Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σύλβια Πλαθ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σύλβια Πλαθ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 28 Οκτωβρίου 2016

ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ



Είμαι ασημένιος κι ακριβής. Χωρίς προκαταλήψεις.
Ό,τι κι αν δω, αμέσως το ρουφάω
Έτσι όπως είναι, χωρίς να με θαμπώνει αγάπη ή απέχθεια.
Δεν είμαι σκληρός, μονάχα φιλαλήθης…
Το μάτι ενός μικρού θεού, με τέσσερις γωνίες.
Τον περισσότερο καιρό στοχάζομαι τον τοίχο απέναντί μου.
Ροζ με κηλίδες είναι. Τον κοιτάζω τόσον καιρό τώρα
Που μου φαίνεται κομμάτι της καρδιάς μου. Μα τρεμοπαίζει.
Πρόσωπα και σκοτάδι μάς χωρίζουν ξανά και ξανά.
Τώρα είμαι λίμνη. Μια γυναίκα σκύβει πάνω μου,
Ψάχνοντας στα νερά μου το τι στ’ αλήθεια είναι.
Έπειτα στρέφεται σε κείνους τους ψεύτες, τα κεριά ή το φεγγάρι.
Βλέπω τη ράχη της, και την αντανακλώ πιστά.
Με δάκρυα μ’ ανταμείβει και μια τρικυμία από χέρια.
Της είμαι σημαντικός. Έρχεται και ξανάρχεται.
Κάθε πρωί το πρόσωπό της του σκοταδιού παίρνει τη θέση.
Μέσα μου πνίγηκε, νεαρό κορίτσι, και μέσα μια γριά
Μέρα τη μέρα αναδύεται προς το μέρος της, σαν ψάρι φοβερό.
.
Σύλβια Πλαθ (27 Οκτωβρίου 1932 - 1963).
Αμερικανίδα ποιήτρια, μυθιστοριογράφος και διηγηματογράφος
Πρωτοδημοσιεύτηκε το 1961. 
Μτφ: Παναγιώτης Αλεξανδρίδης
.




Πέμπτη 27 Οκτωβρίου 2016

Άυπνος

 
 
126

 
Ο ουρανός της νύχτας είναι σαν ένα φύλλο καρμπόν,
Μπλε-μαύρο, με τις πυκνοκεντημένες περιοχές των αστεριών
Που αφήνουν το φως να περνά από τρύπα σε τρύπα
Ένα φως οστέινο, λευκό σαν θάνατος, πίσω από κάθε πράγμα.
Κάτω απ’ τα μάτια των αστεριών και του φεγγαριού το δαχτυλίδι
Υπομένει την έρημο του προσκεφάλου σου, η αϋπνία
Απλώνει τη λεπτή, ερεθιστική της άμμο προς όλες τις κατευθύνσεις
 
Ξανά και ξανά, η παλιά κοκκώδης ταινία
Προβάλει ντροπές – τις βροχερές ημέρες
Της παιδικής ηλικίας και εφηβείας, κολλώδεις από όνειρα,
Γονικά πρόσωπα πάνω σε ψηλά έδρανα, εναλλάξ αυστηρά και βουρκωμένα,
Ένας κήπος άρρωστα τριαντάφυλλα που του έφερναν δάκρυα.
Το μέτωπό του ανώμαλο σαν ένα τσουβάλι πέτρες.
Οι αναμνήσεις σπρώχνονται να βγουν στην επιφάνεια
σαν ξεπεσμένοι σταρ του σινεμά.
 
 
2
Έχει πια ανοσία στα χάπια: κόκκινα, μοβ, μπλε –
Πως φωτίζουν την πλήξη ενός απόβραδου που δε λέει να περάσει!
Αυτοί οι ζαχαρένιοι πλανήτες, που κέρδισαν γι’ αυτόν
Μια ζωή βαπτισμένη στη μη ζωή για λίγο,
Και το γλυκό, ναρκωμένο ξύπνημα ενός επιλήσμονος βρέφους.
Τώρα τα χάπια είναι εξαντλημένα και ανόητα σαν κλασικοί θεοί.
Τα ληθαργικά τους χρώματα δεν τον ωφελούν.
 
 
 
 
 
Το κεφάλι τους είναι ένας μικρός χώρος από γκρίζους καθρέφτες.
Κάθε χειρονομία δραπετεύει ακαριαία σε ένα σοκάκι
Από συρρικνούμενες προοπτικές και η σημασία του
Στραγγίζεται σαν νερό έξω από την οπή στην άλλη άκρη.
Ζει εκτεθειμένος σε ένα ξέσκεπο δωμάτιο,
Οι γυμνές σχισμές των ματιών του πέτρωσαν ορθάνοιχτες
Στο ακατάπαυστο αστραποβόλο πετάρισμα των καταστάσεων.
 
Οληνυχτίς, στη γρανιτένια αυλή, αόρατες γάτες
Ούρλιαζαν σαν γυναίκες, ή σαν κατεστραμμένα όργανα.
Μπορεί κιόλας να νιώσει το φως της μέρας, τη λευκή του αρρώστια,
Να ξεπροβάλλει έρποντας μ’ ένα καπέλο γεμάτο ασήμαντες επαναλήψεις.
Η πόλη είναι τώρα ένας χάρτης γεμάτος χαρούμενα τιτιβίσματα,
Και παντού άνθρωποι, με τα μάτια τους γυάλινα – ασημί και άδεια,
Καλπάζουν προς τις δουλειές τους στη σειρά, λες κι έχουν πρόσφατα
υποστεί πλύση εγκεφάλου.
 
 
[Μετάφραση: Κατερίνα και Ελένη Ηλιοπούλου]

http://www.bibliotheque.gr/article/54828
 

Κυριακή 15 Ιουνίου 2014

Daddy



Δεν κάνεις πια, δεν κάνεις πια
Παλιό παπούτσι 

Που μέσα του σαν πόδι έχω ζήσει

Τριάντα χρόνια τώρα φτωχό και λευκό, 

Τολμώντας μόλις να πάρω ανάσα ή να φταρνιστώ.

Έπρεπε να σε σκοτώσω, μπαμπά 

Όμως προτού προλάβω είχες πεθάνει - 

Μαρμάρινος, ένα τσουβάλι μπουκωμένο με Θεό,

Άγαλμα στοιχειωμένο με ένα γκρίζο δάχτυλο 

Μεγάλο σαν φώκια του Φρίσκο

Και το κεφάλι μέσα στο φρικτό Ατλαντικό 

Όπου βρέχει πράσινη βροχή στο κυανό

Πέρα από τα νερά του ωραίου Νουαζέτ. 

Προσευχόμουν να σε ξαναβρώ. 

Ach, du.

Στη γλώσσα τη γερμανική, σε μια πολωνική πολίχνη 

Ισοπεδωμένη από τον οδοστρωτήρα 

Πολέμων, πολέμων, πολέμων. 

Μα το όνομα της πολίχνης είναι κοινό.

Ο Πολωνός μου φίλος

Λέει πως υπάρχουνε ντουζίνες, μια ή δυο. 

Κι έτσι ποτέ δεν μπορούσα να πω 

Πού πάτησες το πόδι σου, οι ρίζες σου πούθε κρατούν 

Δε θα μπορέσω ποτέ να σου μιλήσω.

Η γλώσσα μου κολλάει στον ουρανίσκο.

Μαγκώνει σε μια ακάνθινη συρμάτινη παγίδα. 

Ιch, ich, ich, ich, 

Ήμουν σχεδόν χωρίς φωνή. 

Και νόμιζα πως κάθε Γερμανός ήσουν εσύ.

Και η γλώσσα είναι αισχρή

Μια μηχανή, μια μηχανή 

Που με μασούσε σαν Εβραίο. 

Έναν Εβραίο στο Νταχάου, στο Άουσβιτς, στο Μπέλσεν.

Άρχισα σαν Εβραίος να μιλώ.

Νομίζω πως μπορεί να είμαι Εβραία.

Τα χιόνια του Τιρόλου, της Βιέννης η διάφανη μπίρα 

Δεν είναι τόσο αγνά κι αληθινά. 

Με την τσιγγάνα προγονό μου και το κακό μου ριζικό

Και τα χαρτιά μου τα ταρό, και τα χαρτιά μου τα ταρό 

Ίσως και να ‘μαι λιγάκι Εβραία.

Και ξέρεις, πάντα σε φοβόμουν

Με τη Luftwaffe σου και τα παράσημά σου.

Το τακτικό μουστάκι σου 

Και τα αριά σου μάτια, γαλάζια φωτεινά.

Panzer-man, panzer-man, Ω εσύ —

Που Θεός δεν είσαι αλλά σβάστικα

Κατάμαυρη, που δεν τη διαπερνάει ο ουρανός. 

Κάθε γυναίκα λατρεύει έναν φασίστα,

Την μπότα στα μούτρα, του κτήνους την καρδιά 

Του κτήνους, ενός κτήνους σαν εσένα.

Σε ένα μαυροπίνακα στέκεσαι, μπαμπά, 

Στη φωτογραφία που κρατώ,

Ένα σημάδι στο σαγόνι αντί στο πόδι,

Αλλά δεν είσαι λιγότερο διάβολος γι’ αυτό,

Όχι λιγότερο από το σκοτεινό άντρα

Που την όμορφη πορφυρή καρδιά μου έκοψε στα δυο.

Ήμουν δέκα χρονώ όταν σε βάλανε στον τάφο. 

Και στα είκοσι προσπάθησα να σκοτωθώ

Για να σε ξαναβρώ, για να σε ξαναβρώ.

Μπορούσα ακόμα και στα κόκαλά σου να αρκεστώ.

Αλλά με έσυραν έξω από το λάκκο 

Και με κόλλα με ένωσαν ξανά. 

Τότε όμως τι να κάνω ήξερα πια. 

Έφτιαξα λοιπόν ένα μοντέλο από σένα,

Έναν άντρα με μαύρα και ύφος Meinkampf

Κι έναν έρωτα τροχό μαρτυρίων. 

Και είπα δέχομαι, δέχομαι.

Κι έτσι ξόφλησα, μπαμπά. 

Το μαύρο τηλέφωνο ξεριζωμένο 

Και οι φωνές δεν φτάνουν μέχρι εδώ.

Αν σκότωσα ένα αρσενικό, σκότωσα δυο - 

Το βρικόλακα που έμοιαζε σε σένα 

Και μου ‘πινε ολοχρονίς το αίμα, 

Εφτά χρονιές, αν θες να ξέρεις.
Ησύχασε τώρα, μπαμπά.



Υπάρχει ένα παλούκι στη μαύρη σου καρδιά, 

Και οι χωρικοί δε σε χώνεψαν ποτέ. 

Χορεύουν τώρα και σε ποδοπατούν.

Ήξεραν πάντα ότι ήσουν εσύ. 

Μπαμπά, μπαμπά, μπάσταρδε, με σένα έχω ξοφλήσει πια.

Τετάρτη 5 Φεβρουαρίου 2014

Άριελ



Στάσις στο σκοτάδι.
Έπειτα η άυλη γαλανή
Διάχυση κορυφής και αποστάσεων.

Λέαινα του Θεού,
Πώς γινόμαστε,
άξονας από φτέρνες και γόνατα! – Το χαντάκι

Αυλακώνει και περνά, αδέλφι του
Καστανού τόξου
Του λαιμού που δεν μπορώ να φθάσω,

Μαυρομάτικοι
Πυράκανθοι ρίχνουν σκοτεινά
Αγκίστρια-

Μαύρες γλυκές αιμάτινες γουλιές,
Σκιές.
Κάτι άλλο

Με σέρνει μες στ’ αγέρι –
Μηροί, μαλλιά
Λέπια από τις φτέρνες μου.

Λευκή
Γκοντάιβα, ξεφλουδίζω-
Νεκρά χέρια, νεκρές σκληρότητες.

Και τώρα
Αφρίζω σε ένα σιτάρι, σε λάμψη από θάλασσες.
Του παιδιού η κραυγή

Λιώνει στον τοίχο.
και εγώ
Είμαι το βέλος,

Η δροσιά που πετά
Αυτοκτόνα, μαζί με την ώθηση
Μες στο κόκκινο

Μάτι, το μαγκάλι του πρωινού.


μτφ.: Κλαίτη Σωτηριάδου

Πρωινό Τραγούδι



Η αγάπη σε κούρντισε σαν βαρύ χρυσό ρολόι.
Η μαμή χτύπησε τις πατούσες σου και η γυμνή κραυγή σου
Πήρε τη θέση της ανάμεσα στα στοιχεία.

Οι φωνές μας αντιλαλούν, μεγεθύνοντας τον ερχομό σου. Καινούργιο άγαλμα.
Σ’ ένα παγερό μουσείο, η γύμνια σου
Σκιάζει την ασφάλειά μας. Στεκόμαστε τριγύρω ανέκφραστοι σαν τοίχοι.

Δεν είμαι περισσότερο μάνα σου
Από το σύννεφο που διυλίζει έναν καθρέφτη για να αντανακλά τη δική του αργή
Εξαφάνιση στο χέρι του ανέμου.

Όλη νύχτα σαν πεταλουδίτσα η ανάσα σου
Πεταρίζει ανάμεσα στα λεία ροζ τριαντάφυλλα. Ξυπνά ν’ αφουγκραστώ:
Μια μακρινή θάλασσα σαλεύει μες στο αυτί μου.

Μια κραυγή, και σκουντουφλώ απ’ το κρεβάτι, βαριά σαν γελάδα και λουλουδιασμένη
Μες στο βικτοριανό μου νυχτικό.
Το στόμα σου ανοίγει καθαρό σαν του γατιού. Το τετράγωνο του παραθύρου

Ξασπρίζει και καταπίνει τα θολά του αστέρια. Και τώρα δοκιμάζεις
Μια φουχτίτσα νότες
Τα ξεκάθαρα φωνήεντα υψώνονται σαν μπαλόνια.