Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Τρίτη, 17 Ιουλίου 2018

Ο Νίκος Καρούζος



Ο Νίκος Καρούζος είναι ένας από τους σημαντικότερους ποιητές της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς. Γεννήθηκε στο Ναύπλιο στις 17 Ιουλίου του 1926 από πατέρα δάσκαλο ο οποίος συνέβαλε σημαντικά στην διαμόρφωση της προσωπικότητάς του.

Λίγα λόγια για το έργο του


Ο Νίκος Καρούζος ασχολείται από πολύ μικρός με το διάβασμα ποίησης και τη συγγραφή. Το 1949 δημοσιεύει το πρώτο του ποίημα με τίτλο «Σίμων ο Κυρηναίος» στο περιοδικό «Ο αιώνας μας», ενώ το 1953 την πρώτη ποιητική συλλογή του με τίτλο ≈Η επιστροφή του Χριστού». Η ποίηση του έχει χαρακτηρισθεί ως φιλοσοφική, θρησκευτική και μυστική! Το 1961 ο Νίκος Καρούζος βραβεύεται με το Β’ Κρατικό Βραβείο ποίησης ενώ το 1962 λαμβάνει το τιμητικό Α’ Βραβείο ποίησης της Ομάδας των Δώδεκα. Επίσης, το 1986 βραβεύτηκε με το Κρατικό Λογοτεχνικό Βραβείο ποίησης.





Παρακάτω συγκεντρώσαμε έξι αγαπημένα μας ποιήματα του Νίκου Καρούζου.



* * *
Διάλογος πρώτος


Σα να μην υπήρξαμε ποτέ

κι όμως πονέσαμε απ’ τα βάθη.

Ούτε που μας δόθηκε μια εξήγηση

για το άρωμα των λουλουδιών τουλάχιστον.


Η άλλη μισή μας ηλικία θα περάσει

χαρτοπαίζοντας με το θάνατο στα ψέματα.

Και λέγαμε πως δεν έχει καιρό η αγάπη

να φανερωθεί ολόκληρη.


Μια μουσική

άξια των συγκινήσεων μας

δεν ακούσαμε.


Βρεθήκαμε σ’ ένα διάλειμμα του κόσμου

ο σώζων εαυτόν σωθήτω.

Θα σωθούμε από μια γλυκύτητα

στεφανωμένη με αγκάθια.


Χαίρετε άνθη σιωπηλά

με των καλύκων την περισυλλογή

ο τρόμος εκλεπτύνεται στην καρδιά σας.


Ενδότερα ο Κύριος λειτουργεί

ενδότερα υπάρχουμε μαζί σας.

Δεν έχει η απαλή ψυχή βραχώδη πάθη

και πάντα λέει το τραγούδι της υπομονής.


Ω θα γυρίσουμε στην ομορφιά

μια μέρα…


Με τη θυσία του γύρω φαινομένου

θα ανακαταλάβει, η ψυχή τη μοναξιά της.


* * *
Τα πουλιά δέλεαρ του Θεού
(αποσπάσματα «Διαλόγων»)


1


Να γυρίζεις — αυτό είναι το θαύμα -—

με κουρελιασμένα μάτια

με φλογωμένους κροτάφους απ’ την πτώση

να γυρίζεις

στην καλή πλευρά σου.


Πεσμένος αισθάνεσαι

την κόλαση που είναι η αιτιότητα

το στήθος ωσάν συστατικό του αέρα

τα βήματα χωρίς προοπτική.


Κι όμως στη χειμωνιάτικη γωνία ο καστανάς

περιβάλλεται από σένα.


Κόψε ένα τραγούδι απ’ τ’ άνθη

με δάχτυλα νοσταλγικά.


Να γυρίζεις — αυτό είναι το θαύμα.


2


Θα περάσουν αποπάνω μας όλοι οι τροχοί

στο τέλος

τα ίδια τα όνειρα μας θα μας σώσουν.


Αγάπη μείνε στην καρδιά —

αυτός ας είναι ο κανών του τραγουδιού σου.


Με την αγάπη

Θα σηκώσουμε την απελπισία μας

Απ’ το αμπάρι του κορμιού.


Δεν είναι φορτίο για τη χώρα των αγγέλων

η απελπισία.


Και προπαντός

ας μην αφήσουμε την αγάπη

να συνωστίζεται με τόσα αισθήματα…


3


Άπλωσε η γαλήνη τα φτερά της

ωσάν αλησμόνητος κύκνος ονείρου

σ’ αυτά τα έρημα νερά.


Κάτι νιώθω σήμερα

βλέποντας τα πουλιά.


4


Η αγωνία μου υψώνεται,

ως τα εδελβάις άνθη.


5


Τα όνειρα βλαστοί στο στήθος

κλήματα μέσ’ στην καρδιά

διαγώνια εκδικούνται το χώμα

σκοτώνοντας εμάς.


* * *
Η συντομία του ονείρου


Τρέχει μέσ’ στα χαράματα, το ελάφι

που είναι η χαρά μου τόσος αντίλαλος

εδώ που κατοικώ

ένα πουλί από καπνό ανέρχεται στο ξημέρωμα.


Ιδού ο Τρέχων

έχει σφάξει το αρνί στις πηγές των υδάτων.


Θριαμβική νεφέλη όχημα παλαιό ιδού ο Τρέχων

και το σύρουν

άλογα τρυπημένα στα λάμποντα πλευρά.


Μέσα στο όχημα βρίσκομαι και πηγαίνω

προς τον άγνωστο προορισμό μου.


* * *
Τα λυπηρά
Μικρή κλίμαξ της ψυχής και του θανάτου


Με λίγα ρούχα αιματωμένα βρέθηκε νεκρός

στη θερινή σελήνη και οι φυλλωσιές

του έδιναν τώρα τη δόξα που είναι

πάνω απ’ τις επιθυμίες καιρός

ακίνητος στους ήχους τους καθηγιασμένους.


Είχε μια φοβερή πληγή στην καρδιά του κι άλλες ακόμη

στη λεκάνη στα χέρια μέσ’ στο σεληνόφως

έβγαινε απ’ όλο το σώμα του η ομορφιά

σμίγοντας με τα χώματα.


Και μια στιγμή ο θεός έστειλε αγγέλους γύρω του

άνθη φλογερά, ιμάτια από λευκή σιωπή

της νύχτας η κλίμαξ αυτός

ανέρχεται με λίγα ρούχα αιματωμένα.


* * *
Απ’ τον κήπο μου στ’ Ανάπλι


Χειμωνικά μου χρώματα οι αποθήκες το μικρό τρένο

με ουράνιους καπνούς

χρωματιστά παιδιά κορδέλες

οι έλληνες με βάσανα και δάφνες

και ο θεός μας τόσο πατρικός υάκινθε.


Ανάληψη ζωαρχική

μικρό τρένο με τους ουράνιους καπνούς.


* * *
Η Ελένη των ποιητών


Είναι σκιά

ενός άστρου που φλέγεται

της λεμονιάς το άρωμα Λευκή.


Χρόνια του έαρος

ω χρόνια καπνισμένα κι ο ουρανός αλήτευε στυφός.


Ελευθερώσετε τον ύπνο για την ωραιότητα

στο άλλο βράδυ πάνω σε φύλλα

τα νεαρά μου οστά.


* * *
Η Λιτάνευση


Όταν παρέτυχα στη νύχτα που έλεγαν

«ο άγιος θα περάσει απόψε»

δεν το πιστεύετε ίσως

αλλ’ όμως έτρεμαν

τα δάχτυλα της θάνατος

έκρουε τα φύλλα κι ακούονταν

φωνές ακίνητα

και εκκωφαντικά

τα νέα μου βήματα.


Οι άρρωστοι γέμιζαν το χώρο

με στεναγμούς, άλλοι

με υψωμένα μάτια στο ξεχείλισμα των άστρων

άλλοι μου φάνηκαν όρθιο χώμα.


Γυρεύοντας μοναχικός

«εν μέσω των κινδύνων αισθάνεσαι

την τελειότητα της στιγμής»


Θυμήθηκα τα λόγια του φίλου τις ταλαντεύσεις του φύλλου πριν λίγα λεπτά

καθώς

έπεφτε από χέρι αδιάφορο.


Με της βροχής την ευωδιά στο ελληνικό τοπίο

άνθη ο άνεμος κ’ οι ώρες

στο σώμα μου ή στα δέντρα τελειωμένες

αισθήσεις εδώ ψηλά προς τα ουράνια

μαύρες οπώρες οι πιστοί

πεσμένες και το μέλι σπάζοντας

τους φλοιούς έσμιγε χώμα και καρπό.


Είμαστε σαν την πανάρχαια ανακάλυψη της φωτιάς

ωφέλιμοι στο θεό

γιατί είμαστε

αναφαίρετοι καλόγεροι σ’ αυτή την ερημιά

νόμοι μέσα στο θάνατο —

η φωνή του ηλικιωμένου ακούστηκε στις αμυγδαλιές

κ’ ύστερα πάλι:


— Τα μαύρα σου μαλλιά πώς χάνονται

στα βροχερά δωμάτια.


Φως απ’ τις ασετυλίνες των στραγαλάδων

σε αρχέγονα ρούχα

μια γριά βυθισμένη που διάβαζε το συναξάρι

«εν μέσω των κινδύνων…» πλησίασα

γυρεύοντας μοναχικός

έφτυναν πασατέμπο οι ανυπόμονοι

μα δε θυμάμαι πια όταν κάποιος φώναξε:


— Επτά είναι οι φλόγες του στήθους.


Άνθρωπος ο ασυγχώρητος υπό το σεληνόφως

άνθρωπος ωσεί χόρτος υπό το σεληνόφως.


* * *
Σχέδιο για το μέλλον του ουρανού


Ουρανέ ολόκληρε ανοίγει το άνθος

της φωνής μου ψηλά

έφυγαν όλα τα πουλιά, μου τον χειμώνα

δεν προσμένω σ’ αυτούς τους τόπους ελευθερώνω

αγγίζοντας έρημος το γερασμένο τοίχο της βροχής

κι όπως έρχεται απ’ την αύριο

με το φάσμα του τρόμου διασταυρώνομαι πάλι.


Λεν είναι, πια η Άνοιξη

δεν είναι καλοκαίρι μα εγώ

ας ανοίξω το βήμα κ’ εδώ λησμονημένος

να δείξω την αιωνιότητα.


Έχω άλλωστε τα φτερά ταξιδεύω

πάνω απ’ τα γλυκύτερα

βάσανα του καλοκαιριού την ομορφιά του έαρος.


Ακούω τους ήχους των τύμπανων σου Μελλοντικέ

όμως λυτρώσου από μας

πίσω δεν πάει ο καιρός μονάχα σέβεται

το κορμί με τ’ άνθη του

ιδού λοιπόν γιατί το συντρίβει.


Λησμόνησε μας.


Ακούω τη χαρά σου πολιτεία του θεού υπάρχεις

αλήθεια και δρόμος αργυρόχρωμα

κλαδιά κάτω απ’ τη σελήνη

η μυρωμένη η πορτοκαλιά το ρόδι

ευτυχισμένο λάλημα του πετεινού.


Όταν λαλεί ο πετεινός πώς σχίζει την καρδιά μου

τι ερημιά διαλαλεί στο σάπιο μεσημέρι.


Από χειμώνα σε αισθάνομαι πολιτεία του έρωτα

ο ήλιος ανατέλλει και τους πεθαμένους ίσκιους

ένα φως πανάρχαιο σάβανο τυλίγει δένοντας

σε λάμψεις τη μουσική μου.


Μεγάλη η νύχτα κ’ η ποίηση

τόσο χαμηλή για τους αναγκασμένους.


Χιλιάδες πόλεμοι συμβαίνουν στο κορμί μου.

Πού είναι τα χρόνια των υακίνθων…


Ο ήλιος σου μάτωνε τα γόνατα κ’ οι άνθρωποι

φαίνονταν ευεξήγητοι

σαν τα φυτά τη βροχή τον ουρανό!


Και τώρα να η μοίρα σου

στην πόλη μέσα τη φρικτή

μ’ ενάντιο σπίτι εναντίον άνεμο.


Έρημος τώρα ο βράχος της αγάπης —

μη με λησμονήσεις

πάνω του στα βραδινά πετρώματα

με το φεγγάρι καθαρό πουκάμισο.


Μη με λησμονήσεις βαθύτατε αέρα.

Τη νύχτ’ αναστενάζουμε.


Γλυκύτατη σελήνη φωτίζει τα πεύκα μου

έχει περάσει πια το μεσονύχτι

κ’ εγώ στρέφομαι στην πικρή κλίνη

είμ’ ένας έρημος με δάφνες ένας μοναχικός

που χάθηκε στους κρυστάλλινους μακρινούς ήχους.


Της καρδιάς μου τα πικρά και μαύρα φύλλα

πνοή που να ‘βγει απ’ τον ευλογημένο εντός μου

δεν τα κίνησε. Τώρα σε δίνες

έχω χαθεί κάποτε υπήρξα.

ο άγγελος των ορατών όπως αγάπησε βαθιά.


Σε ακούω Εκτυφλωτικέ —

πώς έρχεται η φωνή σου απ’ τον ύπαιθρο

ήχοι μου ταπεινοί πλαγιαύλων

υπάρχω κι ακούω το ελεγείο.


Εγώ τότε τραγουδούσα:

Έρωτα με κατοίκησες πολύ

φύγε απ αυτό το σπίτι.


Δεν έχει ούτ’ ένα παράθυρο να βγει.

στα δέντρα η ερημιά μου

σκόνες μονάχα και σύνεργα της ψυχής.


Οι άγιες εικόνες δεν υπάρχουν

έρωτα μη σημαίνεις-πια.


Πρέπει ν’ αρχίσω απ’ τη λησμονιά.


Μη δείχνεις — είμαι ο ανώφελος το ξέρω

σώμα για θάνατο και θάνατο

που ελπίζει σ’ ένα φύλλο δέντρου.


Η φωνή μου λυγίζει.


Αλλά δεν παραδίδομαι αντίκρυ

σ’ αυτή τη δύση τρομαγμένος

εγώ με όλο το αίμα μου

έτσι όπως πόνεσα στους δρόμους ατελείωτα

με τόσο σπαραγμό στα σύνορα μου.


Ο ουρανός είναι στον βαθυκύανο χειμώνα.


Το φως φωνάζει με τον κεραυνό.


Να με σώσουν τα όνειρα ή να με συντρίψουν

— ένα τ’ ονομάζω.


https://mikropragmata.lifo.gr/listes/sa-na-min-ypirksame-pote-ki-omos-ponesame-ap-ta-vathi-8-spoudaia-poiimata-tou-nikou-karouzou/


Αφιέρωμα στον Νίκο Καρούζο από την ΕΡΤ







https://youtu.be/DCO56P4koik



ΕΙΣ ΜΝΗΜΗΝ


Εις μνήμην
ενός λευκού κορυδαλλού
και του ουράνιου ίχνους του
στην καμπύλη του εαρινού τόξου 
σιωπή
όπου βυθίστηκε
χωρίς τη νύχτα
κόκκινο λάφυρο
Εις μνήμην
δυό αχνών χαδιών
με φόβο σάλεψαν
κάτω απ´ τα ρούχα
στα φανάρια της Ιπποκράτους με Σόλωνος
δυό διμοιρίες ακροβολίζονται με κρότο
οι μπότες
εκκωφαντικές στη μαύρη φλόγα
η πόλη που ονειρεύεσαι τις έναστρες βραδιές
εξωγήινο τοπίο
Εις μνήμην
του καϊκιού της μνήμης που αδράνησε
σε παγωμένο νερό να ξεδιψάσει
στα ίσαλα έφηβοι αυτοδύτες
μυρωδάτες μέδουσες λάμνουν στα αχαμνά τους
σάλια και σπέρμα αχόρταγα συλλέγοντας
στον αφρό
Εις μνήμην
ενός καλοκαιριού που δεν ολοκληρώθηκε
στα βότσαλα που καθώς
αναβαπτίζονταν
ξυπνήσαν
κροκάλες στεριανές
έτοιμες κιόλας
να αποδεχθούν
το πρώτο χιόνι._

ΚΛ - 26/10/2013

Κυριακή, 15 Ιουλίου 2018

Καληνύχτα…



Με κούρασε πολύ η Κυριακή.
Πολλή Κυριακή για έναν άνθρωπο.
Με κούρασε κι αυτός ο γάμος «στις οκτώ»,
ο λόγος ο αμετάφραστος έσονται εις σάρκα μίαν-
κορίτσι πάλι η σκέψη, και ταξίδευε
μ’ άσπρα ανοιχτά σεντόνια.
Κι ύστερα όλα αυτά τα Κολωνάκια που κατέληξα
μεγάλωσαν την κούραση.
Μπορεί να έφταιγε ο καιρός,
κάτι σαν φθινοπωρινός
και λίγο σαν χαμένος.
Μπορεί να φταίξανε
οι νέες και οι έφηβοι.
Ως σημαιούλες υπερχρόνου εορτάζοντος
περνούσαν, όπως περνούσα κάποτε,
και με κούρασαν.
Αλλά και αυτά των κυριών τ’ άρρωστα μάτια –
τα μάτια αρρωσταίνουνε βαριά
όταν θέλουν να δουν τι είναι πίσω από άλλα μάτια.
Είδα να ΄χουν πιαστεί σε κάποιο δίχτυ νοσταλγίας
που το τραβούσαν σκοτεινοί στην πρόθεση ψαράδες-
καιροί αλιείς.
Αδιέξοδες κυρίες…
Είδα, όπου πηγαίνει η ώρα τους, να βρέχει.
Εκείνο το εις σάρκαν μίαν
ακόμη δεν μου επέστρεψε τη σκέψη-
κορίτσι ακόμη η σκέψη, ταξιδεύει
μ΄ άσπρα ανοιχτά σεντόνια.
Αλλού εγώ και αλλού η σκέψη,
μεγάλη πάντα κούραση.
Με κούρασε πολύ αυτό το «πάντα».
Κάποιος μιλάει δίπλα μου για ασκήσεις , θαρρώ
«βαθεία αύλαξ» λέει.
Ναι. Βαθεία αύλαξ.
Καληνύχτα.
Πικρίζει ο Λυκαβηττός μέσα στο βλέμμα.
Με κούρασε πολύ αυτή η γεύση,
κι αυτά τα δέντρα που βαδίζουν μόνα τους
κάτω από φυλλορροημένες συναντήσεις.
Καληνύχτα.
Πολλή Κυριακή για έναν άνθρωπο.
Ένα σκληρό χαμόγελο στο πρόσωπο του κόσμου.
Με κούρασε πολύ το πρόσωπο του κόσμου.
Κι εσύ να είσαι ένα ποτήρι
στο πάνω πάνω ράφι
που δεν φτάνω.
Κική Δημουλά

Το Ένδοξο Πένθος


7.
Από παιδί στο ποίημα με τιμώρησαν
να φέρνω του πραγματικού φαρμάκι ως τη γλώσσα
με μια σκιά απ’ το λεξιλόγιο του κάτω κόσμου
Και τέντωνα του αγγέλου λαιμό τα μεσημέρια
ξιπόλητος μες στις αυλές
να προεκτείνω κάτι ελάχιστο του αίματος
μ’ ένα τετράδιο άγραφο στα γόνατα
και τις μακρινές γιορτές των παιδιών
Μαζί μου τ’ όμορφο κορίτσι από απέναντι
δυο καλοκαίρια κιόλας πεθαμένο.
13.
Θα κλάψεις πάλι όπως τότε• που κρεμασμένος στην τανάλια
της μαμμής από τα πόδια• και με το λίπος του παραδείσου
ακόμα στο δέρμα• Ο πρώτος ουρανός ένα καφέ μωσαϊκό•
κι ο αέρας ο πρώτος• ερεθισμένο κέντρο του μυαλού απ’ το
διοξείδιο• Κόσμε, κόσμε• μεσ’ απ’ την πρώτη ευκινησία της
κραυγής ο θάνατος.


ΓΙΑ ΤΗ ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΜΕΡΑ ΤΡΕΙΣ ΠΟΙΗΤΕΣ ΓΡΑΦΟΥΝ:


Λεύκιος Ζαφειρίου
15.7.1974
Οι νεκροί βρομούσαν από ‘να
μίλι μακριά, ήταν ανελέητο
το τελευταίο καλοκαίρι —
τρυπούσε τους ίσκιους των δέντρων
τις στέγες των σπιτιών.
Φριχτό καλοκαίρι για τους ανθρώπους
μπάσαν τους νεκρούς απ’ την πίσω
πόρτα στον Άη Γιάννη,
δεν τους χωρούσαν, λέει, τα φέρετρα.
Κι ο πιτσιρικάς —πήχτρα το αίμα
στα ρούχα του- άνοιγε λάκκους,
τον χτυπούσε ο ήλιος ανελέητα
στους κροτάφους στη μνήμη
βαθιά ως το μέλλον.
Τον ήξερες αλλιώτικα
τον κυπριώτικο ήλιο
θεία Μαρίνα την αυγή
με τα περιστέρια στους ώμους.
* * *
Άνθος Λυκαύγης
ΕΡΠΥΣΤΡΙΕΣ
Και ξαφνικά η καλημέρα κρεμάστηκε
στα χείλη μας σαν πέτρα.
Και ξαφνικά η καλημέρα σφηνώθηκε
στα δόντια του πρωινού.
Ένα αχ σα στεναγμός
ένα αχ οργή και σίδερο
στα φυλλοκάρδια του καλοκαιριού
Τι να σου πρωτοπώ καλή μου!
Με τόσες μνήμες άδικες
στα δάχτυλα μιας μέρας
που τη φοβόμασταν πριν έλθει
με τόσες μνήμες άδικες
που τις προσμέναμε να ’ρθουν.
Τι να σου πρωτογράψω!
Σήμερα 15 Ιουλίου 1974.
Καταγράφω απλώς τις στιγμές.
Αντιπαρατάσσομαι με τις στιγμές.
Οι στιγμές που δεν φεύγουν
που δεν λένε να φύγουν
που δεν θα φύγουν ποτέ.
Σήμερα 15 Ιουλίου 1974.
Βράδυ
και δεν καταμετρήθηκαν ακόμη οι νεκροί
και δεν καταμετρήθηκε ακόμη το μίσος
και δεν καταμετρήθηκε ακόμη ο παραλογισμός
Βράδυ
και βρέχει δάκρυα στις γειτονιές
της Λευκωσίας
και απλώνεται ένας εφιάλτης στο ξαγρυπνισμένο
πρόσωπο της Λευκωσίας.
Τι να σου πρωτοπώ καλή μου;
* * *
Μιχάλης Πασιαρδής
ΛΕΥΚΩΣΙΑ, ΒΡΑΔΥ 15.7.74
Δεν είναι η Λευκωσία απόψε
η πόλη του γλυκού καλοκαιριού,
του δειλινού π’ άναβε τ’ άστρα,
αυτή που ξέραμε ως εχτές
που πίναμε σ’ ένα ποτήρι τη δροσιά της.
Απόψε στα στενά παίζουν τον θάνατο
κάθε γωνιά φωτιά κι αγώνας.
Η Λευκωσία απόψε πολεμά
και πέφτει.

Τετάρτη, 11 Ιουλίου 2018

Στρατής Παρέλης, “Γονιδιακό ιδίωμα…”






Στρατής Παρέλης, “Γονιδιακό ιδίωμα…”

ΙΟΥΛ 11Κατηγορία: Ακαδημία Ποιείν, καταχώρηση από: Σωτήρης Παστάκας





***

Με πολλούς τρόπους συνεχίζει το αηδόνι να τραγουδά και το κάθε έγχορδο –
(κατασκευής του ανθρώπου)- να το ζηλεύει. Έτσι γίνεται:
το αυθεντικό παραμένει Ιερό κι Απλησίαστο,
όσο και αν το προσεγγίζουμε με δήθεν πλησιάσματα.

***

Πώς σε χορεύω μινώταυρος της ταραχής; Και τα φιλιά μου
Πώς σε αναστατώνουν και εξιτάρουν το απύθμενο βάθος σου; Κατά βάθος
Είμαι του πάθους σου ο καθοδηγητής- τίποτα
λιγότερο δεν θα μπορούσα να είμαι· εγχέω
Την καυτή ουσία μου στον καθαγιασμένο σου ύπερο
Κολασμένος βραχμάνος
Και αγαστός ερωτευμένος σου ακόλουθος…



***

Είναι το φως, απόλυτο μέσα στον θαμπωμένο ουρανό
Που ιερολογεί πίσω από τα δέντρα,
άοκνο και με δριμεία μπαρούτι στην κοψιά του·
Συναντά την συννεφιά οπότε μεγαλουργεί μες τον ορίζοντα
Και γαλουχεί τρανά και ένδοξα το τοπίο·
Μεταπλάθω την δύναμή του έως το ποίημα,
Αφήνω να μ’ αγκαλιάσει,
Κάθε λάμψη του ένα σκαλοπάτι προς την θέωση,
-όμως, γύρω, σιωπή- ολόλευκη σιωπή σαν να την πέμπει από μακράν ο θεός-
-και σ’ αγαπώ, εκεί που ο μύθος κι η ιστορία συναντήθηκαν μπαλώνοντας
τα κουρελιασμένα σκουτιά της αιωνιότητας..

Γονιδιακό ιδίωμα…

Να το πάμε ανάποδα
μέσα στους ουρανούς:
με ναυαγούν τα τεκμήρια αθωότητάς μου,
ποιό είναι το κομπορρήμον στίγμα μου;
Σκαρφαλώνω όρη θεοτικά και κλίμακες
Δύσκολες ανεβαίνω. Κανένας θάνατος δεν με πτοεί,
Μόνο στων αθώων το αίμα ορκίζομαι και πιστεύω.
Να γονιδιακό ιδίωμα πεισματάρικο! Αυτό είναι
Το μυστικό μου,
το φως
στηρίζει επάνω μου
τις θεμέλιες ρίζες του..



***

Όλη άνθισες-
σαν μια ντροπαλή Άνοιξη που επωμίστηκε μυστικά των ανθέων·
κι η φωτεινή κοιλιά σου
στεφανώθηκε του ρόδου το ανάγνωσμα, επικό σάλο
φορτώθηκε και μέσα της σκιρτά
η αιωνιότητα και η δική μου φαντασία..

***

Ανάμεσα στις μέρες σου και στις μέρες μου,
ένα λουλούδι στενάζει κουβαλώντας το βάρος της αγάπης μας·
σκιές αποταμιεύω και λόγια αποστεωμένα·
ένας ρυθμός από μουσική που δεν ξεθυμαίνει
αγγίζει τον ύπνο μου.
Δέχομαι να είμαι η μεσουράνηση που θέλεις.
Ζει η αγάπη όσο και να την αμελούμε..

Κυριακή, 8 Ιουλίου 2018

Επειδή σε αγαπώ


Επειδή σε αγαπώ
ξέρω πως ο κόσμος φτιάχτηκε
με ειρήνη και των ματιών σου την αφέλεια.
Δες τις σειρές των αμπελιών
παρθένα συνουσία με τον ήλιο,
κι οι στωικές ελιές, ύμνος μοναστικός
πριν τον καρπό του παραδείσου,
μια θάλασσα πονά και ξεκουράζει το ομοούσιο μας βλέμμα
και στης ψυχής μας τ' απλωμένο χέρι, δοξασμένο με όλα τα χρώματα το σούρουπο μοσχοβολά φιλί.
Επειδή σ' αγαπώ...
ο χρόνος γονιμοποιεί στη φύση μας
στιγμές αχώρητες στις λέξεις της καρδιάς.
Επειδή σ' αγαπώ..
9-7-2018 

Σάββατο, 7 Ιουλίου 2018

ΕΚΚΡΕΜΟΤΗΤΑ








Ποιος άφησε αυτή την ημιτελή παρτιτούρα
ανάμεσα στη νιότη και τη νύχτα
παγιδευμένη στα οδοφράγματα του νου
το έμβρυο της ύπαρξης ανθίζει απερίσκεπτα
στην εκκρεμότητα που ανυπομονεί
φυσιογνωμίες αναδύονται
φωνές τού άλλοτε φωνές της σκόνης επιμένουν
πρόσωπα υπαρκτά ή
πρόσωπα που τα πρόλαβε ο χρόνος στο μεταίχμιο
όποιος έρχεται επιστρέφει ηχώ
περνά ο καιρός
περιμέναμε πολύ να ξεκινήσουμε
σ’ ένα σπίτι ψηλά στο αθέατο
φευγαλέες αισθήσεις και λέξεις
καράβια
σαλπάρουν στο νόημα του λίκνου
γνωρίζουν τίποτα δεν είναι έξω απ’ το φως
κι αίφνης το ποτάμι που κυλά
και το δάκρυ του Ηράκλειτου.




http://alonakitispoiisis.blogspot.com

Από το βιβλίο: Βασίλης Φαϊτάς, «Το δάκρυ του Ηράκλειτου», Μανδραγόρας, Αθήνα 2018, σ. 13.

Ο ΣΟΛΩΜΟΣ ΣΤ’ ΟΝΕΙΡΟ ΜΟΥ


Πώς πέφτουμε στη νύχτα κι από τί πόθους...
Με κοφτερή μοναξιά στολισμένος άρχισα να κοιμάμαι
λευκός ιδρωμένος μέσα στην αγελάδα του ύπνου
κλεισμένος ολούθε απ’ τον όνειρο που κυματίζει στα βάθη
κι ολοένα κερδίζει την ύλη πέρα της.
Ένα ξημέρωμα καθάριζε τα μάτια μου
στους ουρανούς ανοίγαν όλα τα παράθυρα κι ο Διονύσιος
μαυροντυμένος μ’ άσπρα χειρόκτια κρατούσε το σκουληκάκι
στην παλάμη που έμοιαζε με στουπέτσι βαμμένη
πλάι του σ’ ωραία παραλία
έπεφταν οι κολυμβητές να πιάσουν το σταυρό τα Θεοφάνια
και μακριά πως ακούγονταν αθώα τουφέκια
ο βρόντος της αγάπης η χαρά της συμφοράς
μ’ όλα τα άνθη σε γαλάζια δευτερόλεπτα μ’ όλες τις αχτίδες
την αγαπημένη του πεταλούδα στον ιερό γλιτωμό της
και δράκοντες ευωδιάς ανέβαιναν από κίτρινες σκάλες
ώς τα κοράσια που δε χάρηκαν τον έρωτα.
Γύρω ήτανε δάσος χιλιοπράσινο
με τα πουλιά σαν αναρίθμητους καρπούς απάνω στα δέντρα
με τα πουλιά σε μεθυσμένη σύναξη για πάντα κ’ ένας σκύλος
αργά πηγαίνοντας ούρησε στο κορμί της κοντινής αμυγδαλιάς
με σηκωμένο πόδι κι ανάμεσα
ο γόος έσφαζε τη φωνή που τινάχτηκε από τρεις λέξεις
οι απαίσιες χιλιετηρίδες.



Από την ποιητική συλλογή «Ο υπνόσακος» (1964).

Παρασκευή, 6 Ιουλίου 2018

ΕΝΔΥΜΑΤΟΛΟΓΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ


Χθες βράδυ, ήρθε και με βρήκε
ο πατέρας μου, κι ήταν είκοσι χρονών
με τα μαλλιά χτενισμένα προς τα πίσω,
με το κουστούμι του φοιτητή
και με το βλέμμα, εκείνο το αισιόδοξο
βλέμμα για τη ζωή και τον κόσμο.
Όχι, το σταυρωτό σακάκι και την γραβάτα
δεν τα παράτησε, μέσα στον ίδιο χρόνο,
από πρωτοετής της Νομικής ζωέμπορος
με πλαστή ταυτότητα, το ρεβόλβερ
στον κόρφο του και το ΕΑΜ στους λόγους του,
σε βουνά και πλατείες της Θεσσαλίας.
Μες στο δικό μου κουστούμι τριακοντούτης,
σκέφτομαι πόσο πάλεψα να το αποδεχτώ
και τη γραβάτα μου κι αυτόν.
Τώρα, που όλοι γίναμε ο εαυτός μας,
πού 'ναι η επανάσταση να μας χαρίσει
μια πλαστή ταυτότητα, πατέρα;
-0:33
59 προβολές

Σάββατο, 30 Ιουνίου 2018

Octavio Paz, τρία ποιήματα



ΜΑΡ 05
ΥΜΝΟΣ ΕΝ ΜΕΣΩ ΕΡΕΙΠΙΩΝ




όπου αφρισμένη η θάλασσα η σικελική…    
Γόνγορα               
Αυτοστεφανωμένη η μέρα απλώνει τα φτερά της.
Κραυγή κίτρινη μεγάλη βγαίνει,
πίδακας θερμός
στο κέντρο κάποιου
αμερόληπτου και τα μάλα ευεργετικού ουρανού!
Τα φαινόμενα είναι όλα τους ωραία σε τούτηνε
τη στιγμιαία αλήθεια.      
Η θάλασσα καβαλάει την ακτή,
γαντζώνεται στα βράχια, αράχνη απαστράπτουσα:
η πελιδνή του βουνού πληγή φεγγοβολάει·
μια χούφτα γίδια είν’ ένα κοπάδι πέτρες·
ο ήλιος κάνει το χρυσό του αβγό και χύνεται
καταπάνω στη θάλασσα.      
Θεός το παν!
Άγαλμα σπασμένο,
κίονες φαγωμένοι από το φως
ερείπια ζώντα σ’ έναν κόσμο μέσα με ζωντανούς νεκρούς!
Πέφτει η νύχτα στο Τετιουακάν.
ψηλά στην πυραμίδα φουμάρουν τα παιδιά μαριχουάνα,
κιθάρες παίζουνε βραχνές.
Ποιό χόρτο και ποιο αθάνατο νερό θα μας χαρίσει τη ζωή,
απ’ όπου θε να ξεθάψουμε τη λέξη,
την αναλογία που κυβερνάει τον ύμνο και τον λόγο,
τον χορό, στην πόλη, αλλά και στης ζυγαριάς τους δίσκους;
Ίδια βρισιά το μεξικάνικο ξεσπάει τραγούδι,
αστέρι πάγχρωμο που αχνοσβήνει,
πέτρα που μας σφαλίζει της επαφής τις θύρες.
Γνωρίζει η γη τη γη τη γηρασμένη.
Τα μάτια βλέπουνε, τα χέρια αγγίζουν.
Εδώ σου φτάνουν λίγα μόνο πράγματα – δεν θες πολλά:
φραγκοσυκιά, πλανήτης κοραλλιογενής ακάνθινος,
σύκα καλυπτοφόρα,
σταφύλια έχοντα γεύσιν αναστάσεως,
αχιβάδες, παρθενίες απροσπέλαστες,
αλάτι και τυρί, και κρασί και ηλιόψωμο.
Από τα ύψη της μαυρίλας της με θωρεί μια νησιώτισσα,
μητρόπολη κομψή και λυγερή και σβέλτη
με το φως ντυμένη.      
Πύργοι αλάτινοι κι αγνάντι τους πεύκα στην όχθη πράσινα
αναδύονται τ’ άσπρα πανιά απ’ όλες τις βαρκούλες.
Ναούς στη θάλασσα χτίζει το φως.
Νέα Υόρκη, Μόσχα, Λονδίνο.
Ο ίσκιος σκεπάζει τον κάμπο – κισσός το φάντασμά του,
πανίδα ριγηλή η ανατριχίλα του,
χνούδι πυκνό και μιά ασπαλάκων συμμορία.
Και κάθε τόσο τα δόντια κάποιου κροταλίζουνε ήλιου αναιμικού.
Γερμένος σε βουνά που χτες ακόμα είσαν πόλεις
χασμουριέται τώρα ο Πολύφημος.      
Κάτω, ανάμεσα στους λάκκους, σέρνεται το ανθρωπολόι.
(Δίποδα ζώα οικόσιτα: το κρέας τους, που
το βαραίνουν οι πρόσφατες θρησκευτικές απαγορεύσεις,
το προτιμούν έναντι παντός οι πλούσιες τάξεις.
Μέχρι και πριν λίγο τα θεωρούσε ο όχλος ζώα βδελυρά.)
Να βλέπεις, ν’ αγγίζεις σχήματα όμορφα του καθ’ ημέραν βίου.
Το φως βομβίζει, βέλη και φτερά.
Απάνω στο τραπεζομάντηλο ο κρασολεκές μυρίζει αίμα.
Όπως το κοράλλι τα κλαδιά του στο νερό,
απαράλλαχτα κι εγώ στη σφύζουσα από ζωντάνια ώρα
απλώνω τις αισθήσεις μου,      
και κίτρινη εναρμόνιση γεμίζει ώς επάνω η στιγμή,
ω μεσημβρία, ω άγανο γεμάτο με λεπτά,
ω της αιωνιότητας ποτήρι!
Οι σκέψεις μου διχάζονται, έρπουν, και συγχέονται, και
ξαναρχίζουν,      
μέχρι που ακινητούν στο τέλος, ποτάμια πια που δεν
εκβάλλουνε ποτέ και πουθενά,      
ίδιες δέλτα του αίματος, κάτω από έναν ήλιο δίχως βασίλεμα.
Να σταματήσουν άραγε όλ’ αυτά σε τούτο ’δώ το τσαλαβούτημα
σε στάσιμα νερά;      
Μέρα, μέρα στρογγυλή, γλαφυρό
πορτοκάλι πάμφωτο με τις εικοσιτέσσερείς του φέτες,
από την ίδια υποτεινόμενες όλες τους κίτρινη γλύκα!
Η ευφυΐα παίρνει επί τέλους σάρκα και οστά,
τα δύο εχθρικά συμφιλιώνονται ημίση,
και η συνείδηση-καθρέφτης τρέπεται πλέον σε υγρό
και γίνεται ξανά πηγή, σιντριβανίζει μύθους:
Άνθρωπος, δέντρο μεστό εικόνων, μες στις
λέξεις που είναι άνθη που είναι καρποί που είναι πράξεις.

Νάπολη, 1948


Κατηγορία: Μεταφραστικό Εργαστήρι, καταχώρηση από: Σωτήρης Παστάκας

Octavio Paz, τρία ποιήματα (Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής)

Παρασκευή, 29 Ιουνίου 2018

Στοιχειωμένο σπίτι




Μια τελευταία ματια στις γωνιές του σπιτιού
Ανοιξα το σεντούκι να δω τα λάθη
κανένα δεν ελειπε αλλα μαραμένα , νεκρά
απ την πληρωμή του χρόνου
κι αλλα νωπά να ζητούν το μερτικό τους
Κουδούνιζαν στις τσέπες βαλάντια καρδιάς
εξωφληση ζητούσαν .
Αφησα στα χέρια και τις τελευταίες δεκάρες
ετσι κι αλλιως γυμνά πια θα βαδιζα .
Πόση καταχνιά πως μου λειψε το φως
Περπατώντας τόσο στις καταιγίδες
πως ξέχασα το δροσερό φιλί της θαλασσας
Σκέπασα τα λάθη μου θα σας θυμάμαι ειπα
ευχαριστώ γιατι με μάθατε να ψάχνω αλλο δρόμο.
Μάζεψα τους φόβους μου απ το πάτωμα
αρκετα τους μήνυσα και με ενα μπορω
στο χρονοντούλαπο τους κλειδωσα
πετώντας το κλειδί στον άνεμο
Ειδα τη δρασκελιά μου πόσο ειχε μεγαλώσει
κι ας πέρασαν μονάχα λιγα χρόνια
Επιτέλους μου φώναξε μετέωρη ξεφλούδιζα τις μέρες
Γέλασα με τα λόγια της πόσο δίκιο ειχε
Το πιο μεγαλο βήμα πόσο μικρά το μέτρησα
Οτι κρατούσα στα χερια του χρόνου μια καρδιά
και μια φέτα ήλιου μη και πνιγώ στο σκοτάδι
Τελικά πόση δύναμη εχει μια φέτα
καρπούζι που ατελειωτα αιματωνει την αορτή
μη και σωπάσει σε μια ακίνητη στιγμή
Τα ρούχα μου κρεμασμένα στο πόμολο
μιας ντουλάπας με αναμνήσεις
Ανοιξα για λιγο να δω .. πως τρόμαξα
αραχνιασμένα τα χρώματα μου σκουντουσαν ιστούς
απλώνοντας μου το χέρι να τα τραβήξω απ το βυθό
Δυο δάχτυλα και στήριξαν το δοκάρι της γέφυρας
Ξέφυγαν .. ξεφυγαν χοροπηδωντας πανω μου
σαν μικρές πιρουέτες που χαίρονταν το φουρό του χορού
Ξύπνησα τα όνειρα σηκωθήτε ειπα καιρός να αγκαλιαστούμε
Μια βαλίτσα μου ζέσταινε την παλάμη , διάλεξε εγραφε
Οτι μου χρειαζόταν πια ηταν εκεινη η δρασκελιά
να μου θυμίζει να μην ξεχνώ το βάδισμα
και τα μικρά μου χρώματα να παιξουν στην παλέτα
του γυρισμού μου στον πίνακα της ζωής
Ετουτες οι αποσκευες μου για το ταξιδι στο άγνωστο
Τωρα πια ήξερα πως ειναι να φτιάχνεις το φως
Εκλεισα την πόρτα πίσω μου και βγήκα
απ το στοιχειωμένο..εντός μου σπίτι
Κι εχει τόσες ηλιόπετρες ο δρόμος !

Τετάρτη, 27 Ιουνίου 2018

Η Έρημη Χώρα


Η Έρημη Χώρα

     
      Nam Sibyllam quidem Cumis ego ipse oculis meis
      vidi in ampulla pendere, et cum illi pueri dicerent:
      Σίβυλλα, τι θέλεις; Respondebat illa: αποθανείν θέλω. 
                          Στον Ezra Pound
                          Il miglior fabbro 
             
                    Α΄  Η ΤΑΦΗ ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΥ
Ο Απρίλης είναι ο μήνας ο σκληρός, γεννώντας
Μες απ’ την πεθαμένη γη τις πασχαλιές, σμίγοντας
Θύμηση κι επιθυμία, ταράζοντας
Με τη βροχή της άνοιξης ρίζες οκνές.
Ο χειμώνας μας ζέσταινε, σκεπάζοντας
Τη γη με το χιόνι της λησμονιάς, θρέφοντας
Λίγη ζωή μ’ απόξερους βολβούς.
Το καλοκαίρι μας ξάφνισε καθώς ήρθε πάνω απ’
           το Σταρνμπέργκερζε
Με μια μπόρα• σταματήσαμε στις κολόνες,
Και προχωρήσαμε στη λιακάδα, ως το Χόφγκαρτεν,
Κι ήπιαμε καφέ, και κουβεντιάσαμε καμιάν ώρα.
Bin gar keine Russin, stamm’ aus Litauen,
         echt deutsch.
Και σαν ήμασταν παιδιά, μέναμε στου αρχιδούκα,
Του ξαδέρφου μου, με πήρε με το έλκηθρο,
Και τρόμαξα. Κι έλεγε, Μαρία,
Μαρία, κρατήσου δυνατά. Και πήραμε τhν κατηφόρα.
Εκεί νιώθεις ελευθερία, στa βουνά.
Διαβάζω, σχεδόν όλη νύχτα, και πηγαίνω το
        χειμώνα στο νότο. 
     Ποιές ρίζες απλώνονται γρυπές, ποιοι κλώνοι
          δυναμώνουν
Μέσα στα πέτρινα τούτα σαρίδια; Γιε του ανθρώπου,
Να πεις ή να μαντέψεις, δεν μπορείς, γιατί γνωρίζεις μόνο
Μια στοίβα σπασμένες εικόνες, όπου χτυπάει ο
         ήλιος,
Και δε σου δίνει σκέπη το πεθαμένο δέντρο, κι ο
        γρύλος ανακούφιση,
Κι η στεγνή πέτρα ήχο νερού. Μόνο
Έχει σκιά στον κόκκινο τούτο βράχο,
(Έλα κάτω απ’ τον ίσκιο του κόκκινου βράχου),
Και θα σου δείξω κάτι διαφορετικό
Κι από τον ίσκιο σου το πρωί που δρασκελάει
        ξοπίσω σου
Κι από τον ίσκιο σου το βράδυ που ορθώνεται
         να σ’ ανταμώσει
Μέσα σε μια φούχτα σκόνη θα σου δείξω το φόβο. 
             Frisch weht der Wind
             Der Heimat zu,
             Mein Irisch Kind,
             Wo weilest du? 
«Μου χάρισες γυάκινθους πρώτη φορά πριν ένα
        χρόνο•
Μ’ έλεγαν η γυακίνθινη κοπέλα».
—Όμως όταν γυρίσαμε απ’ τον κήπο των Γυακίνθων,
Ήταν αργά, γεμάτη η αγκάλη σου, και τα μαλλιά
          σου υγρά, δεν μπορούσα
Να μιλήσω, θολώσανε τα μάτια μου, δεν ήμουν
Ζωντανός μήτε πεθαμένος, και δεν ήξερα τίποτε,
Κοιτάζοντας στην καρδιά του φωτός, τη σιωπή.
Oed’und leer das Meer. 
   Η κυρία Σόζοστρις, διάσημη χαρτομάντισσα,
Ήταν πολύ κρυολογημένη, μολαταύτα
Λένε πως είναι η πιο σοφή γυναίκα της Ευρώπης,
Με μια διαβολεμένη τράπουλα. Εδώ, είπε,
Είν’ το χαρτί σας, ο πνιγμένος Φοίνικας
        Θαλασσινός,
(Να, τα μαργαριτάρια, τα μάτια του. Κοιτάχτε!)
Εδώ ’ναι η Μπελλαντόνα, η Δέσποινα των Βράχων,
Η δέσποινα των καταστάσεων.
Εδώ ’ναι ο άνθρωπος με τα τρία μπαστούνια, κι
      εδώ ο Τροχός,
Κι εδώ ο μονόφταλμος έμπορας, και τούτο το
       χαρτί,
Τ’ αδειανό, κάτι που σηκώνει στον ώμο,
Που ’ναι απαγορεμένο να το δω. Δε βρίσκω
Τον Κρεμασμένο. Να φοβάστε τον πνιγμό.
Βλέπω πλήθος λαό, να περπατά ένα γύρο.
Ευκαριστώ. Α δείτε την αγαπητή μου Κυρίαν
       Ισοψάλτου,
Πείτε της πως θα φέρνω τ’ ωροσκόπιο μοναχή
       μου:
Πρέπει να φυλαγόμαστε πολύ στον καιρό μας. 
   Ανύπαρχτη Πολιτεία,
Μέσα στην καστανή καταχνιά μιας χειμωνιάτικης
      αυγής,
Χύνουνταν στο Γιοφύρι της Λόντρας ένα πλήθος,
       τόσοι πολλοί,
Δεν το ’χα σκεφτεί πως ο θάνατος είχε ξεκάνει
       τόσους πολλούς.
Μικροί και σπάνιοι στεναγμοί αναδινόντουσαν,
Και κάρφωνε ο καθένας μπρος στα πόδια του τα
       μάτια.
Χύνουνταν πέρα στο ύψωμα και κάτω στο Κίνγκ
       Ουίλλιαμ Στρήτ,
Εκεί που η Παναγία Γούλνοθ μέτραε τις ώρες
Με ήχο νεκρό στο στερνό χτύπημα των εννιά.
Εκεί είδα έναν που γνώριζα, και τον σταμάτησα,
       φωνάζοντας: «Στέτσον!
Συ που ήσουνα μαζί μου στις Μύλες με τα καράβια !
Κείνο το λείψανο που φύτεψες στον κήπο σου τον
      άλλο χρόνο,
Άρχισε να βλασταίνει; Πες μου, θ’ ανθίσει εφέτο;
Ή μήπως η ξαφνική παγωνιά πείραξε τη βραγιά
      του;
Ω κράτα μακριά το Σκυλί τον αγαπάει. τον
      άνθρωπο,
Τι με τα νύχια του θα το ξεχώσει πάλι !
Συ! hypocrite lecteur ! – mon semblable,
      - mon frère!» 

Σάββατο, 23 Ιουνίου 2018

Εισαγωγικό μάθημα yoga



Ευτυχώς
έχει δροσιά σήμερα
μπορώ να κλείσω τα παράθυρα
ν' αγκαλιαστώ με την ηχομόνωση
και να με μελετήσω,
μην αμελέτητη παρακμάσω
στα χέρια ενός χορτάτου
(ή ακόμη χειρότερα νηστικού) μικροαστού συζύγου.

Τα παιδιά λείπουν.
Μάλλον κάπου θα σπουδάζουν.
Τα καλά μου.. από μένα θα πήραν.
Κάποτε διάβαζα κι εγώ πολύ.
Τώρα προσποιούμαι.
Έχω παλιές μνήμες όμως
και είμαι καλή στο να τις ξεθάβω
για να προκαλέσω εντυπώσεις.
Είμαι καλή και στην αντιπαράθεση.
Πριν καταργηθούν οι ολοκληρωμένες αναγνώσεις
είχα προλάβει να μελετήσω
την "Τέχνη να έχεις πάντα δίκιο".
Έτσι, ξέρω πώς να διατηρώ το πάνω χέρι.

Όλα έχουν τουλάχιστον έναν σωστό τρόπο χρήσης.
Βιβλίο, μαχαίρι, ένστικτο, κορμί, μυαλό.

Τώρα μελετώ το κορμί.
Είναι στη μόδα η ευεξία
και η vegan αισθητική μου
δεν μου επιτρέπει να κανιβαλίζω.
Έκοψα το τσιγάρο
και το στόμα μου πλέον μυρίζει ατμό βανίλιας
όπως και οι λέξεις μου.
Αυτό είναι το εισαγωγικό μου μάθημα yoga.
Ήρεμα αναπνέω από την κοιλιά
στέκομαι ευθυτενής
και στοχάζομαι πάνω σε φλέγοντα ζητήματα
μνημόνια, μακεδονικό, μεταναστευτικό, ανεργία
σύγχρονη δουλεμπορία, νομιμοποίηση κάνναβης
και μετά την πρώτη ώρα
στρέφομαι πιο εσωτερικά, στον εαυτό μου,
στοχάζομαι υπαρξιακά,
με ψάχνω στο κενό του δωματίου,
μέσα στο όνομα που μου έδωσαν,
κάτω από τα ρούχα που φοράω,
έξω από τους ρόλους που κατέχω στη ζωή μου,
εξαγνίζω την ύλη μου
την ώρα που ο πόνος στον κόσμο έχει περισσέψει.

Μόλις ολοκληρωθεί ο διαλογισμός
ψιθυρίζω λέξεις που ξεκλειδώνουν τις κλειδώσεις του μυαλού μου.
Είμαι εγκεφαλικός τύπος.
Παλαιότερα μιλούσα γρήγορα.
Τώρα αργά, με εμβάθυνση.
Εθίζεσαι να μ' ακούς.
Ευτυχώς δε μιλώ πολύ για γυναίκα.
Δεν είναι της μόδας.
Οι αριστερές που φωνάζουν έχουν παρακμάσει.
Η κοινωνία έτσι κι αλλιώς δεν αλλάζει.
Έξω από το παράθυρο
(ή/και μέσα... στο ψηφιακό του πλαίσιο)
κάτι συμβαίνει
δεν προλαβαίνω να εστιάσω.
Τρέχουν τόσο γρήγορα όλα
κι εγώ από τακτ κινούμαι αργά.
Είναι προσόν να δίνεις την αίσθηση πως
δε βιάζεσαι
σε έναν κόσμο που λαχανιαζει να δει
και να τον δουν.
Δε βιάζομαι χρονικά
και δε βιάζομαι σεξουαλικά πια.
Φτάνουν τα όχι που είπα κι έγιναν ναι.
Τώρα δεν παίρνω θέση.
Δε μιλώ.
Όλα γίνονται με φυσιολογική ροή,
όπως πρέπει να γίνουν,
όπως προτείνουν οι ενημερωμένοι οδηγοί
σεξουαλικού προσανατολισμού.
Είμαι εκπαιδευμένη και μορφωμένη
ουδόλως επικίνδυνη
μιας και πλέον μαγειρεύει μόνο η μαμά.

Τα αποφάγια δεν πετιούνται ποτέ.
Του μυαλού μου αναρτώνται στα social media
και του μεσημεριανού τα τρώνε τ' αδέσποτα.
Είμαι φιλόζωη.
Νοιάζομαι.
Νοιάζομαι και για σας.
Σας προτείνω αύριο κιόλας να ξεκινήσετε yoga.
Εγώ νιώθω ήδη μία ανομολόγητη γαλήνη
σαν να λύθηκαν όλα τα παγκόσμια προβλήματα.
Όχι, δε λύθηκαν,
μα άλλαξε ο τρόπος που στέκομαι απέναντί τους.

Στέκομαι λυμένη
καθόλου σφιγμένη
και ήρεμα αποδέχομαι όλα όσα πρόκειται να συμβούν.

Σαν να λέμε: Ευτυχία.

Πέμπτη, 21 Ιουνίου 2018

Εγώ δεν ήρθα εδώ για να κοιτάζω τα αγάλματα,


Εγώ δεν ήρθα εδώ για να κοιτάζω τα αγάλματα,
ούτε τον θρυμματισμένο αττικό ουρανό.
Ήρθα να μεταφέρω τους καταρράκτες της τοπικής μου
διαλέκτου,
το πνεύμα και την μη μαντρωμένη γλώσσα των αγέλα-
στων,
τους θρύλους, τις διαιρέσεις και τους πολλαπλασια-
σμούς.
Πήρα τα τραγούδια από τις κρεβατοκάμαρες των χωρα-
φιών
και τα έφερα στο ψεύτικο χάραμα των τσιμεντένιων
προαστίων.
Σέρνω πίσω μου την αύρα των περιστεριών,
τα μη σφαγιασμένα κοκόρια, τα αρνιά και αγελάδες
και διεγείρω κάθε μανάβη.
Το σπόρο του φεγγαριού έφερα,
να αλλάξω το γκρι
και να γυρίζω προς εσένα το πορτοκαλί της γης.
Β.Κ.Π.

Τετάρτη, 20 Ιουνίου 2018

Φωνή ασπαίρουσα



Φωνή έχω ασπαίρουσα
τούτες τις ώρες που η Σελήνη
λαμποκοπούσα στους δρόμους σέρνει 
τ’ ασημένια της φορέματα
απουσίες μόνο και σιωπές χάρτινες
σε πέτρες εφτασκάλιστες
μ’ αυλακιές βαθιές
να εκλιπαρούν το βλέμμα
που θρέφεται απ’ την αιώνια
την άκρατη των λύκων πείνα
την τεμαχισμένη κι αιμορραγούσα
απ’ της μνήμης τη λάμα
την που χαράζει σάρκα και ψυχή
την από αιώνες γερασμένη
χώμα ή τέφρα ανυπεράσπιστη
στων τυμβωρύχων τη βεβηλότητα
ολομόναχη κι’ αστέγαστη
εσαεί βορά καθίσταμαι
ως η της ζωής ανεχόρταγη
τα ριζωμένα χρωματίζοντας
στης ομίχλης το λευκό
ματαίως επικαλούμενη της όρασης
την ιερότητα την μ’ ευωδία ραντισμένη
λεμονιάς και γιασεμιού
την που χιμάει στο προσφερόμενο
το φως τ’ αυγερινό
στις πληγές έμφοβο σφαδάζει το κόκκινο
μακριά από μένα
μακριά από μένα
επέρασε ο χρόνος και βραδιάζω
Βίκυ Δερμάνη

Τρίτη, 19 Ιουνίου 2018

ΣΕΛΗΝΙΑΣΜΕΝΟΣ

Ειχαμε εναν φεγγαροπαρμενο εναν οκνο της μερας αποκυρηγμενο οχι επικυρηγμενο, δεν ειχε νομος τετοιος γραφει ακομη γι αυτους τους ακληρους. Οταν η γεμιση τον αφιονιζε γινονταν δρακος τρομερος και στων αρχοντων τις καρδιες αυπνες αφηνε τις συνειδησεις. Ολες τις αλλες μερες ακουγε ειδησεις και συζητησεις και φωνες και λογια αλλα γι αυτον τον λιγο αλλα για κεινους που τον κοσμο κυβερνουν. Μα λιγο λιγο ξαναγεμιζε ο δισκος με κεινο το αργυρο το χρωμα το απαλο οπου σε προκαλει ν απλωσεις να τ αγγιξεις σαν κατι που χασες πολυτιμο ακριβο. Μια τετοια μερα λιγο πριν γεμισει στην ερημια μεσα απ τα δεντρα ο φτωχος γονατιστος παρακαλουσε να τον παρει γιατι δεν ενοιωθε τι σχεση εχει αυτος. Πως γινεται λοιπον ν απολογιεται να συνταραζεται αυτος να λιωνει να μην αλλαζει τιποτα να μην τελειωνει.

Τετάρτη, 13 Ιουνίου 2018

Ότι κράτησα





Ότι κράτησα 

ενα τσαμπί σταφύλι
στις ρόγες του καιρού
να βυζαίνω τον ήλιο


μια φωτιά καλοκαιριού
στ αγρυπνα να γελά
ντύνοντας τη γύμνια μου


κι εκείνα τα χέρια σου
πλεγμένα στα δάχτυλα μου
να ενώνουν τον κόσμο!

http://lenagalaxias.blogspot.com/

Δευτέρα, 11 Ιουνίου 2018

"Ενός λεπτού σιγή"





Κρυμμένο το λεπτό
Της σιγής
Γυρίζει νυχτωμένο
Κι οι λέξεις του
Σαλπάρουν
Σε αμύθητες ωδές


Στρώσε φύλλα
Χωρίς θυμό
Φύτεψε άνθη
Με θυσία


Κι αν το νερό
Ποτίσει ζωές
Το χώμα
Αν θάψει αιώνες


Σβήσε το λάθος
Μα μην κοιμηθείς
Γράψε τη μοίρα
Μα μην ξυπνήσεις

http://greekpoetics.blogspot.com/2018/06/k-ev.html

Σάββατο, 9 Ιουνίου 2018

σαν βγαίνουμε έξω μας σκοτώνουν



σαν βγαίνουμε έξω μας σκοτώνουν.
δεν το βλέπεις;
εχθές προχθές με πήρανε τα σκάγια
του αγανακτισμένου ημεδαπού
κι ήμουν μόνο δεκατριών ετών
και με έλεγαν γιαννούλα
καταλαβαίνεις;
πέθανα έτσι
χωρίς κανένα λόγο
δεκατριών χρονών κορίτσι
από αδέσποτη
καταλαβαίνεις μικρή μου
είμαι τσιγγάνα και
δεν έχω έλεος για την πραγματικότητα, σου λέω.
μη μυρικάζεις τον θυμό σου.
ψάξε καλά, βρές τους στόχους
και χτύπα χτύπα δυνατά
πριν μας σκοτώσουν
δίχως να προλάβουμε να μεγαλώσουμε, μικρή μου
χτύπα με ό,τι μπορείς
με σφεντόνες με λέξεις με βέλη με πέτρες
σπάσε τους το κεφάλι
χτύπα τον φασισμό όπου τον βρίσκεις
είτε να φωλιάζει ύπουλα και πονηρά
κάτω απο λευκά σεντόνια
ή να επιτίθεται θρασύδειλα σε ποδηλάτες την αυγή
που πάνε στη δουλειά τους.
όχι! μη μυρικάζεις το θυμό σου

https://tokoskino.me/

ΔΙΚΟΣ ΜΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ





Απ’ έξω τίποτα το ιδιαίτερο,
όπως όλοι μας.
Δυό κάτω άκρα δυό άνω.
Είκοσι δάχτυλα που εξημέρωναν τον ύπνο.
Ο δείχτης ο μέσος ο αντίχειρας
στερεά γωνία
σαν έσμιγε η ψυχή με ίσκιους.
Κρανίο έγχορδο όπως όλοι μας.
Τα ζυγωματικά σε ασταθή ισορροπία
δείγμα ευαίσθητου μουσικολόγου.
Βάδιση κανονική.
Επάγγελμα δικτυωμένος μεταρσιωτής
νομικών προσώπων.
Φρονήματα ελαφρώς σπογγώδη ποδοσφαιρικά
σου λέω τέλειος·
καθόλα σύμφωνος με τις προδιαγραφές
του τεταρτογενούς, της αποστολικής μας
διακονίας, δικός μας άνθρωπος...

Μόνο που – ώρα φεγγαράδας – βρε παιδί μου
εκείνη η διαφάνεια στο δέρμα του
φέγγιζε όλος από μέσα του αλλιώτικος
με τη χοάνη προς τα πάνω παραβολικός
το κεφάλι κάτω
στον
δ ι ε σ τ ώ τ ατα πόδια ανήφορο
κέντρο συμμετρίας το δωδεκαδάχτυλο
σημείο πως κάποτε ήτανε πηγάδι
το χέρι του χωμένο ως τον ώμο
στο λάρυγγα του φεγγαριού
έπαιρνε μηνύματα.


Ύστερα πόρτα πόρτα
πουλούσε σπέρμα πρωινό
και προσωπεία.




Από την ποιητική συλλογή «Διήγηση» (1974 / 1981).
Από το βιβλίο: Έκτωρ Κακναβάτος, «Ποιήματα 1943-1987», Άγρα, Αθήνα 2010, σελ. 206-7.