Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα SALVATORE QUASIMODO. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα SALVATORE QUASIMODO. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 19 Δεκεμβρίου 2018

ΜΥΚΗΝΕΣ


Στων Μυκηνών τον δρόμο με τους ευκάλυπτους
βρίσκεις γιδοτύρι και ρετσίνα
στην ταβέρνα «Η Ωραία Ελένη του Μενελάου»
και σου αποσπάται η σκέψη απ’ των Ατρειδών
το αίμα. Τ’ ανάκτορά σου, Αγαμέμνονα,
είναι άντρο ληστών στον λόφο Σάρα
μες στα κοτρώνια και στις πέτρες
με ρίζες βγαλμένες σε γκρεμίλες πάνω από φαράγγια
που λοξοδρομούνε. Οι ποιητές μιλούν πολύ
για σένα, για τον σχεδιασμό του εγκλήματος
μέσα στο σπίτι σου, τον και οίκο της κρίσεως,
για την πένθιμη μανία της Ηλέκτρας
που δέκα χρόνια έθρεφε με του φύλου της
το μάτι τον αδελφό της μακριά
απ’ τη μητροκρονία, μιλούν η διαβολική
λογική της βασιλίσσης, ο νους, το προδομένο φάσγανο.
Και μόνο εσύ, Ορέστη, έχεις
χαθεί, η όψη σου αφανίστηκε
δίχως προσωπείο χρυσό. Στους Λέοντες της πύλης,
στα σκέλεθρα της σκηνικής αρμονίας
που ξεπλάκωσαν απ’ τα λιθάρια οι φιλόλογοι,
στέλνω τον ελληνοσικελικό χαιρετισμό μου.
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Σάββατο 16 Σεπτεμβρίου 2017

ΕΡΩΤΙΚΟ ΠΟΙΗΜΑ


Ο άνεμος τρεκλίζει ενθουσιώδης φέρνοντας
φύλλα στα δέντρα του Πάρκου,
η χλόη είναι από ώρα ολόγυρα
στα τείχη του Κάστρου, τα πλοία
μπαίνουν στη σειρά από την αμμουδιά ένα-ένα
συστήνοντας τη Μεγάλη Αρμάδα.
Οργισμένη, απόκληρη είναι μια μέρα
που γυρνάει από το ψύχος
σαν οποιαδήποτε άλλη μέρα
και προχωράει, και όλο θέλει. Μα εδώ
είσαι εσύ, εσύ η ασύνορη:
κι έτσι ο ακίνητος θάνατος γίνεται τύραννος,
ο δυνάστης που μας στρώνει το κρεβάτι να πέσουμε
ζωντανοί να κοιμηθούμε.

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Σάββατο 21 Ιανουαρίου 2017

ΕΡΩΤΙΚΟ ΠΟΙΗΜΑ



Ο άνεμος τρεκλίζει ενθουσιώδης φέρνοντας
φύλλα στα δέντρα του Πάρκου,
η χλόη είναι από ώρα ολόγυρα
στα τείχη του Κάστρου, τα πλοία
μπαίνουν στη σειρά από την αμμουδιά ένα-ένα
συστήνοντας τη Μεγάλη Αρμάδα.
Οργισμένη, απόκληρη είναι μια μέρα
που γυρνάει από το ψύχος
σαν οποιαδήποτε άλλη μέρα
και προχωράει, και όλο θέλει. Μα εδώ
είσαι εσύ, εσύ η ασύνορη:
κι έτσι ο ακίνητος θάνατος γίνεται τύραννος,
ο δυνάστης που μας στρώνει το κρεβάτι να πέσουμε
ζωντανοί να κοιμηθούμε.


Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Τετάρτη 7 Σεπτεμβρίου 2016

ΧΡΩΜΑ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΙΔΗΡΟΥ




Λέγατε: θάνατος, σιωπή, μοναξιά•
όπως έρωτας, ζωή. Λόγια προσωρινά,
πλάσματα φανταστικά, εικόνες.
Κι ο αγέρας σηκώνεται ελαφρύς κάθε πρωί
κι ο χρόνος με το χρώμα της βροχής και του σιδήρου
περνά πάνω απ' τις πέτρες,
πάνω απ' τον περίκλειστο βόμβο των καταραμένων.
Η αλήθεια είναι ακόμη μακριά.
Πες μου, όμως, άνθρωπε καρφωμένε στο σταυρό,
κι εσύ από χέρια που χόντρυναν απ' το ξεραμένο αίμα,
Πώς ν' απαντήσω σε κείνους που ρωτάνε;
Τώρα. Τώρα. Πριν μπει κι άλλη σιωπή
μες στα μάτια, πριν σηκωθεί ο αγέρας
κι άλλη σκουριά προσθέσει.


http://kokkinikissa.blogspot.gr/
μτφρ: Ζήσης Σαρίκας

Πέμπτη 8 Ιουλίου 2010

Μαραθώνας

Ο θρήνος των μανάδων στο Μαραθώνα,
η κραυγή απ' τα σπλάχνα του λαού
από κανένα δεν ακούστηκε. Η Ελλάδα
ήταν ελεύθερη. Είναι ελεύθερη η Ελλάδα.
Ο Μαραθώνας είναι τόπος στρατιωτών
όχι μάντηδων, εδώ ναός δε γεννιέται
ούτε βωμός. Ο τύμβος του άθικτος, από ψηλά
φαίνεται η Εύβοια. Σκουλήκι της ιστορίας
κάθε τι συμφωνεί με το έδαφος,
εδώ η στήλη και μες στη γη κράνη και ξίφη'
ακόμη κι αν ο Μαραθώνας συν το Μαραθώνα,
ο άνθρωπος της πεδιάδας του Άργους ζει
ανάμεσα σε τείχη σαν σκοπιές φρουράς.

Τρίτη 6 Ιουλίου 2010

Ο Μινώταυρος στην Κνωσσό

Οι νέοι της Κρήτης είχαν λεπτή
μέση και στρoγγυλά πλευρά.
Ο Μινώταυρος μούγκριζε και γι' αυτούς στο λαβύρινθο.
Σοφία, η Αριάδνη, των αισθήσεων της Πασιφάης
που ξάφρισε κτηνώδεις εικόνες με τον ταύρο,
τον ταύρο που ξεπήδησε σαν Αφροδίτη απ' τη θάλασσα.
Αλλά η τέχνη, τα εργαλεία τοu ανθρώπου,
τα εκλεπτυσμένα σημάδια μιας ζωής πολιτισμένης
είναι δικά σας, Κρητικοί, θάνατος δεν υπάρχει.
Mα δεν υπάρχει πια κανείς το τέρας
στην Κνωσσό να μαχαιρώσει και στη βρώμικη
xαι ταραχώδη αγορά του Ηρακλείου
δεν υπάρχει τίποτα που να μοιάζει
με την Ελλάδα την πριν από την Ελλάδα.

Δευτέρα 5 Ιουλίου 2010

Ακολουθώντας τον Αλφειό

Οι συμφωνίες της γης,
ο ήχος του πηλού,
τα σκίνα της σκουριάς, φύλλα πεσμένα
πράσινα δίπλα στην όχθη του Αλφειού
κατά την Ολυμπία του Δία και της Ήρας,
μα περισσότερο από κάθε συναίνεση τα μέσα σημάδια
από μια πεισματική καταστρoφή, το παράλογο.
σκοτεινών αντιθέσεων: απομεινάρια, κατόπιν,
αρνήσεων που αμύνονται, όπως η ζωή.
Και δεν έχει σημασία η αρμονία των νερών
Αλφειέ, είσαι πράος, σιωπηλός εδώ
στην Ηλεία' πάνω στα βότσαλα γλιστρά
ένας ήλιος χρυσαλλίδας
που θα δύσει με δολιότητα όπως φαίνεται,
τόσο μακριά η φυγή του. Εγώ δεν ψάχνω άλλο
εκτός από παραφωνίες, Αλφειέ,
κάτι που νά 'ναι πέρα απ' την τελειότητα.
Να μπορούσα τώρα να λοξοδρομήσω απ' την Ολυμπία,
απ' το σύμπλεγμα των πεύκων - μορφές που ακόμη αναπνέουνε
τον θάνατο - να υπερβώ
τον κλειστό θόλο που γνωρίζω. Μια πόρτα
για να παραβιάσω, η Ολυμπία τόπος παραθεριστών
σοφός, αρκεί ένα πήδημα κλέφτη
πάνω στο άλογο το πιο ορμητικό,
ενός αετώματος. Δεν ψάχνω έναν τόπο
παιδικών χρόνων, κι ακολουθώντας υπογείως το ποτάμι,
ήδη πριν από την εκβολή στην Αρέθουσα
να ενώσω το κομμένο
σκοινί του ερχομού.
Η ήσυχη και συγκεχυμένη συνέχεια,
η Ολυμπία, όπως ο Δίας, όπως η Ήρα.
Το κεφάλι σου κοιτώ πάνω στη χλόη να ξεχωρίζει,
μ' ένα φεγγάρι από αναμμένο άχυρο.

Σάββατο 3 Ιουλίου 2010

Μυκήνες

Στων Μυκηνών το δρόμο το δενδρόφυτο
με ευκάλυπτους μπορείς να βρεις προβατίσιο
τυρί και κρασί ρετσινάτο «Στην ωραία Ελένη
του Μενελάου», ένα πανδοχείο
που ξεστρατίζει τη σκέψη απ' το αίμα
των Ατρειδών. Το βασιλικό σου μέγαρο, Αγαμέμνονα,
έγινε καταφύγιο κακούργων κάτω απ' το όρος
Ζάρα - βράχος λείος
με ρίζες κάθετες πάνω από λοξά
βάραθρα. Οι ποιητές μιλούν πολύ
για σένα, την επινόηση του εγκλήματoς
στο κλονισμένο σπίτι σου
την επικήδεια παραφορά της Ηλέκτρας:
δέκα χρόνια έθρεψε με το μάτι
του φύλου το μακρινό αδελφό
στη μητροκτονία' μιλούν οι δόλιοι
της λογικής της βασίλισσας,
η σύζυγος του απόντα στρατιώτη
Αγαμέμνονα, νους, προδομένο σπαθί.
Και μόνο εσύ έχεις χαθεί
Ορέστη, το πρόσωπό σου χάνεται
δίχως χρυσή προσωπίδα. Στους λέοντες της πύλης,
στους σκελετούς της σκηνικής αρμονίας
που ανασήκωσαν οι φιλόλογοι των ερειπίων,
ο χαιρετισμός μου ενός Σικελού Έλληνα.

Ελευσίνα

Κάποιος στρατηγός ύψωσε στην Ελευσίνα
έναν πύργο από τσιμέντο και μολύβι
με το ρολόι του τις νύχτες να σημαίνει
τις ώρες των μυστηρίων. Απ' την τροχιά της
η ώρα κάνει έναν πρόστυχο στρόβιλο, γκρίζο,
πάνω στην πέτρα που θρηνούσε
η επικήδεια σελίδα, η μονότονη
εμφάνιση των νεκρων. Ο μοναχικός στρατηλάτης
καταπατούσε την Ελευσίνα,
τα καλάθια λυγαριάς γεμάτα με εύρωστα
σύμβολα, γόνιμα απ' ανθρώπινα ουρλιαχτά,
θέτοντας το γρίφο στα μαύρα μαργαριτάρια,
πάνω στην αόρατη αψίδα του Άδη.
Εκεί ο Αισχύλος έλεγε στη σεληνιακή Εκάτη:
τι τώνδ' εύ, τι δ' άτερ κακών;

Παρασκευή 2 Ιουλίου 2010

Τη νύχτα στην Ακρόπολη

Μια νύχτα στην Αθήνα στην άσπρη θάλασσα
της Ακρόπολης η κουκουβάγια είπε Αθήνα.
Δεν ήταν κάλεσμα κακό, το φεγγάρι
κατάλευκο, ο γρανίτης σκληρός αφρός
κι ο ελαιώνας κοντά στο Ερέχθειο
σχημάτιζε κεκλιμένα κυματοειδή τρίγωνα,
κινούμενους σκαραβαίους. Σήμανε η κουκουβάγια,
δροσερή, ευτυχής, πάνω απ' τη θάλασσα. Οι κίονες,
ζώα λευκού αίματος, σάλευαν
μέσα στη στήλη. Συλλογισμένο πουλί
η κουκουβάγια, περιστρεφόμενος στοχασμός,
μιά μελωδική έλλειψη
με αρμονικό και τέλειο ράμφος. Ο ξεναγός έλεγε
από το κύμα του της σελήνης
ότι στο κέντρο του Παρθενώνα
η έκρηξη μιας τουρκικής πυριτιδαποθήκης
κατάστρεψε την αρμονία των όγκων,
έλεγε την κατάρρευση της Αθηνάς Παλλάδας,
τον ερχομό της Μαρίας
Παρθένε μήτηρ, κόρη του τέκνου σου,
πάνω στης κίτρινης κουκουβάγιας το ξύλινο κέρας.
=

Σάββατο 6 Φεβρουαρίου 2010

ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΗ ΜΗΤΕΡΑ

ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΗ ΜΗΤΕΡΑ

«Γλυκύτατη μητέρα, είναι η ώρα που κατεβαίνουν οι ομίχλες,
ο Ναβίλιο χτυπά ανάκατα στα φράγματα,
τα δέντρα φουσκώνουν απ' το νερό, καίγονται απ' το χιόνι·
δεν είμαι θλιμμένος στο Βορρά: δεν είμαι
και σε γαλήνη με τον εαυτό μου, μα δεν περιμένω
συγγνώμη από κανέναν, πολλοί μου έδωσαν δάκρυα
σαν άνθρωπος με άνθρωπο. Ξέρω ότι δεν είσαι καλά, ότι ζεις
σαν όλες τις μανάδες των ποιητών, φτωχή
και σωστή στο μέτρο της αγάπης
για τα ξενιτεμένα παιδιά σου. Σήμερα είμαι εγώ
που σου γράφω.» Επιτέλους, θα πεις, δυο λόγια
από 'κείνο το αγόρι που 'φυγε μια νύχτα με μια κοντή κάπα
και μερικούς στίχους στην τσέπη. Φτωχό, σχεδόν έτοιμο για κατορθώματα,
θα το σκοτώσουν καμιά μέρα σε κανένα μέρος.
«Αλήθεια, θυμάμαι, ήταν σ' εκείνο το γκρίζο σταθμό
των αργών τρένων που μετέφεραν αμύγδαλα και πορτοκάλια,
στις εκβολές του Ιμέρα, το ποτάμι ήταν γεμάτο καρακάξες,
άλατα, ευκαλύπτους. Μα τώρα σ' ευχαριστώ,
αυτό θέλω, για το σαρκασμό που έβαλες
στα χείλη μου, μειλίχιο σαν το δικό σου.
Εκείνο το χαμόγελο μ' έσωσε από πόνους και κλάματα.
Και δεν ενδιαφέρει αν τώρα έχω ένα δάκρυ για σένα,
και για όλους εκείνους που σαν κι εσένα περιμένουν,
και δεν ξέρουν τί πράγμα. Αχ, ευγενικέ θάνατε,
μην αγγίξεις το ρολόι της κουζίνας που χτυπά πάνω στον τοίχο,
όλα τα παιδικά μου χρόνια πέρασαν πάνω στο σμάλτο
της δικής του πλάκας, πάνω σ' εκείνα τα ζωγραφισμένα λουλούδια:
μην αγγίξεις τα χέρια, την καρδιά των ηλικιωμένων.
Μα μήπως απαντά κανείς; Ω συμπονετικέ θάνατε,
ντροπαλέ θάνατε. Αντίο, αγαπημένη, αντίο γλυκύτατή μου μάνα.»

Μαριάννα Τζανάκη Μετάφραση: