Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Σάββατο, 15 Ιουνίου 2019

ΑΠΟΛΕΣΘΕΙΣ ΚΗΠΟΣ


Στην Λιζ Ντεάρμ

Ο κήπος έβλεπε στη θάλασσα
Λαιμός γαρούφαλλα όλος
Του νερού το πάφλασμα έκανε
Κι έλεγες πως κρυφακούς το δάσος
Τον πελαγίσιο εχρέωνε αγέρα η καρδιά του
Με νηνεμίες συμπαγείς ατόφυες
Τ’ άνθη του ανέβαιναν με βήμα φυλλωσιάς
Προς τις ρίζες της παντρύφερης ημέρας
Ο κήπος έβλεπε στη στέρεα γη
Ανεπαισθήτως οι θωπείες του βαραίναν
Τις αλέες με το ανάβλυσμά τους
Μόνες τους κάθε στιγμή και ώρα
Μια διαπασών προοπτικές
Στα ρεύματα της θέας προσφερότανε
Κι ο ήλιος ένα χρώμα απριλιανό
Τα εύφορα εμψύχωνε ουράνια.

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Δευτέρα, 13 Μαΐου 2019

Διάψευση




Μου το είπαν δυο αρχάγγελοι
πως βιγλάτορας είσαι των σύννεφων.
Εσύ στέλνεις την καλή βροχή, τις αστραπές,
το άγριο μπουμπουνητό που κουρδίζει
τις ράγες των τρένων με μπάσες νότες.
Σε παρακολουθώ κάθε που πιάνει να βρέχει,
κάθε που πιάνει να χιονίζει αθώα καρφάκια.
Πεντόβολα παίζω με τις αδερφές σου.
Κερδίζω, χάνω, δεν επιμένω.
Αφήνομαι στη χαρά του παιχνιδιού.
Αφήνομαι σε εσένα.
Να με δροσίζεις.
Να μου ξεπλένεις το δάκρυ.
Να μου χαρίζεις τόπο να ανθώ και να ψηλώνω
Λουλούδι μοιάζω, αγριοτριανταφυλιά
που στα μάτια σου παράξενα αναρριχώμαι.
Δεν έχω να πάω πουθενά.
Μου έλειψαν οι στράτες,
μου έλειψε το ελευθέρας της καρδιάς σου.

Κάθε που βρέχει λοιπόν,
αρχηγό μου σε ορίζω.
Μπαμπακένιες φοράω κάλτσες και βγαίνω στον κήπο.
Αγαπώ την υγρασία,
τις δακρυσμένες ορτανσίες,
τα μεστά πιο καιρού φραγκόσυκα.
Βγάζω το καπέλο μου και μαζεύω πεντέξι.
Αυτό το γεύμα μου.
Αυτή η κανάτα με τα αρχικά σου.
Αυτά τα βιβλία που ξεχώρισα να σου διαβάζω
-κάτω από τον ήχο της βροχής- στο άδειο σου προσκεφάλι.

Τίποτα δικό σου δεν πέταξα.
Εδώ η κορνίζα σου, εδώ το λαμπατέρ σου,
εδώ και τα δίδυμα φεγγάρια που μου χάρισες έναν Αύγουστο μήνα.
Όλα τακτοποιημένα, όλα στο "περίμενε".
Το κοστούμι σου, τα βερνικωμένα σου παπούτσια,
οι άθικτες κάλτσες σου.
Δεν ξέρω αν σε περιμένω κι εγώ το ίδιο.
Δεν ξέρω αν θα 'ρθεις.
Ένα μόνο γνωρίζω:
Πως δίχτυα 'γίναν τα χέρια μου
και μέσα τους φυλάνε τα λόγια σου που ψιθυριστά είναι κοχύλια.
Παλεύω να τα ξεκολλήσω.
Τη σάρκα τους να αγγίξω, τα καταφέρνω.

Ξαναγεννιέμαι.
Περιπολώ κάτω από τους φανοστάτες τα σπουργίτια.
Δεν με βλέπεις, όσο κι αν τα μάτια μου σπιθίζουν.
Μόνο με ακούς και κρυφογελάς στο λυτρωτικό "σ' αγαπώ" μου.
Τι τα θες, καιρός να μπω στο πλεούμενο.
Καιρός να ξενιτευτώ.
Έχω πολλά δικά μου έρημα σπίτια
και ένα χάρτη μη και μας ξεφύγουν τα μυστικά περάσματα.
Όρθιος σαν κυπαρίσσι να μείνει ο στύλος της μνήμης
σαν τη ψηλή μουριά μπροστά στη μάντρα του χασάπικου
με τα κρεμασμένα αστραφτερά μαχαίρια στα ζερβά.

Τι κι αν πουθενά δεν χωράς, εγώ δακτυλίδι θα σε φορώ
στο μεσαίο δάκτυλο.
Μπορώ στα ουράνια μπαλκόνια να ανεβώ για χατήρι σου.
Χώμα σου να γίνω αφράτο,
εκεί να σχεδιάζεις αχνά τους χρόνους της απουσίας.

Σάββατο, 4 Μαΐου 2019

ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΕΤΟΥΣ


Ούτε η συμβολική λεπτομέρεια
του ν’ αλλάζουμε το δύο σε τρία
ούτε αυτή η άγαρμπη μεταφορά
που σημασιοδοτεί ένα σφάλμα που πεθαίνει
κι ένα άλλο που γεννιέται
ούτε και η περάτωση μιας αστρονομικής διαδικασίας
αναστατώνουν και υπονομεύουν
τον χερσότοπο τούτης εδώ της νύχτας
υποχρεώνοντάς μας να περιμένουμε
τα δώδεκα ανεπανόρθωτα καμπανίσματα.
Η αληθής αιτία
είναι η γενική και ερεβώδης υποψία μας
σχετικά με του Χρόνου το αίνιγμα·
είναι η έκπληξή μας μπρός στο θαύμα
που, παρ’ ότι οι πιθανότητές του να γίνει
τείνουν στο άπειρο και παρ’ ότι εμείς
είμαστε μες στο ποτάμι του Ηράκλειτου απλώς σταγόνες,
επιτρέπει σε κάτι να διαρκεί εντός μας επίμονα –
εντελώς και αενάως ακίνητο.

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Παρασκευή, 3 Μαΐου 2019

16 τρόποι να κοιτάς τις λέξεις


-Ξαφνικά ένας βλαστός
Ξεπρόβαλε απ' το μάρμαρο
Ήταν η καρδιά σου
Που άρχισε να ριζώνει
-Σκάλισα το μονόγραμμα σου
Στην άκρη της ασφάλτου
Οδοδείκτης να γίνει
Στα χαοτικά όνειρα μου
-Γλιστράει η τέμπερα
Στο κρύο πορτραίτο
Τέμνοντας σταυρωτά
Τα ματοτσίνορα σου
Τρέμοντες σταυροί
Αργά αναφύονται
-Σ' απαντώ στ' όνειρα μου
Κρύσταλλα να σκορπάς
Στην απέθαντη κόμη του θέρους
Λευκές πυραμίδες
-Σαν κλόουν θλιμμένος
Σ' ανούσια παράσταση
Ο πόνος που δράμει
Στην κοίλη της γης
- Στα μαύρα βότσαλα
Έπεσαν του φεγγαριού
Οι εννέα μούσες νεκρές
-Στην πληγή του θέρους
Κρύφτηκε η σπαλέτα του ήλιου
Παρασημοφορημένη
-Κομμένα φτερά
Και πώς να συλλέξεις
Τα μύρα των αιθέρων;
-Χρόνια προετοίμαζες τη μέρα
Που βουβά θα ριγούσες
Μπρος σ' ένα άδειο ψαθάκι
-Πλησίασες τον αντίχειρα
Στα πόδια του σκιάχτρου
Προειδοποιώντας τους ουρανούς
Για τον επικείμενο κατακλυσμό
-Είχαν σύναξη οχληρή
Στον κήπο τ' αγάλματα
Πριν φανεί η εποχή
Με τους μυστικούς έρωτες
-Με δυο βελανίδια για μάτια
Το 'σκασε στο δάσος ο σκίουρος
Προτάσσοντας το αβλαβές
-Ακίδες στα χέρια
Στο λίκνο σταυρώθηκαν
Οι πρώιμοι ροδώνες...
Στη χάση του ο κόσμος
-Σαν έφυγες
Οι φωλιές των περιστεριών
Γέμισαν τρωκτικά
Φίδια οι αυλοί
-Είδες ποτέ τη νύχτα
Να έρπει στα πηγάδια
Σαν άλλος σκοτεινός μάγος
Πριν στεφτεί τροπαιούχος;
-Στομώνει τ' αλέτρι
Χρόνια καρτέραγε
Μια πορεία στα χρυσά γεννήματα
Μια φρενήρη φυγή

ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ, 1









Ο Ηράκλειτος οδεύει το βραδάκι
προς Έφεσον. Τον έχει η εσπέρα φέρει,
ανεξαρτήτως της θελήσεώς του,
σε κάποιο αμίλητο ποτάμι, που ούτε
πού χύνεται ούτε πώς το λένε ξέρει.
Είν’ ένας Ιανός εκεί από πέτρα
και κάτι λεύκες. Σαν κοιτιέται μέσα
σ’ εκείνον τον παροδικό καθρέφτη,
τη φράση ανακαλύπτει και δουλεύει
που των ανθρώπων οι γενιές για πάντα
θα σώσουν. Η φωνή του διακηρύσσει:
Δεν γίνεται μες στο ίδιο το ποτάμι
να μπεις και να ξανάμπεις ( : Ποταμῷ οὐκ
ἔστιν ἐμβῆναι δὶς τῷ αὐτῷ). Εστάθη.
Τα χάνει. Μ’ έκπληξη και τρόμο νιώθει
ιερό ότι και ο ίδιος ρεύμα ποταμού είναι
παροδικό. Κι αν θέλει πάλι νά ’χει
το πρωινό που πέρασε, τη νύχτα,
το σούρουπό της, δεν μπορεί. Τη φράση
τότε επαναλαμβάνει. Τυπωμένη
τη βλέπει μ’ ευανάγνωστα στοιχεία
στο μέλλον, στου Ιωάννου Μπάρνετ μια σελίδα.
Ο Ηράκλειτος ελληνικά δεν ξέρει.
Ο Ιανός, θεός των θυρών, είν’ θεός λατίνος.
Ο Ηράκλειτος δεν έχει χτες και τώρα.
Απλό μηχάνευμα είναι που ονειρεύτη
κάποιος μονόχνωτος στις όχθες του Red
Cedar, που ενδεκασύλλαβους συνθέτει,
γιατί δεν θέλει το μυαλό του νά ’ναι
μονίμως στο Μπουένος Άιρες και στις
μορφές τις προσφιλείς του. Κάποια λείπει.



http://alonakitispoiisis.blogspot.com/

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

À TRAVERS









Δια μέσου κραδασμών εκρύθμων σε ροδάκων
πλεκτάνες και αφανών, πλην σημαινόντων κήπων
με ιριδισμούς και συναιρέσεις των αβάκων
σε συναισθησιών πεσσούς επί αντιτύπων
σελαγισμών στα αρμόνια φόντα των πινάκων,
χυμούν εξεικασμοί και των λοιπών ατύπων
φωνών σφιχτά μπαχάρια ανάμιχτα με βύνες
ευθύς ως αλυχτάν των γλυκασμών οι κρήνες.


Στον κύκλο της σπηλιάς το φυτεμένο δόρυ
ανθοφορεί και διαφορότητες χορεύει·
κορυδαλλοί είναι στο ένδον σκότος σου οι αειφόροι
ορίζοντες και λόγος γίνεται ό,τι διέβη
δια μέσου κραδασμών εκρύθμων, και όλοι οι χώροι
την άρπα αρπάζουν που τα ερέβη εκεί ημερεύει –
και ακούγεται ευκρινώς το δίκταμο της ύλης

https://alonakitispoiisis.blogspot.com/


σαν νά ’ν’ dictée στο πιάνο της στενής σου πύλης.

Πέμπτη, 2 Μαΐου 2019

ΤΑ ΧΕΡΙΑ



Κάπου, κάποτε τα χέρια
ρημάζουν
σαν γυμνά κλαδιά ξεκολλούν απ΄το σώμα 
ηττημένα απ΄τη ρίζα τους
με φλούδα κρύσταλλο
στο φως δεν ξημερώνουν.
Κάπου, κάποτε τα χέρια
αποδημούν
ψαλιδίζοντας τους φράκτες
που μόνωσαν τον ουρανό
πετάνε ξυστά στο ανεκπλήρωτο
κι αναλίσκονται σε σύννεφο
αποθηκεύοντας αιώνες βροχής.
Άλλοτε συνέρημα τα χέρια
πλην ευδαιμονικά
στις άκρες ανεγερμένων τόπων
αναγαλλιάζουν
τρεμοπαίζοντας μικρά μικρά φωτάκια
για να μην χάνεται η θάλασσα
κι η μνήμη που εμβόλισε
τα έρμα του ανθρώπου.
Όταν τα χέρια
όψιμα ανθοφορούν
ραβδοσκοπούν το χωράφι τους
παραχωρούν γη και ύδωρ
για να συνυπάρξουν μ' άλλα χέρια
κάπου, κάποτε.

Ελένη Βαρθάλη

Παράξενη πρωτομαγιά




(Από 
την ποιητική συλλογή του “Ξένα” 2001) 


Παράξενη πρωτομαγιά

μ’ αγκάθια πλέκουν σήμερα στεφάνια

ήρθ’ ο καιρός του «έχε γεια»

τι να την κάνεις πια την περηφάνια.

Στα δυο σου μάτια τα χρυσαφιά

σκοτάδι πέφτει και συννεφιά

ποιες μπόρες φέρνεις και ποιες βροχές

σε κουρασμένες νεκρές ψυχές


Παράξενη πρωτομαγιά

ο ήλιος καίει το πέλαγο στη δύση

μα της καρδιάς την πυρκαγιά

πού θα βρεθεί ποτάμι να την σβήσει.

Πρωτομαγιά

με το σουγιά

χαράξαν το φεγγίτη
και μια βραδιά 

σαν τα θεριά 

σε πήραν απ’ το σπίτι.

Κι ένα πρωί σε μια γωνιά στην Κοκκινιά

είδα τον μπόγια να περνά και το φονιά

γύρευα χρόνια μες στον κόσμο να τον βρω

μα περπατούσε με το χάρο στο πλευρό.

Νυν και αεί

μες στη ζωή

σε είχα αραξοβόλι

μα μιαν αυγή 

στη μαύρη γη

σε σώριασε το βόλι.

Κι ένα πρωί σε μια γωνιά στην Κοκκινιά

είδα τον μπόγια το ληστή και το φονιά

του `χανε δέσει στο λαιμό του μια τριχιά

και του πατάγαν το κεφάλι σαν οχιά.


Τετάρτη, 1 Μαΐου 2019

Η ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΛΕΓΕΤΑΙ







Στον Ζωρζ Μπρακ


Από το στόμα τούτου του κανόνα χιονίζει. Ήταν η κόλαση μες στο κεφάλι μας. Την ίδια στιγμή είναι η άνοιξη στο χείλος των δακτύλων μας. Εκ νέου επιτρέπονται οι δρασκελιές, το χώμα μπορεί να είναι ερωτευμένο, τα χορτάρια να οργιάζουν.


Το πνεύμα ομοίως, όπως και όλα τα πράγματα, έτρεμε.


Ο αετός είναι στο μέλλον.


Κάθε πράξη που εμπλέκει την ψυχή –ακόμα κι αν σαν και τούτη εδώ που αγνοεί τα πάντα– θα έχει ως επίλογό της μεταμέλεια ή πικρία. Οφείλεις να δώσεις τη συναίνεσή σου εδώ.


Πώς ήρθε σ’ εμένα η γραφή; Σαν φτερό πουλιού πάνω στη τζαμόπορτά μου, χειμώνα καιρό. Τη στιγμή ακριβώς που ξέσπασε στο τζάκι μια μάχη με κούτσουρα και η οποία δεν έχει μέχρι στιγμής λάβει τέλος.


Μεταξωτές πόλεις βλέμματος καθημερινού, εμφιλοχωρήσασες ανάμεσα σε άλλες πόλεις, με οδούς που εμείς μόνοι μας ιχνηλατήσαμε, υπό την σκέπη κεραυνών που απαντούν στα κελεύσματα της προσοχής μας.


Τα πάντα εντός μας δεν θά ’πρεπε νά ’ναι ειμή μόνο μια χαρούμενη γιορτή, όταν κατορθώνεται κάποιο πράγμα, που δεν τό έχουμε προβλέψει και που δεν θα το εξηγήσουμε ποτέ, μα και που θα μιλήσει ίσια στην καρδιά μας με τα δικά του αποκλειστικώς μέσα.


Ας συνεχίσουμε τη διερεύνηση των βυθών, να μιλάμε με ισότονη φωνή, με λέξεις καθ’ ομάδες – στο τέλος θα επιβάλουμε σιωπή σε όλους τούτους τους σκύλους, έχοντας τους κάνει ένα με τα χόρτα και επιθεωρώντας μας με μάτι ομιχλώδες, όσην ώρα ο άνεμος από προσώπου γης θα τους σβήνει.


Ο κεραυνός με υπερβαίνει.


Δεν υπάρχει κανείς άλλος παρόμοιός μου –ο σύντροφος ή η συντρόφισσα– που μπορεί να με ξυπνήσει απ’ τη νάρκη μου, να κινητοποιήσει την ποίηση, να μ’ εκτοξεύσει στα άκρα όρια της γηραιάς ερήμου, προκειμένου να θριαμβεύσω επ’ αυτής. Αυτός μόνον, ουδείς άλλος. Ούτε ουρανός ούτε γη προνομιούχα, ούτε και πράγματα που σε κάνουν να τρέμεις με ρίγη.
  Εγώ, πυρσέ, μόνο με τούτο το πρόσωπο χορεύω.


Δεν γίνεται ν’ αρχίσεις ποίημα δίχως μόριο λάθους για τον εαυτό σου και τον κόσμο, χωρίς έν’ αχυράκι αθωότητας στις πρώτες κιόλας λέξεις.


Σχεδόν η κάθε λέξη πρέπει να χρησιμοποιείται στο ποίημα με την πρωταρχική της σημασία. Κάποιες, αποσπώμενες, γίνονται πολυσήμαντες. Κάποιες άλλες προκρίνουν την αμνησία. Ο αστερισμός του Μοναχικού τεντώνεται και φτάνει ίσαμε τ’ ακρότατα όριά του.


Η ποίηση θα μου κλέψει τον θάνατό μου.


Γιατί κονιορτοποιημένο ποίημα; Επειδή στο τέρμα του ταξιδιού του προς τη Χώρα, ύστερα από το προγενέθλιο σκότος και τη χθόνια τραχύτητα, το πεπερασμένον του ποιήματος είναι φως και συνεισφορά του όντος στον βίο.


Ο ποιητής δεν συγκρατεί, δεν εξασφαλίζει ό,τι ανακαλύπτει· μόλις το μεταγράψει, αμέσως μετά το χάνει. Εδώ ακριβώς ενδιαιτάται η καινοτομία του, μαζί με το αχανές του και τους κινδύνους του.


Η δουλειά μου… το επιτήδευμά μου είναι επιτήδευμα αιχμής.


Ζούμε με τους ανθρώπους, πεθαίνουμε απαρηγόρητοι, ανάμεσα στους θεούς απαραμύθητοι πεθαίνουμε.


Θλίβεται το χώμα που παίρνει τον σπόρο. Ο σπόρος που θα διακινδυνεύσει τόσα και τόσα ευτυχεί.


Υπάρχει μια κατάρα που δεν μοιάζει σε καμία άλλη. Τρεμοπαίζει μέσα σε κάτι σαν οκνηρία, έχει χαρακτήρα ευχάριστο, και με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της συνθέτει καθησυχασμούς και επιβεβαιώσεις. Άπαξ όμως και υπερβεί τα τεχνάσματα, τί πλευστότητα, τί ορμή τη σπρώχνει για να φτάσει στο τέρμα! Κι επειδή ο ίσκιος όπου χτίζει είναι πιθανόν κακόβουλος, από το τελείως μυστικό μέρος θ’ αφαιρεθεί κάθε ονομασία και θα πηγαίνει πλέον πάντοτε γλιστρώντας μέσα στον χρόνο. Θα σύρει δε στο ουράνιο πέπλο και κάποιες διεισδυτικές από τις μάλλον τρομακτικές παραβολές και αλληγορίες.


Βιβλία δίχως κίνηση. Βιβλία όμως που εισάγονται ευχερώς στις μέρες μας, θρηνούν και ανοίγουν τον χορό.


Πώς να πω την ελευθερία μου, την έκπληξή μου στο τέρμα χιλίων παρακάμψεων;: δεν υπάρχει βυθός, δεν υπάρχει οροφή.


Μερικές φορές η σιλουέτα κάποιου νεαρού αλόγου, κάποιου παιδιού που είναι πολύ μακριά, προπορεύεται σαν ιχνηλάτης που τραβάει προς το μέτωπό μου και πηδάει το διαχωριστικό φράγμα που έχουν υψώσει οι μέριμνές μου. Τότε αρχίζει κάτω από τα δέντρα της φοντάνας να μιλάει πάλι.


Επιθυμούμε να μείνουμε άγνωστοι στην περιέργεια εκείνων που μας αγαπάνε. Τους αγαπάμε.


Το φως έχει ηλικία. Η νύχτα όχι. Ποιά ήταν ωστόσο η στιγμή η κρίσιμη εκείνης όλης της πηγής;


Να μην έχεις πολλούς θανάτους να κρέμονται και σάμπως να χιονίζουνε. Να μην έχεις παρά μόνο έναν, και δη από άμμο ωραία. Και χωρίς ανάσταση.


Ας σταματήσουμε δίπλα σε όντα που μπορούν ν’ αποκοπούν απ’ τους πόρους τους, παρ’ όλο που γι’ αυτά υφίστανται λίγες ή καθόλου αναδιπλώσεις. Η αναμονή τούς ανοίγει σκάβοντας μι’ αγρύπνια ιλιγγιώδη. Το κάλλος τούς βάζει από πάνω ένα καπέλο λουλούδια.


Πουλιά μου, πουλάκια μου, που εμπιστεύεσθε την κομψή ευγένειά σας, τον κινδυνώδη ύπνο σας σε μια δέσμη καλάμια, από την ώρα που ήρθε το ψύχος, πόσο μα πόσο κι εμείς σας μοιάζουμε!


Θαυμάζω τα χέρια που γεμίζουν με πράγματα, και, για να ζευγαρώσω, για να συνενώσω το λεχθέν με κάτι άλλο, θαυμάζω το δάχτυλο που αρνείται το ζάρι.


Καμιά φορά καταλήγω στο ότι η ρευστότητα της ύπαρξής μας είναι δύσκολο να γίνει αντιληπτή, διότι εμείς υπαγόμαστε όχι μόνο στην ιδιότροπη ικανότητά του, αλλά και στην εύκολη κίνηση των χεριών και των ποδιών που θα μας πήγαινε εκεί όπου θα ήμασταν ευτυχείς να πάμε, στην πολυπόθητη όχθη, για να συναντήσουμε έρωτες, οι διαφορές των οποίων θα μας επλούτιζαν, μα τούτη η κίνηση παραμένει ημιτελής, πολύ γρήγορα τείνει να γίνει εικόνα, κάτι σαν άρωμα που δίκην σβώλου κυλάει στις σκέψεις και στους στοχασμούς μας.
  Πόθε, ω πόθε που γνωρίζεις, δεν έχουμε κανένα πλεονέκτημα από τους ζόφους μας εκτός από κάτι αληθείς κυριαρχίες, που τις ακολουθούσαν κάτι αόρατες φλόγες, κάτι αόρατες αλυσίδες, που, ερχόμενες στο φως, μας έκαναν βήμα το βήμα να λάμπουμε.


Το κάλλος στρώνει μόνο του το υπέροχο κρεβάτι του, χτίζει με τρόπο αλλόκοτο τη φήμη του μεταξύ των ανθρώπων, δίπλα σ’ αυτούς μεν, αλλά βαλμένους στη γωνία.


Ας σπείρουμε τα καλάμια και ας καλλιεργήσουμε τ’ αμπέλια στις λοφοπλαγιές, στην άκρην-άκρη των πληγών του πνεύματός μας. Δάχτυλα σκληρά, χέρια προνοητικά, τούτος ο ευτράπελος τόπος είναι άκρως ευμενής, ευμενέστατος.


Όποιος επινοεί, αντίθετα από εκείνον που ανακαλύπτει, δεν προσθέτει τίποτ’ άλλο στα πράγματα εκτός από προσωπεία, συμβιβασμούς και σίδερο εν βρασμώ.


Και στο τέλος-τέλος όλη τη ζωή – όταν εγώ βγάζω όλη την ηδονή της ερωτικής σου αλήθειας από τα βάθη σου!


Μείνετε πλάι στο σύννεφο. Κρατηθείτε ξύπνιοι δίπλα στα σύνεργα και στα εργαλεία. Η σπορά όλη – μια σιχαμάρα.


Ανθρώπινη καλοσύνη κάτι στριγγά πρωινά. Στο μυρμήγκιασμα του παραληρούντος αέρα εγώ ανεβαίνω, φυλακίζομαι, όντας έντομο που δεν το καταβρόχθισαν, όλο ν’ ακολουθώ και να μ’ ακολουθάνε.


Κοιτώντας τούτα τα νερά, με τα σκληρά κι αντίτυπά τους σχήματα, απ’ όπου διαβαίνουν σαν μπουκέτα σκασμένα όλα τα λούλουδα του πράσινου βουνού, οι Ώρες γίνονται ταίρι θεών.


Δροσερός ήλιος του οποίου μια λιάνα είμαι κι εγώ.






Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


http://alonakitispoiisis.blogspot.com/

Δευτέρα, 29 Απριλίου 2019

1 ΠΡΟΦΗΤΕΙA ΠOY ΧΑΙΡΕΤΑΙ ΤΟΥΣ ΑΦΡΟΥΣ ΤΗΣ




 



Τη φωνή μου ρε
                        κι ας μην έχω να φάω

γιατί είναι ωραία η παλινδρόμηση των σωμάτων
(από τον ενικό στον πληθυντικό τους
κι αντίστροφα)

ωραίο το γεφύρωμα των πνοών
(σαθρό ή στέρεο - αδιάφορο τι -
διπλά ωραίο για την αδιαφορία του)
                      
ωραίο αίνιγμα τα λουλούδια

Αλλά θα ¢ρθουν καιροί
με στυφά δευτερόλεπτα
να ερημώσουν την όραση
να την κάνουνε Σιβηρία

Αυτά, για όσους ταξιδεύουνε προς το θέρος

Οι υπόλοιποι, θα την πάθουμε αλλιώς

Μια μέρα
κάποιος θα βρει ένα ξέφτι στον ουρανό
θα το τραβήξει και
                             
θα πέσουν όλα τα ποδήλατα των αγγέλων                                
                                                 
                  όλα
 
              το εννοώ



Κυριακή, 28 Απριλίου 2019

ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΟ ΑΡΑ ΙΠΤΑΜΕΝΟ












Περνώ βουνοκορφές ξυστά
                                 γκρεμούς που γίναν οικειότητα
λάθη παλιά που τσούξανε
                                 και δε σκαμπάζει πια
καμία χελιδόνα ο ύπνος μου

                                 Ξυπνώ βαρύς κι αποσυνάγωγος
οι άνεμοι με παίρνουν στο ψιλό
                                  πως ξέρουν και οι δεκάξι το κορμάκι σου; 
Δεν είσαι μία Ελένη εσύ
                                   είσαι πολλές Ελένες συναπτές
δεν ξέρεις τι σημαίνει αυτό
                                   θα' πρεπε να'χω
τύχη πολλή
                                  πενήντα τόσα μάτια
χέρια μονίμως ξάγρυπνα
                                  θά'πρεπε να 'χω κάνει 
χρόνια θητεία σε αερόστατο
                                   ραμμένο από - ποιος ξέρει πόσα -
άδεια πουκάμισα



Πέμπτη, 25 Απριλίου 2019

Σε είδα ψες στον επιτάφιο




Σε είδα ψες στον επιτάφιο
με τη ματιά σου να κρατά του Γολγοθά τη θλίψη·
ξενύχτισες μες στη βροχή και τον παλιόκαιρο
δίπλα στους σταυρωμένους.


Σε είδα ψες στον επιτάφιο·
ξεμείναμε εδώ κάτω,
με το κερί λιωμένο, τους δρόμους να φοβόμαστε,
τις διαταγές των μισθοφόρων
και τις κατάρες των ραβίνων·
κι ούτε που ξαναφάνηκε ο Ιωσήφ απ’ την Αριμαθαία,
μας απαρνήθηκε κι ο Πέτρος ο ψαράς.


Σε είδα ψες στον επιτάφιο.
Περπάταγες πλάι στο φέρετρο,
μέσα σε πλήθος υποκριτών
και καλοζωισμένων που μουρμούριζαν.


Ψήλωσε πια ο Γολγοθάς
και τα καρφιά πονάνε ακόμα.

4/2012

Αναρτήθηκε από Θ. Βοριάς

Στ' Όσιου Λουκά το μοναστήρι


Στ' Όσιου Λουκά το μοναστήρι, απ' όσες
γυναίκες του Στειριού συμμαζευτήκαν
τον Eπιτάφιο να στολίσουν, κι όσες
μοιρολογήτρες ώσμε του Mεγάλου
Σαββάτου το ξημέρωμα αγρυπνήσαν,
ποια να στοχάστη - έτσι γλυκά θρηνούσαν! -
πως, κάτου απ' τους ανθούς, τ' ολόαχνο σμάλτο
του πεθαμένου του Άδωνη ήταν σάρκα
που πόνεσε βαθιά;
Γιατί κι ο πόνος
στα ρόδα μέσα, κι ο Eπιτάφιος Θρήνος,
κ' οι αναπνοές της άνοιξης που μπαίναν
απ' του ναού τη θύρα, αναφτερώναν
το νου τους στης Aνάστασης το θάμα,
και του Xριστού οι πληγές σαν ανεμώνες
τους φάνταζαν στα χέρια και στα πόδια,
τι πολλά τον σκεπάζανε λουλούδια
που έτσι τρανά, έτσι βαθιά ευωδούσαν!
Aλλά το βράδυ το ίδιο του Σαββάτου,
την ώρα π' απ' την Άγια Πύλη το ένα
κερί επροσάναψε όλα τ' άλλα ως κάτου,
κι απ' τ' Άγιο Bήμα σάμπως κύμα απλώθη
το φως ώσμε την ξώπορτα, όλοι κι όλες
ανατριχιάξαν π' άκουσαν στη μέση
απ' τα "Xριστός Aνέστη" μιαν αιφνίδια
φωνή να σκούξει: "Γιώργαινα, ο Bαγγέλης!"
Kαι να· ο λεβέντης του χωριού, ο Bαγγέλης,
των κοριτσιών το λάμπασμα, ο Bαγγέλης,
που τον λογιάζαν όλοι για χαμένο
στον πόλεμο· και στέκονταν ολόρτος
στης εκκλησιάς τη θύρα, με ποδάρι
ξύλινο, και δε διάβαινε τη θύρα
της εκκλησιάς, τι τον κοιτάζαν όλοι
με τα κεριά στο χέρι, τον κοιτάζαν,
το χορευτή που τράνταζε τ' αλώνι
του Στειριού, μια στην όψη, μια στο πόδι,
που ως να το κάρφωσε ήταν στο κατώφλι
της θύρας, και δεν έμπαινε πιο μέσα!
Kαι τότε - μάρτυράς μου νά 'ναι ο στίχος,
ο απλός κι αληθινός ετούτος στίχος -
απ' το στασίδι πού 'μουνα στημένος
ξαντίκρισα τη μάνα, απ' το κεφάλι
πετώντας το μαντίλι, να χιμήξει
σκυφτή και ν' αγκαλιάσει το ποδάρι,
το ξύλινο ποδάρι του στρατιώτη,
- έτσι όπως το είδα ο στίχος μου το γράφει,
ο απλός κι αληθινός ετούτος στίχος -,
και να σύρει απ' τα βάθη της καρδιάς της
ένα σκούξιμο: "Mάτια μου… Bαγγέλη!"
Kι ακόμα, - μάρτυράς μου νά 'ναι ο στίχος,
ο απλός κι αληθινός ετούτος στίχος -,
ξοπίσωθέ της, όσες μαζευτήκαν
από το βράδυ της Mεγάλης Πέφτης,
νανουριστά, θαμπά για να θρηνήσουν
τον πεθαμένον Άδωνη, κρυμμένο
μες στα λουλούδια, τώρα να ξεσπάσουν
μαζί την αξεθύμαστη του τρόμου
κραυγή που, ως στο στασίδι μου κρατιόμουν,
ένας πέπλος μου σκέπασε τα μάτια!…


Σάββατο, 6 Απριλίου 2019

ΕΠΙΛΟΓΟΣ








Αφού συμπληρώθηκε ήδη ο αριθμός των βημάτων
που σού ’χανε δοθεί να περπατήσεις στη γη,
λέω ότι έχεις πεθάνει. Όπως κι εγώ έχω πεθάνει.
Εγώ, που θυμάμαι με κάθε ακρίβεια τη νύχτα
κι εκείνον τον ανέγνωρο αποχαιρετισμό μας ,
αναρωτιέμαι σήμερα: Τι έγινε μ’ εκείνα τα δύο αγόρια
που γύρω στα χίλια εννιακόσια είκοσι τόσο
ζητούσανε με πίστη άδολη πλατωνική να βρούνε κάτι
στα μεγάλα πεζοδρόμια της νύχτας
του Νότου ή στην κιθάρα του Παρέδες
ή μέσα σε μύθους για γωνιές και μαχαιρώματα
ή με το χάραμα, που ποτέ κανένας δεν ακούμπησε,
ω Αδελφέ μου στα μεταλλεία του Κεβέδο
και στην αγάπη του πολύτροπου εξαμέτρου,
ω εσύ που ανακάλυψες (όλοι μας τότε ανακαλύπταμε)
τούτο το πανάρχαιο όργανο, τη μεταφορά,
ω Φραγκίσκε Λουδοβίκε, του βιβλίου μελετητή,
μακάρι λέω και παρακαλώ να μοιραστείς αυτό το μάταιο
βράδυ μαζί μου χωρίς αιτιολογίες και εξηγήσεις,
και να με συντρέξεις να σμιλέψω τους στίχους μου.


http://alonakitispoiisis.blogspot.com/
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

[ΜΠΡΟΣΤΑ ΝΑ ΒΡΙΣΚΕΣΑΙ ΑΠΟ ΚΑΘΕ ΧΩΡΙΣΜΟ]


Μπροστά να βρίσκεσαι από κάθε χωρισμό, σαν νά ’ταν πίσω 
σου, σαν χειμώνας που όπου νά ’ναι τελειώνει… πά’ να σβήσει.
Γιατί από τους χειμώνες κάτω αδιάλειπτος χειμώνας το ίσο
κρατεί, κι εκεί η καρδιά σου, σαν ξεχειμωνιάζει, ζει – θα ζήσει.
Και νά ’σαι πάντοτε νεκρός στην Ευρυδίκη – όρθιος σήκω,
υψώσου πάλι, με τραγούδια την αγνή τη σχέση υμνώντας.
Στους εκδημούντες μέσα νά ’σαι, εδώ, στης παρακμής τον οίκο
καθάριο κρύσταλλο που ηχεί και που συντρίβεται ηχώντας.
Ναι, νά ’σαι! – Μα και του μη όντος τη συνθήκη να γνωρίσεις:
τον λόγο που ατερμόνως δρα και εντός σου προκαλεί δονήσεις –
εσύ, να ξέρεις, φτάσε κι επιτέλεσέ τον τώρα εδώ!
Στους μεταχειρισμένους, στους βωβούς, στους υποκώφους πόρους
(στης τέλειας φύσης τ’ αποθέματα) αφάτους βόμβους και όρους
ενθουσιασμένος μέτρα και εκμηδένισε τον αριθμό!
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Κυριακή, 31 Μαρτίου 2019

ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΗΛΙΟΣ ΣΤΗ ΒΙΛΑ ΛΟΥΡΟ


Βράδυ σαν τη μέρα της Εσχάτης Κρίσεως.
Ο δρόμος είναι πληγή ανοιχτή στον ουρανό.
Δεν ξέρω τώρα πια αν ήτανε Άγγελος ή λιόγερμα
η διαύγεια που έκαιγε στο βάθος-βάθος.
Επίμονη, σαν εφιάλτης, με βαραίνει η απόσταση.
Ένα συρματόπλεγμα πληγώνει τον ορίζοντα.
Ο κόσμος είναι άχρηστος και αποσυρμένος, στην άκρη.
Στον ουρανό έχει ξημερώσει, η νύχτα όμως στις τάφρους
μέσα είναι προδότρα.
Όλο το φως είναι στους γαλάζιους φράχτες και στις φωνές
των μικρών κοριτσιών.
Δεν ξέρω τώρα πια αν είναι δέντρο ή θεός αυτό που
ακουμπάει να στηριχτεί στα σκουριασμένα κάγκελα.
Και πόσες χώρες ταυτόχρονα: ο κάμπος, ο ουρανός, τα
προάστια.
Σήμερα ήμουν πλούσιος σε δρόμους, σε φιλοσοφικά
ηλιοβασιλέματα και σ’ ένα βράδυ που κατέληξε
έκπληξη.
Αργότερα θα ξαναγυρίσω στη φτώχεια μου.
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Παρασκευή, 29 Μαρτίου 2019

Η ΣΙΩΠΗ ΣΟΥ, ΕΓΩ





Βιολιά να πέφτουν βλέπω από το στόμα σου,
θλιμμένα, μαραμένα, δίχως καν φτερά
την έρημο αναγγέλλοντας όπου και ανθίζεις·
του νυχτερινού όνειρου βλέπω τη σιωπή
καμπάνες να σχεδιάζει αδρανείς, άνευ κινήτρου,
που σφυρηλατούν το τρυφερό σου καλοκαίρι
και που σήμερα, κρύβοντας τις θαυμαστές τους γλώσσες,
μες στης σιωπής τον αρπισμό εσένα ορίζουνε.


Σε κοιτάω, σε κοιτάω συνέχεια
σαν πηγή άδεια, ρημαγμένη,
εγκάθειρκτη σε τρόμο κατάπληκτο
που γεννήθηκε στου στόματός σου την ελεγεία,
ποτάμι πανάρχαιο πουλιών ακτινοβόλων.
Η φωνή σου ως πνέει τα λοίσθια ( : αέρας νεογέννητος)
είναι θαμνάκι ομίχλης στο κομμένο σου δάσος απέναντι·
τούτ’ η σωπασμένη φωνή (έν’ αστέρι απελπισμένο
χωρίς μουσική και να βγαίνει από τον όλεθρο)
πέφτει αβυσσωμένο στη ρίζα του,
στον ηχηρό σου χειμώνα πέφτει μέσα.


Ξέρω ότι τα χέρσα σου χείλη δεν φτερουγίζουνε,
πόρτα είναι σπιτιού που έπεσε, γκρεμίστηκε,
γιατί κάποιο όραμα σ’ έχει οδυνηρό κυκλώσει,
σ’ έχει κρύψει στην κλίνη σου
και σ’ έχει σκεπασμένη με σεντόνια πένθιμα
ανάμεσα σε κάτι σύννεφα συγκεχυμένα.


Δεν θέλω να γνωρίσω τη φωνή του λόγου σου
που κομμάτια έγινε και θρύψαλλα στο στόμα σου,
ούτε να μειώσω όση απόσταση έχεις διανύσει
σαν πεταλούδα δίχως φτερά
γιατί το σώμα μου έχει όρια ελεγείων που ψυχομαχούνε
και με γεμίζει ο ήχος σου από παρατημένους δρόμους.
Να εκσφενδονίσω σκέφτηκα
στις γωνίες και στις καμπύλες του σκότους σου
βλέμματα που θα οργανώσουνε το διαλυμένο σου σχήμα
και με τρόπο φυσικό θα λύσουν την αμετάβλητη σιωπή σου.
Όμως όχι. Αγαπάω περισσότερο τούτη την ηρωική σιγή,
πιο πολύ απ’ το σωριασμένο σου βλέμμα
που εφυλλορρόησε μέσα στην ακίνητη μοναξιά,
σαν φωτιά ναυαγισμένη σε κήπο.


Λέγοντάς σε με το αποτεφρωμένο σου όνομα
νιώθω πως από τις πρωταρχές σου σε κρατάω
ζωντανή, σαν καθαρό καθρέφτη φωτεινή,
παρούσα στη χαρά μου που ’ναι σαν ανάσα που σβήνει.


Το δέρμα σου κάνω να φλοισβίζει δίχως ήχο,
δεμένη ήδη σ’ έχω μέσα στο κορμί μου,
πριν απ’ της σιωπής το προμήνυμα,
και στο τέλος παραμένω στη σιωπή,
αφού έχω πνίξει πια το τραγούδι μου
στη σιωπή μέσα τη δική σου.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.



















http://alonakitispoiisis.blogspot.com/

Πέμπτη, 28 Μαρτίου 2019

Πηνελόπη μυστική


Έχω πολλές πατρίδες να σου δώσω
Της μάνας το αρχαϊκό μειδίαμα
Του πατέρα τον βαρύ χορό στα τρία
Το Οκτωήχι του αδελφού στην προσευχή
Των συγγενών ατέλειωτες πολεμικές ιστορίες
Τη θάλασσα που μας ξεπλένει την ντροπή
Το χώμα που κοιτώ σαν περιμένω κάθε γέννα
Έχω πολλές αθάνατες πατρίδες που δεν μίσεψαν ποτέ
Αρκεί να τις πεθυμήσεις.
17.5.2018*

Δευτέρα, 25 Μαρτίου 2019

SPUTNIK 2017









Θέλω να ξεκινήσω με ένα χασμουρητό

Ας πούμε: ο σκύλος είναι ο καλύτερος φίλος του ανθρώπου.
Δεν υπάρχει τίποτα πιο προβλέψιμο
από το λιντσάρισμα μιας κοινής αλήθειας.
Εξίσου προβλέψιμη είναι και η εξέλιξη του πολιτισμού.
Σαν να επινικελώνουμε διαρκώς το ίδιο χασάπικο.


Όπως καταλαβαίνεται, δεν μου καίγεται καρφί για τα διαστημόπλοια.
Ό, τι δεν γδέρνεται κάτω από απ' τα νύχια σου 
                                                         έχει κάτι το απάνθρωπο. 
Α, η αληθινή εξερεύνηση 
ξεκινά 
           από το πιο μαλακό σου σημείο
Τρώει πολλή τρυφερότητα.

Σιγά σιγά
               Βρίσκω μέσα μου τις λέξεις 
για να επιζήσω κουβεντιαστά
Αυτό δεν είναι σχέδιο πτήσης
είναι το δικό μου
                           επείγον πολίτευμα.

Ζούμε σε μία εποχή απόλυτης αναρχίας στην απάντηση
και στυγνής δικτατορίας στην ερώτηση.
Χρειαζόμαστε 
                      μια μέση κατάσταση.

Ερώτηση: τι κάνει ένας σκύλος στο διάστημα
Απάντηση: διαγράφει μια ελλειπτική πορεία.
Ούτε η ηρωική απελπισία της ευθείας, ούτε η λύτρωση του κύκλου.
Αυτό το ανάμεσα. Μια μπάσταρδη κίνηση.
Η πραγματική μητέρα του ιλίγγου.

Ίλιγγος
            στην πιο βαριά του μορφή
είναι όταν εσύ 
                       και ο χρόνος 
σκυλεύετε
                την ίδια σκέψη
ταυτόχρονα.

Ένας ασκημένος αναγνώστης 
θα μυρίσει στην παραπάνω φράση διάσπαρτο θάνατο.

Η έκθεση θανάτου της Λάικας* αναφέρει ότι ο θάνατος προήλθε από
ταχυκαρδία λόγω υπερθέμανσης. Αυτό είναι πέρα ως πέρα ψευδές.
Κανείς δεν πεθαίνει από ταχυκαρδία. Δεν υπάρχει λέξη ταχυκαρδία.
Υπάρχει μόνο χτυποκάρδι.

Προβληματίζομαι μέρες ανάμεσα σε χτυποκάρδι και καρδιοχτύπι.
Κατέληξα στο εξής συμπέρασμα: χτυποκάρδι γράφουμε εδώ στη γη.
Καρδιοχτύπι γράφουμε στο διάστημα.
Λόγω έλλειψης βαρύτητας.  

Ό, τι ξεκινά με χασμουρητό τελειώνει με γάβγισμα

Τι κάνει ένας σκύλος στο διάστημα;
- Γαβγίζει τ' αστέρια.

Κάτι που δεν αναλύεται προς κάτι που δεν αναλύεται.
Η τέλεια απόκριση. Ανάμεσα σε δύο μοναξιές. Με δίχως αντίλαλο.

Τι άλλο να ζητήσει κανείς 

                                          από ένα αδέσποτο..



Σάββατο, 23 Μαρτίου 2019

ΓΥΝΑΙΚΑ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΛΙΑ



Τα βουνά, μακρινά και ατάραχα,
το ποίημά μου σηκώνουν. Εσύ, γυμνή,
και διάφανη, ξηλώνεσαι, διαλύεσαι
σε πέταλα εύρωστα, του σφρίγους,
στην ποίησή μου ξαπλωμένη όπως είσαι.
Μπερδεμένη η κόμη σου η αβάσιμη στη θάλασσα.
Ο ήλιος να πετάει στο άρωμά σου μέσα.
Η θάλασσα στη βάση του πόθου μου. Και
κάποιο καβούρι άχρηστο θέλει το πρόσχημά μου νά ’ναι.
Η φωνή, που πάλλεται στο στήθος σου,
θάβεται στα χέρια σου
για να την έχω δίπλα μου εγώ και φράχτη μου.
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.