Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λίλιαν Μπουράνη.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λίλιαν Μπουράνη.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 18 Σεπτεμβρίου 2012

ο φάρος



ότι απέμεινε από το Καλοκαίρι,

λίγος φώσφορος
κρυμμένος
πίσω από τα πρησμένα μάτια
των ψαριών,
μια μονοσύλλαβη περίπολος
στις σκοπιές
των τελευταίων ακρωτηρίων
κι αυτός ο τυφλός φάρος
που παραγνωρίζει τις σκιές
φωνάζοντας
μια τ΄ όνομά σου
και μια το δικό μου.

Από: http://verbaobscura.blogspot.gr


Ο Κόσμος Της Κυρίας ΛΙΛΙΑΝ ΜΠΟΥΡΑΝΗ




Πετώντας το νόμισμα στον αέρα, διακινδυνεύεις ταυτόχρονα τις δύο του όψεις. Η μια όψη, η ζωή και το βίωμα. Η άλλη όψη το φαντασιακό ως πραγματικότητα και η ουτοπία ως η ουσιώδης εκδοχή της ύπαρξης. Εναλλάσονται αυτές οι δυο όψεις στον αέρα και κρατάς την ανάσα σου καθώς ό,τι στοχαστικό εμπεριέχεται στην κίνηση αυτή, ανεπανόρθωτα και ντετερμινιστικά καθιζάνει στο χώμα της πραγματικής μας ζωής. Γιατί το χώμα είναι η μία ορίζουσα. Και η πτήση του νομίσματος είναι το πέταγμα, ο άλλος ορίζοντας. Και η ποίηση της κυρίας Μπουράνη είναι ο διττός χαρακτήρας της ζωής: έρωτας και θάνατος. Μια τεφροδόχος διακοσμημένη με ερωτικές παραστάσεις, μια κόκκινη γραμμή χαραγμένη από την ήβη μέχρι το στέρνο, ένα στιχολόγημα στο κομποσκίνι από ναι και όχι.
Ο κόσμος της κυρίας Λίλιαν Μπουράνη είναι ένας κόσμος κοίλος. Συμπαγές μέταλλο και κενό απερίγραπτο ταυτόχρονα. Ένας κόσμος που μιλά με τον θάνατο, η παρουσία του θανάτου είναι συνεπής με την απουσία και το κενό. Ο κόσμος είναι ένα δοχείο πληρωμένο με την απουσία, πληρωμένο με την παρουσία. Κι ανάμεσα σ΄ αυτά τα δυό, ο διάπλους μιας θάλασσας, χάρτινα μικρά βαρκάκια στην σειρά, ταξίδι ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο. Κι αν κάποτε η θλίψη βαραίνει, κι αν κάποτε μια λύπη τρωκτική σπαράζει πίσω από τις λέξεις, ο κόσμος της κυρίας Λίλιαν Μπουράνη δεν είναι κόσμος λυπημένος. Είναι ένας κόσμος προσώπων. Ακόμη και ο απών ζει, αναπνέει μέσα στις λέξεις της. Του συγχωρείται ακόμη και η απουσία, του συγχωρείται η φυγή, η ίδια η ζωή συγχωρείται ως αγαπημένη ερωμένη.
Όσο κι αν η κυρία Μπουράνη γράφει σε ένα πρώτο πρόσωπο, αναγνωρίζει κανείς το πλήθος των προσώπων που τα λόγια τους γράφει για λογαριασμό τους το ποιητικό υποκείμενο. Το πλήθος των εαυτών, ίσως. Όμως, καταφέρνει να είναι απλή, συμπαγής και επιδέξια χορευτική στη διάθεση, ακόμη και στη ζειμπέκικη λύπη της. Λόγια, λέξεις που ποτέ δεν είναι μονόλογος ακόμη κι όταν επί της ποιητικής σκηνής, ακόμη κι όταν στη σελίδα φαίνεται να κατοικεί η πιο εγωτική εκδοχή της ερωτευμένης ποιήτριας. Η ποίηση της κυρίας Μπουράνη ακόμη κι όταν γίνεται σπαρακτική, είναι ένα σκηνικό πάνω από το οποίο αναλύεται ο εαυτός στα πολλαπλά του πρόσωπα κι ύστερα συντίθεται ολόκληρος ο κόσμος. Άλλοτε η ποιήτρια με τον μισθοφόρο στρατό των λέξεων και το ποίημα το αιχμηρό, άλλοτε η γυναίκα, άλλοτε η κόρη, άλλοτε η χρονομέτρης της ίδιας της της ζωής. Και πάντα, ή σχεδόν πάντα: ο άλλος. Όχι απέναντι! Μέσα. Συγκάτοικος του ίδιου κόσμου. Ως ξένος, ως εραστής, ως ερωτικό αντεικέιμενο, ως φυγή, ως καταφύγιο, ως βλέμμα, ως ανάγνωση, ως κίνηση στην ακινησία και ως ήχος στην πιο βαθιά σιωπή. Αν θα μπορούσε κανείς να σκηνογραφήσει τούτη την θεατρικότητα των λέξεων με τα τόσα πρόσωπα που εναλλάσσονται στις σελίδες, θα όφειλε να σχεδιάσει μια θλιμμένη πόλη, μια νυχτερινή πόλη όπως θα φαινόταν από ένα δωμάτιο με χίλια παράθυρα. Κάθε παράθυρο κι ένα ποίημα, κάθε ποίημα κι ένα βλέμμα. Δεν είναι χαρούμενη η θέα από τα παράθυρα, δεν είναι χαρούμενος ο κόσμος που αγναντεύει η κυρία Λίλιαν Μπουράνη. Επειδή καταφανώς δεν της ταιριάζει. Ότι της ταιριάζει είναι οι πράξεις που διαδραματίζονται στην μικροκλίμακα του αισθήματος και της αισθητικής. Ένα θεατρικό έργο παιγμένο από τους ηθοποιούς στα κλαδιά ενός μπονσάι ή σε ένα ενυδρείο, σε ένα δωμάτιο λαϊκό με τον ζεϊμπέκικο ρυθμό, σε ένα αμάξι με τα τζάμια θολωμένα, σε μια εγκοπή, σε μια χαραμάδα του κόσμου. Πώς καταφέρνει σε τούτα τα κβάντα του χώρου να φυτρώνει τόσα παράθυρα, τόσα βλέμματα; Μάλλον, αυτή είναι η δουλειά του ποιητή.

Όλα αυτά τα πρόσωπα διαλέγονται, σπαράζουν, φεύγουν κι έρχονται, ηττώνται, πάντα ηττώνται, ακόμη κι ο νικητής-άλλος ηττάται και πνίγεται στο κόκκινο αίμα της, όλοι ηττώνται. Όμως, παρά τον σπαραγμό και την λύπη που τυλίγει σαν ομίχλη μερικά ποιήματα, παρά τον στίλβοντα ερωτισμό που οξύνει άλλα, ό,τι ξεχωρίζει την κυρία Μπουράνη είναι η εσωτερική ευγένεια του ποιητικού της λόγου. Ευγένεια όχι με την έννοια του καθωσπρεπισμού μιας ψυχαναλυτικής εκτόνωσης και του συμβατικού φορμαλισμού, αλλά με την έννοια της συμφιλίωσης με τις κορυφές και με τα βάθη. Ο σπαραγμός γίνεται ήττα, η ήττα γίνεται λύπη, η λύπη γίνεται απόσυρση και η απόσυρση γίνεται σιωπή. Κι ύστερα μέσα στη σιωπή ακούγονται εκκωφαντικά οι κόκκοι της ζάχαρης στο πάτωμα. Οι κόκκοι της ζάχαρης! Γιατί ο κόσμος της Λίλιαν Μπουράνη είναι ένας κόσμος γλυκός. Όχι γλυκερός, ούτε τρυφηλός. Είναι ένας κόσμος γλυκός στην ουσία του. Έχει την γεύση των πιο αθώων φιλιών, του υποβρύχιου των παιδικών χρόνων, των παιδικών φόβων, των εφηβικών ματαιώσεων. Είναι ένας κόσμος αθώος! Είναι ένας κόσμος που αθωώνει πάντα τον άλλον. Ένας κόσμος που αθωώνει πάντα τον κόσμο των άλλων. Είναι ένας κόσμος ευγενής. Είναι ένας κόσμος γλυκός. Η ποίηση της κυρίας Μπουράνη μπορεί να λυπάται και να θλίβεται αλλά είναι μια ποίηση που χαμογελά στους ανθρώπους. Όπως ακριβώς το πρόσωπό της. Είναι μια ποίηση ειλικρινής.

Μελ.

Σάββατο 8 Σεπτεμβρίου 2012

Η ΘΕΑ ΤΩΝ ΕΡΑΣΤΩΝ


  



Το παράθυρό μου
Δε βλέπει
Την πλατεία φωταγωγημένη
Τα γέλια του κόσμου
Κρεμασμένα στον πευκώνα
Τις πατημασιές της παρέας
Να στερεώνουν το σπίτι
Από την αυλόπορτα
Ως την δημοσιά.
Το δικό μου παράθυρο
Βλέπει
Ένα φουγάρο παλιό
Που καπνίζει
Σαπίζοντας της νύχτας
το άρρωστο πλεμόνι.
Τη λάμπα του δρόμου
Με το θρυμματισμένο μάτι.
Την πλάτη των περαστικών
Που αργοπόρησαν.
Όταν βραδιάζει
Καθένας μας
Καληνυχτίζει
Τα δικά του τοπία.



Από το βιβλίο της Λίλιαν Μπουράνη
«ερώματα»
Εκδόσεις Μανδραγόρας.
 

Δευτέρα 3 Σεπτεμβρίου 2012

ΖΕΙΜΠΕΚΙΚΟ





Την ώρα που ενδύεσαι
Το ιερό σου σχήμα
Κι αριστερόστροφα
Κυκλώνεις το βωμό
Ζυγίζοντας τα χέρια
Πότε σε αιώρηση αετός
Και πότε Εσταυρωμένος
Σ’ αναγνωρίζω, άντρα.
Δρεπανωτά το σώμα σου
Την ήττα όταν θερίζει
Σε πίνω απ’ τον ιδρώτα
Κι απ’ του γονάτου, σ’ αγαπώ
το σπάσιμο
Μετρώντας
Εννιά φορές το μπόι σου
Κι εννιά φορές την πτώση.

Απ’ όλα μου τα ονόματα
Χόρεψε
Το Ευδοκία.






Από το βιβλίο της Λίλιαν Μπουράνη
«ερώματα»
Εκδόσεις Μανδραγόρας.


Κυριακή 2 Σεπτεμβρίου 2012

ΑΝΤΙ- ΕΡΩΤΕΣ



Ρίξε με στην αγκαλιά σου
Μόνο αν είναι να κινδυνεύσω.
Αν είσαι άμμος κινούμενη
Μάτι κυκλώνα στον τροπικό
Ή στα όρη
Άγνωστο ναρκοπέδιο.
Όσο θες αρνήσου με
Κι όταν μ’ αιχμαλωτίζεις
Σκότωνέ με.
Κράτα με από την κλωστή
Από τα περιγράμματα
Από μια πόρτα
Που θ’ ανοιγοκλείνει στον ύπνο μου.
Μια κόκκινη γραμμή
Και χάρασσέ με
Από το στέρνο
Μέχρι την ήβη
Με χάρτινα μικρά βαρκάκια
Να με διαπλέεις όταν χαλάει ο καιρός
Πίσω απ’ τις εύκρατες σιγουριές
Των ανθρώπων·
Και μην με ταξιδέψεις
Ποτέ
Ως το τέλος!
Ταξίδι που το χόρτασες
Χίλιες φορές ματαιωμένο.

                               

Από το βιβλίο της Λίλιαν Μπουράνη
«ερώματα»
Εκδόσεις Μανδραγόρας.

Παρασκευή 31 Αυγούστου 2012

Ιστορία

 

όσο αραίωνε ο χρόνος γύρω τους     
εκείνοι πύκνωναν
σε μια στέρεη,
συμπαγή
σιωπή απαρεμφάτου
και η ιστορία τους
δεν αφηγούνταν πια
τους ίδιους
αλλά ολόκληρο τον κόσμο
που δεν έχει αρχή
ούτε και τέλος.






Από:  http://verbaobscura.blogspot.gr

Παρασκευή 6 Μαΐου 2011

Έμβρυο..

Μ΄ αρέσει να συστρέφομαι μέσα στο μοναχικό κουκούλι των συλλογισμών μου,
στα μυστικά περάσματα της ψυχής απ’ όλους σας να κρύβομαι.
Πώς κλείνεται το έμβρυο στην ασφάλεια της σκοτεινής του μήτρας;
Έτσι φυλάγομαι απ΄το φως, από τα βλέμματα που αδιάκριτα με γυμνώνουν.
Κάποιος έκλεισε απέξω τα παντζούρια.
Τον ευχαριστώ!

Πέμπτη 5 Μαΐου 2011

Εραστές

Όταν νυχτώνει στο ίδιο δωμάτιο,
τα ίδια κορμιά,οι ίδιες ετερόκλητες ζωές θρυμματίζονται στου πάθους το σφυροκόπημα.
Με το πρώτο φως της μέρας
συγκολλούν όπως όπως τα κομμάτια τους, σπρώχνονται στο διάδρομο
και επιστρέφουν στις θέσεις τους χωρίς ν΄ανταλλάξουν
ούτε μια «Καλημέρα».

Πανδημία

Σε πανδημία
έμαθα πως εξελίχθηκε
η νόσος της επικοινωνίας.
Εκδόθηκε και οδηγία στα αεροδρόμια
εκτός συνόρων λογικής
να μην ταξιδεύουν οι επιθυμίες
εκτός εάν προσφέρονται
για πειραματόζωα
ή εθελοντές αυτοκτονίας.
Στους ασθενείς οργανισμούς
χορηγήθηκαν μάσκες προστασίας
από τα σταγονίδια της εγγύτητας
για να μεγιστοποιηθεί η ασφάλεια.
Κάψαμε όλα τα ρούχα
εκείνης της συνάντησης.
Κάπως σα να ακούμπησαν τα μανίκια
αντί της χειραψίας,
κάπως τα ξώραφα των πέτων
αντί του εναγκαλισμού.
Δεν θέλει και πολύ
να μεταδοθεί η επαφή
παρά τις προφυλάξεις...
Τη στάχτη την κρατήσαμε
σε αεροστεγές δοχείο εμπειριών
ώστε να μη μας κατηγορήσει το μέλλον
για υπεκφυγή.
Ποιο μέλλον θα μου πεις;
Αφού πεθάναμε ήδη
απ΄το φόβο μας.

Κυριακή 1 Μαΐου 2011

Πρωινή υγρασία

Όλες της νύχτας
οι παγωμένες ευχές,
και τα κρύα σώματα
των ορφανών δρόμων,
έρχονται το πρωί
να πεθάνουν στο παραθύρι μου.
Την ώρα που ζεσταίνω το κουράγιο
να σου πω «καλημέρα»,
από μέσα,
δακρύζουν τα τζάμια.

Σάββατο 30 Απριλίου 2011

Τα καινούρια κεφάλαια

Αραιώνουμε με μπόλικο διαλυτικό
την πυκνότητα των διορθωτικών υγρών
στους αδένες,
να μην κομπιάζει η απόφαση
και τα αφήνουμε στην άκρη.
Διορθώσεις δεν επιδέχεται
ούτε το σώμα ούτε το πνεύμα
της γραφής.
Μόνο αποκοπή
κάποιων παραγράφων
ως εκτός θέματος.
Αποκαθήλωση και ταφή
των τίτλων που εξέπνευσαν.
Ίσως και σκίσιμο σελίδων
χωρίς αναισθητική βοήθεια βεβαίως!
για να στεριώσει ο αποχωρισμός
στη συνείδηση.
Τον απαιτεί το μάθημα
ετούτο τον πόνο.
Κάποιος θα αφήσει ένα δοχείο
με συμ-παθητική μελάνη στο τραπέζι.
Ευγνώμονες οι κλειδώσεις των δαχτύλων
θα επιχειρήσουν το νέο πρόλογο
με γράμματα πεζά, αφανή,
στο διηθητικό χαρτί της επιφύλαξης.
Αν καταφέρει να ζεστάνει το βάθος
διαπερνώντας την επιφάνεια
ίσως τότε ο «δωρητής»
να διαβάσει και το μήνυμα.
Κάπως έτσι γράφονται
τα καινούρια κεφάλαια…τώρα!

Παρασκευή 29 Απριλίου 2011

Το βαλς του κόσμου

Μικρή η μέρα
κι ακατάδεχτη στις ονειροπολήσεις.
Περνάει από μπροστά σου βιαστική,
πολυάσχολη,
προσηλωμένη στην οικονομία
της επανάληψης.
Επτά βήματα απαράλλαχτα
από Δευτέρα ως Κυριακή
κι ο τακτικός χρόνος παράμερα
διπλώνει με σπουδή
την κοινοτοπία του
πάνω σε τόπια και τόπια ονείρων.
Στενόχωρο δωμάτιο
η έμπνευση του καθημερινού.
Σε περιορίζει στο ελάχιστο
κι εσύ να λαχταράς
να αυτοσχεδιάσεις το άπειρο
αγκαλιά μ’ ένα ξυπόλυτο θαύμα.

Μόνο τότε που με φίλησες
θυμάμαι,
χόρεψα βαλς τον Κόσμο
σ’ ένα λεπτό του αιώνα,
ποιητική αδεία.

Ρωγμή

Είμαι ένας καθρέφτης που κάποιος ιδιόρρυθμος κρέμασε στο κενό
για να το διακοσμήσει.
Παρακαλώ πολύ μην προκαλείτε άσκοπες δονήσεις.
Δεν είναι που χάνω πότε-πότε την ισορροπία μου.
Είναι που φοβάμαι μήπως ξυπνήσει η ρωγμή που κουβαλώ πάνω μου
και με θρυμματίσει.

Πέμπτη 28 Απριλίου 2011

Ψευδαισθήσεις ορισμένου χρόνου

Προσέλαβα νεαρό, συμβασιούχο πόθο
για τον καλλωπισμό εσωτερικού χώρου
με εμφανή τα σημάδια εγκατάλειψης
από παλιότερες ένοικες προσδοκίες.
Αφού έβαψε τους λυπηρούς τοίχους
με έντονο ψευδαισθητικό κόκκινο
και εξωράισε την θέα στον Ακάλυπτο
κρεμώντας πλατύφυλλους,
υποσχετικούς υπαινιγμούς,
εξαφανίσθηκε χωρίς εξηγήσεις.
Πιθανολογώντας θα έλεγα
πως απογοητεύθηκε
από την σκληρή γραφειοκρατία ζωής
που δεν του επέτρεπε να γκρεμίσει
την μεσοτοιχία ονείρου-πραγματικότητας
και μονιμοποιήθηκε
σε νεόδμητο χώρο,
πανταχόθεν ελεύθερο.

Τετάρτη 27 Απριλίου 2011

Χειμερινό ηλιοστάσιο

Εδώ,
στου χρόνου την κλειστή καμπύλη
θα αποταμιεύομαι,
ισχνό περίσσευμα μιας ύπαρξης
που φτώχυνε σε ελπίδες
και πλούτισε σε διαψεύσεις.
Στη Δύση των χρωμάτων
θα υποβάλω
την αξιοπρεπή μου παραίτηση
σαν φως καθημερινό,
εξαντλημένο και αμφίβολο
για τις δυνάμεις της επαύριον.
Κάθε φορά
λιγότερο τολμηρή,
λιγότερο αγαπημένη,
λιγότερο παρούσα
στο υπαρξιακό μου
προσκλητήριο.
Μια κουρασμένη υδρόγειος
που όλο επιβραδύνει
την εγωκεντρική περιστροφή της.
Μια νύχτα ανυπέρβλητη
που εισέρχεται οριστικά
στο χειμερινό της
ηλιοστάσιο.

Πέμπτη 24 Μαρτίου 2011

Bonsai

Φύτεψέ με
σε μια γλάστρα μικρού,
περιορισμένου χώρου,
αβαθή- όσο γίνεται-
να μην μπορεί να αποδράσει
κανένα πλεούμενο όνειρο
απ’ τις ακτογραμμές
του πραγματικού
και συρμάτωσε
τις ατίθασες επιθυμίες μου
για να δείχνουν ακίνδυνες
σαν ήδη εκπληρωμένες.
Δες με τοπίο εικαστικό,
ημιτελές
σαν κάποιος να μην πρόλαβε
ή να μην πήρε την ευθύνη
να το ολοκληρώσει
και βγάλε με έξω απ΄το παράθυρο
θέα μιμητική του υπαρκτού,
αντικατοπτρισμό διαφυγής
πίσω απ’ την κλειδωμένη σταθερότητα
των τοίχων.
Αν τύχει και βλαστήσουν,
εκεί ανάμεσα Μάρτη-Απρίλη,
οι αντοχές μου
και βρεις πως παρεκκλίνω
απ’ το λιτό, ισορροπημένο κάδρο
που με προόριζες,
με χέρι λεπτεπίλεπτο μα κοφτερό,
ψαλίδισέ μου τις απρόβλεπτες
προεκτάσεις.
Να γίνω δέντρο μικροσκοπικό
για να χωρώ
στους εσωτερικούς σου κήπους.
Φιγούρα αφαιρετική,
σε σχήμα γυναίκας
που θα κοσμεί
το κάλλος του ανέφικτου,
χωρίς να υπάρξει ποτέ Γυναίκα
μα ούτε και Μπονσάι.

Κυριακή 20 Μαρτίου 2011

Φουκουσίμα

Πρώτα σείστηκαν
οι τεκτονικές μου πλάκες
κι απ΄της καρδιάς
τα συμπάσχοντα ρήγματα,
ένας πόνος συμπαγής
κατρακύλησε
για να ενωθεί με τα ερείπιά σου,
Ιαπωνία.
Κι ύστερα
είδα τον ήλιο
να δύει ολοπόρφυρος
προς την Ανατολή
δακρύζοντας πένθος
στα ορφανά της κερασιάς
και τους ομαδικούς τάφους
των χρυσανθέμων.
Αργά ξηλώνεται πάλι
το κιμονό σου
σε αντίστροφη μέτρηση
πάνω απ’ την Φουκουσίμα
με τον θάνατο να παραμονεύει
πιο ωχρός
κι απ’ το θρυμματισμένο πρόσωπο
μιας απελπισμένης γκέισας.
Γλυκό, μακρινό μου παραμύθι
που τελειώνεις
με θρυλικό χαρακίρι
στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων
και τις ανταποκρίσεις,
χάρισέ μου απόψε
την λιτή γλώσσα
ενός χαϊκού
για να σ’ αποχαιρετήσω.
Κι εσύ σπλαχνική νύχτα,
κύκλωσέ με
με τ’ ουρανού σου
τον Πανσέληνο διαβήτη
και μη μ’ αφήνεις
να χαρακώνομαι
πάνω στις σκληρές
εικόνες του κόσμου.

Κυριακή 13 Φεβρουαρίου 2011

Πρωινή υγρασία

Όλες της νύχτας
οι παγωμένες ευχές,
και τα κρύα σώματα
των ορφανών δρόμων,
έρχονται το πρωί
να πεθάνουν στο παραθύρι μου.
Την ώρα που ζεσταίνω το κουράγιο
να σου πω «καλημέρα»,
από μέσα,
δακρύζουν τα τζάμια.

Παρασκευή 28 Ιανουαρίου 2011

Δυο...

Δυο ανάλαφρες φυσαλίδες
που χορεύουν ζευγαρωτά
τον χορό του ανεκπλήρωτου,
αιωρούμενες
πάνω στον τρεμάμενο αφρό
μεταξύ ονείρου
και πραγματικότητας.
Δυο λαχανιασμένες
εσωτερικές αναπνοές
που συναντώνται
στην έξοδο κινδύνου
μιας ασφυκτικής,
κοσμικής σιωπής.
Δυο κόκκινα,
χάρτινα φαναράκια
στην επιφάνεια
μιας σκοτεινής λίμνης
που ανάβουν μαζί
φωτίζοντας
τ’ αντίθετα ρεύματα
του πεπρωμένου.
Δυο θαύματα μικρά
που δοξάζονται
στον χλωμό,
εφήμερο θρίαμβό τους
και παρακμάζουν
ως τραύματα μεγάλα,
Μοναδικά
και Μόνα.


Έρωτας είναι…

Πέμπτη 27 Ιανουαρίου 2011

Αν-έπαφη επαφή

Όσο κι αν ξεφλουδίζει
ο καιρός,
ανέπαφος πάντα
θα αναδύεσαι,
μέσ’ απ’ της μνήμης
τα λεπτά επιχρίσματα.
Νωπός,
με το Μινωικό σου κόκκινο
να αιμορραγεί
πάνω στης Σελήνης
την ωχρή έκλειψη.
Ζεστός,
σαν Λίβας που ανακατεύει,
δίψας παλιάς,
λιπόθυμους κόκκους.
Τη μέρα,
θεός του πάθους
Μονογενής,
στης εμμονής μου
τον περιστρεφόμενο θόλο.
Τη νύχτα,
βωμός αρχαϊκός,
λαξεμένος στα άδυτα
της μυστικής μου
ειδωλολατρίας.