Τότε ο Σαντίνο διάβηκε το μεγάλο δάσος
και σκόρπισε το ιερό μπαρούτι του
πάνω σε συμμορίες κατ’ εξοχήν θαλασσινές
μεγαλωμένες και αμειβόμενες στη Νέα Υόρκη·
άναψαν τα χώματα, αντήχησαν τα φυλλώματα·
οι Γιάνκηδες δεν περίμεναν αυτό που συνέβη:
είχαν ντυθεί πολύ καλά για τον πόλεμο,
έλαμπαν τα παπούτσια και τα όπλα τους,
μα από την πείρα τους έμαθαν αμέσως
τι σημαίνει και Σαντίνο και Νικαράγουα.
Όλα έγιναν των ξανθομάλληδων ληστών ο τάφος:
ο αέρας, το δέντρο, ο δρόμος, το νερό
ετίναζαν στον κόσμο πολεμιστές του Σαντίνο —
ακόμα κι από το ουίσκι που ξεβούλωναν
αρρώσταιναν από αναπάντεχο θάνατο
οι ένδοξοι πολεμιστές της Λουιζιάνας
που τό ’χανε συνήθεια να κρεμούν τους νέγρους
δείχνοντας την υπεράνθρωπή τους γενναιότητα·
δυο χιλιάδες κουκουλοφόροι ασχολούνταν
μ’ έναν νέγρο, μ’ ένα κλαδί και μια θηλειά.
Εδώ όμως τα μαγαζιά ήταν αλλιώς:
Σαντίνο σήμαινε υπομονή και δράση,
ο Σαντίνο ήταν η νύχτα που ερχότανε να πέσει,
μα και της θάλασσας το φως το εσκότωνε.
Ο Σαντίνο ήταν πύργος με σημαίες,
ο Σαντίνο ήτανε τουφέκι γεμάτο ελπίδες.
Πολύ διαφορετικά ήτανε τα μαθήματα,
και στο Γουέστ Πόιντ διδάσκονταν καλά·
ποτέ όμως δεν τους είχαν μάθει στα σχολεία
ότι μπορεί και να πεθάνει εκείνος που σκοτώνει:
ποτέ οι Βορειοαμερικανοί δεν έμαθαν
ότι αγαπάμε την πανάκριβη φτωχή μας γη
και ότι θα υπερασπιζόμαστε τις σημαίες μας
που φτιάχτηκαν με πόνο και με αγάπη.
Αν δεν τό ’μαθαν αυτό στη Φιλαδέλφεια,
το έμαθαν με αίματα πολλά στη Νικαράγουα·
τους περίμενε του λαού ο πρωτοκαπετάνιος:
Αουγούστο Σέσαρ Σαντίνο τ’ όνομά του.
Και θα μείνει σε τούτο το τραγούδι τ’ όνομά του,
θαυμάσιο σαν φωτιά που φουντώνει
για να μας δίνει φως και να φωνάζει πυρ
για να συνεχιστούν οι αγώνες του στο μέλλον.
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου