Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Τρίτη, 28 Ιανουαρίου 2020

Ανιλίνη [Οι στίχοι είναι σφαίρες]




Κάποτε έγραφες ποιήματα
κι ούτε θυμάσαι που τα έκρυψες.

Μα οι στίχοι είναι σφαίρες...
τις ξεχνάς όταν γυρίσεις στη ρουτίνα
της ειρήνης,

ξεδιπλώνεις κάποιο ρούχο
και ξεφεύγουν στο πάτωμα,

θέλεις να κοιτάξεις στην καρδιά σου
κι απροσδόκητα καρφώνονται στα μάτια σου,

τις νύχτες πυρώνουν μέσα στα όνειρά σου,
κι όταν δακρύζεις, οπλίζει μέσα σου
το ποίημα ετοιμοπόλεμο.


© Θοδωρής Βοριάς
http://vorias.blogspot.com/
Οκτώβριος 2019

Δευτέρα, 27 Ιανουαρίου 2020

Τρία Ποιήματα | Kadya Molodowsky











Σ’ ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΗΡΘΑ 

Σ’ αυτόν τον κόσμο ήρθα για ν’ αγαπώ και να προσεύχομαι, 
Σ’ έναν τέτοιο κόσμο, 
Σ’ έναν τέτοιο καιρό, 
Όταν, κάτω από τα ανοιχτά παράθυρα 
Τίμιων ανθρώπων, 
Χτυπούν δεκαεξάχρονα παιδιά με ατσάλινους λοστούς – 
Πόσο γελοία έγινα 
Με τις αγάπες και τις προσευχές μου. Και πολύ αργότερα, ίσως 
Πολύ αργότερα απ’ ό,τι να δεχθεί θα μπορούσε το μυαλό μου, 
Παντού 
Στα σπίτια πλάι, 
Θα στηθούν γκιλοτίνες. 
Το βλέμμα στρέφω προς τη γη, το φιλέσπλαχνο τούτο πλάσμα 
Που αναβλύζει και ταΐζει 
Και, για να ζεσταίνω το στρώμα μου, κουβαλώ 
Μια κοκκαλιάρα γάτα, να κλαίει γοερά 
Μες στο παγερό ψύχος του χειμώνα 

1935 






ΕΛΕΗΜΩΝ ΘΕΟΣ 

Ελεήμων Θεέ, 
Διάλεξε άλλο λαό, 
Εξέλεξε άλλο για εκλεκτό σου. 
Έχουμε σιχαθεί το θάνατο, τον πεθαμό, 
Έχουν στερέψει οι προσευχές μας. 
Διάλεξε άλλο λαό, 
Εξέλεξε άλλο για εκλεκτό σου. 
Άλλο αίμα δεν έχουμε 
Για να θυσιαστούμε. 
Ερήμωσε το σπίτι μας. 
Δε φτάνει πια η γη για τα μνήματά μας, 
Κανένας θρήνος για εμάς, 
Κανένα μοιρολόι 
Στα παλιά, ιερά βιβλία. 

Ελεήμων Θεέ, 
Άλλη καθάγιασε χώρα. 
Ένα όρος άλλο. 
Έχουμε γιομίσει όλους τους αγρούς, την κάθε πέτρα 
Με στάχτη, με στάχτη ιερή. 
Με τους γέρους, 
Με τους νέους, 
Με τα μωρά, πληρώσαμε 
Για κάθε γράμμα των Δέκα Εντολών σου. 

Ελεήμων Θεέ, 
Το πύρινο ανασήκωσε φρύδι σου, 
Και δες τους λαούς του κόσμου– 
Τις προφητείες αποκάλυψέ τους και τις Ημέρες του Δέους. 
Ο λόγος σου ψελλίζεται σε κάθε γλώσσα– 
Τις θαυμαστές δίδαξέ τους πράξεις, 
Τους τρόπους του πειρασμού. 

Ελεήμων Θεέ, 
Σ’ εμάς δώσε ενδύματα απλοϊκά, 
Σαν των ποιμένων στη βοσκή, 
Των σιδεράδων στο σφυρί, 
Των πλυστρών, των βυρσοδεψών, 
Aκόμα και των κατώτερων αυτών. 
Και κάνε μας μια χάρη ακόμα: 
Ελεήμων Θεέ, 
Απάλλαξέ μας από τη Θεϊκή Παρουσία της διανοίας. 

1945 






ΟΤΑΝ ΚΑΝΕΙΣ ΔΕ ΜΕ ΦΩΝΑΖΕΙ 

Η μάνα μου δε με φωνάζει με τ’ όνομά μου – 
Γιατί η μάνα μου είναι πεθαμένη. 
Ο πατέρας μου δε με φωνάζει με τ’ όνομά μου – 
Γιατί ο πατέρας μου είναι νεκρός. 
Μήτε ο Θεός με φωνάζει με τ’ όνομά μου – 
Γιατί ο Θεός διασκεδάζει στο καρναβάλι του Πουρίμ, 
Μεταμφιέστηκε σε σκύλο 
Και θρηνεί φωναχτά μες στη νύχτα. 
Τον διώχνω μ’ ένα κλαδί 
Ήσυχη να μ’ αφήσει. 

Αναπαύσου, καρδιά μου – 
Αναπαύσου μια στιγμή τώρα που ο Θεός λείπει. 
Αναπαύσου μια στιγμή 
Τώρα που του κορμιού μου η υπομονή έχει εξαντληθεί. 
Αναπαύσου μια στιγμή 
Ωσότου μια καμπάνα χτυπήσει, 
Ωσότου με καλέσει ο θρήνος που 
στη ράχη μου κρέμεται σα σακί. 
Μια στιγμή αναπαύσου – 
Μια στιγμή δίχως Θεό. 




Μετάφραση από τα γίντις στα αγγλικά: Kathryn Hellerstein 
Μετάφραση από τα αγγλικά στα ελληνκά: Νικολέττα Σίμωνος 




Επίμετρο: 

Η Κάτια Μολοντόβσκυ [Kadya (ή Kadia) Molodowsky, 1894-1975] ήταν Αμερικανοεβραία ποιήτρια, συγγραφέας και εκδότρια στη γλώσσα γίντις. Γεννήθηκε στη σημερινή Λευκορωσία, όπου τελείωσε το σχολείο και σπούδασε παιδαγωγικά. Συνέχισε τις σπουδές της στη Βαρσοβία, όχι για πολύ, ωστόσο, καθώς οι εν λόγω σπουδές στην Πολωνία εντέλει την οδήγησαν στην Ουκρανία, και συγκεκριμένα στην Οδησσό. Μετά από απανωτές και ανεπιτυχείς προσπάθειες να επιστρέψει στην πατρίδα της, αναγκάστηκε να ζήσει, για πολλά χρόνια, πρώτα στο Κίεβο (όπου είχε εγκλωβιστεί κατά τη διάρκεια των πογκρόμ του 1919) και έπειτα στη Βαρσοβία (όπου, ομοίως, βίωσε την εκεί βία που είχε ήδη ξεσπάσει εναντίον των Εβραίων). Το 1935, ήδη παντρεμένη, μεταναστεύει στις ΗΠΑ. Εντούτοις, το 1949, επιχειρεί να ζήσει στο Τελ Αβίβ, στο νεοϊδρυθέν τότε κράτος του Ισραήλ, όπου και διαμένει μέχρι το 1952, οπότε και επιστρέφει οριστικά πια στις ΗΠΑ. Το 1974, χάνει το σύζυγό της, στη Νέα Υόρκη όπου και διέμεναν από της άφιξής τους στην Αμερική, και έναν χρόνο αργότερα καταλήγει και η ίδια, στη Φιλαδέλφεια κοντά σε συγγενείς της. 

Κατά τη διάρκεια της ζωής της, η Μολοντόβσκυ εξέδωσε έξι ποιητικές συλλογές, ενώ καταπιάστηκε και με τη συγγραφή ποιημάτων και ιστοριών για παιδιά, μυθιστορημάτων, διηγημάτων, καθώς και θεατρικών και αυτοβιογραφικών έργων. Αφιέρωσε τη ζωή της στη διδασκαλία των γίντις και των εβραϊκών σε παιδιά κατά κύριο λόγο, μεταδίδοντας, πρωτίστως, την αγάπη και την έγνοια της για τη μητρική της γλώσσα. Το 1971, τιμήθηκε, στο Τελ Αβίβ, με το Itzik Manger, το σημαντικότερο βραβείο των εβραϊκών γραμμάτων. Υπήρξε μία από τις πλέον διακεκριμένες ποιήτριες της σύγχρονης εβραϊκής λογοτεχνίας· πολυδιαβασμένη από τους αναγνώστες της λογοτεχνίας στα γίντις, αλλά σχεδόν άγνωστη στο αγγλόφωνο αναγνωστικό κοινό, αφού έλαχιστο μέρος του έργου της έχει μεταφραστεί στην αγγλική γλώσσα. Σύμφωνα, μάλιστα, με την ακαδημαϊκό Kathryn Hellerstein, η οποία έχει μεταφράσει μεγάλο μέρος του ποιητικού της έργου και αποτελεί τη σημαντικότερη, ίσως, μελετήτρια του συνόλου του έργου της, «η ποίηση της δυναμικής και ανεξάρτητης αυτής γυναίκας αξίζει να γίνει ευρύτερα γνωστή και προσβάσιμη». Η Μολοντόβσκυ δέχτηκε επιρροές από το ρωσικό συμβολισμό, τον εβραϊκό μοντερνισμό (και, μέσω αυτού, από τον αμερικανικό και τον ευρωπαϊκό), την εβραϊκή Βίβλο, τη ραββινική φιλολογία, την εβραϊκή παράδοση, τον εβραϊκό λαό και τις δοκιμασίες του, τους κοινωνικούς αγώνες, κλπ. Στο έργο της, καταπιάνεται, επίσης, με θέματα όπως η θέση της γυναίκας, η πολιτική ευθύνη του ποιητή, η εθνική ταυτότητα, οι θρησκευτικές πεποιθήσεις, ο αισθητικισμός και η ατομικότητα. 

Το πρώτο ποίημα από τα ανωτέρω πραγματεύεται τις εμπειρίες της από τη βία που είχε διαδοθεί σε όλη την Πολωνία ενάντια στον εβραϊκό πληθυσμό μεταξύ 1935-1937, με το περίφημο πογκρόμ του Przytyk, η οποία και την ανάγκασε να εγκαταλείψει τη χώρα για την Αμερική. Μέσα από τα εν λόγω γεγονότα γεννήθηκε, την ίδια περίοδο, και το τρίτο ποίημα. Το ποιητικό υποκείμενο θρηνεί την εγκατάλειψη από τους γονείς του, αλλά και από τον ίδιο το Θεό ο οποίος 6 έχει αφήσει τον εβραϊκό λαό στην τύχη του. Ενώ θρηνεί, λοιπόν, επωμίζεται και το βάρος της ευθύνης για τη σωτηρία του, προσπαθώντας να διαχειριστεί το διπλό τούτο ψυχικό φορτίο. Τέλος, το δεύτερο ποίημα, γραμμένο το 1945, θεωρείται ως ένα εκ των σπουδαιοτέρων της. Αξίζει δέ να σημειωθεί πως γράφτηκε από μια ποιήτρια που ενώ μεγάλωσε στην Ανατολική Ευρώπη και είχε πλήρη επίγνωση των γεγονότων του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και του Ολοκαυτώματος, εντούτοις βίωσε τη φρίκη τους από «απόσταση ασφαλείας». 




Επιλογή-Μετάφραση-Επίμετρο: Νικολέττα Σίμωνος


Σάββατο, 25 Ιανουαρίου 2020

«Σολωμού συντριβή και δέος»




Μισόβγαινε απ’ τον ύπνο η πολιτεία. Των καμπαναριών αιχμές
Κοντοί σημαιών και κάτι πρώτα πρώτα τριανταφυλλιά
Στου μικρού παραθύρου σου –που ακόμη φώταγε– το
μαρμαράκι
Α κει μονάχα να ’ταν
Ένα κλωνάρι με δαφνόκουκα να σου άφηνα για καλημέρα
Που τέτοιας νύχτας την αγρύπνια πέρασες. Και τη γνωρίζω
Πάνω σ’ άσπρα χαρτιά πιο δύσβατα κι απ’ του Μεσολογγιού
τις πλάκες 
Ναι. Γιατί σ’ είχε ανάγκη κάποτε τα χείλη σου χρύσωσε ο Θεός 
Και τι μυστήριο να μιλάς κι οι φούχτες σου ν’ ανοίγονται
Που κι η πέτρα να ποθεί ναού νέου να ’ναι το αγκωνάρι
Και το κοράλλι θάμνους λείους να βγάνει για ν’ απομιμηθεί το
στέρνο σου 
Όμορφο πρόσωπο! Καμένο στης λαλιάς που πρωτάκουσες την
αντηλιά και ανεξήγητα τώρα
Γινωμένο μέσα μου δεύτερη ψυχή. Τη στιγμή που η πρώτη
Σε μια γη μπλε της βιολέτας μ’ άγριες χαίτες τρικυμίας
Όστρακα κι άλλα του ήλιου ευρήματα να γυαλίζει
καταγίνονταν
Ωσάν τα εκμαγεία του νου σου να μην είχαν κιόλας
Φύση βγάνει περασμένη απ’ όλες του θυμού των θεών τις
αστραψιές
Ή για λίγο να μην είχε από δική σου χάρη μέσα μου
Μισάνοιχτο μείνει το Ακοίταχτο!
Αλλ’ ο λέων περνάει σαν ήλιος. Οι άνθρωποι μόνο ιππεύουν
Κι άλλοι πεζοί πάνε· ώσπου μέσα στις νύχτες χάνονται.
Παρόμοια 
Κείνα που σκυφτός επάνω στο γραφείο μου ζητούσα να
διασώσω αλλ’
Αδύνατον. Πώς αλλιώς. Που και μόνο η σκέψη σου γινωμένη
από καιρό
ουρανός Και μόνο η σκέψη σου μου ’καψε όλα τα χειρόγραφα
Και μια χαρά που η δεύτερη ψυχή μου
Πήρε σκοτώνοντας την πρώτη, κίνησε με τα κύματα να φεύγει
Ο άγνωστος που υπήρξα πάλι ο άγνωστος να γίνω
Φοβερά μαλώνοντας οι άνεμοι
Ενώ του ήλιου η λόγχη πάνω στο σφουγγαρισμένο πάτωμα
όπου
Σφάδαζα
μ’ αποτελείωνε.

 (Από τη συλλογή «Τα ελεγεία της Οξώπετρας», εκδ. Ίκαρος, 1991. Συγκεντρωτική έκδοση «Οδυσσέας Ελύτης, Ποίηση», εκδ. Ίκαρος, 2008)





Τρίτη, 21 Ιανουαρίου 2020

Ποιητικό υστερόγραφο


desert

Τα ποιήματα δεν μπορούν πια
να ‘ναι ωραία
αφού η αλήθεια έχει ασχημύνει.
Η πείρα είναι τώρα
το μόνο σώμα των ποιημάτων
κι όσο η πείρα πλουταίνει
τόσο το ποίημα τρέφεται και ίσως δυναμώσει.
Πονάν τα γόνατά μου
και την Ποίηση δεν μπορώ πια να προσκυνήσω,
μόνο τις έμπειρες πληγές μου
μπορώ να της χαρίσω.
Τα επίθετα μαράθηκαν
μόνο με τις φαντασιώσεις μου
μπορώ τώρα την Ποίηση να διανθίσω.
Όμως πάντα θα την υπηρετώ
όσο βέβαια εκείνη με θέλει
γιατί μόνο αυτή με κάνει λίγο να ξεχνώ
τον κλειστό ορίζοντα του μέλλοντός μου.
Έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 81 ετών η βραβευμένη ποιήτρια και μεταφράστρια Κατερίνα Αγγελάκη - Ρουκ

Η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ γεννήθηκε στην Αθήνα τον Φεβρουάριο του 1939. Γονείς της οι Γιάννης Αγγελάκης και Ελένη Σταμάτη. Είναι πνευματική κόρη του Νίκου Καζαντζάκη, που διατηρούσε φιλικές σχέσεις με τον πατέρα της.
Μόλις στα 17 της χρόνια δημοσιεύει στο περιοδικό Καινούργια εποχή το ποιήμα της «Μοναξιά» μετά από παρότρυνση του Νίκου Καζαντζάκη, ο οποίος έστειλε γράμμα στον Γιάννη Γουδέλη, τον διευθυντή της Καινούργιας εποχής γράφοντας: «Παρακαλώ, δημοσιεύστε αυτό το ποίημα, το έχει γράψει μία κοπέλα που δεν έχει βγάλει ακόμα το γυμνάσιο. Είναι το ωραιότερο ποίημα που διάβασα ποτέ!».
Από τότε άνοιξε ο δρόμος για την ενασχόληση της με την ποίηση και τη μετάφραση. Όπως αναφέρει και η ίδια ήταν μεγάλη η είσοδος της στην ποίηση. Άρθρα για την ποίηση και την μετάφραση της ποίησης έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά και εφημερίδες.
Το έργο της έχει μεταφραστεί σε περισσότερες των δέκα γλωσσών και ποιήματα της εμπεριέχονται σε λογοτεχνικές ανθολογίες. Αρχή και τέλος για εκείνη η ποίηση του Κ.Π. Καβάφη. Σπούδασε ξένες γλώσσες στην Αθήνα, τη Γαλλία και την Ελβετία. Είναι διπλωματούχος μεταφράστρια-διερμηνέας. Έχει μεταφράσει, μεταξύ άλλων, Αλεξάντρ Σεργκέγεβιτς Πούσκιν, Βλαντιμίρ Βλαντιμίροβιτς Μαγιακόβσκι, Ουίλλιαμ Σαίξπηρ κ.ά. Η ποίησή της διακρίνεται από μια έντονη καταφυγή σε φανταστικές χώρες.
Το 1962 τιμήθηκε με το Α΄ Βραβείο Ποίησης της πόλης της Γενεύης (Prix Hensch). Το 1985 τιμήθηκε με το Β΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης. Έχει δώσει διαλέξεις και διάβασε ποιήματά της σε Πανεπιστήμια των ΗΠΑ και Καναδά (Harvard, Cornell, Darmouth, N.Y.State, Princeton, Columbia κ.α.) 
Το 2000 τιμήθηκε από την Ακαδημία Αθηνών με το βραβείο Κώστα και Ελένης Ουράνη, ενώ το 2014 βραβεύτηκε με το Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων για το σύνολο του έργου της.
Τον θάνατο της ανακοίνωσε μέσω Facebook ο συγγραφέας και ανηψιός της Αλέξης Σταμάτης.

Στον ουρανό τού τίποτα με ελάχιστα (Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ)

Στον ουρανό τού τίποτα με ελάχιστα (Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ)
Από την κλειδαρότρυπα κρυφοκοιτάω τη ζωή
την κατασκοπεύω μήπως καταλάβω
πώς κερδίζει πάντα αυτή
ενώ χάνουμε εμείς.
Πώς οι αξίες γεννιούνται
κι επιβάλλονται πάνω σ’ αυτό που πρώτο λιώνει:
το σώμα.
Πεθαίνω μες στο νου μου χωρίς ίχνος αρρώστιας
ζω χωρίς να χρειάζομαι ενθάρρυνση καμιά
ανασαίνω κι ας είμαι
σε κοντινή μακρινή απόσταση
απ’ ό,τι ζεστό αγγίζεται, φλογίζει…
Αναρωτιέμαι τι άλλους συνδυασμούς
θα εφεύρει η ζωή
ανάμεσα στο τραύμα της οριστικής εξαφάνισης
και το θαύμα της καθημερινής αθανασίας.
Χρωστάω τη σοφία μου στο φόβο∙
πέταλα, αναστεναγμούς, αποχρώσεις
τα πετάω.
Χώμα, αέρα, ρίζες κρατάω∙
να φεύγουν τα περιττά λέω
να μπω στον ουρανό τού τίποτα
με ελάχιστα.

Σάββατο, 18 Ιανουαρίου 2020

Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΕΛΠΙΔΑΣ


Εμίλησα πολύ, τη μοίρα μου ως να ομολογήσω:
Δεν έχω τίποτα· τα πάντα μού ’χουν αφαιρέσει.
Ακόμα και τους δρόμους ’κείνους, που νεκρός θα σβήσω,
Ανδράποδο τους πάτησα έχοντας σκυμμένη μέση·
Της ιδιοκτησίας πήρε η θλίψη μου τη θέση.
Ιδρώτες, δάκρυα και όσο επίμονα κι αν προσπαθήσω,
Του οίκτου το αντικείμενο είμαι που δεν θα μπορέσει
Τον κόσμο να μου πει, χωρίς ντροπή πώς θ’ αντικρύσω.
Να φάω και να πιώ: η δικιά μου επιθυμία μόνο
Αρκεί τη λογική των άλλων όλων να νικήσει·
Και νοσταλγία ύπνου με κατέχει, που την κλίνη στρώνω
Στον καύσωνα, σαν κτήνος, που ποθεί να το κοιμήσει,
Κι ελάχιστα κοιμάται, δίχως νά ’χει καν γλεντήσει.
Γυναίκα ωραία δεν φιλώ, μαζί της δεν ξαπλώνω.
Κι η άδεια μου καρδιά στιγμή δε λέει να σταματήσει,
Ποτέ της δεν αλλαξοδρόμησε παρά τον πόνο.
Του γέλιου μου τη μέθη η ιδιορρυθμία μου ιθύνει·
Η αυγή εντός μου θα μπορούσε μια φωλιά να σκάψει,
Λεπτοφυής και προστατευτική ν’ αναβοσβήνει
Στους όμοιούς μου επάνω που ανθέων θά ’χουν άψη.
Μη δείξετε έλεος, αν επιλέξατε ν’ ανάψει
Ο νους σας ο στενός να φάει τη δικαιοσύνη:
Θα ρθεί μια μέρα που θα μεριμνήσει να με εγγράψει
Στων κατασκευαστών ζωντάνιας και σπιτιών τα σμήνη
Και του μεγάλου πλήθους η φιλία να με βάψει.


Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Δευτέρα, 13 Ιανουαρίου 2020

ΤΡΕΧΩ Ή ΕΙΜΑΙ



Κυλάει στον ουρανό ο Ρήνος; Έχει σχήμα
καθολικό ο Ρήνος, έχει αρχέτυπο,
που άτρωτος από τον άλλο, τον Ρήνο του χρόνου,
διαρκεί και μένει σ’ ένα τώρα αιώνιο
όντας ρίζα του Ρήνου εκείνου, που συνεχίζει
στη Γερμανία τη ροή του, όσην ώρα εγώ
τούτον εδώ τον στίχο υπαγορεύω, γράφω;
Έτσι τον εξεικάζουν οι Πλατωνικοί· έτσι
όμως δεν τον εγκρίνει ο Γουλιέλμος του Όκαμ.
Λέει ότι ο Ρήνος (που ετυμολογείται από το ρήμα
rinan, ήτοι τρέχω) δεν είναι τίποτ’ άλλο
παρά το παρατσούκλι το αυθαίρετο που δίνουν
οι άνθρωποι στην εγκόσμια φυγή του νερού
από τους πάγους έως και τον έσχατο κόκκο άμμου.
Ίσως είναι έτσι. Ας το αποφασίσουν άλλοι.
Και θα είμαι, τάχα, εγώ απλώς εκείνη η επανάληψη
λευκών ημερών και μαύρων νυχτών
που αγάπησαν, που τραγούδησαν, που διάβασαν
και που υπέμειναν φόβους κι ελπίδες,
ή θά υπάρξει και άλλος, το μυστικό εγώ,
που για την απατηλή του εικόνα, σβησμένη σήμερα,
ρώτησα να μου πει τον ανήσυχο καθρέφτη μου;
Μπορεί απ’ την άλλη μεριά του θανάτου
να μάθω αν υπήρξα λόγος ή κάποιος.
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Κυριακή, 12 Ιανουαρίου 2020

ΕΛΕΓΕΙΑ



Τρία πρόσωπα αρχαία με αφυπνίζουν:
ένα ο Ωκεανός που μίλησε στον Κλαύδιο,
έν’ άλλο ο Βορράς που δεν ξέρει απ’ όπλα
ατσάλινα το χάραμα ή το δείλι,
το τρίτο ο Χάρος, όπως λεν τον χρόνο
που αδιάκοπα και ακούραστα μάς τρώει.
Το εγκόσμιο βάρος, που ’χουνε τα χθες μας
στην ιστορία που υπήρξε ή όνειρο ήταν
προσωπικώς με θλίβει σάμπως νά ’ναι
δική μου η ευθύνη. Σκέφτομαι το πλοίο που
περήφανο τις θάλασσες διασχίζει
το σώμα του Σκύλντ Σκέβινγκ να επιστρέψει
που ρήγας ήταν μέγας της Δανίας
κάτω απ’ των ουρανών τον άγιο θόλο·
τον λύκο τον ψηλό στον νου μου βάζω
που κάτι φίδια είχε για χαλινάρια
και που έδωσε στο τυλιγμένο μπάρκο
απ’ τις φωτιές λευκότητα βγαλμένη
από θεό όμορφο και πεθαμένο·
τους πειρατές θυμάμαι, που ’χουν σάρκα
ανθρώπινη και σάπια, λασπωμένη
κάτ’ απ’ το βάρος των πελάγων που ’ναι
η απόδειξη των περιπετειών τους·
τους τάφους σκέφτομαι που τα καράβια
στις βόρειες οδύσσειές τους είδαν·
και σκέφτομαι και τον δικό μου τέλειο
θάνατο, δίχως καν την τεφροδόχη,
χωρίς να χύνονται καθόλου δάκρυα.


Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Σάββατο, 11 Ιανουαρίου 2020

ΣΤΟΝ ΓΙΑΝΝΗ ΜΕ ΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΣΤΙΓΚΑ


 Τετάρτη, Αυγούστου 22, 2018  θράκα



 
Δίψα η Θρησκεία σου, και Αγωνία το Σύμβολο της Πίστεως σου, και Αίμα τα βαγγέλια της, Γιάννη Στίγκα.

Το θράσος σου –γιατί περί θράσους πρόκειται- να επιμένεις στην μεταφυσική μέσα από την κατάλυση της μεταφυσικής, να αρθρώνεις Ποίηση μέσα από την υπονόμευση του ποιητικού τρόπου, να μιλάς Ζωή μέσα από το ίδιο της το στόμα, πόθεν; Πόθεν το θράσος σου Γιάννη Στίγκα κοτζάμ Αινίγματα να τα τρέπεις σε Ανοίγματα; Ξέρεις πόσοι πέφτουν μέσα; Ξέρεις πού βγαίνουν και τι αντικρίζουν;

Αν αυτός ο κόσμος είναι η πιο σπλαχνική μορφή του ποτέ , τότε ας τραγουδήσουμε όλοι μαζί για τα πουλιά που καθώς ανεβαίνουν ψηλά τα ξεκουρδίζει ο ήλιος. Καθότι τέτοια κι εμείς, στο τέλος θα μείνουμε με ατόφιο πυρετό έχοντας πάντα σύρριζα την πνοή μας στο τίποτα.

Μα έλεγα για αινίγματα: από πάνω σαν μελάνι, από κάτω σαν σκουπίδι, από μέσα σαν ψαλίδι. Ποίημα; Ξέχασα, δεν είμαστε εδώ για απαντήσεις. Εδώ είμαστε κάθε νύχτα να πηδάμε από την κορυφή της λύπης, καθότι  η αλήθεια προϋποθέτει ύψος. Τέτοια η Αλήθεια. Καμιά ψευτοπαρθένα πένα δεν θα την πιάσει ζωντανή.

Ωραία λοιπόν Γιάννη Στίγκα, μαζί σου. Μα αφού με προσηλύτισες χωρίς να το ζητήσεις –πάνε τώρα δέκα χρόνια- να σου κάνω μιαν ερώτηση; στο τζιτζίκι που μπήκε από το αυτί και βγήκε από τ’ άλλο τι όνομα έχεις δώσει; Ξέρεις ποιο λέω. Εκείνο που σε ανάγκασε να καρφώσεις στο ψαχνό τον Αύγουστο, βαθιά ως την Παναγία του
και από το τότε σε έχει κάνει ολόκληρο μια ξόβεργα. Αυτό το τζιτζίκι λέω….-σιγά μην απαντήσεις. Δεν απαντάνε οι Μύστες της Ύπαρξής τους. Γιατί τέτοιος είσαι και σε βλέπουμε κι εμείς και λέμε «ρε σίγουρα ο Γιάννης Στίγκας δεν είναι λογοτεχνικός ήρωας, κατασκευή κάποιου μπορχεσιανού όντος ;». Να σου πω λοιπόν κάτι; Μην τα λες μονάχα στον Σαχτούρη. Και σε σένα να τα λες: όταν γράφεις, δεν είσαι εσύ, αλλά το είδωλο του πιο καθρέφτη

Η πίστη σου –συγνώμη Πίστη ήθελα να γράψω- πως ο στίχος το (επτάφυλλο) αίμα μου θα γονατίσει τους θανάτους έκαψε ολόκληρο στρατόπεδο, εξηγείται μονάχα αν λάβουμε υπόψη μας τα επίπεδα στραγγαλισμένης κραυγής που απαιτείς από τις λέξεις σου ή το γεγονός πως, με τα μαθηματικά που έμαθες, υψώνεις το φως στην θηριοστή του.
Προπονημένος μετά κόπων και βασάνων στο φωνή φωνή σκυτάλη και ποιος θα την μαζέψει, τρέχεις –ή ανασαίνεις;- προς το photofinish όπου δεν διακρίνεται ο τρόμος, πρώτος εσύ, ένας ιχνηλάτης που θα χαθεί πρώτος και γίνεσαι ο τρόπος από όπου μπορούμε να αντλήσουμε αγωνία –και όχι πληροφορίες- για τον χαμό, το τίποτα, το μηδέν.

Συνέχισε λοιπόν Γιάννη Στίγκα να μην δένεις τα κορδόνια σου στο ναρκοπέδιο, και να τρέχεις στην αρχή σαν τρελός, στην μέση σαν κτήνος και στο τέλος σαν άγιος, μέχρι να ακούσεις το μαύρο χειροκρότημα που σου μέλλεται.

Συνέχισε λοιπόν Γιάννη Στίγκα να ξεμυαλίζεις την κραυγή προτού σε ξεμυαλίσει, όσο εμείς παίζουμε τοεδώ η ζωή, εκεί η ζωή, αλλιώς το παιχνίδι της ικεσίας -με την πιο λευκή να κερδίζει.  

Συνέχισε λοιπόν Γιάννη Στίγκα να σκάβεις -αφού το βάθος σε σημείο εξάντλησης και γλώσσα είναι και πατρίδα- κι εκεί να στήνεις παρέες με όλους τους αναλφάβητους, εκείνους που δεν έχουνε γλωσσάρι για τον κεραυνό: έτσι όπως σκάει τους πείθει,

Συνέχισε λοιπόν Γιάννη Στίγκα. Είμαστε μαζί σου. Πάντα διψασμένοι, με το αίμα να κοχλάζει, αγωνιούμε καθώς σε θωρούμε. Καλή πατρίδα να ‘χεις, κάθε που γράφεις.


ΥΓ. Εσύ που εμπιστεύεσαι πολύ τους παιδικούς σου έρωτες για πες… τι σού ‘πε ο λυκάνθρωπος, πατώνει ή δεν πατώνει η μοναξιά;

(ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΗΘΗΚΑΝ ΣΚΟΡΠΙΟΙ ΣΤΙΧΟΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΣΥΛΛΟΓΕΣ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΣΤΙΓΚΑ Η ΟΡΑΣΗ ΘΑ ΑΡΧΙΣΕΙ ΞΑΝΑ – ΙΣΟΠΑΛΟ ΤΡΑΥΜΑ- ΒΛΕΠΩ ΤΟΝ ΚΥΒΟ ΤΟΥ ΡΟΥΜΠΙΚ ΦΑΓΩΜΕΝΟ)




Φωτογραφία








Περνώ βουνοκορφές ξυστά
                                 γκρεμούς που γίναν οικειότητα
λάθη παλιά που τσούξανε
                                 και δε σκαμπάζει πια
καμία χελιδόνα ο ύπνος μου

                                 Ξυπνώ βαρύς κι αποσυνάγωγος
οι άνεμοι με παίρνουν στο ψιλό
                                  πως ξέρουν και οι δεκάξι το κορμάκι σου; 
Δεν είσαι μία Ελένη εσύ
                                   είσαι πολλές Ελένες συναπτές
δεν ξέρεις τι σημαίνει αυτό
                                   θα' πρεπε να'χω
τύχη πολλή
                                  πενήντα τόσα μάτια
χέρια μονίμως ξάγρυπνα
                                  θά'πρεπε να 'χω κάνει 
χρόνια θητεία σε αερόστατο
                                   ραμμένο από - ποιος ξέρει πόσα -
άδεια πουκάμισα









Τη φωνή μου ρε
                        κι ας μην έχω να φάω

γιατί είναι ωραία η παλινδρόμηση των σωμάτων
(από τον ενικό στον πληθυντικό τους
κι αντίστροφα)

ωραίο το γεφύρωμα των πνοών
(σαθρό ή στέρεο - αδιάφορο τι -
διπλά ωραίο για την αδιαφορία του)
                      
ωραίο αίνιγμα τα λουλούδια

Αλλά θα ¢ρθουν καιροί
με στυφά δευτερόλεπτα
να ερημώσουν την όραση
να την κάνουνε Σιβηρία

Αυτά, για όσους ταξιδεύουνε προς το θέρος

Οι υπόλοιποι, θα την πάθουμε αλλιώς

Μια μέρα
κάποιος θα βρει ένα ξέφτι στον ουρανό
θα το τραβήξει και
                             
θα πέσουν όλα τα ποδήλατα των αγγέλων                                
                                                 
                  όλα
 
              το εννοώ








Τόσες περιστροφές
κι όμως ο ιστός του κόσμου
μιας σπίθας υπόθεση
να ανοίξουν οι ασκοί
να γίνουν όλα Β´ γραμμική
και τυραννία της στάχτης

Η όραση θα αρχίσει ξανά

το φως συνδράμει
όσο και το σκοτάδι

μιας σπίθας υπόθεση η ζωή
   
αλλού η ζωή
            κι αλλού η σπίθα

N¢ αφήσεις την επίλυση στον άνεμο
                            ή
            φρόντισε με τα θαύματα
            να γίνεσαι χαρτοκλέφτρα
            να είναι ο έρωτας
                                         το Δέκα του Χαμού
            και να σε θέλει
 
                             *
Εγώ το χρόνο μου
           
             χρακ και χρακ

μ¢ ένα τσεκούρι πισώπλατα
Τα υπόλοιπα
            θα τα πουν στις εφημερίδες

Ποίησις είναι η κορυφή του παγόβουνου
            και από κάτω
πανστρατιά οι βλαστήμιες
            Αλλά εσύ
κοίτα να φτάσεις στην αγάπη
χωρίς τις βαλίτσες σου

κοίτα

                                        Γιάννης Στίγκας




Γιατί και η ποίηση επαιτεία είναι
αλλά στο τέλος


Ι.

Μπορώ να σας μιλάω απλά
μπορώ και με βελόνες

Γνωρίζω που γεννούν τα αβγά τους οι υλακές

όλα στο στήθος σύρριζα

αν αγαπήσεις τους γκρεμούς
σε βγάζουν συντομότερα
και μην ακούς τις κατακόκκινες μηλιές
και μην ακούς τις παλαβές πυξίδες
πως θα χαθείς
και πως η Παναγιά
φραγγέλει τους επαίτες

Αφού σου το ¢πε και στον ύπνο σου:

«Αυτούς που ορθώσαν όνειρο
παντός καιρού κι ανόθευτο

Αυτούς που ανοίξανε τα σκέλια τους
στο φως

κυρίως

αυτούς που φεγγαρώθηκαν

εγώ θα τους βυζάξω»



ΙΙ.

Εδώ που φτάσαμε
λιγνεύει ο αέρας

Πρέπει να μάθεις να αναπνέεις
όπως το ποίημα

ειδάλλως γύρνα πίσω

και μη γελάς

αυτή η γειτνίαση με το τίποτα
θα μας φάει






Γιάννης Στίγκας 




Τόσες περιστροφές
κι όμως ο ιστός του κόσμου
μιας σπίθας υπόθεση
να ανοίξουν οι ασκοί
να γίνουν όλα Β´ γραμμική
και τυραννία της στάχτης

Η όραση θ' αρχίσει ξανά

το φως συνδράμει
όσο και το σκοτάδι

μιας σπίθας υπόθεση η ζωή

αλλού η ζωή
κι αλλού η σπίθα

N' αφήσεις την επίλυση στον άνεμο
ή
φρόντισε με τα θαύματα
να γίνεσαι χαρτοκλέφτρα
να είναι ο έρωτας
το Δέκα του Χαμού
και να σε θέλει



*

Εγώ το χρόνο μου

χρακ και χρακ

μ' ένα τσεκούρι πισώπλατα
Τα υπόλοιπα
θα τα πουν στις εφημερίδες

Ποίησις είναι η κορυφή του παγόβουνου
και από κάτω
πανστρατιά οι βλαστήμιες
Αλλά εσύ
κοίτα να φτάσεις στην αγάπη
χωρίς τις βαλίτσες σου

κοίτα






Πέμπτη, 9 Ιανουαρίου 2020

(Ο χιονιάς ξερίζωσε) Χρύσα Βελησσαρίου



Ο χιονιάς ξερίζωσε
το δέντρο που φύτεψα πριν χίλια χρόνια
Το χαιρόμουν και το συνήθισα παρόν
Ατενίζω απ' την κορφή των ερειπίων
τον ωκεανό της δημιουργίας
που έρεε όσο δερνόμουν ανελέητα
Αν είναι να περνάς κάπως στο μέλλον
ας είναι και μέσα από γκρέμισμα
Αν είναι να περνάς κάπως στο αιώνιο
ας είναι και μέσα απ' το θάνατο
Αν είναι κάπως να νιώσεις, να αισθανθείς
ας υποστείς, ας πονέσεις
Αφού η οργή του χιονιά δεν αγγίζεται αλλιώς
Κρατιέμαι γερμένη
κι ας με τα δόντια
Αν είναι κάπως να εκφραστώ
δεκάρα δε δίνω
αν δείχνω μελό

(c)ChryssaVelissariou2020

ΜΠΟΡΕΙ ΚΙ Η ΠΙΟ ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ


Μού ’δωσες τον παλιόκαιρο,
του χεριού σου τον ανάλαφρο ίσκιο
όπως επέρναγε απ’ την όψη μου.
Μού ’δωσες το κρύο, την απόσταση,
και τον πικρό καφέ ώρα μεσάνυχτα
σε κάτι άδεια τραπέζια ανάμεσα.
Να βρέχει πάντοτε έπιανε
στη μέση της ταινίας·
στο λουλούδι που σού έφερνα,
μι’ αράχνη μες στα πέταλά του παραμόνευε.
Τό ’ξερες πιστεύω, και την αναποδιά
επίτηδες, ναι, εσύ την ευνοούσες.
Μονίμως την ομπρέλα μου ξέχναγα,
προτού βγω στο δρόμο να σε ψάξω –
το ρεστωράν ήτανε φίσκα,
και στις γωνίες όλο για πόλεμο λέγανε.
Του τάνγκο ένας κάποιος στίχος υπήρξα
στην εντελώς αδιάφορη δική σου μελωδία.

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Τετάρτη, 1 Ιανουαρίου 2020

ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΕΤΟΥΣ










Ούτε η συμβολική λεπτομέρεια
του ν’ αλλάζουμε το δύο σε τρία
ούτε αυτή η άγαρμπη μεταφορά
που σημασιοδοτεί ένα σφάλμα που πεθαίνει
  κι ένα άλλο που γεννιέται
ούτε και η περάτωση μιας αστρονομικής διαδικασίας
αναστατώνουν και υπονομεύουν
τον χερσότοπο τούτης εδώ της νύχτας
υποχρεώνοντάς μας να περιμένουμε
τα δώδεκα ανεπανόρθωτα καμπανίσματα.
Η αληθής αιτία
είναι η γενική και ερεβώδης υποψία μας
σχετικά με του Χρόνου το αίνιγμα·
είναι η έκπληξή μας μπρός στο θαύμα
που, παρ’ ότι οι πιθανότητές του να γίνει
τείνουν στο άπειρο και παρ’ ότι εμείς
είμαστε μες στο ποτάμι του Ηράκλειτου απλώς σταγόνες,
επιτρέπει σε κάτι να διαρκεί εντός μας επίμονα –
εντελώς και αενάως ακίνητο.


http://alonakitispoiisis.blogspot.com/
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Κυριακή, 22 Δεκεμβρίου 2019

Στὴν ὕλη εἰσχώρησα οὐρλιάζοντας




Δυὸ θάλασσες μὲ κυνηγοῦν: ἡ ζωὴ καὶ ὁ θάνατος
δυὸ ρεύματα π᾿ ἀνάθεματα στὴν καρδιὰ μου...
Ψάχνω γιὰ νὰ βρῶ μέσ᾿ στὸ σκυλοπιωμένο κεφάλι μου
δεύτερη κτητικὰ ἀντωνυμία
δὲ βρίσκω - νοημοσύνη. Δὲ μαρμάρωσα τίποτα
Νὰ παίζουμε τοὺς ἀνέμους
νὰ παίζουμε γλυκὰ τοὺς κολασμένους
Τί βρέφος ἠδυνόμενο τὸ ποίημα
κι ὁ φουκαριάρης ὁ Ἰησοῦς
μ᾿ ἕνα πορτοκαλένιο σωβρακάκι
κρεμιέται κάθε χρόνο στὰ ἔαρα
Ἡ τέχνη μας ἡ φριχτότερη τοῦ ἐγὼ μεταμφίεση.

Ἡ εὐγένεια τῆς κωμωδίας μας





Ὅταν ξεραθεῖ τὸ χαμομήλι στὸν καλύτερο ἥλιο τῆς χρονιᾶς
ἔρχονται βράδια νὰ γυρέψει ἀπὸ δαῦτο κι ὁ φτωχὸς κι ὁ πλούσιος
κι ὅπως κυλάει ζεστὸ μέσα μας καὶ βάλσαμο
κ᾿ εὐωδιάζουν τὰ σπλάγχνα κι ἁρμονίζονται
φέρνοντας κάποιο αἴσθημα φαγωμένης πεταλούδας μὲ τὰ χνούδια της
ἕνα τίποτα ἕνα χορτάρι φέρνοντας ὅλη τὴν εἰρήνη
ἔτσι κι ὁ Ἰησοῦς ἕνα τίποτα, μονάχα φτυσμένος
μονάχα ἡ μέσα φλόγα ποὺ λιώνει τὴν ἁφὴ
κι ὁ Θεὸς γυμνοπόδης ἕν᾿ ἀρνὶ στὸν ἀέρα
ψηλὰ στὸ δέντρο τῆς βυσσινιᾶς τὸ καιόμενο πέρα στὴ δύση.
Ἂ τί φριχτὸ ποὺ εἶναι τὸ νερὸ ἕνα τίποτα κι ὁ ἀόρατος
μᾶς ἔτυχε καθὼς τὸ μαχαίρι στὸ λαιμὸ τοῦ κόκορα.

Κυριακή, 8 Δεκεμβρίου 2019

Αντίλαλοι στα βράχια - Μέρος β΄* - [ιε΄]




Δεν ήρθες μοναχά για να γκρεμίσεις,
ήρθες να χτίσεις γκρεμίζοντας.


Λόγοι μάχης - Αφορισμοί





Ο μεγαλύτερος προορισμός σου είναι να μην αφήνεις μέρα να περάσει
δίχως να γκρεμίζεις, δίχως να χτίζεις, δίχως να πολεμάς,
δίχως να διατάξεις στον μέσα κόσμο σου να θέλει.





Να σφυρηλατείς την θέλησή σου για τον έξω πόλεμο,
δίχως να δείχνεις στους αντιπάλους σου το ακονισμένο ξίφος της σκέψης σου,
δίχως να τους λαβώνει η αδάμαστή σου επιμονή.





Όταν δεν έχεις πια στηρίγματα να κρατηθείς κι ο θεός κοιτάζει αλλού,
ξεδίπλωσε τις πνευματικές γέφυρες και στηρίξου σ’ εκείνους
που έγραψαν ιστορία εκπληρώνοντας το πεπρωμένο τους.





Να υπερασπίζεσαι τον μέσα κόσμο σου, το πνεύμα σου και τις ιδέες σου.






Πριν ξεκινήσεις την κάθε μάχη σου με το θάνατο, σε χαιρετούν και σου φωνάζουν από τον απέναντι βράχο
ο Σουν Τζού, ο Γιαμαμότο Τσουνετόμο, ο Φρειδερίκος Νίτσε, ο Κάρλ φον Κλαούζεβιτς κι ο Νίκος Καζαντζάκης...


[*] Μέρος β΄- "Ο έξω πόλεμος, της διαμόρφωσης..."


http://vorias.blogspot.com/
Αναρτήθηκε από Θ. Βοριάς

Σάββατο, 30 Νοεμβρίου 2019

ΤΑ ΜΠΟΤΙΤΣΕΛΕΙΑ ΔΕΝΤΡΑ


Των δέντρων
το αλφάβητο
ξεθωριάζει στο
τραγούδι των φύλλων
οι τεμνόμενες
ευθείες των λεπτών
γραμμάτων που σχημάτιζαν
τη λέξη χειμώνας
και το ψύχος
φωτίστηκαν
με
πράσινο έντονο
απ’ τη βροχή και τον ήλιο
οι αυστηρές απλές
αρχές των
ίσιων κλαδιών
αλλάζουν
απ’ τα τσιμπημένα εάν
του χρώματος, ευλαβείς
συνθήκες,
του έρωτα τα χαμόγελα
. . . . . . . .
έως ότου οι γυμνωμένες
προτάσεις
να λικνιστούν σαν γυναίκας
γοφοί κάτω από το ύφασμα
και να υμνήσουν μυστικά
και γρήγορα γεμάτες πόθο
την υπεροχή του έρωτα
το καλοκαίρι –
το καλοκαίρι το τραγούδι
τραγουδάει τον εαυτό του
τις πνιγμένες λέξεις σκεπάζοντας –


Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Κυριακή, 10 Νοεμβρίου 2019

Η ΕΥΤΥΧΙΑ




Όποιος αγκαλιάζει γυναίκα είναι ο Αδάμ. Και η γυναίκα είναι η Εύα.
Όλα γίνονται για πρώτη φορά.
Έχω δει κάτι άσπρο στον ουρανό. Μου λένε ότι είναι το φεγγάρι, αλλά
τί μπορώ να κάνω εγώ με μία λέξη και με μια μυθολογία;
Τα δέντρα με τρομάζουν όσο νά ’ναι. Είναι τόσο όμορφα.
Τα ήρεμα ζώα με πλησιάζουν για να τους πω τ’ όνομά τους.
Τα βιβλία της βιβλιοθήκης δεν έχουν γράμματα. Τ’ ανοίγω, και τότε

αναδύονται.
Ξεφυλλίζω τον άτλαντα και εμφανίζεται το σχήμα της Σουμάτρας.
Όποιος ανάβει σπίρτο στο σκοτάδι ανακαλύπτει τη φωτιά.
Στον καθρέφτη υπάρχει κάποιος άλλος που έχει στήσει καρτέρι.
Όποιος κοιτάει τη θάλασσα βλέπει την Αγγλία.
Όποιος εκφωνεί στίχο του Λίλιενκρον έχει κιόλας μπει στη μάχη.
Ονειρεύτηκα την Καρχηδόνα και τις λεγεώνες που κατερείπωσαν την

Καρχηδόνα.
Ονειρεύτηκα τον ζυγό και τη σπάθη.
Ευλογημένη η αγάπη που δεν γνωρίζει ούτε κτήτορα ούτε κτήμα, αλλά

ότι και οι δύο είναι δόσις αγαθή.
Ευλογημένος ο εφιάλτης, που μας αποκαλύπτει ότι μπορούμε να

δημιουργήσουμε την κόλαση.
Όποιος σε ποτάμι κατεβαίνει στον Γάγγη κατεβαίνει.
Όποιος κλεψαμμία κοιτάζει μιας αυτοκρατορίας την κατάλυση βλέπει.
Ο άνθρωπος που παίζει με στιλέτα τον θάνατο του Καίσαρα προλέγει.
Όποιος κοιμάται είναι όλοι οι άνθρωποι μαζί, ο κόσμος.
Στην έρημο είδα την νεαρή Σφίγγα, που μόλις είχανε αρχίσει να τη χτίζουν.
Ουδέν καινόν υπό τον ήλιον.
Όλα γίνονται για πρώτη φορά, αλλά με τρόπο αιώνιο.
Όποιος διαβάζει τα λόγια μου είναι και ο επινοητής τους.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
 

Τρίτη, 22 Οκτωβρίου 2019

ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ







ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ



Ετούτη τη στιγμή, εδώ και τώρα,
μας φαίνονται εύκολα πως ήσαν όλα
στο χτες το ανέκκλητο, το διαπλασμένο:
το κώνειο μόλις έχει πιεί ο Σωκράτης
και συζητούσε της ψυχής τους δρόμους,
ενόσω ο θάνατος, κυανός, επάνω
σκαρφάλωνε απ’ τα ψυχρά του πόδια·
στη ζυγαριά η ανελέητη η σπάθη
αντήχαε· η Ρώμη, να, το εξάμετρό της
το πλούσιο επέβαλε σε αυτής της γλώσσας
το μάρμαρο το ατίθασο, και βάθη
πλέον κατοικεί κερματισμένη τώρα·
οι πειρατές του Χένγκιστ έκοψαν με
κουπιά τής Βόρειας Θάλασσας τα πλάτη
και θαρραλέοι και με ακμαίο χέρι
βασίλειο ίδρυσαν που θα γινόταν
μι’ ανίκητη ύστερα αυτοκρατορία·
ο σάξων άναξ στον ομόλογό του
της Νορβηγίας υποσχέθηκε ότι
μια γης εφτά ποδάρια θάν του δώσει
και μάλιστα προτού να δύσει ο ήλιος –
το ετήρησε: στης μάχης το πεδίο· της
ερήμου οι ιππείς καλύψαν τον Λεβάντε
και απείλησαν τους τρούλους της Ρωσίας·
ο Πέρσης, που διηγήθηκε την πρώτη
από τις χίλιες μία νύχτες, λένε
δεν ήξερε καθόλου πώς αρχίζει
εκείνο το βιβλίο που τόσοι αιώνες,
με τις μετέπειτα γενιές, δεν θα το
παράταγαν μες στη σιωπή της λήθης·
ο Σνόρρι στη χαμένη έσωσε Θούλη
το φως, που σε βαριές εσπέρες σβήνει
ή μες στη νύχτα, εκεί που η μνήμη θέλει
να ρθει η ώρα κι η στιγμή να διασωθούνε
τα γράμματα και οι θεοί της Γερμανίας·
ο Σοπενχάουερ βρήκε, ακόμα νέος,
του σύμπαντος το γενικό το σχέδιο·
στο Μπρούκλιν, σ’ ένα εκεί γραφείο, ο Ουίτμαν,
σε οσμές μελάνης μέσα και ταμπάκου,
απόφαση το πήρε, μα δεν είπε
καν λέξη σε κανέναν, πως εκείνος
το σύνολο θα γίνει των ανθρώπων
και πως θα γράψει ένα βιβλίο νά ’ναι
για τους ανθρώπους όλους· ο Αρεδόνδο
ξεπάστρεψε τον Ιριάρτε Βόρδα
αχάραγο μες στο Μοντεβιδέο
και παραδόθηκε έπειτα εξηγώντας
στους δικαστές πως ήταν αυτουργός και
κανέναν πως δεν είχε συνεργό του·
στρατιώτης έπεσε στη Νορμανδία·
στρατιώτης έπεσε στη Γαλιλαία.


Αυτά τα πράγματα μπορούσανε να
μην έχουν γίνει. Μάλλον δεν υπάρχουν.
Σχεδόν. Τα φανταζόμαστε μες σ’ ένα
χτες αναπόδραστο, μα και μοιραίο.
Το τώρα μόνο υπάρχει. Χρόνος άλλος
δεν απαντάται. Μόνο αυτό το τώρα,
απόγειο αυτού που θά ’ρθει και όλων όσα
εγίνανε: η στιγμή ακριβώς που πέφτει η
σταγόνα στην κλεψύδρα. Απατηλό είναι
το χτες: περιοχή κέρινων σχημάτων
που ακίνητα προβάλλουν ή αναμνήσεις
με αξία φιλολογική που ο χρόνος
θα ρθει στο μέλλον να τις καταπιεί όλες
μες στους καθρέφτες του. Και μη νομίζεις
πως βρίσκονται υπαρκτοί ο Έρικ ο Ερυθρόχρους,
ο Κάρλος ο Δωδέκατος, ο Βρένος
και τούτ’ η εσπέρα η αόρατη, η δικιά σου,
που εγίνηκε δικιά σου: όχι στη μνήμη,
μα στην αιωνιότητά σου είναι.





http://alonakitispoiisis.blogspot.com/
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Νάιρα Κούτζιτς - Αρμενία







ΑΡΧΗ

Μερικές φορές ονειρεύομαι το στήθος της μητέρας μου.
Στα όνειρά μου, η μητέρα μου είναι γυμνή
και με λικνίζει
ενώ τρώει σπόρους ροδιού,
ενώ τρώει ηλιόσπορους.
Μερικές φορές ονειρεύομαι μόνο ένα από τα στήθη της.
Στα όνειρά μου, η μητέρα μου έχει μόνο ένα
και μαζί της με ασφυκτιά και τις κραυγές μου.
Σπόροι ροδιού σαν αιματηρές κύστεις λεκιάζουν το στήθος σας.
Οι ηλιανθόσποροι, όπως τα ξηρά δάκρυα πέφτουν στα πόδια σας.


Νάιρα Κούτζιτς - Αρμενία


_____


ΑΡΧΙΚΗ

Μερικές φορές, ονειρεύομαι το στήθος της μητέρας μου.
Στα όνειρά μου, η μητέρα μου είναι γυμνή
και με θηλάζει
Ενώ τρώει σπόρους ροδιού,
Ενώ τρώει ηλιόσπορους.
Μερικές φορές, ονειρεύομαι μόνο ένα στήθος.
Στο όνειρό μου, η μητέρα μου έχει μόνο ένα
και μαζί της, με πνίγει και τις κραυγές μου.
Οι σπόροι ροδιού σαν αιματηρές κύστεις λεκιάζουν το στήθος της.
Οι ηλιόσποροι, όπως τα αποξηραμένα δάκρυα πέφτουν στα πόδια της.


Νάιρα Κούτζιτς - Αρμενία
_______________________________

Naira Kuzmich (Ερεβάν, Αρμενία) _______________________________________________ Με βαθιά θλίψη πρέπει να μοιραστούμε ότι η Νάιρα Κούτζιτς, η οποία αποφοίτησε από το πρόγραμμα Master's ASU στη Δημιουργική Γραφή το 2013, πέθανε τον Οκτώβριο του 2017.