Αναγνώστες
Πληροφορίες
Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως,
κρυμμένος σὰν ἀετός,
μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος,
ὁ πρῶτος μου ἑαυτός...
ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ντύλαν Τόμας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ντύλαν Τόμας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Κυριακή 25 Νοεμβρίου 2012
KΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΔΕΝ ΘΑΧΕΙ ΠΙΑ ΕΞΟΥΣΙΑ
Κι ' ο θάνατος δεν θάχει πιά εξουσία,
Γυμνοί οι νεκροί θα γίνουν ένα
Με τον άνθρωπο του ανεμου και του δυτικού φεγγαριού'
Οταν ασπρίσουν τα κόκκαλά τους και τριφτούν τ' άσπρα κόκκαλα
θάχουν αστέρια στον αγκώνα και στο πόδι`
Αν τρελλάθηκαν η γνώση τους θα ξανάρθει,
Αν βουλιάξαν στο πέλαγος θ' αναδυθούν'
Αν χάθηκαν οι εραστές δεν θα χαθεί η αγάπη'
Κι ' ο θάνατος δεν θάχει πιά εξουσία.
Κι ' ο θάνατος δεν θάχει πιά εξουσία,
Οσους βαθειά σκεπάζουν οι στροφάδες των νερών
δεν θ ' αφανίσει ανεμοστρόβιλος`
Κι' άν στρίβει ο τροχαλίας κι' οι κλειδώσεις ξεφτίζουν
Στον τροχό αν τους πεδεύουν δεν θα τους συντρίψουν'
Στα σπασμένα τα χέρια τους θάναι η πίστη διπλή,
Κι ' οι μονόκεροι δαίμονες ας τρυπούν το κορμί`
Χίλια κομμάτια θρύψαλα κι ' αράγιστοι θα μείνουν`
Κι' Ο θάνατος δεν θάχει πιά εξουσία.
Κι ' ο θάνατος δεν θάχει πιά εξουσία,
Ας μην φωνάζουν πιά στο αυτί τους γλάροι
Ας μην σπάζει μ' ορμή στο γιαλό τους το κύμα.
Εκεί που έν' άνθι φούντωνε δεν έχει τώρα ανθό
Να υψώσει την κορφή του στης βροχής το φούντωμα'
Τρελλοί, μπορεί, και ξόδια, ψόφια καρφιά, μα ιδές,
Φύτρα των σημαδιών τους, να, σφυριές οι μαργαρίτες
Ορμούν στον ήλιο ώσότου ο ήλιος να καταλυθεί,
Κι ' ο θάνατος δεν θάχει πιά εξουσία.
Παρασκευή 14 Οκτωβρίου 2011
ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΕΙΜΑΣΤΕ ΤΙΠΟΤ’ ΑΛΛΟ ΠΑΡΑ ΜΟΝΟ ΑΝΘΡΩΠΟΙ
Χωρίς να είμαστε τίποτ’ άλλο παρά μόνο άνθρωποι, περπατήσαμε μέσ’ απ’ τα δέντρα
Φοβισμένοι, αφήνοντας τις λέξεις μας να είναι τρυφερές
Από φόβο μήπως ξυπνήσουμε τις κουρούνες,
Από φόβο μήπως έρθουμε
Αθόρυβα μέσα σ’ έναν κόσμο φτερών και κραυγών.
Αν ήμασταν παιδιά, ίσως να σκαρφαλώναμε,
Θα πιάναμε τις κουρούνες να κοιμούνται, και δεν θα σπάγαμε ούτε κλαράκι,
Και, μετά το μαλακό ανέβασμα,
Θα τινάζαμε τα κεφάλια μας πιο πάνω απ’ τα κλαριά
Για να θαυμάσουμε την τελειότητα των άστρων.
Πέρα απ’ τη σύγχυση, όπως συμβαίνει συνήθως,
Και τον θαυμασμό για όσα ο άνθρωπος γνωρίζει,
Πέρα απ’ το χάος θα ‘ρχόταν η μακαριότητα.
Αυτό, τότε, είναι ομορφιά, είπαμε,
Παιδιά που με θαυμασμό κοιτάζουν τ’ αστέρια,
Είναι ο σκοπός και το τέλος.
Χωρίς να είμαστε τίποτ’ άλλο παρά μόνο άνθρωποι, περπατήσαμε μέσ’ απ’ τα δέντρα.
Μια πορεία στον καιρό της καρδιάς
Μια πορεία στον καιρό της καρδιάς
Την υγρασία σε ξηρασία μεταλλάσει η χρυσή βολή
Λυσσομανά στον παγωμένο τάφο.
Μια πορεία στην εποχή των φλεβών
Τη νύχτα σε μέρα μεταλλάσει αίμα στους ήλιους τους
Φωτίζει το ζωντανό σκουλήκι.
Μια πορεία στο μάτι προειδοποιεί
Τα κόκκαλα της τύφλωσης κι η μήτρα
Οδηγεί στο θάνατο καθώς η γη διαρρέει.
Ενα σκοτάδι στον καιρό του ματιού
Είναι το μισό του φως η βυθομετρημένη θάλασσα
Σκάζει σε λεία γη.
Ο σπόρος που πλάθει ένα δάσος νεφρών
Καρφώνει το μισό καρπό του και μισό στάζει
Αργά σ' έναν άνεμο υπνωμένο.
Ένας καιρός σε κόκκαλα και σάρκα
Είναι υγρασία και ξηρασία ο ζωντανός κι ο νεκρός
Κινούνται σαν δυο φαντάσματα μπροστά στο μάτι.
Μια πορεία στον καιρό του κόσμου
Το στοιχειό σε στοιχειό μεταλλάσει κάθε μητέρας παιδί
Κάθεται στη διπλή σκιά του.
Μια πορεία συνεπαίρνει το φεγγάρι προς τον ήλιο,
Κατεβάζει τις κουρελιασμένες κουρτίνες του δέρματος
Κι η καρδιά εγκαταλείπει τους νεκρούς της.
Φοβισμένοι, αφήνοντας τις λέξεις μας να είναι τρυφερές
Από φόβο μήπως ξυπνήσουμε τις κουρούνες,
Από φόβο μήπως έρθουμε
Αθόρυβα μέσα σ’ έναν κόσμο φτερών και κραυγών.
Αν ήμασταν παιδιά, ίσως να σκαρφαλώναμε,
Θα πιάναμε τις κουρούνες να κοιμούνται, και δεν θα σπάγαμε ούτε κλαράκι,
Και, μετά το μαλακό ανέβασμα,
Θα τινάζαμε τα κεφάλια μας πιο πάνω απ’ τα κλαριά
Για να θαυμάσουμε την τελειότητα των άστρων.
Πέρα απ’ τη σύγχυση, όπως συμβαίνει συνήθως,
Και τον θαυμασμό για όσα ο άνθρωπος γνωρίζει,
Πέρα απ’ το χάος θα ‘ρχόταν η μακαριότητα.
Αυτό, τότε, είναι ομορφιά, είπαμε,
Παιδιά που με θαυμασμό κοιτάζουν τ’ αστέρια,
Είναι ο σκοπός και το τέλος.
Χωρίς να είμαστε τίποτ’ άλλο παρά μόνο άνθρωποι, περπατήσαμε μέσ’ απ’ τα δέντρα.
Μια πορεία στον καιρό της καρδιάς
Μια πορεία στον καιρό της καρδιάς
Την υγρασία σε ξηρασία μεταλλάσει η χρυσή βολή
Λυσσομανά στον παγωμένο τάφο.
Μια πορεία στην εποχή των φλεβών
Τη νύχτα σε μέρα μεταλλάσει αίμα στους ήλιους τους
Φωτίζει το ζωντανό σκουλήκι.
Μια πορεία στο μάτι προειδοποιεί
Τα κόκκαλα της τύφλωσης κι η μήτρα
Οδηγεί στο θάνατο καθώς η γη διαρρέει.
Ενα σκοτάδι στον καιρό του ματιού
Είναι το μισό του φως η βυθομετρημένη θάλασσα
Σκάζει σε λεία γη.
Ο σπόρος που πλάθει ένα δάσος νεφρών
Καρφώνει το μισό καρπό του και μισό στάζει
Αργά σ' έναν άνεμο υπνωμένο.
Ένας καιρός σε κόκκαλα και σάρκα
Είναι υγρασία και ξηρασία ο ζωντανός κι ο νεκρός
Κινούνται σαν δυο φαντάσματα μπροστά στο μάτι.
Μια πορεία στον καιρό του κόσμου
Το στοιχειό σε στοιχειό μεταλλάσει κάθε μητέρας παιδί
Κάθεται στη διπλή σκιά του.
Μια πορεία συνεπαίρνει το φεγγάρι προς τον ήλιο,
Κατεβάζει τις κουρελιασμένες κουρτίνες του δέρματος
Κι η καρδιά εγκαταλείπει τους νεκρούς της.
Παρασκευή 24 Σεπτεμβρίου 2010
ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΕΙΜΑΣΤΕ ΤΙΠΟΤ’ ΑΛΛΟ ΠΑΡΑ ΜΟΝΟ ΑΝΘΡΩΠΟΙ
Χωρίς να είμαστε τίποτ’ άλλο παρά μόνο άνθρωποι, περπατήσαμε μέσ’ απ’ τα δέντρα
Φοβισμένοι, αφήνοντας τις λέξεις μας να είναι τρυφερές
Από φόβο μήπως ξυπνήσουμε τις κουρούνες,
Από φόβο μήπως έρθουμε
Αθόρυβα μέσα σ’ έναν κόσμο φτερών και κραυγών.
Αν ήμασταν παιδιά, ίσως να σκαρφαλώναμε,
Θα πιάναμε τις κουρούνες να κοιμούνται, και δεν θα σπάγαμε ούτε κλαράκι,
Και, μετά το μαλακό ανέβασμα,
Θα τινάζαμε τα κεφάλια μας πιο πάνω απ’ τα κλαριά
Για να θαυμάσουμε την τελειότητα των άστρων.
Πέρα απ’ τη σύγχυση, όπως συμβαίνει συνήθως,
Και τον θαυμασμό για όσα ο άνθρωπος γνωρίζει,
Πέρα απ’ το χάος θα ‘ρχόταν η μακαριότητα.
Αυτό, τότε, είναι ομορφιά, είπαμε,
Παιδιά που με θαυμασμό κοιτάζουν τ’ αστέρια,
Είναι ο σκοπός και το τέλος.
Χωρίς να είμαστε τίποτ’ άλλο παρά μόνο άνθρωποι, περπατήσαμε μέσ’ απ’ τα δέντρα.
Μια πορεία στον καιρό της καρδιάς
Μια πορεία στον καιρό της καρδιάς
Την υγρασία σε ξηρασία μεταλλάσει η χρυσή βολή
Λυσσομανά στον παγωμένο τάφο.
Μια πορεία στην εποχή των φλεβών
Τη νύχτα σε μέρα μεταλλάσει αίμα στους ήλιους τους
Φωτίζει το ζωντανό σκουλήκι.
Μια πορεία στο μάτι προειδοποιεί
Τα κόκκαλα της τύφλωσης κι η μήτρα
Οδηγεί στο θάνατο καθώς η γη διαρρέει.
Ενα σκοτάδι στον καιρό του ματιού
Είναι το μισό του φως η βυθομετρημένη θάλασσα
Σκάζει σε λεία γη.
Ο σπόρος που πλάθει ένα δάσος νεφρών
Καρφώνει το μισό καρπό του και μισό στάζει
Αργά σ' έναν άνεμο υπνωμένο.
Ένας καιρός σε κόκκαλα και σάρκα
Είναι υγρασία και ξηρασία ο ζωντανός κι ο νεκρός
Κινούνται σαν δυο φαντάσματα μπροστά στο μάτι.
Μια πορεία στον καιρό του κόσμου
Το στοιχειό σε στοιχειό μεταλλάσει κάθε μητέρας παιδί
Κάθεται στη διπλή σκιά του.
Μια πορεία συνεπαίρνει το φεγγάρι προς τον ήλιο,
Κατεβάζει τις κουρελιασμένες κουρτίνες του δέρματος
Κι η καρδιά εγκαταλείπει τους νεκρούς της.
Φοβισμένοι, αφήνοντας τις λέξεις μας να είναι τρυφερές
Από φόβο μήπως ξυπνήσουμε τις κουρούνες,
Από φόβο μήπως έρθουμε
Αθόρυβα μέσα σ’ έναν κόσμο φτερών και κραυγών.
Αν ήμασταν παιδιά, ίσως να σκαρφαλώναμε,
Θα πιάναμε τις κουρούνες να κοιμούνται, και δεν θα σπάγαμε ούτε κλαράκι,
Και, μετά το μαλακό ανέβασμα,
Θα τινάζαμε τα κεφάλια μας πιο πάνω απ’ τα κλαριά
Για να θαυμάσουμε την τελειότητα των άστρων.
Πέρα απ’ τη σύγχυση, όπως συμβαίνει συνήθως,
Και τον θαυμασμό για όσα ο άνθρωπος γνωρίζει,
Πέρα απ’ το χάος θα ‘ρχόταν η μακαριότητα.
Αυτό, τότε, είναι ομορφιά, είπαμε,
Παιδιά που με θαυμασμό κοιτάζουν τ’ αστέρια,
Είναι ο σκοπός και το τέλος.
Χωρίς να είμαστε τίποτ’ άλλο παρά μόνο άνθρωποι, περπατήσαμε μέσ’ απ’ τα δέντρα.
Μια πορεία στον καιρό της καρδιάς
Μια πορεία στον καιρό της καρδιάς
Την υγρασία σε ξηρασία μεταλλάσει η χρυσή βολή
Λυσσομανά στον παγωμένο τάφο.
Μια πορεία στην εποχή των φλεβών
Τη νύχτα σε μέρα μεταλλάσει αίμα στους ήλιους τους
Φωτίζει το ζωντανό σκουλήκι.
Μια πορεία στο μάτι προειδοποιεί
Τα κόκκαλα της τύφλωσης κι η μήτρα
Οδηγεί στο θάνατο καθώς η γη διαρρέει.
Ενα σκοτάδι στον καιρό του ματιού
Είναι το μισό του φως η βυθομετρημένη θάλασσα
Σκάζει σε λεία γη.
Ο σπόρος που πλάθει ένα δάσος νεφρών
Καρφώνει το μισό καρπό του και μισό στάζει
Αργά σ' έναν άνεμο υπνωμένο.
Ένας καιρός σε κόκκαλα και σάρκα
Είναι υγρασία και ξηρασία ο ζωντανός κι ο νεκρός
Κινούνται σαν δυο φαντάσματα μπροστά στο μάτι.
Μια πορεία στον καιρό του κόσμου
Το στοιχειό σε στοιχειό μεταλλάσει κάθε μητέρας παιδί
Κάθεται στη διπλή σκιά του.
Μια πορεία συνεπαίρνει το φεγγάρι προς τον ήλιο,
Κατεβάζει τις κουρελιασμένες κουρτίνες του δέρματος
Κι η καρδιά εγκαταλείπει τους νεκρούς της.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)