Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα RENÉ CHAR. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα RENÉ CHAR. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 1 Μαΐου 2019

Η ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΛΕΓΕΤΑΙ







Στον Ζωρζ Μπρακ


Από το στόμα τούτου του κανόνα χιονίζει. Ήταν η κόλαση μες στο κεφάλι μας. Την ίδια στιγμή είναι η άνοιξη στο χείλος των δακτύλων μας. Εκ νέου επιτρέπονται οι δρασκελιές, το χώμα μπορεί να είναι ερωτευμένο, τα χορτάρια να οργιάζουν.


Το πνεύμα ομοίως, όπως και όλα τα πράγματα, έτρεμε.


Ο αετός είναι στο μέλλον.


Κάθε πράξη που εμπλέκει την ψυχή –ακόμα κι αν σαν και τούτη εδώ που αγνοεί τα πάντα– θα έχει ως επίλογό της μεταμέλεια ή πικρία. Οφείλεις να δώσεις τη συναίνεσή σου εδώ.


Πώς ήρθε σ’ εμένα η γραφή; Σαν φτερό πουλιού πάνω στη τζαμόπορτά μου, χειμώνα καιρό. Τη στιγμή ακριβώς που ξέσπασε στο τζάκι μια μάχη με κούτσουρα και η οποία δεν έχει μέχρι στιγμής λάβει τέλος.


Μεταξωτές πόλεις βλέμματος καθημερινού, εμφιλοχωρήσασες ανάμεσα σε άλλες πόλεις, με οδούς που εμείς μόνοι μας ιχνηλατήσαμε, υπό την σκέπη κεραυνών που απαντούν στα κελεύσματα της προσοχής μας.


Τα πάντα εντός μας δεν θά ’πρεπε νά ’ναι ειμή μόνο μια χαρούμενη γιορτή, όταν κατορθώνεται κάποιο πράγμα, που δεν τό έχουμε προβλέψει και που δεν θα το εξηγήσουμε ποτέ, μα και που θα μιλήσει ίσια στην καρδιά μας με τα δικά του αποκλειστικώς μέσα.


Ας συνεχίσουμε τη διερεύνηση των βυθών, να μιλάμε με ισότονη φωνή, με λέξεις καθ’ ομάδες – στο τέλος θα επιβάλουμε σιωπή σε όλους τούτους τους σκύλους, έχοντας τους κάνει ένα με τα χόρτα και επιθεωρώντας μας με μάτι ομιχλώδες, όσην ώρα ο άνεμος από προσώπου γης θα τους σβήνει.


Ο κεραυνός με υπερβαίνει.


Δεν υπάρχει κανείς άλλος παρόμοιός μου –ο σύντροφος ή η συντρόφισσα– που μπορεί να με ξυπνήσει απ’ τη νάρκη μου, να κινητοποιήσει την ποίηση, να μ’ εκτοξεύσει στα άκρα όρια της γηραιάς ερήμου, προκειμένου να θριαμβεύσω επ’ αυτής. Αυτός μόνον, ουδείς άλλος. Ούτε ουρανός ούτε γη προνομιούχα, ούτε και πράγματα που σε κάνουν να τρέμεις με ρίγη.
  Εγώ, πυρσέ, μόνο με τούτο το πρόσωπο χορεύω.


Δεν γίνεται ν’ αρχίσεις ποίημα δίχως μόριο λάθους για τον εαυτό σου και τον κόσμο, χωρίς έν’ αχυράκι αθωότητας στις πρώτες κιόλας λέξεις.


Σχεδόν η κάθε λέξη πρέπει να χρησιμοποιείται στο ποίημα με την πρωταρχική της σημασία. Κάποιες, αποσπώμενες, γίνονται πολυσήμαντες. Κάποιες άλλες προκρίνουν την αμνησία. Ο αστερισμός του Μοναχικού τεντώνεται και φτάνει ίσαμε τ’ ακρότατα όριά του.


Η ποίηση θα μου κλέψει τον θάνατό μου.


Γιατί κονιορτοποιημένο ποίημα; Επειδή στο τέρμα του ταξιδιού του προς τη Χώρα, ύστερα από το προγενέθλιο σκότος και τη χθόνια τραχύτητα, το πεπερασμένον του ποιήματος είναι φως και συνεισφορά του όντος στον βίο.


Ο ποιητής δεν συγκρατεί, δεν εξασφαλίζει ό,τι ανακαλύπτει· μόλις το μεταγράψει, αμέσως μετά το χάνει. Εδώ ακριβώς ενδιαιτάται η καινοτομία του, μαζί με το αχανές του και τους κινδύνους του.


Η δουλειά μου… το επιτήδευμά μου είναι επιτήδευμα αιχμής.


Ζούμε με τους ανθρώπους, πεθαίνουμε απαρηγόρητοι, ανάμεσα στους θεούς απαραμύθητοι πεθαίνουμε.


Θλίβεται το χώμα που παίρνει τον σπόρο. Ο σπόρος που θα διακινδυνεύσει τόσα και τόσα ευτυχεί.


Υπάρχει μια κατάρα που δεν μοιάζει σε καμία άλλη. Τρεμοπαίζει μέσα σε κάτι σαν οκνηρία, έχει χαρακτήρα ευχάριστο, και με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της συνθέτει καθησυχασμούς και επιβεβαιώσεις. Άπαξ όμως και υπερβεί τα τεχνάσματα, τί πλευστότητα, τί ορμή τη σπρώχνει για να φτάσει στο τέρμα! Κι επειδή ο ίσκιος όπου χτίζει είναι πιθανόν κακόβουλος, από το τελείως μυστικό μέρος θ’ αφαιρεθεί κάθε ονομασία και θα πηγαίνει πλέον πάντοτε γλιστρώντας μέσα στον χρόνο. Θα σύρει δε στο ουράνιο πέπλο και κάποιες διεισδυτικές από τις μάλλον τρομακτικές παραβολές και αλληγορίες.


Βιβλία δίχως κίνηση. Βιβλία όμως που εισάγονται ευχερώς στις μέρες μας, θρηνούν και ανοίγουν τον χορό.


Πώς να πω την ελευθερία μου, την έκπληξή μου στο τέρμα χιλίων παρακάμψεων;: δεν υπάρχει βυθός, δεν υπάρχει οροφή.


Μερικές φορές η σιλουέτα κάποιου νεαρού αλόγου, κάποιου παιδιού που είναι πολύ μακριά, προπορεύεται σαν ιχνηλάτης που τραβάει προς το μέτωπό μου και πηδάει το διαχωριστικό φράγμα που έχουν υψώσει οι μέριμνές μου. Τότε αρχίζει κάτω από τα δέντρα της φοντάνας να μιλάει πάλι.


Επιθυμούμε να μείνουμε άγνωστοι στην περιέργεια εκείνων που μας αγαπάνε. Τους αγαπάμε.


Το φως έχει ηλικία. Η νύχτα όχι. Ποιά ήταν ωστόσο η στιγμή η κρίσιμη εκείνης όλης της πηγής;


Να μην έχεις πολλούς θανάτους να κρέμονται και σάμπως να χιονίζουνε. Να μην έχεις παρά μόνο έναν, και δη από άμμο ωραία. Και χωρίς ανάσταση.


Ας σταματήσουμε δίπλα σε όντα που μπορούν ν’ αποκοπούν απ’ τους πόρους τους, παρ’ όλο που γι’ αυτά υφίστανται λίγες ή καθόλου αναδιπλώσεις. Η αναμονή τούς ανοίγει σκάβοντας μι’ αγρύπνια ιλιγγιώδη. Το κάλλος τούς βάζει από πάνω ένα καπέλο λουλούδια.


Πουλιά μου, πουλάκια μου, που εμπιστεύεσθε την κομψή ευγένειά σας, τον κινδυνώδη ύπνο σας σε μια δέσμη καλάμια, από την ώρα που ήρθε το ψύχος, πόσο μα πόσο κι εμείς σας μοιάζουμε!


Θαυμάζω τα χέρια που γεμίζουν με πράγματα, και, για να ζευγαρώσω, για να συνενώσω το λεχθέν με κάτι άλλο, θαυμάζω το δάχτυλο που αρνείται το ζάρι.


Καμιά φορά καταλήγω στο ότι η ρευστότητα της ύπαρξής μας είναι δύσκολο να γίνει αντιληπτή, διότι εμείς υπαγόμαστε όχι μόνο στην ιδιότροπη ικανότητά του, αλλά και στην εύκολη κίνηση των χεριών και των ποδιών που θα μας πήγαινε εκεί όπου θα ήμασταν ευτυχείς να πάμε, στην πολυπόθητη όχθη, για να συναντήσουμε έρωτες, οι διαφορές των οποίων θα μας επλούτιζαν, μα τούτη η κίνηση παραμένει ημιτελής, πολύ γρήγορα τείνει να γίνει εικόνα, κάτι σαν άρωμα που δίκην σβώλου κυλάει στις σκέψεις και στους στοχασμούς μας.
  Πόθε, ω πόθε που γνωρίζεις, δεν έχουμε κανένα πλεονέκτημα από τους ζόφους μας εκτός από κάτι αληθείς κυριαρχίες, που τις ακολουθούσαν κάτι αόρατες φλόγες, κάτι αόρατες αλυσίδες, που, ερχόμενες στο φως, μας έκαναν βήμα το βήμα να λάμπουμε.


Το κάλλος στρώνει μόνο του το υπέροχο κρεβάτι του, χτίζει με τρόπο αλλόκοτο τη φήμη του μεταξύ των ανθρώπων, δίπλα σ’ αυτούς μεν, αλλά βαλμένους στη γωνία.


Ας σπείρουμε τα καλάμια και ας καλλιεργήσουμε τ’ αμπέλια στις λοφοπλαγιές, στην άκρην-άκρη των πληγών του πνεύματός μας. Δάχτυλα σκληρά, χέρια προνοητικά, τούτος ο ευτράπελος τόπος είναι άκρως ευμενής, ευμενέστατος.


Όποιος επινοεί, αντίθετα από εκείνον που ανακαλύπτει, δεν προσθέτει τίποτ’ άλλο στα πράγματα εκτός από προσωπεία, συμβιβασμούς και σίδερο εν βρασμώ.


Και στο τέλος-τέλος όλη τη ζωή – όταν εγώ βγάζω όλη την ηδονή της ερωτικής σου αλήθειας από τα βάθη σου!


Μείνετε πλάι στο σύννεφο. Κρατηθείτε ξύπνιοι δίπλα στα σύνεργα και στα εργαλεία. Η σπορά όλη – μια σιχαμάρα.


Ανθρώπινη καλοσύνη κάτι στριγγά πρωινά. Στο μυρμήγκιασμα του παραληρούντος αέρα εγώ ανεβαίνω, φυλακίζομαι, όντας έντομο που δεν το καταβρόχθισαν, όλο ν’ ακολουθώ και να μ’ ακολουθάνε.


Κοιτώντας τούτα τα νερά, με τα σκληρά κι αντίτυπά τους σχήματα, απ’ όπου διαβαίνουν σαν μπουκέτα σκασμένα όλα τα λούλουδα του πράσινου βουνού, οι Ώρες γίνονται ταίρι θεών.


Δροσερός ήλιος του οποίου μια λιάνα είμαι κι εγώ.






Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


http://alonakitispoiisis.blogspot.com/

Σάββατο 13 Οκτωβρίου 2018

Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ









Μάγουλο-μάγουλο δυό ζητιάνες στην άκαμπτη ταλαιπωρία τους.
Τίποτα δεν τις έχουν διδάξει ο παγετός και ο άνεμος, τις παραμέλησαν.
Παιδιά της πίσω ιστορίας
Από εποχές πεσμένα που διάβηκαν και στέκοντ’ όρθιες εκεί.
Δεν υπάρχουν χείλη να τα κουβαλήσετε, και το ρολόι τρέχει, γυρίζει.
Ούτε απαγωγή θα υπάρξει ούτε μνησικακία.
Και ποιός περνάει δίχως καν βλέμμα να ρίξει μπροστά τους, μπροστά μας.
Δύο ρόδα από κρίκο διάτρητα βαθύ
Προσθέτουν στην παραδοξότητά τους κάτι σαν πρόκληση.
Μα χάνουμε κι αλλιώς τη ζωή εκτός απ’ ό,τι γίνεται με αγκάθια;
Αλλά και με το άνθος – οι μακρές ημέρες το ξέρουν!
Και ο ήλιος έπαψε νά ’ναι πια πρωταρχικός.
Μια νύχτα, η κάτω ημέρα, όλο το ρίσκο, δυό ρόδα,
Όπως και η φλόγα στο καταφύγιο, μάγουλο-μάγουλο μ’ αυτόν που τη σκοτώνει.

https://alonakitispoiisis.blogspot.com/
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Τετάρτη 30 Μαΐου 2018

Η ΕΠΑΝΟΡΘΩΘΕΙΣΑ ΚΙΒΔΗΛΕΙΑ


Όταν ο ποιμένας των νεκρών χτυπήσει με τη ράβδο του,
Ν’ αφιερώστε στο καλοκαίρι το διάσπαρτο χρώμα μου.
Με τις γροθιές μου υπερκύανες ξιπάστε κανά παιδί.
Και διαθέστε του τον φανό και τα δεμάτια απ’ τα στάχυα μου.
Κρήνη τρέμουσα στο στενό μονοπάτι σου,
Σκόρπα εσύ τα πλούτη μου στα διψασμένα χωράφια.
Απ’ την υγρή τη φτέρη ώσμε την πυρετική μιμόζα,
Ανάμεσα στο γέρικο απόν και στο νεοφερμένο,
Της αγάπης η κίνηση, ταπεινά-ταπεινά, θα σου πει:
«Εκτός από εδώ, που είναι πουθενά, η ντροπή είναι παντού».
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Σάββατο 19 Μαΐου 2018

ΓΙΑ ΚΑΠΟΙΟΝ ΠΡΟΜΗΘΕΑ ΚΑΘ’ ΟΛΟΚΛΗΡΙΑΝ ΣΑΞΙΦΡΑΓΩΔΗ








Αγγίζοντας το αιολικό χέρι του Χαίλντερλιν


Στην Ντενίζ Ναβίλ


Η πραγματικότητα δίχως την αποκωδικευτική ενέργεια, δίχως την απελευθερωτική ορμή της ποίησης, τί είναι;

  Ο θεός έζησε ανάμεσά μας με υπερεξουσίες. Δεν ξέραμε τον τρόπο να σηκωθούμε να φύγουμε. Τ’ αστέρια είναι νεκρά μες στα μάτια μας, που ήσαν κυρίαρχα στο βλέμμα του μέσα.

  Ιδού τα ερωτήματα των αγγέλων που προκάλεσαν την επιδρομή των δαιμόνων. Μας εκάρφωσαν στον βράχο για να μας χτυπάνε και να μας αγαπούν. Ξανά και ξανά και πάλι.

  Η πάλη η πραγματική διεξάγεται στο σκοτάδι. Η δε νίκη βρίσκεται μόνο στο χείλος του.

  Σπόρε ευγενέστατε, πόλεμε και εύνοια του πλησίον μου, μπροστά από την θεόκουφη αυγή σε δεξιώνομαι με του καρβελιού μου την κόρα, προσδοκώντας αυτήν την επαγγελθείσα ημέρα της μεγάλης βροχής, της πράσινης λάσπης, που θα ξεσπάσει για όλους τους φλογερούς ζηλωτές και για όλα τα παθιασμένα και αγύριστα κεφάλια.






Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.








https://alonakitispoiisis.blogspot.gr/

Κυριακή 22 Απριλίου 2018

ΕΙΣ ΥΓΕΙΑΝ ΤΟΥ ΟΦΕΩΣ












I
Τη θέρμη τραγουδάω στην όψη κάποιου νεογέννητου, την απέλπιδα θέρμη.


ΙΙ
Τώρα είναι η σειρά του ψωμιού να κόψει τον άνθρωπο, να είναι αυτό η ομορφιά στη χαραυγή της μέρας.


ΙΙΙ
Όποιος στηρίζεται στο ηλιοτρόπιο δεν θα διαλογιστεί στο σπίτι. Της αγάπης όλοι οι στοχασμοί θα γίνουν στοχασμοί του.


IV
Στη θηλιά του χελιδονιού δουλεύει θύελλα, φτιάχνεται κήπος.


V
Και πάντα θα υπάρχει μια σταγόνα νερό να διαρκέσει περισσότερο απ’ τον ήλιο, δίχως να συγκλονιστεί μάλιστα το δικό του βασίλεμα.


VI
Να παράγεις ό,τι πάει να κρατήσει κρυφό η γνώση, τη δε γνώση σε εκατό εδάφια.


VII
Ό,τι έρχεται στον κόσμο χωρίς να ενοχλεί και ν’ αναστατώνει τίποτα, ούτε την προσοχή αξίζει ούτε την υπομονή μας.


VIII
Πόσο θα κρατήσει τούτη η έλλειψη του ανθρώπου που πεθαίνει στο κέντρο τής δημιουργίας, επειδή η ίδια η δημιουργία τον έστειλε εξορία;


IX
Κάθε σπίτι και εποχή. Κι έτσι η πόλη επαναλάμβανε τον εαυτό της. Όλοι οι κάτοικοι μαζί δεν γνώριζαν παρά μόνο τον χειμώνα, παρ’ όλο που είχανε σάρκα θερμή, παρ’ όλο που η μέρα δεν έλεγε να φύγει.


X
Μες στη βαθιά-βαθιά σου ουσία είσαι σταθερά ποιητής, είσαι σταθερά στο ζενίθ του έρωτά σου, είσαι σταθερά λαίμαργος για αλήθεια και δικαιοσύνη. Πρόκειται αναμφίβολα γι’ αναγκαίο κακό, που δεν μπορείς να είσαι τόσο επίμονα επιμελής μέσα στη συνείδησή σου.


XI
Από την μη υφιστάμενη ψυχή θα κάνεις κάποιον άνθρωπο καλύτερο από εκείνην.


XII
Κοίτα την επίφοβη εικόνα όπου λούζεται η πατρίδα σου, τούτη τη χαρά που χρόνια και χρόνια σού έχει διαφύγει.


XIII
Πάμπολλοι είναι όσοι περιμένουν πως ο ύφαλος θα τους κρατήσει ζωντανούς, για να τους καταστήσει βέβαιους, για να τους ορίσει.


XIV
Να ευγνωμονείς όποιον δεν νοιάζεται για τις τύψεις σου. Είναι ό,τι ακριβώς κι εσύ.


XV
Τα δάκρυα προσβάλλουν όποιον τα εμπιστεύεται.


XVI
Απομένει ένα υπολογίσιμο βάθος εκεί όπου η άμμος υποτάσσει τη μοίρα.


XVII
Αγάπη μου, δεν έχει και πολλή σημασία το ότι γεννήθηκα: εσύ θα είσαι ορατή στο μέρος εκείνο όπου εγώ θα εξαφανίζομαι.


XVIII
Να μπορείς να περπατάς χωρίς να εξαπατάς το πουλί, από την καρδιά του δέντρου ίσαμε του καρπού την έκσταση.


XIX
Ό,τι σε υποδέχεται με ευχαρίστηση δεν είναι παρ’ απλώς η μισθοφορική ευγνωμοσύνη της ανάμνησης. Η παρουσία που επέλεξες δεν σου εξασφαλίζει αποχαιρετισμούς και αντίο.


XX
Να σκύβεις μόνο όταν αγαπάς. Κι αν πεθάνεις, αγαπάς και τότε ακόμα.


XXI
Τα σκοτάδια όπου είσαι βουτηγμένος κυβερνώνται από τη λαγνεία της ηλιακής σου βύθισης.


XXII
Αγνόησε τα μάτια όσων περνούν για νά ’ναι μόνο λίγο χρώμα πάνω στη βασανισμένη ράχη της γης. Άσ’ τους να παραπαίουν στις μακρόσυρτες παραστάσεις τους. Το μελανί της τσιμπίδας και η πορφύρα του σύννεφου δεν είναι παρά ένα πράγμα μόνο – ένα.


XXIII
Είναι ανάξιο του ποιητή να μπερδεύει και να ζαλίζει τον αμνό, να επενδύει στο μαλλί του.


XXIV
Αν κατοικούμε μι’ αστραπή, είναι η καρδιά της αιωνιότητας.


XXV
Τί μπορώ να κάνω εγώ για σας, μάτια που πιστεύετε ότι επινοήσατε την ημέρα, ότι ξυπνήσατε τον άνεμο; Εγώ είμαι η λησμονιά.


XXVI
Η ποίηση είναι εκείνο απ’ όλα τα καθαρά νερά που χρονοτριβεί λιγότερο στην αντανάκλαση των γεφυριών του.
  Ποίηση, μέλλουσα ζωή εντός του ανθρώπου που έχει αποκτήσει νέες ιδιότητες.


XXVII
Ένα ρόδο για το ότι βρέχει. Ύστερα από χρόνια και χρόνια αμέτρητα τούτο είναι η δική σου επιθυμία.





https://alonakitispoiisis.blogspot.gr/
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


Παρασκευή 13 Απριλίου 2018

Η ΜΙΚΡΗ ΟΧΙΑ








Γλιστράει πάνω από τα βρύα των βοτσάλων, καθώς η μέρα ανοιγοκλείνει τα μάτια της μέσ’ από τις γρίλιες. Μια σταγόνα νερό θαν την εσκέπαζε, δύο κλαράκια όλα κι όλα θα έφταναν και θα περίσσευαν για να τη ντύσουνε. Ψυχή που πονάει νά ’βρει ένα σβωλαράκι χώμα κι ένα ξύλινο κουτάκι, αυτό είναι –τίποτ’ άλλο– και συνάμα το δόντι το κατάρατο που είναι έτοιμο να πέσει. Απέναντι γι’ αντίπαλό της έχει την πρώτη-πρώτη αυγή που, αφού δοκίμασε το πάπλωμα και χαμογέλασε στο χέρι εκείνου που κοιμότανε, αφήνει τώρα τη φουρκέτα της και ανεβαίνει στο ταβάνι της κάμαρας. Ο ήλιος, ο επόμενος που καταφθάνει, με ντελικάτα τη στολίζει χείλη.
  Η μικρή οχιά θα παραμείνει παγωμένη μέχρι τον πολύπτυχό της θάνατο, επειδή, αν δεν ανήκει σε κάποιαν ενορία, στα μάτια όλου του κόσμου είναι δολοφόνισσα.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
https://alonakitispoiisis.blogspot.gr/

Πέμπτη 12 Απριλίου 2018

ΑΔΡΑΝΕΙΑ











Η νύχτα ήταν πια παλιά
Όπως η φωτιά μισάνοιξε.
Το ίδιο και το σπίτι μου.

Δεν σκοτώνουμε ποτέ το ρόδο
Στους πολέμους τ’ ουρανού.
Εξορίζουμε απλώς μια λύρα.

Ο επίμονός μου πόνος
Για κάποιο σύννεφο από χιόνι
Κερδίζει μία λίμνη αίμα.
Αρέσει στη σκληρότητα η ζωή.

Ω πηγή που όλο ψεύδεσαι
Στα δίδυμά μας πεπρωμένα,
Του λύκου θα σκιτσάρω του στοχαστικού
Τούτο το μοναδικό πορτρέτο!



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
http://alonakitispoiisis.blogspot.gr/

Τετάρτη 4 Απριλίου 2018

ΔΥΝΗ






Αφήνοντας πίσω τον άνθρωπο τον εκτατό και τον άνθρωπο τον διάτρητο, έφτασα στο κατώφλι όλων των εξάρσεων και των αγαλλιασμών, μπροστά στην πόρτα του Λόγου τού αποσπασθέντος από τα θνητά του λείψανα, και δημιουργώντας νέα όντα, δημιουργώντας φωτιά με την αλήθεια, αλλά και σπρωγμένος απ’ την πράσινη πίστη μου εχτύπησα να μου ανοίξουνε.
  Έτσι θα φτάσεις κι εσύ στην πλυμένη και παντέρημη χώρα του θράσους σου. Και μέχρι τότε, χωρίς να έχεις πρόγραμμα και ημερολόγιο, θα την χτίζεις και θα την χτίζεις ολοένα. Οποία σοβαρή ματαιοδοξία! Αλλά και ποιός θα επόνταρε σ’ εσένα και ποιός θα σε διάλεγε, από τους αμνημόνευτους τόπους έως και τη φυγόφιλη λύρα του πατέρα – ποιός;


http://alonakitispoiisis.blogspot.gr/
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Κυριακή 1 Απριλίου 2018

ΣΕ ΙΣΑ ΜΕΡΗ






Είμαι σαγηνευμένος από τούτο το παντρύφερο κομμάτι της εξοχής, από την όλο μοναξιά κουπαστή του, στο χείλος της οποίας φτάνουν οι μπόρες και αποδεσμεύονται με ευπείθεια, και στο άλμπουρό της μια όψη χαμένη, καθώς για μια στιγμή αστράφτει ολόκληρη και με κερδίζει εκ νέου. Από πολύ μακριά κι απ’ όσο θυμάμαι ξεχωρίζω που σκύβω πάνω απ’ τα φυτά του αφρόντιστου πατρικού μου κήπου, με προσοχή εντεταμένη στους χυμούς, να φιλάω μάτια με ώριμο σχήμα και χρώματα που ο προεσπερινός άνεμος τ’ άρδευε καλύτερα απ’ το χέρι των ανθρώπων το ανάπηρο. Γόητρο επιστροφής, νόστος που ουδεμία τύχη δύναται να τον προσβάλει, να τον αμαυρώσει. Μεσημβρινά δικαστήρια – πλην εγώ ξαγρυπνάω. Εγώ που απολαμβάνω το προνόμιο να τα νιώθω όλα μαζί: αποθάρρυνση και εμπιστοσύνη, αυτομολία και ευψυχία – και μήτε έχω στον νου μου συγκρατήσει τίποτε άλλο παρεκτός την τηκόμενη γωνία κάποιου τυχαίου ανταμώματος.
  Σε μια στράτα λεβάντας και κρασιού περπατήσαμε πλάι-πλάι, και ήμασταν μέσα σ’ ένα σκονισμένο πλαίσιο παιδικότητας με φαράγγια όλο βάτους και με τον καθένα μας να ξέρει πόσο πολύ τον αγαπούσε ο άλλος. Δεν είναι άντρας με κεφάλι μυθικό αυτός που φίλαγες αργότερα πίσω απ’ την αντάρα της μόνιμης κλίνης σου. Να σε τώρα γυμνή και μεταξύ όλων των άλλων η πρώτη και καλύτερη μόνο για σήμερα, οπού διαβαίνεις την έξοδο υμνωδιών εξόχως κακοτράχαλων. Το διάστημα εσαεί νά ’ναι τάχα τούτη ’δώ η απόλυτη και μαρμαίρουσα ανάπαυλα απουσίας, μια εντολή μεταβολής και δη κατσιασμένης; Προλέγοντάς το, ωστόσο, τούτο το ρήμα έρχομαι και επιβεβαιώνω ότι ζεις· το σκαμμένο αυλάκι φωτίζεται ανάμεσα στο δικό σου καλό και στο κακό το δικό μου. Η θέρμη θα επανέλθει… θα επανέλθει συνοδευόμενη από τη σιωπή, όπως θα σε σηκώνω ψηλά στα χέρια μου, Άψυχη.


Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.






http://alonakitispoiisis.blogspot.gr/

Παρασκευή 8 Σεπτεμβρίου 2017

ΤΟ ΠΕΤΡΟΧΕΛΙΔΟΝΟ








Πετροχελίδονο με φτερά ανοιγμένα διάπλατα που γυροφέρνει το σπίτι και φωνάζει τη χαρά του. Έτσι είναι και η καρδιά.


 Αποξηραίνει το αστροπελέκι. Σπέρνει στον ξάστερο ουρανό. Το χώμα σαν αγγίξει, σκίζεται, σκίζεται.


 Η ατάκα του — το χελιδόνι. Δεν γουστάρει οικειότητες. Τί αξίζει δαντέλα για περιλαίμιο;


 Το διάλειμμά του είναι μι’ ανάπαυλα στην πλέον ερεβώδη γούβα μέσα. Κανένας δεν περνάει πιο στενόχωρα από τούτο.


 Στο φέγγος το μακρύ τού θέρους ξαμολιέται μέσ’ απ’ τις περσίδες τού μεσονυκτίου και ψαλιδίζει τα σκοτάδια.


 Δεν είναι μάτια να το συγκρατήσουνε. Φωνάζει, και τούτη είν’ απλώς όλη κι όλη η παρουσία του. Λεπτόκαννο ντουφέκι θαν το ρίξει καταγής. Έτσι είναι και η καρδιά.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
http://alonakitispoiisis.blogspot.gr/search?updated-max=2017-09-08T00:00:00%2B03:00&max-results=15

Δευτέρα 21 Αυγούστου 2017

Η ΣΥΝΤΡΟΦΟΣ ΤΟΥ ΚΑΛΑΘΑ



Σ’ αγαπούσα. Αγαπούσα την όψη σου: πηγή σκαμμένη απ’ τ’ ανεμομπόρια και τη γραφή του υποστατικού σου, ψηφίο που έζωνε τα φιλιά μου. Ορισμένοι δείχνουν εμπιστοσύνη σε κάποια φαντασία στρογγυλή, περιγλάφυρη. Εμένα μού αρκεί απλώς το πήγαινε. Ξεκουβάλησα από την απόγνωση ένα καλαθάκι τοσοδά μικρό, αγάπη μου, που μπόρεσαν και τό ’πλεξαν με λυγαριά.
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Τετάρτη 26 Ιουλίου 2017

ΑΔΕΙΑ ΑΠΟΥΣΙΑΣ ΣΤΟΝ ΑΝΕΜΟ









Σε κάτι λοφοπλαγιές κοντά στο χωριό κατασκηνώνουν χωράφια που βγάνουν μιμόζες. Την εποχή της συγκομιδής των καρπών συμβαίνει ενίοτε να συναπαντήσεις, αρκετά μακριά απ’ τον τόπο της, κάποια κοπέλα που ευωδιάζει μύρα εξαιρετικά χιλιάδες και που τα χέρια της έχουν εργαστεί σκληρά, πολύ σκληρά όλη μέρα ανάμεσα στα εύθραυστα κλαράκια. Όμοια με λάμπα είναι και μ’ ένα φωτοστέφανο αρώματος πλατύτατο απομακρύνεται, φεύγει, πηγαίνει έχοντας πια το ηλιοβασίλεμα στα νώτα της.
  Να της απευθύνεις το λόγο θά ’τανε ιεροσυλία.
  Τα χόρτα λειώνουν κάτω απ’ τα σχοινένια της παπούτσια· άνοιξέ της δρόμο να διαβεί, να πάει. Μπορεί και νά ’σαι τυχερός και να διακρίνεις να διαγράφεται στα χείλη της η χίμαιρα της υγρασίας που αρδεύει βαθιά τη Νύχτα.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
http://alonakitispoiisis.blogspot.gr/

Παρασκευή 16 Μαΐου 2014

ΔΩΜΑΤΙΟ ΣΤΟ ΔΙΑΣΤΗΜΑ



Σαν το τραγούδι της φάσσας όταν επίκειται μπόρα – Ο αέρας πασπαλίζεται βροχή, ήλιο αποβροχάρη που συνέρχεται –, κι εγώ ξυπνάω πλυμένος· καθώς σηκώνομαι, λυώνω· τον πρωτόβγαλτο τρυγώ ουρανό.

Ξαπλωμένος και ακουμπώντας επάνω σου, σου τρώω την ελευθερία. Συμπαγής σβώλος είμαι χώματος που αποζητάει, που διεκδικεί το άνθος του.

Να υπάρχει αναρωτιέμαι λαιμός άλλος λαξευμένος από τον δικό σου πιο ακτινοβόλος; Η ερώτηση είναι θάνατος!

Της ανάσας σου η φτερούγα αφήνει ένα πούπουλο να πέσει πάνω στα φύλλα. Η ιχνογραμμή του έρωτά μου κυκλώνει τον καρπό σου, τον ρουφάει μετά.

Διατελώ στη χάρη της όψης σου και τη σκεπάζουν με χαρά τα ερέβη μου.

Τί καλή η κραυγή σου – τη σιωπή σου μου δωρίζει.



http://alonakitispoiisis.blogspot.gr/
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.