Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΥΤΥΧΙΑ-ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΛΟΥΚΙΔΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΥΤΥΧΙΑ-ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΛΟΥΚΙΔΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2015

ΞΥΛΙΝΑ ΣΥΡΤΑΡΙΑ


Όλα θαρρείς
τ’ απορροφάει ο κραδασμός
- μια στιγμιαία εξαίσια οικουμένη
που ιερουργεί τον θάνατο
μια πνιγηρή αντιφεγγιά
που εισέρχεται στο χόρτο
με δακρυγόνα κι ουρλιαχτά -
ώσπου η συγκομιδή του ουρανού
αδιάκοπα πληθαίνει
και έντομα γεμίζουν τα κρεβάτια μας.
Ίσως γι αυτό κι επείγει
να σκάψουμε τις σήραγγες.
Τα νυχτικά του πάνω κόσμου
φρεσκοσιδερωμένα
σε ξύλινα συρτάρια να τα κρύβουμε
να συνηθίζουν τα σατέν
σε κρεβατάκια πιο μικρά πια να ξαπλώνουν
να μάθουνε και τα βαμβακερά
πώς είναι να πλαγιάζεις με αγνώστους
- γαμπριάτικα κοστούμια ντεμοντέ
και καθημερινά φορέματα για τσάι
την ύπτια αποσύνθεση
ασάλευτα να περιμένουν.
Λίγη λεβάντα
πάντοτε σε τούλι τυλιγμένη
αθώος μωβ υπαινιγμός
για να ευωδιάζει κήπος
στην κλεισούρα.

Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2015

ΣΕΛΑΝΙΚ


Η πόλη υπήρχε απλώς για να χαθεί
να αντικατασταθεί από την έννοιά της
όταν θα αποφάσιζαν
κάποιοι να την αφηγηθούν
και να την καταγράψουν.
Μια ομορφιά ατάραχη
που απογυμνώνει και εκπορθεί
πράξη ερωτική κι απονενοημένη
σαγήνη που τρομοκρατεί
όπως η λέξη «λάμπα» στο σκοτάδι.
Ήμουν κι εγώ ένα από αυτά
ήταν πολλά, ήμουν μικρή
κι όλα ήταν ξένα.
Κορίτσια με γαλάζιο νυχτικό
στις μύτες σηκωμένα
τις κάτω φράσεις του χρησμού
να προσπαθούν να φτάσουν.
Να γίνεσαι η επιστροφή
όταν η πυρκαγιά
θα σ’ απελευθερώνει
κι άλλοτε ευτέλεια μαγική
για ν’ αποσυντονίζεις.
Συνέργεια στην αιώρηση
και επίκληση σε πρώτο ενικό.
Άντε να ερμηνεύσεις!
Και να ’τανε μόνον αυτό;
Άχνιζε από μακριά κάποια παλιά πατρίδα
κι ας έμοιαζε αυτή εδώ
αγίασμα στα μάτια
-τρεις γουλιές νηστικός κάθε πρωί
να καταποντιστεί στα σωθικά
η κάψα του άλλου τόπου-
Και πώς αλλιώς;
Όταν η μυρωδιά σιμιγδαλιού
και η οσμή λεβάντας
χάνονται απ’ τα ρούχα σου
όταν πια δεν υπάρχεις
επινοείς την κόχη σου
-αρχιτεκτονική εξοντωτική-
μισός μέσα στα όρια
μισός στην έξοδο κινδύνου.
-Και πώς ευθύνεστε εσείς
για το κακό;
-Ήτανε Αύγουστος
την προηγουμένη του Σωτήρος
κόντευε τρεις το μεσημέρι…
Μέναμε τότε σε ένα σπίτι από μπαγδατί
κάπου στο Μεβλεβί Χανέ
πάνω από την Κολόμβου
κι εγώ απλώς λιμπίστηκα
τηγανιτές μελιτζάνες.
Παραμονές μεγάλης εορτής.
Πού να το φανταστώ…
Κάηκαν όλα!
Μέχρι κι ο Άϊ-Δημήτρης!
Έκτοτε
στην παραλία οι περιπατητές
βράδυ-πρωί λυπούνται
μικραίνουν και συστρέφονται
σαν να διαβάζουν μια πληγή
κάπου πιο πάνω απ’ το στομάχι
και ύστερα
σε στάση προσευχής
στραμμένοι προς τα Κάστρα
ερήμους απαγγέλλουν δυνατά
για τους τροφίμους του Γεντί Κουλέ
και τους εκτελεστές τους.
Πράγματα ασήμαντα, φωσφορικά
που ξελογιάζουνε
-όσο να πεις-
τους ξένους.
Η πολιτεία αυτή των ποιητών
με υαλικά στρωμένη
μπερδεύει επετείους και εορτές
δέντρα Χριστουγεννιάτικα
στολίζει μες στο θέρος
και σημαιούλες χάρτινες
μοιράζει μες στο Πάσχα.
Είν’ η ρυμοτομία των ψυχών
εκείνο που την καθορίζει.