Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Παρασκευή, 6 Μαΐου 2016

ΤΟ ΕΙΚΟΝΙΣΜΑ

                   
Ίδιος ο βράχος κι όλο ευσέβεια
Περιπατούν τα κύματα στα σκοτεινά. Οι ασφόδελοι
Και οι νάρκισσοι κι εκείνοι αποκυήματα
Της φαντασίας των νεκρών παν κατά νέφη και ύπνους
Προχωρώ από ένστικτο μην ξέροντας ποια μέρα
Μυρίζει ευγένεια ξύλου παλαιού
Ή ζώου ταπεινωμένου. Και βέβαια
Κάπου εδώ πρέπει να υπήρξα· τόσο γρήγορα
Που ξημερώνει και σας ξαναβρίσκω
Βάσανά μου ιερά χορταριασμένα σπίτια κεραμιδιά μέσα στα
        λεμονόδεντρα
Τόξα, καμάρες όπου εστάθηκα κι ανοιχτές βρύσες
Πού ν' άγγιξε άγγελος; Τι να 'μεινε; Ποιος τώρα;
Μισοσβησμένος φτάνω από της πολιτείας τα μέρη
Όπως από της εκκλησιάς την πυρκαγιά το εικόνισμα
Κόκκινα της φωτιάς και μαύρα του δαιμόνου
Που μες στη δρόσο του πρωινού
                                                   σιγά σιγά διαλύονται

Ξέφτιος κι όλο χαρακιές, με τη λέξη ακόμη σ' αγαπώ ευδιάκριτη
        επάνω του
Ο τοίχος! Και της κλίμακας η κουπαστή κι εκείνη
Άβαφη κι από τις πολλές απαλές που πέρασαν παλάμες λεία!
Φορτωμένος γηρατειά και νεότητες πάλι ανεβαίνω
Ξέροντας που το παλιό σανίδωμα θα τρίξει, πότε
Θα με κοιτάξει από το κάδρο της η θεία Μελισσινή
Και αν αύριο θα βρέξει
Ίσως κάτι που μου ανήκει ανέκαθεν να διεκδικώ
Μπορεί και απλώς μια θέση μες στα Ερχόμενα
Που είναι το ίδιο· ένδυμα καμωμένο από φωτιά ψυχρή
Πράσινα του χαλκού και βυσσινιά βαθιά της Παναγίας
Στέκω με το δεξί μου χέρι στην καρδιά
Πίσω μου δύο ή τρία κηροπήγια
Το μικρό τετράγωνο παράθυρο πάνω στην καταιγίδα

Τα Πέραν και τα Μέλλοντα.

Δευτέρα, 2 Μαΐου 2016

Σερενάτα (αφιέρωμα στον Λόπε ντε Βέγκα)


Η νύχτα στέκει μουσκεμένη
μέσα απ' του ποταμιού τις όχθες
και στα στήθια της Λολίτας
από έρωτα πεθαίνουν τα κλαριά.
Γυμνή η νύχτα τραγουδάει
πάνω στου Μάρτη τα γιοφύρια
Λούζ' η Λολίτα το κορμί της
με νάρδους και γλυφό νερό,
από έρωτα πεθαίνουν τα κλαριά.
Η νύχτα, από πιοτό και ασήμι
λάμπει ανάμεσ' απ' τις στέγες
ασήμι από ρυάκια και καθρέφτες
απ' τ' άσπρα πόδια σου πιοτό,
από έρωτα πεθαίνουν τα κλαριά.

[Ενυδρείο]


εικαστική αφιέρωσις στον Harry Holland

Η τόση αναρχία της μυρουδιάς σου αμυδρώς διακρινόμενη απ’ τους νοικοκυραίους.
Δονούμε απ’ τις γυμνές που με κυνηγούν.
Μέσον διαφυγής οι τέχνες που αυθαδιάζουν.
Πολίτες μικροπαντρεμένοι και άλλοι ισοβίως πολιορκημένοι ανατριχιάστε. Αφεθείτε στην αφή. Στον αφαλό που ο κύκλος του αποκρύπτει τα μύρια.
Ο έρως που φωλιάζει στην σύγχρονη τέχνη είναι ιδεοληπτικός.
Και οι όμορφες ξανθές μας χαρίζουν τη χαζομάρα τους από άμβωνος.
Τον τενεκέ με τα λουλουδάκια δεν μπορεί να τον χωρέσει ο ρομαντισμός.
Αμύνομαι στην πλοκή που με σμπαραλιάζει.
Χνώτο σύντομο μέλλον μου, όσοι με νιώθουν είναι μακριά.
Ο λυρισμός ιδιοτρόπως υποτονθορύζει την αγάπη μου για τα απλά και τα κοινά.
Αυθαιρέτως αναποδογυρίζω απόψεις συμπολιτών.
Αρκετοί συμπολίτες μου ψάχνουν αρχηγό.
Οι άνθρωποι επιδιώκουν να αλλάξουν τη ζωή τους αλλάζοντας αρχηγό.
Μα ξέρουμε πως όσους βοσκούς κι αν αλλάξουν τα πρόβατα πάλι θα οδηγηθούν στα σφαγεία.
Βγαίνω απ’ την ήττα μου νικητής.
Ματαιοπονώ, δηλαδή γράφω για να γλιτώσω απ’ την ασφυξία της ερμηνείας.
Ο λαός επίορκος των σκοτεινών φόβων.
Ο λαός θεατής που σκεπάζει τα μάτια του για να μην τον προδώσουν.
Το κοινοβούλιο ένα θέατρο που επιχορηγεί αδρά ο λαός γνωρίζοντας πως οι βρομοδουλειές κλείνονται στο παρασκήνιο και υπογράφονται στο προσκήνιο.
Ο λαός ποτίζει γαλατάκι τις Τραγωδίες όπως ένα υπέροχο σιωπηλό κορίτσι κατουράει στον αγρό.
Όλοι οι ποιητές είναι μαθητές του διαβόλου.
Αλλά μόνο οι αληθινοί ποιητές είναι διαβολικοί.
Ο άνθρωπος οφείλει να είναι τόσο αφελής όσο του επιτρέπει η περιουσία του.
Για να ευτυχήσεις πρέπει να πάρεις ρίσκο ποντάροντας στην ευτυχία των άλλων γύρω σου. Για να δυστυχήσεις τα πράγματα είναι πιο απλά.
Τώρα καπνίζω τα δήθεν συναισθήματα.
Οι ζωγράφοι είναι πλασμένοι δια να αποκρύπτουν.
Δια της απόκρυψης φανερώνεις.
Και βεβαίως η προσπάθεια να τακτοποιήσεις την πολυπλοκότητα σε οδηγεί στην πιο απλή ποιητική πράξη. Το σεξ.
Δανειζόμαστε απ’ τη μνήμη ότι έχει αποξηράνει ο Χρόνος.
Την κυνική πανοπλία συμμαθητών που διέπρεψαν στις επιχειρήσεις.
Σημειωτέον αρκετοί συμμαθητές μου τους οποίους θεωρούσα ηλίθιους δεν με διέψευσαν.
Οπίσω έχει η αχλάδα την ουρά κι ο χοίρος του όρχεις μού είπε ο μοναχός Ησύχιος που δεν βρήκε ησυχία ποτέ.
Αφού λοξοδρομούσε, αφού, στην ασάφεια των ενστίχτων που διακλαδίζονται και ανθούν.
Κοιμηθείτε τώρα για να μην αμαρτάνετε.
Όποιος κοιμάται δεν αμαρτάνει ακόμα κι αν σκέφτεται αμαρτωλά πράγματα.
Δεν κινδυνεύει να φορτωθεί ποινές από τον ψυχολόγο ή τον παπά.
Αφροδίσια και άλλες αντινομίες.
Κοιμηθείτε.
Ελπίζω πάντα σ’ έναν καλόν ύπνο.
Ο ύπνος σε ξεγελά.
Αποξεραίνει τη σκέψη και σε οδηγεί στα γλυκάδια.
Στο σκότος κάτω απ’ τα φουστανάκια.
Στο λαμπρότατο έρεβος.
Εκεί που θριαμβευτικώς ασελγείς.
Τα πιο σπουδαία ιστορικά πρόσωπα της ζωής μου υπήρξαν η μαμά και ο μπαμπάς.
Ο πάτερ μου ιεροκρυφίως μου εδιάβαζε Εμπειρίκο και η μήτηρ μου Τζόυς Μανσούρ.
Οι γονείς μου με οδήγησαν στους ποιητές.
Ο πατέρας μου αποδείχτηκε πιο πονηρός απ’ τον Ιωσήφ κι η μάνα μου πιο καπάτσα απ’ την παναγία.
Μα μόλις έμαθα πως ο πατέρας μου γάμησε τη μάννα μου για να κάνουν εμένα, έχασα κάθε πίστη στην αγνότητα.

Ο ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟΣ ΔΙΑΝΟΜΕΑΣ ΣΕΒΑΛ




Εμείς τα πουλιά που πάντα τα μαγεύεις απ’ τα ύψη ετούτων των καλλιθεών
Και που κάθε νύχτα φτιάχνουμε ένα μόνο ανθισμένο κλαδί απ’ τους ώμους
σου ώσμε τα μπράτσα της ζωντανής σου χειράμαξας  
Που τους σηκώνουμε πιο ζωηρούς κι απ’ τους σπινθήρες του περικαρπίου σου
Εμείς είμαστε οι στεναγμοί του γυάλινου αγάλματος που ανασηκώνεται στον
έναν του αγκώνα οσάκις ο άντρας γέρνει να τον πάρει λιγάκι  
Και απαυγάζοντα ανοίγματα χαίνουν στην κλίνη του
Ανοίγματα απ’ όπου διακρίνεις ελάφια σε ξέφωτα με τα κέρατά τους
κοράλλινα  
Και γυναίκες γυμνές στο μύχιο κάποιων ορυχείων βάθος
Εσύ τότε θυμάσαι ότι σηκώθηκες ευθύς και κατήλθες
Απ’ το τραίνο
Χωρίς ούτε καν βλέμμα να ρίξεις στη λοκομοτίβα βορά στις τεράστιες ρίζες
των βαρομέτρων  
Που θρηνεί μέσα στο παρθένο δάσος για όλους τους σκοτωμένους της
ατμολέβητες  
Με τα φουγάρα της να καπνίζουν υάκινθους και ν’ αλλάζουν πουκάμισα
σάμπως ίδια γαλάζια φίδια  
Εμείς τότε εμείς προλαβαίνουμε τα φυτά όλα εκείνα που σε
μεταμορφώσεις υπόκεινται  
Σινιάλα κάθε νύχτα κάνοντας από τον άνδρα αντιληπτά το κατά δύναμιν
μόνο  
Ενώ το σπίτι του αυτουνού καταρρέει κι εκείνος στέκεται εμβρόντητος
μπροστά στις μοναδικές του συναρμόσεις  
Το κρεβάτι του ψάχνοντας με τον διάδρομο και τη σκάλα
Η σκάλα διακλαδίζεται τείνουσα εις το άπειρον
Σε βάζει σ’ ένα περβάζι που ’ναι πόρτα μυλόπετρας
Και ξαφνικά εντελώς διαπλατύνεται και γίνεται δημόσια πλατεία
Είναι καμωμένη από κύκνων ραχοκοκκαλιές μ’ ένα φτερό για κουπαστή
απλωτό  
Περί τον άξονά της στρέφεται λες και ποθεί να δαγκωθεί
Όμως όχι όχι αρκείται παίρνοντάς μας τώρα καταπόδι ν’ ανοίγει όλα
τα βήματα κι όλα της τα σκαλοπάτια  
Σαν νά ’ν’ συρτάρια
Συρτάρια σάρκινα με πόμολα από τρίχες ανθρώπινης κόμης
Αυτή την ώρα οπού χιλιάδες παπιά της Βωκανσόν ισιάζουν τα φτερά τους
Χωρίς να γυρίσεις έπιασες το μυστρί που ’χεις για να φτιάχνεις στήθη
Εμείς σου χαμογελάσαμε κι εσύ μας είχες πιάσει απ’ τη μέση
Κι εμείς μετά παίρναμε όποια πόζα ήθελες εσύ
Ασάλευτοι κάτω από τα βλέφαρά μας εσαεί και όπως στη γυναίκα αρέσει
να βλέπει τον άντρα  
Ύστερα από τη γενετήσια πράξη



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


Σάββατο, 30 Απριλίου 2016

Ἡ σονάτα τοῦ σεληνόφωτος


Ἀνοιξιάτικο βράδι. Μεγάλο δωμάτιο παλιοῦ σπιτιοῦ. Μιὰ ἡλικιωμένη γυναίκα ντυμένη στὰ μαῦρα μιλάει σ᾿ ἕναν νέο. Δὲν ἔχουν ἀνάψει φῶς. Ἀπ᾿ τὰ δυὸ παράθυρα μπαίνει ἕνα ἀμείλικτο φεγγαρόφωτο. Ξέχασα νὰ πῶ ὅτι ἡ γυναίκα μὲ τὰ μαῦρα ἔχει ἐκδώσει δυό-τρεῖς ἐνδιαφέρουσες ποιητικὲς συλλογὲς θρησκευτικῆς πνοῆς. Λοιπόν, ἡ Γυναίκα μὲ τὰ μαῦρα μιλάει στὸν νέο.
Ἄφησέ με ναρθῶ μαζί σου. Τί φεγγάρι ἀπόψε! Εἶναι καλὸ τὸ φεγγάρι, - δὲ θὰ φαίνεται ποὺ ἄσπρισαν τὰ μαλλιά μου. Τὸ φεγγάρι θὰ κάνει πάλι χρυσὰ τὰ μαλλιά μου. Δὲ θὰ καταλάβεις. Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.
Ὅταν ἔχει φεγγάρι, μεγαλώνουν οἱ σκιὲς μὲς στὸ σπίτι, ἀόρατα χέρια τραβοῦν τὶς κουρτίνες, ἕνα δάχτυλο ἀχνὸ γράφει στὴ σκόνη τοῦ πιάνου λησμονημένα λόγια - δὲ θέλω νὰ τ᾿ ἀκούσω. Σώπα.
Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου λίγο πιὸ κάτου, ὡς τὴ μάντρα τοῦ τουβλάδικου, ὡς ἐκεῖ ποὺ στρίβει ὁ δρόμος καὶ φαίνεται ἡ πολιτεία τσιμεντένια κι ἀέρινη, ἀσβεστωμένη μὲ φεγγαρόφωτο τόσο ἀδιάφορη κι ἄϋλη, τόσο θετικὴ σὰν μεταφυσικὴ ποὺ μπορεῖς ἐπιτέλους νὰ πιστέψεις πὼς ὑπάρχεις καὶ δὲν ὑπάρχεις πὼς ποτὲ δὲν ὑπῆρξες, δὲν ὑπῆρξε ὁ χρόνος κ᾿ ἡ φθορά του. Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.
Θὰ καθίσουμε λίγο στὸ πεζούλι, πάνω στὸ ὕψωμα, κι ὅπως θὰ μᾶς φυσάει ὁ ἀνοιξιάτικος ἀέρας μπορεῖ νὰ φαντάζουμε κιόλας πὼς θὰ πετάξουμε, γιατί, πολλὲς φορές, καὶ τώρα ἀκόμη, ἀκούω τὸ θόρυβο τοῦ φουστανιοῦ μου, σὰν τὸ θόρυβο δυὸ δυνατῶν φτερῶν ποὺ ἀνοιγοκλείνουν, κι ὅταν κλείνεσαι μέσα σ᾿ αὐτὸν τὸν ἦχο τοῦ πετάγματος νιώθεις κρουστὸ τὸ λαιμό σου, τὰ πλευρά σου, τὴ σάρκα σου, κι ἔτσι σφιγμένος μὲς στοὺς μυῶνες τοῦ γαλάζιου ἀγέρα, μέσα στὰ ρωμαλέα νεῦρα τοῦ ὕψους, δὲν ἔχει σημασία ἂν φεύγεις ἢ ἂν γυρίζεις οὔτε ἔχει σημασία ποὺ ἄσπρισαν τὰ μαλλιά μου, δὲν εἶναι τοῦτο ἡ λύπη μου - ἡ λύπη μου εἶναι ποὺ δὲν ἀσπρίζει κ᾿ ἡ καρδιά μου. Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.
Τὸ ξέρω πὼς καθένας μοναχὸς πορεύεται στὸν ἔρωτα, μοναχὸς στὴ δόξα καὶ στὸ θάνατο. Τὸ ξέρω. Τὸ δοκίμασα. Δὲν ὠφελεῖ. Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.
Φορές-φορές, τὴν ὥρα ποὺ βραδιάζει, ἔχω τὴν αἴσθηση πὼς ἔξω ἀπ᾿ τὰ παράθυρα περνάει ὁ ἀρκουδιάρης μὲ τὴν γριὰ βαριά του ἀρκούδα μὲ τὸ μαλλί της ὅλο ἀγκάθια καὶ τριβόλια σηκώνοντας σκόνη στὸ συνοικιακὸ δρόμο ἕνα ἐρημικὸ σύννεφο σκόνη ποὺ θυμιάζει τὸ σούρουπο καὶ τὰ παιδιὰ ἔχουν γυρίσει σπίτια τους γιὰ τὸ δεῖπνο καὶ δὲν τ᾿ ἀφήνουν πιὰ νὰ βγοῦν ἔξω μ᾿ ὅλο ποὺ πίσω ἀπ᾿ τοὺς τοίχους μαντεύουν τὸ περπάτημα τῆς γριᾶς ἀρκούδας -κ᾿ ἡ ἀρκούδα κουρασμένη πορεύεται μὲς στὴ σοφία τῆς μοναξιᾶς της, μὴν ξέροντας γιὰ ποῦ καὶ γιατί -ἔχει βαρύνει, δὲν μπορεῖ πιὰ νὰ χορεύει στὰ πισινά της πόδια δὲν μπορεῖ νὰ φοράει τὴ δαντελένια σκουφίτσα της νὰ διασκεδάζει τὰ παιδιά, τοὺς ἀργόσχολους τοὺς ἀπαιτητικοὺς καὶ τὸ μόνο ποὺ θέλει εἶναι νὰ πλαγιάσει στὸ χῶμα ἀφήνοντας νὰ τὴν πατᾶνε στὴν κοιλιά, παίζοντας ἔτσι τὸ τελευταῖο παιχνίδι της, δείχνοντας τὴν τρομερή της δύναμη γιὰ παραίτηση, τὴν ἀνυπακοή της στὰ συμφέροντα τῶν ἄλλων, στοὺς κρίκους τῶν χειλιῶν της, στὴν ἀνάγκη τῶν δοντιῶν της, τὴν ἀνυπακοή της στὸν πόνο καὶ στὴ ζωὴ μὲ τὴ σίγουρη συμμαχία τοῦ θανάτου -ἔστω κ᾿ ἑνὸς ἀργοῦ θανάτου- τὴν τελική της ἀνυπακοὴ στὸ θάνατο μὲ τὴ συνέχεια καὶ τὴ γνώση τῆς ζωῆς ποὺ ἀνηφοράει μὲ γνώση καὶ μὲ πράξη πάνω ἀπ᾿ τὴ σκλαβιά της.
Μὰ ποιὸς μπορεῖ νὰ παίξει ὡς τὸ τέλος αὐτὸ τὸ παιχνίδι; Κ᾿ ἡ ἀρκούδα σηκώνεται πάλι καὶ πορεύεται ὑπακούοντας στὸ λουρί της, στοὺς κρίκους της, στὰ δόντια της, χαμογελώντας μὲ τὰ σκισμένα χείλια της στὶς πενταροδεκάρες ποὺ τὶς ρίχνουνε τὰ ὡραῖα καὶ ἀνυποψίαστα παιδιὰ ὡραῖα ἀκριβῶς γιατί εἶναι ἀνυποψίαστα καὶ λέγοντας εὐχαριστῶ. Γιατί οἱ ἀρκοῦδες ποὺ γεράσανε τὸ μόνο ποὺ ἔμαθαν νὰ λένε εἶναι: εὐχαριστῶ, εὐχαριστῶ. Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.
Συχνὰ πετάγομαι στὸ φαρμακεῖο ἀπέναντι γιὰ καμιὰν ἀσπιρίνη ἄλλοτε πάλι βαριέμαι καὶ μένω μὲ τὸν πονοκέφαλό μου ν᾿ ἀκούω μὲς στοὺς τοίχους τὸν κούφιο θόρυβο ποὺ κάνουν οἱ σωλῆνες τοῦ νεροῦ, ἢ ψήνω ἕναν καφέ, καί, πάντα ἀφηρημένη, ξεχνιέμαι κ᾿ ἑτοιμάζω δυὸ - ποιὸς νὰ τὸν πιεῖ τὸν ἄλλον;- ἀστεῖο ἀλήθεια, τὸν ἀφήνω στὸ περβάζι νὰ κρυώνει ἢ κάποτε πίνω καὶ τὸν δεύτερο, κοιτάζοντας ἀπ᾿ τὸ παράθυρο τὸν πράσινο γλόμπο τοῦ φαρμακείου σὰν τὸ πράσινο φῶς ἑνὸς ἀθόρυβου τραίνου ποὺ ἔρχεται νὰ μὲ πάρει μὲ τὰ μαντίλια μου, τὰ σταβοπατημένα μου παπούτσια, τὴ μαύρη τσάντα μου, τὰ ποιήματά μου, χωρὶς καθόλου βαλίτσες - τί νὰ τὶς κάνεις; - Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.
«Α, φεύγεις; Καληνύχτα.» Ὄχι, δὲ θἄρθω. Καληνύχτα. Ἐγὼ θὰ βγῶ σὲ λίγο. Εὐχαριστῶ. Γιατί ἐπιτέλους, πρέπει νὰ βγῶ ἀπ᾿ αὐτὸ τὸ τσακισμένο σπίτι. Πρέπει νὰ δῶ λιγάκι πολιτεία, -ὄχι, ὄχι τὸ φεγγάρι - τὴν πολιτεία μὲ τὰ ροζιασμένα χέρια της, τὴν πολιτεία τοῦ μεροκάματου, τὴν πολιτεία ποὺ ὁρκίζεται στὸ ψωμὶ καὶ στὴ γροθιά της τὴν πολιτεία ποὺ ὅλους μας ἀντέχει στὴν ράχη της μὲ τὶς μικρότητές μας, τὶς κακίες, τὶς ἔχτρες μας, μὲ τὶς φιλοδοξίες, τὴν ἄγνοιά μας καὶ τὰ γερατειά μας,-ν᾿ ἀκούσω τὰ μεγάλα βήματα τῆς πολιτείας, νὰ μὴν ἀκούω πιὰ τὰ βήματά σου μήτε τὰ βήματα τοῦ Θεοῦ, μήτε καὶ τὰ δικά μου βήματα. Καληνύχτα.
Τὸ δωμάτιο σκοτεινιάζει. Φαίνεται πὼς κάποιο σύννεφο θἄκρυβε τὸ φεγγάρι. Μονομιᾶς, σὰν κάποιο χέρι νὰ δυνάμωσε τὸ ραδιόφωνο τοῦ γειτονικοῦ μπάρ, ἀκούστηκε μία πολὺ γνώστη μουσικὴ φράση. Καὶ τότε κατάλαβα πὼς ὅλη τούτη τὴ σκηνὴ τὴ συνόδευε χαμηλόφωνα ἡ «Σονάτα τοῦ Σεληνόφωτος», μόνο τὸ πρῶτο μέρος. Ὁ νέος θὰ κατηφορίζει τώρα μ᾿ ἕνα εἰρωνικὸ κ᾿ ἴσως συμπονετικὸ χαμόγελο στὰ καλογραμμένα χείλη του καὶ μ᾿ ἕνα συναίσθημα ἀπελευθέρωσης. Ὅταν θὰ φτάσει ἀκριβῶς στὸν Ἅη-Νικόλα, πρὶν κατεβεῖ τὴ μαρμαρίνη σκάλα, θὰ γελάσει, -ἕνα γέλιο δυνατό, ἀσυγκράτητο. Τὸ γέλιο του δὲ θ᾿ ἀκουστεῖ καθόλου ἀνάρμοστα κάτω ἀπ᾿ τὸ φεγγάρι. Ἴσως τὸ μόνο ἀνάρμοστο νἆναι τὸ ὅτι δὲν εἶναι καθόλου ἀνάρμοστο. Σὲ λίγο, ὁ Νέος θὰ σωπάσει, θὰ σοβαρευτεῖ καὶ θὰ πεῖ «Ἡ παρακμὴ μιᾶς ἐποχῆς». Ἔτσι, ὁλότελα ἥσυχος πιά, θὰ ξεκουμπώσει πάλι τὸ πουκάμισό του καὶ θὰ τραβήξει τὸ δρόμο του. Ὅσο γιὰ τὴ γυναίκα μὲ τὰ μαῦρα, δὲν ξέρω ἂν βγῆκε τελικὰ ἀπ᾿ τὸ σπίτι. Τὸ φεγγαρόφωτο λάμπει ξανά. Καὶ στὶς γωνιὲς τοῦ δωματίου οἱ σκιὲς σφίγγονται ἀπὸ μίαν ἀβάσταχτη μετάνοια, σχεδὸν ὀργή, ὄχι τόσο γιὰ τὴ ζωὴ ὅσο γιὰ τὴν ἄχρηστη ἐξομολόγηση. Ἀκοῦτε; τὸ ραδιόφωνο συνεχίζει.

http://users.uoa.gr/~nektar/arts/tributes/giannhs_ritsos/

Φεύγοντας ἀπ᾿ τὴ Μονοβασιά


Πανάρχαιες ἐλιές, κούφιοι κορμοὶ συστραμμένοι·
τὸ δύστυχο σταχτί· τὸ καπνισμένοι κίτρινο·
ἴσκιοι τῶν σύννεφων στοὺς ἀπέναντι λόφους.
Ἔρχεται ὑπάκουο τὸ μακρινό, σὲ κοιτάει ἀπ᾿ τὸ πλάι·
ξεχνᾶς ἐκεῖνο πού ῾θελες νὰ τοῦ ζητήσεις· τὸ χέρι σου
ἀφηρημένο περπατᾶ στὴ μαλακιὰ ράχη τοῦ ζώου.
Ἦταν αὐτό; Καὶ τί ἦταν; Ἀντεστραμμένος χρόνος;
Οἱ γριὲς τυλίγουνε τὰ πόδια τους μ᾿ ἐφημερίδες,
τὰ δένουνε μὲ σπάγκους. Προφυλάξεις, προφυλάξεις, -
ὦ, σιωπηλὴ διάρκεια· καθόμαστε χάμου στὸ χῶμα
μ᾿ ἕνα καλάθι φραγκόσυκα, μὲ τό ῾να παπούτσι τοῦ δρομέα, -
κι αὐτὴ ἡ ἐπίμονη γυναίκα, ἡ ἀποστεωμένη, ἡ ἄγρια,
κάτω ἀπ᾿ τὸ δέντρο, μέσ᾿ στὴν πεισμωμένη λάμψη,
κρατώντας στὰ δύο χέρια της τὸ ἀπαρηγόρητο βρέφος.Τότε ἀκριβῶς ἦταν ποὺ μάθαμε πὼς τίποτα δὲν εἶχε χαθεῖ.

Παρασκευή, 29 Απριλίου 2016

ΤΟ ΣΥΜΠΑΝ ΚΑΙ ΚΑΤΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ


Μέσα υπάρχει το Όχι˙έξω κοχλάζει το Ναι.
Πρωτόλειο βίωμα η εξωστρέφεια και η αρχάρια
στην αρχαιότητά της καθημερινότητα.
Καλός ο χειμώνας κι ας είναι πυροτέχνημα
το έαρ
καλή και η Άνοιξη κι ας είναι μέγας πόθος
τα καύματα του θέρους
αγαθό καλοκαίρι κι ο ιώδης χυνόπωρος.
Να ξεμελαγχολήσεις.

"Ο Διθύραμβος του Ρόδου"

"...ω Μητέρα 
Νύχτα, που μέσα κι απ΄το φως Σε βλέπω
Πιο καθαρά΄ ω θεμέλιο του Προφήτη,
Που δεν ποιμαίνει διόλου με τα μάτια 
Τους στοχασμούς του, αλλά με την καρδιά του ,
Σάμπως λάγιο σγουρόμαλλο κοπάδι,
Που τις πηγές του βρίσκει στα σκοτάδια
Και πίνει αχόρταγα απ΄το ρέμα, ώ Μάνα,
Δος μου και Συ τη δύναμη να μπάσω
Σε τούτων τις ψυχές, που δε Σε ξαίρουν,
Το Μυστήριο του Ρόδου , φέρντοντας τους
Σκαλί -σκαλί απ΄τη βάση του ως την άγια
Κορφή, που πια και Συ δε φαίνεσαι ίδια,
Σκοτεινή, θλιβερή, μαυροντυμένη,
Παρά χλωμή, βουβή και λευκοφόρα,
Τι απ΄του βυθού του πατρικού τα μαύρα
Κι αξεδιάλυτα πλούτη βλέπεις πάντα
Εκεί πάνω, χορεύοντας αγάλι-
Αγάλι πάνω απ΄της μουγγής αβύσου
Τα πλάτη, σάμπως γλάρος να προβαίνει
Ο Αρματωμένος ΄Ερωτας, και πάντα
Τον καρτερείς. Και φτάνει του φτερού του
Το διάβ απάνωθέ Σου ,για ν΄ανθίσουν
Καινούργιοι κόσμοι μέσα Σου, καινούργια
Λουλούδια, μύρια θάματα καινούργια!

Άγγελος Σικελιανός,( 14/3/1884-19/6/1951)

ΕΥΜΕΝΙΔΕΣ



Χορός:   Τι προσευχές θέλεις να πω στη γη σου;

Aθηνά:   Τέτοιες, που χαρωπές να φέρνουν νίκες.
όσοι φυσούν απ΄τη στεριά κι απ΄τα ουράνια
κι απ΄του πελάου αγέρηδες τη δρόσο,
με ήλιους ζεστούς , καλόβολους να πνέουν 
στη χώρα' και ποτέ μη σταματήσουν
ν΄αυξαίνουν οι καρποί και τα κοπάδια
για το λαό μου. Πάντα να γλιτώνεις
συντρέχοντας το γένος των ανθρώπων.
Μα για τους άνομους σκληρή να γίνεις.
Γιατί σαν κηπουρός καλός φροντίζω
απείραχτη απ΄αυτούς να μείνει η φύτρα
των δίκαιων. Ευχές να κάνεις τέτοιες.

[Ο φασισμός του ιερού πένθους]


Οι επαγγελματίες πεθαμενατζήδες χτυπούν την καμπάνα ως κηδεμόνες του σεξουαλικού ενστίκτου. Απ’ το πένθος στη χαρά κι απ’ τη χαρά στο πένθος.
Ένας φαύλος κύκλος που εκμεταλλεύεται τη βαρύτητα των στερήσεων. Η στέρηση έχει πάντα κοινωνικό αντίκρισμα. Γι’ αυτό και το κομμάτι του ελέγχου των ηδονών και των παθών το έχει αναλάβει η θρησκεία.
Ακόμα και στην ξεσχισμένη Αμερική οι προτεστάντες ψυχίατροι χαράσσουν την αισθητική των διαφημίσεων και την εξωτερική πολιτική.
Τα πάθη του Κυρίου είναι τα πάθη του ηγεμόνα. Του Άντρα. Του δίκαιου τιμωρού που δε χρειάζεται σπαθί γιατί επένδυσε στο λόγο. Του Άντρα που κατέχει το Λόγο, ο οποίος λόγος θαυματουργεί. Και μπορεί να πολλαπλασιάσει τα ψάρια και το κρασί ή να σηκώσει τον ανάπηρο απ’ το κρεβάτι του.
Οι παπάδες πάτησαν σωστά στα μεγάλα σκοτάδια του ανθρώπου και μπαστάρδεψαν με την ευκολία του μύθου τις τραγικές δυσκολίες της ζωής.
Η εκκλησία υπήρξε το μέγα επίτευγμα της εξουσίας γιατί κράτησε τον όχλο στα σκοτάδια του. Μαγάρισε τον πόθο του ανθρώπου για την ελευθερία χτίζοντας μια φοβερή Βαβέλ απαγορεύσεων και καταναγκασμών.
Η αυτοκρατορική μήτρα είναι κατάλληλη μόνο για να χέσει ένα μικρό παιδί μέσα της αφού του φόρτωσαν το προπατορικό αμάρτημα. Δηλαδή ποτέ δε θα σου συγχωρέσω νεογέννητε άνθρωπε το γεγονός ότι τόλμησες να δοκιμάσεις τους καρπούς της γνώσης. Να μάθεις την αλήθεια και να ζεσταθείς. Θα σε καθοδηγήσω απ’ τη στιγμή που θα γεννηθείς στη δειλία και στη νωθρότητα. Εγώ, ο ευνουχισμένος τράγος θα βυθίσω το κεφάλι σου στην κολυμβήθρα. Θα σου μάθω τη βία το φόβο και τον πνιγμό απ’ τα γεννοφάσκια. Θα σε φορτώσω απ’ το πρώτο δευτερόλεπτο της ζωής.
Η πίστη είναι το δίκρανο κάτω απ’ το οποίο στενάζει το πεπρωμένο. Μια ζωή που δε βιώθηκε αλλά παραδόθηκε σε πνεύματα πνευματικούς προφήτες και αγίους εξαντλώντας τη και αχρηστεύοντάς τη για να την παραδώσουν βεβηλωμένη και άχρηστη στα σκουλήκια.
Η θρησκεία έχει ως μέλημα την τακτοποίηση. Την κοινωνική ειρήνη. Η θρησκεία επένδυσε στο γάμο και τη μονογαμία για να λύσει ένα βασικό πρόβλημα ουσίας. Να προφυλάξει τον καταπιεστή απ’ τον καταπιεζόμενο. Αφού, αν ο καταπιεζόμενος καταλάβει ποιος τον καταπιέζει θα του δαγκώσει το σβέρκο. Και πάει περίπατο τότε το σούπερ μάρκετ της πίστης.
Ο γάμος επιτελεί διπλό ρόλο. Από τη μία η εύκολη ταξινόμηση κι απ’ την άλλη ένα εργαστήριο πάλης και ανταγωνισμών ερμητικά κλειστό. Έτοιμο όμως να επανδρώσει την κοινωνική αρένα.
Όμως, μέσα μέσα φοβερές εκλάμψεις έρχονται να σκεπάσουν τον πένθιμο σπασμό της καμπάνας και το θεατρινίστικο θρήνο. Οι καυλωμένοι λαοί μαθαίνουν αστρονομία. Κέπλερ. Κοπέρνικο. Τύχο ντε Μπράχε.
Μαθαίνουν πως ο άνθρωπος μέσα απ’ την κοινότητα μπορεί να επικοινωνήσει με τις δυνάμεις του σύμπαντος. Και πως η μεγάλη ερωτική διεκδίκηση του σύμπαντος έχει αρχίσει. Και πως ο άνθρωπος θα πρέπει να βάλει το δάχτυλο στο μέλι.
Να διεκδικήσει όσο του χρειάζεται για να ζει απ’ το κέρας της Αμάλθειας. Για να ζει σωστά. Για να πετάξει στον καιάδα τη νεκρική μάσκα του φόβου. Τα εξαπτέρυγα και τα ξόανα και τους κώδικες ηθικής των αυτοκρατόρων.

Πέμπτη, 28 Απριλίου 2016

«Ασμα μικρό»


«Χάθηκε αυτός ο οδοιπόρος.
Είχε συνάξει λίγα φύλλα
ένα κλαδί γεμάτο φως
είχε πονέσει.
Και τώρα χάθηκε…
Αγγίζοντας αληθινά πουλιά στο έρεβος
αγγίζει νέους ουρανούς
η προσευχή του μάχη.
Έαρ μικρό έαρ βαθύ έαρ συντετριμμένο».

Τρίτη, 26 Απριλίου 2016

ΤΑ ΑΝΕΞΗΤΙΛΑ (1987)


Μάνα μου ανατολικά της Αττάλειας
Να κουρταλούν την πόρτα άνεμοι
Να σκιάζεται ο γρύλος ο εσπερινός
Να σκούζει το νυχτοπούλι θάνατο
Άκουγες μερόνυχτα
Οι τοίχοι ρωγμές στις ξερολιθιές ένα κλειδί
Να περιμένει άφαντο
Μιαν αγωνία μάνα μου άκουγες εφτά χρόνων
Είχαμε ένα δίπατο ηλιακός οντάδες κιλίμια η γιαγιά αρχόντισσα
οι ξαδέρφες μου τώρα Νέα ’Ιωνία Καλογρέζα ποιος ξέρει... τον
παππού σου οι τσέτες Κυριακή Πάσχα φωνάξαμε τη γιαγιά...
να πεθάνει... περάσαμε...
Μάνα μου ’Ανατολικά ή χαρουπιά
Την αγαπούσα έλεγες κι άκουγες τον κουρνιαχτό
Κατά το λιμάνι ένα βαπόρι ένα βαπόρι ένα βαπόρι
Σφάλισες την πόρτα αντικρύ του αγέρα οι τοίχοι συντρίμμια
Ένα βαπόρι...
Ή γιαγιά σου έβαλε στον μποξά κιλίμια ανεβήκαμε. Τον Παντελή
μας τον άρπαξαν κλαίανε πολύ γιέ μου ο κόσμος τί να σου πω
εφτά χρονώ η κούκλα μου μάδησε δύο ξύλινα ποδαράκια μια
μπούκλα έκλαια πολύ γιέ μου
Μάνα μου ανατολικά της ’Αττάλειας που χανόταν
Η χαρουπιά με την κούνια σου ορφανή στην αγκαλιά της
νένας μου
Πέρα δώθε τρία μερόνυχτα το βαπόρι
Μάνα μου έβλεπες η πόρτα μας κατάκλειστη
’Έχασκε ανατολικά της Αττάλειας
Ξημερώματα Φαμαγκούστα οι πρόσφυγες καραντίνα έκλαια πολύ
γιέ μου τί να σου πω...
Λευκωσία 1974
Γιέ μου γιέ μου μιλιούνια τα αλεξίπτωτα
Πώς πέφτανε ο πατέρας σου άρρωστος η γιαγιά
Άρπαξα το ρολόι φύγαμε ξέχασα να κλείσω τις βρύσες
Ανατολικά η πορτοκαλιά την αγαπούσα έλεγες
Τί να σου πω κλαίαμε πολύ γιέ μου
Μάνα μου ανατολικά της Αττάλειας Βόρεια της Λευκωσίας μιαν
αγωνία που ζήσαμε

Δευτέρα, 25 Απριλίου 2016

[ Σημείωμα αυτοκτονίας | Αν Σέξτον ]



***
Καλύτερα
από τα σκουλήκια που μιλούν
στην οπλή της φοράδας στο λιβάδι∙
καλύτερα
από την εποχή των νεαρών κοριτσιών
που χύνουν το αίμα τους˙
καλύτερα κάπως
να ρίξω γρήγορα τον εαυτό μου
μέσα σ’ ένα παλιό δωμάτιο.
Καλύτερα (είπε κάποιος)
να μη γεννηθεί
κι ακόμα καλύτερα
να μη γεννηθεί δυο φορές
στα δεκατρία
όπου στο οικοτροφείο,
κάθε χρονιά η κρεβατοκάμαρα,
έπιανε φωτιά.
Αγαπητέ φίλε,
Θα έχω να βυθιστώ με εκατοντάδες άλλων
με έναν ανελκυστήρα σερβίτσιων προς την κόλαση.
Θα είμαι ένα ελαφρύ πράγμα.
Θα εισέλθω στον θάνατο
σαν τον χαμένο φακό επαφής κάποιου.
Η ζωή κατά το ήμισυ διευρύνεται.
Τα ψάρια και οι κουκουβάγιες είναι αγριεμένες σήμερα.
Η ζωή γέρνει μπρος πίσω.
Ακόμα και οι σφήκες δεν μπορούν να βρουν τα μάτια μου.
Ναι,
μάτια που κάποτε ήταν άμεσα.
Μάτια που έχουν υπάρξει πράγματι άγρυπνα,
μάτια που είπαν ολόκληρη την ιστορία -
φτωχά άλαλα ζώα.
Μάτια που διαπεράστηκαν,
μικρά κεφάλια καρφιών,
ανοικτοί γαλάζιοι πυροβολισμοί.
Και κάποτε
με στόμα σαν φλιτζάνι,
πηλός χρωματιστός ή αίμα βαμμένο,
ανοικτό σαν κυματοθραύστης
για τον χαμένο ωκεανό
και ανοικτό σαν την θηλιά
για το πρώτο κεφάλι.
Μια φορά κι έναν καιρό
λαχταρούσα τον Ιησού.
Ω λαχτάρα μου! Λαχτάρα μου!
Πριν γεράσει
εισήλθε ήρεμα εποχούμενος στην Ιερουσαλήμ
γυρεύοντας το θάνατο.
Αυτή τη φορά
Σίγουρα
δε ζητώ κατανόηση
κι ακόμα ελπίζω πως όλοι οι άλλοι
θα στρέψουν τα κεφάλια τους όταν ένα κοπάδι ψάρια που δεν έκανε πρόβα θα πηδήξει
στην επιφάνεια της λίμνης Έκο˙
όταν το σεληνόφως,
που η χαμηλότερή του νότα δυνάμωσε,
πληγώνει κάποιο κτίριο στη Βοστόνη,
όταν το αληθινά όμορφο κείται μαζί.
Σίγουρα, το σκέφτομαι αυτό,
και θα το σκεφτόμουν περισσότερο
εάν δεν ήμουν… εάν δεν ήμουν
σ’ εκείνη την παλιά πυρκαγιά.
Μπορώ να παραδεχτώ
πως ήμουνα μοναχά μια δειλή
φωνάζοντας εμένα εμένα εμένα
και δεν παρατήρησα τις μικρές σκνίπες, τους σκόρους,
εξαναγκασμένοι απ’ την κατάσταση
να ρουφήξουν τον ηλεκτρικό βολβό.
Αλλά σίγουρα εσύ γνωρίζεις πως καθένας έχει έναν θάνατο,
τον δικό του θάνατο,
περιμένοντάς τον.
Έτσι θα φύγω τώρα
χωρίς τα γηρατειά ή την αρρώστια,
παράφορα μα με ακρίβεια,
γνωρίζοντας τον καλύτερο δρόμο μου,
πάνω σ’ αυτό το γάιδαρο παιχνίδι που καβάλησα όλα αυτά τα χρόνια,
χωρίς ποτέ να ρωτώ, «Που πηγαίνουμε;»
Οδεύαμε (που να’ ξερα)
σ’ αυτό.
Αγαπητέ φίλε,
σε παρακαλώ μη σκέφτεσαι
πως σχηματίζω στο μυαλό μου κιθάρες που παίζουν
ή τον πατέρα μου να λυγίζει τ’ οστό του.
Ούτε καν περιμένω το στόμα της μάνας μου.
Ξέρω πως έχω πεθάνει πιο πριν –
μια το Νοέμβριο, μια τον Ιούνιο.
Τι περίεργο να διαλέξω τον Ιούνιο και πάλι,
τόσο συμπαγής με τα πράσινα στήθη του και τις κοιλιές του.
Φυσικά οι κιθάρες δεν θα παίξουν!
Τα φίδια σίγουρα δεν θα προσέξουν.
Η πόλη της Νέας Υόρκης δεν θα νοιαστεί.
Το βράδυ οι νυχτερίδες θα χτυπήσουν στα δέντρα,
γνωρίζοντάς τα όλα,
βλέποντας ότι αισθάνθηκαν όλη τη μέρα
Ιούνιος 1965
Μετάφραση: Γιάννης Αντιόχου

Σάββατο, 23 Απριλίου 2016

ΚΟΛΟΣΣΟΣ



Ποτέ δεν θα μπορέσω να σε συναρμολογήσω ολοκληρωτικά,
Κάθε κομμάτι, όπως πρέπει κολλημένο και συναρμοσμένο.
Γκαρίσματα, γρυλίσματα  γουρουνιών και αισχρά κακαρίσματα
Εξέρχονται από τα παχιά σου χείλη..
Είναι χειρότερα κι από σταύλο.

Ίσως θεωρείς τον εαυτό σου ένα μαντείο,
Επιστόμιο για τους νεκρούς, ή για κάποια θεότητα.
Τριάντα χρόνια τώρα είναι που μοχθώ
Να στεγνώσω τις λάσπες από το λαιμό σου.
Δεν έγινα σοφότερη.

Αναρριχώμαι σε μικρές σκαλωσιές με τα δοχεία της κόλλας και τους κουβάδες με τη λαζολίνη
Έρπω σαν μυρμήγκι που θρηνεί
Πάνω από τις χορταριασμένες εκτάσεις των φρυδιών σου
Να επισκευάσω τις τεράστιες πλάκες του κρανίου σου
Και να καθαρίσω τους γυμνούς λευκούς τύμβους των ματιών σου.

Ένας γαλάζιος ουρανός βγαλμένος από την Ορέστεια
Ορθώνεται σαν αψίδα από πάνω μας . Ω πατέρα, είσαι από μόνος σου
Ρωμαλέος και ιστορικός σαν Ρωμαική Αρένα.
Στρώνω για το γεύμα μου πάνω σ` ένα λόφο με μαύρα κυππαρίσια.
Τα διαμπερή σου κόκκαλα και ακάνθινα μαλλιά είναι σκορπισμένα

Με την γνωστή  τους αναρχία στην γραμμή του ορίζοντα.
Χρειάζεται κάτι πιο δυνατό από το χτύπημα ενός κεραυνού
Για να δημιουργήσει ένα τέτοιο ερείπιο.
Τις νύχτες, φωλιάζω στο κέρας της Αμάλθειας
Του αριστερού σου αυτιού, μακριά από τον άνεμο,

Μετρώντας τα κόκκινα άστρα κι εκείνα που έχουν το χρώμα του δαμάσκηνου.
Ο ήλιος ανατέλλει από την πύλη της γλώσσας σου.
Οι ώρες μου νυμφεύονται τη σκιά.
Δεν αφουγκράζομαι πια για το τρίξιμο μιας καρίνας
Πάνω στις γυμνές πέτρες της αποβάθρας.


Παρασκευή, 22 Απριλίου 2016

[Ελάτε Να Γράψουμε Μαζί Αυτό Το Ποίημα]


 

 
Ας σταματήσουμε να μιλάμε ή να κάνουμε οτιδήποτε για ένα λεπτό. 
Όχι για ένα λεπτό. Επί τρία λεπτά, ίσως πέντε λεπτά. 
 
Υπάρχει μια γέφυρα εκεί.
Πείτε μου για τους ανθρώπους που έχτισαν τη γέφυρα. 
Τι είναι “η ελεύθερη οικονομία»; 
Τι σημαίνει η αρχαία λέξη αγορά, σήμερα;
Πού θα κρύψω τους λογαριασμούς του ρεύματος για να μην λήξουν; 
 
Πόσο σας θαυμάζω! 
Μπορείτε να με βοηθήσετε να γράψω αυτό το ποίημα;
Μπορώ να σας βοηθήσω να το διαβάσετε. 
 
Ποιος είναι ο αυτόματος πωλητής ποιημάτων; 
Αυτός που γαβγίζει και κάνει το σκυλί;
 
Χρειάζομαι κάποια ατελείωτα να μ’ αγκαλιάζει. 
 
Ο ωκεανός δεν είναι πραγματικά πολύ μακριά. 
Ελάτε στα δυτικά με αυτό τον καιρό της βροχής. 
 
 
 
Βρέχει. 
Όπως στα καλλιγραφήματα του Apollinaire.
 
Η Revlon αγαπάει τη γυναίκα μου.
Η Revlon αγαπάει την ερωμένη του.  
Η καλλυντική θλίψη τους δεν είναι αποκλειστική.
 
Τι διαβάζετε; 
Σε ποιο στυλ θα θέλατε η υγρασία να εισβάλει στο ποίημα; 
Με νοιάζει, αλλά όχι πολύ. Μπορείτε να καπνίσετε ένα πούρο. 
Μπορείτε να μου κάνετε κριτική.
Γνησιότητα δεν σημαίνει πίστη. 
 
Ας πούμε τώρα, τι σημαίνει μια κοντή φούστα! 
Ίσως λίγη ασέλγεια.
Σπέρμα πηχτό που κυλά στους μηρούς. 
Λαμπρούς λαχανιασμένους οργασμούς.
 
Ας δώσουμε έναν ορισμό για το φεγγάρι.
 
Το φεγγάρι είναι ένα όστρακο.
Ένα αιδοίο αψηλάφητο.
Ένα μελισσοκομείο χωρίς μελίσσια.
Περιμένει την παρουσία του θηλυκού για να κρυσταλλώσει.
Περιμένει δημόσια ουρητήρια και διαφημίσεις.
Χαρτάκια τσιγάρων, ρούμι, ακροβάτες, ιπποδρομίες.
 
 
 
Δεν μπορώ να μη μιλήσω για τους περισσότερους ανθρώπους. 
Ας με τρώνε ζωντανό. 
 
Ο έρωτας έχει πολλά ποδάρια.
 
Ποιος είμαι, ούτως ή άλλως; 
Κοιτάζω όλη μέρα, μέσα σας. 
Κι ας φαίνεται πως εσείς κοιτάτε μέσα μου.
 
Μπορεί να ποθείτε μια μικρή επίσκεψη στην Pizza Hut! 
Μπορεί να ποθείτε να λαχανιάσετε!
Μπορεί να ποθείτε να με διαβάσετε!
Μπορεί να ποθείτε να ελεήσετε τους φτωχούς αφού δεν είστε στη θέση τους.
 
Είμαι γεμάτος χαρά από τον ήλιο! 
Ο ήλιος προσφέρει χαρά και καρκίνο του δέρματος.
 
Η χελώνα προχωράει, αλλά ο αστακός μένει πίσω. 
Η βραδύτητα έχει κερδίσει το παιχνίδι! 
Λοιπόν, μόνο εσείς κι εγώ προχωράμε μπροστά! 
Κερδίζουμε όλους τους αγώνες γιατί δεν αγωνιζόμαστε.
Μονάχα προχωράμε μπροστά.
 
Εργάζομαι τόσο όσο για να εξασφαλίσω λίγη τεμπελιά.
Και πολλοί διαβάζουν κρυφά αυτό το ποίημα.
Δεν θα το ανακοινώσουν πουθενά.
Θα το κρατήσουν μέσα τους μυστικό. 
 
Εσείς όμως ελάτε.
Ελάτε να γράψουμε μαζί αυτό το ποίημα.
 
Αν θέλετε μπορούμε να πάμε εκεί 
όπου υπάρχει λίγο περισσότερο φως.

 

Τετάρτη, 20 Απριλίου 2016

H ΚΑΛΩΣΥΝΗ ΣΤΙΣ ΛΥΚΟΠΟΡΙΕΣ


1 2 3 4 5 6 7
1943

I

Ποίηση ἄγουρο νεράντζι μου
Κάτω ἀπὸ τοὺς καταράχτες τοῦ ἥλιου
Ἰριδίζοντας
Ἕνα μεσημέρι σ᾿ ἄφησα
                             Ἡ καρδιά μου ἀκόμα γαλανή 
Ἀπ᾿ τὸ τρέξιμο στὴν ἄμμο καὶ τὸν ἔρωτα
Ἔτρεμε
Ἀλλὰ τὰ πουλιὰ στὸ ρέμμα τ᾿ οὐρανοῦ
Ἔβλεπαν κιόλας ν᾿ ἀνεβαίνει ἕνα ἀκέφαλο ἄλογο 
Χύνοντας ἀπ᾿ τὸν ἀδειανὸ λαιμό του μαῦρα φύκια
Κοῦροι ἀπὸ τὸν Προφητηλία ψηλά
Δαιμονισμένα χτυποῦσαν τὶς καμπάνες 
Κι ἡ μνήμη σὰν πουνέντες ἔμπαζε
Βουητὸ καὶ θάλασσα
Στὴ μεγάλη ἀσβεστωμένη κάμαρα
Μὲ τὰ δυὸ καρυοφύλλια.
Ἐκεῖ τὸ ξύλινο τραπέζι μὲ τὰ κίτρινα λουλούδια
Τὸ ψωμὶ ἀνοιχτὸ σὰν εὐαγγέλιο 
Ἡ φωνή, τὰ μαλλιὰ τῆς Ἑλένης.
Τ᾿ ἄφησα
                   στέκομουν ὀρθός
                                                     εἶχε σημάνει ἡ ὥρα
Ν᾿ ἀναβρύσει ἀπὸ τὸ πλευρὸ τοῦ ἀνθρώπου τὸ αἷμα
Τρεῖς φορές αὐτὸς νὰ τ᾿ ἀρνηθεῖ
Καὶ τρεῖς φορές ἐκεῖνο ν᾿ ἀληθέψει 
Τρεῖς φορές νὰ τὸ δῶ καὶ νὰ πῶ
                                                                τρεῖς φορές 
Τινάζοντας ψηλὰ 
Σὰν ἀπ᾿ τὸν ἅδη τῆς φωνῆς ἑνὸς ἀπελπισμένου:
Ἔχτρα στὰ μάτια κύτταξέ με
Βγαίνω μὲ τὰ δικά σου τ᾿ ἄρματα
Ἡ Καλωσύνη ἐδῶ ποὺ βρέθηκε μές στὶς λυκοποριές 
Πρέπει νἄχει μπαροῦτι στὸ σελλάχι της
Καὶ νὰ δαγκάνει κάμες.

II

Τώρα κρατήσου ἀπ᾿ τὰ σκοινιὰ τῆς θύελλας 
Πές μου ποιὸς εἶμαι νὰ σοῦ πῶ ποιὸς εἶσαι
Εἶσαι καλός, εἶσαι ἄνθρωπος, ἔχεις μεγαλώσει 
Μὲ πετεινούς, χρυσόμυιγες, γοβιούς, γεράνια
Σὲ μιὰν αὐλὴ μικρὴ ποὺ τὴν κουνοῦσε ἡ θάλασσα
Πέρα-δῶθε
Θυμᾶσαι
Μιὰν αὐλὴ ποὺ μεγάλωνε, χωροῦσε λόφους, κάμπους 
Ποτάμια, κερασιές, καμπαναριά,
Βρακουλάδες ποὺ ἔρριχναν φωτιὰ τοῦ Τούρκου
Τὸν καιρὸ ποὺ ἡ μητέρα σου ἦταν
Σὰν μιὰ Παναγιὰ μικρή
Θυμᾶσαι
Ἡ ἁπλὴ ζωὴ πιὸ πλούσια
Κι ἀπὸ δάγκαμα σύκου πλάι σὲ φίλο, πιὸ σεμνή 
Κι ἀπὸ λόγο πουλιοῦ σὲ δέντρων ἐκκλησίασμα 
Νύχτα-μέρα κρατοῦσε τὸν κανόνα
Θυμᾶσαι
Μέρα-νύχτα πιὸ γλυκιὰ ἡ φωνή σου
Σὰν ἀχτίδα μές στὰ νέα λεμόνια ἔλαμπε
Κι ἡ καρδιά σου ἡ ἀθώα
μέσα στοῦ γλαυκοῦ βυθοῦ τὸν οὐρανό
Σὰν ἄστρο
Εἶσαι καλός, ἔχεις πηδήξει πάνω ἀπὸ φωτιές
Ἔχεις χαϊδέψει
Στὸ χνούδι τοῦ νεροῦ νησιὰ παιδόπουλα 
Νέος στὰ χώματά τους ἔχεις δεῖ
Μιὰ κόρη ἀπὸ ἀλαφρόπετρα καὶ αὐγὴ
Νὰ χαράζει σὲ φλούδα δεσπολιᾶς τὸ πρῶτο γράμμα σου.
Χτύπα γι᾿ αὐτὰ τὰ τίμια καὶ τ᾿ ἀγαθά 
Ἡ ζωὴ γι᾿ αὐτὰ δὲ θὰ χαθεῖ ποτέ της 
Χτύπα ἀπὸ τὰ μάτια σου ν᾿ ἀντιλαμπίσει 
Τὸ μαρμαρένιο σπίτι
Ποὔχει ψηλὰ στὴ στέγη
Τοῦ κατακλυσμοῦ τὸ πρῶτο περιστέρι
Γύρω-γύρω περβόλια μὲ νερά
Τῆς Ὑπομονῆς τὸ χάλκινο ἄγαλμα στὴν εἴσοδο 
Καὶ βαθιὰ στὸ κελλάρι
Τὴ σοδειὰ τῆς φυλῆς
Θησαυρισμένη ὅπως τὸ λάδι
Σ᾿ ἕνα πιθάρι πατρογονικό, γαλήνιο.

ΙΙΙ

Ἡ ὥρα τρεῖς τῆς πίκρας μέσα στὴ μαύρη πολιτεία
Δοῦλοι παζαρεύουν τὴ βροχή, τὰ δέντρα 
Τὸν ἥλιο παραλυτικὸ μέσα στὸ καροτσάκι
Στοὺς στενοὺς βρώμικους δρόμους
Πυροβολοῦν μὲ τὸ μυαλό τους οἱ ἄνθρωποι
Ματώνοντας τὰ σύρματα
Κρυφὰ ἀπ᾿ τὰ τσομπανόσκυλα τοῦ φεγγαριοῦ 
Τὰ πόδια σου γλυστροῦν
Στὰ βοῦρλα
Μὲς στὶς καλαμιές καὶ τὰ φαρμακερὰ νερά
Ἐκεῖ ποὺ μάχεται ὁ φονηάς τὸ χτύπο τῆς καρδιᾶς του 
Κι ἡ σκέψη παγωμένη στέκεται στὸν ἀέρα
Ἡ ὥρα τρεῖς τῆς πίκρας
Ὅταν τὰ δέντρα μοιάζουν στῶν ἀρρώστων 
Τὴ στερνὴ χαροπαλαιματιά
Κι ἕνας ἄγγελος μόνος του ὀνειρεύεται
Σὰν γκιώνης
Μὲς στὸν ἔρημο κάμπο
Ἡ ζωὴ ἀχνὰ μὴ στενάξει πιά
Ἡ ὥρα τρεῖς τῆς πίκρας
- Ἂχ ἡ ζωὴ νὰ μὴ στενάξει πιά
Τὰ χέρια σου
Τὰ βασανισμένα χέρια σου
Ποὺ δίνουν ξάφνου μιὰ τῆς σκοτεινιᾶς 
Ἔξω ἀπὸ τὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου
Νὰ χλιμιντρήσει κορωμένος ὁ ἄνεμος
Ν᾿ ἀστράψει ὁ πόθος Λουμπαρδιάρης
Νὰ ροβολήσει ἀπ᾿ τὰ ψηλὰ βουνά 
Ψάλλοντας τὴν ἀγάπη
Ἕνα ἔθνος ὀξιές
Μὲ τὴν ὑγεία τῆς καταιγίδας στὶς σημαῖες του.

IV

Ἀκούγεται ἀπὸ τὴν περπατηξιά σου ἡ δόξα
Ὅπως ἀκούγεται ἀπ᾿ τὸ βρόντημα τοῦ μπρούντζου ὁ ἥλιος 
Μελαψὸ παλληκάρι
Ποὺ ἀκουμπᾶς ἐπάνω στὴν Ἑλλάδα
Μὲ τὸ κουράγιο ποὺ ἀκουμπάει στὴ μπόρα τὸ ἔλατο
Καὶ σοῦ πᾶν οἱ αἰῶνες ὅπως τῆς πάει τῆς ἀντρειᾶς
Τὸ λουλούδι στὰ δόντια καὶ τὸ μπὰμ
Τῆς πιστολιᾶς
Πέρασαν μές στὴ μνήμη σου μῆνες ἀνέμων 
Ἡ φωνή σου σκοτείνιασε σὰν δρυμός
Εἶδες κάτω ἀπ᾿ τὰ πόδια σου νὰ ξεκοιλιάζουνται ἄλογα 
Δάση νὰ τρῶν φωτιὲς ἀνθρώπους ἄνθρωπο
Εἶδες μιὰ πέτρα τρυπημένη ἀπὸ κραυγὴ θανάτου
Νὰ σηκώνει τὴ σκιά της τέρας
Μιὰ γυναίκα μὲ ράμφος καὶ φτερά
Νὰ σπαράζει δείχνοντας ψηλά
Τὸ φεγγάρι στὸ στόμα τῆς φοβέρας
Τίποτα σύ! Μὲς στὴν καρδιὰ τοῦ χρόνου 
Ζώνεσαι γύρω σου τὸ διάστημα
Μέσα στὴ χώρα τώρα ποὺ ὀνειρεύομαι
Λές, ἡ ματιὰ τοῦ ἀρνιοῦ σκοτώνει τὰ τσακάλια, 
Μέσα στὴ χώρα τώρα ποὺ ὀνειρεύεσαι
Μελαψὸ παλληκάρι
Λέω: Ἡ ἐλπίδα τὄφτασε τὸ μπόι τῆς κορασιᾶς
Εἶν᾿ ἕτοιμη ἡ καρδιὰ τοῦ ἀντρὸς νὰ μαχαιρώσει ἀτσάλι
Κύττα: σελλώνει ὁ ἄνεμος τὰ ὄνειρα
Σπίθες πετοῦν τὰ πέταλα στὸ πυρρὸ νέφος 
Ἡ μέρα ὅπου καὶ νἆναι μὲ λούλουδα μηλιᾶς 
Θὰ βγεῖ νὰ σεργιανίσει πάλι στὸ ἀρχιπέλαγος!

V

Σφίξε στὰ χέρια σου μιὰ νίκη ποὺ δὲν ἦρθε ἀκόμα 
Στὰ δόντια σου τὸ ὑστερικὸ φάντασμα τῆς φωτιᾶς 
Μὲ τὰ κλαριὰ ποὺ ἕνα κοράλλι ξέχασε
Ν᾿ ἀνάβουνε ἀπὸ τὴ γητειὰ τοῦ παραδείσου
Σκέψου τὸ αὐγὸ ποὺ οἱ μέρες σου οἱ αὐριανὲς κλωσσᾶνε 
Τὸ ἄστρο ποὺ ἡ νύχτα ἐξόρισε ἀπὸ τὸ στῆθος σου
Γιὰ νὰ τὸ πεθάνει
Σφίξε στὰ σπάργανα τοῦ Γεναριοῦ ὅπου κρύβεται τὸ μίσος 
Καὶ τὸ δικό σου ἀδικοσκοτωμένο πόθο
Τὴ μιλιὰ ποὺ δὲ βρῆκε τὸ γενναῖο της στόμα
Τὸ χτικιὸ τῆς ἀγάπης σου
                                                    Γιατὶ δὲν ἦρθε ἀκόμα
Ἡ ὥρα νὰ μπεῖ στὸ κάθε πράγμα ὁ χτύπος τῆς καρδιᾶς 
Νὰ συνεπάρει τὰ σπαρτὰ μιὰ τραμουντάνα ὑγείας
Νὰ πιεῖ ὁ χυμὸς τῆς θύμησης τὸ θελκτικό του μέλλον
Ν᾿ ἀνθοβολήσουν κερασιὲς μὲς στὰ σγουρὰ μαλλιά
Νὰ καταργήσει ὁ λόγος τὸ χρυσάφι.

VI

Χτύπα τὴν πόρτα στὴν καρδιὰ τῆς τυχερῆς σου μέρας 
Φώναξε δυνατὰ τὸν ἥλιο
Ἄντρα, θυμήσου τὴ γενιά σου
Πάρε τὸ ὕφος τοῦ βουνοῦ
Ποὺ καμαρώνει μέσα στὶς κοιλάδες
Τὴν κόψη τοῦ κυπαρισσιοῦ
Ὅταν ὁρίζει ἕνα κατακόκκινο ἄστρο Ἀντάρη
Ἐπαναστάτη
Σὲ νύχτες ποὺ ἔσυρε ὁ νοτιάς μέσ᾿ στὴ σκουριὰ τοῦ πένθους 
Σὲ νύχτες ποὺ τὸ φῶς ἀλλαξοπίστησε
Ἄντρα, θυμήσου τὴ γενιά σου
Ἐθελοντή
Δούλεψε τὴ φωτιά
Ρίξε μιὰ τουφεκιά
Στὴ λόχμη τῶν πουλιῶν τοῦ ἀνάξιου παραδείσου.
Θησαυριστὲς τοῦ βούρκου
Τοῦ ἥλιου μεροκαματιάρηδες
Ποὺ μές στὰ χέρια σας ἡ τύχη κουρελιάστηκεν
Ἔννοια σας, δὲ θὰ πᾶν χαμένες οἱ ἀστραψιὲς 
Τοῦ πάθους ποὺ ἀχτιδώνει τὰ μελλούμενα
Κιόλας πλανιέται στὸν ἀγέρα τῆς φωνῆς ἡ σάλπιγγα 
Καιρὸς ν᾿ ἀνοίξουν τ᾿ οὐρανοῦ οἱ γαμήλιες εὐωδιές
Νὰ μπεῖ τοῦ τραγουδιοῦ ὁ λαλὲς στὰ περβολίσια νειᾶτα 
Τοῦ κάθε ἀγῶνα ἡ τρικυμία νὰ σπαρθεῖ στὴ θάλασσα 
Φτέρες νὰ στείλουν μήνυμα στὰ πρωινὰ πουλιά:
Καιρός, καιρὸς νὰ ξημερώσει πιά
Ἡ Ἀνατολὴ περήφανη σ᾿ ἀδερφικὴ ἀγκαλιά!

VII

Τριώνι τῆς θαλασσινῆς νυχτιᾶς· Ἄλετροπόδι 
Ποὺ σὰ νεύεις μὲ χρυσοὺς σταυρούς
Τὰ πεισματάρικα παιδιὰ τῆς χίμαιρας·
Καὶ σὺ ἐκστατικό μου Ἐλίκι
Στὴν ἀσημένια ζώνη τῆς ματιᾶς μου
Ἀπόψε
Ἀγρυπνήσετε
Κι ὅταν φυσήξει ἀπ᾿ τὰ βουνὰ τῆς ἐρημιᾶς ἡ γιάμπολη 
Σταλάζοντας πικρὰ στὴν ὑπνωμένη γῆς
Ἀκουρμαστεῖτε τὴ φωνὴ τοῦ λύκου
Ἀκουρμαστεῖτε τὴ φωνὴ τοῦ λύκου
Σὲ βάτους ποὺ ἔφτυσαν φωτιὰ καὶ τώρα κρυώνουν
Σὲ δέντρα ποὺ ματώσαν, σ᾿ ἐρημοκκλησιές ποὺ ράισαν 
Σὲ μοναξιὲς ἀπέραντες μαρμαρωμένου ἀνέμου
Σὲ φέγγη ποὺ ἀνατρίχιασαν ἕνα ἀθῶο κορμί
Σ᾿ ἀγκάθια ποὺ φαρμάκωσαν ἕνα φεγγάρι
Ἀκουρμαστεῖτε τὴ φωνὴ τοῦ λύκου
Στὶς σπαραγμένες σάρκες τοῦ γκρεμοῦ
Στά ρίγη ποὺ κρυστάλλωσαν τὶς ἀγωνίες τοῦ λόγγου 
Γιὰ μιὰ στερνὴ φορά
Φωνάζω
Ἀκουρμαστεῖτε τὴ φωνὴ τοῦ λύκου
Ἄστρα, ὁ χρησμός σας δὲ θὰ πάει χαμένος
Παιδιά, ὁ χαμὸς ὁ χαλασμὸς ἡ πεῖνα
Κι ἡ ἀνάγκη τρεμοσβυοῦν στὸ ψυχορράγημα 
Ὀρθώσετε τ᾿ ἀρματωμένα χέρια
Ξετελέψετε
Θάλασσα, χίμαιρα, ἔκσταση
Ἑτοιμάσετε τὴ χώρα σας
Τοῦ χάρου τὴ φωνὴ δὲν θὰ τὴν ἀνεχτοῦμε.
Ἡ μέρα εἶναι κοντὰ ποὺ θὰ ψοφήσει ὁ λύκος 
Ποὺ ἡ ἀπονιὰ θὰ φάει τὶς σάρκες της
Ποὺ θὰ βουτήξει σὲ μιὰ δόξα μύρου τὸ βουνό
Καὶ ποὺ ἡ ψυχὴ θ᾿ ἀνάψει ἀπὸ τὶς μυστικές φλογίτσες σας 
Ὅπως καὶ πρὶν Τριώνι, Ἀλετροπόδι, Ἐλίκι!

 

Σάββατο, 16 Απριλίου 2016

Τριστὰν Τζαρά


Δύο ποιήματα
(ἀπὸ τὰ πρώτα του)
γραμμένα στὴν ρουμανική
Μετάφραση: Δημήτρης Κανελλόπουλος*

Σούρουπο


Γυρίζουν οἱ γλάροι μὲ τ’ ἀστέρια τῶν νερῶν
μοιράζουν κομμάτια τῶν φτωχῶν, μετρώντας τῶν τυφλῶν τὶς
προσευχὲς
καθὼς οἱ αὐτοκράτορες ἐξέρχονται στοὺς κήπους, τὴν ὥρα αὐτὴ
ποὺ μοιάζει μὲ τὶς γκραβούρες που παλιώνουν
τὴν ὥρα αὐτὴ ποὺ οἱ ὑπηρέτες μπανιαρίζουν τὰ σκυλιὰ τοῦ
κυνηγιοῦ
ὅταν τὸ φῶς τὰ γάντια του φοράει
ἄνοιξε τὸ παραθύρι σου λοιπὸν — μετὰ
θὰ ἐξέλθει ἡ νύχτα ἀπ’ τὴν καλύβα, σὰν τὸ κουκούτσι ἀπ’ τὸ
ροδάκινο
ὅπως ὁ ἱερέας ἀπὸ τὸν ναό,
ὁ Θεὸς : ξαίνει τὰ μαλλιὰ τῶν ἐρωτευμένων πιστῶν,
μὲ τὸ μελάνι βάφει τὰ πουλιά, κι ανανεώνει τις φρουρές του
φεγγαριού.
— Ἐμπρὸς νὰ πιάσουμε τοὺς σκαραβαίους
καὶ μέσα στὸ κουτὶ νὰ τοὺς κλείσουμε
— Πᾶμε στὸ ρυάκι
νὰ φτιάξουμε δοχεῖα μὲ τὸν πηλὸ
— Πᾶμε στὴν πηγὴ νὰ σὲ φιλήσω
— Πᾶμε στὸ κοινοτικό το πάρκο
μέχρι τὰ κοκόρια νὰ λαλήσουν
καὶ τὴν πόλη νὰ ξυπνήσουν
— Ἢ στὸ γεφυράκι νὰ πλαγιάσουμε ἔξω ἀπ’ τὸ μαντρὶ
καθὼς θὰ σὲ τσιμπᾶ τὸ ξερὸ χορτάρι ἀκούγοντας τὸν μηρυκασμὸ
τῶν ἀγελάδων
κάτι ποὺ στὰ μοσχαράκια φέρνει θλίψη
νὰ φύγουμε, νὰ φύγουμε.


1913, Mangalia
Contimporanul, an. III, nr. 45, mai 1924




Ἀμφιβολίες


—Ἔβγαλα τὸ παλιὸ ὄνειρο ἀπ’ τὸ κουτὶ ὅπως ἐσὺ βγάζεις ἀπ’ αὐτὸ
τὸ καπέλο σου


Ὅπως ἐσὺ στολίζεσαι φορώντας ἕνα φόρεμα μὲ πολλὰ κουμπιὰ
Ὅπως πιάνεις τοὺς λαγοὺς ἀπὸ τ’ αὐτιὰ
Καθὼς γυρνᾶς ἀπ’ τὸ κυνήγι
Ὅπως διαλέγεις τ’ ἄνθη ἀπ’ τ’ ἀγκάθια
Καὶ τὸν φίλο μέσα ἀπ’ τοὺς φρουροὺς


Κοίταξε τί μοῦ συνέβη
Τὴν νύχτα ποὺ ἔρχεσαι ἀθόρυβα σὰν κατσαρίδα
Σὰν τὸ καλύτερο γιατρικό, ὅταν οἱ στίχοι μου ἀνάβουν στὴν ψυχὴ
φωτιὰ
Κοιμᾶμαι. Ὁ ὕπνος εἶναι κῆπος χαρτογραφημένος μὲ τὴν
ἀμφιβολία
Δὲν γνωρίζεις τί εἶναι ἀληθινὸ καὶ τί ὄχι
Σοῦ φαίνεται ὅτι εἶσαι κλέφτης καὶ σκοτώνεις
Μετὰ σοῦ λένε ὅτι ἦταν ἕνας στρατιώτης
Μὲ ἐμένα, ἔτσι ἀκριβῶς σοῦ λένε
Γι’ αὐτὸ τὸν λόγο σὲ κάλεσα νὰ μοῦ πεῖς —χωρὶς νὰ λαθέψεις
Τί εἶναι ἀλήθεια — καὶ τί ὄχι


1914-1915
Primele Poeme, editura unu, 1934


*Τὴν μετάφραση ἀφιερώνω στοὺς φίλους Σωτήρη Γεραλῆ καὶ Θεόφιλο Τρομπούλη, τοὺς ὁποίους εὐχαριστῶ γιὰ τὶς καίριες παρατηρήσεις τους




Ὁ Τριστὰν Τζαρὰ (πραγματικό του ὅνομα Sami Rosenstock) γεννήθηκε στὸ Moineşti τῆς Ρουμανίας, στὶς 16 Ἀπριλίου 1896 καὶ ἔφυγε ἀπὸ τὴ ζωὴ στὸ Παρίσι, στὶς 24 Δεκεμβρίου 1963). Ἦταν Γάλλος ποιητὴς, ρουμανικῆς καταγωγῆς, ἰδρυτὴς τοῦ κινήματος τοῦ Ντανταϊσμοῦ, ἑνὸς ρεύματος μὲ κύριο στόχο τὴν αἰσθητικὴ πρόκληση καὶ τὴν ἀποδόμηση τῆς γλώσσας. Στὰ τέλη τοῦ 1929 ἐγκατέλειψε τὸν Ντανταϊσμὸ καὶ μεταπήδησε στὴν ὁμάδα τῶν υπερρεαλιστῶν. Προσπάθειά του ἦταν νὰ συνενώσει τὸν ὑπερρεαλισμὸ μὲ τὸν Μαρξισμό.Στὴ διάρκεια τοῦ Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου ἔλαβε μέρος στὴν Γαλλικὴ Ἀντίσταση ἐνῶ τὸ 1947 προσχώρησε καὶ στὸ Κομμουνιστικὸ Κόμμα Γαλλίας.

http://oropedio.blogspot.gr/2013/09/blog-post.html?spref=fb

Γιάννης Ρίτσος...

Μ Υ Σ Τ Ι Κ Η  Ι Δ Ι Ο Κ Τ Η Σ Ι Α

Ιδιοκτήτες της νύχτας –
άστεγα άστρα,
δυο δίφραγκα στην τσέπη μας,
το σφύριγμα του τραίνου
κάτω απ το πουκάμισό μας
κατάσαρκα.
Μοναχική ευτυχία,
κι ένα ποτήρι νερό
λάμποντας
μέσα στο κλειδωμένο σπίτι.

                          Αθήνα, 2.ΙΙΙ.85


Δ Ε Ι Λ Ι

Λιπόσαρκο δείλι. Ωστόσο
καλά χρωματισμένο.
Ωχρές και ρόδινες ανταύγειες
στις προσόψεις των σπιτιών.
Όταν θα φύγεις
μη μου πάρεις στη βαλίτσα σου
αυτά τα χρώματα τουλάχιστον.
Αλλιώς
πώς θα περιμένω;

                                          Αθήνα, 2.ΙΙΙ.85


Μ Ι Α  Π Ο Ρ Τ Α

Τo ξυλουργείο,
τo σιδηρουργείο,
το παντοπωλείο,
οι γαλότσες του γεωργού
στο χαγιάτι,
χαμηλή συννεφιά,
σαπουνόνερα,
κι η απροσδόκητη
γαλάζια πόρτα πεσμένη
στα χαλάσματα
με το κλειδί της
στη θέση του.

                          Αθήνα, 3.ΙΙΙ.85


Ο  Α Υ Λ Η Τ Η Σ

Ξυλοκόποι –
σκοτωμένα δέντρα.
Κυνηγοί –
σκοτωμένα πουλιά.
Ο αυλητής φυσάει στο καλάμι
όλη του την ανάσα.
Και, να, το δάσος,
να, τα πουλιά.
Ένα πουλί καστανόχρυσο
κάθισε στο τραπέζι μου,
με κοιτάει,
δεν ξέρω τι να του πω.

                          Αθήνα, 4.ΙΙΙ.85


Σ Τ Ο  Υ Π Ε Ρ Ω Ο Ν

Μετά την παράσταση
έμεινε κρυφά στο υπερώον
στα σκοτεινά.
Η αυλαία ολάνοιχτη.
Εργάτες της σκηνής,
φροντιστές, ηλεκτρολόγοι
ξεστήνουνε τα σκηνικά,
μετέφεραν στο υπόγειο
ένα μεγάλο γυάλινο φεγγάρι,
σβήσαν τα φώτα,
έφυγαν,
κλείδωσαν τις πόρτες.
Σειρά σου τώρα,
χωρίς φώτα,
χωρίς σκηνικά και θεατές,
να παίξεις εαυτόν.

                          Αθήνα, 4.ΙΙΙ.85


Σ Υ Ν Α Ν Τ Η Σ Η
                                            στον Rene CHAR

Rene Char,
βέβαια, οι δυο μας κάπου θα ’χουμε συναντηθεί,
ίσως ανάμεσα στα φυλλώματα του ύπνου,
ίσως στη σιωπηλή παρέλαση των λέξεων
σε μακρινά δειλινά υπερευαίσθητα, όταν επάνω
σε μια καμπάνα, καταγής αντεστραμμένη,
γεμάτη βρόχινο νερό,
εκάθισαν τα 9 σταχτιά πουλιά πίνοντας στάλα στάλα
κι υψώνοντας σε κάθε τους γουλιά το ωραίο κεφάλι
λέγοντας ένα ευχαριστώ στον Μέγα Αόρατον.
Α, ναι, Rene,
σ’ αυτό το ανείπωτο  ε υ χ α ρ ι σ τ ώ  συναντηθήκαμε.

                                                                          Αθήνα, 6.ΙΙΙ.85


Μ Ο Ρ Φ Η  Ε Λ Ε Υ Θ Ε Ρ Ι Α Σ

Μεγάλο, υπόγειο, νυχτερινό γκαράζ.
Μπήκε κρυφά στο μισοσκόταδο ξυπόλητος,
πλάγιασε σ’ ένα φορτηγό κι αποκοιμήθηκε. Το πρωί
βγήκε, κρυφά και πάλι, μαύρος
απ’ τις μουντζούρες και τα λάδια. Στάθηκε
μπροστά σε μια βιτρίνα γυναικείων εσωρούχων. Είδε
το πρόσωπο του μαύρο, ξένο κι άγνωστο. Τώρα
μπορούσε, ελεύθερος πια, να μπει στην Πόλη.

                                                                          Αθήνα, 7.ΙΙΙ.85


Δ Ι Α Ι Τ Η Σ Ι Α

Μιλούσε περήφανα, ωστόσο
κάτω απ’ τα λόγια του διακρινόταν
κάποιος τόνος απολογητικός
κι ονειροπόλος ταυτόχρονα. Στο σκάκι
συχνά ξεχνιόταν. Έχανε τα πιόνια του,
τον Πύργο, τ’ Άλογά του, τη βασίλισσα. Κι αυτός
έμενε μόνος να χαμογελάει ακόμη
πάνω απ’ τ’ άσπρα και μαύρα τετράγωνα. Έξω
το γήπεδο του ποδοσφαίρου, οι φίλαθλοι
και των δύο παρατάξεων, κραυγάζοντας
γροθοκοπούσαν τον Διαιτητή. Διαιτητής
ήμουν εγώ. Κι έτσι,
με ματωμένο στόμα, γνώρισα (και το ’πα)
πως είχα απόλυτο δίκιο.

                                                                Αθήνα, 7.ΙΙΙ.85 


Υ Γ Ρ Α Σ Ι Α

Βροχερό προάστιο σιωπηλό. Νύχτα.
Στη λάσπη τα ίχνη απ’ τα βήματα του τροχονόμου.
Η βροχή κάνει τη σιωπή εντονότερη στα δημόσια ουρητήρια.
Κλειστά τα παρκινγκ. Που θα σταθμεύσουμε απόψε;
Ξενοδοχείο λαϊκό, διανυκτερεύον. Καθώς ανεβαίνουμε τη σκάλα
πατάμε σε κουκιά του καφέ. Ό νεαρός υπάλληλος, εντούτοις,
ακούμπησε στο κομοδίνο ένα παλιό κηροπήγιο
σε σχήμα κηρύκειου. Αυτό
μας έδωσε την άδεια για τον ύπνο και τον ξύπνο, παρ’ ότι
έξω η βροχή είχε πολύ δυναμώσει.

                                                                                                  Αθήνα, 7.ΙΙΙ.85


Α Π Ο Γ Υ Μ Ν Ω Σ Η

Η σόμπα σκούριασε.
Τα μπουριά ξεφλουδάνε.
Οι τοίχοι ραγίζουν.
Στο κάδρο
ένα δέντρο ολομόναχο
πράσινο ακόμη.
Πούλησες και το ρολογάκι
του χεριού σου.
Νοθέψανε και τον καφέ.
Ένα τσιγάρο ξεχασμένο
καπνίζει στο σταχτοδοχείο.
Λοιπόν,
τόσο μεγάλο κενό,
τόση στέρηση,
η ελευθερία;

                               Αθήνα, 9.ΙΙΙ.85 


Ε Ν Α  Β Ρ Α Δ Υ

Απ’ τη στοά περνούσαν αδιάκοπα στρατιώτες.
Πολλά τα βήματα· ενδεχόμενα πολλά. Στο μπαλκόνι
δυο άδειες καρέκλες κι ένα φεγγάρι.
Ακούω τα κρυφά σπιθίσματα, τις σιωπηλές φωνές. Κάτω
απ’ το κρεβάτι τα παπούτσια σου. Μες στον καθρέφτη
το σώμα σου γυμνό. Τα υπόλοιπα
έμειναν τόσο μακρινά, τόσο λησμονημένα
πού ένα πουλί ξαγρυπνισμένο μπορούσε να ’ρθει.

                                                                                Αθήνα, 10.ΙΙΙ.85

Ε Ρ Ω Τ Ι Σ Μ Ο Σ

Πολλά νερά, πολλά κορίτσια, πολλά φύλλα. Τα τζιτζίκια
φωνάζουν φλεγόμενα. Λάμπουν τα νερά. Γυμνά τ’ αγόρια –
το ’να τους πόδι στο νερό, τ’ άλλο στην πέτρα,
το χνουδωτό αγεράκι περνάει κάτω απ’ τα σκέλια τους. Οι αγωγιάτες
σταματούν και κοιτάζουν. Αφήνουν τα μουλάρια φορτωμένα ξυλεία
να προχωρούν μονάχα τους. Ξεχνάνε τις γυναίκες, τα παιδιά τους,
ξεχνάνε τα τσεκούρια τους. Θέλουν να φτιάξουν χωρίστρα τα μαλλιά τους.
Ώσπου να βγει το φεγγαράκι έχουν καιρό να μετανιώσουν.

                                                                                                          Αθήνα, 10.ΙΙΙ.85


Η  Ο Μ Ο Ρ Φ Ι Α

Ωραία γυναίκα,
φέρνει τ’ αριστερό της χέρι
πίσω στον αυχένα,
υψώνει τα μαλλιά της στο φεγγάρι.
Τα μαλλιά της μου αγγίξανε τα γόνατα.
Είμαι.

                                          Αθήνα, 11.ΙΙΙ.85


Τ Ο  Φ Α Ν Α Ρ Ι

Νυχτερινά νησιά στη διαφάνεια,
μακρινά φώτα καραβιών.
(Σε ποιο πλευρό τους τάχα να κοιμούνται
τα δελφίνια;)
Ο φαροφύλακας
κατέβηκε τη μέσα σκάλα,
στάθηκε στην πόρτα·
είδα τη φιλική του χειραψία
με τον Ξένο,
είδα που αλλάξαν τα κλειδιά του
 κι έφυγαν αντίθετα.
Εμένα μ’ άφησαν απ’ έξω
να ψάχνω μονάχος τα βράχια
με το σπασμένο πλευρικό φανάρι
ενός παροπλισμένου πλοίου.

                                          Αθήνα, 12.ΙΙΙ.85


M E T Α Π Λ Α Σ Ε Ι Σ

Πολλά είναι δύσκολα,
πιο δύσκολα ακόμα –
οι μπόγοι των προσφύγων στο πεζοδρόμιο,
το κλειστό χαρτοπωλείο,
τα δεκανίκια του περιπτεριούχου,
ένα θαλασσοπούλι, ένα άστρο, ένα κατάρτι.
Πολλά δυστροπούν στη ματιά σου,
πολλά δυσπιστούν στην αφή σου.
Και πρέπει πάλι ν’ αγρυπνήσεις
ως τη συγκινημένη εκείνη απάθεια, ώσπου, τέλος,
τίποτα πια δε θα διαφωνεί μαζί σου. Ανέβα,
έχει μια θέση στο λεωφορείο. Βρέχει.

                                                                  Αθήνα, 12.ΙΙΙ.85


Π Ρ Ο Θ Ε Σ Η  Λ Η Θ Η Σ

Περπατάει στη λεωφόρο
κοιτάει τις βιτρίνες –
πουκάμισα, γραβάτες, παντελόνια,
ένα ζευγάρι καφετιά παπούτσια.
Ανάμεσά τους,
πίσω απ’ τις βιτρίνες,
δεύτερο θέαμα του μέσα χώρου
αφηρημένο –
αόριστες σκηνές στο ημίφως,
αγοραστές, πωλητές, διαπραγματεύσεις.
Δε θέλω να θυμάμαι τους νεκρούς –είπε,–
θα μπω ν’ αγοράσω
εκείνο το ουρανί πουκάμισο
με τα μικρά, στιλπνά, φιλημένα κουμπιά του.

                                                          Αθήνα, 12.ΙΙΙ.85


Α Π’  Τ Α  Μ Ε Τ Ο Π Ι Σ Θ Ε Ν

Ωραίοι καβαλάρηδες
πέρασαν με τα κόκκινα άλογά τους,
ο πιο ωραίος μ’ ένα μαύρο,
ο ακόμη πιο ωραίος μ’ ένα λευκό.
Κορίτσια στα μπαλκόνια
τους πέταξαν λουλούδια.
Ωραίες γυναίκες ξεπλέξαν τα μαλλιά τους.
Μέσα στα σπίτια λάμψαν οι καθρέφτες.
Οι οπλές των άλογων δοξάσαν τον ανήφορο.
Η σκόνη στο βάθος του ηλιογέρματος
έπλασε έναν Άγγελο. Εγώ, απαρατήρητος,
μάδησα ένα φτερό του Αγγέλου
και σας γράφω χαρούμενος τη λύπη μου.

                                                          Αθήνα, 14.ΙΙΙ.85


Α Ν Α Δ Ρ Ο Μ Η

Σαπουνόνερα, λάσπη, αγριόχορτα,
σημαδεμένοι τοίχοι –
πόσοι εκτελεσμένοι.
Τα κουμπιά απ’ τα σακάκια τους,
απ’ τα πουκάμισά τους,
μαζεμένα
σ’ ένα κουτί σιδερένιο,
κουδουνίζουν τις νύχτες.
Ράβω, ξεράβω στίχους
να τούς κουμπώσω ως το λαιμό
μη μου κρυώσουν,
μη και μου ξεχαστούνε,
μην ξεχαστώ μαζί κι εγώ.

                                          Αθήνα, 15.ΙΙΙ.85


Α Π Ο Τ Α Μ Ι Ε Υ Σ Η

Παράξενος άνθρωπος· μαζεύει
σκουριασμένα καρφιά,
καμένους γλόμπους,
άδειες κουβαρίστρες.
Ίσως αυτή ή αχρηστία
του δίνει κάποια χρησιμότητα
γιατί
όταν ανοίγει το παράθυρο
το πρώτο σύννεφο είναι φίλος του,
το δεύτερο συνάδελφός του,
το τρίτο αστέρι είναι μολύβι του
να γράφει και να σβήνει
τα μυστικά του κόσμου.

                                          Αθήνα, 15.ΙΙΙ.85


Ο Ι  Ε Μ Π Ρ Η Σ Τ Ε Σ  Κ Ι  Ε Σ Υ

Πέρασαν το γεφύρι σκιώδεις
μέσα στο φεγγαρόφωτο.
Τέσσερις ήταν.
Κάτι κρατούσαν στα χέρια τους. Σε λίγο
λαμπάδιασε το δάσος.
Εσύ καμιά σχέση δεν είχες
με τούς εμπρηστές.
Μονάχα πού δεν τούς μαρτύρησες.
Άλλωστε, πώς; Αφού μες στο σκοτάδι
δεν είχαν καν διακρίνει
ούτε το πρόσωπο σου.

                                          Αθήνα, 16.ΙΙΙ.85


Α Π Ο Β Ρ Ο Χ Ο
       
Σταμάτησε ή βροχή.
Και τι να κάνεις πια
μ’ αυτές τις λίγες στάλες
που μείναν στο αδιάβροχο;
Άχρηστη καρτερία:
να βρίσκεις δικαιολογητικά
και ξένα επιχειρήματα
μπροστά στη νύχτα.
Αν χτυπήσεις τα πλήκτρα
με το βρεγμένο χέρι σου
θα βγουν οι λέξεις μουσκεμένες,
κι υστέρα; – τίποτα;

                                          Αθήνα, 16.ΙΙΙ.85


Κ Ρ Ι Σ Η

Καιρός ναυτίας, –έλεγε–
δηλώσεις, τυμπανοκρουσίες, μετέωρα επίθετα,
νύχτες βαθιές, ξαγρυπνισμένες
μπροστά σ’ έναν τεράστιον ουρανό,
απόρθητον από έλλειψη ενδιαφέροντος.
Έχω –είπε–
ένα χρυσό μαχαίρι. Δεν ξέρω
σε ποιόν να το χαρίσω,
δεν ξέρω πού να το καρφώσω.
Τ’ άφησε στο τραπέζι.
Ύστερα, αφηρημένος, άρχισε να κόβει
τα φύλλα ενός βιβλίου, ακούγοντας έξω
τα βήματα των δυο πλανόδιων μουσικών.

                                                          Αθήνα, 18.ΙΙΙ.85


Ε Ρ Ω Τ Ι Κ Η  Ν Υ Χ Τ Α

Τα καταστήματα κλεισμένα. Πίσω
απ’ τα διχτυωτά σπιθοβολούν βιτρίνες
κοσμηματοπωλείων. Οι τροχονόμοι κουρασμένοι.
Ένα σκυλί χαμένο. Κι άλλο. Πάνδημη
αναμονή. Πόσο ανήλικα δείχνουν τα πάντα
μες στη μεγάλη νύχτα της πόλης. Τσιγάρα και τσιγάρα
λάμπουν κρυφά στις παρόδους. Ερωτήσεις
λαχανιασμένες πάνω απ’ τα ρολόγια των χεριών. Σβησμένα
συνθήματα στους τοίχους. Αργότερα,
ίσως αναμετρήσουμε, άκρη άκρη στο κρεβάτι,
με διπλή τύψη και μετάνοια, τη σημασία
της άρνησής μας, ή της αποδοχής μας.

                                                                                     Αθήνα, 19.ΙΙΙ.85


Μ Ε Τ Α Σ Τ Ρ Ο Φ Η

Άντρες δασύτριχοι, ορεσίβιοι, σκυθρωποί,
με την οργή τού ανεξήγητου στα μάτια,
ανάβουν τις νύχτες φωτιές. Δε μιλάνε. Μήτε
να θυμηθούνε μήτε να ξεχάσουν. Τα μήλα
κυλάνε κάτω στο ποτάμι. Κουκουβάγιες
κάτι δικό τους φωνάζουν. Αλεπούδες και λύκοι
σηκώνουν το νωπό τους ρύγχος κι οσμίζονται
τη μακρινή κηδεμονία, ενώ απ’ τη χαράδρα
ανεβαίνει το βέλασμα χαμένου προβάτου.
Εμείς το νιώσαμε έγκαιρα και στρέψαμε
αλλού το βήμα μας, το βλέμμα και τις λέξεις. 

                                                              Αθήνα, 21.ΙΙΙ.85

Στο «θρόνο» του, στο Καρλόβασι της Σάμου


http://zbabis.blogspot.gr/2014/05/25.html