Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οκτάβιο Πας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οκτάβιο Πας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 30 Ιουνίου 2018

Octavio Paz, τρία ποιήματα



ΜΑΡ 05
ΥΜΝΟΣ ΕΝ ΜΕΣΩ ΕΡΕΙΠΙΩΝ




όπου αφρισμένη η θάλασσα η σικελική…    
Γόνγορα               
Αυτοστεφανωμένη η μέρα απλώνει τα φτερά της.
Κραυγή κίτρινη μεγάλη βγαίνει,
πίδακας θερμός
στο κέντρο κάποιου
αμερόληπτου και τα μάλα ευεργετικού ουρανού!
Τα φαινόμενα είναι όλα τους ωραία σε τούτηνε
τη στιγμιαία αλήθεια.      
Η θάλασσα καβαλάει την ακτή,
γαντζώνεται στα βράχια, αράχνη απαστράπτουσα:
η πελιδνή του βουνού πληγή φεγγοβολάει·
μια χούφτα γίδια είν’ ένα κοπάδι πέτρες·
ο ήλιος κάνει το χρυσό του αβγό και χύνεται
καταπάνω στη θάλασσα.      
Θεός το παν!
Άγαλμα σπασμένο,
κίονες φαγωμένοι από το φως
ερείπια ζώντα σ’ έναν κόσμο μέσα με ζωντανούς νεκρούς!
Πέφτει η νύχτα στο Τετιουακάν.
ψηλά στην πυραμίδα φουμάρουν τα παιδιά μαριχουάνα,
κιθάρες παίζουνε βραχνές.
Ποιό χόρτο και ποιο αθάνατο νερό θα μας χαρίσει τη ζωή,
απ’ όπου θε να ξεθάψουμε τη λέξη,
την αναλογία που κυβερνάει τον ύμνο και τον λόγο,
τον χορό, στην πόλη, αλλά και στης ζυγαριάς τους δίσκους;
Ίδια βρισιά το μεξικάνικο ξεσπάει τραγούδι,
αστέρι πάγχρωμο που αχνοσβήνει,
πέτρα που μας σφαλίζει της επαφής τις θύρες.
Γνωρίζει η γη τη γη τη γηρασμένη.
Τα μάτια βλέπουνε, τα χέρια αγγίζουν.
Εδώ σου φτάνουν λίγα μόνο πράγματα – δεν θες πολλά:
φραγκοσυκιά, πλανήτης κοραλλιογενής ακάνθινος,
σύκα καλυπτοφόρα,
σταφύλια έχοντα γεύσιν αναστάσεως,
αχιβάδες, παρθενίες απροσπέλαστες,
αλάτι και τυρί, και κρασί και ηλιόψωμο.
Από τα ύψη της μαυρίλας της με θωρεί μια νησιώτισσα,
μητρόπολη κομψή και λυγερή και σβέλτη
με το φως ντυμένη.      
Πύργοι αλάτινοι κι αγνάντι τους πεύκα στην όχθη πράσινα
αναδύονται τ’ άσπρα πανιά απ’ όλες τις βαρκούλες.
Ναούς στη θάλασσα χτίζει το φως.
Νέα Υόρκη, Μόσχα, Λονδίνο.
Ο ίσκιος σκεπάζει τον κάμπο – κισσός το φάντασμά του,
πανίδα ριγηλή η ανατριχίλα του,
χνούδι πυκνό και μιά ασπαλάκων συμμορία.
Και κάθε τόσο τα δόντια κάποιου κροταλίζουνε ήλιου αναιμικού.
Γερμένος σε βουνά που χτες ακόμα είσαν πόλεις
χασμουριέται τώρα ο Πολύφημος.      
Κάτω, ανάμεσα στους λάκκους, σέρνεται το ανθρωπολόι.
(Δίποδα ζώα οικόσιτα: το κρέας τους, που
το βαραίνουν οι πρόσφατες θρησκευτικές απαγορεύσεις,
το προτιμούν έναντι παντός οι πλούσιες τάξεις.
Μέχρι και πριν λίγο τα θεωρούσε ο όχλος ζώα βδελυρά.)
Να βλέπεις, ν’ αγγίζεις σχήματα όμορφα του καθ’ ημέραν βίου.
Το φως βομβίζει, βέλη και φτερά.
Απάνω στο τραπεζομάντηλο ο κρασολεκές μυρίζει αίμα.
Όπως το κοράλλι τα κλαδιά του στο νερό,
απαράλλαχτα κι εγώ στη σφύζουσα από ζωντάνια ώρα
απλώνω τις αισθήσεις μου,      
και κίτρινη εναρμόνιση γεμίζει ώς επάνω η στιγμή,
ω μεσημβρία, ω άγανο γεμάτο με λεπτά,
ω της αιωνιότητας ποτήρι!
Οι σκέψεις μου διχάζονται, έρπουν, και συγχέονται, και
ξαναρχίζουν,      
μέχρι που ακινητούν στο τέλος, ποτάμια πια που δεν
εκβάλλουνε ποτέ και πουθενά,      
ίδιες δέλτα του αίματος, κάτω από έναν ήλιο δίχως βασίλεμα.
Να σταματήσουν άραγε όλ’ αυτά σε τούτο ’δώ το τσαλαβούτημα
σε στάσιμα νερά;      
Μέρα, μέρα στρογγυλή, γλαφυρό
πορτοκάλι πάμφωτο με τις εικοσιτέσσερείς του φέτες,
από την ίδια υποτεινόμενες όλες τους κίτρινη γλύκα!
Η ευφυΐα παίρνει επί τέλους σάρκα και οστά,
τα δύο εχθρικά συμφιλιώνονται ημίση,
και η συνείδηση-καθρέφτης τρέπεται πλέον σε υγρό
και γίνεται ξανά πηγή, σιντριβανίζει μύθους:
Άνθρωπος, δέντρο μεστό εικόνων, μες στις
λέξεις που είναι άνθη που είναι καρποί που είναι πράξεις.

Νάπολη, 1948


Κατηγορία: Μεταφραστικό Εργαστήρι, καταχώρηση από: Σωτήρης Παστάκας

Octavio Paz, τρία ποιήματα (Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής)

Κυριακή 9 Απριλίου 2017

Ηλιόπετρα .


...
μια ιτιά κρυστάλλινη, μια υδρόεσσα λεύκα,
ένα ανεμοδαρμένο σιντριβάνι,
ένα δέντρο βαθύ που όμως χορεύει,
το πέρασμα ενός ποταμού που ελίσσεται,
μακραίνει, αναποδίζει, αλλάζει κοίτη
και πάντα εκβάλλει:
μία πορεία γαλήνια 
άστρου ή άνοιξης που δεν επείγει,
νερό που με τα βλέφαρα κλεισμένα
όλη τη νύχτα μαντικό αναβλύζει, 
μια ομόφωνη ροή κύμα το κύμα 
ώσπου να κρύψει η τρικυμία τα πάντα,
μια πράσινη επικράτεια δίχως δύση 
όπως η λάμψη η άγρια των φτερούγων
σαν ξεδιπλώνουν στ' ουρανού τη μέση,
μία πορεία ανάμεσα απ' τις λόχμες
των ημερών που θά 'ρθουν κι η μοιραία
λάμψη της δυστυχίας σαν τραγούδι
ενός πουλιού που απολιθώνει δάση
και κείνες οι ευτυχίες απ' το μέλλον
μες στα κλαδιά που ξεθωριάζουν,
ώρες φωτός που ήδη πουλιά ραμφίζουν,
οιωνοί που δραπετεύουν απ' τα χέρια,
μια παρουσία σαν έξαφνο τραγούδι,
σαν άνεμος που τραγουδά στις φλόγες,
δυο μάτια που τον κόσμο μετεωρίζουν
μ' όλα τα πέλαγα και τα βουνά του,
σώμα από φως που φίλτραρε ο αχάτης,
μηροί από φως, κοιλιά από φως, οι κόλποι, 
οι βράχοι του ήλιου, ένα κορμί στο χρώμα
του σύννεφου, στο χρώμα άλτριας μέρας,
η ώρα σπινθηρίζει, παίρνει σώμα,
είναι ορατός στο σώμα σου ήδη ο κόσμος,
διάφανος μες στη διαφάνειά σου [...]
γραφή φωτιάς επάνω στον νεφρίτη,
άνασσα των φιδιών, σχισμή στον βράχο,
στήλη του ατμού, πηγή μέσ' απ' την πέτρα,
αυλή του φεγγαριού, αετοράχη,
σπέρμα γλυκάνισου, θανάτου αγκάθι
ελάχιστο που δίνει αθάνατα άλγη, 
ποιμένισσα κοιλάδων υποβρύχιων,
επόπτρια μες στην κοιλάδα του Άδη,
λιάνα πιασμένη απ' τους γκρεμούς του ιλίγγου,
φυτό που αναρριχάται όλο φαρμάκι,
λουλούδι ανάστασης, ζωής σταφύλι,
κυρά της αστραπής και της φλογέρας,
βραγιά των γιασεμιών, στο τραύμα αλάτι,
μπουκέτο ρόδα στον τουφεκισμένο,
σελήνη της αγχόνης, χιόνι Αυγούστου,
γραφή θαλάσσης πάνω στον βασάλτη,
πάνω στην έρημο η γραφή του ανέμου,
μια διαθήκη του ήλιου, ρόδι, στάχυ,
όψη καμένη, καταφαγωμένη,
όψη εφηβική, κατατρεγμένη,
χρόνια φαντάσματα, κύκλιες ημέρες
που σ' ίδια αυλή οδηγούν, στον ίδιο τοίχο,
καίει η στιγμή, κι είναι μια όψη μόνο
οι όψεις οι διαδοχικές της φλόγας,
ένα όνομα όλα τα ονόματα είναι,
όλα τα πρόσωπα είναι ένα μόνο,
μονάχα μια στιγμή όλοι οι αιώνες,
και πάντα στους αιώνες των αιώνων
θα φράζουν του αύριο την οδό δυο μάτια,
τίποτα εμπρός μου, μια στιγμή μονάχα
ανακτημένη απόψε, ονειρεμένη
πέρ' απ' του ονείρου τις μεικτές εικόνες,
στ' όνειρο επάνω βίαια λαξεμένη,
απ' το μηδέν βγαλμένη αυτής της νύχτας,
με τα δικά μου χέρια αναστημένη
γράμμα το γράμμα, ενώ έξω επείγει ο χρόνος
και της ψυχής μου κρούει σκαιά τις πόρτες
ο κόσμος με ωράριο σαρκοβόρο [...]
●▬▬▬▬▬▬▬●
Οκτάβιο Πας
31 Μαρτίου 1914 - 19 Απριλίου 1998.



Σάββατο 2 Ιανουαρίου 2010

Οκτάβιο Πας ...( Κ Ω Σ Τ Α Σ)

Οκτάβιο Πας


Κ Ω Σ Τ Α Σ


   Εγώ ήμουνα τριάντα χρονώ, ερχόμουν από την Αμερική κι αναζητούσα στις στάχτες του 1946 το αυγό του Φοίνικα,
   εσύ ήσουν είκοσι, ερχόσουν από την Ελλάδα, απ' την εξέγερση κι από την φυλακή
   βρεθήκαμε πρώτη φορά μες σ' ένα καφενείο όλο καπνό, φωνές, λογοτεχνία,
   μια εστία μικρή, που την κρατούσε ζωντανή ο ενθουσιασμός, ενάντια στην ανέχεια και την παγωνιά εκείνου του Φλεβάρη
   βρεθήκαμε και πιάσαμε κουβέντα για τον Ζαπάτα και για τ' άλογό του, για την πεπλοφόρο Δήμητρα, μια πέτρα μαύρη, μιας φοράδας κεφαλή,
   κι όταν ο νους μας πήγε στην ωραία μάγισσα απ' τη Θεσσαλία που μεταμόρφωσε τον Λούκιο σε όνο και φιλόσοφο
   κύμα βαρύ το γέλιο σου σκέπασε γύρω τις φωνές και το κουδούνισμα απ' τα κουταλάκια στα φλιτζάνια,
   ένας αχός σηκώθηκε, ένα ποδοβολητό, αίγες ασπρόμαυρες πήραν ν' αναρριχώνται βιαστικά σ' ένα τοπίο όλο καμένους λόφους,
   το διπλανό ζευγάρι έπαψε να μιλάει ψιθυριστά και απόμεινε άναυδο με αδειανό το βλέμμα
   λες κι η πραγματικότητα είχε απογυμνωθεί κι άλλο δεν έμενε παρά η βουβή τροχιά ατόμων και μορίων,
   ένα πλατάγισμα σηκώθηκε φτερών πάνω απ' το κύμα, του ήλιου μια αστραψιά πάνω στα βράχια,
   ακούσαμε το βήμα του νερού πάνω στις πλάκες τις τεφρώδεις να πλανιέται
   είδαμε στο ταμείο μια πεταλούδα να κουρνιάζει πάνω στης υπαλλήλου το κεφάλι, να ξεδιπλώνει τα ολοφλόγινα φτερά της και να σκορπάει σ' ανταύγειες
   αγγίξαμε τις σκέψεις που σκεπτόμασταν, τις λέξεις είδαμε που είχαμε στο στόμα,
   ώσπου και πάλι αρχίσανε τα κουταλάκια να χτυπούν, δυνάμωσε της θάλασσας ο βόγκος, το πηγαινέλα των ανθρώπων
   όμως εσύ στεκόσουνα στο φρύδι του γκρεμού, ένα πλατύ χαμόγελο εμπρός σου ο κόλπος,
   κι εκεί ψηλά το φως κι ο άνεμος μαζί, σε ειρήνη: η ίδια η Ψυχή να πνέει στο μέτωπό σου.


   Δεν ήσουν ο Λυκίδας ούτε πνίγηκες σ' ένα ναυάγιο στης Ιρλανδίας τον πόντο,
   ήσουν ο Κώστας Παπαϊωάννου, ένας Έλληνας οικουμενικός του Παρισιού, με το ένα πόδι στη Βακτριανή και το άλλο στους Δελφούς,
   κι είναι γι' αυτό που γράφω τώρα εις μνήμην σου τους στίχους τούτους στο μέτρο το ακανόνιστο της συστολής και της διαστολής,
   μια προσωδία της καρδιάς που επιμηκύνει τις βραχείες συλλαβές και τις μακρές βραχύνει
   στίχους μακρείς και σύντομους όπως τα βήματά σου από το Pont Neuf ώς το Λιοντάρι του Μπελφόρ καθώς απήγγελλες το ποίημα του Πρόκλου,
   στίχους σε τούτη τη σελίδα για ν' ακολουθούν τα ίχνη των δικών σου λόγων που είναι αίγες και μαινάδες
   και πηδούν κάτω απ' το φως του φεγγαριού σε μια κοιλάδα όλο λίθους κι όγκους κρυσταλλικούς, γι' αυτές επινοημένους,
   ενώ εσύ μιλάς για τον Θεόκριτο και για τον Μαρξ γελώντας και κοιτώντας τες να ορχούνται μες στα βιβλία σου και τα χαρτιά σου
   —είναι καλοκαίρι, βρισκόμαστε σ' ένα ατελιέ που βλέπει σ' έναν κήπο ελάχιστο επί της οδού Νταγκέρ, απ' την κληματαριά κρέμονται τα σταφύλια,
   πυκνώματα της νύχτας, μέσα τους είναι ναρκωμένη μια φωτιά, πύρινοι θησαυροί, να ήτανε τάχα σαν κι αυτούς εκείνοι που είδε και έψαυσε ο Νερβάλ μες στον χρυσό των θείων βοστρύχων;—
   ο λόγος σου χείμαρρος που κυλάει ανάμεσα σε οβελίσκους και αψίδες τσακισμένες, σ' ανάπηρες επιγραφές και κοιμητήρια ονομάτων,
   ανοίγεις μια παρένθεση μεγάλη, μέσα της φλέγεται και αστράφτει το αρχιπέλαγος του νου, και δίχως να την κλείσεις εξακολουθείς,
   ακολουθείς μια ιδέα, μοιράζεσαι σε μαιάνδρους, ακινητείς σε κόλπους και σε δέλτα, η ιδέα σου έχει γίνει πέτρα,
   γύρω της τριγυρνάς, σ' αυτή επιστρέφεις, γίνεσαι ίδιος μια κλωστίτσα από ψυχρές βελόνες, την τρυπάς
   και εισέρχεσαι –όχι, ούτε εισέρχεσαι ούτε εξέρχεσαι, δεν έχει μέσα κι έξω εκεί, υπάρχει μόνο χρόνος δίχως θύρες
   κι εσύ στέκεσαι και κοιτάς βουβός της ιστορίας τον θεό: αίγες, μαινάδες, λέξεις που σκορπούν και σβήνουν.


   Ήρθες κάποτε στην Ινδία απ' όπου ο Διόνυσος πρωτοξεκίνησε κι όπου έγινε βασιλιάς ο Μένανδρος ο στρατηγός, που εκεί τον λεν Μιλίντα,
   και όπως ο βασιλέας θαύμασες κι εσύ πώς οι διαφορές ανάμεσα στο Εν και το Κενόν οδηγούνται σε ταυτότητα
   και θαύμασες ακόμη πιο πολύ —γιατί το πνεύμα σου έπινε όχι μονάχα απ' της Ιδέας το φως αλλά κι από την κρήνη των μορφών—
   στο Μαχαμπαλιπούραμ βλέποντας μια έφηβη να περπατά ξυπόλυτη πάνω στη μαύρη γη, το φόρεμά της μια αστραπή,
   και είπες: Α, το κάλλος όπως στους καιρούς του Περικλή! και γέλασες και η Μαρί Χοσέ κι εγώ γελάσαμε μαζί σου
   και με τους τρεις εμάς γέλασαν όλοι οι θεοί και της Μαχαμπχαράτας οι ήρωες και οι Μποντισάτβα όλοι από τις σούτρες,
   άκαθεκτα έθνη χαρακώναν τον αιθέρα: μια ορδή από κόρακες και, ομοβροντία καταπράσινη, μια ομάδα παπαγάλοι,
   ο ήλιος βούλιαζε, από το πέτρινο είδωλο ώς τον αφρό της θάλασσας, όλα, ένας ρόδινος παλμός·
   μια άλλη νυχτιά στο αίθριο του μικρού ξενοδοχείου στο Τρίτσι, κερνώντας ουίσκυ τον κατάπληκτο υπηρέτη που μας κέρναγε:
   Υπάρχουν θύρες; ρώτησες. Υπάρχει η γη και μέσα μας η γη γίνεται χρόνος και ο χρόνος μέσα μας ενδοσκοπείται και κηδεύεται
   αλλά —κι έδειξες προς τους βαβυλώνιους αστερισμούς— αυτόν τον κόσμο και τους άλλους γίνεται με το βλέμμα της ψυχής να τους συλλάβουμε, κι έτσι κοιτώντας τους να νιώσουμε ευφροσύνη,
   το βλέμμα αυτό ανοίγει άλλες θύρες: είναι μια μεταμόρφωση, και μια καταλλαγή,
   κι ακόμη γίνεται να γελάμε με τους δράκοντες και να χαμογελάμε εμπρός στο άδικο με το χαμόγελο του Πύρρωνα ή εκείνο του Χριστού,
   διαφέρουν μεταξύ τους μα το χαμόγελό τους είναι το ίδιο, υπάρχουν διάδρομοι αθέατοι που ενώνουν αμφιβολία και πίστη,
   ελευθερία είναι να λες για πάντα την ώρα που λες τώρα, είναι ένας όρκος και είναι η τέχνη του αινίγματος του διάφανου:
   και είναι το χαμόγελο —είναι να λύνεις τα δεσμά του καταδίκου και λέγοντας στο τέρας όχι, ναι να λες στον ήλιο τούτης της στιγμής, η ελευθερία είναι
   —δεν αποτέλειωσες τα λόγια σου: μ' ένα χαμόγελο έφερες στα χείλη σου το ουίσκυ. Το νερό της αυγής ξέπλενε τους αστερισμούς.


   Ο άνθρωπος είναι τα οράματά του. Κάποια βραδυά, μετά από καταιγίδα, είδες ή ονειρεύτηκες ή εφηύρες, το ίδιο κάνει,
   το φως απ' το Ζενίθ του στερεώματος, χείμαρρο ασάλευτο, ανέγγιχτο, βουβό, να πέφτει πάνω στη διπλή κορφή του Παρνασσού,
   τα δέντρα, οι βράχοι, τα χορτάρια έσταζαν φως υγρό, έλαμπε το νερό, ο αέρας ήτανε απτός, σώμα αλλά δίχως σώμα,
   στοιχεία και πράγματα υπακούαν στο γαλήνιο φως, μέσα στον εαυτό τους ξαποσταίναν, αγαλλιώντας που ήταν ό,τι ήταν,
   αργά πήραν να ξεπροβάλλουν από τις φωλιές και τα λημέρια τους οι ταύροι κι οι γελάδες, οι αίγες, οι όφεις, τα σκυλιά,
   η τρυγόνα ακούμπησε τη γη, ο αητός και η τσίχλα, ήρθανε όνοι και άλογα, ένας κάπρος, ένας γάτος κι ένας λύγκας,
   κι όλα μαζί, τα ζώα τ' αγρίμια κι όσα ο άνθρωπος ημέρωσε, σε κύκλο ειρηνικό πίναν το βρόχινο νερό


   Κώστα, στις παγωμένες στάχτες της Ευρώπης δεν βρήκα το αυγό της ανάστασης:
   στα πόδια της ανήλεης Χίμαιρας της ποτισμένης με αίμα βρήκα το γέλιο το δικό σου της καταλλαγής.



Μεξικό, 29. 1. 1982


ΣΠΟΝΔΗ ΣΕ ΜΙΑ ΦΙΛΙΑ που κράτησε περισσότερο από τρεις δεκαετίες, το ποίημα αυτό του Οκτάβιο Πας (1914-1998) για τον Κώστα Παπαϊωάννου (1925-1981), δεν είναι το μόνο κείμενο του Μεξικανού ποιητή για τον Έλληνα φιλόσοφο. Στον δεύτερο τόμο των Απάντων του Πας (Obras completas, Μεξικό 1994 κ.ε.) περιλαμβάνεται το δοκίμιο "Κώστας Παπαϊωάννου" – τεκμήριο πρόσθετο της πνευματικής σχέσης των δύο ανδρών αλλά και αναγνώριση της οφειλής του πρώτου προς τον δεύτερο.



Octavio Paz


K O S T A S


   Yo tenía treinta años, venía de América y buscaba entre las pavesas de 1946 el huevo del Fenix,
   tú tenías veinte años, venías de Grecia, de la insurrección y la cárcel,
   nos encontramos en un café lleno de humo, voces y literatura,
   pequeña fogata que había encendido el entusiasmo contra el frío y la penuria de aquel febrero,
   nos encontramos y hablamos de Zapata y su caballo, de la velada Deméter, piedra negra, cabeza de yegua,
   y al recordar a la linda hechicera de Tesalia que cοnvirtió a Lucio en asno y filósοfο
   la oleada de tu risa cubrió las conversaciones y el ruido de las cucharillas en las tazas,
   hubo un rumor de cabras blanquinegras trepando en tropel un país de colinas quemadas,
   la pareja vecina dejó de decirse cosas al oído y se quedó suspensa con la mirada vacía
   como si la realidad se hubiese desnudado y nο quedase ya sino el girar silencioso de los átomos y las moléculas,
   hubo un aleteo sobre la onda azul y blanca, un centelleo de sol sobre las rocas,
   oímos el rumor de las pisadas de las aguas nómadas sobre las lajas color de brasa,
   vimos una mariposa posarse sobre la cabeza de la cajera, abrir las alas de llama y dispersarse en reflejos,
   tocamos los pensamientos que pensábamos y vimos las palabras que decíamos,
   después vοlvió el ruido de las cucharillas, creció la marejada, el ir y venir de las gentes,
   pero tú estabas a la orilla del acantilado, era una ancha sonrisa la bahía
   y allá arriba pactaban luz y viento: Psiquis sopló sobre tu frente.


   Νο fuiste Licidas ni te ahogaste en un naufragio en el mar de Irlanda,
   fuiste Kostas Papaioannou, un griego universal de París, con un pie en Bactriana y el otro en Delfos,
   y por eso escribο en tu memoria estos versos en la medida irregular de la sístole y la diástole,
   prosodia del cοrazón que hace breves las sílabas largas y largas las breves,
   versos largos y cortos como tus pasos subiendo del Puente Nuevo al león del Belfort recitando el poema de Proclo,
   versos para seguir sobre esta página el rastro de tus palabras que son cabras que son ménades
   saltando a la luz de la luna en un valle de piedra y sólidοs de vidriο inventados por ellas,
   mientras tú hablas de Marx y de Τeócritο y ríes y las miras bailar entre tus libros y papeles
   —es verano y estamos en un atelier que da a un jardincillo en el callejón Daguerre,
   hay un emparrado del que cuelgan racimos de uvas, condensaciones de la noche: adentro duerme un fuego,
   tesoros quemantes, ¿asi serían las que viο y tοcó Nerval entre el oro de la trenza divina?—
   tu cοnversación caudalosa avanza entre obeliscos y arcos rotos, inscripciones mutiladas, cementeriοs de nombres,
   abres un largo paréntesis donde arden y brillan archipiélagos mentales, sin cerrarlo prosigues,
   persigues una idea, te divides en meandros, te inmovilizas en golfos y deltas, tu idea se ha vuelto piedra,
   la rodeas, regresas, te adelgazas en un hilillo de frías agujas, la horadas
   y entras —no, nο entras ni sales, nο hay adentro ni afuera, sólo hay tiempo sin puertas
   y tú te detienes y miras callado al dios de la historia: cabras, ménades y palabras se disipan.


   Fuiste a la India, de donde salió Dionisos y adonde fue rey el general Meneandro, que allá llaman Milinda,
   y como el rey tú te maravillaste al ver las diferencias entre el Unο y la Vacuidad resueltas en identidad,
   y fue mayor maravilla —porque tu genio bebía nο sólo en la luz de la idea sino en el manantial de las formas—
   ver en Mahabalipuram a una adolescente caminar descalza sobre la tierra negra, su vestido era un relámpago,
   y dijiste: ¡Ah, la belleza como en tiempos de Pericles! y te reíste y Marie José y yo nos reímοs contigo
   y cοn nosotros tres se rieron todos los dioses y los héroes del Mahabarata y todos los Bodisatvas de los sutras,
   rayaban el espacio naciones vehementes: una tribu de cuervos y, verde tiroteo, una banda de loros,
   el sol se hundía y hasta la piedra del ídοlo y la espuma del mar eran una vibración rosada;
   otra noche, en el patio del hotelito de Trichi, mientras servías whiskey al bearer atónitο que nos servía:
   ¿Hay puertas? Hay tierra y en nosotros la tierra se hace tiempo y el tiempo en nosotros se piensa y se entíerra,
   pero —señalando a las constelaciones babilonias— podemos contemplar a este mundo y los otros y regocijarnos,
   la cοntemplación abre otras puertas: es una transfiguración y es una recοnciliación,
   también podemos reírnοs de los ogros y sοnreír ante el inicuo con la sonrisa de Ρirrón ο cοn la de Cristo,
   son distintos pero la sonrisa es la misma, haycorredores invisibles entre la duda y la fe,
   la libertad es decir para siempre cuando decimos ahora, es un juramento y es el arte del enigma transparente:
   es la sonrisa —y es desatar al prisionero y al decir no al monstruo decir sí al sol de este instante, la libertad es
   —y nο terminaste: sοnreíste al beber el vaso de whiskey. Εl agua del alba borraba las constelaciones.


   Εl hombre es sus visiones: una tarde, después de una tormenta, viste o soñaste ο inventaste, es lo mismo,
   caer sobre la doble cima del monte Parnaso la luz cenital en un torrente inmóvil, intangible y callado,
   árboles, piedras y yerbas chorreaban luz líquida, el agua resplandecía, el aire pοdía tocarse, cuerpo sin cuerpo,
   los elementos y las cosas οbedecían a la luz apacible y reposaban en sí mismos, contentos con ser lo que eran,
   poco a poco salieron de sus refugios y madrigueras los toros y las vacas, las cabras, las serpientes, los perros,
   bajaron la tórtοla, el águila y el tordo, llegaron caballos, asnos, un jabalí, un gato y un lince,
   y todos, los animales salvajes y los domados por el hombre, en círculο pacíficο bebían el agua de la lluvia.


   Kostas, entre las cenizas heladas de Europa yo nο encontré el huevo de la resurrección:
   encontré, al pie de la cruel Quimera empapada de sangre, tu risa de recοnciliación.