Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 13 Δεκεμβρίου 2009

Η σκηνή

Η σκηνή

Απάνω στο τραπέζι είχανε στήσει
ένα κεφάλι από πηλό
τους τοίχους τους είχαν στολίσει
με λουλούδια
απάνω στο κρεβάτι είχανε κόψει από χαρτί
δυο σώματα ερωτικά
στο πάτωμα τριγύριζαν φίδια
και πεταλούδες
ένας μεγάλος σκύλος φύλαγε
στη γωνιά

Σπάγγοι διασχίζαν το δωμάτιο απ' όλες
τις πλευρές
δε θά 'ταν φρόνιμο κανείς
να τους τραβήξει
ένας από τους σπόγγους έσπρωχνε τα σώματα
στον έρωτα

Η δυστυχία απ' έξω
έγδερνε τις πόρτες






Η νοσταλγία γυρίζει

Η γυναίκα γδύθηκε και ξάπλωσε στο

κρεβάτι

ένα φιλί ανοιγόκλεινε πάνω στο πάτωμα
οι άγριες μορφές με τα μαχαίρια αρχίσαν

να ξεπροβάλλουν στο ταβάνι

στον τοίχο κρεμασμένο ένα πουλί πνίγηκε

κι έσβησε

ένα κερί έγειρε κι έπεσε απ' το καντηλέρι
έξω ακούγονταν κλάματα και ποδοβολητά

Άνοιξαν τα παράθυρα μπήκε ένα χέρι
έπειτα μπήκε το φεγγάρι
αγκάλιασε τη γυναίκα και κοιμήθηκαν μαζί

Όλο το βράδυ ακουγόταν μιά φωνή:

Οι μέρες περνούν
το χιόνι μένει






από τη συλλογή ΟΤΑΝ ΣΑΣ ΜΙΛΩ

Η πηγή

Φεγγάρι πεθαμένο μου
για ξαναβγές και πάλι
θέλω να δω το αίμα σου
δεν έκαιγες λυχνάρι
φώτιζες
το φοβισμένο πρόσωπο
θέλω να δω
το φοβισμένο πρόσωπο
τώρα
πάλι και πάλι
τότε
όλο το σώμα μου ήταν
μιά πληγή
φεγγάρι
μια πηγή
και φώτιζε
της νύχτας το σκοτάδι

Φεγγάρι πεθαμένο μου
θέλω να δω το αίμα σου
τώρα
πάλι και πάλι






από τη συλλογή ΤΑ ΦΑΣΜΑΤΑ Ή Η ΧΑΡΑ ΣΤΟΝ ΑΛΛΟ ΚΟΣΜΟ

Το μαρτύριο

Μοσχοβολούσε το φεγγάρι
σκύλοι μ' άσπρα λουλούδια στο κεφάλι
περνούσανε στο δρόμο εκστατικοί
κι ο δρόμος κάτω έφεγγε από κρύσταλλο
και μέσα φαίνονταν
τα σφυριά και τα μαχαίρια

Μέσα στα χέρια μου έσπασα το κρύσταλλο

Και τότε είδα το κόκκινο το σύννεφο
να μεγαλώνει ν' ανάβει την καρδιά μου
και τ' άλλο το γκρίζο σαν καπνός
ν' αδειάζει από μέσα μου να φεύγει






Το αεροπλάνο

Δεν αγαπώ το αεροπλάνο
πάντα θά 'χουμε ανάγκη από ουρανό
η ωραία γυναίκα αγαπάει την πίσσα
πάντα θά 'χουμε ανάγκη από ουρανό

Η γυναίκα στάθηκε στη Μεγάλη Πόρτα
πάντα θά 'χουμε ανάγκη από ουρανό
το παιδί απ' το Στενό Παράθυρο βγήκε
κι έμεινε μετέωρο στο Κενό

Τέλειωσε τέλειωσε το εκτόπλασμά μου
πάντα θά 'χουμε ανάγκη από ουρανό
δε θα σας ταράζω πια με τα όνειρά μου
πάντα θά 'χουμε ανάγκη από ουρανό

Ούτε όμως θα με ξεσκίζετε με τα σύρματά σας

πάντα θά 'χουμε ανάγκη από ουρανό
δεν αγαπώ το αεροπλάνο
πάντα θά 'χουμε ανάγκη από ουρανό










Ο τρελός λαγός

Γύριζε στους δρόμους ο τρελός λαγός
γύριζε στους δρόμους
ξέφευγε απ' τα σύρματα ο τρελός λαγός
έπεφτε στις λάσπες

Φέγγαν τα χαράματα ο τρελός λαγός
άνοιγε η νύχτα
στάζαν αίμα οι καρδιές
ο τρελός λαγός
έφεγγε ο κόσμος

Βούρκωναν τα μάτια του ο τρελός λαγός
πρήσκονταν η γλώσσα
βόγγαε μαύρο έντομο ο τρελός λαγός
θάνατος στο στόμα






Συμπέρασμα

Η γάτα ήρθε σα φωνή από έναν ορίζοντα φο-

βισμένο

έβρεχε και πρησμένα όνειρα βογγούσαν οληνύχτα
το πρωί ο άνθρωπος πλύθηκε και ξυρίστηκε

όπως πάντα

και γύρω του χτυπούσαν τα σφυριά όπως πάντα
στο δρόμο καθώς έβγαινε απάντησε μιαν αγία
ντυμένη στα βυσσινιά

είχε πεθάνει πάνω στον τροχό πριν από

εκατοντάδες χρόνια

ο γαλατάς τον είδε και τον χαιρέτησε
έπειτα τον χαιρέτησε ο ταχυδρόμος
κι ύστερα τί ν' απόγινε αυτός ο άνθρωπος
τα ρούχα του κυκλοφόρησαν σ' εφημερίδες
το ένα του μάτι το κρατούσε κι έπαιζε
ένα μικρό κορίτσι
μαύρα αυτοκίνητα μεταφέραν τα κομμένα

μέλη του

και η καρδιά του αερόστατο γελούσε στο κενό






Ο στρατιώτης ποιητής

Δεν έχω γράψει ποιήματα
μέσα σε κρότους
μέσα σε κρότους
κύλησε η ζωή μου

Τη μιαν ημέρα έτρεμα
την άλλην ανατρίχιαζα
μέσα στο φόβο
μέσα στο φόβο
πέρασε η ζωή μου

Δεν έχω γράψει ποιήματα
δεν έχω γράψει ποιήματα
μόνο σταυρούς
σε μνήματα
καρφώνω


από τη συλλογή Ο ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ

Σάββατο 12 Δεκεμβρίου 2009

Ο σωτήρας

Ο σωτήρας

Μετρώ στα δάχτυλα των κομμένων χεριών μου
τις ώρες που πλανιέμαι στα δώματα αυτά τ' ανέμου
δεν έχω άλλα χέρια αγάπη μου κι οι πόρτες
δε θέλουνε να κλείσουν κι οι σκύλοι είναι ανένδοτοι

Με τα γυμνά μου πόδια βουτηγμένα στα βρώμια αυτά νερά
με τη γυμνή καρδιά μου αναζητώ (όχι για μένα)
ένα γαλανό παράθυρο
πώς χτίσανε τόσα δωμάτια τόσα βιβλία τραγικά
δίχως μιά χαραμάδα φως
δίχως μιά αναπνοή οξυγόνου
για τον άρρωστο αναγνώστη

Αφού κάθε δωμάτιο είναι και μιά ανοιχτή πληγή
πώς να κατέβω πάλι σκάλες που θρυμματίζονται
ανάμεσα απ' το βούρκο πάλι και τ' άγρια σκυλιά
να φέρω φάρμακα και ρόδινες γάζες
κι αν βρω το φαρμακείο κλειστό
κι αν βρω πεθαμένο το φαρμακοποιό
κι αν βρω τη γυμνή καρδιά μου στη βιτρίνα του φαρμακείου

Όχι όχι τέλειωσε δεν υπάρχει σωτηρία

Θα μείνουν τα δωμάτια όπως είναι
με τον άνεμο και τα καλάμια του
με τα συντρίμια των γυάλινων προσώπων που βογγάνε
με την άχρωμη αιμορραγία τους
με χέρια πορσελάνης που απλώνονται σε μένα
με την ασυχώρετη λησμονιά

Ξέχασαν τα δικά μου σάρκινα χέρια που κόπηκαν
την ώρα που μετρούσα την αγωνία τους

Πέμπτη 10 Δεκεμβρίου 2009

ΣΤΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ ΜΕ ΤΙΣ ΛΙΡΕΣ

ΣΤΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ ΜΕ ΤΙΣ ΛΙΡΕΣ

Στὸ καφενεῖο
ἔρχεται ὁ χοντρὸς νονός μου
μὲ τὶς λίρες
Οὔτε μία δὲν εἶναι γιὰ σένα, λέει
γιατὶ δὲν ἔγινες ὁ βαφτιστικός μου
ποὺ περίμενα.
Τότε λέω κι ἐγὼ στὸ γκαρσόνι, πλάι μου
- Φέρε μου ἕνα φλιτζάνι μὲ μελάνι.

Τρίτη 9 Ιουνίου 2009



Ένας μεγάλος ουρανός γεμάτος χελιδόνια

τεράστιες αίθουσες δωρικές κολώνες

τα πεινασμένα τα φαντάσματα

καθισμένα σε καρέκλες στις γωνιές

να κλαίνε

τα δωμάτια με τα νεκρά πουλιά

ο Aίγιστος το δίχτυ ο Kώστας

ο Kώστας ο ψαράς ο πονεμένος

ένα δωμάτιο γεμάτο τούλια πολύχρωμα που ανεμίζουνε

νεράντζια σπάνε τα τζάμια στα παράθυρα

και μπαίνουν μέσα

ο Kώστας σκοτωμένος

ο Oρέστης σκοτωμένος

ο Aλέξης σκοτωμένος

σπάνε τις αλυσίδες στα παράθυρα

και μπαίνουν μέσα

ο Kώστας ο Oρέστης ο Aλέξης

άλλοι γυρίζουνε στους δρόμους από το πανηγύρι

με φώτα με σημαίες με δέντρα

φωνάζουν τη Mαρία να κατέβει κάτω

φωνάζουν τη Mαρία να κατέβει από τον Oυρανό

τ' άλογα τ' Aχιλλέα πετούν στον ουρανό

βολίδες συνοδεύουνε το πέταμά τους

ο ήλιος κατρακυλάει από λόφο σε λόφο

και το φεγγάρι είναι ένα πράσινο φανάρι

γεμάτο οινόπνευμα

τότε νυχτώνει η σιωπή τους δρόμους

και βγαίνει ο τυφλός με το μπαστούνι του

παιδιά τον ακλουθάνε στις μύτες των ποδιών

δεν είναι ο Oιδίποδας

είναι ο Hλίας της λαχαναγοράς

παίζει μιαν εξαντλητική θανάσιμη φλογέρα

είναι ο νεκρός Hλίας της λαχαναγοράς


(από τα Ποιήματα 1945-1971, Kέδρος 1977