Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ALÍ CHUMACERO. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ALÍ CHUMACERO. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 29 Μαρτίου 2019

Η ΣΙΩΠΗ ΣΟΥ, ΕΓΩ





Βιολιά να πέφτουν βλέπω από το στόμα σου,
θλιμμένα, μαραμένα, δίχως καν φτερά
την έρημο αναγγέλλοντας όπου και ανθίζεις·
του νυχτερινού όνειρου βλέπω τη σιωπή
καμπάνες να σχεδιάζει αδρανείς, άνευ κινήτρου,
που σφυρηλατούν το τρυφερό σου καλοκαίρι
και που σήμερα, κρύβοντας τις θαυμαστές τους γλώσσες,
μες στης σιωπής τον αρπισμό εσένα ορίζουνε.


Σε κοιτάω, σε κοιτάω συνέχεια
σαν πηγή άδεια, ρημαγμένη,
εγκάθειρκτη σε τρόμο κατάπληκτο
που γεννήθηκε στου στόματός σου την ελεγεία,
ποτάμι πανάρχαιο πουλιών ακτινοβόλων.
Η φωνή σου ως πνέει τα λοίσθια ( : αέρας νεογέννητος)
είναι θαμνάκι ομίχλης στο κομμένο σου δάσος απέναντι·
τούτ’ η σωπασμένη φωνή (έν’ αστέρι απελπισμένο
χωρίς μουσική και να βγαίνει από τον όλεθρο)
πέφτει αβυσσωμένο στη ρίζα του,
στον ηχηρό σου χειμώνα πέφτει μέσα.


Ξέρω ότι τα χέρσα σου χείλη δεν φτερουγίζουνε,
πόρτα είναι σπιτιού που έπεσε, γκρεμίστηκε,
γιατί κάποιο όραμα σ’ έχει οδυνηρό κυκλώσει,
σ’ έχει κρύψει στην κλίνη σου
και σ’ έχει σκεπασμένη με σεντόνια πένθιμα
ανάμεσα σε κάτι σύννεφα συγκεχυμένα.


Δεν θέλω να γνωρίσω τη φωνή του λόγου σου
που κομμάτια έγινε και θρύψαλλα στο στόμα σου,
ούτε να μειώσω όση απόσταση έχεις διανύσει
σαν πεταλούδα δίχως φτερά
γιατί το σώμα μου έχει όρια ελεγείων που ψυχομαχούνε
και με γεμίζει ο ήχος σου από παρατημένους δρόμους.
Να εκσφενδονίσω σκέφτηκα
στις γωνίες και στις καμπύλες του σκότους σου
βλέμματα που θα οργανώσουνε το διαλυμένο σου σχήμα
και με τρόπο φυσικό θα λύσουν την αμετάβλητη σιωπή σου.
Όμως όχι. Αγαπάω περισσότερο τούτη την ηρωική σιγή,
πιο πολύ απ’ το σωριασμένο σου βλέμμα
που εφυλλορρόησε μέσα στην ακίνητη μοναξιά,
σαν φωτιά ναυαγισμένη σε κήπο.


Λέγοντάς σε με το αποτεφρωμένο σου όνομα
νιώθω πως από τις πρωταρχές σου σε κρατάω
ζωντανή, σαν καθαρό καθρέφτη φωτεινή,
παρούσα στη χαρά μου που ’ναι σαν ανάσα που σβήνει.


Το δέρμα σου κάνω να φλοισβίζει δίχως ήχο,
δεμένη ήδη σ’ έχω μέσα στο κορμί μου,
πριν απ’ της σιωπής το προμήνυμα,
και στο τέλος παραμένω στη σιωπή,
αφού έχω πνίξει πια το τραγούδι μου
στη σιωπή μέσα τη δική σου.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.



















http://alonakitispoiisis.blogspot.com/

Σάββατο 23 Μαρτίου 2019

ΓΥΝΑΙΚΑ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΛΙΑ



Τα βουνά, μακρινά και ατάραχα,
το ποίημά μου σηκώνουν. Εσύ, γυμνή,
και διάφανη, ξηλώνεσαι, διαλύεσαι
σε πέταλα εύρωστα, του σφρίγους,
στην ποίησή μου ξαπλωμένη όπως είσαι.
Μπερδεμένη η κόμη σου η αβάσιμη στη θάλασσα.
Ο ήλιος να πετάει στο άρωμά σου μέσα.
Η θάλασσα στη βάση του πόθου μου. Και
κάποιο καβούρι άχρηστο θέλει το πρόσχημά μου νά ’ναι.
Η φωνή, που πάλλεται στο στήθος σου,
θάβεται στα χέρια σου
για να την έχω δίπλα μου εγώ και φράχτη μου.
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Κυριακή 16 Δεκεμβρίου 2018

ΠΟΙΗΜΑ ΤΗΣ ΡΙΖΑΣ ΤΩΝ ΕΡΩΤΩΝ








Πριν γυρίσει τούμπα ο άνεμος και γίνει θάλασσα,
και η νύχτα ένα σώμα γίνει με το πένθιμό της ρούχο,
και πριν τ’ αστέρια και η σελήνη απλώσουνε στον ουρανό
τους χυμούς των κορμιών τους·


πριν το φως, οι σκιές και τα όρη
δούνε τις ψυχές απ’ τις ακμές τους ν’ ανατέλλουν·
πριν ακόμα πλεύσει οτιδήποτε μες στον αέρα –
πολύν καιρό πριν από τις πρωταρχές,


όταν δεν είχε ακόμα γεννηθεί η ελπίδα
ούτε άγγελοι περιφέρονταν με την ακλόνητή τους λευκότητα·
όταν το νερό δεν ήταν κάν εν γνώσει του Θεού·
πιο πριν, πιο πριν, πολύ-πολύ πιο πριν,


όταν δεν είχε ακόμα λουλούδια στις στράτες
γιατί ούτε στράτες υπήρχαν ούτε λουλούδια·
όταν ο ουρανός δεν ήταν γαλανός ή τα μυρμήγκια κόκκινα,
ήμασταν ήδη εμείς: εσύ κι εγώ.


https://alonakitispoiisis.blogspot.com/
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Πέμπτη 15 Ιουνίου 2017

ΓΥΝΑΙΚΑ ΑΚΑΤΟΙΚΗΤΗ



Από ρόδα χορτάτη και τραγούδι,
κόντρα στην αρχή της ύπαρξής σου υποκινείς
μιαν ανάμνηση χειλιών ναυαγισμένη
και τη ντροπαλή εχθρότητα
τού βιαστικού και πτητικού αρώματος
κάτω από την ταυτόσημη σιωπή
στην άχρηστή ηρεμία της παρθενιάς σου
της έρημης.
Αλλάζεις εκτός χρόνου· ξέρεις όμως ότι
αφήνεσαι στην εγκατάλειψη, υποτάσσεσαι
σαν λουλούδι στη θάλασσα,
ασχέτως αν στα χείλη σου ανάμεσα πετάει το τραγούδι,
και η κούρασή σου επιμένει νά ’ναι μες στον κόσμο·
όπως και η σκληρή μοναξιά των αισθημάτων σου:
άθροισμα έρωτος και δακρύων
που πλημμυρίζουν τους παλμούς μου
σε τούτη τη μάταιη αίσθησή μου
να σε νιώθω σε αγωνία.
Αντιστέκεσαι μόνο στον έρωτα και σε συντηρεί
η ανίκητη ελπίδα του κορμιού μου,
σάμπως για να σε τουμπάρει
όποτε κλείνεις τα μάτια και στον εαυτό σου τον ίδιο·
αντέχεις στο χάδι που θα σε κάνει ακίνητη,
κι έπειτα θα σαλπάρεις προς το μέρος μου και θ’ αμυνθείς,
χωρίς καν να σε ξέρω,
ακατοίκητο άνθος και τσαλακωμένο εσύ τραγούδι,
γυναίκα εξαγορασμένη από τον κόσμο
και καμωμένη άγαλμα απελπισμένο κάποιον χειμώνα.

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.