Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελένη Γιαννάκαρη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελένη Γιαννάκαρη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 26 Δεκεμβρίου 2022

Ένας απόξενος μνηστήρας

 


Στα όνειρα μου μιλάω με τους νεκρούς μου.
Έρχονται όλοι σε μια σύναξη κάτω από
τους πορτοκαλεώνες και με περιμένουν.
Συμβουλές μου δίνουν και ποτέ δεν παραλείπουν
το φιλί και το θωπευτικό χάδι να δώσουν.
Είναι ωραίοι και πάντα νέοι και ρωμαλέοι
Μου ζητούν νερό, κρασί κι εκείνα τα τρίγωνα
γλυκά της μαμάς τα σιροπιασμένα με το δάκρυ της.

Κουβέντα ξεκινάμε κάτω από τα δέντρα.
Γύρω όλα λάμπουν κι ένας λαμπρός ήλιος
τους ραίνει με χρυσόσκονη απ' το πουγκί του.
Όμορφοι και λαμπεροί βγάζουν τότε κάτι
τεράστια μαντήλια κι αρχίζουν το χορό.
Λυγίζουν με χάρη τα σώματα τους και πάντα
άρχος του χορού είμαι εγώ.
Τους παρακαλώ να μου αλλάξουν θέση
μα ανένδοτοι αυτοί δεν παίρνουν κουβέντα.

Χαμογελούν και χτυπούν παλαμάκια
καθώς εγώ χορεύω, ένας μάλιστα κάνει υπόκλιση
μπροστά μου και μου χαρίζει ένα ολόχρυσο
δαχτυλίδι με πέτρες από καθαρό ρουμπίνι
και με ζητάει θερμά σε γάμο.
Δεν αρνούμαι τουναντίον θαυμάζω το δώρο.
Το περνώ στο μεσαίο δάχτυλο κι αυτός
μια αγκαλιά ζεστή μου ανοίγει, το σώμα
μου ερωτικά ξυπνάει, μεθύσι σωστό.
Έτσι ξεκινούν τα αρραβωνιάσματα και ένα
τρικούβερτο γλέντι με πολλά χάλκινα και έγχορδα
όργανα λαμβάνει χώρο.

Όταν ξυπνάω το πρωί ψαύω τα δάκτυλα και
βρίσκω το δακτυλίδι στην ίδια πάντα θέση.
Δεν είναι παράνοια αλλά μία πραγματικότητα
ισχυρή η δέσμευση μου με τον ωραίο νεκρό.
Έχω ακόμα την ζεστασιά στον ώμο μου από
το τυχαίο μας άγγιγμα.
Ανυπόμονη περιμένω να έρθει η νύχτα για να
τους συναντήσω, αρραβωνιαστικιά να μπω
στο χορό με ελεύθερα τα πέλματα.
Έτσι ζω μια δεύτερη ζωή λαμπερή κι έγχρωμη
γιατί οι νεκροί μου φορούν πάντα
ζωηρόχρωμα ρούχα σχεδιασμένα από διάσημους
μόδιστρους κι έχουν έναν δεύτερο δικό τους ήλιο
που ανάβει φωτιές του Αϊ - Γιαννιού στο πρόσωπο μου.

Σάββατο 12 Νοεμβρίου 2022

Το ξανθό της ποιήσης αγόρι

 


Πως γράφονται τα ποιήματα με είχες ρωτήσει
όταν σε πρωτοσυνάντησα κάτω από τις κληματαριές 
και τα αγιοκλήματα.
Νοέμβρης ήταν και στο πέτρινο αλώνι του χρόνου 
είχε σκοτωθεί ο καλοκαιρινός ήλιος κι οι οργασμικοί 
χτύποι του φωτός είχαν πεθάνει κάτω από την βίτσα 
του θυμού και του πάθους.
Από μια λέξη του καημού γράφονται τα ποιήματα  
σου είχα πει κι εσύ σαν αλιέας χωρίς δίχτυα με αμφιβολία 
με κοίταζες.
Έπινες το ποτό σου κι εγώ κοιλοπονούσα του στίχου
το αρχαϊκό αλφάβητο.

Επέμενα κι εσύ με τα πετραδάκια της έπαρσης με 
πετροβολούσες, ιδίως κάτω από την μέση.
Καημό μεγάλο είχες στην καρδιά και στα χέρια μετρούσες  
με το κεχριμπαρένιο κομπολόγι της μοναξιάς
το δυσθεώρητο μπόι.
Ένοχα σιωπούσες μπροστά στο θάμβος των οραμάτων
και των επικλήσεων.
Ανοιγόσουν στης φαντασίας το λιβυκό πέλαγος χωρίς 
να βρέχεις ούτε το μικρό σου δαχτυλάκι.
Σε παρακολουθούσα κι οι πόνοι μου όλο και πιο πολύ 
με έσφιγγαν και με παίδευαν.
Αργούσε ο τοκετός κι η γριά μαμή αναστατωμένη 
δεήσεις έκανε στους αγγέλους για το ανυπεράσπιστο παιδί.

Έβγαινες στη στεριά και ξανά την ίδια ερώτηση 
μου έκανες.
Μάζευα στοιχεία για να σε πείσω κι αλληγορίες 
έφτιαχνε ο νους για να περιγράψει το άφατο.
Ένα δίχρονο ξανθό αγόρι σου είπα που ακόμα δεν 
έχει μιλήσει κάτω από την γλώσσα του κρατά τις 
λέξεις των ποιημάτων.
Αυτό ο φορέας τους, 
αυτό το ουράνιο τόξο της ελπίδας.
Χρόνια πολλά το φροντίζω και χατίρι δεν του χαλνώ.
Γάλα το ποτίζω από το αγκαθάκι Του Χριστού που 
στην αβρή ράχη του Απρίλη φυτρώνει.
Δεν μεγαλώνει.
Δεν περπατά.
Δεν γνωρίζει το κλάμα.
Άγνωρο είναι στο πλήθος κι οι μύστες μόνο προσεχτικά 
το ντύνουν με πυγολαμπίδες έτσι που να χαμογελά και 
λέξεις νέες να εφευρίσκει. 

Σαν μουμιοποιημένο σώμα το κρατώ σφιχτά στην αγκάλη.
Καίγομαι μα δεν διαμαρτύρομαι στιγμή.
Την πυρά αγαπώ και στο αλάτι των αλυκών προσεύχομαι. 
Γελούσες παρατεταμένα κι έσκιζες το ποίημα 
που είχα γράψει με την συνδρομή του δικού μου παιδιού.
Κακοκαρδίστηκα και σε μάλωσα.
Ήταν το καλύτερο ποίημα μου, το πιο σαρκώδες σαν λόγχη
παχιά αλόης έμοιαζε.
Του έρωτα σκοτεινά είχε λόγια κι απ' τις βαθιές μαχαιριές 
του πόθου ήταν πληγωμένο μα δεν θρηνούσε.

Άφηνες τα πελάγη και με τις λεύκες ακατανόητο 
έπιανες διάλογο, δεν με άκουγες, χανόσουν.
Δεν σε καταλάβαινα και με λευκά σεντόνια ντυνόμουν.
Ακόμα και σήμερα πεισματικά το δάφνινο πατάς στεφάνι 
που την κόμη του παιδιού στολίζει και για μπάρκα προς 
το αχανές προετοιμάζεσαι να πας.
Εγώ εδώ να κοιλοπονώ το ξανθό αγόρι , να το
προστατεύω από τις σαϊτιές της λήθης και τα βαθιά πηγάδια.
Το μολύβι του ξύνω.
Τα καταφέρνω με την ανάσα μου κομμένη.
Αναμάρτητη στην κλίνη μου ξαπλώνω και ζεστό χώρο 
σου κρατώ μην με καταδιώκεις, έλα, κρασί διαλεχτό 
έχει ο αμφορέας μου.

Πέμπτη 22 Αυγούστου 2019


Το δικό μου δρομολόγιο
Πριν γεννηθώ κατοίκησα
Σε ένα φωτεινό νεφέλωμα
Εκεί προετοιμάστηκε
Η έλευση μου στο κόσμο
Το χέρι κράτησα της αστραπής
Έτσι που πύρινα φτερά
Φύτρωσαν στους ώμους μου
Συγγένεψα με τους ουράνιους ποταμούς
Κι απείθαρχη χωρίς κοίτη και μέρισμα
Απλώθηκα πάνω στης γης το κρησφύγετο
Θησαυρούς συνέλεξα από τις αλυκές των άστρων
Τόσους που να μην πεινούν τα όνειρα
Που τα μικρά παιδιά πλάθουν στον ύπνο τους!
Πριν γεννηθώ κατοίκησα
Σε ένα σκοτεινό νεφέλωμα
Ήμουν το αγαπημένο τέκνο
Της αμφισβήτησης και της τρέλας
Μέρωνα μόνο κοιτάζοντας κατάματα
Τις βρόχινες στέρνες να βοούν με μανία
Τις νύχτες που η νοσταλγία σβήνει
Το φέγγος της σελήνης από τη μετόπη της πατρίδας
Ανδρώθηκα και ψήλωσα
Δίπλα στα άβατα μέρη του σύμπαντος
Εκεί που οι Αμαδρυάδες μεταβαίνουν οργισμένες
Σε χιλιόχρονους κορμούς
Για να αφανίσουν τον πέλεκυ
Που μάτωσε το σκισμένο φόρεμα τους
Περιπλανήθηκα απέλπιδα στους λειμώνες του Άδη
Ώσπου στο τέλος αφυπνίστηκα με αίμα
Κλώθοντας κόκκινα μαντήλια μεταξωτά
Στόλισμα να τα βάλω στον ιδρωμένο τράχηλο του κόσμου!
Πριν γεννηθώ κατοίκησα
Σε ένα φωτεινό νεφέλωμα
Απαρχής ξεδιάλεξα για φίλες μου
Τις εξώκοσμες νεράιδες με τα αμίλητα πρόσωπα
Έζησα διαιρεμένη
Ανάμεσα στον Έρωτα και το Θάνατο
Σχεδιάζοντας με χέρι τρεμάμενο
Τον επάλληλο κύκλο της αρχέγονης αλήθειας
Έπλασα μύθους άφευκτους και δυνατούς
Γεννήτορες της κρυφής σκέψης
Με μόνο εργαλείο
Την λεπίδα και τον άκμονα των αστεροειδών
Σαν ασκητής βίωσα την μέθη της λύτρωσης
Στήνοντας βωμούς ορειχάλκινους
Με την πατίνα της φαντασίας σε ορμίσκους αθέατους
Εκεί που οι Θεοί των Φοινίκων προσαράζουν τις λέμβους τους
Κυνήγησα της μέλισσας το ταξίδι
Και σε ανθούς υπερβατούς γονιμοποίησα το βρέφος της αγάπης
Μη λείψει το αχνογέλιο από τον λίκνο του κόσμου και λαβωθώ!

Δευτέρα 13 Μαΐου 2019

Διάψευση




Μου το είπαν δυο αρχάγγελοι
πως βιγλάτορας είσαι των σύννεφων.
Εσύ στέλνεις την καλή βροχή, τις αστραπές,
το άγριο μπουμπουνητό που κουρδίζει
τις ράγες των τρένων με μπάσες νότες.
Σε παρακολουθώ κάθε που πιάνει να βρέχει,
κάθε που πιάνει να χιονίζει αθώα καρφάκια.
Πεντόβολα παίζω με τις αδερφές σου.
Κερδίζω, χάνω, δεν επιμένω.
Αφήνομαι στη χαρά του παιχνιδιού.
Αφήνομαι σε εσένα.
Να με δροσίζεις.
Να μου ξεπλένεις το δάκρυ.
Να μου χαρίζεις τόπο να ανθώ και να ψηλώνω
Λουλούδι μοιάζω, αγριοτριανταφυλιά
που στα μάτια σου παράξενα αναρριχώμαι.
Δεν έχω να πάω πουθενά.
Μου έλειψαν οι στράτες,
μου έλειψε το ελευθέρας της καρδιάς σου.

Κάθε που βρέχει λοιπόν,
αρχηγό μου σε ορίζω.
Μπαμπακένιες φοράω κάλτσες και βγαίνω στον κήπο.
Αγαπώ την υγρασία,
τις δακρυσμένες ορτανσίες,
τα μεστά πιο καιρού φραγκόσυκα.
Βγάζω το καπέλο μου και μαζεύω πεντέξι.
Αυτό το γεύμα μου.
Αυτή η κανάτα με τα αρχικά σου.
Αυτά τα βιβλία που ξεχώρισα να σου διαβάζω
-κάτω από τον ήχο της βροχής- στο άδειο σου προσκεφάλι.

Τίποτα δικό σου δεν πέταξα.
Εδώ η κορνίζα σου, εδώ το λαμπατέρ σου,
εδώ και τα δίδυμα φεγγάρια που μου χάρισες έναν Αύγουστο μήνα.
Όλα τακτοποιημένα, όλα στο "περίμενε".
Το κοστούμι σου, τα βερνικωμένα σου παπούτσια,
οι άθικτες κάλτσες σου.
Δεν ξέρω αν σε περιμένω κι εγώ το ίδιο.
Δεν ξέρω αν θα 'ρθεις.
Ένα μόνο γνωρίζω:
Πως δίχτυα 'γίναν τα χέρια μου
και μέσα τους φυλάνε τα λόγια σου που ψιθυριστά είναι κοχύλια.
Παλεύω να τα ξεκολλήσω.
Τη σάρκα τους να αγγίξω, τα καταφέρνω.

Ξαναγεννιέμαι.
Περιπολώ κάτω από τους φανοστάτες τα σπουργίτια.
Δεν με βλέπεις, όσο κι αν τα μάτια μου σπιθίζουν.
Μόνο με ακούς και κρυφογελάς στο λυτρωτικό "σ' αγαπώ" μου.
Τι τα θες, καιρός να μπω στο πλεούμενο.
Καιρός να ξενιτευτώ.
Έχω πολλά δικά μου έρημα σπίτια
και ένα χάρτη μη και μας ξεφύγουν τα μυστικά περάσματα.
Όρθιος σαν κυπαρίσσι να μείνει ο στύλος της μνήμης
σαν τη ψηλή μουριά μπροστά στη μάντρα του χασάπικου
με τα κρεμασμένα αστραφτερά μαχαίρια στα ζερβά.

Τι κι αν πουθενά δεν χωράς, εγώ δακτυλίδι θα σε φορώ
στο μεσαίο δάκτυλο.
Μπορώ στα ουράνια μπαλκόνια να ανεβώ για χατήρι σου.
Χώμα σου να γίνω αφράτο,
εκεί να σχεδιάζεις αχνά τους χρόνους της απουσίας.

Παρασκευή 3 Μαΐου 2019

16 τρόποι να κοιτάς τις λέξεις


-Ξαφνικά ένας βλαστός
Ξεπρόβαλε απ' το μάρμαρο
Ήταν η καρδιά σου
Που άρχισε να ριζώνει
-Σκάλισα το μονόγραμμα σου
Στην άκρη της ασφάλτου
Οδοδείκτης να γίνει
Στα χαοτικά όνειρα μου
-Γλιστράει η τέμπερα
Στο κρύο πορτραίτο
Τέμνοντας σταυρωτά
Τα ματοτσίνορα σου
Τρέμοντες σταυροί
Αργά αναφύονται
-Σ' απαντώ στ' όνειρα μου
Κρύσταλλα να σκορπάς
Στην απέθαντη κόμη του θέρους
Λευκές πυραμίδες
-Σαν κλόουν θλιμμένος
Σ' ανούσια παράσταση
Ο πόνος που δράμει
Στην κοίλη της γης
- Στα μαύρα βότσαλα
Έπεσαν του φεγγαριού
Οι εννέα μούσες νεκρές
-Στην πληγή του θέρους
Κρύφτηκε η σπαλέτα του ήλιου
Παρασημοφορημένη
-Κομμένα φτερά
Και πώς να συλλέξεις
Τα μύρα των αιθέρων;
-Χρόνια προετοίμαζες τη μέρα
Που βουβά θα ριγούσες
Μπρος σ' ένα άδειο ψαθάκι
-Πλησίασες τον αντίχειρα
Στα πόδια του σκιάχτρου
Προειδοποιώντας τους ουρανούς
Για τον επικείμενο κατακλυσμό
-Είχαν σύναξη οχληρή
Στον κήπο τ' αγάλματα
Πριν φανεί η εποχή
Με τους μυστικούς έρωτες
-Με δυο βελανίδια για μάτια
Το 'σκασε στο δάσος ο σκίουρος
Προτάσσοντας το αβλαβές
-Ακίδες στα χέρια
Στο λίκνο σταυρώθηκαν
Οι πρώιμοι ροδώνες...
Στη χάση του ο κόσμος
-Σαν έφυγες
Οι φωλιές των περιστεριών
Γέμισαν τρωκτικά
Φίδια οι αυλοί
-Είδες ποτέ τη νύχτα
Να έρπει στα πηγάδια
Σαν άλλος σκοτεινός μάγος
Πριν στεφτεί τροπαιούχος;
-Στομώνει τ' αλέτρι
Χρόνια καρτέραγε
Μια πορεία στα χρυσά γεννήματα
Μια φρενήρη φυγή

Σάββατο 13 Οκτωβρίου 2018

Το νυφικό της Μαρίας


Θα έρθει μια επίσημη Κυριακή
που θα είναι όλα φιλικά μες στο σπίτι.
Ο καθρέφτης θα αντανακλά το πρόσωπό σου,
η γάτα θα χουζουρεύει δίπλα στο τζάκι,
ο σκύλος θα πατά αφηρημένος τα πλήκτρα στο πιάνο.
Η Μαρία με το γιορτινό χαμόγελο
θα τεντώνει και θα διπλώνει
τα σεντόνια που κοιμήθηκες.
Τ' άρωμα τους θα διαπερνάει τους τοίχους.
Όμορφα θα χυλώνει η σούπα στο τσουκάλι.
Στρώσε το καλό τραπεζομάντηλο.
Εκείνο με τα γεωμετρικά κεντίδια.
Η Μαρία δεν χρειάζεται προικιό,
έχει δυο μάτια γαλανά σαν τους ωκεανούς
που μέσα τους ναυάγησαν τα τρία ποντοπόρα με τους όνυχες.
Θα έρθει μια μέρα καλοσυνάτη
που βιαστικά θα φοράς το σακάκι.
Στις τσέπες σου άδεια η χρυσή ταμπακιέρα.
Η στάχτη στο τασάκι θα βαραίνει το βλέμμα σου.
Γκρίζα θα βάφεται η οροφή,
γκρίζα κι η επιτοίχια κόρη.
Ο παπαγάλος θα ανοιγοκλείνει το ράμφος του
σαν να θέλει κάτι να σου πει εμπιστευτικά:
Μιαν αλήθεια, μιαν πτυχή από έναν έρωτα αφανέρωτο,
ένα τραγούδι που στοιχειώνει γεφύρια.
Πάντα ένα τραγούδι κι' ένας έρωτας θα σε καλούν
κι οι γέφυρες θα σε βγάζουν στη βραχώδη κοίτη.
Όμορφο, βιαστικό και μ' αμφίβολα τα μάτια...
Πού πας χωρίς μια θύμηση;
Ποιες συμπιέζεις διαδρομές μες στο χάρτη του νου;
Θα έρθει ένας καιρός φιλικός
που τα θαύματα ορατά θα είναι.
Αθόρυβα θα ανοίγει η πόρτα μες στο σπίτι.
Απρόσκλητος να μπει ο αντάρτης βοριάς
με το τσόχινο καπέλο στο χέρι,
όμηρο, να πάρει τη μοναξιά μας.
Σαν πατέρας ,
να σταυρώσει ξυστά το καρβέλι μας,
κάθετα να ματώσει το μέτωπο της απουσίας.
Πηχάκια να ξεπροβάλλουν στις ρωγμές της κάμαρας.
Εκεί να σταθείς.
Εκεί να στοιβάξεις τα χειρόγραφα.
Ζωή να πάρουν οι γραφές.
Ζωή να γενείς.
Σαν ένα μεγάλο φανταχτερό πουλί
να γυρνάς μες στα δώματα.
Της μικρής Μαρίας το νυφικό πέπλο να γεμίζεις
άστρα και πέρλες λαμπερές.
Μόνο στην οροφή μην πηγαίνεις.
Χάσκει βαρύς ο ουρανός από πάνω!
Από τη συλλογή "Οι λαβές των αγγέλων"