Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ANNE SEXTON.... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ANNE SEXTON.... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 12 Ιουλίου 2014

ΤΟ ΦΙΛΙ

 


ANNE SEXTON (1928-1974)



Το στόμα μου ανθίζει σαν πληγή.
Πέρασα όλη τη χρονιά αδικημένη, κουραστικά
αργόσυρτες
   
οι νύχτες, άδειες, σκληροί αγκώνες μόνο
και στοίβες χαρτομάντιλα που φώναζαν
 «κλαψιάρα,
   
κλαψιάρα, τί χαζή που είσαι!».

Άχρηστο το κορμί μου μέχρι χθες.
Σήμερα σκίζονται οι ορθές του γωνίες.
Σήμερα σκίζει τα ρούχα τα σεμνότυφα
κόμπο τον
    κόμπο
και κοίτα – με τρυπούν ολόκληρη καρφιά
ηλεκτρισμένα.
   
Σβιιινιν! Ανάσταση!

Κάποτε το κορμί μου ήτανε βάρκα, σκέτο ξύλο
σε αχρηστία, με δίχως θάλασσα από κάτω,
με την μπογιά της ξεφτισμένη. Ένας σωρός σανίδες,
τίποτ’ άλλο. Όμως εσύ με σήκωσες, μ’ αρμάτωσες.
Έγινα η εκλεκτή σου.

Τα νεύρα μου έχουν τεντωθεί. Τ’ ακούω σαν
μουσικά όργανα. Στη θέση της παλιάς σιωπής
ασταμάτητα χτυπούν τα τύμπανα, οι χορδές. Δικό σου
έργο είναι.
   
Ιδιοφυΐα στην πράξη. Αγάπη μου, ο συνθέτης έπεσε
στη φωτιά.
   



Μετάφραση: Δήμητρα Σταυρίδου.
Από το βιβλίο: Anne Sexton, «Ποιήματα», εισαγωγή – μετάφραση Δήμητρα Σταυρίδου, Εκδόσεις Printa, Αθήνα 2010, σελ. 129.

 

Παρασκευή 11 Ιουλίου 2014

Τώρα



Τώρα

Κοίτα.Η λάμπα ρυθμίστηκε.το σταχτοδοχείο
τό΄χε σπάσει αδέξια η υπηρέτρια.
Κι όμως ,μπαλόνια που λένε αγάπα με ,αγάπα με 
επιπλέουν απο πάνω μας στο ταβάνι.
Πρωινές προσευχές ειπώθηκαν σαν καθίσαμε 
γόνατο με γόνατο.Τέσσερα φιλιά μόνο γι αυτό!
Καί γιατί να πρέπει ,που να πάρει ,να μας νοιάζει 
το ρολόι?Αναποδογύρισέ με απο το δώδεκα 
στο έξι.τότε θα έχεις γεύση απο ωκεανό.
Μιά μέρα κουλουριάστηκες σ΄ενα κουβάρι πένθους,
σε πέταξαν στη γωνιά σαν μαθητούδι.
Ω! έλα με το σφυρί σου,το μαστίγιό σου
και τόν τροχό σου.Ελα με τη μύτη της βελόνας σου.
Πάρε τον καθρέφτη μου και τίς πληγές μου
και φτιάξ΄τα.Αμα σβήσεις το φώς
τότε ολόκληροι θα γίνουμε μαύρη ταπετσαρία.

Τώρα ήρθε η ώρα να επικεντρωθούμε 
στο κρεβάτι μας,ένα δάσος απο δέρμα
όπου σπόροι εκρήγνυνται σαν σφαίρες.
Είμαστε στο δωματιό μας.Είμαστε 
σε ένα κουτί παπουτσιών.Είμαστε σε ενα κουτί αίματος.
Είμαστε τρυφερά μωλωπισμένοι ,ομως δεν είμαστε 
ούτε γέροι ούτε θνησιγενείς.
Είμαστε εδώ σε μιά σχεδία,εξόριστοι απ το χώμα.
Η μυρωδιά της γής εχει φύγει.Η μυρωδιά 
του αίματος είναι εδώ,και η λεπίδα και η βολίδα της.
ο χρόνος είναι εδώ και θα σε πάρει το ποτάμι του.
ο πνεύμονάς σου περιμένει στο εμπόριο του θανάτου.
το πρόσωπό σου δίπλα μου θα μεγαλώνει αδιάφορο.
Αγάπη μου ,θα παραδώσεις τελικά την κοιλιά σου και 
θα σε αδειάσουν σαν μήλο. ο λεπρός θά ΄ρθει
και θα πάρει τα ονόματά μας και θα αλλάξει  το ημερολόγιο.
ο παπουτσής θά ρθει  και θα ξαναχτίσει 
τούτο δώ το δωμάτιο.Θα ξαπλώσει στο κρεβάτι σου
και θα κατουρήσει,και τίποτα δεν θα υπάρχει.
τώρα είναι η ώρα.Τώρα!

Ανν Σέξτον

Ερωτικά Ποιήματα
μετάφραση Ευτυχία Παναγιώτου

εκδόσεις Μελάνι,2010

Τετάρτη 5 Φεβρουαρίου 2014

Εκείνη η μέρα


Αυτό είναι το γραφείο όπου κάθομαι
κι αυτό είναι το γραφείο όπου σε αγαπώ υπερβολικά
κι αυτή είναι η γραφομηχανή που κάθεται ενώπιόν μου
όπου χθες μόνο το σώμα σου κάθισε ενώπιόν μου
με τους ώμους του μαζεμένους σαν ελληνική χορωδία,
με τη γλώσσα του σαν βασιλιάς που εφευρίσκει κανόνες στο διάβα του
με τη γλώσσα του αρκετά ανοιχτά σαν γάτα γάλα λάφτοντας
με τη γλώσσα του - κι οι δυο μας περιελισσόμενοι στη γλιστερή ζωή του.
Αυτό ήταν χθες, εκείνη η μέρα.

Αυτή ήταν η μέρα της γλώσσας σου,
η γλώσσα που ξεπετάχτηκε απ' τα χείλη σου,
δύο ανοιχτήρια, μισά ζώα, μισά πουλιά
γραπωμένα στις πύλες της καρδιάς σου.
Εκείνη η μέρα ήταν που υπάκουσα στους κανόνες του βασιλιά,
περνώντας τις κόκκινες φλέβες σου και τις μπλε φλέβες σου,
τα χέρια μου στη ραχοκοκαλιά κάτω, ταχύβολα κάτω σαν φωτιά σε κοντάρι,
χέρια ανάμεσα σε πόδια όπου επιδεικνύεις την εσώτατη σου γνώση,
όπου ορυχεία διαμαντιού θάβονται και ξεθάβονται για να ξαναθαφτούν,
ξεφυτρώνουν πιο αιφνίδια κι από αναστηλωμένη πόλη.
Ολοκληρώνεται σε δευτερόλεπτα αυτό το μνημείο.
Το αίμα ρέει υπογείως, εγείρει όμως έναν πύργο.
Αξίζει να συγκεντρωθεί μεγάλο πλήθος για ένα τέτοιο οικοδόμημα.
Για ένα θαύμα περιμένει στη σειρά κανείς και πετάει κομφετί.
Σίγουρα ο Τύπος είναι εδώ γυρεύοντας τίτλους ειδήσεων.
Σίγουρα κάποιος πρέπει να κρατάει το πανό στο πεζοδρόμιο.
Οταν χτίζεται μια γέφυρα δεν κόβει μια κορδέλα ο δήμαρχος;
Αν ένα φαινόμενο αποκαλυφθεί δεν θα έπρεπε να 'ρθουν οι Μάγοι με
τα δώρα τους;
Χθες ήταν η μέρα που έφερα δώρα για το δώρο σου
και ήρθα από την κοιλάδα να σε ανταμώσω στο πεζοδρόμιο απάνω.
Αυτό ήταν χθες, εκείνη η μέρα.


Εκείνη ήταν η μέρα του προσώπου σου,
Το πρόσωπό σου μετά τον έρωτα, πλάι στο μαξιλάρι, ένα νανούρισμα.
Μισόξυπνος δίπλα μου ν' αφήνεις την παλιομοδίτικη κουνιστή πολυθρόνα ν'
ακινητοποιείται,
η ανάσα μας γινόταν ένα, παιδική ανάσα γινόταν ενωμένη,
καθώς τα δάχτυλά μου ζωγράφιζαν μικρά ο στα σφαλιστά σου μάτια,
καθώς τα δάχτυλά μου ζωγράφιζαν μικρά χαμόγελα στο στόμα σου,
καθώς ζωγράφιζα ΣΕ ΑΓΑΠΩ στο στήθος σου και στον τυμπανιστή του
και ψιθύρισα «Ξύπνα!» και μουρμούριζες στον ύπνο σου
«Σουτ. Οδηγούμε στο Κέιπ Κοντ. Κατευθυνόμαστε στην Μπουρν-
Γέφυρα. Κάνουμε κύκλους γύρω από τον Κόμβο Μπουρν». Μπουρν!
Τότε, σε γνώρισα μέσα απ' το όνειρό σου και προσευχήθηκα για τον καιρό
που θα γινόμουν μια διαπεραστική γραμμή και θα ρίζωνες μέσα μου
και που θα μπορούσε να ανατρέφω τον γεννημένο σου, θα μπορούσε ν'
ανέχομαι
το εσύ σου ή το φάντασμα του εσύ σου στο μικρό μου σπιτικό.
Χθες δεν ήθελα να γίνω προϊόν δανεισμού
αλλά αυτή είναι η γραφομηχανή που κάθεται ενώπιόν μου
και η αγάπη είναι εκεί που ήταν το χθες.   


μετάφραση: Ευτυχίας Παναγιώτου

Τετάρτη 11 Απριλίου 2012

ANNE SEXTON...









Ποια είναι αυτή που έχεις στην αγκαλιά σου;

Είναι αυτή στην οποία εναπόθεσα τα οστά μου
κι έχτισα ένα σπίτι που ήταν μόνο μία κλίνη
κι έχτισα μια ζωή που κράτησε πάνω από μία ώρα
κι έχτισα ένα κάστρο όπου δε ζει κανείς
κι έχτισα, τελικά, ένα τραγούδι
για να ταιριάζει με την τελετή.

Γιατί την έφερες εδώ;
Γιατί χτυπάς την πόρτα μου
με τα λιγοστά σου αποθέματα και τα τραγούδια σου;

Ενώθηκα μαζί της όπως ενώνεται ο άντρας
με τη γυναίκα, αν και δεν υπήρχε χώρος
για εορτασμούς και τυπικότητες
κι αυτά τα πράγματα μετράνε, ξέρετε, για μια γυναίκα.
Και ζούμε, βλέπετε, σε κλίμα ψυχρό
και δεν μας επιτρέπεται να φιλιόμαστε στο δρόμο
έτσι επινόησα ένα τραγούδι που δεν ήταν αληθινό.
Επινόησα ένα τραγούδι που το λένε Γάμο.



Βγαίνεις από το γάμο σου και έρχεσαι σε μένα
κλωτσάς τα σκαλοπάτια του σπιτιού μου
και μου ζητάς να προσμετρήσω αυτά τα πράγματα;

Ποτέ. Ποτέ. Όχι η πραγματική μου γυναίκα.
Είναι η αληθινή μου μάγισσα, είναι πιρούνι και φοράδα μου
η μάνα των δακρύων μου, το μισοφόρι μου της κόλασης
το αποτύπωμα των μαρτυρίων μου, το ίχνος απ’ τις μελανιές
κι επίσης τα παιδιά που θα μπορούσε να γεννήσει
μα κι ένας τόπος ιδιωτικός, ένα κορμί οστέινο
το οποίο ειλικρινά θα αγόραζα εάν μπορούσα να αγοράσω
το οποίο και θα παντρευόμουν εάν μπορούσα να παντρευτώ.

Μήπως να σε βασάνιζα γι αυτό;
Κάθε άνθρωπος έχει την μικρή μοίρα που του έλαχε
και η δική σου είναι μια μοίρα παθιασμένη.

Μα βασανίζομαι όμως. Δεν έχουμε τόπο.
Η κλίνη που μοιραζόμαστε μοιάζει σχεδόν με φυλακή
όπου δεν μπορώ να πω λουλουδάκι μου, παπάκι ή σπουργιτάκι
καρδούλα, αγαπημένη, κορίτσι του καλοκαιριού μου, αστείο μου κορίτσι
κι όλες αυτές τις ανοησίες που λέει κάποιος στο κρεβάτι.
Να πω ότι κοιμήθηκα μαζί της δεν αρκεί.
Δεν την πήγα απλά στο κρεβάτι.
Την έδεσα σ’ αυτό, με κόμπο.

Τότε γιατί στις τσέπες
χώνεις και σφίγγεις τις γροθιές σου;
Γιατί τα πόδια σου κουνάς
σαν σχολιαρόπαιδο;

Έδενα χρόνια αυτόν τον κόμπο στα όνειρά μου.
Σ’ ένα απ’ αυτά τα όνειρα πέρασα από μια πόρτα
κι εκείνη στέκονταν εκεί φορώντας την ποδιά της μάνας μου.
Μια άλλη φορά, σύρθηκε έξω απ’ το παράθυρο που είχε σχήμα
κλειδαρότρυπας φορώντας τα ροζ κοτλέ της κόρης μου.
Κάθε φορά έδενα αυτές τις γυναίκες σ’ έναν κόμπο.
Και όταν κατέφτασε μια άνασσα, την έδεσα κι αυτήν.
Όμως αυτόν τον κόμπο τον έδεσα στ’ αλήθεια
τώρα την έχω δέσμια, γερά.
Φώναξα τ’ όνομά της δυνατά. Την αιχμαλώτισα.
Της έβαλα σφραγίδα ένα τραγούδι.
Δεν υπήρχε άλλος χώρος γι αυτό.
Δεν υπήρχε άλλη κάμαρα γι αυτό.
Μόνον ο κόμπος. Ο κόμπος ο δεμένος στο κρεβάτι.
Έτσι άπλωσα τα χέρια μου επάνω της
και είπα ότι τα μάτια και το στόμα της μου ανήκουν
όπως και η γλώσσα της, δική μου.

Για ποιον λόγο μου ζητάς να επιλέξω;
Δεν είμαι δικαστής, ούτε και ψυχολόγος.
Δικός σου είναι ο κόμπος ο δεμένος στο κρεβάτι.

Κι όμως περνώ αληθινές μέρες και νύχτες
με παιδιά και μπαλκόνια και μια καλή σύζυγο.
Έτσι έδεσα αυτούς τους άλλους κόμπους
και προτιμώ να μην τους σκέφτομαι
όταν σου μιλώ για εκείνην. Όχι τώρα.
Αν ήτανε ενοικιαζόμενο δωμάτιο, θα το πλήρωνα.
Αν ήταν μια ζωή που χρειαζόταν σωτηρία, θα την έσωζα.
Ίσως είμαι ένας άντρας με πολλές καρδιές.

Άντρας με πολλές καρδιές;
Τότε γιατί τρέμεις έξω από την πόρτα μου;
Ένας τέτοιος άντρας δεν θα με είχε ανάγκη.

Είμαι βαθιά μπλεγμένος στο χρώμα της βαφής της.
Σ’ άφησα επί τω έργω να με πιάσεις,
στις νεανικές μου τρέλες, σ’ ένα τρελό ρολόι
για την φοράδα μου, το περιστέρι μου και το δικό μου καθαρό κορμί.
Μπορεί να λεν για μένα ότι έχω φίδια μες τις μπότες μου
όμως εγώ σου λέω ότι για μία μόνο φορά βρίσκομαι στους αναβολείς,
για μια μόνο φορά, γι αυτή τη φορά, βρίσκομαι μες το κύπελλο.
Η αγάπη της γυναίκας είναι μέσα στο τραγούδι.
Την ονόμασα η γυναίκα με τα κόκκινα.
Την ονόμασα η γυναίκα με τα ροζ
όμως εκείνη ήτανε δέκα χρώματα
και δέκα γυναίκες
και μετά βίας μπορούσα να της δώσω ένα όνομα.

Ξέρω για ποια μιλάς.
Το έκανες ξεκάθαρο ποια είναι.

Ίσως δεν έπρεπε να εκφραστώ με λόγια.
Ειλικρινά, δεν το αξίζω αυτό το φίλημα,
πιωμένος σαν σωληνουργός που είμαι,
αφού έκοψα τα σχοινιά από το άρμα
και αποφάσισα να την κρατήσω εδώ δεμένη διά παντός.
Βλέπεις, αυτό το τραγούδι είναι η ζωή
που δεν μπορώ να ζήσω.
Ο Θεός, ακόμα και καθώς περνάει φευγαλέα,
αποκηρύσσει την μονογαμία ως ιδίωμα χυδαίο.
Ήθελα να την καταγράψω στους νόμους.
Όμως, ξέρεις, δεν υπάρχουν νόμοι γι αυτό.

Άντρα με τις πολλές καρδιές, είσαι ανόητος!
Το τριφύλλι έβγαλε αγκάθια φέτος
κι έκλεψε τους καρπούς απ’ τα κοπάδια
και οι πέτρες στο ποτάμι ρούφηξαν
κι αποστέγνωσαν τα μάτια των αντρών,
τη μία εποχή μετά την άλλη ανεξαιρέτως
και όλα τα κρεβάτια καταδικάστηκαν
όχι από την ηθική ή τους νόμους
μα από τον χρόνο.




Η μαύρη τέχνη




Μια γυναίκα που γράφει βιώνει με υπερβολή
αυτές τις στιγμές έκστασης και τους οιωνούς!
Σα να μην έφταναν οι κύκλοι της
και τα παιδιά και τα νησιά. Σα να μην έφταναν
οι πενθούντες κι οι κουτσομπόληδες και τα λαχανικά.
Νομίζει ότι μπορεί να ζεστάνει τ’ αστέρια.
Ο συγγραφέας είναι ουσιαστικά κατάσκοπος.
Αγάπη μου, εγώ είμαι αυτό το κορίτσι.

Ένας άντρας που γράφει γνωρίζει υπερβολικά πολλά,
τόσα μάγια και φετίχ!
Σα να μην έφταναν
οι στύσεις και οι συνουσίες και τα προϊόντα.
Σα να μην έφτασαν ποτέ
οι μηχανές και οι γαλέρες και οι πόλεμοι.
Φτιάχνει ένα δέντρο με χρησιμοποιημένα έπιπλα.
Ο συγγραφέας είναι ουσιαστικά απατεώνας.
Αγάπη μου, εσύ είσαι αυτός ο άντρας.

Ποτέ δεν αγαπάμε τον εαυτό μας,
μισούμε ως και τα παπούτσια μας και τα καπέλα,
αγαπάμε ο ένας τον άλλον, πολύτιμος, πολύτιμη.
Τα χέρια μας είναι αχνά γαλάζια και απαλά.
Τα μάτια μας γεμάτα τρομερές εξομολογήσεις.
Μα όταν παντρευόμαστε
τα παιδιά φεύγουν με αηδία.
Υπάρχει υπερβολικά πολύ φαγητό
και δεν έχει απομείνει κανείς
για να αποφάει όλη αυτήν
την αλλόκοτη αφθονία.
Τα κουδουνάκια




Στον τσιμεντένιο τοίχο σήμερα
ξεφλουδίζει η αφίσα του τσίρκου
και τα παιδιά το έχουν ξεχάσει
αν έμαθαν ποτέ γι αυτό.
Θυμάσαι, πατέρα;
Μόνο ο ήχος παραμένει,
ο μακρινός βρόντος των καλών ελεφάντων,
η φωνή των αρχαίων λιονταριών
και το τρέμολο των κουδουνιών
για τον ιπτάμενο άνθρωπο.
Εγώ, γελώντας,
στον ώμο σου ψηλά
ή μικροσκοπική μπρος στα τραχιά πόδια των αγνώστων,
δεν φοβόμουν.
Μου κρατούσες το χέρι
κι αμέσως μου εξηγούσες
τους τρεις κύκλους του κινδύνου.

Αχ, να ο άτακτος κλόουν
και η ξέφρενη παρέλαση
ενώ η αγάπη, η αγάπη
η αγάπη με κύκλωνε.
Ξεκίνησε από αυτόν τον ήχο.
Με κομμένη την ανάσα
βλέπαμε τον ιπτάμενο άνθρωπο
να προτάσσει το στήθος
στον σανιδένιο ουρανό,
να αναρριχάται στον αέρα.
Θυμάμαι το χρώμα της μουσικής
και το πώς όλοι οι τρεμάμενοι ήχοι σου
ήταν παντοτινά δικοί μου.





Είμαι στα δύο κομμένη
αλλά θα με νικήσω.
Θα ξεθάψω την περηφάνια μου.
Θα πάρω το ψαλίδι
και θα την κόψω τη ζητιάνα.
Θα πάρω το λοστό
και θα ξεσφηνώσω τα σπασμένα
κομμάτια του Θεού από μέσα μου.
Σαν ένα παζλ
θα Τον συναρμολογήσω πάλι
με την υπομονή ενός σκακιστή.

Πόσα κομμάτια;

Νιώθω πως είναι χιλιάδες.
Ο Θεός ντύθηκε πόρνη
σε μια γλίτσα από πράσινα φύκια.
Ο Θεός ντύθηκε γέρος,
τρεκλίζοντας έχασε τα παπούτσια Του.
Ο Θεός ντύθηκε παιδί,
ολόγυμνος,
δίχως δέρμα καν,
μαλακός σαν ξεφλουδισμένο αβοκάντο.
Και άλλα, και άλλα και άλλα.


Αλλά θα τους νικήσω όλους
και θα χτίσω ένα ολόκληρο έθνος του Θεού
μέσα μου αλλά ενωμένο -
θα χτίσω καινούρια ψυχή,
θα τη ντύσω με δέρμα
και μετά θα φορέσω το πουκάμισό μου
και θα τραγουδήσω έναν ύμνο,
ένα τραγούδι του εαυτού μου.
Για τον εραστή μου που επέστρεψε στη γυναίκα του




Εκείνη είναι πάντα εκεί.
Την έλιωσαν προσεκτικά για σένα,
χύθηκε στο εκμαγείο της παιδικής σου ηλικίας
των εκατό αγαπημένων βόλων σου.

Εκείνη ήταν πάντα εκεί, αγάπη μου.
Πραγματικά, είναι θεσπέσια.
Σαν πυροτέχνημα στα μέσα του μουντού Φλεβάρη
και απτή σαν σκεύος από χυτοσίδηρο.

Ας είμαστε ειλικρινείς, εγώ ήμουν περιστασιακή.
Είδος πολυτελείας. Ένα φανταχτερό κόκκινο
καΐκι στο λιμάνι.
Τα μαλλιά μου βγαίνουν σαν καπνός από το παράθυρο
του αυτοκινήτου.
Οστρακοειδή εκτός εποχής.

Εκείνη είναι κάτι περισσότερο απ' αυτό. Είναι αυτό που
πρέπει να 'χεις,
εκείνη ανέπτυξε την πρακτική, την τροπική σου
καλλιέργεια.
Μαζί της δεν πειραματίζεσαι. Εκείνη είναι γεμάτη αρμονία.
Φροντίζει τα κουπιά, τις δέστρες στο βαρκάκι,
έβαλε αγριολούλουδα στο παράθυρο το πρωί,
έκατσε πλάι στον τόρνο του αγγειοπλάστη το μεσημέρι,
αράδιασε τρία παιδιά κάτω από τη σελήνη,
τρία χερουβείμ ζωγραφισμένα από τον Μιχαήλ Άγγελο.

Τα έκανε όλα αυτά με τα πόδια της σε διάσταση
τους τρομερούς μήνες στο παρεκκλήσι.
Αν κοιτάξεις επάνω, τα παιδιά είναι εκεί,
ντελικάτα μπαλόνια που στο ταβάνι ξεκουράζονται.

Τα έχει συνοδεύσει στο διάδρομο
μετά το δείπνο, τα κεφάλια τους σκυμμένα,
δύο πόδια διαμαρτύρονται, γόνατο με γόνατο,
το πρόσωπό της ζωντανεύει από ένα τραγούδι και τον
ανάλαφρό τους ύπνο.

Σου δίνω πίσω την καρδιά σου.
Σου δίνω το ελεύθερο -

για το φυτίλι μέσα της που θυμωμένα
αναπηδά μέσα στη λάσπη, για τη σκύλα μέσα της
για να θάψεις την πληγή της,
για να θάψεις τη μικρή κόκκινη πληγή της ζωντανή -

για την αχνή λάμψη που τρεμοσβήνει κάτω από τα πλευρά της,
για τον μεθυσμένο ναυτικό που περιμένει στον αριστερό
σφυγμό της,
για το γόνατο της μάνας, για τις μακριές κάλτσες,
για τις ζαρτιέρες, για το κάλεσμα -

το περίεργο κάλεσμα
όταν θα χώνεσαι σε αγκαλιές και στήθη
και θα τραβάς με βία την πορτοκαλιά κορδέλα
των μαλλιών της
και θα ανταποκρίνεσαι στο κάλεσμα, στο περίεργο
κάλεσμα.

Είναι τόσο γυμνή και μοναδική.
Είναι το άθροισμα του εαυτού σου και των ονείρων σου.
Σκαρφάλωσέ την σαν μνημείο, βήμα προς βήμα.
Εκείνη είναι στέρεη.

Όσο για μένα, εγώ είμαι νερομπογιά.
Φεύγω με το νερό.

****
Η ωραία κοιμωμένη



Φέρτε στο νου σας
ένα κορίτσι που γλιστράει συνεχώς,
με τα μπράτσα να καμπυλώνουν σαν γέρικα καρότα,
μέσα στην έκσταση του υπνωτιστή,
μέσα στον κόσμο των πνευμάτων
μιλώντας με το δώρο των γλωσσών.
Έχει κολλήσει στη μηχανή του χρόνου,
ξαφνικά είναι δύο χρονών και πιπιλά το δάχτυλό της,
σαν σαλιγκάρι στρέφεται προς τα μέσα,
μαθαίνει να μιλά ξανά.
Κάνει ένα ταξίδι.
Κολυμπά όλο και πιο μακριά, όλο και πιο πίσω,
σαν σολομός,
παλεύοντας να μπει μες το τσαντάκι της μητέρας της.
Μικρή κουκλίτσα,
έλα στον μπαμπά.
Κάτσε στο γόνατό μου.
Έχω φιλιά για το σβέρκο σου.
Μια δεκάρα για τις σκέψεις σου, Πριγκίπισσα.
Θα τις κυνηγήσω σαν να 'τανε σμαράγδια.

Γίνε το παιχνιδάκι μου
και θα σου δώσω ρίζες.
Αυτού του είδους το ταξίδι,
θεριεμένο σαν αγιόκλημα.



Μια φορά κι έναν καιρό,
ένας βασιλιάς είχε βαφτίσει
την κόρη του Τριανταφυλλιά
κι επειδή είχε μόνο δώδεκα χρυσά πιάτα
κάλεσε μόνο δώδεκα νεράιδες
στο σπουδαίο γεγονός.
Η δέκατη τρίτη νεράιδα
- τα δάχτυλά της μακριά και λεπτά σαν καλαμάκια,
τα μάτια της καμμένα από τσιγάρα,
η μήτρα της μια άδεια κούπα τσαγιού -
έφτασε με δώρο το κακό.
Έκανε αυτήν την προφητεία:
στα δεκαπέντε η πριγκίπισσα
θα τρυπηθεί από ανέμη
και θα σωριαστεί νεκρή.
Καπούτ!
Στην αυλή έπεσε σιωπή.
Ο βασιλιάς έμεινε άφωνος σαν την Κραυγή του Μουνχ.
Οι προφητείες των μαγισσών
εκείνον τον καιρό
έπιαναν τόπο.
Ωστόσο, η δωδέκατη νεράιδα
είχε μια κάποια γόμα
κι έτσι μετρίασε λιγάκι την κατάρα
αλλάζοντας τον θάνατο με ύπνο
εκατό χρόνων.

Ο βασιλιάς διέταξε να καταστρέψουν
και να πετάξουν κάθε ανέμη.

Η Τριανταφυλλιά μεγάλωνε και γίνονταν θεά
και κάθε βράδυ ο βασιλιάς
έδενε χαλινάρι στο στρίφωμα του φουστανιού της
να την κρατάει ασφαλή.
Στέριωνε με μια παραμάνα το φεγγάρι
για να της δίνει αέναο φως.
Ανάγκαζε κάθε άντρα στην αυλή
να τρίβει με απορρυπαντικό τη γλώσσα του
να μη μολύνεται ο αέρας γύρω απ' την πεντάμορφη.

Έτσι εκείνη ζούσε μέσα στην μυρωδιά του βασιλιά,
περιπλεγμένη σαν αγιόκλημα.

Την ημέρα των δεκάτων πέμπτων γενεθλίων της
η Τριανταφυλλιά
τρύπησε το δάχτυλό της
με μια παλιά καμμένη ανέμη
και σταματήσαν τα ρολόγια.

Ναι, πράγματι. Κοιμήθηκε.
Ο βασιλιάς και η βασίλισσα κοιμήθηκαν,
οι αυλικοί κι επίσης οι μύγες στον τοίχο.
Η φωτιά στο τζάκι πάγωσε
και το ψητό σταμάτησε να τσιτσιρίζει.
Τα δέντρα έγιναν μέταλλο και
πορσελάνη ο σκύλος.
Όλοι έπεσαν σε ύπνωση
σαν κατατονικοί
στη μηχανή του χρόνου κολλημένοι.
Ακόμα και οι βάτραχοι έμοιαζαν ζωντανοί νεκροί.

Μόνο μια αγριοτριανταφυλλιά ανθούσε ακόμα
κι όλο θέριευε
φτιάχνοντας τείχος από αγκάθια
τριγύρω από το κάστρο.

Αρκετοί πρίγκιπες προσπάθησαν
να το περάσουν
γιατί είχανε ακούσει πολλά για την Τριανταφυλλιά.
Όμως δεν είχανε τρίψει τις γλώσσες τους κι έτσι
πιάστηκαν στ' αγκάθια και σταυρώθηκαν εκεί.

Σε εύλογο διάστημα πέρασαν τα εκατό χρόνια
και ένας πρίγκιπας κατάφερε να μπει.
Οι θάμνοι χώριζαν μπροστά του σαν να ήταν ο Μωυσής
και βρήκε το ταμπλό βιβάν ανέπαφο.
Φίλησε την Τριανταφυλλιά
κι εκείνη ξύπνησε φωνάζοντας:
“Μπαμπά! Μπαμπά!”

Και -ξαφνικά! - βγαίνει απ' τη φυλακή της!

Παντρεύτηκε τον πρίγκιπα
και όλα πήγανε καλά
εκτός από το φόβο -
τον φόβο του ύπνου.

Η Ωραία Κοιμωμένη
υπέφερε από αϋπνίες...
Δεν μπορούσε να πάρει έναν υπνάκο
ή να κοιμηθεί κανονικά
χωρίς να της ετοιμάσει κάποιες πανίσχυρες σταγόνες
ο φαρμακοποιός της αυλής
και μάλιστα ποτέ μπροστά στον πρίγκιπα.
Αν είναι να 'ρθει ο ύπνος, έλεγε,
θα πρέπει να με βρει εξ απήνης
καθώς γελώ ή χορεύω
ώστε να αγνοώ αυτό το βάρβαρο μέρος
όπου ξαπλώνω με τα γελάδια να με σπρώχνουν
στην τρύπα, ανοιχτή στο μάγουλό μου.
Επιπλέον, δεν πρέπει να ονειρευτώ
γιατί όταν ονειρεύομαι βλέπω το τραπέζι στρωμένο
και μια γριά που τρεμάμενη στη θέση μου.
Τα μάτια της καμμένα απ' τα τσιγάρα,
την προδοσία να μασουλά σαν φέτα κρέατος.

Δεν πρέπει να κοιμηθώ
γιατί όταν κοιμάμαι είμαι ενενήντα χρονών
και νομίζω ότι πεθαίνω.
Ο θάνατος κροταλίζει στον λαιμό μου
σαν παιδικός βόλος.
Φορώ για σκουλαρίκια σωληνάρια.
Κείτομαι ακίνητη σαν σιδερόβεργα.
Εάν στο γόνατό μου χώσετε μια βελόνα
ούτε που θα κουνηθώ.
Είμαι γεμάτη ενέσεις νοβοκαϊνης.
Αυτό το κορίτσι σε ύπνωση
είναι δικό σου για να το κάνεις ό,τι θες.
Μπορείς να την απιθώσεις σ' ένα μνήμα,
ένα απαίσιο πακέτο,
και να φτυαρίσεις χώμα στο πρόσωπό της
και να μη σου πει ποτέ “Ει! Γεια σου!”.

Όμως, εάν στο στόμα τη φιλήσεις
τα μάτια της θ' ανοίξουνε διάπλατα
και θα φωνάξει:
“Μπαμπά! Μπαμπά!”

Και - ξαφνικά! - βγαίνει απ' τη φυλακή της.

Έγινε μια κλοπή.
Αυτό μου λένε.
Εγκαταλείφθηκα.
Αυτό το ξέρω.
Με ανάγκασαν να πάω προς τα πίσω.
Με ανάγκασαν να πάω προς τα εμπρός.
Με πέρασαν από χέρι σε χέρι
σαν μια πιατέλα φρούτα.
Κάθε βράδυ με καρφώνουν σ' ένα μέρος
και ξεχνώ ποια είμαι.
Μπαμπά;
Αυτό είναι ένα άλλο είδος φυλακής.
Δεν είναι καθόλου ο πρίγκηπας
αλλά ο πατέρας μου
που μεθυσμένος σκύβει πάνω απ' το κρεβάτι μου,
σαν καρχαρίας κυκλώνει την άβυσσο,
ο πατέρας μου πάνω μου παχύς
σαν κοιμισμένη μέδουσα.
Τι ταξίδι είναι αυτό, κοριτσάκι;
Αυτή είναι η έξοδος από την φυλακή;
Βοήθεια, Θεέ μου, αυτή είναι η ζωή μετά τον θάνατο;
Τηλέφωνα






Να ένα κόκκινο βιβλίο που λέγεται ΤΗΛΕΦΩΝΑ
μεγέθους είκοσι επί δέκα. Ορίστε, εκεί είναι.
Το κόκκινο βιβλίο μου, όνομα, οδός, τηλέφωνο.
Όλοι αυτοί είν' άνθρωποι που κάπως τους κατέχω.
Κι όμως, πλαστά είναι κάποια απ' αυτά τα ονόματα.
Εκεί, πλάι στο Frigidaire και το Dictaphone ,
δίπλα στον Μαξ και τον Φρεντ και την Πέγκι και τον Τζον,
δίπλα στον Έρικ από το Σιάτλ και τον Σνουκ από το Σασκατσουάν
βρίσκονται όλα τα αγαπητά ονόματα. Ψεύδεται το μελάνι.
Γεια σας! Γεια σας! Αντίο. Και μετά διακοπή.

Κι έτσι εκτελώ έναν χορό θανάτου, έναν χορό
του αντίχειρα. Βάζω φιδοπουκάμισο
στο όνομα επάνω όμως δεν λέει να σβηστεί.
Το ίχνος του αντίχειρά μου πατάω με μελάνι.
Τρέχουν τα σάλια μου σε εκστασιασμό
και παίρνω πτύσμα και αίμα και κρασί και ασπιρίνη,
ένα μείγμα να φτιάξω, να το απλώσω στο πρόσωπό μου.
Μετά δαγκώνω τη σελίδα, μια παράξενη ερωμένη των νεκρών
και το ρολόι μου τραγουδάει “Γεια σας” και το όνομα ταΐζεται.
Όνομα, μέσα σου θα πνιγώ όπως η μητέρα στο ξίδι
γιατί σε έχω κληρονομήσει, μια αναβολή, μια μεταφορά.

Κι εσύ, που πέθανες χωρίς την έγκρισή μου, μάγε,
εσύ που δεν με αγάπησες ποτέ παρ' όλο που σου πρόσφερα
όλη τη ζάχαρη σαν έπεφταν τ' αστέρια, εσύ που μαύρισες
τον κήπο μου και το ισχιακό μου οστό
με το να καταγράφεις τα ψεγάδια μου,
εσύ που έβαλες κόλλα στο φλιτζάνι του καφέ μου
και σκουλήκια στο γλυκό μου,
εσύ που με άφησες να υποκριθώ
πως ήσουν ο πατερούλης των ποιημάτων,
μάγε, εσύ στέκεσαι
για όλους, για όλους τους κακούς νεκρούς,
μια Μπάντα του Στρατού της Σωτηρίας
που παίζει για κανέναν.
Είμαι τσιμέντο. Τυφλό το μέσα μου πουλί
καθώς μ' ένα μαχαίρι το όνομά σου
αφαιρώ και όλου του νεκρού σου είδους.

11 Σεπτεμβρίου 1972
Ρούχα



Φόρα ένα καθαρό πουκάμισο
πριν πεθάνεις, είπε κάποιος Ρώσος.
Κάτι που δε θα έχει σάλια, παρακαλώ,
ούτε λεκέδες από αυγό, ούτε αίμα,
ούτε ιδρώτα ή σπέρμα.
Με θέλεις καθαρή, Θεέ μου,
έτσι κι εγώ θα προσπαθήσω να υπακούσω.

Κάνει το καπέλο που φορούσα
όταν παντρεύτηκα;
Λευκό, πλατύ, με ψεύτικα λουλούδια σε μια μικρή σειρά.
Είναι παλιομοδίτικο κι έχει τόσο στιλ όσο ένα σκαθάρι,
όμως ταιριάζει να πεθάνεις φορώντας κάτι νοσταλγικό.

Θα πάρω και το πουκάμισο που φορούσα στα βαψίματα,
που έχει πλυθεί τόσες φορές και έχει φυσικά
λεκέδες από κάθε κίτρινη κουζίνα που έχω βάψει.
Θεέ μου, δε σε πειράζει να φέρω όλες τις κουζίνες μου;
Βαστούν τα γέλια της οικογένειας και τη σούπα.

Για στηθόδεσμο
(χρειάζεται να το αναφέρω;)
εκείνο το ενισχυμένο μαύρο που μόλις το 'βγαλα
με χλεύασε ο εραστής μου.
“Πού πήγε το υπόλοιπο;” μου είπε.

Θα πάρω και
τη φούστα της εγκυμοσύνης μου του ενάτου μήνα,
παράθυρο για της αγάπης την κοιλιά
απ' όπου ξεπετάχτηκαν ένα ένα τα μωρά σαν μήλα,
στο εστιατόριο σπάσανε τα νερά,
φτιάχνοντας ένα σπίτι θορυβώδες όπου θα 'θελα να πεθάνω.

Για εσώρουχα θα πάρω άσπρα βαμβακερά,
αυτά της παιδικής μου ηλικίας,
γιατί ήτανε της μάνας μου η γνώμη
πως τα καλά κορίτσια φοράνε μόνο άσπρο βαμβάκι.
Κι αν είχε ζήσει να το δει
θα μ' είχε επικηρύξει
για τα κόκκινα, τα μαύρα, τα μπλε που έχω φορέσει.
Όμως εγώ θα συμφωνούσα απολύτως
να πεθάνω σαν καλό κορίτσι
και να μυρίζω χλωρίνη και αποσμητικό.
Ως δεκαεξάρα
θα πέθαινα γεμάτη απορίες.
Επιθυμώντας να πεθάνω



Εφόσον ρωτάς, τις περισσότερες μέρες δεν μπορώ να θυμηθώ.
Μέσα στα ρούχα μου βαδίζω, δίχως σημάδια από εκείνο το ταξίδι.
Τότε η σχεδόν ακατονόμαστη λαγνεία επιστρέφει.

Ακόμα και τότε, δεν έχω τίποτα εναντίον της ζωής.
Ξέρω καλά εκείνο το παχύ γρασίδι που αναφέρεις,
τα έπιπλα που έβαλες κάτω από τον ήλιο.

Όμως οι απόπειρες έχουν μια γλώσσα ειδική.
Σαν μάστορες, θέλουν να ξέρουν ποια εργαλεία.
Ποτέ τους δε ρωτούν γιατί να χτίσω.

Δύο φορές διακήρυξα τόσο απλά τον εαυτό μου,
κυριαρχούσα στον εχθρό, έφαγα τον εχθρό,
και δέχτηκα την τέχνη, τη μαγεία του.

Μ' αυτό τον τρόπο, αναπαύτηκα,
βαριά και σκεπτική, θερμότερη από λάδι ή νερό,
με τα σάλια μου να τρέχουν απ' το στόμα.

Δεν σκέφτηκα το σώμα μου να το τρυπούν βελόνες.
Ακόμα και οι κερατοειδείς χαθήκαν και τα υπολείμματα
των ούρων.
Οι απόπειρες έχουν ήδη προδώσει το σώμα.

Θνησιγενείς, δεν πεθαίνουν πάντα,
μα θαμπωμένες, να λησμονήσουν δεν μπορούν ένα
ναρκωτικό τόσο γλυκό
που ακόμα και παιδιά χαμογελώντας θα το θαύμαζαν.

Να χώνεις όλη τούτη τη ζωή κάτω από τη γλώσσα σου!
Αυτό γίνεται πάθος από μόνο του.
Ο θάνατος είναι ένα λυπημένο κοκκαλάκι. Μελανιασμένο
θα 'λεγες

κι όμως με περιμένει, χρόνο με το χρόνο,
για να γιατρέψει απαλά μία παλιά πληγή,
να αδειάσει την ανάσα μου από τη φυλακή της.

Σε ισορροπία εκεί, η απόπειρα συναντά καμιά φορά,
μαινόμενη ενάντια στους καρπούς, μία πρησμένη σελήνη
κι αφήνει το ψωμί που το μπερδέψαν με φιλί,

αφήνει τη σελίδα του βιβλίου απρόσεχτα ανοιχτή,
αφήνει κάτι ανείπωτο, το τηλέφωνο κατεβασμένο
και την αγάπη, ό,τι κι αν ήταν, ένα λοιμώδες νόσημα.

3 Φεβρουαρίου 1964





Από την σελίδα της Δήμητρας Σταυρίδου
http://theannesextonblog.blogspot.com

Τρίτη 10 Απριλίου 2012

Η Ερινύα του δειλινού ... Το κεφάλι που περιμένει




Η Ερινύα του δειλινού




Κάτι
κρύο στον αέρα
μια αύρα πάγου
και φλέγμα.
Όλη τη μέρα έχτιζα
μια ολόκληρη ζωή και τώρα
ο ήλιος βυθίζεται για να
την καταργήσει.
Ο ορίζοντας ματώνει
και πιπιλίζει το δάχτυλό του.
Ο μικρός κόκκινος αντίχειρας
χάνεται από τα μάτια μου.
Κι αναρωτιέμαι μόνη μου
γι αυτήν την ολόκληρη ζωή,
γι αυτό το όνειρο που ζω.
Θα μπορούσα να φάω τον ουρανό
σαν μήλο
όμως καλύτερα
να ρωτήσω το πρώτο αστέρι:
Γιατί βρίσκομαι εδώ;
Γιατί ζω σ’ αυτό το σπίτι;
Ποιος ευθύνεται;
Ε;



Το κεφάλι που περιμένει



Αν πράγματι βαδίζω όπως συνήθως
έξω απ' το ίδιο αναρρωτήριο, στον ίδιο δρόμο εδώ κοντά
και βλέπω άλλο ένα κεφάλι, να περιμένει στο παράθυρο ψηλά
έτσι όπως καθόταν πάντα εκείνη
στην ξύλινη καρέκλα της, να περιμένει όποιον να' ναι,
τότε τα πάντα γίνονται. Ξέρω μονάχα

ότι σε δερματόδετα τετράδια έγραφε κάθε βράδυ
ότι κανείς δε φάνηκε. Θυμάμαι, φυσικά, τα δάχτυλά της

που αγκιστρώνονταν σφιχτά γύρω απ' τα δικά μου,
όμως και σήμερα ακόμα δε θα πω
πόσες φορές απέφυγα το δρόμο τούτο
όπου εκείνη απλά συνέχιζε να ζει, σαν ζαρωμένο σύκο,
και μας ξεχνούσε, έτσι κι αλλιώς.
Επισκεπτόμουν το φιλί το μαραμένο,
έσκυβα να της ξανακάνω τα χατίρια,
τη μουχλιασμένη της περούκα να χτενίσω και
να αναγκάσω την αγάπη να διαρκέσει.
Τώρα είναι πάντα πεθαμένη, τα δερματόδετα τετράδια
μου ανήκουν.
Σήμερα βλέπω το κεφάλι να κινείται,
σαν άγγελος βλογιοκομμένος, σ' εκείνο το παράθυρο ψηλά.
Τι κάνει αυτό το κεφάλι που περιμένει; Μοιάζει ολόιδιο.
Θα σκύψει να με δει όπως γυρνώ να φύγω;
Νομίζω πως το ακούω να μου φωνάζει
όμως κανείς δεν φάνηκε, κανείς δεν φάνηκε.





Από την σελίδα της Δήμητρας Σταυρίδου
http://theannesextonblog.blogspot.com

Τρίτη 3 Απριλίου 2012

Ρούχα



Φόρα ένα καθαρό πουκάμισο
πριν πεθάνεις, είπε κάποιος Ρώσος.
Κάτι που δε θα έχει σάλια, παρακαλώ,
ούτε λεκέδες από αυγό, ούτε αίμα,
ούτε ιδρώτα ή σπέρμα.
Με θέλεις καθαρή, Θεέ μου,
έτσι κι εγώ θα προσπαθήσω να υπακούσω.

Κάνει το καπέλο που φορούσα
όταν παντρεύτηκα;
Λευκό, πλατύ, με ψεύτικα λουλούδια σε μια μικρή σειρά.
Είναι παλιομοδίτικο κι έχει τόσο στιλ όσο ένα σκαθάρι,
όμως ταιριάζει να πεθάνεις φορώντας κάτι νοσταλγικό.

Θα πάρω και το πουκάμισο που φορούσα στα βαψίματα,
που έχει πλυθεί τόσες φορές και έχει φυσικά
λεκέδες από κάθε κίτρινη κουζίνα που έχω βάψει.
Θεέ μου, δε σε πειράζει να φέρω όλες τις κουζίνες μου;
Βαστούν τα γέλια της οικογένειας και τη σούπα.

Για στηθόδεσμο
(χρειάζεται να το αναφέρω;)
εκείνο το ενισχυμένο μαύρο που μόλις το 'βγαλα
με χλεύασε ο εραστής μου.
“Πού πήγε το υπόλοιπο;” μου είπε.

Θα πάρω και
τη φούστα της εγκυμοσύνης μου του ενάτου μήνα,
παράθυρο για της αγάπης την κοιλιά
απ' όπου ξεπετάχτηκαν ένα ένα τα μωρά σαν μήλα,
στο εστιατόριο σπάσανε τα νερά,
φτιάχνοντας ένα σπίτι θορυβώδες όπου θα 'θελα να πεθάνω.

Για εσώρουχα θα πάρω άσπρα βαμβακερά,
αυτά της παιδικής μου ηλικίας,
γιατί ήτανε της μάνας μου η γνώμη
πως τα καλά κορίτσια φοράνε μόνο άσπρο βαμβάκι.
Κι αν είχε ζήσει να το δει
θα μ' είχε επικηρύξει
για τα κόκκινα, τα μαύρα, τα μπλε που έχω φορέσει.
Όμως εγώ θα συμφωνούσα απολύτως
να πεθάνω σαν καλό κορίτσι
και να μυρίζω χλωρίνη και αποσμητικό.
Ως δεκαεξάρα
θα πέθαινα γεμάτη απορίες.



Από την σελίδα της Δήμητρας Σταυρίδου
http://theannesextonblog.blogspot.com

Κυριακή 1 Απριλίου 2012

Φεύγεις, έφυγες




Πάνω από πέτρινους τοίχους και αχυρώνες,
χιλιάδες μίλια μακριά από τις μαυρομάτες Σούζαν,
πάνω από σκηνές του τσίρκου και σεληνακάτους
φεύγεις, φεύγεις.
Εσύ που με κατοίκησες
στο πιο βαθύ και πιο σπασμένο μου κομμάτι,
φεύγεις, φεύγεις.

Μια γριά γυναίκα σε φωνάζει.
Από το νεκροκρέβατό της, όλο πόνο
σε ρωτά «Λοιπόν, τι θα σου μείνει από δαύτη;».
Είναι ο πυρήνας όλων των μύθων.
Είναι η τρελή του δείπνου
κι εσύ ο ταξιδευτής.

Παρά το ότι βιάζεσαι
σταματάς για ν’ ανοίξεις ένα μικρό καλάθι
και κάτω από τακτοποιημένα μισοφόρια
της δείχνεις τα μάτια με τις ραβδώσεις της τίγρης
που ξερίζωσες πρόσφατα,
της δείχνεις την ειδικότητά σου, τα χείλη,
αυτές τις δύο πρέσες
που άγρια τη σφίγγουν.
Το ένας χείλος μου ανήκει,
το άλλο είναι δικό σου.
Αποσπάστηκαν απ’ το οστό του καρπού
όταν ξεχύθηκες
στην ακατόρθωτη φυγή, έφυγες.

Τότε ακουμπάς το καλάθι
στην κούφια ποδιά της γριάς.
Ως τελευταία πράξη εκείνη χαϊδεύει
αυτά τα τεχνουργήματα σα να ‘ταν παιδικό κεφάλι
και μουρμουρίζει «πολύτιμα, πολύτιμα».
Κι εσύ χαίρεσαι που της τα 'δωσες
γιατί κι αυτή, ένα ταξίδι κάνει.




Από την σελίδα της Δήμητρας Σταυρίδου
http://theannesextonblog.blogspot.com

Σάββατο 31 Μαρτίου 2012

Θυμάμαι

Θυμάμαι




Ως τις αρχές Αυγούστου
τα αόρατα σκαθάρια είχαν αρχίσει
να ροχαλίζουν και το γρασίδι
ήταν τόσο σκληρό σαν ινδική κάνναβη και
δεν είχε χρώμα – ακριβώς όπως
κι η άμμος δεν έχει χρώμα και
είχαμε φορέσει τα γυμνά μας πόδια,
γυμνά από τις είκοσι
Ιουνίου και υπήρχαν φορές που
ξεχάσαμε να κουρδίσουμε το
ξυπνητήρι σου και κάποια βράδια
ήπιαμε το τζιν μας ζεστό και σκέτο
σε παλιά σκαλιστά ποτήρια ενώ
ο ήλιος εξέπνεε και χανόταν
σαν ένα κόκκινο ζωγραφιστό καπέλο και
μια μέρα έδεσα πίσω τα μαλλιά μου
με μια κορδέλα και είπες
ότι έμοιαζα σχεδόν με
πουριτανή κυρία και αυτό
που θυμάμαι καλύτερα απ' όλα είναι ότι
η πόρτα του δωματίου σου ήταν
η πόρτα του δικού μου.




Μικρή



Χιλιάδες πόρτες πίσω
όταν ήμουνα παιδί μοναχικό
σ' ένα μεγάλο σπίτι με τέσσερα
γκαράζ και ήταν καλοκαίρι
απ' όσο μπορώ να θυμηθώ,
ξάπλωνα τη νύχτα στο γρασίδι
το τριφύλλι να ζαρώνει πάνω μου
τα άστρα σφηνωμένα από πάνω μου
το παράθυρο της μητέρας μου φουγάρο,
κίτρινη ζέστη που έβγαινε,
το παράθυρο του πατέρα μου μισόκλειστο,
ένα μάτι όπου περνούν οι κοιμισμένοι,
και οι σανίδες του σπιτιού
ήτανε λείες και λευκές σαν το κερί
και πιθανόν χιλιάδες φύλλα
ν' αρμένιζαν στους παράξενους μίσχους τους
και τα τριζόνια να τραγουδούσαν μαζί
κι εγώ, στο ολοκαίνουριο σώμα μου,
που δεν ήταν ακόμα σώμα γυναίκας,
έκανα τις ερωτήσεις μου στ' αστέρια
και πίστευα ότι ο Θεός μπορούσε στ' αλήθεια να δει
τη ζέστη και το χρωματισμένο φως
αγκώνες, γόνατα, όνειρα, καληνύχτα.






Από την σελίδα της Δήμητρας Σταυρίδου
http://theannesextonblog.blogspot.com

Παρασκευή 30 Μαρτίου 2012

Η μαύρη τέχνη




Μια γυναίκα που γράφει βιώνει με υπερβολή
αυτές τις στιγμές έκστασης και τους οιωνούς!
Σα να μην έφταναν οι κύκλοι της
και τα παιδιά και τα νησιά. Σα να μην έφταναν
οι πενθούντες κι οι κουτσομπόληδες και τα λαχανικά.
Νομίζει ότι μπορεί να ζεστάνει τ’ αστέρια.
Ο συγγραφέας είναι ουσιαστικά κατάσκοπος.
Αγάπη μου, εγώ είμαι αυτό το κορίτσι.

Ένας άντρας που γράφει γνωρίζει υπερβολικά πολλά,
τόσα μάγια και φετίχ!
Σα να μην έφταναν
οι στύσεις και οι συνουσίες και τα προϊόντα.
Σα να μην έφτασαν ποτέ
οι μηχανές και οι γαλέρες και οι πόλεμοι.
Φτιάχνει ένα δέντρο με χρησιμοποιημένα έπιπλα.
Ο συγγραφέας είναι ουσιαστικά απατεώνας.
Αγάπη μου, εσύ είσαι αυτός ο άντρας.

Ποτέ δεν αγαπάμε τον εαυτό μας,
μισούμε ως και τα παπούτσια μας και τα καπέλα,
αγαπάμε ο ένας τον άλλον, πολύτιμος, πολύτιμη.
Τα χέρια μας είναι αχνά γαλάζια και απαλά.
Τα μάτια μας γεμάτα τρομερές εξομολογήσεις.
Μα όταν παντρευόμαστε
τα παιδιά φεύγουν με αηδία.
Υπάρχει υπερβολικά πολύ φαγητό
και δεν έχει απομείνει κανείς
για να αποφάει όλη αυτήν
την αλλόκοτη αφθονία.


Από την σελίδα της Δήμητρας Σταυρίδου
http://theannesextonblog.blogspot.com

Πέμπτη 29 Μαρτίου 2012

Τηλέφωνα





Να ένα κόκκινο βιβλίο που λέγεται ΤΗΛΕΦΩΝΑ
μεγέθους είκοσι επί δέκα. Ορίστε, εκεί είναι.
Το κόκκινο βιβλίο μου, όνομα, οδός, τηλέφωνο.
Όλοι αυτοί είν' άνθρωποι που κάπως τους κατέχω.
Κι όμως, πλαστά είναι κάποια απ' αυτά τα ονόματα.
Εκεί, πλάι στο Frigidaire και το Dictaphone ,
δίπλα στον Μαξ και τον Φρεντ και την Πέγκι και τον Τζον,
δίπλα στον Έρικ από το Σιάτλ και τον Σνουκ από το Σασκατσουάν
βρίσκονται όλα τα αγαπητά ονόματα. Ψεύδεται το μελάνι.
Γεια σας! Γεια σας! Αντίο. Και μετά διακοπή.

Κι έτσι εκτελώ έναν χορό θανάτου, έναν χορό
του αντίχειρα. Βάζω φιδοπουκάμισο
στο όνομα επάνω όμως δεν λέει να σβηστεί.
Το ίχνος του αντίχειρά μου πατάω με μελάνι.
Τρέχουν τα σάλια μου σε εκστασιασμό
και παίρνω πτύσμα και αίμα και κρασί και ασπιρίνη,
ένα μείγμα να φτιάξω, να το απλώσω στο πρόσωπό μου.
Μετά δαγκώνω τη σελίδα, μια παράξενη ερωμένη των νεκρών
και το ρολόι μου τραγουδάει “Γεια σας” και το όνομα ταΐζεται.
Όνομα, μέσα σου θα πνιγώ όπως η μητέρα στο ξίδι
γιατί σε έχω κληρονομήσει, μια αναβολή, μια μεταφορά.

Κι εσύ, που πέθανες χωρίς την έγκρισή μου, μάγε,
εσύ που δεν με αγάπησες ποτέ παρ' όλο που σου πρόσφερα
όλη τη ζάχαρη σαν έπεφταν τ' αστέρια, εσύ που μαύρισες
τον κήπο μου και το ισχιακό μου οστό
με το να καταγράφεις τα ψεγάδια μου,
εσύ που έβαλες κόλλα στο φλιτζάνι του καφέ μου
και σκουλήκια στο γλυκό μου,
εσύ που με άφησες να υποκριθώ
πως ήσουν ο πατερούλης των ποιημάτων,
μάγε, εσύ στέκεσαι
για όλους, για όλους τους κακούς νεκρούς,
μια Μπάντα του Στρατού της Σωτηρίας
που παίζει για κανέναν.
Είμαι τσιμέντο. Τυφλό το μέσα μου πουλί
καθώς μ' ένα μαχαίρι το όνομά σου
αφαιρώ και όλου του νεκρού σου είδους.

11 Σεπτεμβρίου 1972


Από την σελίδα της Δήμητρας Σταυρίδου
http://theannesextonblog.blogspot.com

Τετάρτη 28 Μαρτίου 2012

Η ανάκριση του άντρα με τις πολλές καρδιές




Ποια είναι αυτή που έχεις στην αγκαλιά σου;

Είναι αυτή στην οποία εναπόθεσα τα οστά μου
κι έχτισα ένα σπίτι που ήταν μόνο μία κλίνη
κι έχτισα μια ζωή που κράτησε πάνω από μία ώρα
κι έχτισα ένα κάστρο όπου δε ζει κανείς
κι έχτισα, τελικά, ένα τραγούδι
για να ταιριάζει με την τελετή.

Γιατί την έφερες εδώ;
Γιατί χτυπάς την πόρτα μου
με τα λιγοστά σου αποθέματα και τα τραγούδια σου;

Ενώθηκα μαζί της όπως ενώνεται ο άντρας
με τη γυναίκα, αν και δεν υπήρχε χώρος
για εορτασμούς και τυπικότητες
κι αυτά τα πράγματα μετράνε, ξέρετε, για μια γυναίκα.
Και ζούμε, βλέπετε, σε κλίμα ψυχρό
και δεν μας επιτρέπεται να φιλιόμαστε στο δρόμο
έτσι επινόησα ένα τραγούδι που δεν ήταν αληθινό.
Επινόησα ένα τραγούδι που το λένε Γάμο.



Βγαίνεις από το γάμο σου και έρχεσαι σε μένα
κλωτσάς τα σκαλοπάτια του σπιτιού μου
και μου ζητάς να προσμετρήσω αυτά τα πράγματα;

Ποτέ. Ποτέ. Όχι η πραγματική μου γυναίκα.
Είναι η αληθινή μου μάγισσα, είναι πιρούνι και φοράδα μου
η μάνα των δακρύων μου, το μισοφόρι μου της κόλασης
το αποτύπωμα των μαρτυρίων μου, το ίχνος απ’ τις μελανιές
κι επίσης τα παιδιά που θα μπορούσε να γεννήσει
μα κι ένας τόπος ιδιωτικός, ένα κορμί οστέινο
το οποίο ειλικρινά θα αγόραζα εάν μπορούσα να αγοράσω
το οποίο και θα παντρευόμουν εάν μπορούσα να παντρευτώ.

Μήπως να σε βασάνιζα γι αυτό;
Κάθε άνθρωπος έχει την μικρή μοίρα που του έλαχε
και η δική σου είναι μια μοίρα παθιασμένη.

Μα βασανίζομαι όμως. Δεν έχουμε τόπο.
Η κλίνη που μοιραζόμαστε μοιάζει σχεδόν με φυλακή
όπου δεν μπορώ να πω λουλουδάκι μου, παπάκι ή σπουργιτάκι
καρδούλα, αγαπημένη, κορίτσι του καλοκαιριού μου, αστείο μου κορίτσι
κι όλες αυτές τις ανοησίες που λέει κάποιος στο κρεβάτι.
Να πω ότι κοιμήθηκα μαζί της δεν αρκεί.
Δεν την πήγα απλά στο κρεβάτι.
Την έδεσα σ’ αυτό, με κόμπο.

Τότε γιατί στις τσέπες
χώνεις και σφίγγεις τις γροθιές σου;
Γιατί τα πόδια σου κουνάς
σαν σχολιαρόπαιδο;

Έδενα χρόνια αυτόν τον κόμπο στα όνειρά μου.
Σ’ ένα απ’ αυτά τα όνειρα πέρασα από μια πόρτα
κι εκείνη στέκονταν εκεί φορώντας την ποδιά της μάνας μου.
Μια άλλη φορά, σύρθηκε έξω απ’ το παράθυρο που είχε σχήμα
κλειδαρότρυπας φορώντας τα ροζ κοτλέ της κόρης μου.
Κάθε φορά έδενα αυτές τις γυναίκες σ’ έναν κόμπο.
Και όταν κατέφτασε μια άνασσα, την έδεσα κι αυτήν.
Όμως αυτόν τον κόμπο τον έδεσα στ’ αλήθεια
τώρα την έχω δέσμια, γερά.
Φώναξα τ’ όνομά της δυνατά. Την αιχμαλώτισα.
Της έβαλα σφραγίδα ένα τραγούδι.
Δεν υπήρχε άλλος χώρος γι αυτό.
Δεν υπήρχε άλλη κάμαρα γι αυτό.
Μόνον ο κόμπος. Ο κόμπος ο δεμένος στο κρεβάτι.
Έτσι άπλωσα τα χέρια μου επάνω της
και είπα ότι τα μάτια και το στόμα της μου ανήκουν
όπως και η γλώσσα της, δική μου.

Για ποιον λόγο μου ζητάς να επιλέξω;
Δεν είμαι δικαστής, ούτε και ψυχολόγος.
Δικός σου είναι ο κόμπος ο δεμένος στο κρεβάτι.

Κι όμως περνώ αληθινές μέρες και νύχτες
με παιδιά και μπαλκόνια και μια καλή σύζυγο.
Έτσι έδεσα αυτούς τους άλλους κόμπους
και προτιμώ να μην τους σκέφτομαι
όταν σου μιλώ για εκείνην. Όχι τώρα.
Αν ήτανε ενοικιαζόμενο δωμάτιο, θα το πλήρωνα.
Αν ήταν μια ζωή που χρειαζόταν σωτηρία, θα την έσωζα.
Ίσως είμαι ένας άντρας με πολλές καρδιές.

Άντρας με πολλές καρδιές;
Τότε γιατί τρέμεις έξω από την πόρτα μου;
Ένας τέτοιος άντρας δεν θα με είχε ανάγκη.

Είμαι βαθιά μπλεγμένος στο χρώμα της βαφής της.
Σ’ άφησα επί τω έργω να με πιάσεις,
στις νεανικές μου τρέλες, σ’ ένα τρελό ρολόι
για την φοράδα μου, το περιστέρι μου και το δικό μου καθαρό κορμί.
Μπορεί να λεν για μένα ότι έχω φίδια μες τις μπότες μου
όμως εγώ σου λέω ότι για μία μόνο φορά βρίσκομαι στους αναβολείς,
για μια μόνο φορά, γι αυτή τη φορά, βρίσκομαι μες το κύπελλο.
Η αγάπη της γυναίκας είναι μέσα στο τραγούδι.
Την ονόμασα η γυναίκα με τα κόκκινα.
Την ονόμασα η γυναίκα με τα ροζ
όμως εκείνη ήτανε δέκα χρώματα
και δέκα γυναίκες
και μετά βίας μπορούσα να της δώσω ένα όνομα.

Ξέρω για ποια μιλάς.
Το έκανες ξεκάθαρο ποια είναι.

Ίσως δεν έπρεπε να εκφραστώ με λόγια.
Ειλικρινά, δεν το αξίζω αυτό το φίλημα,
πιωμένος σαν σωληνουργός που είμαι,
αφού έκοψα τα σχοινιά από το άρμα
και αποφάσισα να την κρατήσω εδώ δεμένη διά παντός.
Βλέπεις, αυτό το τραγούδι είναι η ζωή
που δεν μπορώ να ζήσω.
Ο Θεός, ακόμα και καθώς περνάει φευγαλέα,
αποκηρύσσει την μονογαμία ως ιδίωμα χυδαίο.
Ήθελα να την καταγράψω στους νόμους.
Όμως, ξέρεις, δεν υπάρχουν νόμοι γι αυτό.

Άντρα με τις πολλές καρδιές, είσαι ανόητος!
Το τριφύλλι έβγαλε αγκάθια φέτος
κι έκλεψε τους καρπούς απ’ τα κοπάδια
και οι πέτρες στο ποτάμι ρούφηξαν
κι αποστέγνωσαν τα μάτια των αντρών,
τη μία εποχή μετά την άλλη ανεξαιρέτως
και όλα τα κρεβάτια καταδικάστηκαν
όχι από την ηθική ή τους νόμους
μα από τον χρόνο.

***

Από την σελίδα της Δήμητρας Σταυρίδου
http://theannesextonblog.blogspot.com

Κυριακή 25 Μαρτίου 2012

Μαθήματα στην πείνα




«Σου αρέσω;»
ρώτησα το μπλε σακάκι.
Καμία απάντηση.
Σιωπή αναπήδησε απ’ τα βιβλία του.
Σιωπή έσταξε απ’ τη γλώσσα του
και κάθισε ανάμεσά μας
κι έφραξε το λαιμό μου.
Έσφαξε την εμπιστοσύνη μου.
Άρπαξε από το στόμα μου τσιγάρα.
Ανταλλάξαμε λέξεις τυφλές
και δεν έκλαψα,
δεν ικέτεψα,
μαυρίλα πλάκωσε την καρδιά μου
και κάτι που είχε υπάρξει καλό,
ένα είδος φιλεύσπλαχνου οξυγόνου,
έγινε φούρνος του γκαζιού.
Σου αρέσω;
Τι εξωφρενικό!
Τι ερώτηση είναι αυτή;
Τι σιωπή είναι αυτή;
Και γιατί περιφέρομαι ακόμα εδώ
διάτρητη απ’ όσα είπε η σιωπή του;


7 Αυγούστου 1974
****

Παρασκευή 23 Μαρτίου 2012

Το στήθος




Αυτό είναι το κλειδί.
Αυτό είναι το κλειδί για όλα.
Μονάκριβο κλειδί.

Είμαι χειρότερη κι απ’ τα παιδιά του θηροφύλακα,
που σκόνη και ψωμί τσιμπολογάνε.
Ορίστε, εδώ είμαι, με το άρωμά μου προκαλώ.

Άσε με να ξαπλώσω στο χαλί σου,
στο αχυρένιο στρώμα σου – σε ό,τι έχεις πρόχειρο
γιατί μέσα μου το παιδί πεθαίνει, πεθαίνει.



Δεν είμαι βοδινό που θα με φάνε.
Δεν είμαι κάποιου είδους δρόμος.
Όμως τα χέρια σου με ανακαλύψαν σαν αρχιτέκτονες.

Μια κανάτα γάλα! Ήταν δική σου πριν πολλά χρόνια
όταν ζούσα στην κοιλάδα των οστών μου,
βουβά οστά στο βάλτο. Παιχνιδάκια.

Ίσως ένα ξυλόφωνο με δέρμα
άτεχνα τεντωμένο επάνω του.
Μόνο πολύ αργότερα έγινα κάτι αληθινό.

Αργότερα μετρήθηκα σε σύγκριση με σταρ του σινεμά.
Δεν κρίθηκα αντάξια. Υπήρχε κάτι
ανάμεσα στους ώμους μου, όμως ποτέ
δεν ήταν αρκετό.

Σίγουρα υπήρχε ένα λιβάδι,
μα όχι νέοι άντρες να τραγουδούν την αλήθεια.
Τίποτα δεν υπήρχε απ’ το οποίο να αναγνωρίζεται η αλήθεια.

Άμαθη από άντρες, ξάπλωσα πλάι στις αδερφές μου
κι όπως σηκώθηκα απ’ τις στάχτες, φώναξα
«Το φύλο μου θα τρυπηθεί!».

Τώρα είμαι η μάνα σου, η αδερφή σου, το ολοκαίνουριό σου –
φωλιά και σαλιγκάρι.
Ζωντανή είμαι όταν τα δάχτυλά σου ζωντανεύουν.

Φορώ μετάξι – το ντύμα που θα ξεντυθεί—
γιατί μετάξι θέλω να 'χεις στο μυαλό σου.
Όμως αντιπαθώ το ύφασμα. Είναι υπερβολικά τραχύ.

Οπότε, πες μου ό,τι θες μα βρες τα μονοπάτια μου
σαν αναρριχητής,
καθώς εδώ είναι το μάτι, εδώ είναι το κόσμημα,
εδώ που έξαψη διδάσκεται η θηλή.

Είμαι ανισόρροπη – όμως δε με ξετρέλανε το χιόνι.
Είμαι ξετρελαμένη με τον τρόπο των νεαρών κοριτσιών,
προσφέρομαι, προσφέρομαι….

Καίγομαι όπως καίγεται το χρήμα.


Από την σελίδα της Δήμητρας Σταυρίδου
http://theannesextonblog.blogspot.com

Το είδος της



Βγήκα, δαιμονισμένη μάγισσα,
στοιχειώνοντας τον μαύρο αέρα, πιο τολμηρή τη νύχτα
Πετώ πάνω από σπίτια φτωχικά, σκέφτομαι το κακό,
πάω από φως σε φως.
Πλάσμα μοναχικό, δωδεκαδάχτυλο, τρελό.
Μια τέτοια γυναίκα δεν είναι ακριβώς γυναίκα.
Έχω υπάρξει ον του είδους της.

Βρήκα τις ζεστές σπηλιές στο δάσος,
τις γέμισα με κατσαρολικά, κουζινομάχαιρα και ράφια,
ντουλάπια και μεταξωτά, αμέτρητα αγαθά.
Μαγείρευα για τα σκουλήκια και τα ξωτικά.
Γκρίνιαζα, έβαζα τα πάντα πάλι σε σειρά.
Μια τέτοια γυναίκα την παρεξηγούν.
Έχω υπάρξει ον του είδους της.

Ανέβηκα στην άμαξά σου, οδηγέ,
κούνησα τα γυμνά μου μπράτσα στα χωριά που προσπερνούσα,
έμαθα όλες τις λαμπρές, ύστατες διαδρομές,
επέζησα εκεί που οι φλόγες σου ακόμα γλύφουν τον μηρό μου,
εκεί όπου περνούν οι ρόδες σου κι ακόμα σπάνε τα πλευρά μου.
Μια τέτοια γυναίκα δεν ντρέπεται να πεθάνει.
Έχω υπάρξει ον του είδους της.



http://theannesextonblog.blogspot.com
Από την σελίδα της Δήμητρας Σταυρίδου

Παρασκευή 8 Ιουλίου 2011

ΤΟ ΦΙΛΙ

Το στόμα μου ανθίζει σαν πληγή.
Πέρασα όλη τη χρονιά αδικημένη, κουραστικά
αργόσυρτες   
οι νύχτες, άδειες, σκληροί αγκώνες μόνο
και στοίβες χαρτομάντιλα που φώναζαν
«κλαψιάρα,   
κλαψιάρα, τί χαζή που είσαι!».

Άχρηστο το κορμί μου μέχρι χθες.
Σήμερα σκίζονται οι ορθές του γωνίες.
Σήμερα σκίζει τα ρούχα τα σεμνότυφα
κόμπο τον    κόμπο
και κοίτα – με τρυπούν ολόκληρη καρφιά
ηλεκτρισμένα.   
Σβιιινιν! Ανάσταση!

Κάποτε το κορμί μου ήτανε βάρκα, σκέτο ξύλο
σε αχρηστία, με δίχως θάλασσα από κάτω,
με την μπογιά της ξεφτισμένη. Ένας σωρός σανίδες,
τίποτ’ άλλο. Όμως εσύ με σήκωσες, μ’ αρμάτωσες.
Έγινα η εκλεκτή σου.

Τα νεύρα μου έχουν τεντωθεί. Τ’ ακούω σαν
μουσικά όργανα. Στη θέση της παλιάς σιωπής
ασταμάτητα χτυπούν τα τύμπανα, οι χορδές. Δικό σου
έργο είναι.   
Ιδιοφυΐα στην πράξη. Αγάπη μου, ο συνθέτης έπεσε
στη φωτιά.   

Μετάφραση: Δήμητρα Σταυρίδου.

Τετάρτη 29 Ιουνίου 2011

Ξυπόλητη

Το να μ άγαπάς όταν δεν φορώ παπούτσια
σημαίνει πώς αγαπάς τίς μακριές καφέ μου γάμπες,
γλυκές αγαπημένες,ελκυστικές σαν κουτάλια
και τα πόδια μου ,αυτά τα δυό παιδιά
αμολήθηκαν να παίξουν γυμνά.Μπερδεμένοι κόμποι
τα δάχτυλα των ποδιών μου.Οχι πιά δεμένα
Κι ακόμη πιό πολύ,δές νύχια ποδιών και
αρπαχτικές κλειδώσεις επί κλειδώσεων και
όλα τα δέκα σημεία απο τη ρίζα.
Ολα πνευματώδη κι άγρια,αυτό το μικρό
γουρουνάκι βγήκε στο παζάρι κι αυτό το μικρό γουρουνάκι
έμεινε.Μακριές καφέ γάμπες και μακριά καφέ δάχτυλα ποδιών.
Πιό πάνω ,λατρεία μου,η γυναίκα
φωνάζει τα μυστικά της ,μικρά σπίτια
μικρές γλώσσες μαρτυριάρες.

Δέν υπάρχει άλλος κανείς απο μάς
σε αυτό το σπίτι,στην αμμώδη ξηρά επάνω.
Η θάλασσα φοράει ένα κουδούνι στόν αφαλό της
Κι ειμαι η ξυπόλητη γκομενά σου για μιά
ολόκληρη βδομάδα.Σε ενδιαφέρει το σαλάμι;
Οχι.Δεν θα προτιμούσες ένα σκοτσέζικο ουίσκι;
Οχι.Εδώ που τα λέμε ,δεν πίνεις.Πίνεις όμως
εμένα.Οι γλάροι σκοτώνουν ψάρια,
κλαψουρίζοντας σαν τρίχρονα.
Οι ήχοι του κύματος είναι ναρκωτικό,φωνάζουν
υπάρχω,υπάρχω,υπάρχω
όλη νύχτα.Ξυπόλητη,
παίζω ταμπούρλο πάνω-κάτω στην πλάτη σου.
το πρωί τρέχω απο πόρτα σε πόρτα
στην καμπίνα παίζοντας κυνηγητό.
Τώρα με αρπάζεις από τούς αστραγάλους.
Τώρα να αναρριχηθείς πασχίζεις απ΄τις γάμπες
κι έρχεσαι να με τρυπήσεις στο σημείο όπου πεινώ.

Αnne Sexton
Ερωτικά ποιήματα
μετ.Ευτυχία Παναγιώτου
εκδ.Μελάνι

Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2010

Εσύ, δόκτωρ Μάρτιν

Εσύ, δόκτωρ Μάρτιν

Εσύ, δόκτωρ Μάρτιν, περπατάς
από το πρωινό στην τρέλα. Τέλος Αυγούστου,
τρέχω μέσα από το αντισηπτικό τούνελ
εκεί που οι κινούμενοι νεκροί ακόμα μιλούν
για το σπρώξιμο των οστών τους απωθώντας
τη θεραπεία. Και είμαι η βασίλισσα αυτού του θερινού ξενοδοχείου
ή η γελαστή μέλισσα πάνω στον μίσχο
του θανάτου. Στεκόμαστε σε διαλυμένες γραμμές
και περιμένουμε ενόσω ξεκλειδώνουν
την πόρτα και μας καταμετρούν στις παγωμένες πύλες
της τραπεζαρίας. Το συνθηματικό λέχθηκε
και προχωρούμε στον ζωμό με την ποδιά
των χαμόγελών μας. Μασάμε σε σειρές, τα πιάτα μας
ξύνονται και στριγκλίζουν σαν την κιμωλία
στο σχολείο. Δεν υπάρχουν μαχαίρια
για να κόψεις τον λαιμό σου. Φτιάχνω
μοκασίνια όλο το πρωί. Στην αρχή τα χέρια μου
παρέμεναν άδεια, διαχωρισμένα από τις ζωές
που συνήθιζαν να δουλεύουν. Τώρα ξέρω να τις παίρνω
ξανά πίσω, κάθε αγριεμένο δάχτυλο που απαιτεί
επισκευάζω αυτό που κάποιο άλλο θα το σπάσει
αύριο. Βέβαια σε αγαπώ-
κρέμεσαι από τον πλαστικό ουρανό,
θεέ του τετραγώνου μας, πρίγκιπα όλων των αλεπούδων.
Τα σπασμένα διαδήματα είναι καινούργια
αυτά που φόρεσε ο Τζακ. Το τρίτο σου μάτι
μετακινείται ανάμεσά μας και φωτίζει τα ξεχωριστά κελιά
όπου κοιμόμαστε ή θρηνούμε.
Τι μεγάλα παιδιά είμαστε
εδώ. Ενα γύρω, έγινα ακόμα ψηλότερη
στην καλύτερη πτέρυγα. Η δουλειά σου είναι άνθρωποι,
που προσκαλείς στο τρελόσπιτο, ένα αμφίσημο
μάτι στη φωλιά μας. Εξω στον διάδρομο
η ενδοσυνεννόηση σε καλεί. Τυλίγεις την έλξη
από τα αλεπουδάκια που πέφτουν
σαν πλημμύρες της ζωής στην παγωνιά.
Και είμαστε μαγικοί μιλώντας του,
θορυβώδεις και μόνοι. Είμαι η βασίλισσα όλων των αμαρτιών
που ξεχάστηκαν. Είμαι ακόμα χαμένη;
Κάποτε ήμουν όμορφη. Τώρα είμαι ο εαυτός μου,
απαριθμώντας αυτή κι εκείνη την αράδα με τα μοκασίνια
που περιμένουν στο σιωπηλό ράφι.

Ο θάνατος της Σύλβια

Ο θάνατος της Σύλβια
στη Σύλβια Πλαθ

Ω Σύλβια, Σύλβια
μ' ένα φέρετρο λίθων και κουταλιών
με δυο παιδιά, δυο μετεωρίτες
περιπλανώμενα σαν τ' αδέσποτα στο λιλιπούτιο δωμάτιο των παιχνιδιών,
με το στόμα σου μέσα στο σεντόνι,
στης στέγης το δοκάρι, στη βουβή προσευχή,
(Σύλβια, Σύλβια,
πού πήγες
αφότου μου 'γραψες
από το Ντεβονσάιρ
για την καλλιέργεια των πατατών
και τα μελίσσια;)
τι περίμενες,
πώς ακριβώς ξάπλωσες μέσα;
Κλέφτρα! -
πώς σύρθηκες εντός,
σύρθηκες κάτω ολομόναχη
μέσα στον θάνατο που τόσο απελπισμένα και για τόσον καιρό επιθύμησα
ο θάνατος που είπαμε πως κι οι δυο ξεπεράσαμε
αυτός που φορέσαμε στα λιπόσαρκα στήθια μας
αυτός που τόσο συχνά συνομιλήσαμε κάθε φορά
που κατεβάσαμε τρία διπλά ντράι Μαρτίνι στη Βοστώνη,
ο θάνατος που ειπώθηκε από ψυχαναλυτές και θεραπείες
ο θάνατος που ειπώθηκε σαν νύφες με σκευωρίες,
ο θάνατος που ήπιαμε στην υγειά του,
τα κίνητρα και κατόπιν η κρυφή πράξη;
(Στη Βοστώνη
η θανάσιμη
βόλτα με ταξί,
ναι, θάνατος ξανά,
εκείνη η επιστροφή στο σπίτι
με το αγόρι μας).
Ω Σύλβια, θυμάμαι τον νυσταγμένο ντράμερ
που πάλλεται πάνω στα μάτια μας με μια παλιά ιστορία,
πόσο θέλαμε να τον προσκαλέσουμε
σαν έναν σαδιστή ή μια αδερφή της Νέας Υόρκης
να κάνει τη δουλειά του,
μια αναγκαιότητα, ένα άνοιγμα στον τοίχο ή μια φάτνη,
και από εκείνον τον καιρό περίμενε
κάτω απ' τις καρδιές μας, το ερμάριό μας,
και τώρα βλέπω πως τον διαφυλάξαμε
χρόνο με τον χρόνο, παλιές αυτοκτονίες
και ξέρω απ' τις ειδήσεις για τον θάνατο σου,
μια φρικτή γεύση αυτό, σαν τ' αλάτι.
(Και εγώ,
εγώ επίσης.
Και τώρα, Σύλβια,
ξανά εσύ
ξανά με θάνατο,
εκείνη η επιστροφή στο σπίτι
με το αγόρι μας).
Και λέω μόνο
με τα χέρια μου τεντωμένα μέσα σ' εκείνο το πέτρινο μέρος,
τι είναι ο θάνατος σου
παρά ένα παλιό βιος,
ένα μόριο που έπεσε
από κάποιο σου ποίημα;
(Ω φιλενάδα,
ενόσω το φεγγάρι είναι κακό
και ο βασιλιάς έχει φύγει
και η βασίλισσα είναι σε πλήρη αδιέξοδο
ο μεθύστακας είναι πρέπον να τραγουδήσει!)
Ω μικροσκοπική μητέρα,
εσύ επίσης!
Ω αστεία δούκισσα!
Ω ξανθό πράγμα!

Μετά το Αουσβιτς

Μετά το Αουσβιτς

Οργή
ερεβώδης σαν τ' αγκίστρι,
με παρασέρνει.
Κάθε μέρα,
κάθε Ναζί
πήρε, στις οκτώ το πρωί, ένα μωρό
και το σόταρε για πρόγευμα
στο τηγάνι του.
Κι ο θάνατος κρίνει με το συνηθισμένο του βλέμμα
και τσιμπολογάει τη βρόμα κάτω από το νύχι του δαχτύλου του.
Ο άνθρωπος είναι σατανικός,
λέω δυνατά.
Ο άνθρωπος είναι ένα λουλούδι
που πρέπει να καεί,
λέω δυνατά.
Ο άνθρωπος
είναι ένα πουλί γεμάτο λάσπη,
λέω δυνατά.
Κι ο θάνατος κρίνει με το συνηθισμένο του βλέμμα
και ξύνει τον πρωκτό του.
Ο άνθρωπος με τα μικρά ροζ δάκτυλα των ποδιών του,
με τ' αξιοθαύμαστα δάχτυλά του
δεν είναι ένας βωμός
αλλά ένα παράσπιτο,
λέω δυνατά.
Ασε τον άνθρωπο να μην υψώσει ποτέ ξανά την κούπα του τσαγιού του.
Ασε τον άνθρωπο να μην γράψει ποτέ ξανά ένα βιβλίο.
Ασε τον άνθρωπο να μην φορέσει ποτέ ξανά το παπούτσι του.
Ασε τον άνθρωπο να μην σηκώσει ποτέ ξανά το βλέμμα του,
σε μια γλυκιά νύχτα του Ιουλίου.
Ποτέ. Ποτέ. Ποτέ. Ποτέ. Ποτέ.
Αυτά τα λέω δυνατά.
Παρακαλώ τον Κύριο να μην ακούει.

Συγχρωτιζόμενη με αγγέλους ...

Συγχρωτιζόμενη με αγγέλους ...

Κουράστηκα να 'μαι γυναίκα,
με κούρασαν τα κουτάλια και τα βαζάκια,
με κούρασε το στόμα και τα στήθη μου,
με κούρασαν τα καλλυντικά και τα μεταξωτά.
Ακόμα υπήρξαν άντρες που κάθισαν στο τραπέζι μου,
σε κύκλο γύρω από το μπολ που τους προσέφερα.
Το μπολ ήταν γεμάτο μαύρα σταφύλια
και οι μύγες τριγύριζαν για το άρωμα
μάλιστα ήρθε και ο πατέρας μου με το λευκό του οστό.
Αλλά κουράστηκα απ' το γένος των πραγμάτων.
Χθες βράδυ είδα ένα όνειρο
και είπα σ' αυτό...
«Εσύ είσαι η απάντηση.
Θα επιβιώσεις περισσότερο από τον σύζυγο και τον πατέρα μου».
Σε εκείνο τ' όνειρο μια πόλη ήταν καμωμένη από αλυσίδες
όπου η Ιωάννα καταδικάστηκε σε θάνατο μ' ανθρώπινη φορεσιά
και η φύση των αγγέλων χάθηκε ανεξήγητα,
ούτε δυο ανήκανε στο ίδιο είδος,
ένας με μια μύτη, ένας μ' ένα αυτί στο χέρι του,
ένας μασώντας ένα αστέρι και καταγράφοντας την τροχιά του,
καθένας σαν ένα ποίημα πειθαρχώντας στον εαυτό του,
εκτελώντας τις τελετές του Θεού,
ένας άνθρωπος ξεχωριστά.
«Εσύ είσαι η απάντηση»,
είπα και εισήλθα,
πλαγιάζοντας στις πύλες της πόλης.
Στη συνέχεια οι αλυσίδες σφίχτηκαν γύρω μου
κι έχασα το συνηθισμένο μου φύλο και την τελική μου άποψη.
Ο Αδάμ ήταν εξ αριστερών μου
και η Εύα εκ δεξιών μου,
και οι δυο παντελώς ασταθείς με τον κόσμο της αιτίας.
Πλέξαμε τα χέρια μας μαζί
και στριφογυρίσαμε κάτω απ' τον ήλιο.
Δεν ήμουν γυναίκα πια,
μήτε το ένα πράγμα μήτε το άλλο.
Ω Κόρες της Ιερουσαλήμ,
ο βασιλιάς μ' έχει φέρει στο δωμάτιο του.
Είμαι μαύρη κι όμορφη.
Εχω ξεκουμπωθεί και είμαι γυμνή.
Δεν έχω χέρια ή πόδια.
Είμαι ολόκληρη ένα δέρμα σαν ψάρι.
Είμαι τόσο πια γυναίκα
όσο κι ο Χριστός ήταν άνδρας.