Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα SYLVIA PLATH. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα SYLVIA PLATH. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 23 Απριλίου 2016

ΚΟΛΟΣΣΟΣ



Ποτέ δεν θα μπορέσω να σε συναρμολογήσω ολοκληρωτικά,
Κάθε κομμάτι, όπως πρέπει κολλημένο και συναρμοσμένο.
Γκαρίσματα, γρυλίσματα  γουρουνιών και αισχρά κακαρίσματα
Εξέρχονται από τα παχιά σου χείλη..
Είναι χειρότερα κι από σταύλο.

Ίσως θεωρείς τον εαυτό σου ένα μαντείο,
Επιστόμιο για τους νεκρούς, ή για κάποια θεότητα.
Τριάντα χρόνια τώρα είναι που μοχθώ
Να στεγνώσω τις λάσπες από το λαιμό σου.
Δεν έγινα σοφότερη.

Αναρριχώμαι σε μικρές σκαλωσιές με τα δοχεία της κόλλας και τους κουβάδες με τη λαζολίνη
Έρπω σαν μυρμήγκι που θρηνεί
Πάνω από τις χορταριασμένες εκτάσεις των φρυδιών σου
Να επισκευάσω τις τεράστιες πλάκες του κρανίου σου
Και να καθαρίσω τους γυμνούς λευκούς τύμβους των ματιών σου.

Ένας γαλάζιος ουρανός βγαλμένος από την Ορέστεια
Ορθώνεται σαν αψίδα από πάνω μας . Ω πατέρα, είσαι από μόνος σου
Ρωμαλέος και ιστορικός σαν Ρωμαική Αρένα.
Στρώνω για το γεύμα μου πάνω σ` ένα λόφο με μαύρα κυππαρίσια.
Τα διαμπερή σου κόκκαλα και ακάνθινα μαλλιά είναι σκορπισμένα

Με την γνωστή  τους αναρχία στην γραμμή του ορίζοντα.
Χρειάζεται κάτι πιο δυνατό από το χτύπημα ενός κεραυνού
Για να δημιουργήσει ένα τέτοιο ερείπιο.
Τις νύχτες, φωλιάζω στο κέρας της Αμάλθειας
Του αριστερού σου αυτιού, μακριά από τον άνεμο,

Μετρώντας τα κόκκινα άστρα κι εκείνα που έχουν το χρώμα του δαμάσκηνου.
Ο ήλιος ανατέλλει από την πύλη της γλώσσας σου.
Οι ώρες μου νυμφεύονται τη σκιά.
Δεν αφουγκράζομαι πια για το τρίξιμο μιας καρίνας
Πάνω στις γυμνές πέτρες της αποβάθρας.


Πέμπτη 28 Ιανουαρίου 2016

AYΠΝΟΣ



Ο ουρανός της νύχτας είναι σαν ένα φύλλο καρμπόν,

Μπλε – μαύρο , με τις πυκνοσημαδεμένες περιοχές των αστεριών

Που αφήνουν το φως να περνά, από τρύπα σε τρύπα–

Ένα φως οστέινο, λευκό σαν θάνατος, πίσω από κάθε πράγμα.

Κάτω απ` τα μάτια των αστεριών και του φεγγαριού το δαχτυλίδι

Υπομένει την έρημο του προσκεφαλιού του, η αυπνία

Απλώνει την λεπτή , ερεθιστική της άμμο προς όλες τις κατευθύνσεις



Ξανά και ξανά , η παλιά , κοκκώδης ταινία

Προβάλλει ντροπές – τις βροχερές ημέρες

Της παιδικής ηλικίας και εφηβείας, κολλώδεις από όνειρα,

Γονικά πρόσωπα πάνω σε ψηλά εδρανα, εναλλάξ αυστηρά και βουρκωμένα,

Ένας κήπος άρρωστα τριαντάφυλλα που του έφερναν κλάμμα.

Το μέτωπό του ανώμαλο σαν τσουβάλι με πέτρες.

Οι αναμνήσεις σπρώχνονται να βγουν στην επιφάνια σαν ξεπερασμένοι σταρ του σινεμά



Έχει πια ανοσία στα χάπια : κόκκινα , μωβ, μπλε-

Πως φωτίζουν την πλήξη ενός απογεύματος που δε λέει να περάσει!

Αυτοί οι ζαχαρένιοι πλανήτες, που η επίδρασή τους κέρδισε γι` αυτόν

Μια ζωή βαπτισμένη στη μη ζωή για λίγο,

Και το γλυκό, ναρκωμένο ξύπνημα ενός επιλήσμονος βρέφους.

Τώρα τα χάπια είναι εξαντλημένα και ανόητα σαν κλασσικοί θεοί.

Τα χαζά νυσταλέα τους χρώματα δεν τον ωφελούν.



Το κεφάλι του είναι ένας μικρός χώρος από γκρίζους καθρέφτες.

Κάθε χειρονομία δραπετεύει ακαριαία σε ένα σοκκάκι

Από συρρικνούμενες προοπτικές και η σημασία του

Στραγγίζεται σα νερό έξω από την οπή στην άλλη άκρη.

Ζει εκτεθειμένος σε ένα ξεσκέπαστο δωμάτιο,

Οι γυμνές σχισμές των ματιών του πέτρωσαν ορθάνοιχτες

Στο ακατάπαυστο ασταποβόλο πετάρισμα των καταστάσεων.



Οληνυχτίς, στην γρανιτένια αυλή , αόρατες γάτες

Ούρλιαζαν σαν γυναίκες , ή σαν κατεστραμένα όργανα.

Μπορεί κιόλας να νιώσει το φως της μέρας , τη λευκή του αρρώστια,

Να ξεπροβάλλει έρποντας μ` ένα καπέλο γεμάτο ασήμαντες επαναλήψεις.

Η πόλη είναι ένας χάρτης με χαρούμενους σφυριχτές τώρα,

Και παντού άνθρωποι , με τα μάτια τους διάφανα –ασημί και άδεια,



Καλπάζουν προς τις δουλειές τους στη σειρά , λες κι έχουν πρόσφατα υποστεί πλύση εγκεφάλου.

Παρασκευή 15 Ιανουαρίου 2016

ΜΑΥΡΟΣ ΚΟΡΑΚΑΣ ΣΤΗ ΒΡΟΧΗ


Πάνω στο ξερό κλαδί εκεί ψηλά

Κουρνιάζει ένας βρεγμένος μαύρος κόρακας

Που στρώνει ξανά και ξανά το φτέρωμά του μες τη βροχή.

Δεν αναμένω ένα θαύμα

Ή ένα ατύχημα



Να πυροδοτήσουν την όραση

Μες τα μάτια μου,ούτε ψάχνω

Πια στον ανερμάτιστο καιρό κάποιο σχέδιο,

Μόνο αφήνω τα λεκιασμένα φύλλα να πέφτουν όπως πέφτουν,

Χωρίς τελετή, ή οιωνό.



Παρόλο που, το ομολογώ, κάποιες φορές επιθυμώ,

Κάποια ανταπόκριση απ` τον βουβό ουρανό,

Δεν έχω στ` αλήθεια παράπονο:

Κάποιο αμυδρό φως μπορεί ακόμα

Να ξεπηδήσει λευκόπυρο



Απ` της κουζίνας το τραπέζι ή την καρέκλα

Σαν μια ουράνια φωτιά που πότε πότε

Κατέχει τα πιο αμβλεία αντικείμενα–

Καθαγιάζοντας έτσι ένα διάστημα

Αλλιώς ασυνεπές



Επιδίδοντάς του γενναιοδωρία , τιμή,

Κάποιος ίσως πει αγάπη. Ούτως ή άλλως , τώρα περπατώ

Επιφυλακτική( γιατί θα μπορούσε να συμβεί ακόμα και σ` αυτό το μουντό, ερειπωμένο τοπίο)~ δύσπιστη

Παρόλ` αυτά συνετή, αγνοώντας



Πως ένας άγγελος ίσως διαλέξει να φεγγοβολήσει

Άξαφνα δίπλα μου. Γνωρίζω μόνο πως ένας κόρακας

Που τακτοποιεί τα μαύρα φτερά του μπορεί να λάμψει τόσο

Ώστε ν` αδράξει τις αισθήσεις μου, ν` ανασηκώσει

Τα βλέφαρά μου, και να μου παραχωρήσει



Μια σύντομη ανάπαυλα από το φόβο

Της απόλυτης ουδετερότητας. Με λίγη τύχη ,

Μοχθώντας επίμονα μέσα απ` αυτή την εποχή

Της κόπωσης,

Θα συρράψω ένα κάποιο κίβδηλο,



Περιεχόμενο. Τα θαύματα συμβαίνουν,

Αν σ` αρέσει να αποκαλείς αυτά τα σπασμωδικά

Τεχνάσματα ακτινοβολίας θάυματα. Η αναμονή άρχισε ξανά,

Η μακριά αναμονή για τον άγγελο,

Γι` αυτή τη σπάνια , τυχαία κάθοδο.



Τρίτη 18 Νοεμβρίου 2014

[ΠΡΩΙΝΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ]





Η αγάπη σε κούρδισε σαν βαρύ χρυσό ρολόι
η μαμή σάπισε τις πατούσες σου
και το γυμνό σου κλάμα πήρε τη θέση του ανάμεσα στα στοιχεία.

Οι φωνές μας αντηχούν, μεγεθύνοντας την άφιξή σου. 
Καινούριο άγαλμα.
Σ’ ένα ανεμοδαρμένο μουσείο, η γύμνια σου
σκιάζει την ασφάλειά μας. 
Στεκόμαστε ένα γύρο κενοί σαν τοίχοι.

Δεν είμαι περισσότερο μητέρα σου
από ένα σύννεφο που διυλίζει έναν καθρέφτη 
για να αντικατoπτρίσει την ίδια του την αργή
εξάλειψη στα χέρια του ανέμου.





Όλη τη νύχτα η ανάσα σου πεταλουδίτσα
πεταρίζει ανάμεσα στα επίπεδα ροζ τριαντάφυλλα. ξυπνώ και
          αφουγκράζομαι:
μια μακρινή θάλασσα δονείται στα αυτιά μου.

Μια κραυγή και κατρακυλώ από το κρεβάτι, 
βαριά και λουλουδάτη
μέσα στο βικτοριανό νυχτικό μου.

Το στόμα σου ανοίγει καθαρό σαν γάτας. 
Το τετράγωνό του
        παραθύρου.

Ξασπρίζει και καταπίνει τα μουδιασμένα του αστέρια. 
Και τώρα δοκιμάζεις
μια χουφτίτσα νότες.
Τα καθαρά φωνήεντα ανυψώνονται σαν μπαλόνια.


[Σίλβια Πλαθ, Ποιήματα, εκδ. Κέδρος]





Σάββατο 1 Φεβρουαρίου 2014

Πρωινό τραγούδι,



Η αγάπη σ' έβαλε μπρος σαν να 'σουν ένα χοντρό χρυσό ρολόι.

Η μαμή ράπισε τις πατούσες σου και το γυμνό σου κλάμα

πήρε τη θέση του ανάμεσα στα στοιχεία της φύσης.


Οι φωνές μας αντιλαλούν, εξυμνώντας την άφιξή σου. Καινούργιο άγαλμα

σε ανεμοδαρμένο μουσείο, η γύμνια σου

σκιάζει τη σιγουριά μας. Στεκόμαστε ολόγυρα ανέκφραστοι σαν τοίχοι.


Δεν είμαι περισσότερο μάνα σου

από το σύννεφο που διυλίζει έναν καθρέφτη για να αντικατοπτρίσει

τη δική του αργή

εξάλειψη απ' το χέρι του ανέμου.


Ολη τη νύχτα η ανάσα σου σαν νυχτοπεταλούδα

φτερουγίζει ανάμεσα στα άψυχα ροζ τριαντάφυλλα. Ξυπνώ κι αφουγκράζομαι:

Μια μακρινή θάλασσα σαλεύει στο αφτί μου.


Μια φωνή και κατρακυλώ απ' το κρεβάτι, λουλουδάτη και βαριά σαν αγελάδα

μες στη βικτωριανή νυχτικιά μου.

Το στόμα σου ανοίγει καθαρό σαν γάτας. Το παράθυρο


ασπρίζει και καταπίνει τα αχνά του αστέρια. Και τώρα αρχίζεις να εξασκείς

τις λιγοστές σου νότες˙

τα διαυγή φωνήεντα ανυψώνονται σαν μπαλόνια.


Ποίημα από τον τόμο Αριελ, 
μτρφ.: Ελένη Ηλιοπούλου, Κατερίνα Ηλιοπούλου,

Παρασκευή 26 Ιουλίου 2013

Λαίδη Λάζαρος



Να που το έκανα ξανά.
Στα δέκα χρόνια μια φορά
Τα καταφέρνω…

Θαύμα κινούμενο, το δέρμα μου
Φωτεινό σαν των Ναζί τα αμπαζούρ,
Το πόδι το δεξί μου

Βαρίδι για χαρτιά,
Το πρόσωπό μου είναι κενό, φίνο
Εβραίικο λινό

Ξεφλούδισ’ την πετσέτα
Ω εχθρέ μου εσύ.
Τρομάζω κάποιον; …

Η μύτη, οι κόχες των ματιών, η οδοντοστοιχία;
Η ξινισμένη ανάσα
Μες σε μια μέρα θα χαθεί.

Σύντομα, σύντομα
Η σάρκα που έφαγε ο τάφος
Πάνω μου θα επιστρέψει

Και το χαμόγελό μου.
Γυναίκα ετών τριάντα μόνο.
Κι εννιά σα γάτα έχω θανάτους.

Είμαστε στον Υπ’ Αριθμόν Τρία.
Τι σαχλαμάρα
Κάθε δεκαετία να εκμηδενίζεις.

Τι εκατομμύρια ίνες.
Μασουλώντας φιστίκια , τα πλήθη
Σπρώχνονται να δουν

Να με ξετυλίγουν χειροπόδαρα…
Το τέλειο στριπτίζ.
Κυρίες, Κύριοι

Τούτα είναι τα χέρια μου
Τα γόνατά μου.
Μπορεί να 'μαι πετσί και κόκαλο,

Όμως, είμαι η ίδια ακριβώς γυναίκα.
Την πρώτη μου φορά ήμουνα δέκα.
Ήταν ατύχημα.

Τη δεύτερη ν’ αντέξω σκόπευα
Να μη γυρίσω πια ποτέ.
Λικνίστηκα κλειστή

Σαν όστρακο.
Χρειάστηκε να φωνάζουν, να φωνάζουν
Και να μου βγάζουν τα σκουλήκια – μαργαριτάρια γλοιώδη.

Το να πεθαίνεις
Είναι τέχνη, όπως όλα.
Το κάνω εξαιρετικά.

Το κάνω διαολεμένα.
Το κάνω σαν αληθινό.
Νομίζω μού είναι φυσικό.

Εύκολο να το κάνω σε κελί.
Εύκολο να το κάνω και να μένω ακίνητη.
Είναι η θεατρική

Μέρα-μεσημέρι επιστροφή
Στο ίδιο μέρος, το ίδιο πρόσωπο, η ίδια κτηνώδης
Κραυγή ενθουσιασμού:

«Θαύμα!»
Που με λιώνει.
Θα πληρώσετε

Για να δείτε τις ουλές μου, θα πληρώσετε
Για να ακούσετε την καρδιά μου…
Στ’ αλήθεια ξεκινάει.

Και θα πληρώσετε, θα πληρώσετε ακριβά
Για μια μου λέξη ή άγγιγμα
Ή λίγο αίμα

Ή για λίγες τρίχες ή τα ρούχα μου.
Λοιπόν, λοιπόν, Χερ Ντόκτορ.
Λοιπόν, Εχθρέ μου.

Είμαι το έργον σας,
Είμαι το τιμαλφές σας,
Τ’ ολόχρυσο μωρό σας

Που λιώνει και γίνεται στριγκλιά.
Στριφογυρνάω και καίγομαι.
Μη θαρρείτε πως υποτιμάω την έγνοια σας.

Στάχτες, στάχτες…
Σκαλίστε τις.
Σάρκες, οστά, τίποτα δεν θα βρείτε…

Ένα κομμάτι σαπούνι,
Ένα γαμήλιο δαχτυλίδι,
Ένα χρυσό σφράγισμα.

Χερ Κύριε και Θεέ, Χερ Λούσιφερ
Φυλαχτείτε
Φυλαχτείτε.

Από τις στάχτες
Αναδύομαι με τα πυρά μαλλιά μου
Και τρώω άντρες στην τροχιά μου.


(23-29 Οκτωβρίου 1962/
Μετάφραση: Παναγιώτης Αλεξανδρίδης)


Παρασκευή 10 Αυγούστου 2012

ΖΙΓΚΟΛΟ



Είμαι ρολόι τσέπης, δουλεύω μια χαρά.
Οι δρόμοι, σαυροειδείς σχισμές
Απόκρημνες, με τρύπες για να κρυφτείς.
Καλύτερα ν ανταμώνεις σε αδιέξοδο,


Σ ένα παλάτι από βελούδο
Με παράθυρα καθρέφτες.
Εκεί κάποιος είναι ασφαλής,
Δεν υπάρχουν οικογενειακές φωτογραφίες,


Ούτε χαλκάδες στη μύτη, ούτε λυγμοί.
Φωτεινά αγκίστρια ψαριών, τα χαμόγελα των γυναικών
κομπιάζουν μπρος στο εκτόπισμά μου
Κι εγώ, στα κομψά μου μαύρα,


Αλέθω ανάκατα βυζιά σαν μέδουσα.
Για να θρέψω
Τα βιολοντσέλα των βογκητών τρώω αυγά -
Αυγά και ψάρι, τα ουσιώδη,


Το αφροδισιακό καλαμάρι.
Το στόμα μου χαλαρώνει,
Το στόμα του Χριστού
Όταν η μηχανή μου πλησιάζει στο τέλος της.


Η φλυαρία των
Χρυσών μου αρθρώσεων, η τέχνη να μεταμορφώνω
Τις σκύλες σε ασημένιο κυματισμό
Ξετυλίγει ένα χαλί, μια σιγή.


Και δεν υπάρχει τέλος, κανένα τέλος σ αυτό.
Δεν θα γεράσω ποτέ. Καινούργια στρείδια
Στριγκλίζουν μες στη θάλασσα κι εγώ
Λαμπυρίζω σαν το Φοντελεμπλό


Ικανοποιημένος,
Όλο το κατρακύλισμα του νερού, μάτι
Που πάνω απ την λιμνούλα του
Τρυφερά γέρνω και με κοιτάζω



  Απόδοση από τα αγγλικά: Κλεοπάτρα Λυμπέρη

Τρίτη 26 Ιουνίου 2012

Άκρο




 Η γυναίκα έχει τελειοποιηθεί .
Το νεκρό της

Σώμα φοράει το χαμόγελο της επίτευξης ,
Η ψευδαίσθηση μιας ελληνικής αναγκαιότητας

Ρέει στις πτυχές της τηβέννου της ,
Τα γυμνά της

Πόδια μοιάζουν να λένε :
Φτάσαμε ως εδώ , αρκεί .

Κάθε νεκρό παιδί κουλουριασμένο , λευκό ερπετό ,
Ένα σε κάθε μικρή

Κανατούλα του γάλακτος , τώρα άδεια .
Τα έχει διπλώσει


Ξανά στο σώμα της , όπως τα πέταλα
Ενός ρόδου που κλείνουν όταν ο κήπος

Πετρώνει και αρώματα αιμορραγούν
Από τους γλυκούς , βαθείς λαιμούς του νυχτολούλουδου .

Η σελήνη δεν έχει λόγο να θλίβεται ,
Ατενίζοντας επίμονα μέσα απ’ την οστέινη κουκούλα της .

Είναι συνηθισμένη σε τέτοιου είδους πράγματα .
Οι σκοτεινιές της τριζοβολούν και έλκουν .

 
Μετάφραση : Κατερίνα Ηλιοπούλου

Ελένη Ηλιοπούλου

Δευτέρα 23 Απριλίου 2012

Η πλήξη της Αριάδνης


|



Πλήξη
Φύλλα τσαγιού αντιμάχονται όσους ερωτοτροπούν με την καταστροφή
σχεδιάζοντας ένα μέλλον, όπου τίποτα δεν πρόκειται να συμβεί:
η παλάμη της τσιγγάνας θα εξακολουθεί με ανία
να προβλέπει την έλλειψη απειλών για μια ηρωική μάχη.
Ο κίνδυνος είναι παιδαριώδης τώρα: ο αφελής ιππότης
βρίσκει ξεχασμένα τέρατα και ανήκουστους δράκους,
ενώ απαθείς πριγκίπισσες κονταροχτυπιούνται με τον τρόμο
κατηγορώντας τον απόλυτο παραλογισμό του.

Το τέρας του Τζέιμς δεν θα ορμήσει έξω από τη φωλιά του,
καταδικάζοντας σε αποτυχία την ανιαρή εφόρμηση του ήρωα
˙
κι όταν οι άγγελοι παιανίσουν ανέμελα τις σάλπιγγες του Θεού,
την ώρα που τα βυθισμένα στην πλήξη πλήθη θα ξυπνήσουν
για μια μοναδική φορά από το λήθαργο,
ελπίζοντας να αντικρίσουν τον όλεθρο,
οι ικεσίες και οι προσφορές
δεν θα εμποδίσουν τη λευκή πόρτα του θανάτου να ανοίξει
είτε για την κυρά είτε για την τίγρη.


μτφρ.: Βασίλης Μανουσάκης

Τετάρτη 5 Οκτωβρίου 2011

πρωινό τραγούδι



Η αγάπη σε κούρντισε σαν βαρύ χρυσό ρολόι.
Η μαμή χτύπησε τις πατούσες σου και η γυμνή κραυγή σου
Πήρε τη θέση της ανάμεσα στα στοιχεία.

Οι φωνές μας αντιλαλούν, μεγεθύνοντας τον ερχομό σου.
Καινούργιο άγαλμα.
Σ' ένα παγερό μουσείο, η γύμνια σου
Σκιάζει την ασφάλειά μας.
Στεκόμαστε τριγύρω ανέκφραστοι σαν τοίχοι.

Δεν είμαι περισσότερο μάνα σου
Από το σύννεφο που διυλίζει έναν καθρέφτη για να αντανακλά τη νίκη του αργή
Εξαφάνιση στο χέρι του ανέμου.

Όλη νύχτα σαν πεταλουδίτσα η ανάσα σου
Πεταρίζει ανάμεσα στα λεία ροζ τριαντάφυλλα.
Ξυπνώ ν' αφουγκραστώ:
Μια μακρινή θάλασσα σαλεύει μες στο αυτί μου.
Μια κραυγή, και σκουντουφλώ απ' το κρεβάτι, βαρειά σαν γελάδακαι λουλουδιασμένη
Μες στο βικτωριανό μου νυχτικό.

Το στόμα σου ανοίγει καθαρό σαν του γατιού.
Το τετράγωνο του παραθύρου
Ξασπρίζει και καταπίνει τα θολά του αστέρια.

Και τώρα δοκιμάζεις, Μια φουχτίτσα νότες•
Τα ξεκάθαρα φωνήεντα υψώνονται σαν μπαλόνια.


Sylvia Plath, 1932 - 1963.
μεταφρ. Κλαίτη Σωτηριάδου

Παρασκευή 17 Ιουνίου 2011

πρωινό τραγούδι

Η αγάπη σε κούρντισε σαν βαρύ χρυσό ρολόι.
Η μαμή χτύπησε τις πατούσες σου και η γυμνή κραυγή σου
Πήρε τη θέση της ανάμεσα στα στοιχεία.

Οι φωνές μας αντιλαλούν, μεγεθύνοντας τον ερχομό σου.
Καινούργιο άγαλμα.
Σ' ένα παγερό μουσείο, η γύμνια σου
Σκιάζει την ασφάλειά μας.
Στεκόμαστε τριγύρω ανέκφραστοι σαν τοίχοι.

Δεν είμαι περισσότερο μάνα σου
Από το σύννεφο που διυλίζει έναν καθρέφτη για να αντανακλά τη νική του αργή
Εξαφάνιση στο χέρι του ανέμου.

Όλη νύχτα σαν πεταλουδίτσα η ανάσα σου
Πεταρίζει ανάμεσα στα λεία ροζ τριαντάφυλλα.
Ξυπνώ ν' αφουγκραστώ:
Μια μακρινή θάλασσα σαλεύει μες στο αυτί μου.
Μια κραυγή, και σκουντουφλώ απ' το κρεβάτι, βαρειά σαν γελάδα και λουλουδιασμένη
Μες στο βικτωριανό μου νυχτικό.

Το στόμα σου ανοίγει καθαρό σαν του γατιού.
Το τετράγωνο του παραθύρου
Ξασπρίζει και καταπίνει τα θολά του αστέρια.

Και τώρα δοκιμάζεις, μια φουχτίτσα νότες•
Τα ξεκάθαρα φωνήεντα υψώνονται σαν μπαλόνια.


Sylvia Plath, 1932 - 1963.
μεταφρ. Κλαίτη Σωτηριάδου

Παρασκευή 20 Αυγούστου 2010

ΠΑΡΑΛΥΤΙΚΟΣ

Συμβαίνει. Θα συνεχίσει;
To μυαλό μου πέτρα,
Ούτε δάχτυλα να πιαστώ, ούτε γλώσσα,
Θεός μου το σιδερένιο πνευμόνι

Που μ αγαπάει, τρομπάρει
μέσα έξω
Τις δυο μου σακούλες σκόνη,
Δεν θα

Μ αφήσει να πάθω υποτροπή
Καθώς η μέρα έξω κυλά σαν την κορδέλα του τηλέγραφου.
Η νύχτα φέρνει βιολέτες,
ταπετσαρίες ματιών,

Φώτα,
Τους απαλούς ανώνυμους
Ομιλητές: «Είσαι καλά;»
To κολλαρισμένο, απρόσιτο στήθος.

Νεκρό αυγό, πλαγιάζω
Ολόκληρη
Πάνω σ έναν ολόκληρο κόσμο που δεν μπορώ ν αγγίξω,
Στο άσπρο, τεντωμένο

Τύμπανο του ντιβανιού μου
Φωτογραφίες μ επισκέπτονται
Η σύζυγός μου, νεκρή και άχρωμη με γούνες του 1920
Στόμα μπουκωμένο μαργαριτάρια

Δυο κορίτσια
Το ίδιο άχρωμα μ εκείνη, που ψιθυρίζουν «είμαστε οι κόρες σου»
Τ ακύμαντα νερά
σκεπάζουν τα χείλη μου

Μάτια, μύτη και αυτιά,
Ένα διάφανο
Σελοφάν που δεν μπορώ να ραγίσω.
Καβάλα στο ασέλωτο άλογό μου

Χαμογελώ, Βούδας, όλες
Οι επιθυμίες, ο πόθος
Πέφτουν από πάνω μου σαν δαχτυλίδια
σφιχταγκαλιάζοντας τις λάμψεις τους.

Το Νύχι
Της μανόλιας
Μεθυσμένο από την ίδια του την ευωδιά,
Έχει παραιτηθεί απ τη ζωή.


Aπόδοση από τα αγγλικά: Κλεοπάτρα Λυμπέρη

Κυριακή 12 Ιουλίου 2009

LADYLAZARUS

Lady Lazarus



I have done it again.
One year in every ten
I manage it-----

A sort of walking miracle, my skin
Bright as a Nazi lampshade,
My right foot

A paperweight,
My face a featureless, fine
Jew linen.

Peel off the napkin
O my enemy.
Do I terrify?-----

Yes, yes Herr Professor
It is I.
Can you deny

The nose, the eye pits, the full set of teeth?
The sour breath
Will vanish in a day.

Soon, soon the flesh
The grave cave ate will be
At home on me

And I a smiling woman.
I am only thirty.
And like the cat I have nine times to die.

This is Number Three.
What a trash
To annihilate each decade.

What a million filaments.
The peanut-crunching crowd
Shoves in to see

Them unwrap me hand and foot-----
The big strip tease.
Gentlemen, ladies

These are my hands
My knees.
I may be skin and bone, I may be Japanese,

Nevertheless, I am the same, identical woman.
The first time it happened I was ten.
It was an accident.

The second time I meant
To last it out and not come back at all.
I rocked shut

As a seashell.
They had to call and call
And pick the worms off me like sticky pearls.

Dying
Is an art, like everything else.
I do it exceptionally well.

I do it so it feels like hell.
I do it so it feels real.
I guess you could say I've a call.

It's easy enough to do it in a cell.
It's easy enough to do it and stay put.
It's the theatrical

Comeback in broad day
To the same place, the same face, the same brute
Amused shout:

'A miracle!'
That knocks me out.
There is a charge.


For the eyeing of my scars, there is a charge
For the hearing of my heart-----
It really goes.

And there is a charge, a very large charge
For a word or a touch
Or a bit of blood

Or a piece of my hair or my clothes.
So, so, Herr Doktor.
So, Herr Enemy.

I am your opus,
I am your valuable,
The pure gold baby

That melts to a shriek.
I turn and burn.
Do not think I underestimate your great concern.

Ash, ash--
You poke and stir.
Flesh, bone, there is nothing there-----

A cake of soap,
A wedding ring,
A gold filling.

Herr God, Herr Lucifer
Beware
Beware.

Out of the ash
I rise with my red hair
And I eat men like air.

Τετάρτη 17 Ιουνίου 2009

ΑΚΡΟ..

AΚΡΟ


Η γυναίκα ολοκληρώθηκε.
Το νεκρό

Κορμί της φοράει το χαμόγελο της εκπλήρωσης,
Η ψευδαίσθηση μιας χρείας ελληνικής

Κυλάει στις έλικες της τηβέννου της,
Τα γυμνά

Πόδια της φαίνονται να λένε:
Φτάσαμε τόσο μακριά, τετέλεσται.

Κάθε νεκρό παιδί κουλουριασμένο -άσπρο φίδι-
Ένα σε κάθε μικρή

Κανάτα γάλα, τώρα άδεια.
Τα χει διπλώσει

Ξανά μες το κορμί της σαν πέταλα
Ρόδου εν παρόδω, όταν ο κήπος

Κοκαλώνει και μυρωδιές αιμορραγούν
Απ τους γλυκείς βαθείς λαιμούς του νυχτολούλουδου.

Δεν έχει λόγο να λυπάται η σελήνη,
Καθώς κοιτά επίμονα απ την οστεοθήκη της.

Είναι συνηθισμένη σε τέτοια πράματα.
Τα μαύρα της σέρνονται και κροταλίζουν.

1963


Απόδοση από τα αγγλικά: Κλεοπάτρα Λυμπέρη