Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΙΕΡ ΖΑΝ ΖΟΥΒ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΙΕΡ ΖΑΝ ΖΟΥΒ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 26 Ιουνίου 2010

«Στοχάσου»:

«Στοχάσου για λίγο τον ήλιο της νιότης σου.
Εκείνο που έλαμπε σαν ήσουν δέκα χρονών...
πόσο γυρέψαμε- θαύματα είμαστε θαύματα.
Ο κόσμος ήταν ίσιος κι άπειρος,
να που έγινε καμπύλος γλιστρώντας
ο ένας μέσα στον άλλο.

Η σκέψη είναι λιγνή, αδύναμη, ανώφελη,
μια κορδέλα ομίχλης όπως ο Γαλαξίας.
Κι ο κόσμος ένυλος, πλατύς, τρομαχτικός
είναι αληθινός σαν τον τοίχο της Κόλασης...

Μη φοβάστε τη θλίψη σας,
είναι δική μου, είναι δική μας, είναι δική του.
Μη φοβάστε, ιδού η ειρήνη, η ζωή.
Η ζωή είναι αξιοθαύμαστη.
Η ζωή είναι ματαιότης.
Η ζωή είναι αξιοθαύμαστη.
Η ζωή είναι αξιοθαύμαστη, είναι ματαιότης».

Απόσπασμα...

Πέμπτη 24 Ιουνίου 2010

Μαγεία

Είσαι ο πόνος μου ο τρόμος μου η αγάπη μου
ω φαντασία
είσαι ο δήμιός μου ω βιβλίο όπου μετέφρασα
το βουνό το ποτάμι και το πουλί
είσαι η δυστυχία μου ω εξομολόγηση
έτσι μιλούσε ο έκπτωτος ποιητής
και ξέσκιζε το βιβλιο του τυπωμένο μες στων ανθρώπων τις πόλεις
Αλλά η άλλη φωνή του ολόγιομη μ' έναν ψίθυρο ιτιάς
απαντούσε
ω άχαρο βιβλίο ω ποίημα αποτυχημένο,
πλάνη πλάνη παντοτινή εκείνου που δεν έπραξε ακόμη
Ω είσαι ο τελευταίος μου τόπος το φρούριό μου
ενάντια στο στρατό των απίστων
αλλού μονάχα ερείπια κι εσύ τόπος ιερός
μήπως ο δαίμονας απέτυχε ό, τι στ' αλήθεια θέλησε;
Και τι θέλει ο δαίμονας-
ένα βιβλίο
απαντούσε η φωνή του φωτισμένη μ' ένα αρχαίο ηλιακό
κυπαρίσσι
το δικό σου το δικό μου ή το άλλο,
γραμμένο καθ' υπαγόρευση
κι όλα τα πουλιά τραγούδησαν πολλές φορές πάνω στον ουρανό
Κι ο ποιητής ήταν ακόμη μια φορά επιφωτισμένος
μάζευε τα κομμάτια του βιβλίου ξαναγινόταν τυφλός
και αόρατος
έχανε την οικογένειά του, έγραφε τη λέξη της πρώτης
λέξης του βιβλίου.

Τετάρτη 23 Ιουνίου 2010

ΕΛΕΝΗ

2010

Τι ωραία που είσαι τώρα που δεν υπάρχεις πια
Η τέφρα του θανάτου σ’ έγδυσε κι απ’ την ψυχή σου ακόμη
Τι ποθητή που είσαι απ’ τον καιρό που αφανιστήκαμε
Κύματα κύματα γεμίζουν την καρδιά της ερήμου
Την πιο πελιδνή από τις γυναίκες
Ωραία που είναι στις υδάτινες κορφές της γης αυτής
Του νεκρού απ’ την ασιτία τοπίου
Που ζώνει ολόγυρα την πολιτεία την πρωτινή
Ωραία που είναι μες στα χλοερά κι απρόσμενα πλατώματα
Στο γυμνό κι ανάστροφο κι ολέθριον οροπέδιο
Που είσαι τόσο πεθαμένη
Σκορπώντας ήλιους απ’ τ’ αχνάρια των ματιών σου
Και στους ίσκιους των μεγάλων ριζωμένων δέντρων
Στη φοβερή σου κόμη αυτήν που μ’ έριχνε σε παραμιλητό.

μετάφραση: Οδυσσέας Ελύτης

Πέμπτη 7 Ιανουαρίου 2010

Μαγεία

Μαγεία



Είσαι ο πόνος μου ο τρόμος μου η αγάπη μου
ω φαντασία
είσαι ο δήμιός μου ω βιβλίο όπου μετέφρασα
το βουνό το ποτάμι και το πουλί
είσαι η δυστυχία μου ω εξομολόγηση
έτσι μιλούσε ο έκπτωτος ποιητής
και ξέσκιζε το βιβλιο του τυπωμένο μες στων ανθρώπων τις πόλεις
Αλλά η άλλη φωνή του ολόγιομη μ' έναν ψίθυρο ιτιάς
απαντούσε
ω άχαρο βιβλίο ω ποίημα αποτυχημένο,
πλάνη πλάνη παντοτινή εκείνου που δεν έπραξε ακόμη
Ω είσαι ο τελευταίος μου τόπος το φρούριό μου
ενάντια στο στρατό των απίστων
αλλού μονάχα ερείπια κι εσύ τόπος ιερός
μήπως ο δαίμονας απέτυχε ό, τι στ' αλήθεια θέλησε;
Και τι θέλει ο δαίμονας-
ένα βιβλίο
απαντούσε η φωνή του φωτισμένη μ' ένα αρχαίο ηλιακό
κυπαρίσσι
το δικό σου το δικό μου ή το άλλο,
γραμμένο καθ' υπαγόρευση
κι όλα τα πουλιά τραγούδησαν πολλές φορές πάνω στον ουρανό
Κι ο ποιητής ήταν ακόμη μια φορά επιφωτισμένος
μάζευε τα κομμάτια του βιβλίου ξαναγινόταν τυφλός
και αόρατος
έχανε την οικογένειά του, έγραφε τη λέξη της πρώτης
λέξης του βιβλίου.

Τετάρτη 6 Ιανουαρίου 2010

ΕΛΕΝΗ...ΠΙΕΡ ΖΑΝ ΖΟΥΒ

ΠΙΕΡ ΖΑΝ ΖΟΥΒ
1887-1976


ΕΛΕΝΗ


Τι ωραία που είσαι τώρα που δεν υπάρχεις πια

Η τέφρα του θανάτου σ’ έγδυσε κι απ’ την ψυχή σου ακόμη

Τι ποθητή που είσαι απ’ τον καιρό που αφανιστήκαμε

Κύματα κύματα γεμίζουν την καρδιά της ερήμου

Την πιο πελιδνή από τις γυναίκες

Ωραία που είναι στις υδάτινες κορφές της γης αυτής

Του νεκρού απ’ την ασιτία τοπίου

Που ζώνει ολόγυρα την πολιτεία την πρωτινή

Ωραία που είναι μες στα χλοερά κι απρόσμενα πλατώματα

Στο γυμνό κι ανάστροφο κι ολέθριον οροπέδιο

Που είσαι τόσο πεθαμένη

Σκορπώντας ήλιους απ’ τ’ αχνάρια των ματιών σου

Και στους ίσκιους των μεγάλων ριζωμένων δέντρων

Στη φοβερή σου κόμη αυτήν που μ’ έριχνε σε παραμιλητό.



μετάφραση: Οδυσσέας Ελύτης