Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Δευτέρα, 15 Σεπτεμβρίου 2014

CÉSAR CANTONI




ΕΛΕΓΕΙΑ ΣΤΟ ΛΕΟΝΤΟΧΡΩΜΟ ΠΟΤΑΜΙ


    Πρωτότοκη εσύ θυγατέρα του λαμπρού Λα Πλάτα

    προς τα’ ανατολικά σου βλέπεις ήλιον ανοιγμένο,

    ενώ στα ουράνιά σου ρείθρα ιδού συσπειρωμένο

    κυλάει το μεγάλο λεοντόχρωμο ποτάμι.

        Λεοπόλδο Λουγόνες, Στο Μπουένος Άιρες



1. ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΕΝΑΝ ΠΑΛΛΑΜΠΡΟ ΟΥΡΑΝΟ



Κάτω από έναν πάλλαμπρο ουρανό ο ποταμός αργοσέρνεται.

Και σπρώχνει η παλίρροια πάνω νερά ‑ κάτω νερά στις όχθες,

όπου η άμμος, μαύρη απ’ το πετρέλαιο,

βρωμάει πετρελαιίλα, ζέχνει ψόφια ψάρια.

Μέρα ζεστή, την πολιορκούνε μύγες.

Αγόρια με τατουάζ στο κορμί και κορίτσια με μπικίνι

κάνουν ηλιοθεραπεία σε κάτι νησίδες λιγδιάρικες.



2. ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΑ ΓΥΡΩ ΠΕΡΙΧΩΡΑ



Έρχονται από τα γύρω περίχωρα και κατασκηνώνουν δίπλα

  στο ποτάμι.

Κουβαλούν σακίδια με τρόφιμα, ένα ράδιο, μιαν ομπρέλα

  για τον ήλιο.

Διασκεδάζουν ξάπλα στην άμμο με ανέκδοτα

ξεφυλλίζοντας τσαλακωμένα περιοδικά ή παίζοντας χαρτιά.

Ο αέρας είναι ως συνήθως βαρύς

και το νερό φαίνεται να βράζει σε λιμνούλες ή μικρούλικα

  ρυάκια.

Όσο ο ήλιος του απογεύματος είναι ακόμα ψηλά,

τα κορίτσια φτιάχνουν τα σάντουιτς, τ’ αγόρια ανοίγουν τις

  μπύρες.

Ύστερα τρώνε, πίνουν, μεθάνε.

Κάποιος ανοίγει το ράδιο, βάζει μουσική·

χορεύουν όλοι με ρυθμό λουσμένοι στον ιδρώτα.



3. ΕΝΑΣ ΣΚΥΛΟΣ ΠΕΡΝΑΕΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΛΑΖ



Σουρουπώνει. Ένας σκύλος περνάει από τη μοναχική πλαζ.

Το νερό αντανακλά στις όχθες τη θλίψη από τις κλαίουσες.

Ψαράδες που ’χανε μπει έφιπποι στον ποταμό

γυρίζουν τώρα με τα δίχτυα τους φίσκα: γλανίδια και

  πέστροφες.

Εξαχνωμένος πάνω από τις στέγες της φτώχειας ο ήλιος

είναι μάτι ψαριού που κάτι ρωτάει τον θεό και περιμένει

  απάντηση.



4. ΙΣΑ-ΙΣΑ ΦΩΤΙΖΕΙ Ο ΠΥΡΣΟΣ ΤΗΣ ΣΕΛΗΝΗΣ



Η νύχτα είναι βαθιά και σκοτεινή μες στο ποτάμι.

Ίσα-ίσα φωτίζει ο πυρσός της σελήνης το ρεύμα.

Μια πιρόγα, φαγωμένη στο πλάι, σαρακιασμένη,

έχασε το δρόμο της και πέφτει συνέχεια πάνω σε κάτι

  σκόπελους.



5. ΜΕ ΑΔΑΜΑΣΤΗ ΛΥΣΣΑ



Πολλές φορές ο ποταμός είναι τέρας τρομερό,

Λεβιάθαν που σφίγγει και συντρίβει ό,τι συναντάει:

ράμπες, πέτρινα αναχώματα, μουχλιασμένες αποβάθρες…

Με αδάμαστη λύσσα ξεριζώνει κολόνες και στύλους,

πνίγει τους δρόμους, πλημμυρίζει των χωρικών τα

  σπιτάκια,

παρασέρνει ζώα, στρώματα, παντόφλες,

τα όνειρα του κόσμου, την ελπίδα…

Στο τέλος μπαίνει χωρίς να βιάζεται στην κοίτη του

και γίνεται ξανά ζώο οικόσιτο.

Και τότε ξερνάει τους πνιγμένους.



6. ΤΙΣ ΗΜΕΡΕΣ ΤΗΣ ΑΙΘΡΙΑΣ



Από εδώ τις ημέρες της αιθρίας

μπορείς να δεις την Κολωνία, μου έλεγε η μητέρα μου.

Κάποιοι διηγούνταν ότι την είδαν. ‘Η πίστευαν ότι την

  είδαν

τόσες φορές που είπαν και ξανάπαν τη φανταστική τους

  ιστορία.

Κολωνία: πόλη σε απόσταση αναπνοής δια του ονείρου

για τον κόσμο τον απλό σ’ αυτές εδώ τις όχθες

που επικοινωνούν με όλα τα θρυλικά λιμάνια.



7. ΤΑ ΠΑΙΔΙΚΑ ΜΟΥ ΧΡΟΝΙΑ ΤΑ ΒΑΦΤΙΣΑ



Τα παιδικά μου χρόνια τα βάφτισα σε τούτο το ποτάμι.

Σ’ αυτόν τον ποταμό αγάπησα μια γυναίκα πιο μεγάλη

  από τον πόθο.

Λες νά ’ναι γι’ αυτό η φωνή μου θολή

σαν τα νερά που ξορκίζουνε τώρα τη μνήμη;


http://alonakitispoiisis.blogspot.com/
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


Σάββατο, 6 Σεπτεμβρίου 2014

Το Πρωτοβρόχι





Σκυμμένοι από το παραθύρι…
Kαι του προσώπου μας οι γύροι
η ίδια μας ήτανε ψυχή.
H συννεφιά, χλωμή σα θειάφι,
θάμπωνε αμπέλι και χωράφι·
ο αγέρας μέσ' από τα δέντρα
με κρύφια βούιζε ταραχή·
η χελιδόνα, με τα στήθη,
γοργή, στη χλόη μπρος-πίσω εχύθη·
κι άξαφνα βρόντησε, και λύθη
κρουνός, χορεύοντα η βροχή!
H σκόνη πήρ' ανάερο δρόμο…
K' εμείς, στων ρουθουνιών τον τρόμο,
στη χωματίλα τη βαριά
τα χείλια ανοίξαμε, σα βρύση
τα σπλάχνα νά μπει να ποτίσει
(όλη είχεν η βροχή ραντίσει
τη διψασμένη μας θωριά,
σαν την ελιά και σαν το φλόμο).
κι ο ένας στ' αλλουνού τον ώμο
ρωτάαμε: "T' είναι πόχει σκίσει
τον αέρα μύρο, όμοιο μελίσσι;
Aπ' τον πευκιά το κουκουνάρι,
ο βάρσαμος ή το θυμάρι,
η αφάνα ή η αλυγαριά;"
Kι άχνισα - τόσα ήταν τα μύρα -
άχνισα κ' έγινα όμοια λύρα,
που χάιδευ' η άσωτη πνοή…
Mου γιόμισ' ο ουρανίσκος γλύκα·
κι ως τη ματιά σου ξαναβρήκα,
όλο μου το αίμα ήταν βοή!…
K' έσκυψ' απάνω από τ' αμπέλι
που εσειόνταν σύφυλλο, το μέλι
και τ' άνθι ακέριο να του πιω·
- βαριά τσαμπιά και οι λογισμοί μου,
βάτοι βαθιοί οι ανασασμοί μου -
κι όπως ανάσαινα, απ' τα μύρα
δε μπόρεια να διαλέξω ποιο!
Mα όλα τα μάζεψα, τα πήρα,
και τά 'πια, ωσάν από τη μοίρα
λύπη απροσδόκητη ή χαρά.
Tά 'πια· κι ως σ' άγγιξα τη ζώνη,
το αίμα μου γίνηκεν αηδόνι,
κι ως τα πολύτρεχα νερά!…


Τετάρτη, 3 Σεπτεμβρίου 2014

ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΓΙΑ ΜΑΣ ΤΟΥΣ ΠΟΙΗΤΕΣ



Κύριε, τι ανταμοιβή θα δώσεις σε μάς τους ποιητές;
Κοίτα, δεν έχουμε τίποτα, ούτε καν δική μας ζωή·
είμαστε οι αγγελιοφόροι σε κάτι που δεν καταλαβαίνουμε.
Το κορμί μας το καίει μια φλόγα ουράνια·
αν παρατηρούμε, είναι μόνο για να το βγάλουμε σε φωνή.

Δεν μπορούμε να κόψουμε ούτε λουλούδι από ένα φράχτη
για να είναι δικό μας και τίποτ' άλλο παρά δικό μας,
ούτε να κρατηθούμε ήρεμοι εν μέσω των πραγμάτων,
χωρίς σκέψη, να τα απολαύσουμε στην παρουσία τους μόνο.
Ποτέ δεν θα ξέρουμε πώς είναι πραγματικά τα βράδια,
ελευθερωμένη απ' την αγωνία μας η γυμνή ομορφιά τους·
ποτέ δε θα γνωρίσουμε αυτό που είναι μια γυναίκα
στα βαθιά δάση της, όπου πρέπει να μπεις σιωπηλός.
Εσύ δεν μάς έδωσες τον κόσμο για να τον απολαύσουμε,
Εσύ μάς τον πρόσφερες για να τον κάνουμε λέξη.
Και κατόπιν για να έχει η γη φωνή μέσα από μάς
απομείναμε χωρίς αυτήν, με μόνη τη μεγαλοψυχία...

Ήδη βλέπεις ότι μέσα από μάς έχει ήχο η ζωή,
ακριβώς όπως γίνεται απ' τις πέτρες το κρύσταλλο του ποταμού.
Εσύ δεν έφτιαξες τη Δημιουργία σου για να τη βυθίσεις στη σιωπή,
στη σιωπή που δραπετεύει ενός κόσμου που μοχθεί·
για να την ζήσει μόνο, χωρίς να σταματήσει να την παρατηρεί...
Γι αυτό μάς έχεις βάλει στην άκρη του δρόμου
με τη μόνη υποχρέωση να κραυγάζουμε έκθαμβοι.
Σε μας αναπαύεται των ανθρώπων η βιάση.
Γιατί, αν δεν υπήρχαμε, για ποιον θα ήταν τόσα πολλά πράγματα
ανώφελα και όμορφα, που ο Θεός δημιούργησε,
τόσα κόκκινα ηλιοβασιλέματα, και τόσα άκαρπα δέντρα,
και τόσα λουλούδια, και τόσα πουλιά περιπλανώμενα;
Μόνο εμείς νιώθουμε το δώρο σου
και σ' ευγνωμονούμε γι αυτό με φωνές έκστασης.
Εσύ χαμογελάς, Κύριε, νιώθοντας ξεπληρωμένος
με την σύνθλιψή μας από δέος και θαυμασμό.

Αυτό που μάς εξυψώνει μπορεί να είναι δικό σου μόνο.
Μόνο εκείνος που μας δημιούργησε μπορεί να μάς καταστρέψει έτσι
στην αγκαλιά μιας φλόγας τόσο σκληρής και μαγευτικής.

Εσύ που φροντίζεις τα πουλιά που μεταφέρουν το μήνυμά σου,
σώσε στον θάνατο τις κουρασμένες καρδιές μας,
Δώσε τους ειρήνη, αυτή την ειρήνη που στη ζωή τους αρνήθηκες,
Σβήσ' τους τις οδυνηρές, αδυσώπητες σκέψεις.
Εσύ θα μάς δώσεις σε Σένα το Όλο που αναζητάμε·
θα δοθείς σε μάς τους ίδιους, αφού θα σ' έχουμε
για μάς μονο, κι όχι για να σε υμνούμε.


Μετ. Μαριάννα Τζανάκη
http://uperaspisitispoiisis.blogspot.gr/

Κυριακή, 31 Αυγούστου 2014

Μνημόνια έρωτος








Μνημονεύω μνημόνια
έρωτος και βάζω το χέρι
μου στη σχισμένη μου
τσέπη. Αδιόρθωτος, θα
το γυρίσω πάλι στην
ποίηση, θα βάλω στο
μούσκιο την καρδούλα
σου, ερωμένη που χάθηκες
στο υπερπέραν και
παντρεύτηκες χασάπη
εργολάβο ιατρό κι άφησες
αξέσχιστο εμένα στην
υστεροφημία μου, με όση
ανεκπλήρωτη τρομάρα
αντιστοιχεί στη φωνή μου,
με όση ληθαργική έκσταση
αποκοιμίζει το νυχτοφύλακα
σπασμό. Μνημονεύω
μνημόνια έρωτος, σαν
κύκνος μπροστά στο σκιερό
καθρέφτη του θανάτου, τώρα
που ξέπεσα στις τέχνες και
τα γράμματα και το μαύρο
χιούμορ, τώρα που βλάστησα
ξέφρενη τρέλα και απαιτώ
επίδομα αλητείας απ’ το κράτος
και καύλα ασύστολη απ’ την
κυρία υπουργό του τουρισμού,
με τα φοβερά ταγιέρ και το
γαλανόλευκο ζουμάκι με τα
υπέροχα μαλλιαρικά ελληνικά,
τα ξαναμμένα υπερκόσμια
βυζάκια, που φέρνουν ξένους
στους Δελφούς και στην Πυθία.
Τα πλοία της γραμμής που μετα-
φέρουν γαλλιδούλες ώριμες στις
Κυκλάδες, που δεν καταλαβαίνουν
γρι ελληνικά, λογοτεχνία, ποίηση,
αντάρτικο. Χούντα, μεταπολίτευση,
απλήρωτη εργασία.

Πέμπτη, 28 Αυγούστου 2014

Δύο Ποιήματα-Ezra Pound





Ένα κορίτσι

Το δέντρο μπήκε μέσα στα χέρια μου,
Ο χυμός ανέβηκε στα μπράτσα μου,
Το δέντρο μεγάλωσε μέσα στο στήθος μου-
Κάτω,
Τα κλαδιά βλαστάνουν από πάνω μου, σαν μπράτσα.

Δέντρο είσαι,
Βρύο είσαι,
Είσαι βιολέτες, κι από πάνω τους ο άνεμος.
Ένα παιδί – τόσο ψηλό – είσαι,
Κι όλα αυτά είναι μια τρέλα για τον κόσμο!



A Girl
The tree has entered my hands,
The sap has ascended my arms,
The tree has grown in my breast -
Downward,
The branches grow out of me, like arms.

Tree you are,
Moss you are,
You are violets with wind above them.
A child - so high - you are,
And all this is folly to the world.



Αλάβαστρο

Αυτή η κυρία με τη ρόμπα του μπάνιου που
την λέει πενιουάρ,
είναι για την ώρα η φιλενάδα του φίλου μου,
και τα ντελικάτα λευκά πόδια του μικρού λευκού
πεκινουά της
Δεν είναι τόσο ντελικάτα όσο εκείνη,
Κι ούτε ο Γκωτιέ θα περιφρονούσε το κοντράστο
των λευκών
Όπως κάθεται στη μεγάλη πολυθρόνα
Ανάμεσα στα δυο νωθρά κεριά



Albatre

This lady in the white bath-robe which she calls a
peignoir,
Is, for the time being, the mistress of my friend,
And the delicate white feet of her little white dog
Are not more delicate than she is,
Nor would Gautier himself have despised their contrasts
in whiteness
As she sits in the great chair
Between the two indolent candles.


Σάββατο, 23 Αυγούστου 2014

Ψιθυριστά



Δεν αγαπώ τους ανθρώπους που φτύνουν στη σούπα
Δεν αγαπώ τους ανθρώπους που άλλο δεν κάνουν απ’ το να μιλάν
Ή να χαμογελάν
Δεν αγαπώ τους ανθρώπους που γλείφουν τις σελίδες των βιβλίων
Με το πρόσχημα πως τις γυρνάν
Δεν αγαπώ τους ανθρώπους που συνέχεια με ρωτάν
Που έχω σκοπό να περάσω το βράδυ μου

Δεν αγαπώ τους ανθρώπους

Δεν αγαπώ τους ανθρώπους που κλάνουν
Ιδίως όσους κλάνουν διανοητικά
Δεν αγαπώ τους ανθρώπους που ζέχνουνε το σκόρδο
Τους βυρσοδέψες και τους μοναχούς
Τα φράγκα τα σκατά την προθυμία
Δεν αγαπώ τους ανθρώπους που παραπατούν κοιτώντας τις γυναίκες
Κάπως υπερβολικά επιδεικτικά

Δεν αγαπώ τους ανθρώπους

Που υποκρίνονται πως νομοθετούν και κανονίζουν τη ζωή μου
Το χρόνο μου τα γούστα μου τα εκφραστικά μου λάθη
Που ενώ δεν τολμούν να κοροϊδέψουν την ακατάσχετη φλυαρία
Ενός κυρίου του κόσμου με ευγένεια
Βρίσκουν κακή ακόμα και την πιο ταπεινή
Από τις σκέψεις μου
Δεν αγαπώ τους ανθρώπους σας λέω

Δεν αγαπώ τους ανθρώπους

Γιατί είν’ ανυπόφορα περιορισμένοι και χαζοί
Γιατί γευματίζουν και δειπνούν σε προκαθορισμένες ώρες
Από τους γονείς τους γιατί πηγαίνουν στο θέατρο στο σχολείο
Στην επιθεώρηση της δεκάτης τετάρτης Ιουλίου
Γιατί παντρεύονται ταξιδεύουν για το μήνα του μέλιτος
Σπέρνουν νόμιμα παιδιά
Που θα καταχωρηθούν στο ληξιαρχείο την ορισμένη μέρα
Θα γίνουν στρατιώτες πουτάνες κατά παραγγελία
Δημόσιοι υπάλληλοι
Συνοδοί της ανάγκης στα πιο διαφορετικά σαλέ
Γιατί μόλις τελειώσουν όλα αυτά τα ξαναρχίζουν
Γιατί απ’ όλα τ’ ανεγκέφαλα αισθήματα
Το αίσθημα της οικογένειας δεν είναι μονάχα
Το πιο διαδεδομένο μα και το πιο
Αηδιαστικό και μπορώ να σε γαμώ μπορώ να σε χτυπώ
Και παρόλ’ αυτά να είναι τόσο ευγενικό εμπρός παιδιά
Δεν πα να λένε έπειτα
Σκαρώνουν πνευματώδη λόγια και φάρσες
Μαθαίνουν πότε χρειάζεται το παραμύθι πότε το κομπλιμέντο
Διότι όλοι αυτοί οι κουραμπιέδες
Όταν μου τη βιδώνει να μην κάνω τίποτα με τον τρόπο τους
Επιχειρηματολογούν κι εκπλήσσονται
Επειδή τους ξερνάω κατάμουτρα
Επειδή σηκώνω τους ώμους αδιάφορα
Μπροστά στους βόες των γυναικών τους
Στα στεφάνια των κανακάρηδων τους
Στα διαμερίσματα της μπάκας τους
Επειδή εγώ δεν τα ‘χω καλά με το δήμαρχο ούτε με την πατρίδα
Επειδή εγώ δεν κρύβω τον τρόμο που μου προκαλούν
Επειδή

Δεν αγαπώ τους ανθρώπους

Παρασκευή, 22 Αυγούστου 2014

Μεταφυσική



Να με συγχωρέσουν
το φύλλο χωρίς παράθυρο
αυτός ο αναμμένος γάτος στην ταράτσα
ο μπερδεμένος γρύλος
ο ασβέστης των τοίχων
η βασανισμένη σκιά του τελευταίου κομήτη
και ο καθηγητής μου της φιλοσοφίας
νευριασμένος και ψιχαλισμένος απ’ τη βροχή

Αλλά πιο πέρα από ένα απ’ τα φιλιά σου
από εκείνα τα μικρά πουλιά
που ξεπήδησαν πετώντας απ’ τα μάτια σου
απ’ τα πολύ κοντά σου μαλλιά
απ’ την ανιαρή διαμάχη στις συναντήσεις
απ’ τη σκοτεινή μυγδαλιά του στήθους σου
πιο πέρα
δεν υπάρχει η αντικειμενική πραγματικότητα
Μόνο εσύ και η πράσινη ανατριχίλα του τίποτα 

Ο Βίκτορ Ροντρίγκεθ Νούνιεθ (Αβάνα, 1955) είναι ποιητής, κριτικός και μεταφραστής. 
Η μετάφραση δημοσιεύεται για πρώτη φορά.

Μετάφραση: Δημήτρης Αγγελής 

Τρίτη, 19 Αυγούστου 2014

Καθρέφτης



 
Είμαι ασημένιος και σωστός. Χωρίς προκαταλήψεις.
Ό,τι κι αν δω το καταπίνω αμέσως
Έτσι όπως είναι, αθάμπωτο από αγάπη ή απέχθεια.
Δεν είμαι σκληρός, μονάχα ειλικρινής-
Το μάτι ενός μικρού θεού, τετρα-γωνιασμένο.
Τον πιο πολύ καιρό στοχάζομαι στον τοίχο απέναντι.
Είναι ρόδινος, με πιτσιλιές. Τον έχω δει τόσο πολύ
Που λέω ότι είναι μέρος της καρδιάς μου. Μα τρεμολάμπει.
Πρόσωπα και σκοτάδι μας χωρίζουν πάλι και πάλι.
 
Μια λίμνη είμαι τώρα. Μια γυναίκα σκύβει πάνω μου,
Ψάχνοντας στις εκτάσεις μου αυτό που πράγματι είναι.
Στρέφει μετά σ’ αυτούς τους ψεύτες, το φεγγάρι ή τα κεριά.
Βλέπω τη ράχη της, και πιστά την καθρεφτίζω.
Με δάκρυα μ’ ανταμείβει κι ένα τρέμουλο χεριών.
Είμαι γι’ αυτήν σημαντική. Έρχεται και φεύγει.
Κάθε πρωί παίρνει η μορφή της του σκοταδιού τη θέση.
Μέσα μου έχει πνίξει αυτή ένα κορίτσι, και μέσα μου
     μια γριά
Μέρα με τη μέρα ορθώνεται εμπρός της, σαν ψάρι τρομερό.
 
 [απο το: Sylvia Plath, Ποιήματα, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΡΩΠΙΑ]
 

 by BIBLIOTHEQUE

Κυριακή, 17 Αυγούστου 2014

Σύννεφο με παντελόνια



Τη σκέψη σας που νείρεται
πάνω στο πλαδαρό μυαλό σας
σάμπως ξιγκόθρεφτος λακές
σ' ένα ντιβάνι λιγδιασμένο,
εγώ θα την τσιγκλάω
επάνω στο ματόβρεχτο κομμάτι της καρδιάς μου.
Φαρμακερός κι αγροίκος πάντα
ως να χορτάσω χλευασμό.

Εγώ δεν έχω ουδέ μιαν άσπρη τρίχα στην ψυχή μου
κι ουδέ σταγόνα γεροντίστικης ευγένειας.
Με την τραχιά κραυγή μου κεραυνώνοντας τον κόσμο,
ωραίος τραβάω, τραβάω
εικοσιδυό χρονώ λεβέντης.

Εσείς οι αβροί!...
Επάνω στα βιολιά ξαπλώνετε τον έρωτα.
Επάνω στα ταμπούρλα ο άξεστος τον έρωτα ξαπλώνει.

Όμως εσείς,
θα το μπορούσατε ποτέ καθώς εγώ,
τον εαυτό σας να γυρίσετε τα μέσα του όξω,
έτσι που να γενείτε ολάκεροι ένα στόμα;
Ελάτε να σας δασκαλέψω,
εσάς τη μπατιστένια απ' το σαλόνι,
εσάς την άψογο υπάλληλο της κοινωνίας των αγγέλων
κι εσάς που ξεφυλλίζετε ήρεμα-ήρεμα τα χείλη σας
σα μια μαγείρισσα που ξεφυλλίζει τις σελίδες του οδηγού μαγειρικής.

Θέλετε
θα 'μαι ακέραιος, όλο κρέας λυσσασμένος
-κι αλλάζοντας απόχρωση σαν ουρανός-
θέλετε-
θα 'μαι η άχραντη ευγένεια
-όχι άντρας πια, μα σύγνεφο με παντελόνια



Σάββατο, 16 Αυγούστου 2014

Βλαδίμηρος Μαγιακόφσκι Δύο ποιήματα



Μετάφραση: Γιάννης Ρίτσος



Στον αγαπημένο του εαυτό
αφιερώνει ο συγγραφέας αυτές τις γραμμές


Τέσσερις.
Βαριές σα χτυπήματα.
«Τα του Καίσαρος – τα του Θεού».
Κι ένας
σαν κι εμένα.
Που θα πάει;
Πού φωλιάσει βολικά;

Αν ήμουν
μικρούλης
σαν ωκεανός, -
θα στεκόμουν στις μύτες των ποδιών των κυμάτων,
και με την παλίρροια θα χάιδευα το φεγγάρι.
Πού θα βρω την αγαπημένη μου,
που να ‘ναι σαν κι εμένα;
Αυτή δεν θα χωρούσε στον μικροσκοπικό ουρανό!

Ω, αν ήμουν φτωχός!
Σαν εκατομμυριούχος!
Τι να τα κάνει η ψυχή τα λεφτά;
Είναι ένας αχόρταγος κλέφτης γι’ αυτήν.
Της αποχαλινωμένης ορδής των επιθυμιών μου
Δε φτάνει όλο το χρυσάφι της Καλιφόρνιας.

Αχ και να ΄μουν τραυλός
σα το Δάντη
και τον Πετράρχη!
Να φλέγεται για μία η ψυχή μου!
Με στίχους να τη διατάξω να καεί!
Κι οι λέξεις
κι η αγάπη μου –
αψίδα θριάμβου:
από την οποία θα περάσουν
δίχως ν’ αφήσουν ίχνη
με πυκνές γραμμές
οι ερωμένες όλων των αιώνων.

Ω, και να ΄μουν
ήρεμος
σα κεραυνός, -
θα βουτούσα,
τρέμοντας να αγκαλιάσω της γης την γερασμένη σκήτη.

Αν μ’ όλη μου τη δύναμη
ουρλιάξω με φωνή βροντερή, -
οι κομήτες θα δέσουν  τα φλεγόμενα χέρια τους,
πέφτοντας κάτω από τη νοσταλγία.

Αν τα μάτια με της νυχτιάς των τύψεων τις αχτίνες –
ω, αν ήμουν εγώ
θαμπός, σαν ήλιος!
Θέλω τόσο πολύ
με τη λάμψη μου να ξεδιψάσω
της γης τον ξερακιανό κόλπο!

Θα πάω
ανέμελος τον έρωτα να ψάξω.
Ποια νύχτα
παράλογη,
άχρηστη
ποιοι Γολιάθ με γέννησαν –
τόσο μεγάλο
και τόσο άχρηστο;

1916

Βαρέθηκα


Κάθισα σπίτι.
Άννενσκι, Τιούτσεφ, Φετ.
Ξανά,
από νοσταλγία για τους ανθρώπους
πηγαίνω
στους κινηματογράφους, τα καπηλειά, τα καφενεία.

Κάθομαι στο τραπέζι.
Σέλλας.
Η ελπίδα φωτίζει την ανόητη καρδιά.
Αν μέσα σε μια βδομάδα
άλλαξε τόσο πολύ ο Ρώσος
τότε θα του κάψω τα μάγουλα με τι φλόγες των χειλιών μου.

Σηκώνω προσεκτικά τα μάτια,
Ορμάω στην ορδή με τα σακάκια.
«Πίσω,
πίσω,
πίσω!»
Ο τρόμος ουρλιάζει από την καρδιά.
διαγράφεται στο πρόσωπο, απέλπιδας και πληκτικός.

Δεν ακούω.
Βλέπω,
λίγο προς τα δεξιά,
αόρατο και στα στεγνά, και στα βρεγμένα,
εργάζεται φιλότιμα πάνω από το μοσχάρι με το μαχαίρι του
ένα μυστηριώδες πλάσμα.

Κοιτάς μα δεν καταλαβαίνεις: αυτός είναι ή όχι.
Κοιτάς μα δεν καταλαβαίνεις: αναπνέει ή όχι.
Δυο οργιές απρόσωπου ροδαλού ζυμαριού!
Να ‘ταν τουλάχιστον ραμμένος ο στόχος στη γωνιά.

Μόλις που κουνιούνται οι μαλακές πτυχές
των μάγουλων που γυαλίζουν
πέφτοντας από τους ώμους.
Η καρδιά παράφορη,
ουρλιάζει και χτυπιέται.
«Πίσω!
Τι άλλο πια;»

Κοιτάζω αριστερά.
Το στόμα ορθάνοιχτο.
Στράφηκα προς τον πρώτο, κι άρχισα διαφορετικά:
Εκείνος που είδε τη δεύτερη κακομούτσουνη φάτσα
Ο πρώτος είναι
ο αναστάς Λεονάρντο ντα Βίντσι.

Δεν υπάρχουν άνθρωποι.
Καταλαβαίνετε
την κραυγή των δεινών των χιλίων ημερών;
Η ψυχή δεν θέλει βουβή να πάει,
αλλά και σε ποιον να μιλήσει;

Πέφτω τη γη,
σκεπάζω την πέτρα
τρίβω το πρόσωπο μου στο αίμα, πλένοντας με δάκρυα την άσφαλτο.
Εξαντλημένος από τα χάδια των χειλιών
χιλίων φιλιών καλύπτω
την έξυπνη μούρη του τραμ.

Γυρίζω σπίτι.
Θα κολλήσω στις ταπετσαρίες.
Σε ποιο σημείο, άραγε, το ρόδο, είναι πιο τρυφερό και εύθραυστο;
Θέλεις –
ρυτιδιασμένο μου
να σου διαβάσω το «Απλό σαν μούγκρισμα;»

Για την ιστορία

Όταν όλοι θα έχουν εγκατασταθεί στον παράδεισο και στην κόλαση,
κι η γη θα έχει βγάλει τα συμπεράσματα της –
να θυμάστε:
το 1916
είχαν εξαφανιστεί οι όμορφοι άνθρωποι από το Πέτρογκραντ.

1916

Η μετάφραση αυτή αφιερώνεται στο φίλο Παναγιώτη Παπαθεοδωρόπουλο

Μτφ: Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης ©

Παρασκευή, 15 Αυγούστου 2014

ΜΟΝΑΧΑ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ




Υπάρχουν ερημικά κοιμητήρια,
τάφοι γεμάτοι κόκκαλα δίχως ήχο,
η καρδιά διασχίζοντας μιά σήραγγα
σκοτεινή, σκοτεινή, σκοτεινή,
που στα ενδότερά της πεθαίνουμε, όπως σε ναυάγιο,
σα να καταποντιζόμασταν μες την καρδιά,
σα να κατρακυλούσαμε απ' το δέρμα στην ψυχή.

Υπάρχουν πτώματα, υπάρχουν πόδια από γλοιώδη ψυχρή άργιλλο,
υπάρχει ο θάνατος μέσα στα κόκκαλα,
σαν ήχος καθαρός,
σαν υλακή δίχως σκυλί,
που αναδύεται μεσ' από κάποιες καμπάνες, από κάποιους τάφους,
αυξαίνοντας μέσα στην υγρασία όπως τα δάκρυα ή η βροχή.

Βλέπω, μονάχος, καμιά φορά,
φέρετρα με ιστία,
να σαλπάρουν μαζί με χλωμούς πεθαμένους, και με γυναίκες που έχουν πλεξούδες νεκρές,
μαζί με ψωμάδες λευκούς σαν άγγελους,
μαζί με κορίτσια στοχαστικά παντρεμένα με συμβολαιογράφους,
φέρετρα ν' αναπλέουν το κάθετο ποτάμι των νεκρών,
το μενεξεδένιο ποτάμι,
προς τα εκεί ψηλά, με τα ιστία φουσκωμένα από τον ήχο του θανάτου,

Στο ηχηρό ακρογιάλι φτάνει ο θάνατος
σαν ένα παπούτσι χωρίς πόδι, σαν ένα ένδυμα χωρίς άνθρωπο,
έρχεται να κτυπήσει μ' ένα δαχτυλίδι χωρίς πέτρα και χωρίς δάχτυλο,
έρχεται να φωνάξει χωρίς στόμα, χωρίς γλώσσα, χωρίς λαρύγγι.

Τα βήματά μου ωστόσο αντηχούν
και η ενδυμασία μου αντηχεί, σιωπηλή, σαν ένα δέντρο.

Δεν ξέρω, λίγα καταλαβαίνω, μόλις βλέπω,
όμως θαρρώ πως το τραγούδι του έχει το χρώμα υγρής βιολέττας,
βιολέττας που έχει συνηθίσει το χώμα, γιατί το πρόσωπο του θανάτου είναι πράσινο,
και η ματιά του θανάτου είναι πράσινη,
με τη διαπεραστική υγρασία ενός φύλλου βιολέττας,
και το βαρύ του χρώμα ενός οργισμένου χειμώνα.

Ομως ο θάνατος προχωρεί ανάμεσα απ' τον κόσμο μεταμφιεσμένος σε σάρωθρο,
γλύφει το έδαφος αναζητώντας πεθαμένους,
ο θάνατος βρίσκεται μέσα στο σάρωθρο,
είν' η βελόνα του θανάτου αναζητώντας την κλώστή.

Ο θάνατος βρίσκεται μέσα στα κρεββάτια,
στα μαλακά τα στρώματα στις μαύρες κουβέρτες
ζει ξαπλωμένος, και ξαφνικά φυσάει :
φυσάει μ' έναν ήχο ζοφερό που φουσκώνει τα σεντόνια,
και υπάρχουν κρεββάτια που ταξιδεύουν για ένα λιμάνι
όπου ο θάνατος περιμένει, με στολή ναυάρχου.

http://pablonerudapoetry.blogspot.gr/
Από τη συλλογή "Residentia en la tierra" 2
σε μετάφραση Τάκη Βαρβιτσιώτη στο
"Πάμπλο Νερούδα - Ποιήματα", έκδοση Νεφέλη 1982

ΚΑΤΙ ΜΕΝΕΙ ΠΑΝΤΑ


Οι σχισμένες κουρτίνες αιωρούνται
Ο άνεμος παίζει μαζί τους ο άνεμος
Τρεχαλάει στο χέρι μπαίνει απ’ το παράθυρο
Και βγαίνει να πά’ να πεθάνει κάπου οπουδήποτε
Ο πένθιμος άνεμος ο δυνατός που τα σηκώνει όλα

Τα λόγια ανέβαιναν πίσω από τον στρόβιλο
Εκείνοι ωστόσο μέναν άφωνοι
Απελπισμένοι εραστές που δεν θα ιδωθούν ποτέ ξανά
Κι αφήναν τις δεήσεις τους να παν
Προς όπου είχε ο καθένας τους τραβήξει
Και ο άνεμος
Ο άνεμος που τους χωρίζει
Τους βοηθάει να τα βρούνε πάλι

Το άδειο σπίτι ολοφύρεται θρηνεί
Τα τζάκια του όλα κλαίνε στους διαδρόμους
Την πλήξη εκείνων που ’φυγαν
Για να μην ιδωθούν ποτέ ξανά
Των άψυχων σπιτιών τα τζάκια
Κλαίνε κάθε βράδυ του χειμώνα
Για όσους φεύγουνε πολύ μακρύτερα
Το βράδυ αργεί να κατεβεί να πέσει
Βαρέθηκαν οι τοίχοι πια να περιμένουν
Και το σπίτι τελικά το παίρνει ο ύπνος
Στη μέση του ανέμου ολόαδειο

Καμμιά φορά στον διάστημα ψηλά τροχάζουν θόρυβοι βημάτων



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


**********************************


IL RESTE TOUJOURS QUELQUE CHOSE

Les rideaux déchirés se balancent
C'est le vent qui joue
Il court sur la main entre par la fenêtre
Ressort et s'en va mourir n'importe où
Le vent lugubre et fort emporte tout

Les paroles montaient suivant le tourbillon
Mais eux restaient sans voix
Amants désespérés de ne pas se revoir
En laissant partir leur prière
Chacun de son côté ils s'en allèrent
Et le vent
Le vent qui les sépare
Leur permet de s'entendre

La maison vide pleure
Ses cheminées hurlent dans les couloirs
L'ennui de ceux qui sont partis
Pour ne plus se revoir
Les cheminées des maisons sans âmes
pleurent les soirs d'hiver
Eux s'en vont bien plus loin
Le soir tarde  à descendre
les murs sont las d'attendre
Et la maison s'endort
Vide au milieu du vent

Là-haut un bruit de pas trotte de temps en temps

 

 


 

Πέμπτη, 14 Αυγούστου 2014

Ο ΜΙΚΡΟΣ ΝΑΥΤΙΛΟΣ

                                 
                                             [Π ρ ο β ο λ έ α ς   δ']

Σκηνή πρώτη:     Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος δίνει τη διαταγή να συλ-
λάβουν και να εκτελέσουν τους απεσταλμένους του Αρείου Πάγου,
Νούτσο και Πανουργιά.
Σκηνή δεύτερη:     Μια ειδική επιτροπή που επέχει θέση Στρατοδι-
κείου καταδικάζει τον Γεώργιο Καραϊσκάκη ως «επίβουλον και προ-
δότην της πατρίδος».
Σκηνή τρίτη:     Με καταδίκη σε θάνατο ρίχνεται στις φυλακές ο Θεό-
δωρος Κολοκοτρώνης.
Σκηνή τέταρτη:     Κυριακή πρωί, στο Ναύπλιο, έξω απ' την εκκλησία,
ο Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας πέφτει κάτω απ' τις σφαίρες
των Μαυρομιχαλαίων.
Σκηνή πέμπτη:     Βγαίνοντας από το σταθμό της Λυόν, στο Παρίσι,
μετά την υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών, ο Ελευθέριος Βενιζέ-
λος δέχεται τις σφαίρες δύο Ελλήνων αξιωματικών.
Σκηνή έκτη:     Κάτω από τη Γερμανική Κατοχή, ο Ελληνικός Λαϊκός
Απελευθερωτικός Στρατός εξοντώνει τον Συνταγματάρχη Ψαρρό,
που αγωνίζεται για τον ίδιο ακριβώς σκοπό επικεφαλής ανεξάρτητης
ανταρτικής ομάδας.
Σκηνή εβδόμη:     Στην Κύπρο, άνθρωποι σταλμένοι από τη δικτατο-
ρική κυβέρνηση των Αθηνών, στήνουν -με σκοπό να τον δολοφο-
νήσουν- ενέδρα στον Εθνάρχη Μακάριο, που μόλις καταφέρνει να
διαφύγει.

                    ΜΥΡΙΣΑΙ ΤΟ ΑΡΙΣΤΟΝ [XXII-ΧΧVΙΙ]

                                                XXII
Είναι φορές που βγαίνω στον αέρα λες και διαβάζω την Iλιάδα.
Παίρνω το μονοπάτι που τραβάει ψηλά πάνω απ' τα σπίτια, και κα-
θώς -όσο ανεβαίνω- αλλάζουν σχήμα οι αγκαλιές και οι κάβοι, μέ-
σα μου αλλάζουνε θέση και μορφή τα αισθήματα: η ταυτότητα των
ηρώων, η άγρια ικανοποίηση να λες όχι, το ευθύ, το λαμπερό, το ποτέ
δυο φορές το ίδιο.
Ένας μελαψός έφηβος που του κατεβάσανε το βρακάκι και παραμέ-
νει ωραίος πλάι σ' όλων των λογιώ τα μπλε και τα μαύρα. Δυσδιάκρι-
τος μέσα στον χριστιανισμό· ανεύρετος μέσα στον μαρξισμό· μικρός
Μέγας Αλέξανδρος πάνω από το Αιγαίο που ενσαρκώνει και που το
κύμα του δεν τελειώνει ποτέ.
                                            XXIII
Σίγουρα θα πρέπει να 'ταν μια σταγόνα καθαρού νερού στην παιδική
του ηλικία ο ήλιος. Από κει ο τρόπος που λάμπει στα ματοτσίνορα·
και το δροσό που κρατά στους τοίχους με τις αγιογραφίες, Ιούλιο μή-
να, το καταμεσήμερο.
Αφήνω τη διαφάνεια. Που έτσι και το φέρει η τύχη ν' αγαπήσεις μια
κοπέλα, βλέπεις μέσα της: όπως στα ποιήματα.
Εάν υπάρχει ένας τρόπος να πεθάνεις χωρίς ν' αφανίζεσαι - είναι
αυτός: μία διαφάνεια όπου τα ύστατα συστατικά σου -δρόσος, φω-
τιά- όντας ορατά για όλους, έτσι κι αλλιώς, θα υπάρχεις κι εσύ
εσαεί.
                                            XXIV
Για όποιον η θάλασσα στον ήλιο είναι «τοπίο» - η ζωή μοιάζει εύ-
κολη και ο θάνατος επίσης. Αλλά για τον άλλον είναι κάτοπτρο αθα-
νασίας, είναι «διάρκεια». Μια διάρκεια που μόνον το ίδιο της το εκ-
θαμβωτικό φως δε σ' αφήνει να τη συλλάβεις.
Εάν υπήρχε τρόπος να βρίσκεται κανείς, την ίδια στιγμή, μπρος και
πίσω απ' τα πράγματα, θα καταλάβαινε πόσο το άνοιγμα του χρόνου,
που καταβροχθίζει απλώς γεγονότα, χάνει τη σημασία του· όπως,
ακριβώς, μέσα σ' ένα ποίημα. Και τότε -αφού είναι μια ανάπτυξη
του ακαριαίου ή, αντίστροφα, μια σύμπτυξη του ατέρμονος το ποίη-
μα- να κερδίσει την ελευθερία του χωρίς να καταφύγει σε κανενός
είδους πυρίτιδα.
Μόνον ένα πράγμα να μπορούσε να συνειδητοποιήσει: ότι δεν τα
κρατάνε όλα οι ζωντανοί.
                                             XXV
Μια μεταγλώττιση του ήχου που κάνουν παφλάζοντας τα μικρά κύ-
ματα, τη στιγμή που η σελήνη απομακρύνεται και το σπίτι σιμώνει
στην ακροθαλασσιά, θα μπορούσε πολλά να μας αποκαλύψει. Για τις
κορυφές των αισθήσεων πριν απ' όλα. Όπου η ευγένεια υποσκελί-
ζοντας τη δύναμη φτάνει πάντοτε πρώτη: ένα γαλάζιο φιστικί που
λάμπει, το βότσαλο αναμμένο, μοναχικά πατήματα του ανέμου στα
φύλλα. Ή αλλιώς: μια μετόπη, ένας τρούλος, που κάνουν τη φύση
γραμμή, όπως ο φλοίσβος οικουμενική την ελληνική γλώσσα.
Μάθε να προφέρεις σωστά την πραγματικότητα.
                                            XXVI
Να προφέρεις την πραγματικότητα όπως ο σπουργίτης το χάραμα.
Και να τη σιμώνεις όπως ένα πλοίο τη Σέριφο ή τη Μήλο. Που τα
βουνά ξετυλίγονται το ένα μέσ' απ' το άλλο εωσότου φανεί ο υπέρο-
χος κώνος με τα λευκά σπίτια· το ένα νησί χωρίζεται σε δύο ή τρία·
κι ο κάθετος βράχος δείχνει, από κοντά, να κρατάει την πιο παρθένα
λευκή αγκαλιά. Διείσδυση σε μεγάλο βάθος μέσα στις αισθήσεις και
συνάμα διαρκής ανατροπή κάθε χρηστικής αντίληψης για τη φύση
του υλικού κόσμου.
Πουθενά αλλού δεν ένιωσα τη ζωή μου τόσο δικαιωμένη όσο πάνω
στη γέφυρα ενός πλοίου. Στη θέση τους τη σωστή, τα πάντα: οι βί-
δες, οι λαμαρίνες, οι σωλήνες, τα συρματόσχοινα, οι αεραγωγοί, τα
όργανα πλεύσεως· και ο ίδιος εγώ που εγγράφω την αέναη μεταβολή
παραμένοντας στο ίδιο σημείο. Ένας πλήρης, αυτάρκης και συγκρο-
τημένος κόσμος που μου ανταποκρίνεται και του ανταποκρίνομαι και
εισχωρούμε μαζί σαν ένα σώμα στον κίνδυνο και στο θαύμα.
Πλοίο διαρκείας η χώρα μου.
                                            XXVII
Άργησα πολύ να καταλάβω τι σημαίνει ταπεινοσύνη και φταίνε αυ-
τοί που μου μάθανε να την τοποθετώ στον άλλο πόλο της υπερηφά-
νειας. Πρέπει να εξημερώσεις την ιδέα της ύπαρξης μέσα σου για να
την καταλάβεις.
Μια μέρα που ένιωθα να μ' έχουν εγκαταλείψει όλα και μια μεγάλη
θλίψη να πέφτει αργά στην ψυχή μου, τράβηξα, κει που περπατού-
σα μες στα χωράφια χωρίς σωτηρία, ένα κλωνάρι άγνωστου θάμνου.
Το 'κοψα και το 'φερα στο απάνω χείλι μου. Ευθύς αμέσως κατάλαβα
ότι ο άνθρωπος είναι αθώος. Το διάβασα σ' αυτή τη στυφή από αλή-
θεια ευωδιά τόσο έντονα που πήρα να προχωρώ το δρόμο της μ' ελα-
φρύ βήμα και καρδιά ιεραποστόλου. Ώσπου, σε μεγάλο βάθος, μου
έγινε συνείδηση πια ότι όλες οι θρησκείες λέγανε ψέματα.
Ναι, ο Παράδεισος δεν ήταν μια νοσταλγία. Ούτε, πολύ περισσότε-
ρο, μια ανταμοιβή. Ήταν ένα δικαίωμα.
                                           XXVIII
Χιλιάδες χρόνους περπατάμε. Λέμε τον ουρανό «ουρανό» και τη θά-
λασσα «θάλασσα». Θ' αλλάξουν όλα μια μέρα κι εμείς μαζί τους
θ' αλλάξουμε, αλλά η φύση μας ανεπανόρθωτα θα 'ναι χαραγμένη πά-
νω στη γεωμετρία που καταφρονέσαμε στον Πλάτωνα. Και μέσ' απ'
αυτήν, όταν σκύβουμε όπως σκύβουμε καμιά φορά πάνω στα νερά του
νησιού μας, θα βρίσκουμε τους ίδιους καστανούς λόφους, όρμους και
κάβους, τους ίδιους ανεμόμυλους και τις ίδιες ερημοκλησιές, τα σπι-
τάκια που ακουμπάνε το 'να στ' άλλο, και τ' αμπέλια που κοιμούνται
σαν μικρά παιδιά, τους τρούλους και τους περιστεριώνες.
Δε θέλω να πω αυτά τα ίδια. Θέλω να πω τις ίδιες φυσικές και αυθόρ-
μητες κινήσεις της ψυχής που γεννούν και διατάσσουν προς ορισμέ-
νη κατεύθυνση την ύλη· τις ίδιες αναπάλσεις, τις ίδιες ανατάσεις
προς το βαθύτερο νόημα ενός ταπεινού Παραδείσου, που είναι ο
αληθινός μας εαυτός, το δίκιο μας, η ελευθερία μας, ο δεύτερος και
πραγματικός ηθικός μας ήλιος.


                                  Έξοδος

                ΑΛΛ' ΑΚΑΤΑΝΟΗΤΑ ΔΕΝ
                                                                ακούει κανένας. Πάει ψηλά
ολοένα καιούμενο του Παραδείσου το πουλί. Κι όλες οι Παναγίες οι
ασημένιες, τίποτε. Αλλού γυρίστηκε η φωνή και αθαυματούργητα
έμειναν τα μάτια.
                                        Έρμα 'ν' τα μάτια
Ένας κι εγώ στους χιλιάδες ανάμεσα φονιάδες πάω τους αθώους κι
ανίσχυρους. Τυλίγομαι το αρχαίο ρούχο και τα πέτρινα πάλι κατε-
βαίνω σκαλοπάτια καλώντας και ξορκίζοντας
                                Έρμα 'ν' τα μάτια, που καλείς
Αιώνες τώρα πάνω από τα γαλάζια ηφαίστεια. Μακριά στο σώμα και
μακριά στο χώμα που πατώ πήγα να βρω ποιος είμαι. Τις μικρές ευτυ-
χίες και τ' αδόκητα συναπαντήματα θησαύρισα, και να με: ανήμπο-
ρος να μάθω τι δίνω, τι μου δίνουν και περισσεύει το άδικο

                                        Χρυσέ ζωής αέρα...

Τετάρτη, 13 Αυγούστου 2014

ΚΑΙ ΜΕ ΦΩΣ ΚΑΙ ΜΕ ΘΑΝΑΤΟΝ [15-21]

           
                                            15
Αυτό το πέτρινο κεφάλι και οι σπασμένες γλάστρες
Βασιλεύοντας ο ήλιος την ώρα που ποτίζουνε
Στην Αίγινα ή στη Μυτιλήνη
- το χαρμάνι αυτό
Από γιασεμί λουίζα και αρμπαρόριζα
Που κρατάει τον ουρανό σε απόσταση
Εάν είσαι αλήθεια εκείνος που την ίδια
Στιγμή περνά ψηλά πάνω απ' τις στέγες
Απαράλλαχτο καΐκι μ' ανοιχτά πανιά

Τα γεμάτα χώμα κοριτσιών τραγούδια
Όπου τα δάκρυα λάμπουν σαν την Άρκτο
Και το περισσευούμενο χορτάρι τ' ουρανού που πάτησες
Κάποτε μια φορά και μια για πάντα υπάρχει
Προσαρτημένο στη δική σου ελληνική επικράτεια
Εάν είσαι αυτός που αλήθεια ζει και ζει εναντίον
Των περιττών πραγμάτων και ημερών
Ο αριστερός Ιησούς ω
                                    τότε θα με καταλάβεις.
                                        16
Πού να τα πω νύχτα μες στον αέρα
Στα δέσπολα των άστρων στη μαυρίλα που μυρίζει
Θάλασσα πού να τα πω τα ελληνικά της πίκρας
Με δέντρα κεφαλαία πού να τα γράψω
Οι σοφοί να ξέρουν ν' αποκρυπτογραφήσουν
Ανάμεσ' από δεύτερο και τρίτο κύμα
Έναν τέτοιον διακαμό βαρύ από πέτρες που δε βούλιαξαν

Άγιε Σώζοντα, συ που εφοράς φουρτούνες
Ανέβασέ μου της θάλασσας το μάτι
Να κάνω μίλια μέσα του στην πράσινη διαφάνεια
Να φτάσω εκεί που σκάβουν τ' ουρανού οι μαστόροι
Και να 'βρω πάλι τη στιγμή πριν γεννηθώ
Τότες που ευώδιαζαν οι βιόλες άμα δε νογούσα
Πως δε νογάει την αστραπή του ο κεραυνός
Μόνο σε τεταρτοχτυπά -λάμψη όλος!

                                        17
Ως εν ουρανίω έαρι ραντισμούς
Μύριους ακτίνων εκλικμίζουσα
Φαιοπράσινος επεφάνης
Κι εις ευόλισθον κλιτύν αστέρων
Με ληκύθιον ύπνου προβαίνουσα
Τους αργολογούντας χαμαί
Πατήσασα ήτμισας.
Επέπλωνον τα όρη φρουραί
Κρυσταλλοειδών λιβανωτίδων
Κι εναμίλλως έθαλλον
Της νυκτός μήκωνες έως ου
Των χειλέων σου σκιρτητικοί λόγοι

Μυριοπτέρυγοι όλως
Των πελαγιζομένων τα όνειρα
Σεσυλημένα πάλαι ποτέ

Νυν επανέστρεφον αληθώς.
Ως αιπόλου μονύδριον ήναψας
Την ψυχήν ημών εν τω βαράθρω Κόρη.
                                         18
Και αφού σ' εξοντώσουν θα 'ναι ακόμη ωραίος
Ο κόσμος εξαιτίας σου
                                      η καρδιά σου - καρδιά
Πραγματική στη θέση εκείνης που μας πήρανε
Ακόμη θα χτυπά και μία ευγνωμοσύνη
Από τα δέντρα που άγγιξες θα μας σκεπάζει
Ω λυτή αστραπή και πως σε ξαναδένουν
Που πια δεν έχω αέρα δεν έχω ζώου συντροφιά
Ή ξυλοκόπου καν ένα χαμένο αστροπελέκι
Ακούω νερά να τρέχουν
                                      ίσως να 'ναι από Θεού
(Κι εγώ να βλασφημώ) ή να 'ναι από το στόμα
Κάποιου μοναχικού που σίμωσε της κορυφής τα Μυστικά Κλειδιά
Και τ' άνοιξε
                     γι ' αυτό απευθύνομαι σε Σένα
Βράδυ Μεγάλης Τρίτης με αντίκρυ μου το πέλαγος
Το ανεπανάληπτο - για να του πεις αντίο κι ευχαριστώ.
                                        19
Τριποδίσματα ωραίων αλόγων θα με βοηθήσουν
Να πω την προσευχή μου πριν να κοιμηθώ
Στην ψάθα -όπως γεννήθηκα- με λίγες πιτσιλάδες
Ήλιου στο μέτωπο και την αρχαία καρδιά
Που ξέρει όλον τον Όμηρο γι 'αυτό και αντέχει ακόμη

Εξουθενωτικά χτυπώντας μες στη μαύρη πέτρα
Των Ψαρών ένα φως λατρεία γιομάτο
Φέρνω στη φούχτα μου για σας μέλλουσες μαργαρίτες
Γραικές που εβάλατε κουφέτο του Άδη

Θαρρετά λέω το λιγοστό χρυσάφι
Επάνω στους πυλώνες όπως γνωρίζουν τα πουλιά
Ν' αφήνουν μιαν ιδέα χαράς κι ύστερα να πεθαίνουν

Γεια σας κι η βρύση μου ανοιχτή στάλα τη στάλα
Ξανά γεμίζει τον γαλάζιο χρόνο

Που είναι αθώος και μετρημό δεν έχει.
                                         20
Έλεγες να φύγω εχθές    η πιο σπαραχτική
Θάλασσα    πήραμε το μανουάλι
Με τις μπλε Μυρτίλλες
                                        δεκατρείς είμαι
Ή κι αν έρθεις    όροφος με κάτω
Διαβαστά στο σώμα σου λόγια του Ομήρου
Κυματοστραμμένοι αντικατοπτρισμοί
Αερένιε Ποσειδώνα όλο γαρίφαλα
Σημάτων    επειδή δροσινός ήμουν ώσπου.
                                        21
Και το πιο σπουδαίο απ' όλα: θα πεθάνεις.
Ο Κεράτιος ο άλλος θα σου ανοίξει
Στόμα να περάσεις με το πρόσωπο άσπρο
Ενώ και η μουσική θα συνεχίζεται και στα δέντρα επάνω
Που ποτέ δε γύρισες να δεις η πάχνη θ' απολύει
Ένα ένα τα έργα σου. Ε  τι
                                           σκέψου
Από τώρα εάν η αλήθεια βγάνει
Σταγόνες εάν ο Γαλαξίας πλατύνεται
Πραγματικά τότε βρεμένος φεγγοβόλος με το χέρι επάνω
Σε δάφνη ευγενή περισσότερο Έλλην φεύγεις
Κι από μένα που σου φύσηξα μες στο μπουγάζι άνεμο πρίμο
Σου ετοίμασα μες στις αποσκευές ασβέστη και υδροχρώματα
Το εικόνισμα μικρό με τους χρυσούς Ιούλιο και Αύγουστο
Ξέροντας εσύ πότε χαμένος όντας
Οδοιπόρος εγώ θα με φιλοξενήσεις
Απιθώνοντας πάνω στο τραπεζομάντιλο
Το ψωμί τις ελιές και τη συνείδηση
Μέρα πρώτη για μας στην πατρίδα τη δεύτερη του επάνω κόσμου.

                                        ΟΤΤΩ ΤΙΣ ΕΡΑΤΑΙ
                                              [Τα Στιγμιότυπα]
Προπαντός η ακρίβεια, έλεγα. Κι όλο πρόσεχα να 'ναι στενό το διά-
φραγμα. Όταν προχώρησα στην εμφάνιση το είδα καθαρά: είχα κερ-
δίσει τύπους από στιγμές ή, αλλιώς, «στιγμιότυπα» που, άπαξ κι υ-
πήρξανε μια φορά, τίποτε, ποτέ πια, δε θα μπορούσε να τα κατελύσει.
                                                        α΄
ΚΕΡΚΥΡΑ
Ανοιξιάτικη νύχτα σε μακρινό εξοχικό νεκροταφείο. Το φωτεινό
εκείνο σύννεφο από πυγολαμπίδες που αλλάζει ανάλαφρα θέση από
τάφο σε τάφο.
ΜΥΤΙΛΗΝΗ
Στα Μυστεγνά, πρωί, ανεβαίνοντας τους ελαιώνες για το εκκλησάκι
της Αγίας Μαρίνας. Το βάρος που νιώθεις να σου έχει αφαιρεθεί
σαν αμαρτία ή τύψη και χωνεύεται από το χοντρό χώμα, λες και το
τραβά η μεγαθυμία των προγόνων.
ΣΚΙΑΘΟΣ
Την ώρα που η μικρή βάρκα μπαίνει στη θαλασσοσπηλιά κι από το
εκθαμβωτικό φως άξαφνα βρίσκεσαι κλεισμένος μέσα σε μια παγω-
μένη γαλαζοπράσινη μέντα.
ΑΝΔΡΟΣ
Στραπουργιές. Φεγγαρόφωτο πάνω στους ανθισμένους γκρεμούς κι
ως πέρα στο μυριστικό πέλαγος, ατελεύτητα.
ΜΥΚΟΝΟΣ
Ταρατσάκι. ανάμεσ' από γλάστρες με γεράνια ένας ρόδινος τρού-
λος, λευκά τόξα, κατάρτια υφαίνοντας τον ουρανό, η Δήλος.
ΠΑΡΟΣ
Κτήμα «Έλητας». Δειλινό. Πάπιες και χήνες. Κάποιος, πάνω στ' α-
λώνι, αποκοιμισμένος, με μια πελώρια ψάθα στο κεφάλι και τα πόδια
μισάνοιχτα.
ΚΥΘΝΟΣ
Η ράχη της νησίδας «Πιπέρι» ασύμμετρα τριγωνική, όπως φαίνεται
το δειλινό από την Κανάλα.
ΣΕΡΙΦΟΣ
Παραπλέοντας το νησί μες στο καταμεσήμερο. Καίνε τα γυμνά σου
μπράτσα πάνω στην κουπαστή. Κι ολοένα, μία μέσ' απ' την άλλη, ξε-
τυλίγονται οι μικρές αγκαλιές εωσότου τέλος απλώνεται η μεγάλη
με το λευκό στέμμα στην κεφαλή.
ΑΙΓΙΝΑ
Η ώρα έντεκα, να φυσά στον ανήφορο της Παλιοχώρας. Ερημία.
ΣΠΕΤΣΕΣ
Άγιοι Ανάργυροι. Στα ρηχά ο διάφανος βυθός όλο τρυπίτσες κι από
πάνου το πεύκο, γέρικο, σπασμένο, αδειάζοντας ευωδιές σαν να ξε-
πληρώνει παλιό χρέος.
ΥΔΡΑ
Μεγάλη Παρασκευή. Παπάδες κι αγόρια με ξαφτέρυγα, στις βάρκες.
Το πλήθος μ' αναμμένα κεριά. Ω γλυκύ μου έαρ...
ΠΑΤΜΟΣ
Ανοιχτόχρωμα τα τρεμάμενα κύματα και σκούρος, βαρύς, αντίκρυ, ο
κωνικός βράχος. Ακούγεται το ντουκ ντουκ ενός μπενζινοκάικου που
περνάει χωρίς να φαίνεται.
ΡΟΔΟΣ
Στην παλιά ελληνική συνοικία. Ό,τι παίρνει το μάτι σου από τις μι-
σάνοιχτες πόρτες: ξυπόλυτα μωρά και πελώρια μπανανόφυλλα. Στο
βάθος, απλωμένες μπουγάδες και μία γάτα.
ΚΥΠΡΟΣ
Στο «Σουλτάν Τεκέ» λίγο πιο έξω από τη Λάρνακα. Οι σκιές από τα
φύλλα που μετατοπίζονται με τον άνεμο ρυθμικά και μοιάζουν με
κρησάρα που δουλεύει ασταμάτητα όπως ακριβώς η συνείδηση.

AIX-EN-PROVENCE
Άξαφνη άνοιξη. Μέσ' από κάγκελα με γλυσίνες κεφάλι κοριτσιού
που κοιτάζει με απορία.

ST-JEAN-CAP-FERRAT
Το παραλιακό μονοπάτι που οδηγεί στην Beaulieu. Αριστερά, κήπος
απέραντος μ' απανωτά επίπεδα κι έναν υψηλόσωμο σκύλο που κοιτά-
ζει με υπεροψία. Δεξιά, η θάλασσα, σχεδόν άσπρη. Μυρίζει φρεσκο-
κομμένο τριφύλλι.

PARERMO
Εσωτερικό εκκλησίας όπως μου εμφανίσθηκε στον ύπνο μου. Τοιχο-
γραφίες κοκκινωπές και πλακάκια μαύρα και άσπρα στο δάπεδο. Ζέ-
στη.

AMPURIAS
Απόγεμα φθινοπωρινό ανάμεσα στα ερείπια. Βλέπεις τη θάλασσα
μουντή κάτω από το ψιλόβροχο και συλλογίζεσαι μια χαμένη ελλη-
νική αυτοκρατορία. Για χάρη της γλώσσας, όχι για τίποτε άλλο.
CÓRDOBA
Μικροσκοπικό patio σε φτωχογειτονιά. Σιντριβανάκι, καμάρες, α-
νοίγματα στο βάθος με παραβάν από χάντρες. Δυο αγόρια κουρεμένα
που παρατάνε το παιχνίδι τους και παρατηρούνε όλο περιέργεια τον
ξένο.
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΙΣ
Από το κατάστρωμα του «Φελίξ Ντζερτζίνσκι»: στην προβλήτα ένα
πλήθος με αγριωπά πρόσωπα. Μακριά στο βάθος, ανάμεσ' από τις
αιχμές των μιναρέδων, η Αγία Σοφία.
ΚΑÏΡΟΝ
Μέσα στη σκόνη και στο πλήθος μιας λαϊκής συνοικίας. Κηδεία με
παπάδες Κόπτες που προχωρούνε ψιθυρίζοντας ακατανόητα λόγια
μες στο καταμεσήμερο.
                                                        β'
ΑΙΓΙΝΑ
Χαρμάνι από αρμπαρόριζα και γιασεμί, τα μεσάνυχτα.
ΣΠΕΤΣΕΣ
Η πλώρη χτυπώντας, με το σκαμπανέβασμα, πάνω στα κύματα. Κάθε
φορά, κι η αφρόσκονη καταπρόσωπο.
ΖΑΚΥΝΘΟΣ
Δειλινό στο Ακρωτήρι, στο παλιό σπίτι του Διονυσίου Σολωμού.
Μπρος από το μεγάλο, στρογγυλό, πέτρινο τραπέζι του κήπου. Δέος
και σιωπή. Και συνάμα υπόκωφη, παράξενη παρηγοριά.
ΜΥΤΙΛΗΝΗ
Μια κουταλιά γλυκό βύσσινο μετά τον απογεματινόν ύπνο.
ΧΙΟΣ
Πυργί. Από τη λάβρα έξω, μέσα στην υγρή δροσιά της εκκλησιάς.
Σ' όλο το σώμα η αίσθηση του ασβέστη, με τις μισοσβησμένες τοι-
χογραφίες.
ΣΙΦΝΟΣ
Δώμα με κυματωσιές. Αρμοσμένο το γυμνό σώμα, σαν από τότε, θα
'λεγες, που γεννήθηκες μες στη λειψανοθήκη του ήλιου.
ΚΑΛΥΜΝΟΣ
Μια συναγρίδα ψητή με πολύ εκλεκτό λάδι και λεμόνι.
                                                        γ'
Η ΑΝΝΟΥΛΑ
Την ώρα που πλένεται, μετά που τέλειωσε την μπουγάδα, στη μεγά-
λη πέτρινη γούρνα του πλυσταριού. Λευκό φωτεινό σώμα.
Η ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ
Που διαβάζει για τις «Εισαγωγικές» ενώ χαϊδεύει αφηρημένα τ'αρι-
στερό της στήθος και, σε κάποια στιγμή, με το μολύβι που κρατάει,
κεντά ρυθμικά τη ρώγα του.
Η ΣΠΕΡΑΝΤΖΑ
Καθώς το φεγγάρι προχωρεί και την κυριεύει από τα πόδια. Πλέει
ανάσκελα μέσα στο φως, κι από τα γυμνά στήθη, που ανεβοκατεβαί-
νουν, φτάνει μια μυρωδιά περιβολιού και θάλασσας.
Η ΔΗΜΗΤΡΑ
Ψηλά στην καμινάδα της ταράτσας. Ο άνεμος της παίρνει μαλλί,
φουστάνι. Λάμπει απ' το ίδιο της το δέρμα και στρέφεται δεξιά κι α-
ριστερά σαν πουλί ανεξήγητα ευτυχισμένο.
Η ΜΠΙΛΙΩ    
Που αφήνει να πέσει το νυχτικό της, το ξανασηκώνει, τέλος το πετά
και κάθεται αντικρύ στην μπαλκονόπορτα με λυμένο πίσω της τον
στηθόδεσμο.
Η ΙΝΩ
Προτού κοιμηθεί το βράδυ. Ποτίζει τις γλάστρες και, στο δυνατό
φως της βεράντας, το σώμα της διαγράφεται μέσα από τ' αραχνοΰφαν-
το νυχτικό. Την μπερδεύεις με τα λουλούδια.
Η ΠΟΠΗ, Η ΑΓΓΕΛΑ, Η ΧΑΡΙΚΛΕΙΑ
Που κοιμούνται βαθιά: η μία με τους γλουτούς κατά δω· η άλλη α-
νάσκελα με το 'να χέρι στο γυμνό στήθος· η τρίτη με το δεξί πόδι
λυγισμένο και τα μπράτσα ψηλά γύρω από το κεφάλι. Ενώ από την
μπούκα της πόρτας φτάνει αεράκι από ζουλιγμένο μενεξέ και λεμο-
νόδεντρο.

                       

Τρίτη, 12 Αυγούστου 2014

ΟΤΤΩ ΤΙΣ ΕΡΑΤΑΙ


                                        [Αιγαιοδρόμιον]
Όταν άνοιξα τον Οδηγό μου, κατάλαβα. Μήτε σχεδιαγράμματα μήτε
τίποτα. Μόνο λέξεις. Αλλά λέξεις που οδηγούσαν μ' ακρίβεια σ' αυ-
το που γύρευα. Έτσι, σιγά σιγά, φυλλομετρώντας, είδα να σχηματί-
ζεται ο χώρος όπως το δάκρυ από τη συγκίνηση. Κι εγώ μέσα του.
                       
                         Ο ΜΙΚΡΟΣ ΝΑΥΤΙΛΟΣ
                               [Π ρ ο β ο λ έ α ς   γ']
Σκηνή πρώτη: Ο πρώτος χριστιανός βασιλεύς Κωνσταντίνος δίνει
διαταγή να συλλάβουν και θανατώσουν τον ίδιο του το γιο Κρίσπο.
Σκηνή δεύτερη: Άνθρωποι του Ηράκλειου έχουν οδηγήσει στα βα-
σανιστήρια τον ανεψιό του Θεόδωρο και το νόθο γιο του Αδαλάριχο.
Τους κόβουν τη μύτη, τα χέρια και το δεξί πόδι.
Σκηνή τρίτη: Αφού έχει τυφλώσει τον ανήλικο γιο της Κωνσταντί-
νο, η Ειρήνη η Αθηναία αναγορεύει Μέγα Λογοθέτη τον ευνούχο
Σταυράκιο.
Σκηνή τέταρτη: Τον ερωμένο της Ιωάννη Τσιμισκή οδηγεί κρυφά η
Θεοφανώ στα συζυγικά δώματα του Παλατιού για να δολοφονήσει
τον Νικηφόρο Φωκά.
Σκηνή πέμπτη: Μέσα στην εκκλησία, την ώρα που γίνεται μνημόσυ-
νο για τον αυτοκράτορα Θεόδωρο Λάσκαρι, ο Μιχαήλ Παλαιολόγος
δολοφονεί τον ανήλικο Ιωάννη Δ' και παίρνει τη θέση του.
Σκηνή έκτη: Στον εωθινό των Χριστουγέννων, ο Μιχαήλ Τραυλός,
βοηθημένος από άλλους έξι συνωμότες, σκοτώνει τον ευεργέτη του
αυτοκράτορα Λέοντα τον Ε'. ,
Σκηνή εβδόμη: Ο Ανδρόνικος Κομνηνός στραγγαλίζει τον ανεψιό
του Αλέξιο και παντρεύεται τη χήρα του, που είναι δεκατριών ετών.

                      ΜΥΡΙΣΑΙ ΤΟ ΑΡΙΣΤΟΝ [ XV-ΧΧΙ]
                                                  XV
Τα παιδικά μου χρόνια είναι γεμάτα καλαμιές. Ξόδεψα πολύν άνεμο
για να μεγαλώσω. Μόνον έτσι όμως έμαθα να ξεχωρίζω τους πιο ανε-
παίσθητους συριγμούς, ν' ακριβολογώ μες στα μυστήρια.
Μια γλώσσα όπως η ελληνική όπου άλλο πράγμα είναι η αγάπη και
άλλο πράγμα ο έρωτας· άλλο η επιθυμία και άλλο η λαχτάρα· άλλο η
πίκρα και άλλο το μαράζι· άλλο τα σπλάχνα κι άλλο τα σωθικά. Με
καθαρούς τόνους, θέλω να πω, που -αλίμονο- τους αντιλαμβάνον-
ται ολοένα λιγότερο αυτοί που ολοένα περισσότερο απομακρύνον-
ται από το νόημα ενός ουράνιου σώματος που το φως του είναι ο αφο-
μοιωμένος μας μόχθος, έτσι καθώς δεν παύει να επαναστρέφεται κά-
θε μέρα όλος θάμβος για να μας ανταμείψει.
Θέλουμε δε θέλουμε, αποτελούμε το υλικό μαζί και το όργανο μιας
αέναης ανταλλαγής ανάμεσα σ' αυτό που μας συντηρεί και σ' αυτό
που του δίνουμε για να μας συντηρεί: το μαύρο που δίνουμε, για να
μας αποδοθεί λευκό·  το θνησιμαίο, αείζωο.
Και χρωστάμε στη διάρκεια μιας λάμψης την πιθανή ευτυχία μας.
                                             XVI
Έχει και η ψυχή τον δικό της κονιορτό που, εάν σηκωθεί μέσα μας
αέρας, αλίμονο. Οι ορμές χτυπάνε στα παράθυρα, τα τζάμια θρυμμα-
τίζονται. Λίγοι ξέρουν ότι ο υπερθετικός στα αισθήματα σχηματίζε-
ται με το φως, όχι με τη δύναμη. Κι ότι χρειάζεται χάδι εκεί που βά-
ζουν μαχαίρι. Ότι ένας κοιτώνας με τη μυστική συνεννόηση των σω-
μάτων μας παρακολουθεί παντού και μας παραπέμπει στην αγιότητα
χωρίς συγκατάβαση.
Α! όταν η στιγμή φτάσει να καθίσουμε κι εμείς πάνω στο πεζούλι κά-
ποιας Αγίας Πρέκλας εν μέσω αγριοσυκών, μορεών με ερυθρούς
καρπούς, εις έρημον τόπον, απόκρημνον ακτήν, τότε η μικρή Κουμ-
πώ μ' ένα κερί στο χέρι θα σηκωθεί στις μύτες των ποδιών να φτάσει
εκεί ψηλά, μέσα στον αναστεναγμό μας, όλα τα εύφλεκτα: πάθη,
πείσματα, φωνές οργής, μυριάδες έντομα χρωματιστούλια, που να
λαμπαδιάσει ο τόπος!
                                             XVII
Και να, καταμεσής της αθλιότητας, από τις ανασκαφές της Σαντορί-
νης, από την απελπισία πιο πέρα - επιτέλους: μια Κόρη Θηρασία
φτάνει τεντώνοντας το χέρι της σαν να λέει «Χαίρε Κεχαριτωμένε».
Δεν είμαι ζωγράφος, Κόρη Θηρασία. Μα θα σε πω με ασβέστη και
με θάλασσα. Θα σε προεχτείνω μ' αυτά που γράφω σ' αυτά που πράτ-
τω. Θα σου προσφέρω μια ζωή (τη ζωή που δεν αξιώθηκα) χωρίς
αστυνόμους, χωρίς φακέλους, χωρίς κελιά. Μόνο μ' ένα λευκό πουλί
πάνω από το κεφάλι σου.
Θα φυτέψω αμπέλια-λέξεις. Θα κτίσω Ανάκτορα μ' αυτά που μου δί-
νεις ν' αγαπώ. Από την Ηγησώ θα φτάσω στην αγία Αικατερίνη. Γη
και ειρήνη θα φέρω.
                                            XVIII
Από μικρό παιδί μου γεμίσανε το κεφάλι με την εικόνα ενός θανάτου
κουκουλωμένου στα μαύρα, που κρατά τη ζωή σαν φάκα και μας την
προτείνει ανοιχτή, με το δόλωμα της ηδονής στη μέση. Αφήστε με
να γελάσω. Κάτι άλλο έλεγε κείνος που μασούσε τη δάφνη. Και δεν
είναι τυχαίο που γυρίζουμε όλοι μας γύρω απ' τον ήλιο.
Το σώμα ξέρει.
                                             XIX
Ωραίε μου Αρχάγγελε γεια σου, με τις ηδονές καθώς φρούτα στο
πανέρι!
                                              XX
Ένα βουνάκι αγριολούλουδα, το ίδιο αναλλοίωτα κι αμάραντα όσο
μέσα στη σκέψη μας, τρέμει κάθε φορά που καταφέρνουμε να γίνου-
με αέρας. Και να σκεφτεί κανένας ότι, με την προϋπόθεση να το θε-
λήσουμε όλοι, μπορούμε. Όπως μπορούμε να επεκταθούμε σε όλα
τ' απέραντα τετραγωνικά της ηθικής που απλώνονται πέραν από το
ένα και αποτρόπαιο, φευ, όπου μας έχει καθηλώσει μια πανάρχαιη
βλακεία, στην ανθεκτικότητά της πανίσχυρη.
                                             XXI
Εκφράζομαι όπως ένα περγαμόντο στον πρωινόν αέρα. Η διήθηση
που δεν την αντιλαμβάνεται άλλος κανείς, αυτή έχει σημασία.
Μέσ' από τους κοινωνικούς αγώνες, τη λαχτάρα για δίκιο και για
ελευθερία, το αναπαλλοτρίωτο του ατόμου: μια ευωδία!
Ο άνθρωπος δεν είναι ποτέ τόσο μεγάλος ή τόσο μικρός όσο οι
έννοιες που συλλαμβάνει, από τον Άγγελο αρχινώντας ίσαμε τον
Δαίμονα. Είναι όσο το μέρος που απομένει όταν οι δύο αυτές αντί-
παλες δυνάμεις αυτοεξουδετερωθούνε. Αν μου αρέσει ν' ανάγομαι
στην ευγένεια του δέντρου ή να μετατρέπω σε αίνιγμα τις λύσεις,
είναι γι' αυτό. Για να υποκαθίσταμαι στο παιδί που ήμουνα και να
διαθέτω πάλι, εντελώς δωρεάν, την απέραντη εκείνη ορατότητα, την
ισχυρότερη, τη διαρκέστερη από κάθε άλλης λογής Επανάσταση.

Κοίταζα το κομμάτι που χωρούσε στο μεγάλο τετράγωνο παράθυρο:
λίγες καμένες στεριές και μια λουρίδα κύμα βαθυκύανο. Στον ύπνο
μου, αργότερα, η ώρα τρεις το απόγεμα, έβλεπα τον Ερμή να κατε-
βαίνει από ψηλά, το 'να πόδι λυγισμένο, κρατώντας στην αγκαλιά
του ένα κοριτσάκι με το κεφάλι ανάποδα και τα μαλλιά του χυμένα
στον αέρα.