Οι άνθρωποι το πιο συχνά
Δεν ξέρουν τι να κάνουνε τα χέρια τους
Τα δίνουν - τάχα χαιρετώντας - σ' άλλους
Τ' αφήνουνε να κρέμονται σαν αποφύσεις άνευρες
Ή - το χειρότερο - τα ρίχνουνε στις τσέπες τους
και τα ξεχνούνε
Στο μεταξύ ένα σωρό κορμιά μένουν αχάιδευτα
Ένα σωρό ποιήματα άγραφα
Αργύρης Χιόνης
από τη συλλογή Λεκτικά τοπία, 1983
Αναγνώστες
Πληροφορίες
Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως,
κρυμμένος σὰν ἀετός,
μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος,
ὁ πρῶτος μου ἑαυτός...
ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αργύρης Χιόνης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αργύρης Χιόνης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Τρίτη 27 Δεκεμβρίου 2011
Δευτέρα 26 Δεκεμβρίου 2011
Αργύρης Χιόνης
ΠΗΡΑ ΣΩΛΗΝΕΣ χάλκινους κι ατσάλινους και τους συνέδεσα, με μούφες και αρμούς, σε ένα σύστημα περίπλοκα σοφό, και μες στη γη τους έχωσα, βαθιά μέσα στη γη, αφήνοντας μιαν άκρη μόνο έξω απ’το χώμα, προσμένοντας (και μου φαινόταν λογικό, μετά από τόση σκέψη, τόσο κόπο και σχεδιασμό) να ξεπηδήσει από κει νερό. Τίποτε όμως, ούτε μια σταγόνα δεν ανάβρυζε απ’ το σύστημα.
—Οργίστηκα και άρχισα με λύσσα να ποδοπατώ τη γη και μ’ επονείδιστες βρισιές να τήνε βρίζω, να την αποκαλώ πουτάνα και φακλάνα και ξεσκισμένη τσούλα χαμερπή και άλλα τέτοια ανόητα, ώσπου εξαντλήθηκα, ώσπου απελπίστηκα, γιατί ήμουν διψασμένος κι ήθελα να πιω, και άρχισα να κλαίω και, πέφτοντας στα γόνατα, να την φιλώ, να την χαϊδεύω, τον οίκτο της να εκλιπαρώ, θεά μου να την ονομάζω, αιτία της ζωής και των ονείρων μου, και να, εξαίφνης, μπρος στα λυγισμένα γόνατα μου και μακρυά απ’ το υδραυλικό μου σύστημα, ανάβρυσε νερό, αγιασμένο νάμα, και έσκυψα και ήπια και είπα: «Μάνα!»
*
ΠΕΤΡΙΝΑ ΑΗΔΟΝΙΑ πέτρινο τραγούδι λένε, σ’ αυτό το υπόγειο απολιθωμένο δάσος, νανούρισμα για τα φραγμένα αφτιά μαρμαρωμένων βασιλιάδων και θεών.
—Στην επιφάνεια του εδάφους, πάνω απ’ αυτό το θαύμα, κάτι ψωριάρικα θαμνάκια, λίγα ταχείας αναπτύξεως και θανής δεντράκια και το μονότονο γουργούρισμα σιχαμερών περιστεριών, δήθεν συμβόλων της ειρήνης, πού ανειρήνευτα παλεύουν μεταξύ τους για τα ψιχία πού τους πετούν ανοϊκές γριές, τρώνε και χέζουν, τρώνε και χέζουν, τρώνε και χέζουν.
—Οργίστηκα και άρχισα με λύσσα να ποδοπατώ τη γη και μ’ επονείδιστες βρισιές να τήνε βρίζω, να την αποκαλώ πουτάνα και φακλάνα και ξεσκισμένη τσούλα χαμερπή και άλλα τέτοια ανόητα, ώσπου εξαντλήθηκα, ώσπου απελπίστηκα, γιατί ήμουν διψασμένος κι ήθελα να πιω, και άρχισα να κλαίω και, πέφτοντας στα γόνατα, να την φιλώ, να την χαϊδεύω, τον οίκτο της να εκλιπαρώ, θεά μου να την ονομάζω, αιτία της ζωής και των ονείρων μου, και να, εξαίφνης, μπρος στα λυγισμένα γόνατα μου και μακρυά απ’ το υδραυλικό μου σύστημα, ανάβρυσε νερό, αγιασμένο νάμα, και έσκυψα και ήπια και είπα: «Μάνα!»
*
ΠΕΤΡΙΝΑ ΑΗΔΟΝΙΑ πέτρινο τραγούδι λένε, σ’ αυτό το υπόγειο απολιθωμένο δάσος, νανούρισμα για τα φραγμένα αφτιά μαρμαρωμένων βασιλιάδων και θεών.
—Στην επιφάνεια του εδάφους, πάνω απ’ αυτό το θαύμα, κάτι ψωριάρικα θαμνάκια, λίγα ταχείας αναπτύξεως και θανής δεντράκια και το μονότονο γουργούρισμα σιχαμερών περιστεριών, δήθεν συμβόλων της ειρήνης, πού ανειρήνευτα παλεύουν μεταξύ τους για τα ψιχία πού τους πετούν ανοϊκές γριές, τρώνε και χέζουν, τρώνε και χέζουν, τρώνε και χέζουν.
Ετικέτες
Αργύρης Χιόνης,
ποιήματα για τη γη
Τρίτη 4 Ιανουαρίου 2011
Ἕνας λύκος αἰσθηματίας
Διψάω γι’ ἀγάπη πεινάω γι’ ἀγάπη πονάω γι’ ἀγάπη
Οὐρλιάζω γι’ ἀγάπη πεθαίνω γι’ ἀγάπη ἀλλά
Εἶμαι ὁ λύκος ὁ κακός ὁ λύκος καί δέν γίνεται
Δέν εἶναι δυνατόν τέτοια αἰσθήματα νά ἔχω
Γιατί ἄν τό μάθουνε τά πρόβατα
θά πέσουνε νά μέ σπαράξουν
Οὐρλιάζω γι’ ἀγάπη πεθαίνω γι’ ἀγάπη ἀλλά
Εἶμαι ὁ λύκος ὁ κακός ὁ λύκος καί δέν γίνεται
Δέν εἶναι δυνατόν τέτοια αἰσθήματα νά ἔχω
Γιατί ἄν τό μάθουνε τά πρόβατα
θά πέσουνε νά μέ σπαράξουν
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)