Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα T.S. Eliot. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα T.S. Eliot. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2015

Τι Είπε Ο Κεραυνός


 
Ύστερα από το φως του πυρσού κόκκινο σε ιδρωμένα πρόσωπα
Ύστερα από την παγερή σιωπή μέσα στους κήπους
Ύστερα από την αγωνία σε τόπους πετρωτούς
Τις κραυγές και τους αλαλαγμούς
Τη φυλακή το παλάτι και τ’ αντιφέγγισμα
Του ανοιξιάτικου κεραυνού πάνω από μακρινά βουνά
Εκείνος που ήταν ζωντανός είναι τώρα πεθαμένος
Εμείς που ζούσαμε τώρα πεθαίνουμε
Με λίγη υπομονή
Δεν έχει εδώ νερό παρά μονάχα βράχια
Βράχια χωρίς νερό κι ο άμμος του δρόμου
Του δρόμου που ξετυλίγεται στα βουνά
Που είναι βραχόβουνα χωρίς νερό
Αν είχε νερό εδώ-πέρα θα στεκόμασταν να πιούμε
Μέσα στα βράχια πώς να σταθούμε πώς να στοχαστούμε
Ξερός ο ιδρώς και τα πόδια μες στον άμμο
Αν είχε τουλάχιστο νερό στο βράχο
Στόμα νεκρό του βουνού με σάπια δόντια που δεν μπορεί να φτύσει
Εδώ κανείς δεν μπορεί να σταθεί ούτε να πλαγιάσει ούτε να καθίσει
Δεν έχει μηδέ σιωπή μέσα στα βουνά
Μόνο ο ξερός κεραυνός στείρος χωρίς βροχή
Δεν έχει μηδέ μοναξιά μέσα στα βουνά
Μόνο κόκκινα πρόσωπα βλοσυρά σαρκάζουν και γρυλίζουν
Μέσα απ’ τις πόρτες ξεροσκασμένων λασποκαλυβιών
 
 

Αν είχε νερό
Χωρίς τα βράχια
Αν ήταν τα βράχια
Μαζί με νερό
Και νερό
Μια πηγή
Μια γούρνα μες στα βράχια
Αν ήταν ήχος μοναχά νερού
Όχι ο τζίτζικας
Και το ξερό χορτάρι τραγουδώντας
Μα ήχος νερού πάνω από βράχο
Εκεί που η τσίχλα κελαηδεί μέσα στα πεύκα
Βριξ βροξ βριξ βροξ βροξ βροξ βροξ
Αλλά δεν έχει νερό
Ποιος είναι ο τρίτος που περπατεί πάντα στό πλάι σου;
Όταν μετρώ, είμαι μονάχα εγώ και συ μαζί μου
Μα όταν κοιτάζω εμπρός τον άσπρο δρόμο
Υπάρχει πάντα κάποιος που περπατεί στο πλάι σου
Γλιστρώντας τυλιγμένος σε καστανό μανδύα, κουκουλωμένος
Αν είναι άντρας αν είναι γυναίκα δεν το ξέρω
– Μ’ αυτός εκεί ποιος είναι απ’ τ’ άλλο πλάι σου;
Ποιος είναι αυτός ο ήχος ψηλά στον αέρα
Μουρμούρισμα μητρικού ολολυγμού
Ποιες είναι αυτές οι κουκουλωμένες ορδές που μερμηγκιάζουν
Πάνω σ’ ατέλειωτους κάμπους, σκοντάφτοντας στη σκασμένη γης
Ζωσμένες από τον ορίζοντα το χαμηλό μονάχα
Ποια είναι η πολιτεία πέρα απ’ τα βουνά
Σκάζει, ξαναγεννιέται, θρουβαλιάζεται μες στο μενεξεδένιο αέρα
Πύργοι πέφτουν
Ιερουσαλήμ Αθήνα Αλεξάντρεια
Βιέννη Λόντρα
Ανύπαρχτες
Μια γυναίκα έσυρε τη μακριά μαύρη της κόμη τεντωμένη
Κι έπαιξε ψίθυρο μουσικής πάνω σ’ αυτή τη χορδή
Και νυχτερίδες με πρόσωπα μωρών μέσα στο φως το μενεξεδένιο
Σφύριξαν και πετάρισαν μια στιγμή
Και σύρθηκαν με τo κεφάλι κάτω στη ρίζα ενός καψαλιασμένου τοίχου
Κι ήτανε πύργοι ανάστροφοι κι ανάεροι
Που σήμαιναν τις ώρες χτυπώντας καμπάνες θυμητικές
Και φωνές τραγουδούσαν μέσα από ξεροπήγαδα και στέρνες αδειανές.
Στη ρημαγμένη τούτη γούβα μέσα στα βουνά
Κάτω απ’ τα’ αχνό φεγγαρόφωτο, τραγουδάει το χορτάρι
Πάνω σ’ αφανισμένους τάφους, γύρω στην εκκλησιά
Εκεί είναι η αδειανή εκκλησία, του αγέρα μόνο κατοικία.
Χωρίς παράθυρα, κι πόρτα παίζει,
Τα ξερά κόκαλα κανένα δεν πειράζουν.
Μόνο ένας κόκορας στάθηκε στο μεσοδόκι
Κου κου ρικου κου κου ρικου
Μέσα στο φέγγος αστραπής Τότες μια νοτερή πνοή
Φέρνοντας τη βροχή
Φύρανε ο Γάγγης, τα πλαδαρά τα φύλλα
Προσμέναν τη βροχή, ενώ τα μαύρα σύννεφα
Συνάχτηκαν μακριά, πάνω απ’ το Χίμαβαντ.
Η ζούγκλα ζάρωσε, κουβαριασμένη σιωπηλά.
Μίλησε τότε ό κεραυνός
 
 
 
  
ΝΤΑ
Ντάττα: τι έχουμε δώσει;
Φίλε μου, τραντάζει το αίμα την καρδιά μου
Η φοβερή τόλμη μιaς στιγμής παραδομού
Που η εποχή της φρόνησης πότες δε θ’ αναιρέσει
Μ’ αυτή, μόνο μ’ αυτήν, έχουμε υπάρξει
Που κανείς δε θα βρει μες στις νεκρολογίες μας
Μήτε σε θύμησες από την ελεητικήν αράχνη σκεπασμένες
Η κάτω από σφραγίδες που έσπασε ο στεγνός δικηγόρος
Στις άδειες κάμαρές μας
ΝΤΑ
Ντάγιαντβαμ: Άκουσα το κλειδί
Στην πόρτα να γυρίζει μια φορά μια φορά μόνο
Σκεπτόμαστε το κλειδί, καθένας μες στη φυλακή του
Με τη σκέψη του κλειδιού, καθένας βεβαιώνει τη φυλακή του
Μονάχα όταν βραδιάζει, αιθέρια ψιθυρίσματα
Για μια στιγμή ξαναζωντανεύουν έναν τσακισμένο Κοριολανό
ΝΤΑ
Ντάμυατα: Το πλοίο ανταποκρίθηκε
Χαρούμενα, στο χέρι το δεξιό και στο πανί και στο κουπί
Η Θάλασσα ήταν ήσυχη, θα ’χε ανταποκριθεί η καρδιά σου
Χαρούμενα, στην πρόσκληση, πάλλοντας υπάκουη
Σε κυρίαρχα χέρια
 Κάθισα στην όχθη
Ψαρεύοντας, και πίσω μου o ξερός κάμπος
Τάχα θα βάλω πια τις χώρες μου σε τάξη;
Της Λόντρας το γιοφύρι πέφτει παει και πέφτει πάει και πέφτει
Poi s’ ascose nel foco che gli affina
Quando fiam uti chelidon – Ω χελιδόνι χελιδόνι
Le Prince d’ Aquitaine à la rour abolie
Με τα συντρίμμια αυτά στύλωσα τα ερείπια μου
Ωραία, θα σας κανονίσω. Πάλι τρελός ο Ιερώνυμος.
Ντάττα. Ντάγιαντβαμ. Ντάμυατα.
Σάντι σάντι σάντι
 
 


[μετάφραση: Γιώργου Σεφέρη]
http://www.bibliotheque.gr/

Σάββατο 19 Οκτωβρίου 2013

ΚΟΥΦΙΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ





Είμαστε οι κούφιοι άνθρωποι,
οι βαλσαμωμένοι άνθρωποι
σκύβοντας μαζί
κεφαλοκαύκι γεμισμένο άχυρο. Aλίμονο!
οι στεγνές φωνές μας όταν
ψιθυρίζουμε μαζί
είναι ήσυχες κι ανόητες
σαν άνεμος σε ξερό χορτάρι
ή πόδια ποντικών σε σπασμένο γυαλί
στο ξερό μας κελάρι

σχήμα χωρίς μορφή, σκιά χωρίς χρώμα,
παραλυμένη δύναμη, χειρονομία χωρίς κίνηση

αυτοί που πέρασαν
με ολόισια μάτια, στου θανάτου το άλλο βασίλειο
μας θυμούνται -αν καθόλου μας θυμούνται-
σαν κούφιους ανθρώπους
σα βαλσαμωμένους

μάτια δεν τολμώ να δω στα όνειρα
στου θανάτου το ονειρικό βασίλειο
αυτά δεν εμφανίζονται εκεί:
τα μάτια είναι
ηλιόφως σε μια σπασμένη κολώνα
εκεί, είναι ένα δέντρο χορεύοντας
και φωνές
στου ανέμου το τραγούδισμα
πιο μακρινές και πιο τελεστικές
από ένα μαραμένο αστέρι

ας είμαι όχι πιο κοντά
στου θανάτου το ονειρικό βασίλειο
ας φορέσω επίσης
τις μεταμφιέσεις
αρουραίου τρίχωμα, κοράκου δέρμα, κουρελούδες
σ' έναν αγρό
φερόμενος όπως φέρεται ο άνεμος
όχι πιο κοντά

όχι αυτή την τελική συνάντηση
στου λυκόφωτος το βασίλειο

αυτή είναι η νεκρή χώρα
αυτή είναι του κάκτου η χώρα
εδώ τα πέτρινα είδωλα
σηκώνονται, εδώ λαμβάνουν
την ικεσία ενός χεριού νεκρού ανθρώπου
κάτω απ' το σπίθισμα σβησμένου άστρου

αυτό είναι σαν αυτό
στου θανάτου το άλλο βασίλειο
ξυπνώντας μόνοι
την ώρα που είμαστε
τρέμοντας με τρυφερότητα
χείλη που θα φιλούσαν
κάνουν προσευχές σε τσακισμένες πέτρες

αόμματοι
αν δεν τα μάτια μας ξαναφανούν
όπως το αέναο άστρο
του πολύφυλλου ρόδου
στου θανάτου το λυκοφωτικό βασίλειο
η ελπίδα μόνο
των κενών ανθρώπων
των άδειων ανθρώπων

μεταξύ ιδέας
και πραγματικότητας
μεταξύ κίνησης
και δράσης
πέφτει η σκιά

μεταξύ αντίληψης
και δημιουργίας
πέφτει η σκιά

η ζωή είναι πολύ μακριά

μεταξύ πόθου
και σπασμού
μεταξύ δύναμης
και ύπαρξης
μεταξύ ουσίας
και πτώσης
πέφτει η σκιά
γιατί δικό σου είναι το βασίλειο

γιατί δική σου είναι η ζωή
γιατί η ζωή σου είναι δική σου
δική σου

αυτός είναι ο τρόπος που τελειώνει ο κόσμος
όχι μ' ένα πάταγο αλλά μ' ένα λυγμό


Μετάφραση : Αριστοτέλης Νικολαίδης