Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ρίτα Μπούμη-Παππά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ρίτα Μπούμη-Παππά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 7 Ιουνίου 2014

Η πύλη



Μόλις είχε κάψει όλα του τα χειρόγραφα
για να ζεστάνει ένα μικρό κορίτσι που κρύωνε.
Δεν μπορούσε να ξεχάσει:
είχε θάψει χειμώνα τη μικρή αδελφούλα
αιμόφυρτη κάτω απ' το χιόνι.
Από τότε χάθηκε η άνοιξη
χάθηκαν οι μικρές κόκκινες φράουλες απ' τα δάση
τα βηματάκια των πουλιών στα πλακόστρωτα
τα λαμπρά σχέδια για το μέλλον.
Απ' αυτούς τους θανάτους φορούσε ολόλευκο πένθος
κι ήτανε άρρωστος αυτός που αν δεν μεσολαβούσε
η τυχαία εκπυρσοκρότηση
στα χέρια ενός άφταιγου παιδιού
θα μπορούσε με τα δάχτυλά του
να πραΰνει τις πληγές του κόσμου.
Δεν είχε ντυθεί ποτέ στρατιώτης
κι ήταν περήφανος
που είχε κριθεί ανίκανος να φέρει όπλα,
όμως, επολεμούσε με γραφίδα τους εχθρούς.
Ποιος ήταν; ούτε κι αυτός το ήξερε,
άνυδρη έρημος άνοιγε όπου και να στεκόταν
βάραθρα με ομίχλες στο βυθό,
κι ως βάδιζε ραντισμένος με τη δροσιά του αγνώστου
βλέποντας να του γνέφει από παντού
το άσπρο χεράκι της νεκρής μικρούλας,
δεν άκουγε κανείς τα βήματά του
σαν να πατούσε στο χιόνι.

Δεν ήταν όπως όλοι μας αιχμάλωτος του δέρματός του
το βλέμμα του πλανιόταν ασταμάτητα
σαν να το καταδίωκε
το φοβερό θέαμα του ακούσιου φόνου
ο σπαραγμός του αθώου ένοχου
που σκότωσε μέσ' στο παιχνίδι
ό,τι αγαπούσε πιότερο στον κόσμο,
τα ματωμένα μαλλάκια της Ελπινίκης–
και μόνο στ' άνθη έβρισκε ανάπαυση κι ασφάλεια
και στα νερά του ποταμού
που μπρος από το σπίτι του κυλά αιώνες.

Δεν είχε επισκεφθεί μιαν αγορά
ένα γραφείο ταξιδίων
εν τούτοις όλο αγόραζε κούκλες και όλο ταξίδευε
λαθρεπιβάτης σε τραίνα και πλοία
με την ελπίδα να συναντήσει σ' ένα δάσος
την αδελφούλα με τις τρεις ανοίξεις
να ψάχνει για φράουλες.
Δεν ήξερε αν ζει ή αν υπήρξε
σ' εποχές που η μουσική εξηγούσε τα πάντα,
φρεσκολουσμένος σ' εξώκοσμες κρήνες
είχε βγει έξω, μπορεί για περίπατο,
μπορεί για να μονομαχήσει με τη σκιά του
με το ίδιο εκείνο πιστόλι.
Με χέρια απλωμένα σαν υπνοβάτης έψαχνε
στις όχθες με τα πλατάνια και τις ιτιές
κι όλο για μια πύλη μιλούσε
για μια πύλη:

Ποιος θα μου ξαναδώσει την αθωότητά μου
που κάνει το παιδί να κλαίει με λυγμούς
το άνθος να χαμογελά την ώρα που το σφάζουν;
Ποιος θα μου ξαναδώσει ό,τι χάνω κάθε λεπτό που περνά
ποιος θα μου ξαναδώσει την Ελπινίκη δίχως αίματα
το καλαθάκι της με τις φράουλες στο δάσος;
Πού είναι η πύλη που θα με οδηγήσει να ζητήσω εξήγηση
για τόσα αινίγματα, τόσους θανάτους;
Πού είναι η πύλη;

Ξαφνικά άνοιξε τρίζοντας μια πόρτα
σε μέρος που δεν ήταν τοίχος κανένας.
Ώστε υπήρχε μια πύλη;
Αλλά ποιος είχε στήσει μια πόρτα καταμεσής στο λιβάδι;
Ποιος είχε στρίψει το πόμολο μέσα στη σιωπή
για να δρασκελίσει ευθύς εκείνος το κατώφλι
και να χαθεί καθώς σ' ένα λαβύρινθο
μέσα στο πράσινο τριφύλλι;
Πώς βγήκε έτσι αθόρυβα από ένα τέτοιο σύνορο
πώς μπήκε σ' ένα αόρατο δάσος
απ' όπου ακούστηκε να ξεφωνίζει
με αλαλαγμούς χαράς:
Ελπινίκη! Ελπινίκη!


Παρασκευή 6 Ιουνίου 2014

Όνειρο



Είχε προηγηθεί μια σιωπή
ίδια με κείνη που απλώνεται
λίγες στιγμές προτού χιονίσει.
Και ξαφνικά
σάλπιγγες, σάλπιγγες
έφιπποι κήρυκες
και πλήθη.
Και πάλι σιωπή.
Θα έλεγε κανείς πως αναγγέλλονταν
η άφιξη ηγεμόνα
από τις πύλες. Όχι.
Στον ουρανό ένα ποίημα
ξετυλιγόταν σε περγαμηνή
κι όλο κατέβαινε κατέβαινε
πάνω απ' τα πλήθη.
Και η μεμβράνη του χαρτιού όλο και άπλωνε
μέχρι που έγινε πελώρια σαν χώρα.
Τότε τα ιδεογράμματα των τελευταίων στίχων
αρχίσανε να στάζουνε και να κυλούν σαν δάκρυα
πάνω σε μυριάδες ανοιχτές παλάμες
σε χείλη, σε ώμους, σε μαλλιά
που δίψαγαν να κοινωνήσουν...

Κυριακή 1 Ιουνίου 2014

Πλάσματα αϋπνίας



Από πού αναδύεστε
πρόσωπα, πρόσωπα, πρόσωπα
πίσω ακριβώς από το φράγμα του ύπνου
όταν απλώνω τα χέρια να πιαστώ
στην κόχη ενός ουρανοξύστη
στο παραπέτο μιας γέφυρας
στο χείλος μιας αβύσσου
με τον κίνδυνο στην καρδιά μου
το κενό κάτω απ' τις φτέρνες μου.
Από πού αναδύεστε τόσες μάσκες
με κινηματογραφική διάταξη
στη σκοτεινή κρεβατοκάμαρα
όταν ο υπερβολικός κόπος της μέρας
των νεύρων η ένταση
ο πανικός της ψυχής
φυγαδεύουν τον ύπνο;

Πρόσωπα γνωστά και όμως άγνωστα
πού σας έχω γνωρίσει;
σε ποια εποχή συμβαδίσαμε σε πορείες;
δε θυμάμαι είτε δε βλέπω με την ίδια όραση
παλιά και καινούργια πρόσωπα, δάσος,
εωσφορικά, πονεμένα, αγγελικά, θεία
καταδικαστικές στυγνές γκριμάτσες
τρυφερά παιδικά χαμόγελα
πεθαμένα από σαράντα χρόνια
της αδελφής μου το φιλντισένιο προφίλ
του πατέρα το σκεπτικό πρόσωπο
γεμάτο πόθο να με αναγνωρίσει
της πρώτης μου δασκάλας το γυμνό κρανίο
που θέλει και τώρα να μου δείξει το σωστό δρόμο
πρόσωπα, πρόσωπα, πρόσωπα
με κοιτούν, μ' ερευνούν, μ' εξετάζουν
με ψηλαφίζουν τα δύσπιστα βλέμματά τους
γουρλωμένα τα μάτια τους αμφιβάλλουν
Εσύ;...
Ένα πρόσωπο σαρκάζει
άλλο κλαίει πικρά γιατί γέρασα
άλλο με φτύνει με αηδία
άλλο μ' επιδοκιμάζει με μορφασμούς
άλλο καγχάζει δίχως ν' ακούγεται
άλλο μου γνέφει να βιαστώ
κι όλα μ' εκλιπαρούν
να μη στρίψω το διακόπτη
να μην ανάψω ένα σπίρτο
τα σκοτώνει ένα προς ένα
το φως.

Πούθ' έρχεστε κάθε άυπνη νύχτα
πώς μπαίνετε πλήθος στην κάμαρά μου
δίχως τον παραμικρό θόρυβο
δίχως να τρίξει η πόρτα
πλάσματα που πεθαίνετε την αυγή;




ΡΙΤΑ ΜΠΟΥΜΗ-ΠΑΠΠΑ ( 1906 - 1984 )
Γεννήθηκε το 1906 στη Σύρο. Σπούδασε παιδαγωγική στην Ιταλία και ειδικεύτηκε στη μέθοδο Montessori. Εργάστηκε ως μεταφράστρια και δημοσιογράφος. Το 1936 παντρεύτηκε τον ποιητή Νίκο Παππά. Εμφανίστηκε στα ελληνικά γράμματα το 1919 με ποιήματα στο περιοδικό «Η διάπλασις των παίδων». Επιμελήθηκε ανθολογίες, υπήρξε αρχισυντάκτης του περιοδικού «Ιόνιος ανθολογία» (στη Σύρο), εξέδωσε το περιοδικό «Κυκλάδες» (στη Σύρο) και την «Εφημερίδα των ποιητών». Ανήκε στους λογοτέχνες της γενιάς του μεσοπολέμου. Πέθανε στην Αθήνα το 1984.

Ποιητικές συλλογές:
«Τραγούδια στην αγάπη», 1930
«Οι σφυγμοί τής σιγής μου», 1935
«Το πάθος των Σειρήνων», 1938
«Αθήνα - Δεκέμβρης 1944», 1945
«Καινούγια χλόη», 1952
«Ριτόρνο ιν Ορτίτζια» (στα Ιταλικά), 1949
«Ο παράνομος λύχνος», 1952
«Το ρόδο της Υπαπαντής», 1960
«Λαμπρό φθινόπωρο», 1961
«Ανθοφορία στην έρημο», 1962
«Χίλια σκοτωμένα κορίτσια», 1963
«Δεν υπάρχει άλλη δόξα», 1964
«Η σκληρή Αμαζόνα», 1964
«Η μαγική φλογέρα» (παιδικά ποιήματα), 1965
«Σκιούμα», 1965
«Φως ιλαρόν», 1966
«Μόργκαν-Ιωάννης – Ο γυάλινος πρίγκιπας και οι μεταμορφώσεις του», 1976

Πεζογραφία:
«Όταν πεινούσαμε και πολεμούσαμε», 1975
«Στη χώρα του Γκαίτε και του Σίλλερ» (ταξιδιωτικό)

Ποιήματα δημοσιευμένα στο Translatum:

Το φίδι - Το ρόδο της Υπαπαντής (1960)
Πλάσματα αϋπνίας - Λαμπρό φθινόπωρο (1961)
Η πύλη - Ανθοφορία στην έρημο (1962)
Όνειρο - Ανθοφορία στην έρημο (1962)
Αν βγω περίπατο με τις νεκρές μου φίλες - Χίλια σκοτωμένα κορίτσια (1963)


Από τη συλλογή Λαμπρό φθινόπωρο (1961)

H Ρίτα Μπούμη και ο Νϊκος Παππάς ήταν αγωνιστές και υπέροχοι άνθρωποι. Έγραψαν και οι δύο συγκλονιστικά ποιήματα.
Η Ρίτα ήταν μια φλογισμένη γυναίκα που ακτινοβολούσε σε κάθε της κίνηση και κάθε της λέξη. Το πιο χαρακτηριστικό της ποίημα ήταν το «Χίλια σκοτωμένα κορίτσια» από τον Εμφύλιο. Όλη η ομώνυμη συλλογή είναι ένα φόρος τιμής στα αδικοχαμένα νιάτα της εποχής εκείνης.