Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Τετάρτη, 4 Αυγούστου 2021

Το Βιβλίο του Κρύου,,,Αντόνιο Γκαμονέδα,

 

3
ΑΚΟΜΑ
Υπήρξε ένας καιρός όπου τα μοναδικά μου πάθη ήταν η
φτώχεια και η βροχή
Ακόμη νιώθω την καθαρότητα των ορίων και το πάθος μου δεν
θα υπήρχε αν έλεγα τ’ όνομά του.
Θυμάμαι το κρύο του ξημερώματος, τους κύκλους των
εντόμων πάνω στα ακίνητα φλιτζάνια, τη δυνατότητα μιας
αβύσσου γεμάτης φως κάτω από τα ανοιχτά παράθυρα
για τον αερισμό από την αρρώστια, τη θλιμμένη οσμή της
καυστικής σόδας.
Πουλιά. Διασχίζουν βροχές και χώρες στο λάθος των
μαγνητών και των ανέμων, πουλιά που πέταγαν ανάμεσα στην οργή
και το φως.
Γυρίζουν ακατανόητα κάτω από νόμους από ίλιγγο και
λησμονιά.
Κάποιος έχει μπει στη λευκή μνήμη, στην
ακινησία της καρδιάς.
Βλέπω ένα φως κάτω από την καταχνιά και η γλυκύτητα του λάθους
με κάνει να κλείνω τα μάτια.
Είναι η μέθη της μελαγχολίας· πώς να πλησιάσεις το
πρόσωπο ενός άρρωστου ρόδου, αναποφάσιστου ανάμεσα στο άρωμα
και το θάνατο.
Το φως αναγγέλλεται στα μαχαίρια και μπαίνουν ζητιάνοι
στην αγορά. Η ασταμάτητη ομιλία κυκλωμένη από καρπούς.
Ακόμη είναι όμορφο και μίζερο, λέει συλλαβές ακριβείς,
διασχίζει τη λησμονιά.
Μιλάνε οι πήγές τη νύχτα, μιλούν για τους
μαγνήτες της σιωπής.
Νιώθω την απαλότητα των ξεχασμένων λέξεων.
Αυτή η ώρα δεν υπάρχει, αυτή η πόλη δεν υπάρχει, εγώ δεν βλέπω
αυτές τις λεύκες, τη γεωμετρία τους στη δροσιά.
Όμως, αυτές είναι οι εξαφανισμένες λεύκες,
ίλιγγος της παιδικής μου ηλικίας.
Α, κήποι, α νούμερα.
Δεν έχω φόβο ούτε ελπίδα. Από ένα ξενοδοχείο
εξωτερικό στη μοίρα, βλέπω μια παραλία μαύρη και, μακρινά,
τα μεγάλα βλέφαρα μιας πόλης που ο πόνος της δεν
με ανησυχεί.
Έρχομαι από το μεθυλένιο και τον έρωτα· κρύωσα κάτω από
τους σωλήνες του θανάτου.
Τώρα παρατηρώ τη θάλασσα. Δεν έχω φόβο ούτε επίδα.
Υπάρχει ένας γέρος μπρος σε ένα άδειο μονοπάτι. Κανείς
δεν επιστρέφει από τη μακρινή πόλη· μόνον ο άνεμος πάνω
στα τελευταία ίχνη.
Εγώ είμαι το μονοπάτι και ο γέροντας, είμαι η πόλη και ο άνεμος.
Είσαι σοφός και δειλός, είσαι πληγωμένος στις υγρές
γυναίκες, η σκέψη σου είναι μόνο ανάμνηση της οργής.
Βλέπεις τα φοβερά ρόδα.
Α, διαβάτη, α, σύγχυση βλεφάρων.
Βάλε τα χείλη σου στις καλαμάκια όπως κάνει ο θεός που
κλαίει στις ντουλάπες σου, αυτός που μιλάει ανάμεσα σε
κίτρινα δόντια· σφύρα στα καλαμάκια της οδύνης και, στη
καθαρότητα των άδειων ωρών, θυμήσου την μπατονέτα του
πατέρα σου, τη μοναξιά των περιστεριών των χαμένων στην
αιωνιότητα.
Υπάρχει ένα χόρτο που το όνομά του δεν είναι γνωστό· έτσι
υπήρξε η ζωή μου.
Γυρίζω στο σπίτι διασχίζοντας το χειμώνα· λησμονιά και φως
πάνω στα υγρά ρούχα. Οι καθρέφτες είναι άδειοι και στα
πιάτα τυφλή η μοναξιά.
Α η καθαρότητα των εγκαταλειμμένων μαχαιριών.
Η αισχρότητα μπήκε στα οστά μου και, πιο αργά,
εκείνο το λαθραίο λάδι, αυτό που ετοιμάζει η καρδιά.
Τώρα θα έρθουν οι μέρες των μεγάλων καυγάδων.
Σεντόνι μαύρο στην ευσπλαχνία:
η γλώσσα σου σε ένα ιδίωμα ματωμένο.
Σεντόνι ακόμα στην άρρωστη υπόσταση,
αυτή που κλαίει στο στόμα σου και το δικό μου
και, διασχίζοντας γλυκά πληγές
δένει τα οστά μου στα ανθρώπινα οστά σου
Μην πεθαίνεις πια σε μένα, αλάτι της γλώσσας μου.
Δωσ’ μου το χέρι για να μπω στο χιόνι.
Αγάπησα όλες τις απώλειες.
Ακόμη κάνει θόρυβο το αηδόνι στον αόρατο κήπο.

Μετ Βασίλης Λαλιώτης..



Τετάρτη, 28 Ιουλίου 2021

Αλαφροΐσκιωτος. H Χρυσόφρυδη

 


Σικελιανός Άγγελος
Εκτύπωση
Xρυσόφρυδη· σε κέρδισα                 820
στορώντας παραμύθια,
ακοίμητος νυχτόημερα,
στη γλαυκομάτα αλήθεια·
που έστησε αυτί προσεχτικό,
στο μέτωπό μου εκάρφωσε
τα μάτια της ασάλευτα,
εκεί που φλέβες δύο
σμίγουν τη βρύση της φωτιάς
με της πηγής το κρύο·
που χαμογέλασε βαθιά                 830
κ' είπε: "Ω καλέ, πώς χαίρονται
τα φρένα μου, η ψυχή σου
την κλήρα που ακολούθησε
- κ' είναι βαθιά δική σου -
του ασύγκριτου άντρα που ήτανε
σ' όλα βαρύς, μεγάλος,
στην πράξη ήταν πολύγνωμος,
στο μύθο ως κανείς άλλος!"

Tων αντρειωμένων όνειρο,
χρυσόφρυδη, σε κέρδισα,                 840
κι άλλος δεν είναι βύθος,
σ' ένανε νουν ελεύτερο
που απάνω-απάνω θρέφεται
στην πλάση, όσον ο μύθος
γλυκός : το δέντρο το ηχηρό,
που ξεκρεμάει και βάνει
- ω πλάτανος χιλιόχρονος! -
το κρύο φλασκί του ο πιστικός,
ο αργάτης τη φλοκάτα του,
το θρέφει πάντα ο κεραυνός,                 850
σειέται στο θρο του ο ουρανός,
και πάντα ρίζες πιάνει.

Xρυσόφρυδη· σε κέρδισα
με μάγια και πλανέματα
πολλά και παραμύθια.
Στο χάδι επαραδόθηκες
το αντρίκειο· σου εξεκούμπωσα
τη ζώνη, και τα στήθια
ακόμα σου ήταν άγουρα·
δεν πήδησεν η στάλα                 860
- σημάδι υγειάς αλάθευτον -
που θα μας θρέψει έναν υγιό
με της αντρείας το γάλα.

Kαι πια δε σ' άγγιξα. Έμεινα,
κι ακούμπησα στα γόνατα
τ' ολόδροσο κεφάλι·
τα μάτια μου εδιαβαίνανε
της πλάσης το κρουστάλλι,
ή σιωπηλός εκοίταζα,
σε μια βαθιά αναγάλλια,                 870
το χέρι σου ως ετίναζε
μ' ένα μεγάλο σάλεμα
τα θεοτικά, ω θαμπώματα !
μαλλιά σου ώς στ' αστραγάλια.

K' έβλεπα, πάντα σιωπηλός,
στην ακατάφλογη φωτιά
το θείο κορμί να ντύνεις,
που ακούς το τρίσβαθο όνειρο
να λαχταράει στα σπλάχνα σου,
κι από το κλάμα, της χαράς                 880
που κλαις, διψάς και πίνεις !

Xρυσόφρυδη, χρυσόφρυδη,
ω κρύα κερύθρα αμαύλιστη,
σε μιας κορφής κλεισμένη
την αγερόχρωμη σπηλιά,
από θυμάρι, από λυγιά
και δρόσο μαζεμένη !

Tην κρύα κορφήν ανέβηκα,
με μπόρες και με χιόνι,
με καλοσύνες τρίσβαθες,                 890
τόσο αλαφρός και διάφωτος
πόλεα τα κρύα μου τα νεφρά
πως ο ουρανός τα ζώνει.

Kι όλα τα φίδια εγήτεψα
που η άνοιξη με πότισε,
και τα πουλιά της πλάσης.
Ω πλάση, κι από ποιο πουλί
μπορείς να με γελάσεις,
που της φωνής τους μάζωξα
σ' ένα γυαλί τη στάλα                 900
σα δάκρυο της κληματαριάς,
σαν πεύκου ή κέδρου δάκρυσμα,
κι ανέβηκα όλη του βουνού,
ζητώντας σας, τη σκάλα !
Tης στεφανούδας τον ψιλόν αχό,
το ανάριο λάλημα,
τη γαληνή ανυφάντρα,
όλα, απ' τ' αηδόνια τ' άκουσα
ώς τη γοργή γαλιάντρα,
ώς τ' άγριο τ' αχνοπράσινου                 910
του ατσάραντου μεθύσι,
που το λαρύγγι, απ' το βαθύ
κι ακράτητον ανάβρυσμα,
λογιάζεις πως θα σκίσει !

Όλη τη σκάλα των πουλιών,
οπού περνάει σα σύννεφο,
σαν πέπλος αριαπλώνεται,
μαζώνεται και χύνεται
σαγίτες στον αέρα·
όλη την ανεμόσκαλα.                 920
Ίσαμ' εσέ, ω κορφόσκαλο,
ίσαμ' εσέ, ω φλογέρα !

Για ν' ανεβώ την κρύα κορφή
- ω κρύα του πόθου ρείθρα ! -
για σένανε, ω αμαύλιστη
του βράχου κρύα κερήθρα,
που σπας τα δόντια σα γυαλί
απ' την πολλή την κρυάδα
- μα τα δικά μου αστράψανε
σε υπέρλευκο χαμόγελο,                 930
κ' έλαμψεν, ως σε γεύτηκε,
διπλά η λευκή λαμπράδα.
Σαν το χαλίκι οπού μακριά
από το πέλαο σβήνει,
μα, μέσα, λάμπει, δείχνεται,
την αστραψιά του χύνει...

Mεγαλομάτα· έναν υγιό
να δώσω σου ονειρεύομαι,
κι ο πόθος που με ζώνει
μου σφίγγει γύρα τα νεφρά                 940
σαν πάγος και σα χιόνι.

Xρυσόφρυδη· άσε στ' όνειρο
το νου μου να βυθίσω,
στα γόνατά σου γέρνοντας·
άσε το μήλο του Mαγιού
στον ήλιο να γυρίσω,
σαν παπαρούνα κόκκινο
να γένει, και ν' αρχίσει
μέσα του η σάρκα ανάλαφρα
να δέσει και ν' αφρίσει !                 950
να δέσει από τα στήθια σου
σα στο σταφύλι η ρώγα,
κι ωστόσο, βασιλόθωρη,
από το ρόδι που άνοιξα
το μέγα, τα ρουμπίνια του
να δείξει, ασταχολόγα !

Kαι χαμογέλα! Tο κορμί
στον πόθο ας γένει διάφωτο,
σαν τα σπειριά του μέσα
και το αίμα ας λάμπει καθαρό                 960
σαν του ροδιού, τη σάρκα σου
σαν το κρουστάλλι διάφωτη
να φέγγει σου η ανέσα.

Nα σμίγει όπως στον ξάστερο
γιαλό το αγέρι μέσα σου,
που τρίσβαθα ανασαίνει.
Kάτου κοιτάς, κι απ' το βυθό,
καθώς κοιτάς, η ανάσα σου
στο νου βαθιά ανεβαίνει...

Kαι πήρα στης χρυσόφρυδης                 970
τα γόνατα το αλάφρωμα
του ονείρου· κ' ήταν ξάστερο
το κρύο γλαυκό από πάνω μου,
ήτανε γύρα μου ο γιαλός
κι ο ουρανός και τα βουνά,
και μέσα μου· κι αρχίνησε
βαθιά η καρδιά ν' αλλάξει,
που άκουσα ξάφνου τη βροντή
τη γνώριμη που εκύλησε,
κ' είπεν: "Ω αλαφροΐσκιωτε,                 980
σηκώσου· εσύ το σάρκωσες
το τάμα - και καρδιά και νους -
κ' εσύ το 'χεις αδράξει.
Ποιος αντρειωμένος θα στηθεί
και θα το δέσει ολόφωτο
σε Λόγο και σε Πράξη;"

Kαι ξύπνησα. Mου φάνηκεν
όλος σαν πνέμα ο ουρανός,
κι απάντησα : "Tη γέννα μου,
στα κρύα βουνά την κήρυξες                 990
και στη μεγάλη πλάση.
Aν είμ' ο αλαφροΐσκιωτος,
και μέσα μου η αστροφεγγιά
της γης έχει γελάσει,
κράξε· αλαφριά, ω πανάρχαιον
αιώνιον πνέμα, μέσα μου
ακόμα είν' η ορμή μου·
με τη ζωή αν με μάγεψες
και με καλείς ψηλότερα,
εδώ είναι το κορμί μου !                 1000

Eμέ, αγριοπερίστερον
είν' η αθωότη μου· κι ο αϊτός
την ξέρει και τη χαίρεται.
K' έχω αγναντέψει πάλι,
ν' αράξω τις φτερούγες μου,
να γαληνέψω, μια βαθιάν
ολόφωτην αβάλη.

Θέλω από κει - και τα νεφρά
σφιχτότερα θα ζώσω -
στα πέλαγα, ως την ησυχία                 1010
κι όλη τη γλύκα αντρώσω,
να δοκιμάσω το παλιό,
που μόφεραν οι χρόνοι
και που σκεπάζει το η καπνιά,
τόξο, που ελάλει του η χορδή
απ' τ' άγγιγμα του ασύγκριτου,
σα να 'ταν χελιδόνι !

Θέλω να δράμει η θεία βροντή,
μηνύτρα ως από σύγνεφο,
στα κορφοβούνια απόξω,                 1020
και να χτυπήσω, αλάθευτος,
κατάκαρδα τον Άνθρωπο
με το δυσκολολύγιστο,
βαρύ του στίχου τόξο!

Θέλω ν' αφήσω τη βαθιά
κι ανάλαφρη λαχτάρα
κλήρα σ' ασύγκριτον υγιό,
ή να του ρίξω ως κεραυνό
στη σάρκα μια κατάρα,
και να του πω: "Σφίξε καλά                 1030
τη ζώνη, αλαφροπάτητος
να γένεις, και τριγύρα σου όλ' η φύση,
στη βούλησή σου ολόφωτη,
θε νά 'ρτει, άκρατη λεβεντιά
τη σάρκα να σου ντύσει·
και το κορμί στο λογισμό
θ' αδρώσει, για να ζήσει
σα θα ριχτεί στο πάλεμα,
στο αντρίκειο χαροπάλεμα,
τις τραχιές γνώμες μ' αλαφρή                 1040
καρδιά για να ζυγίσει.
Kι ως στήσεις παντοδύναμα
στη γη ιερή τα χέρια,
στη νίκη και στο λύτρωμα,
θα σου χαλκέψω εγώ φτερά
κι από τον ήλιο ασύντριφτα,
για ν' ανεβείς, κι αγνάντια του
να υψώσεις την αδάμαστη
καρδιά μου μες στ' αστέρια !"                 1049


(από τον Λυρικό Bίο, A΄, Ίκαρος 1965)


http://www.snhell.gr/anthology/content.asp?id=139&author_id=45

Κυριακή, 25 Ιουλίου 2021

«Τα γραπτά φεύγουν»

 



Μετάφραση: Ανδρέας Εμπειρίκος
Το ατλάζι των φύλλων που γυρίζει κανείς στα βιβλία σχηματίζει
μια γυναίκα τόσο ωραία
που όταν δεν διαβάζει κανείς την ατενίζει με λύπη
χωρίς να τολμά να της μιλήσει χωρίς να τολμά να της πει πως
είναι τόσο ωραία
που αυτό που πρόκειται να μάθουμε δεν έχει τιμή
Αυτή η γυναίκα περνά ανεπαισθήτως μέσα σε θρόισμα λουλουδιών
καμιά φορά στρέφεται μέσα στις τυπωμένες εποχές
και ζητά την ώρα ή καμώνεται πως κοιτάζει τα κοσμήματα
κατάματα
όπως δεν κάνουν τ’ αληθινά πλάσματα
Και ο κόσμος πεθαίνει ένα ρήγμα δημιουργείται στα δακτυλίδια
του αέρος
ένα σχίσμα στην θέση της καρδιάς
Οι πρωινές εφημερίδες φέρνουν αοιδούς των οποίων η φωνή έχει
το χρώμα της άμμου πάνω σε ακτές απαλές και κινδυνώδεις
και καμιά φορά οι βραδινές αφήνουν να περάσουν κάτι πολύ νέα
κοριτσάκια που οδηγούν θηρία αλυσοδεμένα
Μα το πιο ωραίο είναι στα ενδιάμεσα διαστήματα ορισμένων
γραμμάτων
όπου χέρια πιο λευκά από το κέρας των αστεριών το μεσημέρι
αφανίζουν μια φωλιά λευκών χελιδονιών
για να βρέχει πάντοτε
Τόσο χαμηλά τόσο χαμηλά που τα φτερά δεν μπορούνε πια να
σμίξουν
Χέρια απ’ όπου ανεβαίνει κανείς σε μπράτσα τόσο ελαφρά που η άχνα
των λιβαδιών στα χαριτωμένα της κυματιστά περιπλέγματα πάνω
από τις λίμνες είναι ο ατελής τους καθρέφτης
μπράτσα που δεν εναρθρώνονται με τίποτε άλλο παρά με τον
εξαιρετικό κίνδυνο ενός σώματος καμωμένου νια τον έρωτα
του οποίου η κοιλιά καλεί τους στεναγμούς που ξέφυγαν από
θάμνους γιομάτους πέπλους
και που δεν έχει τίποτε το εγκόσμιο εκτός από την αχανή παγωμένη
αλήθεια των ελκήθρων των βλεμμάτων επί της κατάλευκης
εκτάσεως
αυτού που δεν θα ξαναδώ πια
εξαιτίας ενός θαυμαστού ματόδεσμου
που φορώ στο παιχνίδι της τυφλόμυγας των τραυμάτων

Κυριακή, 4 Ιουλίου 2021

Τα χέρια σου .

 


​Κοιτάζω λαίμαργα τα χέρια σου
με θαυμασμό και λατρεία,
έτσι όπως απλώνονται
πάνω στα δικά μου
γαλαξίες ενός δικού μου
σύμπαντος
Τα κοιτάζω...
σου απαντώ μονολεκτικά
από φόβο μη στερηθώ
την εικόνα τους και σβήσει
το καλοκαιρινό αεράκι του πάθους
που πνέει μέσα μου.
Κλείνω τα ματοτσίνορα...
προσπαθώ να ξεδιψάσω
τον έρωτα που καίει το κορμί μου,
στη σκέψη ενός αγγίγματός τους.
Συνεχίζω να σου μιλώ αδιάφορα...
αφήνω τη χροιά της φωνής μου
να γίνει μεταλλική σφραγίδα
στη μνήμη σου,
τιμωρός του μυαλού σου.
Και πάλι χάνομαι σε κείνα τα χέρια
που συνεχίζουν να τραβούν
την προσοχή των ματιών
και της σκέψης μου.
Οι αισθήσεις λικνίζονται
προκλητικά στο μυαλό μου.
.
.
ΜΑΡΙΑ ΓΚΟΥΤΖΑΜΑΝΗ
Ποιητική Συλλογή "Άδηλες Σκέψεις"
Β’ έκδοση, Πειραιάς 2021
Εκδόσεις Ενέλιξη





Σάββατο, 27 Μαρτίου 2021

ΠΟΙΗΜΑ

 


Στους δρόμους περπατάμε αυτής της πόλης
και όλο μεθάμε
και βγαίνουμε να βρούμε σώματα να χαθούμε
από ό,τι πιο πολύ αγαπάμε
και όπου και την τελευταία θα χάσουμε πιθανότητα
να είμαστε επιούσιοι και εξ αποστάσεως ευτυχείς.
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Τετάρτη, 24 Μαρτίου 2021

τέσσερα ποιήματα του Παλαιστίνιου ποιητή Μουρίντ Μπαργούτι (1944-2021)

 τέσσερα ποιήματα του Παλαιστίνιου ποιητή

Μουρίντ Μπαργούτι (1944-2021)
* * *
Ερμηνείες
Ένας ποιητής κάθεται σε ένα καφέ, γράφοντας.
Η ηλικιωμένη κυρία
νομίζει ότι γράφει ένα γράμμα στη μητέρα του,
η νεαρή γυναίκα
νομίζει ότι γράφει ένα γράμμα στο κορίτσι του,
το παιδί
νομίζει ότι ζωγραφίζει,
ο επιχειρηματίας
νομίζει ότι λογαριάζει μια συμφωνία,
ο τουρίστας
νομίζει ότι γράφει μία καρτ ποστάλ,
ο υπάλληλος
νομίζει ότι μετράει τα χρέη του.
Ο μυστικός αστυνομικός
βαδίζει, αργά, κατά το μέρος του.
***
Το Mαξιλάρι
Το μαξιλάρι είπε:
στο τέλος της μακριάς μέρας
μόνο εγώ ξέρω
τη σύγχυση του άντρα με αυτοπεποίθηση,
την επιθυμία της καλόγριας,
το μικρό τρέμουλο στη βλεφαρίδα του τυράννου,
τη χυδαιότητα του ιεροκήρυκα,
τη λαχτάρα της ψυχής
για ένα ζεστό σώμα όπου ιπτάμενες σπίθες
γίνονται πυρακτωμένο κάρβουνο.
Μόνο εγώ ξέρω
το μεγαλείο των απαρατήρητων μικρών πραγμάτων·
μόνο εγώ ξέρω την αξιοπρέπεια του ηττημένου,
τη μοναξιά του νικητή
και την ηλίθια παγωμάρα που νιώθει κανείς
όταν μια ευχή έχει εκπληρωθεί.
***
Τα Tρία Kυπαρίσσια
Διάφανο κι εύθραυστο,
όπως ο ύπνος των ξυλοκόπων,
γαλήνιo, προμηνύοντας τα πράγματα που έρχονται,
το πρωινό ψιλόβροχο δεν κρύβει
αυτά τα τρία κυπαρίσσια στην πλαγιά.
Οι λεπτομέρειες τους αναιρούν την ομοιότητά τους,
η ακτινοβολία τους την επιβεβαιώνει.
Είπα:
Δεν θα τολμούσα να συνεχίσω να τα κοιτάζω,
υπάρχει μία ομορφιά που αφαιρεί την τόλμη μας,
είναι στιγμές που το θάρρος εξαφανίζεται.
Τα σύννεφα κυλώντας ψηλά από πάνω
αλλάζουν τη μορφή των κυπαρισσιών.
Τα πουλιά πετώντας γι’ άλλους ουρανούς
αλλάζουν το νόημα των κυπαρισσιών.
Η πλακόστρωτη γραμμή πίσω τους
σταθεροποιεί το πράσινο των κυπαρισσιών
και υπάρχουν δέντρα που ο μόνος τους καρπός είναι το πράσινο.
Χθες, στην ξαφνική χαρά μου,
είδα την αθανασία τους.
Σήμερα, στην ξαφνική μου θλίψη,
είδα το τσεκούρι.
***
Η Υπακοή Του Νερού
Πόσα βράδια τέχνης, προσεκτικής μελέτης,
δισταγμών και θυσίας,
με μικρό ή μεγάλο κόστος, χρειάζεστε για να εφεύρετε
το απλούστερο των εφευρημάτων;
Το μόνο που χρειάζεστε για να επινοήσετε έναν τύραννο είναι ένα
λύγισμα του γόνατου.
.
Όχι, δεν είναι ρινόκερος, ούτε είναι θαύμα,
μάλιστα μπορεί να μοιάζει με εσάς. Ή με εμένα.
Μην ξεγελιέστε. Αυτά δεν είναι τα θηριώδη νύχια του
είναι τελείως φυσιολογικά νύχια σαν τα δικά σας.
Ούτε αυτές είναι οπλές, όχι,
είναι τα νούμερο οκτώ, ενδεχομένως
νούμερο εννιά, παπούτσια του.
Είναι λιγότερο βαρύς από όσο λέτε. Όχι, όχι έναν τόνο,
μόνο το βάρος ενός συνηθισμένου άνδρα,
ας πούμε εβδομήντα ή ογδόντα κιλά.
Είναι αυτό το κέρατο του; Όχι
είναι η υπεροπτική μικρή, πλακουτσωτή μικρή του μύτη, και, ναι,
μπορεί να αρπάξει ένα κρύωμα όπως εσείς κι εγώ.
Μπορεί ακόμα και να αιμορραγήσει.
.
Όταν παίρνει τη θέση του δεν κατεβαίνει από τον ουρανό
μέσα σε ένα σύννεφο, όχι, σκαρφαλώνει στους ώμους μας, τους δικούς σας και δικούς μου
και κάθεται στο σαμάρι του χρόνου κρεμώντας τα πόδια του,
δύο πόδια όχι έξι, αν θέλετε να ελέγξετε.
Ο καθρέφτης του τον αγαπάει. Αυτός αγαπάει τον καθρέφτη του. Η αγάπη είναι αμοιβαία.
Λατρεύει το νόμο. Όποιο σπίτι καίει, όποιον σκοτώνει,
όποια σφαγή διατάζει, γίνεται σε πλήρη συμφωνία με το νόμο.
Μην προσβάλλετε τη νοημοσύνη σας
ελπίζοντας. Αφήστε αυτή τη φλόγα να τρεμοσβήσει, να πεθάνει, και ασύστολα να αναβοσβήσει πάλι
ενώ αυτός διευθύνει.
.
Παίρνει ακόμη και τους παροξυσμούς του για ένδειξη ισχύος.
Θα προτιμούσε να ήμασταν σαν το νερό,
να μας κοιτάζει να λιμνάζουμε στον πάτο της κούπας.
Πρέπει να σκύβουμε όταν μας χύνει,
Μην επιτρέποντας ούτε μια λέξη να ξεφύγει
κι όμως όταν φερθήκαμε σαν το νερό όπως ήθελε
σήκωσε τα χέρια του σε άφωνη έκκληση, έκπληκτος που πνιγόταν.



μετάφραση από τα αγγλικά: Μαρία Θεοφιλάκου




Σάββατο, 20 Μαρτίου 2021

ΠΡΩΙΝΌ

 


Γύφτισσα ζωή
Με χιλιάδες κουδουνάκια στ’ ανεμισμένα παρδαλά φουστάνια σου
Μοσκοβολάς χωράφι και φιλί
Και σε περνούν στις χαίτες τους χαράματα στην πόλη
’Άλογα γοργά ζεμένα σε γλυκοτριζάτες σούστες.

Χείμαρρε από μήλα που αλογάριαστα κατρακυλάς
Στους παχνισμένους δρόμους
Ανάμεσα στα χρυσά κρόσσια της αυγής
Και στις ξυπόλητες πατούσες των παιδιών
Γερό το χέρι να ’ναι πάντα
Ζωή για να σ’ αδράχνει
Καθώς η χούφτα τ’ ανυπότακτο βυζί.




Σάββατο, 27 Φεβρουαρίου 2021

Τα χέρια σου .

 

​Κοιτάζω λαίμαργα τα χέρια σου
με θαυμασμό και λατρεία,
έτσι όπως απλώνονται
πάνω στα δικά μου
γαλαξίες ενός δικού μου
σύμπαντος
Τα κοιτάζω...
σου απαντώ μονολεκτικά
από φόβο μη στερηθώ
την εικόνα τους και σβήσει
το καλοκαιρινό αεράκι του πάθους
που πνέει μέσα μου.
Κλείνω τα ματοτσίνορα...
προσπαθώ να ξεδιψάσω
τον έρωτα που καίει το κορμί μου,
στη σκέψη ενός αγγίγματός τους.
Συνεχίζω να σου μιλώ αδιάφορα...
αφήνω τη χροιά της φωνής μου
να γίνει μεταλλική σφραγίδα
στη μνήμη σου,
τιμωρός του μυαλού σου.
Και πάλι χάνομαι σε κείνα τα χέρια
που συνεχίζουν να τραβούν
την προσοχή των ματιών
και της σκέψης μου.
Οι αισθήσεις λικνίζονται
προκλητικά στο μυαλό μου.
.
.
ΜΑΡΙΑ ΓΚΟΥΤΖΑΜΑΝΗ
Ποιητική Συλλογή "Άδηλες Σκέψεις"
Β’ έκδοση, Πειραιάς 2021
Εκδόσεις Ενέλιξη


Σάββατο, 6 Φεβρουαρίου 2021

ΕΡΩΣ ΕΡΩΤΑΣ (1979)



1
Κάτω απ' τις ρίζες
Των φλεβών σου
Θυμωμένος ο άγγελος
Αρπάζεται απ' τα σκοινιά
Και σε μαύρη αλήθεια
Γεννιέσαι
Εγκάθειρκτος
2
Όπως φουσκώνει το στήθος σου
Αρχίζει να καίγεται
Ή θάλασσα
Και πεινούν
Πόλεις και χωριά
Γιατί γυρίζεις αμέριμνα
Πλευρό
Στον ύπνο σου
4
Φύτρωναν μαχαίρια όλη νύχτα
Τα διαλαλούσαν μικροπωλητές
Πιο ψηλά έκαιγε τ' άστρο
Ο σκοτεινός οιωνοσκόπος
Χρησμοδοτούσε
«Ό χρόνος μαραίνεται
Έξω απ' τ' αγάλματα
Στο κρεβάτι θα σπείρετε
Αθέριστα στάχια»
17
Απ' τις μασχάλες με κρατούν
Στο ύψος σου
Ένοπλοι άγγελοι
Τους ξεγελώ
Παίζοντας με τα νερά σου
Υψώνεσαι πίσω απ' τα ψάρια
Πίσω απ' το κρεβάτι
Στο μαύρο χρόνο.
Δεν θέλω να ξαναφτάσω
Έρποντας
Στα πόδια σου
Θα σε φωνάξω και
Θα μείνεις.
21
Ανάλαφρη επέλαση των μελών σου
Πιο βαθιά πιο βαθιά
Τη γαλήνη μου διψώντας
Με το σαλίγκαρο τον εγκεφάλου σου
Να γυροφέρνει σε στασίδια εκκλησιάς
Και σε βυζαντινές τοιχογραφίες
Με τα υδρόβια σπλάχνα σου
Να ξεριζώνουν τους μύθους μου
Ενώ τη μήτρα των ιδεών σου
Τυφλωμένος ρουφώ
23
Αναστατώθηκα η πόλη
Απ’ τις συσπάσεις του σώματός σου
Και ψάχνει επειγόντως για ένα κρεβάτι
Έστω και σε προθάλαμο νοσοκομείου
Να σε στριμώξει
Ας είναι και μπροστά στους άλλους
Δεν ακούς τ’ ασθενοφόρα
Τις πυροσβεστικές αντλίες
Εσένα ψάχνουν κι ας μη το ξέρουν
Ν ’ αδειάσει πάνω σου
Η πόλη τα υγρά της
Ν ’ ανακουφιστεί
Κι ήρεμη να περάσει
Στο βραδινό της θάνατο
Κι, εσύ που κυκλοφορείς ανυποψίαστα
Μέσα της
Με το καθημερινό ρούχο
Τα διατεταγμένα αισθήματα
Πώς δεν ένοιωσες την πόλη
Που σ ’ έχει ερωτευτεί
Και τρέχει σαν τρελή
Πάνω κάτω
28
Εσύ το νερό της βρύσης
Το ποίημα κι η μετάφρασή του
Η γλώσσα και η πλήξη
Το τραίνο και το φίδι
Ο Πόε κι η Βιρτζίνια Γούλφ
Το γράμμα και το σπίτι
Η εύρεση κι η αναμονή
Ο Χριστός κι η Παναγία
Εσύ εμείς
Εσύ αυτός
Εσύ αυτή
Εσύ ο άλλος
Εσύ αυτοί κι εσείς
Εσύ λιπόθυμο μαντήλι
Δείπνος εορταστικός
Μαχαίρι στη θήκη του
Αλυσίδα στα χείλη μου
Θήκη στον αέρα
Τα χείλη μου στο χώμα
Φύλλωμα και
Εσύ εγώ
Εσύ εσύ
32
Όπως η πόλη κοιμάται
Το σώμα σου διαστέλλει τους χτύπους της
Πίσω απ’ τα κλειστά παράθυρα
Πυροβολούν τα δέντρα
Εγώ στο άλλο δωμάτιο
Ετοιμάζω ταξίδια με μαύρα -γάντια
Οι νεκροθάφτες παραμονεύουν
Τη φωνή σου
38
Με λοστούς στα πλευρά
Στη μήτρα σε καρφώνω
Του χρόνου
Έτσι κι αν όλα σε δείχνουν
Κανείς δεν σε βλέπει
Μένει ο υποψήφιος δικτάτορας μόνος
Μ ’ ένα κοντό σκοινί
Να μετρά το ύψος τ’ ουρανού
Το ίδιο όπως τα χέρια σου
Μπερδεύουν τις επιφάνειες
Των σωμάτων
Τα χέρια σου που κάποτε
Θα σ ’ αφανίσουν
Μπορεί να είναι εικόνα 1 άτομο

Τρίτη, 2 Φεβρουαρίου 2021

ανθρώπινος μόχθος

 

Ο ανθρώπινος μόχθος
δεν είναι αυτός ο ωραίος νέος άνδρας ο χαμογελαστός
όρθιος πάνω στο πόδι του από γύψο
ή από πέτρα
που δίνει χάρη στα παιδαριώδη τεχνάσματα της γλυπτικής
στην ανόητη ψευδαίσθηση
της χαράς του χορού και της αγαλλίασης
υπενθυμίζοντας με το άλλο πόδι στον αέρα
τη γλυκύτητα του γυρισμού στο σπίτι.
Όχι
ο ανθρώπινος μόχθος δεν φέρει ένα μικρό παιδί στον δεξή ώμο
άλλο ένα στο κεφάλι
κι ένα τρίτο στον ώμο τον αριστερό
με τα εργαλεία στον αορτήρα
και τη νεαρή γυναίκα ευτυχισμένη να κρέμεται απ’ το μπράτσο του.
Ο ανθρώπινος μόχθος φέρει έναν επίδεσμο στην κήλη
και τις ουλές από τις μάχες
που ‘χουν παραδοθεί απ' την εργατική τάξη
ενάντια σ’ έναν κόσμο παράλογο και δίχως νόμους
Ο ανθρώπινος μόχθος δεν έχει σπίτι αληθινό
οσφραίνεται τη μυρωδιά της εργασίας του
και τον χτυπάει στα πνευμόνια
ο μισθός του κοκαλιάρης
τα παιδιά του επίσης,
δουλεύει σαν τον νέγρο,
κι ο νέγρος σαν αυτόν.
Ο ανθρώπινος μόχθος δεν έχει τρόπους
ο ανθρώπινος μόχθος δεν έχει την ηλικία της λογικής
ο ανθρώπινος μόχθος έχει την ηλικία των στρατώνων
την ηλικία των φυλακών και των κατέργων
την ηλικία των εκκλησιών και των εργοστασίων
την ηλικία των κανονιών
κι αυτός που έχει φυτέψει παντού όλους τους αμπελώνες
κι έχει κουρδίσει όλα τα βιολιά
τρέφεται από όνειρα άσχημα
και μεθάει με το άσχημο κρασί της παραίτησης
και σαν ένας μεγάλος σκίουρος μεθυσμένος
χωρίς σταματημό γυρνάει σε κύκλους
μες σ’ ένα σύμπαν εχθρικό
σκονισμένο και με ταβάνι χαμηλό
και ολοένα σφυρηλατεί την αλυσίδα
την αλυσίδα τη φρικτή όπου όλα είναι αλυσοδεμένα
η μιζέρια η πρόσοδος η δουλειά η θανάτωση
η θλίψη η δυστυχία η αϋπνία και η ανία
η τρομακτική αλυσίδα του χρυσού
του άνθρακα του σιδήρου και του χάλυβα
του κλίνκερ και της σκόνης
η περασμένη γύρω από τον λαιμό
ενός κόσμου σακατεμένου
η άθλια αλυσίδα
όπου έρχονται να γαντζωθούν
τα θεία γούρια
τα ιερά κειμήλια
οι σταυροί της τιμής οι σταυροί οι αγκυλωτοί
τα φυλαχτά-σκιουροπίθηκοι
τα μετάλλια των παλιών υπηρετών
τα μπιχλιμπίδια της κακοτυχίας
η μεγαλοπρεπής αίθουσα του μουσείου
το μέγα πορτρέτο του έφιππου
το μέγα πορτρέτο του βαδίζοντος
το μέγα πορτρέτο προσώπου προφίλ στο ένα πόδι
το μέγα πορτρέτο επιχρυσωμένο
το μέγα πορτρέτο του μεγάλου μάντη
το μέγα πορτρέτο του μεγάλου αυτοκράτορα
το μέγα πορτρέτο του μεγάλου στοχαστή
του μεγάλου άλτη
του μεγάλου ηθικολόγου
του αξιοπρεπούς και θλιβερού φαρσέρ
το κεφάλι του μεγάλου ταραξία
το κεφάλι του επιθετικού ειρηνοποιού
το αστυνομικό κεφάλι του μεγάλου απελευθερωτή
το κεφάλι του Αδόλφου Χίτλερ
το κεφάλι του κυρίου Θιέρσου
το κεφάλι του δικτάτορα
το κεφάλι του δημίου
όποιας και να ‘ναι χώρας
όποιου και να ‘ναι χρώματος
το απεχθές κεφάλι
το δυστυχές κεφάλι
το κεφάλι για χαστούκια
το κεφάλι για σφαγή
το επικεφαλής του φόβου.
ο ποιητής Ζακ Πρεβέρ με τον Πικάσο να γέρνει στον ώμο του Δείτε λιγότερα
Μπορεί να είναι ασπρόμαυρη εικόνα 1 άτομο και εξωτερικοί χώροι