Αναγνώστες
Πληροφορίες
Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως,
κρυμμένος σὰν ἀετός,
μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος,
ὁ πρῶτος μου ἑαυτός...
ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα JOHN BERRYMAN. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα JOHN BERRYMAN. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Κυριακή 29 Απριλίου 2012
JOHN BERRYMAN,
Ο Μπέριμαν γεννήθηκε έχοντας το όνομα Τζον Άλιν Σμιθ Τζούνιορ, στο Μακάλιστερ της Οκλαχόμα και ήταν γιος του τραπεζίτη Τζον Άλιν Σμιθ και της Μάρθας Λιτλ. O πατέρας του αυτοκτόνησε το 1926 λόγω χρεοκοπίας. Τρεις μήνες αργότερα η μητέρα του παντρεύτηκε τον Τζον Μακάλπιν Μπέριμαν, ο οποίος και έδωσε το όνομά του στον Τζον Μπέριμαν.
Η οικογένεια μετακόμισε στη Νέα Υόρκη. Ακολούθησαν δύσκολες εποχές, όπως η κρίση του χρηματιστηρίου το 1929 και ο νεαρός τότε Τζον επιχείρησε το 1931 να αυτοκτονήσει. Κατά τη διάρκεια των σπουδών του εκδήλωσε το ποιητικό του ταλέντο δημοσιεύοντας ποιήματα σε ονομαστά περιοδικά της εποχής.
Η πρώτη συλλογή με ποιήματά του εμφανίσθηκε στο Five Young American Poets το 1940. Το 1942 παντρεύεται την Άιλιν Μούλιγκαν και τον επόμενο χρόνο εκδίδει τη συλλογή κάτω από τον τίτλο «Ποιήματα» (Poems). Η ποιητική και η ακαδημαϊκή του καριέρα εξελίσσεται γρήγορα. Χωρίζει από την Άιλιν το 1953 και απολύεται από το πανεπιστήμιο της Αϊόβα λόγω σύλληψής του για μέθη και διατάραξη της κοινής ησυχίας. Το 1955 παίρνει τη θέση του λέκτορα στο πανεπιστήμιο της Μινεσότα. Ο κύκλος σχεδόν έχει κλείσει. Βρίσκεται μόνο 30 μίλια μακριά από τον τόπο που αυτοκτόνησε ο πατέρας του. Εκεί αρχίζει να γράφει τα «Ονειρικά Τραγούδια». Αφού έχει χωρίσει το 1956, παντρεύεται μόλις μια εβδομάδα αργότερα την 24χρονη Ανν Λεβάιν και ταυτόχρονα τιμάται με το βραβείο Πούλιτζερ για το έργο του «Homage to Mistress Bradstreet». Τον επόμενο χρόνο προάγεται σε αναπληρωτή καθηγητή.
Το 1958 νοσηλεύεται λόγω υπερκόπωσης και ταυτόχρονα έχει χωρίσει και νόμιμα από την Ανν. Το 1959 νοσηλεύεται εκ νέου λόγω νευρικού κλονισμού και αλκοολισμού. Διδάσκει στο πανεπιστήμιο του Μπέρκλεϊ στην Καλιφόρνια, στο Βέρμοντ και στο πανεπιστήμιο Μπράουν, ενώ τα βραβεία για το ποιητικό του έργο διαδέχονται το ένα το άλλο. Το 1961 παντρεύεται την 22 ετών Κέητ Ντόναχιου και αποκτά μαζί της δύο κόρες. Το 1970 ακολουθεί πρόγραμμα απεξάρτησης από τον αλκοολισμό και προσπαθεί για τουλάχιστον άλλες τρεις φορές μέσα στη διάρκεια του 1970. Αρχίζει να εμπλέκεται με τη θρησκεία, μελετά τον Ιουδαϊσμό, τον Καθολικισμό και γράφει το έργο του Recovery, το οποίο αποτελεί μια ασαφή αυτοβιογραφία σχετική με την απεξάρτηση από τον αλκοολισμό. Στοιχειωμένος από την αυτοκτονία του πατέρα του και με τη μικρότερή του κόρη να είναι μόλις έξι μηνών, ο Μπέριμαν αυτοκτονεί πηδώντας από την γέφυρα της Washington Avenue στη Μιννεάπολη.
Από τη συλλογή “Έντεκα Προσαγορεύσεις προς τον Θεό”
1.
Κύριε της ομορφιάς, τεχνίτη της νιφάδας του χιονιού,
αμίμητε επινοητή,
προικοδότη της τόσο υπέροχης και διαφορετικής από τη
βαρετή Σελήνη Γης,
σ’ ευχαριστώ γι’ αυτήν καθώς είναι το δώρο μου.
Έχω συνθέσει μια πρωινή προς εσένα προσευχή
περιέχουσα μ’ ακρίβεια όλα όσα έχουν όντως σημασία.
Με το «Γενηθήτω το θέλημά Σου» ξεκινά αυτή.
Μου πήρε πάνω-κάτω δυο μέρες. Δεν επιδιώκει να είναι
εύγλωττη.
Έχεις σπεύσει για τη σωτηρία μου ξανά και ξανά
στ’ αδιάβατά μου, απελπιστικά μερικές φορές, χρόνια.
Επέτρεψες στους λαμπρούς μου φίλους να καταστρέψουν
τους εαυτούς τους
κι είμαι ακόμα εδώ, σοβαρά ζημιωμένος, αλλά λειτουργικός.
Ανεπίδεκτος μαθήσεως, καθώς άγνωστος είμαι στα πειραματόζωά μου:
πώς μπορώ εγώ να «σ’ αγαπώ»;
Εγώ μοναχά στο μέτρο της ευγνωμοσύνης και του δέους
με πεποίθηση και ζωντάνια απολύτως.
Δεν έχω ιδέα αν θα ζήσουμε ξανά.
Δεν φαίνεται πιθανό
είτε από επιστημονικής είτε από φιλοσοφικής
απόψεως
αλλά βέβαια όλα είναι πιθανά για σένα,
και πιστεύω τόσο ακλόνητα στις Αναστάσιμες εμφανίσεις,
στον Πέτρο και στον Παύλο,
όσο πιστεύω πως κάθομαι σ’ αυτήν τη μπλε καρέκλα.
Μόνο αυτό μπορούσε να είναι μια ειδική περίπτωση
για να εγκαθιδρύσουν την πρωταρχική τους πίστη.
Οποιοδήποτε κι αν θα είναι το τέλος σου, δέξου το θαυμασμό μου.
Ίσως σταθώ ώς το θάνατο για πάντα σε στάση προσοχής
για την όποια σου οδηγία ή επιφοίτηση.
Είμαι σίγουρος ακόμη ότι θα με βοηθήσεις και πάλι, Κύριε
της ενόρασης και της ομορφιάς.
(Μετάφραση: Γιάννης Αντιόχου)
Από τη συλλογή “Το παιχνίδι του, το όνειρό του, η ανάπαυσή του”
147.
Του Χένρι το μυαλό όσο περισσότερο σκεφτότανε ωρίμαζε σκοτεινότερο.
Αντίκρισε τον κόσμο σαν το έργο μιας γριάς πουτάνας.
Ντέλμορ, Ντέλμορ.
Εξακοντίστηκε σε κομμάτια κι αυτά χτύπησαν στο έδαφος.
Τίποτα δεν ήταν αληθινό αλλά ό,τι ο Μάρκος ο Αυρήλιος δίδαξε,
«Όλα αυτά είναι δυσωδία και αίμα σε μια τσάντα».
Αντίκρισε τον κόσμο όπως τ’ αποφάγια μιας μάγισσας.
Η αγάπη του πέθανε σχεδόν απ’ αυτόν πια.
Η μητέρα του και ο Ουίλιαμ
ήσαν ζωντανοί στην ίδια επιστολή που ο Ντέλμορ πέθανε.
Ο κόσμος είναι τρελός. Αυτός είναι ο τελευταίος γύρος.
Ντέλμορ, Ντέλμορ.
Ψηλά στα καλοκαιρινά κλαδιά ο ποιητής τραγούδησε.
Πόνεσε το λαρύγγι του, και άλλο πια να τραγουδήσει δεν μπορεί.
Όλα τ’ αφτιά έκλεισαν
κατά μήκος των υψωμάτων όπου ο Ντέλμορ και η Γερτρούδη ξεπρόβαλλαν
εδώ και τόσο καιρό, στη δόξα των οποίων αυτό συνετέθη.
Ντέλμορ, Ντέλμορ!
(Μετάφραση: Γιάννης Αντιόχου)
48.
Μ’ έβρισε στ’ αρχαία ελληνικά,
Θεέ μου –δεν είναι καν η γλώσσα του
κι εγώ ούτε που την γνωρίζω –η δική του είναι η αραμαϊκή,
ήταν– εγώ μιλάω μόνο μία, τ’ αγγλικά
(αμερικανική εκδοχή) και, ξεφουρνίζω κάτι φράσεις
από καμιά δεκαριά άλλες· πού είναι το άρτος;
φουσκώνει στο Δεύτερο Ευαγγέλιο, φιλαράκο:
Ο σπόρος πέφτει, ο θεός πεθαίνει,
κάτι φουσκώνει,
ένα ξεροκόμματο, και τότε λαμβάνει χώρα ένα γεύμα. Εκείνος το είπε,
μια αρχαιοελληνική ιδέα,
ενοχλητική για φανταστικούς Εβραίους,
όπως ο πικρόχολος Χένρυ, γεμάτος από τον θάνατο της αγάπης,
άβολος στο Κάουντορ, χωρίς φιλοδοξίες, θρηνώντας
όλο αυτό το αβάσιμο αναγκαίο πράγμα.
Χαμήλωσε την φωνή και μίλησε σιβυλλικά
για τον θάνατο του θανάτου της αγάπης.
Ώρα να πηγαίνω.
[Μετάφραση: Χάρης Βλαβιανός]
ΑΠΕΛΠΙΣΙΑ
Μοιάζει να είναι ΣΚΟΤΑΔΙ συνέχεια.
Περπατάω με δυσκολία.
Μπορώ να θυμάμαι τι να λέω στο σεμινάριό μου
μα δεν ξέρω τι θέλω να κάνω.
Είπα κάποτε σ' ένα Τραγούδι: συνήθως είμαι κουρασμένος.
Το επαναλαμβάνω κι επαυξάνω.
Ξερνάω.
Κατέρρευσα σήμερα στην αργή κίνηση του Κ. 365.
Αναμφίβολα δεν νομίζω πως θα αντέξω για πολύ ακόμα.
Έγραψα: «Ίσως υπάρξουν φρίκες.»
Το επαυξάνω.
(Μου φαίνεται πως πήρε τα μικρά της στήθη μακριά.)
Είμαι ερωτευμένος με το εξαίσιο μωρό μου.
Σπίθες! Μέσ' στο σκοτάδι ΕΛΠΙΔΑ. και εξαφανίζεται.
Χαμένες τέχνες.
Εκμηδενίσεις.
Ουόλτ! Είμαστε στο ισόγειο,
ούτε κι εσύ δεν με ανακουφίζεις
μα παίζω το δικό σου ρίσκο αγαπημένε φίλε και μαζί σου πορεύομαι.
Δεν υπάρχουν ταιριάσματα
Ξεστόμισε, ο Πατέρας Του, μια λέξη
Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς
ΟΨΕΙΣ ΤΟΥ ΕΑΥΤΟΥ ΜΟΥ
Ένας ακόμη παλιός φίλος, πολύ αργότερα,
στο Advocate στην τζαζ μου αφοσιωμένος
το έθεσε διαφορετικά:
την ονόμασε «ροπή καταραμένη» μου.
Θα σου βρυχηθώ επίσης λες να 'ταν κάποιο αρχάριο περιστέρι
τούτες οι σκοτιδιασμένες μέρες
μα ήμουν τόσο ανώριμος.
Δεν είχα αίσθηση όλων όσων ξεστόμιζα
και ό,τι είπα το είπα με ορμή και πνεύμα
το οποίο τσάκισε κάποιες χωρίς αμφιβολία σεμνότυφες και από μένα τώρα
απαλλαγμένες
ανθρώπινες οντότητες ποδεμένες.
Με την ντροπή μου στέκομαι.
ναι, στέκομαι όμως. Τις διαστροφές μου πάρε σαν να 'ναι
κάποια απ' τα χαρίσματά μου, αν βρεις κανένα.
Προβάλλω όπως ο Κοριολάνος με τις πληγές μου
για επιθεώρηση απ' τον όχλο.
Μονάχα που, αγαπητέ μου, για εκλογή καμιά δεν είμαι υποψήφιος
Δεν είμαι ο προικισμένος εγωμανιακός σύντροφος Ν. Μαίηλερ
Οι δυστυχίες του Ήρωα, του Αλεξάντερ.
Οι τρόμοι του Αγίου, -
μία χαρά νιώθουν οι περισσότεροι! Ο Θορώ είχε λάθος,
έκρινε από τον εαυτό του.
Όταν ασκόπως έπαιζα με κάθε σύζυγο αργότερα
στο Ανατολικό ακρογιάλι
ζητούσα ν' ανέβω σ' έναν άμβωνα και να εξομολογηθώ.
Κάντε με κομματάκια!
Έγραψε κάποτε ο Λίνκολν σ' έναν φίλο: «Το χείλι μου δαγκώνω και σιωπώ».
Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς
Σάββατο 28 Απριλίου 2012
JOHN BERRYMAN,
274.
Είν’ όμορφα ακριβώς εδώ, τώρα εν τω μέσω της νυκτός:
δροσερά. Ανακαλώ μερικές απ’ τις κατάρες μου,
μερικές. Κλείνω τον ανεμιστήρα.
Οι τέσσερις χιλιάδες άνθρωποι που βασίζονται σε μένα για την επαύριον
μάλλον θα ικανοποιηθούν. Ίσως κι εγώ.
Το καλοκαίρι ήταν δύσκολο,
έκλεισα εισιτήρια για μας για ένα πιο πράσινο τοπίο
κι εκεί η ψυχή μου βρίσκει ανταπόδοση. Το προσβλημένο μου κορμί
αν και ακίνητο βρίσκει ανταπόδοση.
Το υπερφορτωμένο μου μυαλό, μες στις πτυχές του, κρεμιέται ανάμεσα.
Μέχρι που διατηρεί και μιαν ώρα για το κοινό, μια άγνωστη κυρία
πήρε τηλέφωνο σήμερα για να μάθει το πότε.
Θα κάνουμε ό,τι περνά απ’ το χέρι μας για την κυρία και τους εκατοντάδες άλλους
και θα κάνουμε ό,τι περνά απ’ το χέρι μας για τον αγώνα του μυαλού
παρόλο που τα θαλασσαφρισμένα ρυμουλκά
παίρνουν την καρδιά μου ανατολικά, τα χειρόγραφά μου είν’ έτοιμα
να ταξιδέψουν, και ξάφνου όλα μοιάζουν πολύ λογικά
σ’ έναν άντρα που τα ’χει μαζέψει.
Μετάφραση: Δημήτρης Αθηνάκης
Είν’ όμορφα ακριβώς εδώ, τώρα εν τω μέσω της νυκτός:
δροσερά. Ανακαλώ μερικές απ’ τις κατάρες μου,
μερικές. Κλείνω τον ανεμιστήρα.
Οι τέσσερις χιλιάδες άνθρωποι που βασίζονται σε μένα για την επαύριον
μάλλον θα ικανοποιηθούν. Ίσως κι εγώ.
Το καλοκαίρι ήταν δύσκολο,
έκλεισα εισιτήρια για μας για ένα πιο πράσινο τοπίο
κι εκεί η ψυχή μου βρίσκει ανταπόδοση. Το προσβλημένο μου κορμί
αν και ακίνητο βρίσκει ανταπόδοση.
Το υπερφορτωμένο μου μυαλό, μες στις πτυχές του, κρεμιέται ανάμεσα.
Μέχρι που διατηρεί και μιαν ώρα για το κοινό, μια άγνωστη κυρία
πήρε τηλέφωνο σήμερα για να μάθει το πότε.
Θα κάνουμε ό,τι περνά απ’ το χέρι μας για την κυρία και τους εκατοντάδες άλλους
και θα κάνουμε ό,τι περνά απ’ το χέρι μας για τον αγώνα του μυαλού
παρόλο που τα θαλασσαφρισμένα ρυμουλκά
παίρνουν την καρδιά μου ανατολικά, τα χειρόγραφά μου είν’ έτοιμα
να ταξιδέψουν, και ξάφνου όλα μοιάζουν πολύ λογικά
σ’ έναν άντρα που τα ’χει μαζέψει.
Μετάφραση: Δημήτρης Αθηνάκης
JOHN BERRYMAN,
ΟΝΕΙΡΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ 90
Για έκδοση μετά θάνατον αρ. 13
Στα βάθη της νύχτας ονειρεύτηκε αρετές υψηλότερες,
αποδεσμεύσεις, και πρόσωπα αγαπημένα,
σαν κι αυτά που τώρα τραγουδά πριν το ξημέρωμα.
Εύκολο δεν ήταν, μαθημένος σʼ αυτά τα πράγματα,
να εγκαταλείψει τον παλαιό κόσμο, αλλά προσπάθησε•
αιωνία η μνήμη, ρίξε ένα καλό κλάμα.
αποδεσμεύσεις, και πρόσωπα αγαπημένα,
σαν κι αυτά που τώρα τραγουδά πριν το ξημέρωμα.
Εύκολο δεν ήταν, μαθημένος σʼ αυτά τα πράγματα,
να εγκαταλείψει τον παλαιό κόσμο, αλλά προσπάθησε•
αιωνία η μνήμη, ρίξε ένα καλό κλάμα.
Συχωρεμένος να ʽναι ο Ράνταλλ, που οι αυτοβασανισμοί σου
ούτε μιας στιγμής τα καλά δεν θα του φέρουν πίσω, συχωρεμένος να ʽναι:
τώρα πια είναι μακαρίτης.
Ο πανικός έσβησε και καθώς ο πανικός έσβηνε
έσβησε και ο παλιός μου φίλος. Τραβάω για τη δύση
κι εγώ, κι εγώ, με κάποιον τρόπο.
ούτε μιας στιγμής τα καλά δεν θα του φέρουν πίσω, συχωρεμένος να ʽναι:
τώρα πια είναι μακαρίτης.
Ο πανικός έσβησε και καθώς ο πανικός έσβηνε
έσβησε και ο παλιός μου φίλος. Τραβάω για τη δύση
κι εγώ, κι εγώ, με κάποιον τρόπο.
Στις αίθουσες του τέλους θα ανταμώσουμε ξανά
θα του πω Ράνταλλ, θα μου πει Ερωτιάρη
και όλα θα είναι σαν και πρώτα
σαν τότε που αναζητούσαμε, ανάμεσα στα αγαπημένα πρόσωπα,
θέση περίοπτη και δεν μας ήταν αρκετό
θέλαμε κάτι παραπάνω.
θα του πω Ράνταλλ, θα μου πει Ερωτιάρη
και όλα θα είναι σαν και πρώτα
σαν τότε που αναζητούσαμε, ανάμεσα στα αγαπημένα πρόσωπα,
θέση περίοπτη και δεν μας ήταν αρκετό
θέλαμε κάτι παραπάνω.
ΟΝΕΙΡΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ 4
Γεμίζοντας το σφιχτό και υπέροχο κορμί της
κοτόπουλο με πάπρικα, με κοίταξε
δύο φορές.
Λιγοθυμώντας από ενδιαφέρον, κι εγώ την γούσταρα
και μόνο επειδή υπήρχε ο άντρας της και άλλοι τέσσερις άνθρωποι
βαστήχτηκα να μην χιμήξω πάνω της
κοτόπουλο με πάπρικα, με κοίταξε
δύο φορές.
Λιγοθυμώντας από ενδιαφέρον, κι εγώ την γούσταρα
και μόνο επειδή υπήρχε ο άντρας της και άλλοι τέσσερις άνθρωποι
βαστήχτηκα να μην χιμήξω πάνω της
ή να πέσω στα μικρά της πόδια και να κλάψω
«Είσαι η πιο φλογερή που εδώ και χρόνια νύχτα
έχουν απολαύσει τα θολωμένα μάτια
του Χένρυ, Μεγαλείο.» Συνέχισα
(απελπισμένος) το παγωτό κοκτέιλ - Ο Κύριος Κοκάλας: είναι γιομάτος,
ο ντουνιάς, από κορίτσια που τρώνε.
«Είσαι η πιο φλογερή που εδώ και χρόνια νύχτα
έχουν απολαύσει τα θολωμένα μάτια
του Χένρυ, Μεγαλείο.» Συνέχισα
(απελπισμένος) το παγωτό κοκτέιλ - Ο Κύριος Κοκάλας: είναι γιομάτος,
ο ντουνιάς, από κορίτσια που τρώνε.
- Μαύρα μαλλιά, Λατίνα στην όψη, μάτια πετράδια
χαμηλωμένα… ο βλάχος στο πλάι της γλεντάει… Ποιο θαύμα
την κρατάει καθισμένη, εκεί πέρα;
Το εστιατόριο μέσʼ στην οχλοβοή. Δεν θα τη ένοιαζε κι ας ήταν και στον Άρη.
Που στράβωσε το πράγμα; Θα ʽπρεπε να υπάρχει ένας νόμος ενάντια
στον Χένρυ.
- Ο Κύριος Κοκάλας: υπάρχει.
χαμηλωμένα… ο βλάχος στο πλάι της γλεντάει… Ποιο θαύμα
την κρατάει καθισμένη, εκεί πέρα;
Το εστιατόριο μέσʼ στην οχλοβοή. Δεν θα τη ένοιαζε κι ας ήταν και στον Άρη.
Που στράβωσε το πράγμα; Θα ʽπρεπε να υπάρχει ένας νόμος ενάντια
στον Χένρυ.
- Ο Κύριος Κοκάλας: υπάρχει.
ΟΝΕΙΡΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ 13
Θεός σχωρέσʼ τον Χένρυ. Έζησε σαν λιποτάκτης,
μʼ ένα μαλλί σαν άχυρο πάνω στην κεφαλή του
στην αρχή.
Ο Χένρυ δεν ήταν άνανδρος. Πολύ.
Ποτέ τίποτα δεν εγκατέλειψε• αντιθέτως
παρέμεινε, όταν πράγματα όπως ο οίκτος λιγόστευαν.
μʼ ένα μαλλί σαν άχυρο πάνω στην κεφαλή του
στην αρχή.
Ο Χένρυ δεν ήταν άνανδρος. Πολύ.
Ποτέ τίποτα δεν εγκατέλειψε• αντιθέτως
παρέμεινε, όταν πράγματα όπως ο οίκτος λιγόστευαν.
Ίσως λοιπόν ο Χένρυ να ήταν άνθρωπος.
Ας το ερευνήσουμε.
…Το κάναμε; Εντάξει.
Είναι ένας Αμερικανός άνθρωπος.
Είναι αλήθεια. Η κοπέλα μου κωλώνει.
Η πουτάνα μου πονάει. Έλα και γονάτισέ με, και δείξε μου τον δρόμο.
Ας το ερευνήσουμε.
…Το κάναμε; Εντάξει.
Είναι ένας Αμερικανός άνθρωπος.
Είναι αλήθεια. Η κοπέλα μου κωλώνει.
Η πουτάνα μου πονάει. Έλα και γονάτισέ με, και δείξε μου τον δρόμο.
Ο θεός είναι ο εχθρός του Χένρυ. Έχουμε δουλειά να κάνουμε… Γιατί,
με ποια δουλειά πρέπει να ξεμπερδέψουμε.
Ένα στρίμωγμα.
Δεν πήγαινε άλλο. – Κύριε Κοκάλα,
Σαν κοιτάζω στον πορτοκαλί ουρανό,
Μου φαίνεσαι στρυφνός.
με ποια δουλειά πρέπει να ξεμπερδέψουμε.
Ένα στρίμωγμα.
Δεν πήγαινε άλλο. – Κύριε Κοκάλα,
Σαν κοιτάζω στον πορτοκαλί ουρανό,
Μου φαίνεσαι στρυφνός.
ΟΝΕΙΡΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ 14
Η ζωή, φίλοι, είναι βαρετή. Αυτό δεν πρέπει να το λέμε.
στο κάτω κάτω, ο ουρανός λάμπει, η απέραντη θάλασσα επιθυμεί,
εμείς οι ίδιοι λάμπουμε κι επιθυμούμε,
κι επιπλέον η μάνα μου σαν ήμουνα παιδί μου είπε
(επανειλημμένα) «Άμα ομολογείς ότι βαριέσαι
σημαίνει ότι δεν έχεις
στο κάτω κάτω, ο ουρανός λάμπει, η απέραντη θάλασσα επιθυμεί,
εμείς οι ίδιοι λάμπουμε κι επιθυμούμε,
κι επιπλέον η μάνα μου σαν ήμουνα παιδί μου είπε
(επανειλημμένα) «Άμα ομολογείς ότι βαριέσαι
σημαίνει ότι δεν έχεις
Ψυχικά Προσόντα.» Καταλήγω λοιπόν τώρα πως δεν έχω
ψυχικά προσόντα, αφού βαριέμαι του θανατά.
Οι άνθρωποι μου φέρνουν πλήξη,
η λογοτεχνία μου φέρνει πλήξη, κυρίως η υψηλή λογοτεχνία,
ο Χένρυ μου φέρνει πλήξη, με τα χάλια και τον κοιλόπονό του
ίδιος με τον αχιλλέα,
ψυχικά προσόντα, αφού βαριέμαι του θανατά.
Οι άνθρωποι μου φέρνουν πλήξη,
η λογοτεχνία μου φέρνει πλήξη, κυρίως η υψηλή λογοτεχνία,
ο Χένρυ μου φέρνει πλήξη, με τα χάλια και τον κοιλόπονό του
ίδιος με τον αχιλλέα,
που λατρεύει τους ανθρώπους και την θαρραλέα τέχνη, που με πλήττει.
Και οι γαλήνιοι λόφοι, και το τζιν, σκέτη ανία
και με κάποιον τρόπο ένας σκύλος
που έχει φτάσει μαζί με την ουρά του αξιοσημείωτα μακριά
στα βουνά ή στην θάλασσα ή στον ουρανό, αφήνοντας
πίσω: εμένα, της ουράς κούνημα.
Και οι γαλήνιοι λόφοι, και το τζιν, σκέτη ανία
και με κάποιον τρόπο ένας σκύλος
που έχει φτάσει μαζί με την ουρά του αξιοσημείωτα μακριά
στα βουνά ή στην θάλασσα ή στον ουρανό, αφήνοντας
πίσω: εμένα, της ουράς κούνημα.
μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς
Παρασκευή 24 Φεβρουαρίου 2012
JOHN BERRYMAN
ΟΨΕΙΣ ΤΟΥ ΕΑΥΤΟΥ ΜΟΥ
Ένας ακόμη παλιός φίλος, πολύ αργότερα,
στο Advocate στην τζαζ μου αφοσιωμένος
το έθεσε διαφορετικά:
την ονόμασε «ροπή καταραμένη» μου.
Θα σου βρυχηθώ επίσης λες να 'ταν κάποιο αρχάριο περιστέρι
τούτες οι σκοτιδιασμένες μέρες
μα ήμουν τόσο ανώριμος.
Δεν είχα αίσθηση όλων όσων ξεστόμιζα
και ό,τι είπα το είπα με ορμή και πνεύμα
το οποίο τσάκισε κάποιες χωρίς αμφιβολία σεμνότυφες και από μένα τώρα
απαλλαγμένες
ανθρώπινες οντότητες ποδεμένες.
Με την ντροπή μου στέκομαι.
ναι, στέκομαι όμως. Τις διαστροφές μου πάρε σαν να 'ναι
κάποια απ' τα χαρίσματά μου, αν βρεις κανένα.
Προβάλλω όπως ο Κοριολάνος με τις πληγές μου
για επιθεώρηση απ' τον όχλο.
Μονάχα που, αγαπητέ μου, για εκλογή καμιά δεν είμαι υποψήφιος
Δεν είμαι ο προικισμένος εγωμανιακός σύντροφος Ν. Μαίηλερ
Οι δυστυχίες του Ήρωα, του Αλεξάντερ.
Οι τρόμοι του Αγίου, -
μία χαρά νιώθουν οι περισσότεροι! Ο Θορώ είχε λάθος,
έκρινε από τον εαυτό του.
Όταν ασκόπως έπαιζα με κάθε σύζυγο αργότερα
στο Ανατολικό ακρογιάλι
ζητούσα ν' ανέβω σ' έναν άμβωνα και να εξομολογηθώ.
Κάντε με κομματάκια!
Έγραψε κάποτε ο Λίνκολν σ' έναν φίλο: «Το χείλι μου δαγκώνω και σιωπώ».
Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς
Ένας ακόμη παλιός φίλος, πολύ αργότερα,
στο Advocate στην τζαζ μου αφοσιωμένος
το έθεσε διαφορετικά:
την ονόμασε «ροπή καταραμένη» μου.
Θα σου βρυχηθώ επίσης λες να 'ταν κάποιο αρχάριο περιστέρι
τούτες οι σκοτιδιασμένες μέρες
μα ήμουν τόσο ανώριμος.
Δεν είχα αίσθηση όλων όσων ξεστόμιζα
και ό,τι είπα το είπα με ορμή και πνεύμα
το οποίο τσάκισε κάποιες χωρίς αμφιβολία σεμνότυφες και από μένα τώρα
απαλλαγμένες
ανθρώπινες οντότητες ποδεμένες.
Με την ντροπή μου στέκομαι.
ναι, στέκομαι όμως. Τις διαστροφές μου πάρε σαν να 'ναι
κάποια απ' τα χαρίσματά μου, αν βρεις κανένα.
Προβάλλω όπως ο Κοριολάνος με τις πληγές μου
για επιθεώρηση απ' τον όχλο.
Μονάχα που, αγαπητέ μου, για εκλογή καμιά δεν είμαι υποψήφιος
Δεν είμαι ο προικισμένος εγωμανιακός σύντροφος Ν. Μαίηλερ
Οι δυστυχίες του Ήρωα, του Αλεξάντερ.
Οι τρόμοι του Αγίου, -
μία χαρά νιώθουν οι περισσότεροι! Ο Θορώ είχε λάθος,
έκρινε από τον εαυτό του.
Όταν ασκόπως έπαιζα με κάθε σύζυγο αργότερα
στο Ανατολικό ακρογιάλι
ζητούσα ν' ανέβω σ' έναν άμβωνα και να εξομολογηθώ.
Κάντε με κομματάκια!
Έγραψε κάποτε ο Λίνκολν σ' έναν φίλο: «Το χείλι μου δαγκώνω και σιωπώ».
Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
