλεια Κώστας Μπουρναζάκης, «Ίκαρος», Αθήνα 2008.


Εύα Σικελιανού Ερωτεύτηκε γυναίκες, παντρεύτηκε τον ποιητή...




Αύγουστος του 1906, τρεις άνθρωποι κυκλοφορούν στην Αθήνα φορώντας χειροποίητους αρχαιοελληνικούς χιτώνες και σανδάλια. Οι κάτοικοι του κέντρου και του χωριού του Παγκρατίου τούς περιτριγυρίζουν με αναιδή περιέργεια. Είναι ο Ρέιμοντ Ντάνκαν, αδελφός της χορεύτριας Ισιδώρας Ντάνκαν, με τη γυναίκα του Πηνελόπη, αδελφή του ποιητή Αγγελου Σικελιανού, και την αμερικανίδα φίλη τους Εύα Πάλμερ.




Εύα Πάλμερ

Ο «Ιερός πανικός» της Εύας Πάλμερ, της πρώτης συζύγου του Αγγελου Σικελιανού, από καιρό εξαντλημένος στην πρώτη του έκδοση (Εξάντας, 1992), κυκλοφορεί σε νέα έκδοση από τις εκδόσεις Μίλητος. Ο διευκρινιστικός υπότιτλος γράφει «αυτοβιογραφία», πρόκειται όμως στην ουσία για τη βιογραφία της Δελφικής Ιδέας ή για τα απομνημονεύματα της Εύας, όπου το ιδιωτικό υποχωρεί μπροστά στο δημόσιο. Γραμμένο, έπειτα από παρότρυνση του Σικελιανού στο διάστημα 1938-1942, το κείμενο είναι μια εσωτερική μαρτυ ρία για την πορεία του οράματος της Δελφικής Ιδέας του Σικελιανού από την έμπνευση προς την υλοποίησή του, με πρώτο βήμα τη διοργάνωση των Δελφικών Γιορτών το 1927 και το 1930.




Άννα Σικελιανού

Για τον βιογράφο ο οποίος αναζητεί λεπτομέρειες για την ιδιωτική ζωή της Εύας οι τετρακόσιες σελίδες του τόμου δεν είναι καθόλου αποκαλυπτικές. Τα πρώτα επτά κεφάλαια που παρουσιάζουν την ανατροφή στο πατρικό σπίτι, τα ταξίδια, τις σπουδές στο Παρίσι, τη συναναστροφή με συγγραφείς και καλλιτέχνες λειτουργούν ως προοίμιο για την κατανόηση της βαθιάς και μόνιμης επίδρασης που άσκησε πάνω της το δελφικό ιδεώδες. Η νεανική λεσβιακή σχέση της με τη Νάταλι Κλίφορντ Μπάρνεϊ, η συμβίωσή της με τον Σικελιανό, οι παράλληλες σχέσεις του, η διάλυση του γάμου τους και ο γάμος του με την Αννα Καραμάνη μένουν στο σκοτάδι.





Ο εν πολλοίς άγνωστος γιος των Σικελιανών, ο Γλαύκος, δεν μας γίνεται περισσότερο γνώριμος και ελάχιστα πληροφορούμαστε για τη ζωή της μετά την επιστροφή στην Αμερική. Τα κεφάλαια της Αμερικής είναι στην πραγματικότητα μικρά δοκίμια, όπου με αφορμές από την αλληλογραφία της με τον χορευτή Τed Shawn, ανακαλύπτουμε τη θεωρητικό Εύα.





Εκφράζει εκτενώς τις απόψεις της για την τέχνη, για το δράμα και την ελληνική μουσική, σχολιάζει τον Εμερσον, τον Νίτσε και τον Σοπενάουερ, τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, μας εντυπωσιάζει με την καλλιέργεια και την κριτική της ευαισθησία και την προσπάθειά της για την αναβίωση της αρχαιοελληνικής τραγωδίας στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού.


Η Ελλάδα του Μεσοπολέμου

Οι Ωκεανίδες, από τις Δελφικές Γιορτές του 1930

Τα πιο ενδιαφέροντα κεφάλαια του βιβλίου είναι αναμφίβολα εκείνα που αφορούν τις Δελφικές Γιορτές, όπου ζωντανεύει στη λεπτομέρειά του ο κόσμος της Ελλάδας του Μεσοπολέμου. Η Εύα στρατεύτηκε διά βίου στο σικελιανικό όραμα μιας σύγχρονης παγκόσμιας αμφικτιονίας με κέντρο τους Δελφούς και όχημα την τέχνη, και για τις Δελφικές Γιορτές ανέλαβε τη χρηματοδότηση από την προσωπική της περιουσία, τη σκηνοθεσία, τη διδασκαλία της μουσικής και της όρχησης, την ύφανση των κοστουμιών, τις επαφές, τη διεκπεραίωση. Μόχθος τιτάνιος. Περιγράφει αυτές τις μακροχρόνιες και κοπιώδεις προετοιμασίες για τη διεξαγωγή των Γιορτών και ταυτόχρονα δίνει ένα ψυχογράφημα της ελληνικής κοινωνίας. Σημειώνει τις παρατηρήσεις της για το πώς λειτουργούν τα πράγματα στην Ελλάδα, για την ολιγωρία της πολιτείας, τη δυσπιστία του λαού, τη μάχη του ατόμου με τους γραφειοκρατικούς μηχανισμούς.

Ιστορία και θεωρία περικλείονται σε μια αφήγηση η οποία κυριαρχείται φανερά από αισθήματα θαυμασμού και αφοσίωσης στον Αγγελο Σικελιανό. Στον άνδρα που παρουσιάστηκε μπροστά της λουσμένος στο φως σαν έλληνας θεός: «Τον είδα για πρώτη φορά να στέκεται στον καυτό ήλιο έξω από την πόρτα μου... Ακόμη και όταν πέρασε μέσα από τη ζώνη του φωτός στο κέντρο του δωματίου προς τη σκιά της άκρης διατηρούσε τη λάμψη». Στον ποιητή που της προκαλεί ένα «εκστατικό μαρτύριο» με κάθε καινούργιο ποίημα που της διαβάζει. Το δελφικό ιδεώδες μπορεί να ήταν για τους περισσότερους μια ουτοπία του «αλαφροΐσκιωτου» ποιητή, για την Εύα όμως αποτέλεσε φιλοσοφία μέσα στην οποία έζησε τη ζωή της.


Στη μοναξιά των Δελφών

Η Εύα Πάλμερ φορώντας ένα από τα περίφημα υφαντά της


Κοσμοπολίτισσα,διανοουμένη και ακτιβίστρια,η Εύα Πάλμερ γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη το 1874 και ανατράφηκε σε μια πολύ εύπορη οικογένεια προοδευτικών αντιλήψεων.Ο πατέρας της Κούρτλαντ Πάλμερ ήταν ιδρυτής του «Ομίλου του 19ου αιώνα» και ενός βραχύβιου πρωτοποριακού σχολείου στη Νέα Υόρκη και η μητέρα της λάτρευε τη μουσική.Στο πατρικό της σπίτι διακεκριμένοι διανοούμενοι και καλλιτέχνες αντιμαχόμενων απόψεων μπορούσαν να συνδιαλεχθούν σε ατμόσφαιρα πολιτισμένη.Αυτό ήταν το έτοιμο έδαφος στο οποίο το δελφικό όραμα του Σικελιανού ρίζωσε εφ΄ όρου ζωής. Από το 1906 ως το 1933 έζησε στην Ελλάδα, με δύο ενδιάμεσα ταξίδια στην Αμερική,το 1907, όταν έγινε ο γάμος της με τον Σικελιανό,και το 1928, όταν έδωσε σειρά διαλέξεων για την προώθηση της Δελφικής Ιδέας.Μετά το 1933 ζει μόνιμα στην Αμερική.Συνεχίζει να επικοινωνεί με τον ποιητή ακόμη και μετά τον δεύτερο γάμο του,τον βοηθά οικονομικά,κινητοποιεί τον Χένρι Μίλερ για την υποστήριξη της υποψηφιότητάς του για το Νομπέλ το 1946. Στη διάρκεια του πολέμου διαμαρτύρεται για την Κατοχή στην Ελλάδα και συγκεντρώνει βοήθεια.Το 1950 αποφασίζει να επιστρέψει στην Ελλάδα για την αναβίωση των Δελφικών Γιορτών,αλλά δεν της εκδίδουν διαβατήριο.Ερχεται τελικά το 1952, έναν χρόνο μετά τον θάνατο του Σικελιανού. Στη διάρκεια παράστασης του «Προμηθέα Δεσμώτη» στους Δελφούς (έργου που παραστάθηκε στις πρώτες Δελφικές Γιορτές) παθαίνει καρδιακή προσβολή και πεθαίνει μία εβδομάδα αργότερα,στις 4 Ιουνίου.Τάφηκε, σύμφωνα με επιθυμία της,δίπλα στον Σικελιανό,στους Δελφούς.

http://www.eirinika.gr/

Κυριακή 26 Οκτωβρίου 2014

Θαλερό





Φλογάτη, γελαστή, ζεστή, ἀπὸ τ᾿ ἀμπέλια ἀπάνωθεν
ἐκοίταγε ἡ σελήνη -
κι ἀκόμα ὁ ἥλιος πύρωνε τὰ θάμνα, βασιλεύοντας
μὲς σὲ διπλὴ γαλήνη·
βαριὰ τὰ χόρτα, ἱδρώνανε στὴν ἀψηλὴν ἀπανεμιὰ
το θυμωμένο γάλα,
κι ἀπὸ τὰ κλήματα τὰ νιά, ποὺ τῆς πλαγιᾶς ἀνέβαιναν
μακριὰ-πλατιὰ τὴ σκάλα,
σουρίζανε οἱ ἀμπελουργοὶ φτερίζοντας, ἐσειόντανε
στον ὄχτο οἱ καλογιάννοι,
κι ἅπλων᾿ ἀπάνω στὸ φεγγάρι ἡ ζέστα ἀραχνοΰφαντο
κεφαλοπάνι...
Στὸ σύρμα, μὲς στὸ γέννημα, μονάχα τρία καματερά,
τό ῾να ἀπὸ τ᾿ ἄλλο πίσω,
τὴν κρεμαστή τους τραχηλιὰ κουνώντας, τὸν ἀνήφορο
ξεκόβαν τὸ βουνίσο·
σκυφτό, τὴ γῆς μυρίζοντας, καὶ τὸ λιγνὸ λαγωνικό,
με γρήγορα ποδάρια,
στοῦ δειλινοῦ τὴ σιγαλιὰ βράχο τὸ βράχο ἐπήδαγε
ζητώντας μου τὰ χνάρια·
καὶ κάτου ἀπ᾿ τὴν κληματαριὰ τὴν ἄγουρη μ᾿ ἐπρόσμενε,
στο ξάγναντο τὸ σπίτι,
σωστὸ τραπέζι πόφεγγε, λυχνάρι ὀμπρὸς τοῦ κρεμαστό,
το φῶς τοῦ Ἀποσπερίτη.
Ἐκεῖ κερήθρα μὄφερε, ψωμὶ σταρένιο, κρύο νερὸ
η ἀρχοντοθυγατέρα,
ὁποὖχε ἀπὸ τὴ δύναμη στὸν πετρωτό της τὸ λαιμὸ
χαράκι ὡς περιστέρα·
ποὺ ἡ ὄψη της, σὰν τῆς βραδιᾶς τὸ λάμπο, ἔδειχνε διάφωτη
τῆς παρθενιᾶς τὴ φλόγα,
κι ἀπ᾿ τὴ σφιχτή της ντυμασιὰ στὰ στήθια της τ᾿ ἀμάλαγα,
χώριζ᾿ ὁλόρτη ἡ ρώγα·
ποὺ ὀμπρὸς ἀπὸ τὸ μέτωπο σὲ δυὸ πλεξοῦδες τὰ μαλλιὰ
πλεμένα εἶχε σηκώσει,
σὰν τὰ σκοινιὰ τοῦ καραβιοῦ, ποὺ δὲ θὰ μπόρει᾿ ἡ φούχτα μου
νὰν τῆς τὰ χερακώσει.
Λαχανιασμένος στάθη ἐκεῖ κι ὁ σκύλος π᾿ ἀγανάχτησε
στα ὀρτὰ τὰ μονοπάτια,
κι ἀσάλευτος στὰ μπροστινά, μὲ κοίταγε, προσμένοντας
μιὰ σφήνα, μὲς στὰ μάτια·
ἐκεῖ τ᾿ ἀηδόνια ὡς ἄκουγα, τριγύρα μου, καὶ τοὺς καρποὺς
γευόμουν ἀπ᾿ τὸ δίσκο,
εἶχα τὴ γέψη τοῦ σταριοῦ, τοῦ τραγουδιοῦ καὶ τοῦ μελιοῦ
βαθιά στὸν οὐρανίσκο.
Σὰ σὲ κυβέρτι γυάλινο μέσα μου σάλευε ἡ ψυχή,
πασίχαρο μελίσσι,
ποὺ ὅλο κρυφὰ πληθαίνοντας γυρεύει σμάρια ὡσὰν τσαμπιὰ
στὰ δέντρα ν᾿ ἀμολήσει.
Κι ἔνιωθα κρούσταλλο τὴ γῆ στὰ πόδια μου ἀποκάτωθε
καὶ διάφανο τὸ χῶμα
γιατὶ πλατάνια τριέτικα τριγύρα μου ὑψωνόντανε
μ᾿ ἁδρό, γαλήνιο σῶμα.
Ἐκεῖ μοῦ ἀνοῖξαν τὸ παλιὸ κρασί, ποὺ πλέριο εὐώδισε
μὲς στὴν ἱδρένια στάμνα,
σὰν τὴ βουνίσια μυρουδιά, σύντας βαρεῖ κατάψυχρη
νύχτια δροσιὰ τὰ θάμνα...
Φλογάτη, γελαστή, ζεστή, ἐκεῖ ἡ καρδιά μου δέχτηκε
ν᾿ ἀναπαυτεῖ λιγάκι
πὰ σὲ σεντόνια εὐωδερὰ ἀπὸ βότανα, καὶ γαλανὰ
στὴ βάψη ἀπὸ λουλάκι.


(Άγγελος Σικελιανός ἀπὸ τὸ Λυρικὸς Βίος, B´, Ἴκαρος 1968)




...και μια ιστορία των στίχων 25-36


Το όμορφο Θαλερό το επισκεπτόταν πολύ συχνά στις αρχές του αιώνα (1915) ο μεγάλος μας ποιητής Άγγελος Σικελιανός. Εκεί εμπνεύστηκε ένα από τα αριστουργήματά του, το "ΘΑΛΕΡΟ". Το μικρό αυτό χωριό έγινε χάρη στον Σικελιανό γνωστό σ’ όλο τον πολιτισμένο κόσμο και κέρδισε την αιωνιότητα. Πολλά μπορούν να αλλάξουν, να χαθούν, στα χρόνια που έρχονται. Πάντα όμως θα υπάρχει ένας ποιητής να απαγγέλλει με θαυμαστή φωνή το "ΘΑΛΕΡΟ" του Άγγελου Σικελιανού. Το ποίημα αναφέρει και μια πανέμορφη κοπέλα του χωριού. Την αρχοντοθυγατέρα (Μαρία Παύλου).
Τα Χριστούγεννα του 1978, ο φίλος Γιώργος Αμάραντος, συνάντησε την κυρία Μαρία Παύλου, η οποία του μίλησε για τα χρόνια εκείνα, που ο Σικελιανός επισκεπτόταν το Θαλερό και αυτή ήταν η αρχοντοθυγατέρα του ποιήματος.


"Η ΑΡΧΟΝΤΟΘΥΓΑΤΕΡΑ"
ΤΟΥ ΑΓΓΕΛΟΥ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΥ
Εξήντα περίπου χρόνια πέρασαν από τότε, όταν για πρώτη φορά είδε το φως της δημοσιότητας στο φύλλο μιας επαρχιακής εφημερίδας της Κορινθίας το ποίημα του Άγγελου Σικελιανού "ΘΑΛΕΡΟ". Και σήμερα για μια ακόμη φορά ακούγεται και πάλι ο λυρικός λόγος του Σικελιανού εμπνευσμένος από το Θαλερό και την αρχοντοθυγατέρα του Μαρία Παύλου.
ΘΑΛΕΡΟ
Φλογάτη, γελαστή, ζεστή, από τ’ αμπέλια απάνωθεν
εκοίταγε η σελήνη
.............................................................
.............................................................
Εκεί κερήθρα μόφερε, ψωμί σταρένιο, κρύο νερό
η αρχοντοθυγατέρα,
οπούχε από τη δύναμη, στον πετρωτό της το λαιμό
χαράκι ως περιστέρα,
που η όψη της σαν της βραδιάς το λάμπο, έδειχνε διάφωτη
της Παρθενιάς τη φλόγα,
κι’ απ’ τη σφιχτή της ντυμασιά στα στήθη της τ’ αμάλαγα
χώριζ’ ολόρτη η ρόγα,
που ομπρός από το μέτωπο σε δυο πλεξούδες τα μαλλιά
πλεμένα είχε σηκώσει,
σαν τα σκοινιά του καραβιού, που δε θα μπόρειε η φούχτα μου
ναν της τα χερακώσει.
Χριστούγεννα 1978. Καθισμένη δίπλα στο τζάκι, στο σπίτι του Σωτήρη Αμάραντου, μια ψηλόλιγνη φιγούρα με πλούσια γκρίζα μαλλιά "πλεμένα" σε κοτσίδα, η αρχοντοθυγατέρα του Σικελιανού κοιτάζει τις κόκκινες γλώσσες της φωτιάς να γλύφουν με λαιμαργία τα κούτσουρα από πεύκο, και ξαναθυμάται. Συγκινημένη από τη χειρονομία του νεαρού ποιητή να της απαγγείλει τους στίχους του Σικελιανού, "τους δικούς της στίχους", ξαναγυρίζει το πρόσωπό της προς το παρελθόν, φανερά σφραγισμένο από τις μνήμες των χαμένων ευκαιριών να ξετυλίγονται αργά, αργά από την ανέμη του χρόνου και να καλπάζουν ανάερα ολονυχτίς μέσα στις άδειες ώρες και στην αστροφεγγιά της Χριστουγεννιάτικης νύχτας.
Ένας βαθύς αναστεναγμός βγαλμένος από τα βάθη της ψυχής, μια ωχρότητα στο ρυτιδωμένο πρόσωπο από τα χρόνια και την έντονη συγκίνηση και η διήγηση της αρχοντοθυγατέρας αρχίζει δισταχτικά, λες και ο φόβος της γνώσης πετρώνει τον λόγο στ’ απολιθωμένα χείλη.
"Βρισκόμαστε περίπου στα 1916. Ήμουν τότε 14 έως 15 ετών. Όπως κάθε φορά που ο Σικελιανός ανέβαινε από τη βίλα του στη Συκιά Κορινθίας στο Θαλερό, έτσι και σήμερα όλοι οι Θαλερίτες έτρεξαν να τον προϋπαντήσουν και να τον καλωσορίσουν. Ανέβαινε συχνά θυμάμαι στο Θαλερό. Αγαπούσε το χωριό μας γιατί εμπνεόταν. Κυρίως του άρεσε να γράφει στο "ξάγναντο", κάτω από τον μεγάλο πεύκο, με θέα όλη την πεδινή περιοχή, τον Κορινθιακό και πέρα τ’ αχνόφεγγα βουνά της Ρούμελης.
Και κάτου από την κληματαριά την άγουρη, μ’ επρόσμενε
στο ξάγναντο το σπίτι
στρωτό τραπέζι πούφεγγε λυχνάρι ομπρός του κρεμαστό,
το φως του αποσπερίτη.
Ήταν νομίζω απόγευμα καλοκαιριού. Εκείνη την ημέρα εφούρνιζα στην αυλή του σπιτιού μου και δεν μπόρεσα να βγω στο δρόμο για να τον χαιρετήσω.
Κάθε φορά που ο Άγγελος, ο όμορφος καβαλάρης, ανέβαινε στο Θαλερό συνοδευόταν από την γυναίκα του την Εύα, ντυμένη με αρχαίες χλαμύδες και από πολλές κοπέλες των καλυτέρων οικογενειών της περιοχής. Κάποτε έπαιρναν μαζί τους και τον Γλαύκο, τον μικρό γιο του Σικελιανού και της Εύας.
Εγνώριζα πολλά από τα κορίτσια που συνόδευαν τον Σικελιανό. Με πολλές ήμουν φίλη και συμμαθήτρια, και πάντοτε περνούσαν από το σπίτι μου για να με χαιρετήσουν ή να μου ζητήσουν κάτι. Θυμάμαι μια φορά μου εζήτησαν ένα σεντόνι για να ξαπλώσουν κάτω από τον πεύκο.
Φλογάτη, γελαστή, ζεστή, εκεί η καρδιά μου δέχθηκε
ν’ αναπαυτή λιγάκι
Πά’ σε σεντόνια ευωδερά από βότανα και γαλανά
στη βάψη από λουλάκι!…
Εκείνη την ημέρα λοιπόν ήμουν απασχολημένη με το ψήσιμο του ψωμιού, όταν πέρασαν να με χαιρετήσουν η Έλλη Μαργαρίτη και η Άννα Μιχαλοπούλου.
Γεια σου Μαρία, τι βλέπουμε! Φουρνίζεις; Θα μας φιλέψεις μια λαγάνα;
Μ’ όλη μου την καρδιά κορίτσια, ελάτε αργότερα όταν ψηθούν να σας φιλέψω. Καθίστε όμως να σας ψήσω καφέ! Όχι τώρα Μαρία, η παρέα μας προχώρησε και θα τους χάσουμε, όταν ξαναπεράσουμε για τις λαγάνες θα πιούμε και το καφεδάκι μας.
Απασχολημένη με τις δουλειές του σπιτιού ούτε κατάλαβα πώς πέρασε η ώρα, όταν ξαφνικά είδα να μπαίνουν στην αυλή του σπιτιού μου ο Σικελιανός, η Εύα και όλη η παρέα τους.
Φτερούγισε η καρδιά μου από την ταραχή, κι εφλογίσθηκαν τα μάγουλά μου από την αμηχανία. Τους έβαλα να καθίσουν ολόγυρα στην αυλή, τους επρόσφερα ζεστή λαγάνα και ανοίγοντας το ντουλάπι στο κατώι έβγαλα κερήθρες, σπάνιο γλύκισμα για την εποχή εκείνη.
Εκεί τ’ αηδόνια ως άκουγα τριγύρα μου και τους καρπούς
γευόμουν απ’ το δίσκο
είχα τη γέψη του σταριού, του τραγουδιού και του μελιού
βαθιά στον ουρανίσκο.
Όλοι έφαγαν με όρεξη μα πιο πολύ ο Άγγελος ο οποίος μ’ ευχαρίστησε χαϊδεύοντας τις δυο χοντρές πλεξούδες μου.
Να! Έτσι ακριβώς, σαν να ήταν τώρα".
Και τα μάτια της γριάς κυρίας βουρκώνουν και θαμπώνουν το κρύσταλλο των γυαλιών της. Περνά λίγη ώρα, βυθισμένη στις σκέψεις της, και η διήγηση ξαναρχίζει μ’ ένα τόνο περισσότερο πονετικό, περισσότερο νοσταλγικό.
"Πέρασαν αρκετές ημέρες από τότε, σχεδόν το είχα ξεχάσει όταν ο Βλάσης ο Γαρέζος μου χτύπησε μια μέρα το φεγγίτη και μου έδωσε να διαβάσω το φύλλο μιας εφημερίδας, νομίζω της "ΣΙΚΥΩΝ". Μαρία, διάβασε το ποίημα που έγραψε ο Σικελιανός για το Θαλερό!
Όταν διαβάζοντας έφθασα στους στίχους που ανέφεραν εμένα, τις πλεξούδες μου, το λαιμό μου, τα στήθη μου, ένοιωσα βεβαίως μια απέραντη ευχαρίστηση, όμως τρόμαξα μήπως και το αντιληφθεί ο πατέρας μου, γι’ αυτό και το’ σκισα γρήγορα. Άραγε τι θα έλεγε ο κόσμος διαβάζοντας αυτούς τους στίχους; Ευτυχώς εκείνη την εποχή λίγοι διάβαζαν εφημερίδα κι έτσι γι’ αρκετό καιρό δεν συνέβη τίποτα.
Πέρασαν τα χρόνια, εγώ παντρεύτηκα, ο Σικελιανός άρχισε τις προετοιμασίες για τις Δελφικές γιορτές του 1926, οι φίλες μου σκορπίσανε. Δυστυχώς όμως δεν τον βοήθησαν όπως του άξιζε, και έπαθε οικονομική καταστροφή. Αλλά, τι τα θυμόμαστε τώρα πια! Έχουν περάσει τόσα χρόνια, όλα ξεθώριασαν στο μυαλό μου. Σ’ ευχαριστώ όμως παιδί μου που μ’ έκανες να ξαναθυμηθώ τόσα γεγονότα, ένιωσα πάλι νέα και όμορφη όπως ήμουν και τότε".
Και η αναπόληση των περασμένων τελειώνει μ’ ένα κόμπο στο λαιμό, ένα αίσθημα λάθους, μέσα σε μια αβάσταχτη σιωπή, σχεδόν μεταφυσική, που πότε πότε διακόπτεται από τον κρότο που κάνουν οι φλούδες του πεύκου καθώς τινάζονται από το αναμμένο τζάκι.

http://poiitariato.blogspot.gr/

Κυριακή 13 Απριλίου 2014

«Στ᾽ Οσιου ΛουκΑ το μοναστηρι»


Στ’ Όσιου Λουκά το μοναστήρι, απ’ όσες
γυναίκες του Στειριού συμμαζευτήκαν
τον Eπιτάφιο να στολίσουν, κι όσες
μοιρολογήτρες ώσμε του Mεγάλου
Σαββάτου το ξημέρωμα αγρυπνήσαν,
ποια να στοχάστη – έτσι γλυκά θρηνούσαν! -
πως, κάτου απ’ τους ανθούς, τ’ ολόαχνο σμάλτο
του πεθαμένου του Άδωνη ήταν σάρκα
που πόνεσε βαθιά;
Γιατί κι ο πόνος
στα ρόδα μέσα, κι ο Eπιτάφιος Θρήνος,
κ’ οι αναπνοές της άνοιξης που μπαίναν
απ’ του ναού τη θύρα, αναφτερώναν
το νου τους στης Aνάστασης το θάμα,
και του Xριστού οι πληγές σαν ανεμώνες
τους φάνταζαν στα χέρια και στα πόδια,
τι πολλά τον σκεπάζανε λουλούδια
που έτσι τρανά, έτσι βαθιά ευωδούσαν!
 
Aλλά το βράδυ το ίδιο του Σαββάτου,
την ώρα π’ απ’ την Άγια Πύλη το ένα
κερί επροσάναψε όλα τ’ άλλα ως κάτου,
κι απ’ τ’ Άγιο Bήμα σάμπως κύμα απλώθη
το φως ώσμε την ξώπορτα, όλοι κι όλες
ανατριχιάξαν π’ άκουσαν στη μέση
απ’ τα “Xριστός Aνέστη” μιαν αιφνίδια
φωνή να σκούξει: “Γιώργαινα, ο Bαγγέλης!”
 
Kαι να· ο λεβέντης του χωριού, ο Bαγγέλης,
των κοριτσιών το λάμπασμα, ο Bαγγέλης,
που τον λογιάζαν όλοι για χαμένο
στον πόλεμο· και στέκονταν ολόρτος
στης εκκλησιάς τη θύρα, με ποδάρι
ξύλινο, και δε διάβαινε τη θύρα
της εκκλησιάς, τι τον κοιτάζαν όλοι
με τα κεριά στο χέρι, τον κοιτάζαν,
το χορευτή που τράνταζε τ’ αλώνι
του Στειριού, μια στην όψη, μια στο πόδι,
που ως να το κάρφωσε ήταν στο κατώφλι
της θύρας, και δεν έμπαινε πιο μέσα!
 
Kαι τότε – μάρτυράς μου νά ‘ναι ο στίχος,
ο απλός κι αληθινός ετούτος στίχος -
απ’ το στασίδι πού ‘μουνα στημένος
ξαντίκρισα τη μάνα, απ’ το κεφάλι
πετώντας το μαντίλι, να χιμήξει
σκυφτή και ν’ αγκαλιάσει το ποδάρι,
το ξύλινο ποδάρι του στρατιώτη,
- έτσι όπως το είδα ο στίχος μου το γράφει,
ο απλός κι αληθινός ετούτος στίχος -,
και να σύρει απ’ τα βάθη της καρδιάς της
ένα σκούξιμο: “Mάτια μου… Bαγγέλη!”
 
Kι ακόμα, – μάρτυράς μου νά ‘ναι ο στίχος,
ο απλός κι αληθινός ετούτος στίχος -,
ξοπίσωθέ της, όσες μαζευτήκαν
από το βράδυ της Mεγάλης Πέφτης,
νανουριστά, θαμπά για να θρηνήσουν
τον πεθαμένον Άδωνη, κρυμμένο
μες στα λουλούδια, τώρα να ξεσπάσουν
μαζί την αξεθύμαστη του τρόμου
κραυγή που, ως στο στασίδι μου κρατιόμουν,
ένας πέπλος μου σκέπασε τα μάτια!…