Έγραψες πολλά ποιήματα για το θάνατο στο κινητό σου Στο μετρό κάτω απ΄ τη μύτη συλλογισμένων αμνών μετά τη δουλειά Έγινες ο μακελάρης που σκοτώνει τα αφροδίσια με περίστροφο Ο σκύλος που σκοτώνει τη γάτα κι η γάτα που τρώει τον ποντικό Έγινες η ταφόπλακα που γράφει όλες τις πομπώδεις βλακείες των ζωντανών
Ο ζέφυρος μακριά στις βρυώδεις όχθες κατουρά την όμορφη πατρίδα μας Εσύ γράφεις πάλι για το θάνατο γι΄ αυτή την εμμονή που την έκαναν ποίηση οι αγγλοσάξονες και οι μεθυσμένοι
Όμως ο θάνατος ο αριστοκράτης ο ηδονιστής χαρίζει μπισκότα με σοκολάτα στα κοριτσάκια Τραβά τις αιμορροΐδες απ΄ τον κώλο των αστών σα να τραβά την περόνη
Ω λαοί, σας δόθηκε μια φορά η ευκαιρία να πετάξετε τη σαβούρα στο καιάδα της ιστορίας, με το βίαιο τρόπο που έτσι κι αλλιώς αυτή ιδρύθηκε.
Χωρίς στρατιωτικά ρούχα και στολές, αλλά με τις φόρμες της δουλειάς και τα βρόμικα αγροτικά παντελόνια, με τα κλεμμένα περίστροφα της τσαρικής αστυνομίας ορμήσατε κάποτε με λύσσα στην ξιπασμένη υποκρισία των υπαλλήλων της οργανωμένης άρχουσας τάξης που σας ρουφούσε το αίμα.
Κατεβάσατε το σταυρό του ψεύτικου μαρτυρίου για να ανεβάσετε τα αιδοία σας ως πρωτόπλαστοι ηδονιστές, αφού ήρθε η σειρά σας να καβαλήσετε το ασέλωτο άλογο της ιστορίας κι όχι τα πράσινα άλογα του θρησκευτικού αμοραλισμού.
Αιώνες θρησκευτικής βίας εξωτερικής και εσωτερικής. Εγκλήματα φανερά και εγκλήματα μυστικά και αδιανόητα, εκατόμβες νεκρών ανά τους αιώνες ανάλογα με τις κάψες καλογέρων επισκόπων και αυτοκρατόρων.
Η πιο μαζική ανάσα των κολασμένων που ξύπνησαν ύστερα από δυο χιλιάδες χρόνια οργανωμένης καταπίεσης.
Η έγνοια των ξεβράκωτων για τη ζωή άρχισε να γίνεται επιστήμη και θάρρος.
Εσείς φτάσατε την ανθρώπινη διάνοια στη ΓΗ του Ντοβζένκο και στους οργασμούς μιας αδιανόητης καλλιτεχνικής πρωτοπορίας βάζοντας το σταυρό στον κώλο του παπά.
Εσείς γεννήσατε όμως κι εκείνα τα παιδιά που σας ξαναγύρισαν στα σκοτάδια. Στον Πούτιν και την ορθοδοξία, στους χρυσόφτερνους πατριάρχες και τις μπίζνες της εκκλησίας με το κράτος.
Στον πιο ακραίο σκοταδισμό που βγάζει υπεραξία απ’ την θρησκευτική πόλωση των λαών. Απ’ το ξεπάστρεμα πληθυσμών και τα στρατόπεδα εργασίας της Γερμανίας.
Ισλαμιστές, χριστιανοί και άλλοι ψυχωτικοί και άρρωστοι παθιασμένοι μαλάκες μας ζαλίζουν τ’ αρχίδια με τα τεμένη τους και τις εκκλησίες τους.
Είσαι όμως, ρομαντικός βλάκας, σήμερα αν μιλάς για κατάργηση των συνόρων, για αφοπλισμό των ηλιθίων, για συνεργασία οικονομική και σεξουαλική των δυο λαών.
Είσαι κατάπτυστος σήμερα αν λες πως δεν είσαι ούτε έλληνας ούτε τούρκος ούτε ρώσος ούτε αμερικάνος αλλά άνθρωπος γκαβλωμένος με τη ζωή που θέλεις να τη ζήσεις, χωρίς όπλα και σημαίες και σαβούρες απ’ το αιματοβαμμένο και άθλιο παρελθόν.
Είσαι πορνογράφος αν λες πως το γαμήσι είναι η πιο αληθινή και επιδραστική θρησκεία της ανθρωπότητας-ω! Αντρέα Εμπειρίκο-και πως τα τζαμιά και οι εκκλησίες θα σβήσουν και θα εξαφανιστούν με την πάροδο του χρόνου.
Οι εθνικισμοί τα σύνορα οι στρατοί οι διαχωρισμοί είναι η σαβούρα που πρέπει να πετάξουμε στον αιώνα που έρχεται.
Μια σαβούρα που πρέπει να πεταχτεί χωρίς λύπηση στα σκατά. Μαζί με τις βρωμοπροσευχές του Ισλάμ και τις κουράδες της ορθοδοξίας.
Κύριε υπουργέ της αμύνης βάλε στον κώλο σου μια ολόκληρη φρεγάτα κι εσείς κύριε σεβαστέ αρχιεπίσκοπε βάλτε στον κώλο σας εναλλάξ τους μιναρέδες της αγιασοφίας.
Κι εσείς τουρκοφάγοι ματαιόδοξοι που ανησυχείτε μη σας γαμήσουν οι Οθωμανοί την αδερφή ρωτήστε τη πρώτα μήπως της αρέσει.
Να ξέρετε όμως, πως, δίπλα στους πολεμοκάπηλους και τους πατριδοκάπηλους υπάρχουν άνθρωποι που κάνουν υπομονή και ανέχονται την μπόχα λόγω της καλής τους ανατροφής.
Αν αποφασίσουν όμως να ξεχάσουν την καλή τους ανατροφή θα σας γαμήσουν την παναγία και το Μωάμεθ μια για πάντα.
Όλο μένος αφροδίσιο Η μαμά ξερνά βολβούς ο μπαμπάς νύστα Είναι ένα κορίτσι με κινητήρα Είναι ένα κορίτσι με βυζιά Ένα κορίτσι με σάλια Μπαίνει στη θάλασσα Στα σάπια ευτυχισμένα γαλανόλευκα νερά Οι μηχανές στο φουλ Γκαζώνει για τ’ ανοιχτά Κι εκεί τη γαμεί ένα ψάρι Σφυροκοπημένο απ’ τα λέπια του γυρνά το κορίτσι στην αμμουδιά Η μαμά κι ο μπαμπάς ροχαλίζουν μες στο κρύο σπέρμα τους Ένα καβούρι γελά Μια θεούσα μέδουσα ψυχορραγεί και τρέμει Το κορίτσι κλειδώνεται στα όνειρά του μα αφήνει λίγο απ’ το πυρακτωμένο χείλος του στην άκρη του γκρεμού του βλέμματός μου
Πάντα το ποίημα περιμένει στη γωνία να προσφέρει γη και ύδωρ στις φαντασιώσεις, να προπονήσει τη φαντασία, να βγάλει τα μάτια των καλών τεχνών, να κάνει τα δοκίμια των συντηρητικών χαρτί για αλμυρές μυτζήθρες.
Όλοι λατρεύουν τη λέξη ποίημα, όπως λατρεύουν έναν παλιάτσο που δεν έχει εγωισμό για να διαλέξει θύματα, αλλά, μια πυγαία χαρωπή μελαγχολία έτοιμη να κάνει επίθεση στα αποδυτήρια των κοριτσιών ή να προσφέρει στις ανθρωποφάγες νοικοκυρές τη δικτατορία του γέλιου και της σιωπής.
Έτοιμο να λογαριάσει την οικονομία με όρους διαβολικής αριθμητικής, με όρους διονυσιασμού και έκστασης, με όρους αλητείας που θέλει το οξυγόνο να μοιράζεται ισόποσα σε όλα τα πνευμόνια.
Σε κάθε επικράτεια όπου το πιο πολύτιμο φλουρί της είναι τα νιάτα της, η αιώνια γκάβλα που δεν θάβεται και η γκαβλωμένη αιωνιότητα που θάβει κάθε τόσο τον μπόγια, τον μπάτσο, τον ανθρωποδιορθωτή.
Πάντα το ποίημα φορά το φωτοστέφανο του υβριστή, του ιερού θυμωμένου ζώου την προβιά, τις φωνές των εραστών και των γύφτων που πληρώνουν πάντα ακριβά τη μεθυστική ροπή προς την απάρνηση και την απόλαυση.
Το ποίημα είναι το ζωντανό νόμισμα που κουβαλάμε δια βίου, αυτό με το οποίο εξαγοράζουμε κάθε φορά τον κέρβερο-πεσιμισμό για να μη μας κάνει εμπορεύματα ή προϊόντα ή μουσειακά εκθέματα στην αγορά της επιστήμης που αντικατέστησε την μεταφυσική καφρίλα με τον καταναλωτικό εγωισμό.
Το τέλος της πίστης σηματοδοτεί μιαν άνευ όρων απιστία στην διαλεκτική υπόσταση του κόσμου.
Το μπλέξιμο της αιτίας με το αποτέλεσμα οδήγησε όλες τις πλάνες-από καταβολής σπηλαίων-σε αυτοκτονικό ιδεασμό.
Ηδονή σε σελοφάν και ποίημα με ιώσεις. Έρωτας ζεσταμένος απ’ τις βιομηχανικές σκλάβες, έτοιμος κι αυτός για κατανάλωση. Έρωτας και ποίημα θεματοφύλακες της θεσμοθετημένης αγαμησίας, της ταμειακής μηχανής φρικιών που εκδίδουν τη φρίκη και το ομοίωμά της.
Μα το ποίημα και ο έρωτας, ως καταστάσεις και όχι ως τεκμήρια ή συμβάντα, διαθέτουν πάντα αυτή την ηθική αδιακρισία, τη βουκέντρα δηλαδή, που παρενοχλεί την κατεστημένη φαντασίωση και τον ιδεοληπτικό της εξαναγκασμό.
Ο έρωτας και η ποίηση είναι τα μεγάλα όπλα που δεν σκουριάζουν ποτέ, αλλά αναφλέγονται κάθε τόσο μες στις πασίγνωστες σχισμές, όπου το χαίνον χάος διυλίζεται για να πυρωθεί κι άλλο η μόνη περιουσία μας, η αιωνιότητα της κάθε στιγμής.
Ένας ψευδοπροφήτης είμαι των αγρών και λιμασμένος σκύλος. Ένα φλεγόμενο φάντασμα. Το φεγγαράκι του Οκτωβρίου αγαπώ, υπέροχο στο όρος Πουθενά των ερωτικών αδένων και των Άνδεων το ξεπαρθενεμένο υπογάστριο. Λιανισμένος απ’ τα χέρια σκληρών γονιών επιστρέφω στους βωμούς που δε στέγνωσαν απ’ το αίμα, τα χέρια τους που πνίγουν όνειρα, οι γλώσσες τους που βγάζουν αγκάθια και εχθρούς, σφαγμένα μοσχαράκια και μισθοφόρους να περιδιαβαίνουν στις πόλεις, άτεγκτοι, μελαγχολικοί, φορώντας το πρόσωπό μας στο βάθος του εφιάλτη, παραμονεύοντας με τα μαύρα σπαθιά και την άπειρη απληστία να κόψουν σύκα και ομφάλιους λώρους, γλυκομίλητα κορίτσια και φαλλούς του Διονύσου, γύφτικα σκεπάρνια και αίμα απ’ το μουνί της νύφης, δονητές για τα μουσεία του Βερολίνου, στύσεις και καταιγίδες φιλιών, βασίλεια παιδικότητας μες στη γουργουριστή κοιλιά του Jumbo από χάλυβα και κινέζικο οργασμό. Εκεί στην κοιλάδα των ονείρων και τη φαραωνική λάμψη των παλαιών ένδοξων ημερών με τα διαμελισμένα κουτάβια και τις πτοημένες κραυγές και τις ατελείωτες αδηφάγες αράδες διαταγμάτων, με τα σκατά της διάνοιας φυτρωμένα στα πεδία των μαχών και στα άσυλα, λουλουδάκια της βίας αδιάφορα στ’ αμυδρά παραγγέλματα του αυγινού φωτός.
Τρέχεις υπάκουη γδυτή έως αργά τη νύχτα Μεταξωτό εσώρουχο φοράς ή τίποτε Όλο μες στο άδειο καύκαλο χελώνας ψάχνω Εγώ ο διαλεκτικός Μες στο βρακί που ξέσχισε με τα γαμψά της νύχια η επανάσταση Σφήκες σερσέγκια ερπετά Εγώ ο φυσιοδίφης σου με τη βαριά ασπίδα και τη σάρισα με τη λαβίδα που μαγκώνει τα ιδιότροπα χειλάκια Εγώ που πάω κατά πάνω στα δυσοίωνα μηλίγγια βλαμμένων ποιητών και συνηγόρων μέλλοντος παλαιού και σκουριασμένου Αχ! ως και η μανούλα μου μού λέει να πάψω να ομιλώ εις τον οργασμόν Μα, σαν κυνηγώντας την κορφούλα του φασκόμηλου σαν το μελίσσι όλος πρησμένος απ’ τη γύρη Τόση ανθισμένη πια φθορά στα δάχτυλά μου Έρως της απληστίας και του βάραθρου Έρως Οιδίπους χορτασμένος τυφλότητα και ποδοβολητό από καταβολής αστέρων και τριγμών Έρως μαλακοκαύλης Έρως της Νάουσας μια νύχτα σε φλοκάτες -γύφτοι και όχι πεζικάριοι Μακεδόνες- Με κόκκινη τήβεννο εγώ και χρυσοκέντητο καπέλο με φτερό μίλησα εις τον οργασμό τον περιώνυμο Φορούσες τα καλτσάκια σου μονάχα, εσύ κι έβγαινε αυτή η πιλάλα σου η ακρότατη Ζέστη σπειροειδής απ’ την αφράτη κόμη των σκελιών σου
Ο άνθρωπος τη νύχτα είναι πιο αθώος. Αν ορίσουμε ως αθωότητα το πεδίο δράσης των ηδονών. Είναι πιο ευάλωτος στις σκόρπιες στάχτες της παρηγοριάς, βάζοντας βαθμό μηδέν στη νορμάλ συμπεριφορά που υπέδειξε υπό το φως του ήλιου. Ο πόνος, η χαρά και το φεγγαράκι μοσχαναθρέφουν ευαισθησίες. Μια θεμελιακή αμφιβολία πολιορκεί την αρχή της πραγματικότητας, τείνοντας να υποκλέψει απ’ τις παρούσες μορφές της ζωής τον δεσποτικό χαρακτήρα με τον οποίο επενδύονται. Εγώ θα σε κυριεύσω εαυτέ μου και θα σε σώσω απ’ τη σύγχυση κι απ’ την χαραδροειδή σου μελαγχολία. Εγώ τη νύχτα θα σε ξαναπλάσω μακριά απ’ τη στερεομετρία των ήχων του βιοπορισμού. Μακριά απ’ τις πρωτεΐνες και τα εορτολόγια. Κοντά εκεί στο συμμαζεμένο ερωτόπληκτο μεσονύχτι. Κοντά στο ειδύλλιο των φόβων και στο χαλαρό σώμα που χωρίς έπαρση ζητά να μεταμορφωθεί σε αυτό που δεν το αφήνουν να είναι.
Ο αέρας είναι γεμάτος λέξεις. Μια παρωδία της απόλυτης μοναρχίας της φύσης και των πραγμάτων.
Μες στα αόρατα σπλάχνα του περιφέρεται οξυγόνο και άζωτο. Η αναπνοή μου είναι μια αργή μορφή δηλητηρίασης και ξέρω πως αναπνέοντας για πολύ καιρό θα πεθάνω.
Ξέρω όλες τις αλήθειες που σωρεύονται στα πτώματα και στις άπειρες ερωτικές πράξεις των πλασμάτων γύρω μου.
Ξέρω τα πάντα αφού είμαι ένα κομμάτι ενδιάμεσης ζωής, έτοιμος να γευτώ τις ακαθαρσίες όλων των αόρατων νεκρών.
Ξέρω πως αλωνίζουν οι μύγες τη γλύκα ενός αιδοίου που λιάζεται.
Μέσα στη φτερωτή των εποχών ξέρω κάθε γρανάζι που στα μάτια των ανθρώπων αλωνίζει τη σάρκα και το μυαλό.
Ξέρω πως ορμάει η φλογερή νεότητα στη συνουσία και ξέρω τον Πρίαπο που έβγαλε τη χλαμύδα του για να ορθώσει την επιθυμία του ονείρου του και να σφηνώσει μες στους πολεμοχαρείς αδένες της φθοράς σπέρμα και ένστιχτο και μη θεϊκή δημιουργία.
Ξέρω γιατί οι σαλιγκαροφάγοι της Ζανζιβάρης δεν γουστάρουν τον πολιτισμό, δηλαδή τη βαρβαρότητα που προσφέρει η χαρμόσυνη βία των δυτικών.
Ξέρω γιατί η σπηλιά της Λούρδης είναι γεμάτη δεκανίκια κι ο πόθος των ανθρώπων γιατί είναι μουσκεμένος από αίμα.
Γερασμένοι μπαίνουμε στις αμμουδιές του ονείρου και αναδυόμαστε ως ολόδροσοι έφηβοι, καυλωμένοι από πανάρχαιους καιρούς έχοντας τις τραχηλιές μας στολισμένες με νεκρολούλουδα.
Ξέρω τους μύθους που έχτισα μέσα στους αιώνες ακούγοντας το σφυγμό των νυμφών, βλέποντας την Ήρα να βουτά κάθε χρόνο στην Κάναθο για να επανακτήσει την παρθενιά της.
Ξέρω πως το θεϊκό είναι επινόηση της βόρβορης φύσης μου και του φαλλού μου που βγήκε νικητής μες απ’ τα θανάσιμα πολικά στρατοσφαιρικά νέφη, παράγοντας μια δίνη ζωής και μια αιωνιότητα μεταξύ πάγου και ανέμου.
Ξέρω πως με θρέφει το χώμα και το νερό. Οι αγελάδες και τα γουρούνια.
Ξέρω πως οι μάγισσες όλων των εποχών ήταν οι μανούλες μου που προσπαθούσαν να με κρατήσουν ζωντανό και καυλωμένο μακριά απ’ τα δόντια των επισκόπων.
Ξέρω πως το γραφείο της Ιεράς εξέτασης στο Βατικανό έκλεισε το χίλια εννιακόσια εξήντα οχτώ και ξέρω πως είμαι άπατρις και άθρησκος και ξέρω πως η κοινή φυσική μας γλώσσα είναι η γλώσσα του γαμησιού.
Και ξέρω πως ετούτο εδώ το ανθρώπινο ποτάμι επεκτείνεται, κυριαρχεί και παρακμάζει με τη δειλή και απότοκη πράξη της γραφής να μηρυκάζει τις παραποτάμιες καταστροφές του.
Ώρα μηδέν, εδώ, για κάθε τίποτα Οι λύκοι στα βουνά με αίμα άγνωστο διαβαίνουν στολισμένοι Κότες και πρόβατα για τα μαμόθρεφτα στομάχια μας Ριζίδια της αλάλητης παρθενίας
Μας ξέρουν οι βασίλισσες απέξω κι ανακατωτά Η λάβρα τους χολερική Ορμά ο τριφηλός φορτηγατζής της ηδονής Πετάει σαν πετριά την υποβάρβαρη γλυκιά του επιθυμία Σπάει το παστέλι στα καπούλια της Και γλείφει Ως κάτω του καταγκρεμνού τις ασωτίες Ως το μεταίχμιο των λάκκων
Ω ναι! ξαμοληθείτε σπερματόσποροι Ως τα δαφνοστεφή μηλίγγια σκορπιστείτε Σκίστε το πέπλο λυρισμού να βγει το αιματάκι Να ξεπροβάλει ανυποψίαστη η τέρψη της Λαϊδος Να καταπιεί τα βερονάλ του οργασμού Τα ερωτικά κινίνα
Νόμοι του σύμπαντος Γουργουριστά σαρκία των προγόνων μες στο σπέρμα μου Θα πασαλείψω τώρα βαζελίνη την ενδόμυχη δειλία της Θα εισβάλω Θα ουρλιάξει αυτή Θα βγει το Αχ σαν δαίμονας Θα εκραγεί το πιο ακροτελεύτιο φωνήεν Τα Αχ και Ωχ θα βγάζουνε σπινθήρες Η ηδονή κι ο πόνος Η σφύρα και ο άκμων
Ας υπάρχει ο παράδεισος κι ας είναι η θέση μας στην κόλαση, κορίτσια
Υπήρξα γητευτής μες στη φυλλορροούσα δίνη των σκελιών σου Όχι ένα ποίημα ακριβώς ερωτικό Των γεγονότων ανασκάλεψα την ουσία Για σένα για σένα για σένα Τύλιξα το κορμί σου με το κορμί ενός άντρα Αχ! οι ρίζες μας φτάνουν σε λάσπη πηχτή Κι η λάσπη που είμαστε από σπόρους και λουλούδια από βροχούλες και σάλια βαλσαμώνει τους νεκρούς Μαζί αγκαλιάσαμε δέντρα και τάφους Με στόματα πιο βιαστικά κι απ’ τα μάτια μας καταβροχθίσαμε αυτό το αιώνιο ξενύχτι του κενού Θέλω να με ξυπνάει η γλώσσα σου Εσύ η γλωσσοκοπάνα την αυγή να δοκιμάζεις του ασφόδελου τους πρώιμους καρπούς Να σε μπουκώνει ο Όσιος Φαλλός ως να παραδοθεί στην αδιαλείπτως λειτουργούσα γκιλοτίνα των οδόντων σου
Γιορτάζουμε σήμερα το σχηματισμό κυβέρνησης της Αμμουδιάς, τη ροδαλή αυγή στα χωράφια, τα κεφτεδάκια στα τάπερ και τις μασημένες ξανθιές, λόγια γραμμένα σε κονσέρβες, ανοιχτήρια, ρακέτες, κινητά, σλάβες που κούρνιασαν με τα περιστέρια, τσαλαπετεινούς που τσαλαπατήθηκαν από παραθεριστές, θεριστές που θάφτηκαν στη σχισμή της αφθονίας μιας πλούσιας Σκανδιναβής και μιας φτωχιάς ξηρομερήτησας, μαστόρια απ’ την Ανδαλουσία, οξυγονοκολλητές απ’ την Κουάλα Λουμπούρ, χασικλήδες απ’ την Άρτα, νύφες απ’ το Σαν Ντιέγκο, πλούσια μπούστα, Αρθούρους πωλητές πάγου, μια χαρτορίχτρα από ποίημα τού Έλιοτ, βαλέδες και ανδρόγυνα. Γιορτάζουμε βολβούς οφθαλμούς χείλη δέρμα ρόγες νύχια υγρά μέλη τού σώματος, μέλη της κυβερνήσεως της Αμμουδιάς, μέλη τού κογκρέσου τού βυθού, μέλη της γερουσίας των μπανιστιρτζήδων, μέλη της εσωτερικής εκσπερμάτωσης και του υποθαλάσσιου αυνανισμού, μέλη των νοικοκυραίων και της ρεύσης, μέλη των κοριτσιών χωρίς σουτιέν και μέλη των αποτριχωμένων ηγεμόνων, μέλη των φρεσκογεννημένων και μέλη των υποψήφιων νεκρών, μέλη κυλιόμενων προσκυνητών εις τους πόδας μιας Ελένης, μιας Μαρίας, μιας Ιστάρ, μιας λευίτισας των αποδυτηρίων, μέλη της μεγάλης σχολής τού γένους των γυμνών, μέλη της κυβερνήσεως των ακτογραμμών, μέλη τού πανερωτισμού και της προώρου χύσεως, μέλη που εστριμώχνοντο εις τα κάτεργα της κάψας πέριξ του υπουργικού συμβουλίου των οσμών, πέριξ της υφαλοκρηπίδος τού πλανήτη Γή, πέριξ των ηδονών της βραδινής σιγής, πέριξ της αστρικής νυκτός και πέριξ του καπνού των καυσοξύλων.
Όταν οι κοπετοί κοπάσουν και οι πλούσιες κόρες που αλιεύσαμε στα ρηχά της ιστορίας ησυχάσουν δια παντός και αμετάκλητα και γίνουνε ποιήτριες της εταιρίας λογοτεχνών, ακρότατες φωνούλες σε ξένη γη, σαδομαζό κουφάρια σε κλουβί της Πειραιώς κλάμπ τέσσερα πάροδος Ιουλιανού του παραβάτη και γίνουνε γιρλάντες στο τρελάδικο της μνήμης, ταφόπετρες μαρμάρινες, άνθη που αφεθήκαν δεκαοχτώ χρονώ στην αλητεία, σαν μεθυσμένοι φοιτητές επί πτυχίω που εμάθαν πόσο εύκολα μπαλεύει ο βίος από άσωτες κραιπάλες και εγίναν κόρες της ντροπής που τις φωνάζουν φούλες τα ρεμάλια, μούργα απιθώνοντας ερωτική στις σούστες στα ντιβάνια και έρω ντιπ αμάχητο που γράφει αντί για Σώμα Σόμα σύνολο δηλαδή και άθροισμα υγρών και τα τοιαύτα, αυτά που ο περί ασπαλάθων νους του πρέσβη δεν τα αμόλησε στους αγγλοσάξονες κακεντρεχείς που επίναν τσάι στη Σαχάρα, Βάρκιζες ζαχαρώνοντας και Γράμμους
Η τόση αναρχία της μυρουδιάς σου αμυδρώς διακρινόμενη απ’ τους νοικοκυραίους. Δονούμε απ’ τις γυμνές που με κυνηγούν. Μέσον διαφυγής οι τέχνες που αυθαδιάζουν. Πολίτες μικροπαντρεμένοι και άλλοι ισοβίως πολιορκημένοι ανατριχιάστε. Αφεθείτε στην αφή. Στον αφαλό που ο κύκλος του αποκρύπτει τα μύρια. Ο έρως που φωλιάζει στην σύγχρονη τέχνη είναι ιδεοληπτικός. Και οι όμορφες ξανθές μας χαρίζουν τη χαζομάρα τους από άμβωνος. Τον τενεκέ με τα λουλουδάκια δεν μπορεί να τον χωρέσει ο ρομαντισμός. Αμύνομαι στην πλοκή που με σμπαραλιάζει. Χνώτο σύντομο μέλλον μου, όσοι με νιώθουν είναι μακριά. Ο λυρισμός ιδιοτρόπως υποτονθορύζει την αγάπη μου για τα απλά και τα κοινά. Αυθαιρέτως αναποδογυρίζω απόψεις συμπολιτών. Αρκετοί συμπολίτες μου ψάχνουν αρχηγό. Οι άνθρωποι επιδιώκουν να αλλάξουν τη ζωή τους αλλάζοντας αρχηγό. Μα ξέρουμε πως όσους βοσκούς κι αν αλλάξουν τα πρόβατα πάλι θα οδηγηθούν στα σφαγεία. Βγαίνω απ’ την ήττα μου νικητής. Ματαιοπονώ, δηλαδή γράφω για να γλιτώσω απ’ την ασφυξία της ερμηνείας. Ο λαός επίορκος των σκοτεινών φόβων. Ο λαός θεατής που σκεπάζει τα μάτια του για να μην τον προδώσουν. Το κοινοβούλιο ένα θέατρο που επιχορηγεί αδρά ο λαός γνωρίζοντας πως οι βρομοδουλειές κλείνονται στο παρασκήνιο και υπογράφονται στο προσκήνιο. Ο λαός ποτίζει γαλατάκι τις Τραγωδίες όπως ένα υπέροχο σιωπηλό κορίτσι κατουράει στον αγρό. Όλοι οι ποιητές είναι μαθητές του διαβόλου. Αλλά μόνο οι αληθινοί ποιητές είναι διαβολικοί. Ο άνθρωπος οφείλει να είναι τόσο αφελής όσο του επιτρέπει η περιουσία του. Για να ευτυχήσεις πρέπει να πάρεις ρίσκο ποντάροντας στην ευτυχία των άλλων γύρω σου. Για να δυστυχήσεις τα πράγματα είναι πιο απλά. Τώρα καπνίζω τα δήθεν συναισθήματα. Οι ζωγράφοι είναι πλασμένοι δια να αποκρύπτουν. Δια της απόκρυψης φανερώνεις. Και βεβαίως η προσπάθεια να τακτοποιήσεις την πολυπλοκότητα σε οδηγεί στην πιο απλή ποιητική πράξη. Το σεξ. Δανειζόμαστε απ’ τη μνήμη ότι έχει αποξηράνει ο Χρόνος. Την κυνική πανοπλία συμμαθητών που διέπρεψαν στις επιχειρήσεις. Σημειωτέον αρκετοί συμμαθητές μου τους οποίους θεωρούσα ηλίθιους δεν με διέψευσαν. Οπίσω έχει η αχλάδα την ουρά κι ο χοίρος του όρχεις μού είπε ο μοναχός Ησύχιος που δεν βρήκε ησυχία ποτέ. Αφού λοξοδρομούσε, αφού, στην ασάφεια των ενστίχτων που διακλαδίζονται και ανθούν. Κοιμηθείτε τώρα για να μην αμαρτάνετε. Όποιος κοιμάται δεν αμαρτάνει ακόμα κι αν σκέφτεται αμαρτωλά πράγματα. Δεν κινδυνεύει να φορτωθεί ποινές από τον ψυχολόγο ή τον παπά. Αφροδίσια και άλλες αντινομίες. Κοιμηθείτε. Ελπίζω πάντα σ’ έναν καλόν ύπνο. Ο ύπνος σε ξεγελά. Αποξεραίνει τη σκέψη και σε οδηγεί στα γλυκάδια. Στο σκότος κάτω απ’ τα φουστανάκια. Στο λαμπρότατο έρεβος. Εκεί που θριαμβευτικώς ασελγείς. Τα πιο σπουδαία ιστορικά πρόσωπα της ζωής μου υπήρξαν η μαμά και ο μπαμπάς. Ο πάτερ μου ιεροκρυφίως μου εδιάβαζε Εμπειρίκο και η μήτηρ μου Τζόυς Μανσούρ. Οι γονείς μου με οδήγησαν στους ποιητές. Ο πατέρας μου αποδείχτηκε πιο πονηρός απ’ τον Ιωσήφ κι η μάνα μου πιο καπάτσα απ’ την παναγία. Μα μόλις έμαθα πως ο πατέρας μου γάμησε τη μάννα μου για να κάνουν εμένα, έχασα κάθε πίστη στην αγνότητα.
Οι επαγγελματίες πεθαμενατζήδες χτυπούν την καμπάνα ως κηδεμόνες του σεξουαλικού ενστίκτου. Απ’ το πένθος στη χαρά κι απ’ τη χαρά στο πένθος.
Ένας φαύλος κύκλος που εκμεταλλεύεται τη βαρύτητα των στερήσεων. Η στέρηση έχει πάντα κοινωνικό αντίκρισμα. Γι’ αυτό και το κομμάτι του ελέγχου των ηδονών και των παθών το έχει αναλάβει η θρησκεία.
Ακόμα και στην ξεσχισμένη Αμερική οι προτεστάντες ψυχίατροι χαράσσουν την αισθητική των διαφημίσεων και την εξωτερική πολιτική.
Τα πάθη του Κυρίου είναι τα πάθη του ηγεμόνα. Του Άντρα. Του δίκαιου τιμωρού που δε χρειάζεται σπαθί γιατί επένδυσε στο λόγο. Του Άντρα που κατέχει το Λόγο, ο οποίος λόγος θαυματουργεί. Και μπορεί να πολλαπλασιάσει τα ψάρια και το κρασί ή να σηκώσει τον ανάπηρο απ’ το κρεβάτι του.
Οι παπάδες πάτησαν σωστά στα μεγάλα σκοτάδια του ανθρώπου και μπαστάρδεψαν με την ευκολία του μύθου τις τραγικές δυσκολίες της ζωής.
Η εκκλησία υπήρξε το μέγα επίτευγμα της εξουσίας γιατί κράτησε τον όχλο στα σκοτάδια του. Μαγάρισε τον πόθο του ανθρώπου για την ελευθερία χτίζοντας μια φοβερή Βαβέλ απαγορεύσεων και καταναγκασμών.
Η αυτοκρατορική μήτρα είναι κατάλληλη μόνο για να χέσει ένα μικρό παιδί μέσα της αφού του φόρτωσαν το προπατορικό αμάρτημα. Δηλαδή ποτέ δε θα σου συγχωρέσω νεογέννητε άνθρωπε το γεγονός ότι τόλμησες να δοκιμάσεις τους καρπούς της γνώσης. Να μάθεις την αλήθεια και να ζεσταθείς. Θα σε καθοδηγήσω απ’ τη στιγμή που θα γεννηθείς στη δειλία και στη νωθρότητα. Εγώ, ο ευνουχισμένος τράγος θα βυθίσω το κεφάλι σου στην κολυμβήθρα. Θα σου μάθω τη βία το φόβο και τον πνιγμό απ’ τα γεννοφάσκια. Θα σε φορτώσω απ’ το πρώτο δευτερόλεπτο της ζωής.
Η πίστη είναι το δίκρανο κάτω απ’ το οποίο στενάζει το πεπρωμένο. Μια ζωή που δε βιώθηκε αλλά παραδόθηκε σε πνεύματα πνευματικούς προφήτες και αγίους εξαντλώντας τη και αχρηστεύοντάς τη για να την παραδώσουν βεβηλωμένη και άχρηστη στα σκουλήκια.
Η θρησκεία έχει ως μέλημα την τακτοποίηση. Την κοινωνική ειρήνη. Η θρησκεία επένδυσε στο γάμο και τη μονογαμία για να λύσει ένα βασικό πρόβλημα ουσίας. Να προφυλάξει τον καταπιεστή απ’ τον καταπιεζόμενο. Αφού, αν ο καταπιεζόμενος καταλάβει ποιος τον καταπιέζει θα του δαγκώσει το σβέρκο. Και πάει περίπατο τότε το σούπερ μάρκετ της πίστης.
Ο γάμος επιτελεί διπλό ρόλο. Από τη μία η εύκολη ταξινόμηση κι απ’ την άλλη ένα εργαστήριο πάλης και ανταγωνισμών ερμητικά κλειστό. Έτοιμο όμως να επανδρώσει την κοινωνική αρένα.
Όμως, μέσα μέσα φοβερές εκλάμψεις έρχονται να σκεπάσουν τον πένθιμο σπασμό της καμπάνας και το θεατρινίστικο θρήνο. Οι καυλωμένοι λαοί μαθαίνουν αστρονομία. Κέπλερ. Κοπέρνικο. Τύχο ντε Μπράχε.
Μαθαίνουν πως ο άνθρωπος μέσα απ’ την κοινότητα μπορεί να επικοινωνήσει με τις δυνάμεις του σύμπαντος. Και πως η μεγάλη ερωτική διεκδίκηση του σύμπαντος έχει αρχίσει. Και πως ο άνθρωπος θα πρέπει να βάλει το δάχτυλο στο μέλι.
Να διεκδικήσει όσο του χρειάζεται για να ζει απ’ το κέρας της Αμάλθειας. Για να ζει σωστά. Για να πετάξει στον καιάδα τη νεκρική μάσκα του φόβου. Τα εξαπτέρυγα και τα ξόανα και τους κώδικες ηθικής των αυτοκρατόρων.
Θα σου στείλω κι άλλα σπίρτα να βάλεις φωτιές. Να κάψεις σημειώσεις εσώρουχα εσώψυχα. Να φωτίσεις στον καθρέφτη το νεοσσό σου κόρφο. Τα πρόσφορα μιας αστής εκσπερμάτωσης στο λαιμό σου. Το μαχαιροβγάλτη οργασμό. Να φωτίσεις τα χείλη που κρατούνε το μίτο του φιλιού. Να φωτίσεις τη γλώσσα και τ’ αστροπελέκια της. Θα σου στείλω το ποίημα μου. Θα σου στείλω τη φλοκάτη μου. Θα σου στείλω χώμα και φεγγαράκια που ουρλιάζουν. Θα σου στείλω σιωπηλούς λύκους και αγγέλους που βγάζουν τις φτερούγες για να απολαύσουν το σεξ και το γαμήσι και το καρδιοχτύπι του γαμησιού. Θα σου στείλω ενός λεπτού υποταγή στο ανδρόγυνο πάθος. Ενός λεπτού αιωνιότητα. Θα σου στείλω κι άλλα σπίρτα για να μάθεις πως γεννοβολούν πυρκαγιές τα σιγανά ποταμάκια. Για να φωτίσεις του λουτρού τα πλακάκια. Αλάβαστρον σπέρμα που χλευάζει τις συμπληγάδες. Τα επίγεια. Θα σου στείλω τον Αρίστιππο των Ηδονών και τον Ηράκλειτο. Τον Αρχίλοχο και τον Λέων Τολστόι. Θα σου στείλω τον Βάρναλη, τον Καρυωτάκη, τον TristanΤζαρά. Θα σου στείλω το Γιώργο Μακρή και τον Μαρκήσιο ντε Σαντ. Τον Κίρκεγκαρδ και το Βλαδίμηρο Ουλιάνοφ Λένιν. Το Ντοστογιέφσκι το Νίτσε το Villion. Θα σου στείλω καλλιγραφήματα και πυρωμένα βελανίδια. Τον Appolinaire και τον Αρθούρο Rembaud. Θα σου στείλω το Μαγιακόφσκι και τον Άγγελο Σικελιανό. Τον Μπακούνιν και τον Σίγκμουντ Φρόυντ. Τον Χένρυ Μίλερ και τον Κάρολο Μαρξ. Θα σου στείλω τη Βιργινία Λύκου και τη Γερτρούδη Στάιν. Τη Μαρία Πολυδούρη και τη Σαπφώ. Θα σου στείλω σπίρτα και ασουλούπωτους άντρες και γάργαρες γυναίκες. Θα σου στείλω ψυχούλες και ντουφέκια. Γύμνια γενέτειρα των ονείρων. Παραμύθια μανιφέστα Ιχθύων έρωτες. Θα σου στείλω γύφτους και γύφτισσες και νταούλια. Πρωτόπλαστες στύσεις. Το παμφάγο ερωτικό μου Εγώ. Θα σου στείλω εγκώμια απροσπέλαστα και φοβερά γκρίζα σύννεφα. Καρτ ποστάλ απ’ τη Brazil των ζωντανών και των πεθαμένων.
Η λογοτεχνία διαβάζεται με τα μάτια. Όλα τα υπέροχα πράγματα τα διαβάζω με τα μάτια. Οι εραστές διαβάζουν την ομορφιά με τα μάτια κι έπειτα κλείνουν τα μάτια για να την αποστηθίσουν. Θέλουν σιωπή για να παραδοθούν στις τρέχουσες μέριμνες του έρωτα.
Κοιτώ σημαίνει χαίρομαι και καυλώνω. Κι ο χαρούμενος καυλωμένος άνθρωπος έχει μια δικαιολογημένη προπέτεια. Είναι αυθάδης, ηδονίζεται με τον εαυτό του. Όταν διαβάζω το βιβλίο που μου αρέσει ηδονίζομαι. Όταν βλέπω να ξεδιπλώνεται το ποίημα που γράφω ηδονίζομαι δυο φορές. Όταν σε βλέπω να αγριεύεις αναγνώστη απ’ το ποίημα μου χύνω. Τα κάνω πάνω μου. Γεμίζω υγρά και ζουμιά. Μέλια.
Όποιος δεν έχει μάτια να δει αγρεύει μονίμως μνήμη και μνήμες. Τελεί μνημόσυνα και κηδείες. Και ξανά μνημόσυνα και ξανά κηδείες. Λυπάται πάντα, βραδυβάμων και απρόθυμος, χωρίς αναζήτηση και χωρίς περιέργεια. Η λύπη μας βουλιάζει ενώ η χαρά τα βρίσκει όλα γύρω της και στην ανάγκη τα μεταμορφώνει και τα χαροποιεί.
Πάντα κοντά μας υπάρχει ένα αθέατο πλάσμα που κρατάει την κοιλιά του από τα γέλια βλέποντας τα καμώματά μας. Είμαστε όντα γελοία και τραγικά. Όντα που πιστεύουν σε ηλίθια θαύματα και βλοσυρούς θεούς χωρίς να βλέπουν το μέγα θαύμα που διαδραματίζεται αδιάκοπα γύρω μας. Είμαστε άνθρωποι κι αυτό είναι όλο.
Διαβάζουμε με τα μάτια τη θεία ιλαρότητα των πραγμάτων και των προσώπων. Χαιρόμαστε και προχωράμε. Η χαρά είναι μεταβολή, ωρίμανση, αλλαγή. Η χαρά είναι η κλειτορίδα της γονιμοποιού φθοράς. Θέλει γλείψιμο και αφοσίωση. Δεν θέλει πιστούς και στρατιώτες.
Χαίρομαι τώρα και γελάω με τον εαυτό μου. Μυθολογώ ακαταπαύστως το πεπρωμένο μου. Ξηλώνω τους παλιούς μύθους που εγίναν ψαλίδια για τσουτσούνες και φτιάχνω καινούργιους. Γράφω το ποίημα μου και το διαβάζω και το διαβάζεις και το σαρκώνω ώστε να μυρίζει ιδρώτα ή αέρα του βουνού, αφήνοντάς το έκθετο στην εσχατιά της πιο αδιάκριτης αναγνωστικής γυμνότητας.
Μυρίζω την αγαπημένη μου και τις αγαπημένες μου. Διαβάζω τις μυρουδιές τους και σκύβω ανάμεσα στα μπούτια τους. Μυρίζω ακτινίδιο και ψαρίλα. Πρωινή δροσιά και υγρή μούχλα. Μυρίζω σπράιτ και άρωμα Παλόμα Πικάσσο. Μυρίζω ξύδι και νερό και μεταλαβιά. Μυρίζω παράδεισο και βρεγμένα σκουπίδια. Μυρίζω ροδάκινο και χώμα.
Σκύβω ανάμεσα στα μπούτια σου και μυρίζω τον κόσμο. Σε διαβάζω πατόκορφα Ζωή. Θηλυκή ύπαρξη. Χώνω τη μουσούδα μου στα σκέλια σου. Εγώ ο Σκύλος ο θνητός. Ο εν γένει αδύναμος και ο εν δυνάμει θεϊκός.
Μαθαίνω αρκετά πράγματα απ’ την έμφυτη ανοησία μου. Είναι ίσως η πιο σπουδαία δασκάλα. Η ανοησία δεν είναι αμαρτία ή ενοχή. Το ανθρώπινο πνεύμα χωρίς την ανοησία καταντά σκέτο τσόκαρο. Κανείς δεν είναι υποχρεωμένος να είναι ιδιοφυΐα. Εκτός φυσικά απ’ τα ψώνια. Αυτά τα ψώνια που φορούν τη λεοντή της εξυπνάδας και πλαστογραφούν τα πάντα γύρω τους χωρίς καμιά επίγνωση. Κι ίσως η ανοησία θα ήταν ακίνδυνη και χαριτωμένη αν δεν εγκωμίαζε τον εαυτό της ως ξεχωριστό και ιδιοφυή.
Ο ψυχισμός του κακομοίρη που στράβωσε δυο αράδες στο χαρτί ή τύπωσε μια οκά βιβλία είναι τρικυμιώδης. Το ψώνιο θα κάνει επίκληση στην αυθεντία. Σε πεθαμένους που τον προσκύνησαν και προφήτεψαν τη μεγαλοσύνη του. Όσοι δε γράφουν γι’ αυτόν είναι πουλημένοι και κομπλεξικοί και ζηλιάρηδες. Κι έτσι ο πονηρός μεταμφιέζεται σε αδικημένη μεγαλοφυΐα και τη βγάζει καθαρή. Πουλάει την ανοησία του στους αυλικούς του που χάσκουν μέσα στην άσπιλη από αδυναμίες μεγαλοσύνη του. Στη μεγαλοσύνη που είναι πιστοποιημένη με βαρύγδουπες κριτικές και γνώμες ομοτέχνων που μέσα σ’ ένα ντελίριο αβροτήτων ομονοούν για το τάλαντο της ανεπανάληπτης ποιητάρας.
Εδώ βέβαια παίζει πολύ δυστυχία και πολλά χάπια. Διότι αν δε συμφιλιωθείς με την ανοησία σου καβαλάς το καλάμι. Γίνεσαι σαμάνος ενός υποταγμένου κοινού που δέχεται αμάσητη τη δική σου ανοησία που τις περισσότερες φορές είναι καλυμμένος μισανθρωπισμός. Αν το γραπτό δε θυμώνει τον αναγνώστη δεν του κάνει τίποτε. Απεναντίας αποκοιμίζει με την αλαφροΐσκιωτη προσωπική μυθολογία του ξαναμμένου ποιητή, την πληκτική σου κουραδοζωή.
Στην ελληνική λογοτεχνική πιάτσα έχει μπόλικους σεφέρηδες και ελύτηδες που περιμένουν στην ουρά το κρατικό βραβείο και το νόμπελ. Κήνσορες οχυρωμένους πίσω από μια έτοιμη γλώσσα παρμένη από βιβλία με μπόλικη σοφία και παρδαλά αποφθέγματα. Κουλτουριάρηδες, της κουλτούρας του στυλ, εγώ σας γαμάω όλους. Άεργους που ύμνησαν την τεμπελιά ξεκοκαλίζοντας συντάξεις, μισθούς, περιουσίες συγγενών, εραστών και λοιπών άλλων. Πίσω από κάθε μεγάλο φωτισμένο ανήρ κρύβεται μια φαρμακωμένη γυναίκα.
Η συγγραφή στην ψωροκώσταινα είναι μια πονεμένη ιστορία. Υπάρχει μπόλικη ματαιοδοξία και βαριά επιθυμία ν’ αγιάσει κάποιος από τηλεοπτικού άμβωνος. Επιθυμία να βρει εκδότη, γκόμενα, να φτιάξει αυλή, να τρυπώσει σε παρέα, να ταμπουρωθεί σε ακαδημία. Επιθυμία να γίνει μέσω της γραφής ο Κάποιος. Μα ο Κάποιος δεν μπορεί να καταλάβει πως η χρόνια σχέση με το εγώ μας, μάς δηλητηριάζει αργά και βασανιστικά, εμάς και τους γύρω μας. Ακόμη κι αυτό το μικρό εργάκι που μπορεί να προκύψει απ’ την ταλαιπωρία μας. Και στο τέλος αντί για τα δέκα ή τα εκατό καλά μας ποιήματα θα μείνουν οι κακιούλες και το κοιτάξτε με ποιους τρώω εγώ εδώ στη φωτογραφία και κοιτάξτε ποιες γάμησα εγώ, εδώ στη φωτογραφία και, κοιτάξτε τι είπε για μένα ο Ντύλαν Τόμας στον κάτω κόσμο των ποιητών.
http://www.bibliotheque.gr/article/40582
Ο Μεγαλειότατος μας προσκαλεί σε γεύμα εις την μονή Αγκαθοπών. Ένα υπέροχο γαλήνιο γυναικείο μοναστήρι όπου ακούς το σφυγμό του θεού να χτυπάει πιο δυνατά. Βρισκόμαστε στην μεγάλη αίθουσα φαγητού, καλόγριες από όλη την επικράτεια. Το κοινόβιό μας απολαμβάνει ένα δελεαστικό μενού που περιέχει αχινοσαλάτα, καρπάτσιο λαβράκι, τραγανό μπαρμπούνι πάνω σε μους καπνιστής μελιτζάνας, αλλά και χριστόψαρο σε μους σελινόριζας. Και για επιδόρπιο σερβίρεται παρφέ μασκαρπόνε πάνω σε μπισκότο λεμόνι και κρέμα με φρούτα του πάθους. Στα μισά του επιδορπίου ο αρχιεπίσκοπος σηκώνεται και μας απευθύνει ένα συγκινητικό λόγο. Με αγάπη μας μιλά για τα παιδιά της Αφρικής και τους μετανάστες που πνίγονται στο Αιγαίο. Μας λέει πως πρέπει να γίνουμε πιο αποτελεσματικοί. Να σχεδιάσουμε μια πιο τολμηρή εκστρατεία ελεημοσύνης για να βοηθήσουμε του συνανθρώπους μας που πεινάνε. Κάτι που θα ενισχύσει ακόμα περισσότερο την παρουσία μας σ’ αυτή τη χώρα. Ο αρχιεπίσκοπος υπογραμμίζει το μεγαλείο της δικής μας συνεισφοράς αναμένοντας προτάσεις προς αυτή την κατεύθυνση. Κάθεται έπειτα και τελειώνει το παρφέ μασκαρπόνε πάνω σε μπισκότο λεμόνι και κρέμα με φρούτα του πάθους, αγναντεύοντας με ιερή συγκατάβαση όλες εμάς, τις μεγαλόσχημες ερωμένες του Ιησού, που γευματίζουμε σιωπηλές, ενδεδυμένες το ασίγαστο αιμοβόρο σκότος της παρθενίας.
Αγρότες του Θεσσαλικού και άλλων κάμπων
κλείστε τους δρόμους με τα τρακτέρ.
Τις κεντρικές αρτηρίες. Να φαίνονται
απ’ τους δορυφόρους τ’ αυτοκίνητα
σαν αιμοσφαίρια. Να κάνουν bypass
στην εθνική. Κοπέλες σαν τα κρύα νερά
να λύνουν σταυρόλεξα στα πίσω καθίσματα.
Παιδάκια παγιδευμένα στα γιοταχί ν’ ακούνε
μουσική. Το Σκαρλάτι να σκαρφαλώνει
στη λουλουδιασμένη Ιτιά. Το Νίνο Ρότα
με το τρελό βλέμμα. Τώρα που κάτι τελειώνει
και κάτι αρχίζει. Τώρα που ο κάμπος
είναι σε αρμονία με το ροδοκόκκινο
κώλο της εξουσίας. Τώρα που τα φίδια
βγήκαν απ’ τον κόρφο μας και τρύπωσαν στο Λόυβρο.
Τώρα που μας κυβερνούν
απόφοιτοι δημιουργικής γραφής
που δουλεύουν στη διαφήμιση και
διαφημιστές που γράφουν πρόζα
για κινητά τελευταίας γενιάς.
Τώρα που οι καναλάρχες βάζουν χέρι
στα όνειρά μας σα να είναι η τσέπη τους
και οι παπάδες ξεκοκαλίζουν πέη
και οι μουλάδες ψαλιδίζουν αιδοία
και οι δάσκαλοι ακονίζουν τις βέργες τους
και οι πλούσιοι ακονίζουν τη βία τους
και οι φτωχοί την αδυναμία τους.
Αγρότες του Θεσσαλικού και άλλων κάμπων
κλείστε τους δρόμους με τα τρακτέρ.
Δυσκολέψτε λίγο την υπεροψία μας
κατευνάστε λίγο το πάθος μας για ταχύτητα
τη λύσσα μας να φτάσουμε
στο φονικό νοικοκυριό μια ώρα αρχύτερα
τη λύσσα μας να ψηφίσουμε θάνατο
ρίχνοντας το κορμάκι μας στην υγρή κάλπη της γης. http://www.bibliotheque.gr/article/44567