Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Luis García Montero. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Luis García Montero. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 26 Ιανουαρίου 2015

ΠΟΙΗΤΙΚΗ



Υπάρχουν επίσης στιγμές που αφήνουμε
τα λόγια του έρωτα και τις σιωπές
να μιλήσουν για ποίηση.
Εσύ ξεκουράζεις τη φωνή στο παρελθόν
και θυμάσαι τον τίτλο ενός βιβλίου,
την ιστορία μερικών στίχων,
τη νεανική νύχτα κάποιων τραγουδοποιών,
τη σημασία που έχουν
οι ποιητές και οι σημαίες στη ζωή σου.
Εγώ σου μιλώ για κόμματα και κεφαλαία,
για εικόνες που πλεονάζουν ή που λείπουν
για την ανάγκη να επιτευχθεί ένας ρυθμός
που να συγκρατεί την ιστορία,
ακριβώς όπως με τα χέρια συγκρατείται
η υγρασία και τα τείχη ενός κάστρου στην άμμο.
Θυμάμαι, επίσης, κάποιους στίχους
τις νύχτες όπου κόμματα και κεφαλαία,
μεταφορές και ρυθμοί,
ζέσταιναν το σπίτι μου,
μου έκαναν συντροφιά,
ήξεραν να με πείθουν
με την ίδια εξουσία μιας αποπλάνησης.

Ξέρω πια ότι άλλοι ποιητές
ντύνονται ποιητές,
πάνε στα γραφεία της σιωπής,
διαχειρίζονται τις τράπεζες της λάμψης,
υπολογίζουν με τις μυρωδιές
το ισοζύγιο των εσωτερικών τους κεφαλαίων
είναι η δάδα βασιλέων και θεών
ή είναι η γλώσσα της κόλασης.

Θα είναι που έχουν ψυχή.
Εγώ αρκούμαι με το να έχω εσένα
και με το να έχω συνείδηση.

Luis García Montero
Μετ. Μαριάννα Τζανάκη 

http://uperaspisitispoiisis.blogspot.gr/


Σάββατο 28 Δεκεμβρίου 2013

Σε κάθε χειμώνα κρύβεται μια ζεστασιά φτιαγμένη στα δικά μας μέτρα




Δε χιονίζει πια. Η νύχτα
ξεκουράζεται στη λευκότητα κάποιων σεντονιών 
στο σχήμα της πόλης.
Πίσω απ' το παράθυρο δεν είμαι μόνος.
Έχω μερικές στέγες, γωνιές φωτεινές,
και περνούν περαστικοί
με βιασύνη και πολλές τσάντες δώρων
σε αναζήτηση ενός δείπνου οικογενειακού.

Στο φως της νύχτας
τρεμοσβήνει το χιόνι. Τρεμοσβήνει
η οθόνη του κινητού. Ευτυχισμένο το Νέο Έτος, 
να εκπληρωθούν τα όνειρά σου, 
δικαιοσύνη στον κόσμο, 
η διεύθυνση της τράπεζας εύχεται στους πελάτες της...
Τρεμοσβήνουν μηνύματα και ταξιδεύουν
με τις σύντομες ευχές τους
σ' αυτή τη θρησκεία της απόστασης.

Να τελειώσει η κρίση,
δημοκρατία, υγεία και την αγάπη των δικών σου, 
αύριο δεν θα γίνει αυτό που ο Θεός θέλει, 
αυτή η χρονιά είναι η δική μας και είναι γενναία, 
τόλμησε να γεννηθεί απ' αυτήν που έπεσε, 
σήμερα θυμάμαι εσένα.

Τρεμοσβήνει η ζωή, τα χρόνια τρεμοσβήνουν, 
οι ιστορίες, χαρτιά στον άνεμο, 
ξεριζωμένα δέντρα που περνούν 
στον άνεμο που περνά
όπως περνούν τα φύλλα και το χιόνι.

Ο ναυαγός χαμένος σ' ένα νησί
προσπαθεί να δώσει σήματα με τον καπνό
μία φωτιάς, ή ρίχνει
ένα μπουκάλι στη θάλασσα.
Στη μέση του πουθενά,
ενώ τα κύματα φτάνουν σαν αριθμοί
σε μια όχθη ηλεκτρονική,
επίσης πλησιάζω τη θάλασσα και στέλνω τα μηνύματά μου.

Με τα γένια μεγαλωμένα
και το πουκάμισο σκισμένο,
ξυπόλυτος στην άμμο ενός νησιού,
εξαρτημένος απ' το κυνήγι μου, το ψάρεμά μου και το δίκτυό μου, 
τίποτα δε λέω στους άλλους 
εκτός απ' το ότι είμαι εδώ, 
συνεχίζω ναυαγισμένος κάπου στον κόσμο 
και σημειώνω τις μέρες 
στον κορμό ενός δέντρου, 
να μην ξεχαστούν, 
ξεριζωμένες μέρες που περνούν με τον άνεμο, 
με τον άνεμο που επιμένει και ψιθυρίζει 
έπρεπε να μιλήσεις, 
έπρεπε να μιλήσετε 
γιατί σε κάθε χειμώνα 
υπάρχει μια ζεστασιά κατάλληλη 
φτιαγμένη στα δικά σας μέτρα.
Luis García Montero, 
Un invierno propio, 2011ΜετΜαριάννα Τζανάκη

Δευτέρα 5 Αυγούστου 2013

Σε κάθε χειμώνα κρύβεται μια ζεστασιά φτιαγμένη στα δικά μας μέτρα




Δε χιονίζει πια. Η νύχτα
ξεκουράζεται στη λευκότητα κάποιων σεντονιών 
στο σχήμα της πόλης.
Πίσω απ' το παράθυρο δεν είμαι μόνος.
Έχω μερικές στέγες, γωνιές φωτεινές,
και περνούν περαστικοί
με βιασύνη και πολλές τσάντες δώρων
σε αναζήτηση ενός δείπνου οικογενειακού.

Στο φως της νύχτας
τρεμοσβήνει το χιόνι. Τρεμοσβήνει
η οθόνη του κινητού. Ευτυχισμένο το Νέο Έτος, 
να εκπληρωθούν τα όνειρά σου, 
δικαιοσύνη στον κόσμο, 
η διεύθυνση της τράπεζας εύχεται στους πελάτες της...
Τρεμοσβήνουν μηνύματα και ταξιδεύουν
με τις σύντομες ευχές τους
σ' αυτή τη θρησκεία της απόστασης.

Να τελειώσει η κρίση,
δημοκρατία, υγεία και την αγάπη των δικών σου, 
αύριο δεν θα γίνει αυτό που ο Θεός θέλει, 
αυτή η χρονιά είναι η δική μας και είναι γενναία, 
τόλμησε να γεννηθεί απ' αυτήν που έπεσε, 
σήμερα θυμάμαι εσένα.

Τρεμοσβήνει η ζωή, τα χρόνια τρεμοσβήνουν, 
οι ιστορίες, χαρτιά στον άνεμο, 
ξεριζωμένα δέντρα που περνούν 
στον άνεμο που περνά
όπως περνούν τα φύλλα και το χιόνι.

Ο ναυαγός χαμένος σ' ένα νησί
προσπαθεί να δώσει σήματα με τον καπνό
μία φωτιάς, ή ρίχνει
ένα μπουκάλι στη θάλασσα.
Στη μέση του πουθενά,
ενώ τα κύματα φτάνουν σαν αριθμοί
σε μια όχθη ηλεκτρονική,
επίσης πλησιάζω τη θάλασσα και στέλνω τα μηνύματά μου.

Με τα γένια μεγαλωμένα
και το πουκάμισο σκισμένο,
ξυπόλυτος στην άμμο ενός νησιού,
εξαρτημένος απ' το κυνήγι μου, το ψάρεμά μου και το δίκτυό μου, 
τίποτα δε λέω στους άλλους 
εκτός απ' το ότι είμαι εδώ, 
συνεχίζω ναυαγισμένος κάπου στον κόσμο 
και σημειώνω τις μέρες 
στον κορμό ενός δέντρου, 
να μην ξεχαστούν, 
ξεριζωμένες μέρες που περνούν με τον άνεμο, 
με τον άνεμο που επιμένει και ψιθυρίζει 
έπρεπε να μιλήσεις, 
έπρεπε να μιλήσετε 
γιατί σε κάθε χειμώνα 
υπάρχει μια ζεστασιά κατάλληλη 
φτιαγμένη στα δικά σας μέτρα.

Luis García Montero, 
Un invierno propio, 2011
Μετ. Μαριάννα Τζανάκη

Κυριακή 22 Απριλίου 2012

Η πραγματικότητα κάνει μια καλή συμφωνία για τη φαντασία

Είμαι ευγνώμων στη φαντασία,
φίλη δραστήρια που κλείνει
ξενοδοχείο σε κάποιο όνειρο.
Ξέρω ότι ψάχνει προσφορές, σημειώνει διευθύνσεις,
κανονίζει απ'το τηλέφωνο τις μέρες
και με καλεί να ταξιδέψω μακριά από μένα.

Χαίρομαι την πίστη της, αλλά είναι επίσης ώρα
οι επιθυμίες μου και τα όνειρά της
να ενωθούν επιτέλους σ' αυτή την πλατεία
τη γεμάτη από τον κόσμο και το φθινόπωρο,
και η πραγματικότητά μου
να μην είναι μια απόσταση, μια ερώτηση
του ξένου, ένα αντίο
τυλιγμένο με παλτά και νεκρά φύλλα.

Για παράδειγμα, εκείνη η Δευτέρα
της επιστροφής στην πόλη. Στην πλατφόρμα
ο θόρυβος ήταν η βροχή πάνω σ' ένα νεκρό πουλί.
Σκέφτηκα ότι τη συναντούσα,
ότι με είχε εξαπατήσει
πληροφορώντας με για το ωράριο και τη διάρκεια του ταξιδιού της
και επέστρεφε μαζί μου.
Αλλά δεν ήταν εκεί,
ανάμεσα στα μαύρα φτερά του καθημερινού ουρανού
και το σκεπτικό ρολόι της αίθουσας αναμονής.

Ούτε εκείνο το βράδυ
στην τηλεόραση. Το σπίτι καιγόταν
θολό όπως το φως μιας καταστροφής.
Φαινόταν να έρχεται μαζί με τ'ασθενοφόρα
λάμψη σιωπηλή
που περπατούσε σταθερά
ανάμεσα σε κορμιά ζωντανά
και τη χαλασμένη τάξη των στατιστικών.
Ήταν μόνο ένα λάθος.

Είμαι ευγνώμων
στη φαντασία: ένα ξίφος
σε μοναχικά μάτια.
Αλλά θα μου άρεσε να ήταν πιο ρεαλίστρια,
ρεαλίστρια όπως ο Οκτώβρης,
που αυτό που λέει στο δέρμα αυτό και νιώθει.
Να περνούσαν τα ταξίδια της κοντά στην πόλη
και ίσως να άλλαζε
τα ξενοδοχεία του νότου με το σπίτι μας.

Luis García Montero
Μετ. Μαριάννα Τζανάκη

Πέμπτη 8 Μαρτίου 2012

ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΑΡΧΗΣ GARCIA

Ακόμα μια φορά
έρχεσαι να με περιμένεις.
Ακριβώς όπως τότε
όταν με καθυστερούσαν τα παιδικά
μαγαζιά της θάλασσας
ή οι σιωπηλές όχθες
κάποιας βιτρίνας.
Το παιδί ζει έναν κόσμο δικό του,
έναν χρόνο που αιφνιδιάζεται
από την άμπωτη
καθώς το νερό σταματά ανάμεσα στα βράχια.

Πήγαινες εσύ μπροστά,
με την παντοτινή σου βιασύνη,
και στο κυνήγι του ονείρου σου
χιόνιζε στα βουνά
και το χιόνι έπεφτε
με την παντοτινή του αλήθεια.

Ακόμα μια φορά
έρχεσαι να με περιμένεις.

Δίπλα στο χρυσό ρολόι του γάμου σου
γεννήθηκε ο χρόνος μου•
δίπλα στη στρατιωτική στολή,
η αθλιότητα του στίχου μου,
και μαζί με το ρυθμικό τραγούδι στο αυτοκίνητο,
ευτυχισμένο και ομαδικό σαν ένας ύμνος,
μια θλίψη του αγοριού
που προτιμά να μένει έναν τόνο πίσω,
καταδικασμένο να ζει τις μοναξιές.

Ευέξαπτοι, πιστοί, εύθικτοι,
πνιγμένοι στο δίκιο, αισθηματίες,
ακραίοι από μια γεωγραφία ίδια
και πολύ ερωτευμένοι,
έχω ζήσει τη νύχτα
με την ίδια ηλιόλουστη απλότητα
που εσύ κυνηγούσες τη μέρα
κι έχω αναζητήσει το φως
με τα μαθήματα των σκιών σου.
Η λέξη θυμάμαι γεννήθηκε στο βορρά,
σ' έναν κρύο δρόμο στην πόλη των Μπούργκος,
και το μέλλον μοιάζει ένας πελαργός
στον άνεμο του νότου.
Αλλά ο βορράς και ο νότος
είναι δυο σταγόνες νερό.

Ακόμα μια φορά
έρχεσαι να με περιμένεις,
όταν το δέρμα του μέλλοντός μου
γράφεται με το νόμο
των ογδόντα σου χρόνων.
Εγώ υπήρξα
ένας φίλος από τους πολλούς καταδικασμένος να είμαι μόνος.
Εσύ ήσουν
ένας μοναχικός νέος χαμένος σ' ένα στρατό.

Και βρίσκεσαι εδώ,
πολύ νέος ή πολύ γέρος,
με τον κόσμο στην πλάτη σου
και τα χέρια απλωμένα,
περήφανος για μένα.

Έρχομαι φτάνοντας ικανοποιημένος
εκεί όπου εσύ με περιμένεις
και μπερδεύω τα μάτια σου με τα μάτια μου,
θα μου άρεσε να σου δώσω μια στιγμή ειρήνης.

Ανάμεσα σ' εσένα κι εμένα, το δέντρο της περηφάνιας
συνηθίζει να βλασταίνει σ' έναν κήπο άγριο,
ανάμεσα σε παράξενα είδη
που ζουν στον έρωτα του εξωτισμού.

Αλλά ο βορράς κι ο νότος είναι δυο σταγόνες νερό.
Έρχομαι να σε υποδεχτώ επίσης στα γηρατειά μου.

Luis García Montero
Μετ. Μαριάννα Τζανάκη

Τρίτη 6 Μαρτίου 2012

Ο ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ

Τί μπορεί να εξηγηθεί
σ' αυτόν το λαβύρινθο με τις βαλίτσες και τα κλειδιά;
Μόνο οι σταθμοί κινδύνου
και η ανάγκη.

Είναι ήδη τέσσερις και δέκα. Ο καθηγητής,
που κάθε μέρα μαθαίνει να ζει φωναχτά,
απαγγέλει τα επιλεγμένα ποιήματα.
Υπάρχει σιωπή στην τάξη
και ματιές που διασχίζουν τη σιωπή.

Να αμφιβάλλουμε είναι αναγκαίο.
Η υποψία μας χαρίζει
ένα ωραίο μάθημα, αλλά βολεύει
που κανένας δεν επιβάλλει ένα κρύο,
που καθένας διαλέγει τις αμφιβολίες του και τα κλειδιά τους
για να μην προκύψουν οι βαλίτσες,
στο άνοιγμα τους άδειες.

Κι ούτε είναι σωστό
να ζητάμε απ' το μαγιάτικο ήλιο να μην αφήσει
τη φλούδα μιας βεβαιότητας στο παράθυρο.
Ποτέ δεν υπήρξε δίκαιο
να ξεχνάμε αυτό που είμαστε,
εκείνο πρέπει να υπερασπιστούμε
για να μη μυρίζουν οι λέξεις
που λέμε κλεισούρα.
Όποιος ζει χρειάζεται εμπιστοσύνη.

Με τα χαμένα κλειδιά ανοίγουμε τη μνήμη.
Το ποίημα διασχίζει μια ήπειρο,
παίρνει ένα δωμάτιο,
αδειάζει τη βαλίτσα του.

Πάντα νεοφερμένο,
στην αμφισβήτηση των δογμάτων και στην επιβεβαίωση του τίποτα,
ο καθηγητής προσπαθεί,
να πει περισσότερες αλήθειες, χωρίς να ψεύδεται,
να δώσει περισσότερα οράματα, χωρίς να τα καταστρέφει.
Θ' αφιερώσει τα χρόνια του
να ψάχνει ανάμεσα στις σκιές
ένα δίκιο καθάριο
και ν' αποκαλύπτει στ' αναποφάσιστα μάτια
την ανοιχτή αποσκευή ενός ποιήματος,
την παράξενη ταραχή του,
αφού στη ζωή συμβαίνουν
τα πράγματα που διαδραματίζονται στη λογοτεχνία.

Τα μάτια ενός μαθητή
είναι ταξιδιώτες βιαστικοί. Μόνο κάνουν
ερωτήσεις σαν κινούμενη άμμος,
ερωτήσεις για τον επόμενο σταθμό
σ' ένα ταξίδι μακρινής διαδρομής.


Luis García Montero
Μετάφραση: Μαριάννα Τζανάκη

Κυριακή 19 Φεβρουαρίου 2012

Στις μέρες της βροχής

Στη Mari Carmen

Θα ξέρεις δια της παρούσης ότι θα επιδεινωθεί η ζωή.
Mariano Maresca

[...]
II


Ο Νοέμβριος
μπορεί να είναι μια κατάκτηση,
γιατί επιστρέφει πάλι
πάνω στις τέντες,
στις καρφίτσες από μίμηση μαργάρου,
στα φτηνά ντεμισεζόν παλτά
όπου εσύ κρυβόσουν
ξαφνικά και ο πόθος μου.

Κι επιστρέφει
με την αδέξια υπομονή της πίστης,
όπως η μελωδία
από ένα παλιό τραγούδι που θυμόμαστε.
Ξέρεις πια ότι το φθινόπωρο,
παραπάνω από το μουσκεμένο
φτέρωμα των δένδρων,
παραπάνω απ' το φως κι απ' τη γη την ίδια,
ήταν ένα ακυρωμένο ραντεβού, χαμένο ανάμεσά μας.

Τώρα
μας αγκαλιάζει ο χρόνος ασθενικά στα πόδια,
σπάζοντάς μας το βήμα, απομακρύνοντας τα φύλλα
των αναρρηχητικών,
ενώ όλα είναι ίδια και μας αναγγέλει
εκείνη την παλιά ανάμνηση μπερδεμένη από τις ώρες,
εκείνα τα καραβάνια
των ημερών χωρίς αίσθηση
που περνούσαν βουίζοντας μπροστά από τα μάτια,
που έφερναν μαζί τους
μονάχα δυο κορμιά ερωτευμένα ή φοβισμένα.

Και δεν είναι πια η συνήθεια να με πλησιάζεις,
παίρνοντάς μου τη ζώνη, ποθώντας σε
μ' έναν πόθο γαλάζιο σαν ένας άνεμος ήσυχος
ή να περνάς αργά
όταν βαραίνουν τα φύλλα κάτω απ' τα πόδια
και οι καμπάνες τρίζουν
σκαλωμένες στα δέντρα.

Και δεν είναι η συνήθεια να σ' ακολουθήσω,
να μάθω να σταματώ στις βιτρίνες
και να ακούω τη φωνή σου να φτάνει, κατρακυλώντας στο αυτί
σώζοντας την απόσταση
που ταιριάζει ανάμεσα σε δυο κορμιά.
Ήταν η ζωή λοιπόν
εκείνη που μας θύμιζε,
με τις ξεκάθαρες σειρήνες των καραβιών της
και τα κοσμήματά της,
ότι ακολουθούσε σφύζοντας ανάμεσά μας,
κατεστραμμένη,
νεφελώδης και εφήμερη
όπως το ξηρό σπέρμα
πάνω στο κρύο πια δέρμα
ότι τόσο έxουμε αγαπηθεί και σχεδόν πάντα.
Ή ίσως προτιμάμε
μια γιορτή έρωτα όπου συναντιόμαστε
για να καταφέρουμε να δούμε
αυτό που δεν ιδώθηκε ποτέ..

Δεν γνωρίζεις ότι το σώμα σου
τις νύχτες χωρίς καιρό όπως αυτή,
συγχέεται ξαφνικά με το χάραμα,
που το κρατά κοιμισμένο δίπλα μου.

Αλλά ο Νοέμβρης επιστρέφει
με την αδέξια υπομονή της πίστης
(τα ίχνη του έρωτα πάνω στους ώμους
όπως ένα καραβάνι με ανάκατες λεπτομέρειες),
και ίσως μπορεί να είναι μια κατάκτηση,
γιατί όλα είναι πιο σαφή.


Θυμάμαι
τις πρώτες αγκαλιές, μόνοι,
κολλημένοι στον τοίχο,
δραπετεύοντας από τη βροχή
μιας παλιάς πόλης,
φρεσκοερωτευμένοι ακόμη,
ευτυχισμένοι και νευρικοί.
Ή την ξαφνική υγρασία των μαλλιών σου
μουσκεμένα από έρωτα κι από την καταιγίδα
στους ανοιχτούς κάμπους
ίδια με τα κορμιά μας στην έξαψη του Αυγούστου.
Και τις νύχτες της κακόκεφης ειρήνης
όπου αγωνίζεται ο έρωτας ενάντια στο κρύο,
τουρτουρίζοντας κάτω από τα σύννεφα
πάνω στο κρεβάτι της παγωνιάς.
Και θυμάμαι
τη βροχή απαλή, αργή, να γρατζουνάει τα τζάμια
όπως γρατζουνάω το δέρμα σου,
με τον ίδιο τρόπο που ο χρόνος μας γρατζουνάει
κάποτε αποκαλύπτοντας
ότι είναι επίσης όμορφος ο έρωτας στην ανάκληση μνήμης
και τη συνενοχή.

Ανοίγουμε το μπαλκόνι
αλυχτώντας στο φεγγάρι
με το κορμί τεντωμένο ψηλά,
όμορφοι σαν λύκοι
που τώρα καταλαβαίνουν την κατεύθυνση απ΄την οποία έρχονται,
που τώρα γνωρίζουν την εποχή στην οποία ζουν.

Είναι ένα φως διαφορετικό
από τα περιβάλλοντα.

Πάνω στο δέρμα σου συνθλίβονται
οι σταγόνες της βροχής
και η γη εκτείνεται κηλιδωμένη σαν μια τίγρη.


[...]

Luis García Montero
Mετ. Μαριάννα Τζανάκη

Δευτέρα 24 Οκτωβρίου 2011

ΨΗΦΙΑ..

Βρέχεις Θεέ μου,
στα καμένα βουνά μας,
η φύση θρηνεί.

***

Πέφτεις βροχή μου,
πλύνε τις στάχτες και τη
μαύρη μας ψυχή.

***

Βουνά καμένα
Πεντέλη και Πάρνηθα
τόπος κρανίου.

***

Φωτιές στα δάση
κόλαση οι φλόγες και
στάχτη η ψυχή.

***

Γύρω καμένα
στη μέση μια βίλα με
θέα στις στάχτες.

***

Τα αυθαίρετα
σπίτια σαν μανιτάρια
φυτρώνουν παντού.

***

Φθινοπωρινή
βροχή, ρέκβιεμ στα δάση
μαύρη Αττική.



Βροχή στο χώμα,
σπουργίτης στο τζάμι σου,
σ' αναζητάω.

***

Ξαφνική βροχή
τα φύλλα ξεράθηκαν
υγρά τα μάτια.

***

Φτωχός σπουργίτης
στο παράθυρο, ζητώ
την αγάπη σου.

***

Χρυσό το δάσος
άφησε άφωνο και
το φθινόπωρο

Μετ. Μαριάννα Τζανάκη

Κυριακή 23 Οκτωβρίου 2011

Ο ΙΠΠΟΤΗΣ ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ

Εμφανίστηκε ένα βραδάκι
καθισμένος στον κήπο που προστάτευε
τις κίτρινες ώρες,
το φιλί των ζευγαριών και τις πηγές
στου μπαλκονιού τα πόδια.

Ο ιππότης του φθινοπώρου
ήταν εκεί. Υπήρξε πριν
η μοναξιά συναντήσει τ' όνομά του.
Ντυνόταν λοιπόν με τ' άθλια ρούχα του
για να παρατηρεί το δρόμο και να νοιάζεται τα πλοία,
χαμένος στη σιωπή της μεσημεριανής σιέστας.

Όταν κατέβηκα απ' τον κόσμο μου
στις υψηλές συσκέψεις των αρχηγών του στόλου,
των ιερέων ή των σοφών,
και αισθάνθηκα πιο μόνος,
ήταν εκεί μαζί μου,
περιμένοντας στην πόρτα,
ο ιππότης του φθινοπώρου.

Όταν είχα έναν έρωτα,
απελπισμένο και γλυκό όπως κάθε έρωτας,
κι έτρεχα στους δρόμους
στα χαράματα της επιστροφής,
δυστυχισμένος κι ευτυχισμένος όπως οποιοσδήποτε ερωτευμένος,
στην είσοδο των αμφιβολιών μου ή στην έξοδο απ' το ξενοδοχείο,
ήταν εκεί μαζί μου,
ο ιππότης του φθινοπώρου.

Η μοναξιά μαθαίνεται και κατακτιέται,
αν και φτάνει σε μας
σαν ανέλπιστη αποκάλυψη
ενός απογεύματος που παίζει με τη βροχή.

Πάντα ήταν μαζί μου,
ο ιππότης,
το στολίδι της ζωής μου,
το λουλούδι του χρόνου.

Luis García Montero
Μετ. Μαριάννα Τζανάκη

Τετάρτη 31 Αυγούστου 2011

Ο ΙΠΠΟΤΗΣ ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ

Εμφανίστηκε ένα βραδάκι
καθισμένος στον κήπο που προστάτευε
τις κίτρινες ώρες,
το φιλί των ζευγαριών και τις πηγές
στου μπαλκονιού τα πόδια.

Ο ιππότης του φθινοπώρου
ήταν εκεί. Υπήρξε πριν
η μοναξιά συναντήσει τ' όνομά του.
Ντυνόταν λοιπόν με τ' άθλια ρούχα του
για να παρατηρεί το δρόμο και να νοιάζεται τα πλοία,
χαμένος στη σιωπή της μεσημεριανής σιέστας.

Όταν κατέβηκα απ' τον κόσμο μου
στις υψηλές συσκέψεις των αρχηγών του στόλου,
των ιερέων ή των σοφών,
και αισθάνθηκα πιο μόνος,
ήταν εκεί μαζί μου,
περιμένοντας στην πόρτα,
ο ιππότης του φθινοπώρου.

Όταν είχα έναν έρωτα,
απελπισμένο και γλυκό όπως κάθε έρωτας,
κι έτρεχα στους δρόμους
στα χαράματα της επιστροφής,
δυστυχισμένος κι ευτυχισμένος όπως οποιοσδήποτε ερωτευμένος,
στην είσοδο των αμφιβολιών μου ή στην έξοδο απ' το ξενοδοχείο,
ήταν εκεί μαζί μου,
ο ιππότης του φθινοπώρου.

Η μοναξιά μαθαίνεται και κατακτιέται,
αν και φτάνει σε μας
σαν ανέλπιστη αποκάλυψη
ενός απογεύματος που παίζει με τη βροχή.

Πάντα ήταν μαζί μου,
ο ιππότης,
το στολίδι της ζωής μου,
το λουλούδι του χρόνου.

Μετ. Μαριάννα Τζανάκη


Τρίτη 31 Μαΐου 2011

ΜΗΤΕΡΑ

Μέσα σ' όλα,
όταν μου το επιτρέψουν
οι ανόητοι δαίμονες του χρόνου μου
θα τηρήσω ένα λόγο που ποτέ δεν μου ζήτησες.
Θα σε πάω στο Παρίσι.
Γιατί ίσως, τότε,
στα Ηλύσια Πεδία
ή στα νερά του Σηκουάνα,
με τη Notre Dame στο βάθος ή με τον πύργο του Eiffel,
θα δω πάλι τη λάμψη
την νεανική στα μάτια σου,
το εφηβικό φως
να κατεβαίνει απ' το τραμ
με σακούλες και ψώνια και χαιρετισμούς
και λίγο παραπάνω από είκοσι χρόνων.

Σήμερα σε θυμάμαι έτσι,
όπως τις μέρες χωρίς σχολείο,
σημαία όμορφη μιας χώρας δύσκολης,
λεπτή βροχή τα Σάββατα.

Ποτέ δεν κράτησες πολλά για σένα.
Ούτε καν θέλησες μια νύχτα,
μία πόλη ή ένα ταξίδι.
Ο χρόνος σου καθόταν στο τραπέζι μας
και έπρεπε να τον μοιράσεις σαν το ψωμί,
μεταξύ των παιδιών σου και του φόβου σου.
Έξι φορές ήταν ο φόβος
που η αρρώστια, η ανημποριά ή η δυστυχία
θέλησαν να καθίσουν στο τραπέζι μας.

Να μη βγαίνεις έξω, πού πας τώρα,
πρέπει να είσαι προσεκτικός
με τους έρωτες και τους δρόμους
παράτα πια την πολιτική
ή τη φωλιά του λύκου.
Και χωρίς αμφιβολία
αυτό που δεν τολμούσες να ζητήσεις
κοιμάται στην καρδιά του καθενός.

Επειδή η αγάπη κληρονομείται
σαν ένα παλτό χωρίς κουμπιά,
και θα μου άρεσε να σε συνοδεύσω
σε αίθουσες μουσείων,
πιο υπάκουος και φρεσκοχτενισμένος,
για να συναντήσω στη Μόνα Λίζα
το όνειρο και το χαμόγελο
της ταυτότητας μιας πολυάριθμης φαμίλιας.

Θα σε πάω στο Παρίσι
ή στην πόλη που κοιμάμαι
στο φλιτζάνι του απογευματινού τσαγιού σου,
με τα κρύσταλλά σου
μιας αστικής οικογένειας
περισσότερες προσδοκίες παρά χρήματα,
με τα δόντια σου λεκιασμένα απ' το άλικο χρώμα,
με τις σπουδές σου στη Φιλοσοφική
και στη Λογοτεχνία, je m`apelle
Elisa, j' ai cherché
la lune, la mer, la vie,
la pluie, mon coeur,
και τα πάντα διακόπηκαν.

Όμως είμαστε πραγματικά άδικοι
όταν ξέρουμε πως η αγάπη
δεν θα χρεώσει λογαριασμό.
Αλλά η ξερή κοίτη του ποταμού
επίσης, μπορεί να ξεχειλίσει,
όπως τα ποτάμια της Γρανάδας,
και στο πλευρό σου αναζητώ
αυτή την παλιά νοσταλγία να είμαι καλός,
να μην είμαι εγώ,
να γνωρίσεις το γιο που αξίζεις.

Θα σε πάω στο Παρίσι. Στη μνήμη μου
έχεις χαράξει κάτι,
το ότι λησμονήθηκες στη ζωή•
ζητώντας σε, ταξιδεύω στις πόλεις σου.

Luis García Montero
Μετ. Μαριάννα Τζανάκη

Κυριακή 29 Μαΐου 2011

Aκρωτήριο Σούνιο

Με το πέρασμα των χρόνων,
τί θα αισθανθώ διαβάζοντας αυτά τα ερωτικά
ποιήματα που σου γράφω τώρα;
Αναρωτιέμαι, επειδή είναι γυμνή
η ιστορία της ζωής μου μπροστά μου,
αυτό το ξημέρωμα της οικειότητας,
όπου το φως είναι άμεσο και κόκκινο
κι εγώ είμαι αυτός που είμαι
και τα λόγια
διατηρούν τη ζεστασιά του κορμιού που τα λέει.

Θα είναι μνήμη και σάρκα του παρόντος μου
ή μόνο ταπείνωση, πληγή ανέπαφη.
Αλλά με το πέρασμα του χρόνου,
όταν ο πόνος και η ευτυχία εξαντλούνται μαζί μας,
θα ήθελα αυτοί οι ηττημένοι στίχοι
να είχαν το αίσθημα
και την ηρεμία που έχουν τα κλασικά ερείπια.
Όπως η λέξη πάντα, κρυμμένη στο χορτάρι,
ανυψώνεται με το κορμί μισοτσακισμένο,
όπως ο έρωτας, σαν ένα διάζωμα φθαρμένο,
διατηρεί την αξιοπρέπεια απέναντι στο γαλάζιο τ' ουρανού
κι όπως στο κρύο μάρμαρο ενός αρχαίου πάθους
ρομαντικοί ταξιδιώτες επιβεβαιώνουν
τον φόρο τιμής στο όνομά του,
έτσι στην κατανόηση της τύχης, της τόσο εύθραυστης του να ζεις,
τα μάτια πετυχαίνουν να διασταυρωθούν
στην ατέλειωτη μοναξιά του χρόνου.

Luis García Montero
Mετ. Μαριάννα Τζανάκη

Παρασκευή 27 Μαΐου 2011

Σαρανταριά

Mε πόση αγριότητα και σε πόσο βασανιστική ώρα
βγαίνουν τα είκοσι σου χρόνια απ' τη φωτογραφία
για να μου ζητήσουν λογαριασμό.
Στα μάτια τα πληγωμένα από το φως
στηρίζεις τη ματιά των σκιών μου,
στην αυθάδεια των προφητειών σου
απαξιώνεις την αφοσίωσή των αναμνήσεών μου,
στο διάφανο δέρμα
κατακλύζεις την κόπωση του δέρματός μου
και ορίζεις τα χρόνια μου με προδοσίες.

Μην σκανδαλίζεις περισσότερο,
να μιλήσουμε αν θέλεις,
διάλεξε εσύ τα όπλα και τον τόπο
της συζήτησης,
και περίμενε να φύγουν
οι καλεσμένοι από το κρύο δείπνο
των σαράντα μου χρόνων.
Με εξαερώσεις,
σαν τα βρώμικα νερά από τις λακούβες
πλησιάζουν στα σύννεφα,
θα περπατήσω μαζί σου
μέχρι την πλατεία της νιότης σου.
Εκεί υπάρχουν τα υπέροχα
δέντρα των επιστημών και των γραμμάτων
με τα λόγια τους, στο μήνα Μάιο,
και τη σειρά των αριθμών
στην όχθη του χρόνου,
πιο κοντά στις προσθέσεις παρά στις διαιρέσεις.

Φαντάζομαι τη φωνή σου, υποθέτω τον αέρα
- γιατί μερικές φορές επιστρέφει μέχρι τα χείλη μου
τις νύχτες τις αποπνικτικές -
με τον οποίον επιβεβαιώνεις
ότι ολόκληρη η ελευθερία είναι ένα βράχος,
που δεν λείπουν ο άνεμος και οι αιτίες,
αλλά η θέληση στο πηδάλιο,
για να φωνάζω μετά ότι η συνείδησή μου
είναι πια ρούχο απλωμένο,
λέξεις βαλμένες να στεγνώσουν.

Θα έχεις δίκιο. Δεν λέω
ούτε το μισό απ' αυτό που νιώθω.
Αλλά να θυμάσαι ότι η μοναξιά μου,
αυτή που καίει στη λάμπα μου της εξαφάνισης,
είναι η σιωπή για λόγους κοινωνικούς.
Και μπορείς να με καταλάβεις:
οι γυναίκες μου κοιμισμένες,
το ερμάρι των ανυπεράσπιστων πλοίων,
ένα τηλέφωνο παλιό...,
όλες οι διαγραφές φαίνονται
στην ανησυχία να υποφέρεις
εν όψει μιας ζωής κενής.

Ήδη εξωθείς τις σκιές μου με το φως σου
κατανόησε τη σιωπή μου στα θαυμαστικά σου.
Επειδή ξέρεις ότι ξέρω
την εύθραυστη πλευρά της αναίδειας,
αυτό που υπάρχει στη μίμηση της ασφάλειας σου,
τη βεβαιότητα ότι προέρχεται από τους άλλους
για να παραγκωνιστείς
από την λαχτάρα να είσαι η επιλογή,
από την επιθυμία να αρέσεις,
μέχρι που ζεις με τις φήμες σε πολλές περιπτώσεις.

Θα δεχτώ τα παράπονα, αν εσύ μου αναγνωρίσεις
τη νομιμότητα της απάτης.

Τώρα που χρειάζομαι
να σκεφτώ αυτό που πιστεύω
στην αναζήτηση ενός πεπρωμένου υποφερτού,
πλησιάζω σε σένα,
γιατί ήξερες να διαχειριστείς τους δισταγμούς σου.
Όταν θα έχεις την ηλικία που πλησιάζει,
θ' αποδεχτείς τις εποχές με τις δαντέλες,
το δέρμα το παλιό κι ανθεκτικό,
τον χαμηλό τόνο της φωνής
και την κουρασμένη καρδιά που επιλέγει
σκιές όρθιες ή φως γονατιστό.

Μετά από αυτό που είδα κι αυτό που εσύ θα δεις,
δεν είναι ένα κακό αποτέλεσμα, σου τ' ορκίζομαι.
Χαμήλωσε μαζί μου καθημερινά,
έλα μέχρι τα τοπία τα αληθινά
σ' αυτά που συζητάμε,
και θα μ' ευγνωμονείς
για το δύσκολο έργο της επιβίωσής σου.

Luis García Montero
Μετ. Μαριάννα Τζανάκη

Τετάρτη 25 Μαΐου 2011

Εσύ μου τηλεφωνείς, έρωτα

Εσύ μου τηλεφωνείς, έρωτα, εγώ αρπάζω ένα ταξί,
διασχίζω την δυσανάλογη πραγματικότητα
του Φλεβάρη για να σε δω,
ο κόσμος εφήμερος να μου προσφέρει
μια πίσω θέση,
στον καταφύγιο θόλο των ονείρων του,
φώτα που αναβοσβήνουν σαν συνομιλίες,
φωτεινές επιγραφές στο αεράκι,
που δεν είναι το πεπρωμένο,
όμως είναι γραμμένες πάνω μας.

Ξέρω πια πως τα λόγια σου δε θα έχουν
αυτόν τον πολυτελή τόνο, ότι οι αέρες
ανήσυχοι θα κρατήσουν
από τα μαλλιά σου την εξεζητημένη νοσταλγία
του σκοτεινού υπόγειου όπου με περιμένεις,
και που, επιτέλους, αύριο
όταν ξυπνήσεις,
ανάμεσα στη λήθη κι εν μέσω λεπτομερειών
βγαλμένων από τα συμφραζόμενα,
θα νιώθεις θλίψη ή φόβο για σένα την ίδια,
ντροπή ή αυτοσεβασμό, αβεβαιότητα
και ίσως την πολυτελή ενόχληση,
του χτυπήματος που μας αφήνουν
οι σπάνιες ιστορίες μιας νύχτας αγρύπνιας.

Όμως επίσης θα ξέρουμε ότι θα ήταν
χειρότερο και θα κόστιζε περισσότερο
αν τις φέρναμε στο σπίτι, αντί να τις θάψουμε
στον καπνό ενός μπαρ.

Εγώ έρχομαι χωρίς εφόδια από τη μοναξιά μου,
και χωρίς εφόδια βαδίζω προς την δική σου.
Δεν υπάρχει τίποτα να πω,
αλλά υποθέτω
ότι θα μιλήσουμε γυμνοί πάνω σ' αυτό,
λίγο μετά, αφήνοντας την έμφαση,
ξαναζώντας στους ρυθμούς του παρελθόντος,
πράγματα που είναι μακρινά
και που πια δε μας πονάνε.

Luis García Montero
Μετ. Μαριάννα Τζανάκη

Τρίτη 24 Μαΐου 2011

Σου τηλεφωνώ

Δυστυχής αυτός που ποτέ δεν έχασε για τον έρωτα ένα σπίτι
Joan Margarit*

Κατά τις δέκα σου τηλεφωνώ
για να σου πω ότι έχω δέκα κλήσεις,
μια σύσκεψη, έξι γράμματα,
ένα γεμάτο πρωινό, αρκετά ραντεβού
και νοσταλγία για σένα.

Κατά τις δώδεκα και μισή
με καλείς για να μου πεις τις κλήσεις σου,
πώς πάει η δουλειά σου,
μου εξηγείς σχετικά με τις επιχειρήσεις
που έχεις από κοινού με τον πρώην σύζυγό σου,
πρέπει αναπόφευκτα να πας για ψώνια
και σου λείπω πολύ.
Το τηλεφώνημα σηκώνει αφρό μπύρας,
όμως όχι, το πρωί δεν είναι ωραία, ούτε ξανθή.

Κατά τις τεσσερισήμισι
επικοινωνεί ο μεσημεριανός σου ύπνος.
Με καλείς στις έξι για να μου πεις
ότι φεύγεις σαν τρελή,
ότι ο γιος σου μένει στο σπίτι κάποιου φίλου,
ότι βαρέθηκες αυτή τη ζωή, αλλά στις εφτά πρέπει
να είσαι δεν ξέρω πού,
και στις οκτώ σε περιμένουν
στην παρουσίαση, του δεν ξέρω ποιού
και στη συνέχεια υφίστασαι ρεστοράν και ποτά
με κάποιους φίλους.
Αν δεν είναι αργά
θα μου τηλεφωνήσεις στο σπίτι, όταν φτάσεις.

Και δεν είναι αργά.
Περίπου στις δυόμισι σε διαβεβαιώνω
ότι δεν μ' έχεις ξυπνήσει.
Το τηλέφωνο αναζητά παράθυρα αναμμένα
στους έρημους δρόμους
και μ' ευχαριστεί να ακούω τα νέα της νύχτας,
κουτσομπολιά του λογοτεχνικού κόσμου,
που σημειώνεις πόσο ευτυχισμένη είσαι,
που δεν κάνεις τίποτα άλλο, από το να μιλάς πολύ για μένα
με όλους αυτούς που μιλάς.

Τίποτα δεν ξέρει για τον έρωτα, όποιος δεν έχει χάσει
από έρωτα ένα σπίτι, μια κόρη ίσως
και περισσότερο από το μισό του μισθό,
μπαίνοντας ενέχυρο στην τέχνη του να είναι
ευτυχισμένος και δίκαιος,
στην άλλη πλευρά της φωνής σου,
στο νότο των τηλεφωνικών συνόρων.


Μετ: Μαριάννα Τζανάκη
Luis García Montero

Κυριακή 22 Μαΐου 2011

Η ΝΥΧΤΑ ΜΑΣ

Θα ήθελα να κυνηγήσω ένα ποίημα
που να μιλούσε για τις νύχτες μου, τη νύχτα μας,
αυτή την καυτή νύχτα των γνωστών προσώπων,
στην ίδια γωνιά, που πια δεν είναι απαραίτητο
να ρωτήσω τι πίνει ο καθένας.

Να γράψω, για παράδειγμα, μπορώ να κλείσω τα μάτια
και όλα να είναι ίδια, ανοίγω αργά
την κρύα πόρτα στο χρώμα του ξύλου,
ερημιά με την άχνα του λυκόφωτος,
και γέλια στο βάθος,
και μια φωνή που αποδοκιμάζει τη συνήθειά μου
να φθάνω πάντα αργά.

Να γράψω, για παράδειγμα, είναι τώρα
πολύ λιγότερο συχνές αυτές οι νύχτες,
και θυμούνται χειμώνες διαπραγματευόμενους
με το μίσθωμα της φιλίας,
και που έχουν κάτι
απ' την τρεμούλα του φυγά.
Τα πρόσωπα έχουν αλλάξει, ξέρουν πράγματα
και μοιάζουν περισσότερο στις ζωές μας.

Να γράψω, για παράδειγμα, ότι τα μάτια,
όταν περνά η νύχτα και στο δρόμο
πληγώνει το φως της αυγής,
έχουν έναν άλλο τρόπο να κοιτάζονται,
έναν τρόπο πιο άπληστο να σκεφτούν
τα χρόνια, τους μήνες, τις εβδομάδες,
τις ημέρες και τις ώρες.

Νύχτα αιώνια, ίσως
Θα είναι καλύτερα να σε ονομάσω υποτροπιάζουσα.

Χωριστά δωμάτια, 1994.

Μετ. Μαριάννα Τζανάκη

Σάββατο 21 Μαΐου 2011

Αν κι εσύ δεν το ξέρεις

Όπως το φως ενός ονείρου,
που δεν σημαδεύει τον κόσμο, αλλά υπάρχει,
έτσι έχω ζήσει εγώ
οραματιζόμενος
ένα μέρος από σένα, που δεν γνωρίζεις,
τη ζωή που έχεις ζήσει στις σκέψεις μου...

Κι αν κι εσύ δεν το ξέρεις, σ' έχω δει
να διασχίζεις την πόρτα χωρίς να λες όχι,
ζητώντας μου ένα τασάκι, περιεργαζόμενη τα βιβλία,
ανταποκρινόμενη στον πόθο των χειλιών μου
με τα χείλη σου από ουίσκι
ακολουθώντας τα βήματά μου ως το υπνοδωμάτιο.

Έχουμε μιλήσει, επίσης,
στο κρεβάτι, χωρίς βιασύνη, πολλά βράδια
αυτό το κρεβάτι του έρωτα που δεν γνωρίζεις,
που μένει το ίδιο
κρύο όταν εσύ φεύγεις.

Αν κι εσύ δεν το ξέρεις σ' επινοούσα μαζί μου,
κάναμε χιλιάδες σχέδια, περπατήσαμε
σε όλες τις πόλεις που σου άρεσαν,
θυμηθήκαμε τραγούδια, διαλέξαμε παραιτήσεις,
μαθαίνοντας κι οι δυο να συμβιώνουμε
ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη σκέψη.

Επιτηρούμενη στη σκιά του ωραρίου σου
ή στη νύχτα ενός μπαρ αιφνιδιάζοντάς με.
Έτσι έχω ζήσει εγώ,
όπως το φως του ονείρου
που δεν θυμάσαι όταν ξυπνάς.

Habitaciones separadas(1994)
Μετ. Μαριάννα Τζανάκη

Παρασκευή 20 Μαΐου 2011

Ο έρωτας

Οι λέξεις είναι καράβια
και χάνονται έτσι, από στόμα σε στόμα,
όπως από ομίχλη σε ομίχλη.
Φέρνουν την πραμάτεια τους στις συνομιλίες
χωρίς να βρίσκουν ένα λιμάνι,
τη νύχτα που τις βαραίνει, σαν μια άγκυρα.

Πρέπει να συνηθίσουν να μεγαλώνουν
και να ζουν με υπομονή ξύλου
φθαρμένου από τα κύματα,
που έχει φαγωθεί, ενώ μουσκεύεται αργά,
μέχρι η συνηθισμένη μποτίλια
να φτάσει στη θάλασσα και να τις βυθίσει.

Γιατί η ζωή μπαίνει στις λέξεις
όπως η θάλασσα σ' ένα καράβι,
καλύπτει με χρόνο το όνομα των πραγμάτων
και οδηγεί στη ρίζα ενός επιθέτου
στον ουρανό μιας ημερομηνίας,
στο μπαλκόνι ενός σπιτιού,
στο φως μιας πόλης καθρεφτισμένης σ' ένα ποτάμι.

Γι αυτό, ομίχλη στην ομίχλη,
όταν ο έρωτας εισβάλλει στις λέξεις,
χτυπά στους τοίχους, σημαδεύοντάς τους
με τα σημάδια μιας προσωπικής ιστορίας
κι αφήνει στο παρελθόν των λεξιλογίων
αισθήσεις ψύχους και ζέστης,
νύχτες που είναι η νύχτα,
θάλασσες που είναι η θάλασσα,
μοναχικούς περιπάτους μ' επιμήκυνση της φράσης
και τρένα κρατημένα και τραγούδια.

Αν ο έρωτας, όπως όλα, είναι ζήτημα λέξεων,
πλησιάζοντας το κορμί σου δημιουργήθηκε μια γλώσσα.

Μετ. Μαριάννα Τζανάκη

Κυριακή 8 Μαΐου 2011

Ο ΙΠΠΟΤΗΣ ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ

Εμφανίστηκε ένα βραδάκι
καθισμένος στον κήπο που προστάτευε
τις κίτρινες ώρες,
το φιλί των ζευγαριών και τις πηγές
στου μπαλκονιού τα πόδια.

Ο ιππότης του φθινοπώρου
ήταν εκεί. Υπήρξε πριν
η μοναξιά συναντήσει τ' όνομά του.
Ντυνόταν λοιπόν με τ' άθλια ρούχα του
για να παρατηρεί το δρόμο και να νοιάζεται τα πλοία,
χαμένος στη σιωπή της μεσημεριανής σιέστας.

Όταν κατέβηκα απ' τον κόσμο μου
στις υψηλές συσκέψεις των αρχηγών του στόλου,
των ιερέων ή των σοφών,
και αισθάνθηκα πιο μόνος,
ήταν εκεί μαζί μου,
περιμένοντας στην πόρτα,
ο ιππότης του φθινοπώρου.

Όταν είχα έναν έρωτα,
απελπισμένο και γλυκό όπως κάθε έρωτας,
κι έτρεχα στους δρόμους
στα χαράματα της επιστροφής,
δυστυχισμένος κι ευτυχισμένος όπως οποιοσδήποτε ερωτευμένος,
στην είσοδο των αμφιβολιών μου ή στην έξοδο απ' το ξενοδοχείο,
ήταν εκεί μαζί μου,
ο ιππότης του φθινοπώρου.

Η μοναξιά μαθαίνεται και κατακτιέται,
αν και φτάνει σε μας
σαν ανέλπιστη αποκάλυψη
ενός απογεύματος που παίζει με τη βροχή.

Πάντα ήταν μαζί μου,
ο ιππότης,
το στολίδι της ζωής μου,
το λουλούδι του χρόνου.

Luis García Montero
Μετ. Μαριάννα Τζανάκη

Παρασκευή 5 Φεβρουαρίου 2010

Luis García Montero

Μετά

την κουρασμένη βιασύνη των τελευταίων τρένων

τίποτα δεν κινείται. Μένει μόνο

το πρόσωπό σου στο Broadway

και είναι δύσκολο, με τόση μοναξιά,

να κλείσεις τα μάτια χωρίς ν' αμφιβάλλεις ότι υπάρχεις.



Παράλογη

αυτή η γλώσσα της φωτιάς που σκίζει τον ορίζοντα,

κι επεκτείνεται αδάμαστη στις καρδιές,

πολύμορφη και πληγή

που εκρήγνυται και φαίνεται

το βεβιασμένο χαμόγελο μιας θρυμματισμένης μάσκας.



Μόνη

η πόλη μεταμφιέζεται σε ανατριχίλα

τα μάτια της σε σημαδεύουν

ίσια και τυφλά

όπως ένα αποτύπωμα δοντιών που ξεχνιέται

στους ώμους.



Μετά

το αλκοόλ είναι το αίμα που γυμνώνει

τα χείλη,

γιατί έρχεται η νύχτα,

γιατί φτάνει ο θάνατος σ' ένα λυγισμένο μπράτσο

για να σ' αφήσει μόνο σου με τα χρόνια σου.



Θλιμμένο απ' τα ελαιόδεντρα,

ενώ το Harlem μισοκλείνει τα παράθυρά του,

ο χρόνος είναι ένα αεράκι, που πια κανείς δεν θυμάται.



Luis García Montero

Μετ: Μαριάννα Τζανάκη