Αναγνώστες

Κυριακή, 27 Μαΐου 2012

ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ του Henry Charles Bukowski


"Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΘΑ ΠΛΗΣΙΑΣΕΙ ΑΘΟΡΥΒΑ ΚΑΙ ΘΑ 'ΧΕΙ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΣΤΟΜΑ ΤΟΥ"

ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ του Henry Charles Bukowski





Για τον Μπουκόφσκι η ποίηση, μαζί με το ποτό και τον ιππόδρομο, ήταν ο δικός του ιδιότυπος τρόπος να τα βγάζει πέρα με την τρέλα και τον εφιάλτη, με τις παλαβές φιλενάδες και τις απελπισμένες σπιτονοικοκυρές, με τους ρημαγμένους κολλητούς και με την ενοχλητική αστυνομία, με την ασχήμια της Αμερικής και την οδύνη του ανθρώπου. Ήταν ο τρόπος του να συνεχίζει να ζει: ύστερα από μια μέρα εξαντλητικής εργασίας (για όσο καιρό αυτό συνέβαινε), ύστερα από μια μέρα (ή μια εβδομάδα) εξαντλητικής μέθης, ύστερα από έναν άγριο καβγά στον δρόμο ή στο διπλανό μπαρ γύριζε στο σπίτι, καθόταν στο τραπέζι του μ' ένα τσιγάρο ή ένα φτηνό πούρο να καίγεται στο τασάκι, έβρισκε στο ραδιόφωνο έναν σταθμό με κλασική μουσική, άνοιγε ένα κουτάκι μπύρα κι άρχιζε, για δυο τρεις τέσσερις ώρες, να βαράει τα πλήκτρα της γραφομηχανής του. Έγραφε καμιά δεκαριά ποιήματα κάθε βράδυ, σαν να έγραφε το καθημερινό του ημερολόγιο, σαν να έκανε τη βραδινή του προσευχή στον διάβολο, σαν να έγραφε τη διαθήκη του ή τη διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου, τα παράχωνε ύστερα στο συρτάρι ή σ' ένα χαρτόκουτο και συνέχιζε να πίνει και να καπνίζει ώσπου να κοιμηθεί.





Όταν ο John Martin , που επρόκειτο να γίνει ο δια βίου εκδότης του, τον επισκέφτηκε για πρώτη φορά στο σπίτι του και τον ρώτησε αν έχει τίποτα έτοιμα γραπτά για να του δείξει, ο Μπουκόφσκι έγειρε πίσω στην καρέκλα του, άνοιξε άλλη μια μπύρα και του είπε να κοιτάξει σ' ένα συρτάρι και να πάρει ό,τι θέλει από κει μέσα: υπήρχαν εκεί ένα σωρό ποιήματα και διηγήματα που είχε γράψει τους τελευταίους μήνες και από τα οποία διάλεξε κάμποσα ο Martin και τα 'βγαλε λίγο καιρό αργότερα σ' έναν τόμο ο Μπουκόφσκι έμαθε ποια από αυτά δημοσιεύτηκαν και με ποια σειρά μόνο όταν πήρε στα χέρια του το τυπωμένο βιβλίο. Η ίδια περίπου διαδικασία συνεχίστηκε μέχρι τον θάνατο του Μπουκόφσκι, με αποτέλεσμα να βρίσκεται στα χέρια του εκδότη ένας πολύ μεγάλος αριθμός ανέκδοτων ποιημάτων, που τώρα πια άρχισαν να δημοσιεύονται. Πρόκειται, σύμφωνα με τον μέχρι τώρα εκδοτικό σχεδιασμό, να εκδοθούν πέντε τόμοι με ποιήματα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται βέβαια και τα τελευταία ποιήματα που έγραψε ο Μπουκόφσκι ως λίγο πριν από τον θάνατό του, στις 9 Μαρτίου του 1994.





Δύο ογκώδεις τόμοι έχουν κυκλοφορήσει ως σήμερα: ο πρώτος, Sifting through the madness for the word , the line , the way , που εμφανίστηκε το 2003, είναι ποιοτικά μάλλον άνισος, καθώς περιέχει πολλά αδύνατα και προχειρογραμμένα ποιήματα, μαζί με ορισμένα πραγματικά καλά• ο δεύτερος όμως τόμος, The flash of lighting behind the mountain , που κυκλοφόρησε μόλις προ λίγων μηνών και περιλαμβάνει και μια ενότητα με τα τελευταία ποιήματα που έγραψε ο Μπουκόφσκι, άρρωστος πια αλλά θεωρώντας τον εαυτό του τυχερό για τη ζωή που έζησε, μπαινοβγαίνοντας στο νοσοκομείο και περιμένοντας το τέλος του, είναι εξαιρετικός και επιβεβαιώνει πανηγυρικά την αξία του βραχνού αμερικανού ποιητή.





Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος



Κλαμπ Κόλαση, 1942

το επόμενο μπουκάλι ήταν το μόνο πράγμα

που είχε σημασία.

στο διάολο και το φαγητό, στο διάολο και

το νοίκι

το επόμενο μπουκάλι ήταν η λύση

για όλα

κι αν μπορούσες να έχεις δύο ή

τρία ή τέσσερα μπουκάλια καβάτζα

τότε η ζωή ήταν στ' αλήθεια ωραία.





κατάντησε να μας γίνει συνήθεια,

τρόπος ζωής.



πού θα μπορούσαμε να βρούμε άραγε το επόμενο

μπουκάλι;

μας έκανε επινοητικούς, πονηρούς,

τολμηρούς.

κάποτε κάναμε ακόμα και βλακείες

και πιάναμε δουλειά για 3 ή 4 μέρες

ή και για καμιά βδομάδα ακόμη.





το μόνο που θέλαμε να κάνουμε ήταν να καθόμαστε

ένα γύρο και να συζητάμε για

βιβλία και λογοτεχνία

και να βάζουμε στα ποτήρια μας

κι άλλο κρασί.

ήταν το μόνο πράγμα που είχε κάποιο

νόημα για μας.

είχαμε, βέβαια, και

τις περιπέτειές μας:

τρελές φιλενάδες, καβγάδες, τις

απελπισμένες σπιτονοικοκυρές, την

αστυνομία.





προκόψαμε με το ποτό και

με την τρέλα και με τη

συζήτηση.

όταν άλλοι άνθρωποι χτύπαγαν

κάρτα

εμείς συχνά δεν ξέραμε καν

ποια μέρα ή ποια βδομάδα ήταν.





είχαμε αυτή τη μικρή συμμορία,

όλοι νέοι, και διαρκώς άλλαζε

έτσι που κάποια μέλη απλώς

εξαφανίζονταν, άλλοι επιστρατεύονταν,

μερικοί σκοτώθηκαν στον πόλεμο

μα συνεχώς νέοι οπαδοί

κατέφθαναν.





ήταν το Κλαμπ από την Κόλαση

κι εγώ ήμουν ο Πρόεδρος τού

Συμβουλίου.



* * *



τώρα πίνω μόνος μες στο ήσυχο

δωμάτιό μου στο

δεύτερο πάτωμα που βλέπει το λιμάνι

του San Pedro .

είμαι άραγε εγώ ο τελευταίος των

τελευταίων;

αρχαία φαντάσματα αιωρούνται μέσα και έξω απ'

αυτό το δωμάτιο.

μόλις που μισοθυμάμαι τα πρόσωπά τους.

με κοιτάζουν, οι γλώσσες τους

κρέμονται έξω.

σηκώνω το ποτήρι μου προς το μέρος τους.

παίρνω ένα πούρο, το κολλάω στη

φλόγα του αναπτήρα

μου.

ρουφάω βαθιά

και να μια λάμψη γαλάζιου

καπνού καθώς

στο λιμάνι

ένα πλοίο βαράει τη

σειρήνα του.

μοιάζουν όλα με μια καλή παράσταση, καθώς αναρωτιέμαι πάλι:

τι γυρεύω εγώ

εδώ;

πώς είναι η κατάσταση

πρώτα δοκιμάζουν να σε τσακίσουν με την ανυπόφορη

φτώχεια

κι ύστερα δοκιμάζουν να σε τσακίσουν με τη μάταιη

φήμη.

κι αν δεν σπάσεις

με κανένα από τα δύο

υπάρχουν οι φυσιολογικές μέθοδοι

όπως οι κοινές ασθένειες

που ακολουθούνται από έναν ανεπιθύμητο

θάνατο.

οι περισσότεροι από μας ωστόσο σπάμε πολύ πριν

απ' αυτό

όπως ήταν

κανονισμένο εξάλλου

από σεισμό

κατακλυσμό

πείνα

οργή

αυτοκτονία

απελπισία

ή απλά

από σοβαρό έγκαυμα

στη μύτη

την ώρα που ανάβεις

το τσιγάρο σου.

ώστε θέλεις να γίνεις συγγραφέας;



αν δεν ξεχύνεται από μέσα σου

ενάντια σ' όλα τ' άλλα,

μην το κάνεις.

αν δεν έρχεται, χωρίς καν να το 'χεις ζητήσει, από την

καρδιά σου και το μυαλό σου και το στόμα σου

και τα σπλάχνα σου,

μην το κάνεις.

αν χρειάζεται να κάτσεις για ώρες

κοιτάζοντας την οθόνη του υπολογιστή σου

ή να καμπουριάζεις πάνω από τη

γραφομηχανή σου

ψάχνοντας για τις λέξεις,

μην το κάνεις.

αν το κάνεις για τα λεφτά ή

τη δόξα,

μην το κάνεις.

αν το κάνεις γιατί θέλεις

γυναίκες στο κρεβάτι σου,

μην το κάνεις.

αν χρειάζεται να κάθεσαι και

να γράφεις ξανά και ξανά τα ίδια,

μην το κάνεις.

αν σου είναι δύσκολο και μόνο να σκέφτεσαι ότι θα το κάνεις,

μην το κάνεις.

αν προσπαθείς να γράψεις σαν κάποιον

άλλο,

καλύτερα ξέχνα το.

αν χρειάζεται να περιμένεις μέχρι να ουρλιάξει από

μέσα σου,

τότε περίμενε υπομονετικά.

κι αν δεν ουρλιάξει ποτέ από μέσα σου,

κάνε κάτι άλλο.

αν πρέπει πρώτα να το διαβάσεις στη γυναίκα σου

ή στη φιλενάδα ή στον φίλο σου

ή στους γονείς σου ή σε οποιονδήποτε,

τότε δεν είσαι έτοιμος.

μην είσαι σαν τόσους άλλους συγγραφείς,

μην είσαι σαν τόσες άλλες χιλιάδες

ανθρώπους που αυτοαποκαλούνται συγγραφείς,

μην είσαι πληκτικός και βαρετός και

ξιπασμένος, μην κατατρώγεσαι από την αυτο-

λατρεία σου.

οι βιβλιοθήκες του κόσμου

χασμουριούνται

από τη νύστα

μπροστά στο είδος σου.

μην προσθέτεις σε αυτό.

μην το κάνεις.

αν δεν βγαίνει από

την ψυχή σου σαν ρουκέτα,

αν το να μείνεις ήσυχος δεν

σε φέρνει στην τρέλα ή

την αυτοκτονία ή τον φόνο,

μην το κάνεις.

αν ο μέσα σου ήλιος

δεν σου καίει τα σπλάχνα,

μην το κάνεις.

όταν θα 'ναι στ' αλήθεια η ώρα,

και αν είσαι ο εκλεκτός,

θα συμβεί από

μόνο του και θα συνεχίσει να συμβαίνει

μέχρι που θα πεθάνεις ή που θα πεθάνει μέσα σου

αυτό.

δεν υπάρχει άλλο τρόπος.

και ποτέ δεν υπήρξε.







η μοίρα μου μού χαμογελάει



δεν υπάρχει άλλος τρόπος:

8 ή δέκα ποιήματα κάθε

νύχτα.

στον νεροχύτη

πίσω μου υπάρχουν πιάτα

που δεν έχουνε

πλυθεί εδώ και 2

εβδομάδες.

τα σεντόνια χρειάζονται

άλλαγμα

και το κρεβάτι είναι

άστρωτο.

τα μισά φώτα είναι

καμένα εδώ μέσα.

είναι σκοτεινά

και σκοτεινιάζει όλο και περισσότερο

(έχω λάμπες για να τις

αντικαταστήσω μα δεν μπορώ να τις

βγάλω από το χαρτονένιο

περιτύλιγμά τους.) Παρόλα τα

βρόμικα μου σορτσάκια στην

μπανιέρα

και την υπόλοιπη βρόμικη

μπουγάδα μου στο

πάτωμα του υπνοδωματίου μου,

δεν έχουν

έρθει ακόμα για μένα

με τα σήματά τους και

τους κανονισμούς τους και τα

μουδιασμένα τους αφτιά. ωχ, αυτοί

και τα καπρίτσια τους!

όπως η αλεπού

τρέχω με τον κυνηγημένο και

αν δεν είμαι ο πιο ευτυχισμένος

άνθρωπος στη γη είμαι στα σίγουρα ο

πιο τυχερός άνθρωπος

που ζει.

και γαμώ τα ζευγάρια



ήμασταν μονίμως άφραγκοι, μαζεύοντας τις εφημερίδες της Κυριακής από τους

σκουπιδοτενεκέδες της Δευτέρας (και μαζί τα επιστρεφόμενα μπουκάλια

από τ' αναψυκτικά).

μονίμως μάς έκαναν έξωση απ' το παλιό μας σπίτι

μα σε κάθε νέο διαμέρισμα θα ξεκινούσαμε μια καινούρια ζωή,

μονίμως τραγικά καθυστερημένοι στο νοίκι, το ραδιόφωνο

να παίζει θαρραλέα στο σπαραγμένο ηλιοβασίλεμα, ζούσαμε σαν εκατομμυριούχοι, σαν να 'τανε ευλογημένες οι ζωές μας, και αγαπούσα τα ψηλοτάκουνα παπούτσια της

και τα σέξι φορέματά της, κι ακόμη τον τρόπο της να γελάει μαζί μου

έτσι που καθόμουνα με τη σχισμένη μου φανέλα στολισμένη με

τρύπες απ' τα τσιγάρα: ήμασταν φοβερό ζευγάρι, η Τζέην κι εγώ, αστράφταμε μες

στην τραγωδία της φτώχιας μας σαν να ήταν αστείο, σαν να μη

μας ένοιαζε και δεν μας ένοιαζε μας έπνιγε μες στον λαιμό κι εμείς

πεθαίναμε στα γέλια.

λέγανε αργότερα πως

ποτέ δεν είχαν ακούσει να τραγουδάνε τόσο άγρια, να τραγουδάνε τόσο χαρούμενα

τα παλιά τραγούδια

και ποτέ

να ουρλιάζουνε τόσο και να βλαστημάνε

να σπάνε τα γυαλικά

τρέλα

οχυρωμένοι για τη σπιτονοικοκυρά και την αστυνομία (ήμασταν εξάλλου έμπειροι επαγγελματίες) να ξυπνάμε το πρωί με τον καναπέ, τις καρέκλες και την τουαλέτα

σπρωγμένα μπροστά στην

πόρτα.

μόλις ξυπνάγαμε

έλεγα πάντοτε: προηγούνται οι κυρίες

κι η Τζέην θα έτρεχε στο μπάνιο για λίγα λεπτά κι ύστερα

θα ήταν η σειρά μου και

ύστερα, πίσω στο κρεβάτι, ν' αναπνέουμε κι οι δύο ήρεμα, ν' αναρωτιόμαστε

ποια

καταστροφή θα μας φέρει η νέα μέρα, να αισθανόμαστε παγιδευμένοι, πεθαμένοι,

ηλίθιοι, απελπισμένοι, να αισθανόμαστε ότι έχουμε ξοδέψει και την έσχατη τύχη μας,

βέβαιοι ότι τελικά δεν έχουμε

ούτε την ελάχιστη τύχη με το μέρος μας.

μπορεί να πιάσει βαθιές ρίζες η μελαγχολία όταν κάθε πρωί βρίσκεσαι αμέσως με την πλάτη στον τοίχο μα πάντα καταφέρναμε να βρούμε τρόπο και να τα βγάλουμε πέρα με όλα αυτά.

συνήθως μετά από 10 ή 15 λεπτά η Τζέην θα έλεγε

σκατά! κι εγώ θα έλεγα

ναι!

κι ύστερα, άφραγκοι και χωρίς καμία ελπίδα θα βρίσκαμε έναν τρόπο για να

συνεχίσουμε, κι ύστερα με κάποιον τρόπο θα τα καταφέρναμε.

η αγάπη έχει τους πολλούς παράξενους δρόμους της.

barfly



η Τζέην, που είναι πεθαμένη εδώ και 31 χρόνια,

δεν θα μπορούσε ποτέ

να φανταστεί ότι θα έγραφα ένα σενάριο για τις μέρες

που πίναμε μαζί

και

ότι θα γινότανε ταινία

και

ότι μια όμορφη ηθοποιός θα έπαιζε τον δικό της

ρόλο.

μπορώ ν΄ ακούσω την Τζέην τώρα: ?Μια όμορφη ηθοποιός; μα,

για όνομα του Θεού!?

Τζέην, έτσι είναι οι σώου μπίζνες, γι' αυτό πήγαινε,

αγαπημένη μου, πάλι να κοιμηθείς, γιατί

όσο σκληρά κι αν προσπαθήσουνε

δεν θα μπορέσουνε να βρουν καμία ακριβώς σαν

εσένα

κι ούτε κι εγώ

θα μπορέσω.

ο γέρο - αναρχικός



ο γείτονάς μου μού δίνει το κλειδί του σπιτιού του

όταν φεύγει για διακοπές.

ταΐζω τις γάτες του

ποτίζω τα λουλούδια και το

γρασίδι του.

βάζω την αλληλογραφία του σε μια τακτοποιημένη στοίβα

πάνω στην τραπεζαρία του.

είμαι ο ίδιος άνθρωπος άραγε που

πριν από 15 χρόνια

σχεδίαζε ν' ανατινάξει την πόλη του Λος Άντζελες;

κλειδώνω την πόρτα του.

βαδίζω στην είσοδο

στέκομαι

χασομεράω μια στιγμή

στο ηλιοβασίλεμα και σκέφτομαι,

υπάρχει ακόμα καιρός,

υπάρχει ακόμα καιρός για μια

επιστροφή.

ποτέ δεν ταίριαξα εξάλλου

μ' αυτούς τους άλλους.

βαδίζω στο πεζοδρόμιο

προς το σπίτι μου

προσέχοντας

να μην πατήσω

καμιά λακκούβα.

απόψε



πόσα από τα κύτταρα του εγκεφάλου μου δεν έχουν καταστραφεί από

το αλκοόλ

κι εγώ κάθομαι τώρα εδώ και πίνω

όλοι οι σύντροφοί μου στο ποτό πεθαμένοι,

ξύνω την κοιλιά μου και ονειρεύομαι το

άλμπατρος.

πίνω μόνος τώρα.

πίνω με τον εαυτό μου και για τον εαυτό μου.

πίνω για τη ζωή μου και για τον θάνατό μου.

η δίψα μου ακόμα δεν ικανοποιήθηκε.

ανάβω ένα τσιγάρο ακόμη, γυρίζω αργά

το μπουκάλι, το

θαυμάζω.

όμορφη παρέα.

χρόνια έτσι.

τι άλλο θα μπορούσα να είχα κάνει

και να το κάνω τόσο καλά;

έχω πιει περισσότερο από τους πρώτους

εκατό ανθρώπους που θα συναντήσεις

στον δρόμο

ή θα δεις στο τρελάδικο.

ξύνω την κοιλιά μου και ονειρεύομαι το

άλμπατρος.

ανήκω πια στους μεγαλύτερους πότες

των αιώνων.

με έχουν επιλέξει.

σταματάω τώρα, σηκώνω το μπουκάλι, καταπίνω μια

μεγάλη γουλιά.

μου είναι αδύνατον να σκεφτώ ότι

κάποιοι έχουν στ' αλήθεια σταματήσει και

γίνανε νηφάλιοι

πολίτες.

με στεναχωρεί.

είναι στεγνοί, βαρετοί, ασφαλείς.

ξύνω την κοιλιά μου και ονειρεύομαι το

άλμπατρος.

το δωμάτιο αυτό είναι γεμάτο από μένα κι εγώ είμαι

γεμάτος.

πίνω αυτό εδώ για όλους εσάς

και για μένα.

είναι περασμένα μεσάνυχτα τώρα κι ένας μοναχικός

σκύλος ουρλιάζει μες στη

νύχτα.

κι είμαι τόσο νέος όσο κι η φωτιά που ακόμα

καίει

τώρα.

ψυχρό καλοκαίρι



όχι όσο άσχημα θα μπορούσε

αρκετά άσχημα πάντως: μία μέσα μία έξω

απ' το νοσοκομείο, μία μέσα μία έξω από

το γραφείο του γιατρού, να κρέμομαι

από μια κλωστή: είναι σε ύφεση

τώρα, όχι, περίμενε, 2 καινούρια

κύτταρα εδώ, και τα αιμοπετάλιά

σου είναι πολύ χαμηλά.

μήπως έπινες πάλι;

θα πρέπει μάλλον να πάρουμε

άλλο ένα δείγμα νωτιαίου μυελού

αύριο.

ο γιατρός είναι απασχολημένος, η

αίθουσα αναμονής στο τμήμα

καρκίνου είναι φίσκα στον κόσμο.

οι νοσοκόμες είναι ευχάριστες,

αστειεύονται μαζί μου.

σκέφτομαι ότι αυτό είναι ωραίο, ν' αστειεύεσαι την ώρα

που βρίσκεσαι στη σκοτεινή

κοιλάδα του θανάτου.

η γυναίκα μου είναι μαζί μου.

λυπάμαι για τη γυναίκα μου, λυπάμαι

για όλες τις

γυναίκες.

ύστερα είμαστε κάτω

στο πάρκινγκ.

μερικές φορές οδηγεί αυτή.

μερικές φορές οδηγώ εγώ.

τώρα οδηγώ εγώ.

είναι ένα ψυχρό καλοκαίρι.

ίσως να πρέπει να κολυμπήσεις

λίγο όταν φτάσουμε στο σπίτι,

λέει

η γυναίκα μου.

η μέρα σήμερα είναι πιο ζεστή

απ' ό,τι συνήθως.

αμέ, λέω και κατευθύνομαι έξω

από το πάρκινγκ.

είναι γενναία γυναίκα, κάνει

σαν όλα να είναι

όπως συνήθως.

μα τώρα πρέπει να πληρώσω για όλα εκείνα

τα άσωτα χρόνια•

κι ήταν τόσα πολλά

από δαύτα.

ο λογαριασμός πρέπει πια να εξοφληθεί

και θα δεχθούν μόνο

μια τελική

πληρωμή.

έτσι κι αλλιώς πάντως μάλλον

θα κολυμπήσω λίγο.



το πρώτο ποίημα πάλι



64 μέρες και νύχτες σε αυτό

το μέρος, χημειοθεραπεία,

αντιβιοτικά, αίμα να τρέχει μες

στον καθετήρα.

λευχαιμία.

ποιος, εγώ;

στην ηλικία των 72 είχα αυτή την ηλίθια εντύπωση πως

απλώς θα πέθαινα γαλήνια στον ύπνο μου

αλλά

οι θεοί το θέλουν διαφορετικά.

κάθομαι μπροστά σ' αυτή τη μηχανή, διαλυμένος,

μισοπεθαμένος,

τη Μούσα γυρεύοντας ακόμη,

μα μόνο προσωρινά έχω επιστρέψει•

και τίποτα δεν μοιάζει να είναι ίδιο.

δεν ξαναγεννήθηκα, γυρεύω

μόνο

λίγες ακόμη μέρες, λίγες ακόμη νύχτες,

σαν

αυτήν

εδώ.



παρακαλώ



μες στη νύχτα τώρα να σκεφτόμαστε τα χρόνια και τις

γυναίκες που έφυγαν και χάθηκαν για πάντα

και να μη μας νοιάζει για τις γυναίκες που έφυγαν, και να μη μας νοιάζει καν για τα χρόνια

που χάθηκαν για πάντα

να μπορούσαμε

μόνο να βρούμε λίγη γαλήνη τώρα ένα χρόνο γαλήνης, ένα μήνα

γαλήνης, μια βδομάδα γαλήνης

όχι γαλήνη για τον κόσμο μόνο λίγη εγωιστική γαλήνη

για μένα

για να ξαπλώσω μέσα της σαν σε πράσινο ζεστό

νερό, μόνο λίγη, μόνο μια ώρα, λίγη

γαλήνη, ναι, μες στη νύχτα μες στη νύχτα καθώς σκεφτόμαστε

τα χρόνια που χάθηκαν και τις γυναίκες που έφυγαν μέσα σ' αυτή τη νύχτα

μέσα σ' αυτή την πολύ μακριά

σκοτεινή και μοναχική

νύχτα.

IDEA VILARIÑO

Δεκατέσσερα ποιήματα


Επιστολή ΙΙ

Μακριά βρίσκεσαι στο νότο
εκεί που οι δείκτες δε δείχνουν τέσσερις.
Γερμένος στην πολυθρόνα σου
στηριγμένος στο τραπεζάκι
του δωματίου σου
ξαπλωμένος σ’ ένα κρεβάτι
δικό σου ή κάποιας
που ευχαρίστως θα εξάλειφα
– εσένα σκέφτομαι κι όχι εκείνες που πλάι σου ψάχνουν
αυτό το ίδιο που εγώ αγαπώ.
Εσένα σκέφτομαι ήδη πέρασε μια ώρα
μα ίσως και μισή
δεν ξέρω.

Σαν πέσει το φως
θα ξέρω ότι πήγε πια εννιά
τα σκεπάσματα θα τραβήξω
θα ντυθώ το μαύρο μου φόρεμα
και το χτένι στα μαλλιά μου θα περάσω.

Ώρα για δείπνο
μα βέβαια, τι άλλο;

Όμως κάποια στιγμή
σε αυτό το δωμάτιο θα επιστρέψω
στο στρώμα θα πέσω
και τότε η ανάμνησή σου
–μα τι λέω;–
ο πόθος μου να σε δω
να με κοιτάζεις
η αρρενωπή σου παρουσία που απουσιάζει απ’ τη ζωή μου
θα βαλθούν
ως βάλθηκες εσύ το απόγευμα αυτό
που ήδη έγινε νύχτα
να σημαίνουν
το μόνο μοναδικό πράγμα
που στον κόσμο με νοιάζει.



Σαν χείλη απαλά, χείλη κοιμώμενα φιλήσουν…

Σαν χείλη απαλά, χείλη κοιμώμενα φιλήσουν
ωσάν πεθαίνοντας τότε,
κάποτε, πιο πέρα κι απ’ τα χείλη φτάνοντας
και καθώς τα βλέφαρα από τον πόθο ξεχειλίζουνε και πέφτουν,
τόσο αθόρυβα όσο ο αέρας το επιτρέπει,
η σάρκα, με τη μεταξένια θέρμη της, νύχτες ζητάει∙
και τα κοιμώμενα χείλη
μες στην ανείπωτη ηδονή τους, εξίσου, νύχτες ζητούν.

Νύχτες, νύχτες σιωπηλές, με σκοτεινά βελούδινα φεγγάρια,
νύχτες ατέλειωτες, φιλήδονες νύχτες, από φτερουγίσματα διάτρητες,
μες στον αέρα που γίνεται χέρια, έρωτας, στοργή,
νύχτες ωσάν από πανιά κι από κατάρτια…


Τότε είναι, στο ύψιστο πάθος, όπου αυτός που φιλά
ξέρει -και πώς ξέρει!- τα πάντα, ακατάπαυστα, και βλέπει πώς τώρα
ο κόσμος με θαύμα μοιάζει μακρινό,
πώς τα χείλη ανοίγουν πιο βαθύ ακόμη το θέρος,
πώς ο νους παραλύει,
και πώς φτάνει κι αυτός ο ίδιος να ξεχνιέται μες στο φιλί
ενώ άνεμος παθιασμένος τους κροτάφους του γυμνώνει∙
τότε είναι, στο φιλί απάνω, που τα βλέφαρα αργοπέφτουν
κι ο αέρας φτερουγίζει με μια ανάσα ζωής,
και περισσότερο αναριγά
αυτό που δεν είναι αέρας: η φλεγόμενη δέσμη των μαλλιών,
η φωνή που γίνεται βελούδο και, άλλοτε,
οι οπτασίες νεκρών που αιωρούνται.



Στην αγκαλιά σου…

Μέσα στην αγκαλιά σου
μέσα στην αγκαλιά μου
μέσα στα απαλά σεντόνια
μέσα στη νύχτα
τρυφεροί
ξεχασμένοι
παθιασμένοι
ανάμεσα στους ίσκιους
ανάμεσα στις ώρες
ανάμεσα
στο πριν και το μετά.


Αγάπη

Αγάπη
από τη σκιά
από τον πόνο
αγάπη
σε καλώ
από την κρήνη την ασφυκτική της ανάμνησης
δίχως τίποτα να ωφελεί ούτε και να σε περιμένει.
Σε καλώ
αγάπη
όπως τη μοίρα
όπως το όνειρο
τη γαλήνη
σε καλώ
με τη φωνή
με το σώμα
με τη ζωή
με ό,τι μου ανήκει
κι ό,τι είναι των άλλων
με απόγνωση
με δίψα
με θρήνο
σαν να ήσουν αέρας
κι εγώ να πνίγομαι
σαν να ήσουν φως
κι εγώ το φως να χάνω και να χάνομαι.
Από μια νύχτα τυφλή
από τη λήθη
από τις ώρες τις κλειστές
στη μοναξιά
δίχως δάκρυα μα ούτε αγάπη
σε καλώ
όπως το Τέλος
αγάπη
όπως το Τέλος.



Χάρισέ μου εκείνους τους ουρανούς, εκείνους τους ονειρεμένους κόσμους…

Χάρισέ μου εκείνους τους ουρανούς, εκείνους τους ονειρεμένους κόσμους,
το βάρος της σιωπής, εκείνο το τόξο, εκείνη την εγκατάλειψη,
φλόγισέ μου τα χέρια,
δώσε νόημα στη ζωή μου
με το γλυκό το χάρισμα που σου ζητώ.

Δώσε μου το φως το λυπημένο, παθιασμένο και γερό
εκείνων των ουρανών των μακρινών, την αρμονία
εκείνων των κόσμων των σφαλισμένων,
δώσε μου το όριο το σιωπηρό,
το συγκρατημένο περίγραμμα εκείνων των φεγγαριών των σκιερών,
το εγγενές τραγούδι τους.

Εσύ, ο αφορισμένος, δίνεις τα πάντα,
εσύ, ο ισχυρός, ζητάς,
εσύ, ο σιωπηλός, δώσε μου το γλυκό το χάρισμα
από αυτό το μέλι το άμεσο και με νόημα κανένα.





Αυτό που για σένα νοιώθω

Αυτό που εγώ για σένα νοιώθω τόσο δύσκολο είναι.
Από τριαντάφυλλα δεν είναι που στον άνεμο ανοίγουν,
μα από ρόδα που ανθίζουν στο νερό.

Αυτό που εγώ για ‘σένα νοιώθω… Αυτό το κάτι που γυρίζει
ή που με τις τόσες σου εκφράσεις λυγίζει
ή που με τα λόγια σου κομματιάζεις
και που μετά σε μια σου κίνηση περιμαζεύεις
και με εισβάλλει τις ώρες τις χλωμές
αφήνοντας εντός μου μια δίψα γλυκιά ζαρωμένη.

Αυτό που εγώ για σένα νοιώθω τόσο οδυνηρό
ως το φως το φτωχικό από τα αστέρια
που πονεμένο ξεπνοημένο φτάνει.

Αυτό που εγώ για σένα νοιώθω∙
και που ωστόσο τόσο προχωρεί
που φορές-φορές ούτε σε φτάνει.


Μεσημέρι

Διάφανοι οι αιθέρες, από κρύσταλλο
η χαράδρα του πρωινού,
τα λευκά βουνά τα γυάλινα, οι κινήσεις των κυμάτων,
όλη ετούτη η θάλασσα∙ όλη ετούτη η θάλασσα
που το βαθύ καθήκον της εκπληρώνει,
η θάλασσα η αυτάρεσκη
η θάλασσα την ώρα αυτή την όλο μέλι, όπου το ένστικτο
σα μέλισσα βομβίζει νυσταγμένη…
Ήλιος, έρωτας, κρίνα ολάνοιχτα, μαρίνες,
εύθραυστα κλαδιά ξανθά, τρυφερά ως σώματα,
χλωμές αμμουδιές απέραντες.
Διάφανοι οι αιθέρες, από κρύσταλλο
οι φωνές, η σιωπή.
Στις όχθες του έρωτα, της θάλασσας, του πρωινού,
πάνω στην άμμο τη ζεστή που τρέμει εμπρός στο άσπρο
καθένας μας καρπό θυμίζει που για το θάνατο ωριμάζει.


Γράφω, σκέφτομαι, διαβάζω…

Γράφω
σκέφτομαι
διαβάζω
σελίδες μεταφράζω είκοσι
τις ειδήσεις ακούω
γράφω
γράφω
και διαβάζω.
Πού είσαι,
πού.



Μετά

Άλλη είναι
μάλλον άλλη
εκείνη που διαδοχικά μαζεύει
φόρεμα, μαλλιά, το είναι της
εκείνη που τώρα ανακτά
διαστάσεις,
ύψος, βάρος
και, μετά από ατέλειωτα ταξίδια ηδονικά,
το κατώφλι διαβαίνει ακέραιη και άσπιλη
και να μάθει δεν ψάχνει
δε χρειάζεται
ούτε να μάθει θέλει∙
τίποτα από κανέναν.



Είσαι μόνος, κι εσύ…

Είσαι μόνος, κι εσύ.
Εγώ δεν αγγίζω τη ζωή σου, τη μοναξιά σου, το μέτωπό σου,
εγώ δεν είμαι στις νύχτες σου παρά λίμνη, ποτό,
πιο πολύ ακόμα από μια λίμνη βαθειά
από όπου μπορείς να πιεις και με τα μάτια κλειστά ακόμα,
ξεχασμένος.
Για σένα είμαι σαν ένα ακόμα σκοτάδι, άλλη μια νύχτα,
προκαταβολή θανάτου
που φτάνει μια μέρα κρύα κι ο άνθρωπος περιμένει, αναμένει
και φτάνει κι εκείνος παραδίδεται στη νύχτα, σε ένα στόμα,
κι η απόλυτη η λήθη τον τυφλώνει, τον εξοντώνει.



Δίχως όρια η νύχτα,
διάφανη, ξάγρυπνη, μόνη,
αποζητά τον έρωτα, άγγελο της κάθε πράξης...
Μόνος είσαι, το ίδιο.
Εκστατικός, ουράνιος, περιπαικτικός, ψυχανεμισμένος,
παραδώσου στη στιγμή.



Δεν ήξερες

Αγάπη μου δύστυχη
πίστεψες
πως έτσι ήταν
δεν ήξερες.
Ήταν πιο πλούσιο από αυτό
ήταν πιο φτωχό από αυτό
ήταν η ζωή κι εσύ
με τα μάτια κλειστά
τους εφιάλτες σου οραματίστηκες
κι είπες
η ζωή.



Ο φιλοξενούμενος

Δικός μου δεν είσαι
δεν υπάρχεις
στη ζωή μου
στο πλευρό μου
δε δειπνείς στο τραπέζι μου
δε γελάς ούτε τραγουδάς
ούτε για χάρη μου ζεις.

Ξένοι είμαστε
εσύ κι εγώ η ίδια
και το σπίτι μου μαζί.

Ένας ξένος είσαι,
φιλοξενούμενος
που δεν ψάχνει δεν επιθυμεί
παρά φορές-φορές
μια μόνο κλίνη.

Τι μπορώ να κάνω
να σου την προσφέρω
μα εγώ ζω μόνη.




IDEA VILARIÑO


(1920-2009)



Η Ιδέα Βιλαρίνιο γεννήθηκε στο Μοντεβίδεο της Ουρουγουάης στις 18 Αυγούστου 1920. Το πολύπλευρο ταλέντο της αποτυπώθηκε στο πλήθος των ενδιαφερόντων της, καθώς και στις ποικίλες ιδιότητες κι ενασχολήσεις της. Υπήρξε ποιήτρια, κριτικός λογοτεχνίας, στιχουργός, μεταφράστρια κι εκπαιδευτικός. Δύσκολα μπορεί να πει κανείς με σιγουριά, με ποια από όλες αυτές τις ιδιότητες άσκησε η Βιλαρίνιο την πιο έντονη επιρροή. Το αστέρι της πάντως έλαμψε από νωρίς, αφού πριν καν συμπληρώσει τα τριάντα έτη ζωής διακρίθηκε σε πολλούς από τους παραπάνω τομείς.

Η Βιλαρίνιο ανήκει στην ονομαζόμενη Γενιά του ’45, στην οποία ανήκει πλήθος λογοτεχνών με πιο γνωστό ίσως μεταξύ αυτών τον Μάριο Μπενεντέτι. Η πρώτη της ποιητική συλλογή με τίτλο “La suplicante” («Η ικέτις Ηηηκηκξη») εκδόθηκε το 1945. Εργάστηκε ως φιλόλογος στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση από το 1952 έως το πραξικόπημα του 1973. Με την αποκατάσταση της δημοκρατίας, ανέλαβε την έδρα ουρουγουανής λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο της Ουρουγουάης. Σε συνεργασία με άλλους συγγραφείς, ίδρυσε τα περιοδικά “Clinamen” («Κλίναμεν») και “Número” («Νούμερο»), ενώ συνεργάστηκε για την κυκλοφορία πολυάριθμων άλλων εκδόσεων όπως “Marcha” («Πορεία»), “La Opinión” («Η άποψη»), “Texto crítico” «Κριτικό κείμενο» κ.ά.

Η Βιλαρίνιο έχει να επιδείξει έργο και ως στιχουργός. Δεν μπορεί να μη γίνει μνεία σε τρία δικά της τραγούδια-σταθμούς, αγαπημένα και πολυτραγουδισμένα από τους συμπατριώτες της. Πρόκειται για τα: "A una paloma" («Σε ένα περιστέρι», μελοποιημένο από τον Ντανιέλ Βιγκλιέτι), "La canción y el poema" («Το τραγούδι και το ποίημα», μελοποιημένο από τον Αλφρέδο Σιταρόσα) και "Ya me voy pa la guerrilla" («Φεύγω για τη μάχη», μελοποιημένο από τους Ολιμαρένιος).

Οι μεταφράσεις της, επίσης, έτυχαν ευρείας αναγνώρισης. Κάποιες από αυτές ανέβηκαν σε θεατρικές παραστάσεις στο θέατρο του Μοντεβίδεο. Περισσότερο γνωστές είναι οι μεταφράσεις της έργων του Σαίξπηρ.

Η Βιλαρίνιο δεν αισθάνθηκε ποτέ την ανάγκη να επιδείξει το ταλέντο της αναδεικνύοντας το προσωπικό της έργο. Τουναντίον. Θα λέγαμε ότι η ίδια υπήρξε η χειρότερη μάνατζερ του ίδιου της του εαυτού. Τόσο λόγω της προσωπικότητας όσο και των πεποιθήσεών της, η Βιλαρίνιο αδιαφόρησε πεισματικά για μεγάλο χρονικό διάστημα απέναντι σε κάθε ευκαιρία και δυνατότητα προώθησης του ονόματος και του έργου τη, παρά την προτροπή των εκδοτών της.

Η σιωπή ήταν η απάντηση της πιο γνωστής ίσως ποιήτριας της Ουρουγουάης και όταν της ζητούσαν λεπτομέρειες για το έργο της, τις αφορμές του ή τα πρόσωπα στα οποία απευθυνόταν ή από τα οποία εμπνέονταν. Πολύ περισσότερο, η Βιλαρίνιο σιωπούσε για ό,τι αφορούσε την προσωπική της ζωή. Φυσικό επακόλουθο αυτής της στάσης της ήταν η απόλυτη άρνησή της να παραχωρήσει συνέντευξη έως το 1997. Τότε, σε ηλικία 77 ετών, δέχτηκε να απαντήσει σε ερωτήσεις που τις έθεσαν η Ροζάριο Πεϊρού και ο Πάμπλο Ρόκα και στις οποίες βασίστηκε το ντοκιμαντέρ «Ιδέα», διαθέσιμο σήμερα μόνο σε συγκεκριμένες βιβλιοθήκες.

Παρά την εσωστρέφεια της ίδιας, στη Βιλαρίνιο απονεμήθηκαν πλήθος βραβεία και τιμές, ενώ δέχθηκε πολυάριθμες προσκλήσεις τόσο από τη χώρα της, όσο και από το εξωτερικό. Κατά τη διάρκεια του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα, το ενδιαφέρον για το έργο της εντάθηκε, έχοντας ως αποτέλεσμα να ασχοληθούν με αυτό πολλοί κριτικοί και καθηγητές του ισπανόφωνου κόσμου, αλλά και να μεταφραστεί στο εξωτερικό σε χώρες όπως η Αυστρία, η Ιταλία και οι ΗΠΑ. Σήμερα, η ποίησή της κερδίζει διαρκώς όλο και περισσότερους αναγνώστες και θιασώτες. Ιδίως στην Ουρουγουάη η λατρεία στο πρόσωπό της έχει πάρει μεγάλες διαστάσεις, στα όρια σχεδόν του φετίχ. Κανείς βρίσκει τους στίχους της τυπωμένους σε σελιδοδείκτες και κάρτες, έως σε γκράφιτι στους τοίχους.

Η Ιδέα Βιλαρίνιο πέθανε στις 28 Απριλίου 2009, σε ηλικία 89 ετών.

Idea Vilarino

εισαγωγικό σημείωμα-μετάφραση
Έλενα Σταγκουράκη






Σάββατο, 26 Μαΐου 2012

Η Ντροπή της Ευρώπης





Με ποίημα που τιτλοφορεί «Η ντροπή της Ευρώπης» επέλεξε να παρέμβει ο γερμανός νομπελίστας συγγραφέας Γκύντερ Γκρας στη σοβούσα συζήτηση γύρω από την Ελλάδα και τη στάση που τηρεί απέναντί της η Ευρώπη.

Η Ευρώπη, γράφει ο Γκρας, βάζει την Ελλάδα, «τη χώρα στην οποία οφείλει το πνεύμα της», στο «ικρίωμα και την καταδικάζει σε φτώχεια».

Το ποίημα δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Sueddeutsche Zeitung» την Παρασκευή. Ο Γκρας είχε δημοσιεύσει πριν από μερικούς μήνες σε γερμανική εφημερίδα ποίημα-παρέμβαση για το Ισραήλ, το οποίο προκάλεσε έντονες αντιδράσεις και κατηγορίες για αντισημιτισμό.

«Από τη χώρα που σου έδωσε το λίκνο και βρίσκεται κοντά στο χάος, μένεις μακριά» γράφει ο Γκρας απευθυνόμενος στην Ευρώπη. «Με το ζόρι γίνεται ανεκτή η χώρα της οποίας οι συνταγματάρχες κάποτε έβρισκαν ανοχή ως σύμμαχοι».

«"Πιες, επιτέλους, πιες!", αλλά ο Σωκράτης σου επιστρέφει με οργή γεμάτο το ποτήρι» γράφει ο Γκρας, συνεχίζοντας «για εσένα η Αντιγόνη φοράει μαύρα και πενθεί ο λαός που σε φιλοξένησε». Και κλείνει με την προφητεία ότι η Ευρώπη «θα μαραζώσει χωρίς πνεύμα» αν λείψει η Ελλάδα.

Πηγή: tovima.gr



Europas Schande
Η Ντροπή της Ευρώπης»

Ein Gedicht von Günter Grass
Ένα ποίημα του Γκ(ο)ύντερ Γκρας

[
Dem Chaos nah, weil dem Markt nicht gerecht,
bist fern Du dem Land, das die Wiege Dir lieh.
Είσαι μακριά από τη χώρα που υπήρξε το λίκνο σου και βρίσκεται κοντά στο Χάος, επειδή η Αγορά δεν είναι δίκαιη.

Was mit der Seele gesucht, gefunden Dir galt,
wird abgetan nun, unter Schrottwert taxiert.
Ό,τι αναζητήθηκε με την ψυχή και βρέθηκε άξιο για σένα,
τώρα καταστράφηκε και σαν σκουπίδι το θωρούν.

Als Schuldner nackt an den Pranger gestellt, leidet ein Land,
dem Dank zu schulden Dir Redensart war.
Σαν τον χρεοφειλέτη γυμνή στέκεται πάνω στο ικρίωμα ,
υποφέρει η χώρα που Εσύ έλεγες ότι της χρωστούμε ευχαριστίες.

Zur Armut verurteiltes Land, dessen Reichtum
gepflegt Museen schmückt: von Dir gehütete Beute.
Μία χώρα καταδικασμένη σε φτώχεια, της οποίας ο πλούτος,
τρυφερά κόσμησε τα μουσεία: λεία από Εσένα φυλαγμένη(1).

Die mit der Waffen Gewalt das inselgesegnete Land
heimgesucht, trugen zur Uniform Hölderlin im Tornister.
Η ευλογημένη από νησιά χώρα χτυπήθηκε βίαια
από τα όπλα που έφεραν τον Χέλντερλιν(2) στο στρατιωτικό τους σακίδιο.

Kaum noch geduldetes Land, dessen Obristen von Dir
einst als Bündnispartner geduldet wurden.
Πολυδυστυχισμένη Χώρα, που οι συνταγματάρχες της
έγιναν κάποτε ανεκτοί από Σένα σαν σύμμαχοι (εταίροι)(3).

Rechtloses Land, dem der Rechthaber Macht
den Gürtel enger und enger schnallt.
Χώρα δίχως δικαιώματα, στην οποία οι δικαστές με δύναμη,
όλο και πιο στενά σφίγγουν τη θηλιά.

Dir trotzend trägt Antigone Schwarz und landesweit
kleidet Trauer das Volk, dessen Gast Du gewesen.
Απέναντί σου πεισματωμένη η Αντιγόνη ντυμένη στα μαύρα και παντού πένθους ρούχα φοράει οΛαός, του οποίου φιλοξενούμενη υπήρξες Εσύ.

Außer Landes jedoch hat dem Krösus verwandtes Gefolge
alles, was gülden glänzt gehortet in Deinen Tresoren.
Έξω από τη χώρα, εντούτοις, απ΄ του Κροίσου τους συγγενείς κι ακολούθους όλα όσα γυαλίζουν σωρεύονται στα θησαυροφυλάκια Σου.

Sauf endlich, sauf! schreien der Kommissare Claqueure,
doch zornig gibt Sokrates Dir den Becher randvoll zurück.
Πιες, επιτέλους, πιες! κραυγάζουν οι κομισάριοι λακέδες
όμως οργισμένος Σού επιστρέφει ο Σωκράτης το κύπελλο γεμάτο (4).

Verfluchen im Chor, was eigen Dir ist, werden die Götter,
deren Olymp zu enteignen Dein Wille verlangt.
Βρίζονται απ΄το δικό Σου Χορό(5) οι Θεοί,
των οποίων τον Όλυμπο η βούλησή Σου απαιτεί να απαρνηθούν.

Geistlos verkümmern wirst Du ohne das Land,
dessen Geist Dich, Europa, erdachte.

Ανέμπνευστη, θα μαραζώσεις Εσύ χωρίς τη χώρα
της οποίας το πνεύμα Εσένα, Ευρώπη, επινόησε.



ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Το νόημα: "Αφού λεηλάτησες την αρχαία κληρονομιά της, τη φυλάσ σαν λεία
στα μουσεία σου, Ευρώπη¨.
2. Χέλντερλιν (1770-1843): Κορυφαίος Γερμανός ποιητής της ρομαντικής περιόδου,
λάτρης του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού και κήρυκας της ανθρωπιστικής παιδείας.
3. Το νόημα: "Εσύ είσαι , Ευρώπη, η ίδια που ανέχτηκες ως ισότιμους εταίρους
του χουντικούς συνταγματάρχες της 21ης Απριλίου!"
4. Το νόημα: "Ο ελληνικός λαός αρνείται να πιει το μνημονιακό δηλητήριο που τον
εξαναγκάζεις να πιει."
5. Υπονοούνται οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης που εν χορώ καταδικάζουν την Ελλάδα.

_____________________________


Είσαι μακριά από τη χώρα που υπήρξε το λίκνο σου και βρίσκεται κοντά στο Χάος, επειδή η Αγορά δεν είναι δίκαιη.

Ό,τι αναζητήθηκε με την ψυχή και βρέθηκε άξιο για σένα,

τώρα καταστράφηκε και σαν σκουπίδι το θωρούν.
Σαν τον χρεοφειλέτη γυμνή στέκεται πάνω στο ικρίωμα ,

υποφέρει η χώρα που Εσύ έλεγες ότι της χρωστούμε ευχαριστίες.
Μία χώρα καταδικασμένη σε φτώχεια, της οποίας ο πλούτος,

τρυφερά κόσμησε τα μουσεία: λεία από Εσένα φυλαγμένη(1).
Η ευλογημένη από νησιά χώρα χτυπήθηκε βίαια

από τα όπλα που έφεραν τον Χέλντερλιν(2) στο στρατιωτικό τους σακίδιο.
Πολυδυστυχισμένη Χώρα, που οι συνταγματάρχες της

έγιναν κάποτε ανεκτοί από Σένα σαν σύμμαχοι (εταίροι)(3).
Χώρα δίχως δικαιώματα, στην οποία οι δικαστές με δύναμη,

όλο και πιο στενά σφίγγουν τη θηλιά
Απέναντί σου πεισματωμένη η Αντιγόνη ντυμένη στα μαύρα και παντού πένθους ρούχα φοράει οΛαός, του οποίου φιλοξενούμενη υπήρξες Εσύ.

Έξω από τη χώρα, εντούτοις, απ΄ του Κροίσου τους συγγενείς κι ακολούθους όλα όσα γυαλίζουν σωρεύονται στα θησαυροφυλάκια Σου.

Πιες, επιτέλους, πιες! κραυγάζουν οι κομισάριοι λακέδες

όμως οργισμένος Σού επιστρέφει ο Σωκράτης το κύπελλο γεμάτο (4).
Βρίζονται απ΄το δικό Σου Χορό(5) οι Θεοί,

των οποίων τον Όλυμπο η βούλησή Σου απαιτεί να απαρνηθούν.
Ανέμπνευστη, θα μαραζώσεις Εσύ χωρίς τη χώρα της οποίας το πνεύμα Εσένα, Ευρώπη, επινόησε.



Από:  http://gerontakos.blogspot.com/
Ελεύθερη απόδοση: Gerontakos




και μια άλλη εκδοχή:
Η ντροπή της Ευρώπης



Είσαι πολύ κοντά στο χάος, γιατί δεν συμμορφώθηκες πλήρως στην αγορά
κι απομακρύνεσαι απ' τη χώρα, που ήτανε κάποτε λίκνο για σένα.
Ο,τι με την ψυχή ζητούσες και νόμιζες πως είχες βρει
τώρα σαν κάτι περιττό αποβάλλεις και το πετάς μες στα σκουπίδια.

Ολόγυμνη σαν οφειλέτης διαπομπεύεται, υποφέρει η χώρα εκείνη
που έλεγες πως της χρωστάς ευγνωμοσύνη.

Στη φτώχεια καταδικασμένος τόπος, τόπος που ο πλούτος του
τώρα στολίζει τα μουσεία: λάφυρα που έχεις τη φροντίδα Εσύ.

Κείνοι που χίμηξαν με την ορμή των όπλων στη χώρα την ευλογημένη με νησιά
στολή φορούσαν και κρατούσαν τον Χέλντερλιν μες στο γυλιό τους.

Καμιά ανοχή πλέον δεν δείχνεις στη χώρα που οι συνταγματάρχες
υπήρξαν σύμμαχοι ανεκτικοί.

Χώρα που ζει δίχως το δίκιο, μα με εξουσία που επιμένει πως έχοντας αυτή το δίκιο
ολοένα σφίγγει κι άλλο το ζωνάρι.

Σε πείσμα σου η Αντιγόνη μαυροφορεί - σ' όλη τη χώρα
πενθοφορεί και ο λαός της που κάποτε σ' είχε φιλοξενήσει.

Μα οι ακόλουθοι του Κροίσου έχουν στοιβάξει έξω απ' τη χώρα,
στα θησαυροφυλάκιά σου, ό,τι σαν μάλαμα αστράφτει.

Πιες, επιτέλους, πιες, κραυγάζουν επίτροποι σαν μαζορέττες
μα ο Σωκράτης σού επιστρέφει γεμάτο πίσω το ποτήρι.

Σύσσωμοι, ό,τι σου ανήκει, βαριά θα ρίξουν την κατάρα
θεοί, αφού η θέλησή σου ζητά ξεπούλημα του Ολύμπου.

Χωρίς του πνεύματος τροφή, τότε κι εσύ θα καταρρεύσεις
δίχως τη χώρα που ο νους της, Ευρώπη, εσένα έχει πλάσει.


Ποίημα σε μετάφραση του ποιητή Γιάννη Ευθυμιάδη και της μεταφράστριας Σοφίας Γεωργαλλίδη, μόλις μερικές ώρες μετά τη δημοσίευσή του στη γερμανική εφημερίδα Sueddeutsche Zeitung (φύλλο της Παρασκευής 25 Μαΐου 2012)

Παρασκευή, 25 Μαΐου 2012

ΤΟ ΤΑΝΓΚΟ


Πού να βρίσκονται; ρωτά η ελεγεία
για κείνους που πια δεν υπάρχουν, μαθές,
σα να υπήρχε ένα μέρος όπου το Χθες
είναι το Σήμερα, το Ακόμα ή το Επιπλέον μία.

Πού να βρίσκονται (επαναλαμβάνω) από απάχηδες τόσες γενιές
που πήγαν κι έστησαν μια τρομερή νύχτα
σε σκονισμένους χωματόδρομους ή σε χαμένες γειτονιές
του στιλέτου και της μαγκιάς τη σέχτα;

Πού να βρίσκονται εκείνοι που πέρασαν;
Στην εποποιία ένα επεισόδιο κόμισαν χορηγία
κι ένα θρύλο στο χρόνο. Που δίχως καμία κακία,
όφελος ή ερωτικό πάθος ο ένας τον άλλον μαχαίρωσαν;

Τους ψάχνω μέσα στους θρύλους τους, στην τελευταία
θράκα που, όπως ένα αναπάντεχο τριαντάφυλλο,
κρατάει κάτι από εκείνον τον ψυχωμένο όχλο
στο Κοράλες και στην Μπαλβανέρα την ωραία.

Σε ποια σκοτεινά στενοσόκακα ή τόπο έρμο
του άλλου κόσμου θα κατοικεί η γρανιτένια
η σκιά εκείνου του Μουράνια,
του μαχαιροβγάλτη απ’ το Παλέρμο;

Κι εκείνος ο μόρσιμος Ιμπέρα (που κι οι άγιοι
τον λυπούνται) σ’ ένα γιοφύρι του δρόμου, του Νιάτου,
του αδερφού του, έδωσε χτύπημα θανάτου.
Στα φονικά τον ξεπερνούσε κι έγιναν οι φόνοι πάγιοι.

Μια μυθολογία κοφτερών εγχειριδίων
σβήνει αργά μέσα στη λήθη.
Ένα τραγούδι για άθλους ελήφθη
μέσα στο θόρυβο των αστυνομικών δελτίων.

Μα υπάρχει κι άλλη θράκα, κι άλλου πυρακτωμένου ρόδου,
από τη στάχτη που τους φυλάει ακέραιους.
Εκεί βρίσκεις μαχαιροβγάλτες αγέρωχους
και το βάρος του αθόρυβου μαχαιριού ενός βάρδου.

Αν κι αυτό το εχθρικό στιλέτο ή τ’ άλλο στιλέτο,
ο Χρόνος, τους έστειλε κάτω απ’ το χώμα,
σήμερα, έξω απ’ του χρόνου το παραπέτο,
το θάνατο, εκείνοι οι πεθαμένοι ζουν μεσ’ του τάνγκο το σώμα.

Μεσ’ στις χορδές της μουσικής βρίσκονται,
στης κιθάρας το αργό το παίξιμο,
και λέει μια μιλόνγκα μ’ αλέγρου ρυθμού πλέξιμο
για το γιορτάσι και την αθωότητα σαν πέτονται.

Γυρίζει ο κίτρινος τροχός πάνω απ’ το κενό
μ’ άλογα και με λιοντάρια. Ακούω την ηχώ
και με του Αρόλας και του Γκρέκο τα τάνγκο ξεψυχώ
που είδα κάποτε να χορεύουν στο στενό,

κάποια στιγμή που αναδύεται απ’ το πουθενά,
δίχως πριν ούτε μετά, ενάντια στη λήθη,
που θυμίζει της ίδιας της απώλειας τα ήθη,
το χαμό και το ανακτημένο ξανά.

Στ’ ακόρντα υπάρχουν πράγματα παλιά, στους στίχους:
στο άλλο πάτιο και στης κληματαριάς τους γρίφους.
(Πίσω απ’ τους καχύποπτους τοίχους
ο Νότος κρατάει την κιθάρα και τη λαβή του ξίφους).

Εκείνο το ξέσπασμα, το τάνγκο, εκείνη η διαβολιά, της ζωής τα μεστά χρόνια προκαλεί.
Φτιαγμένος από σκόνη και χρόνο, ο άνθρωπος διαρκεί λιγότερο κι απ’ του μεσημεριού την αντηλιά,
που δεν είναι άλλο από Χρόνος. Το τάνγκο ένα ψεύτικο Χθες φτιάχνει, όπου βγαίνει αληθινή κατά
κάποιο τρόπο η απίθανη ανάμνηση ότι ένας σ’ έναν ανάστατο τόπο,
στον καβγά, σε μια γωνιά του προαστίου έχει πεθάνει.


Jorge Luis Borges

1899-1986

Τετάρτη, 23 Μαΐου 2012

ΕΛΕΝΗ


ΤΕΥΚΡΟΣ ... ες γην εναλίαν Κύπρον ου μ' εθέσπισεν
οικείν Απόλλων, όνομα νησιωτικόν
Σαλαμίνα θέμενον της εκεί χάριν πάτρας.
..............................................................
ΕΛΕΝΗ: Ουκ ήλθον ες γην Τρωάδ' , αλλ' είδωλον ήν.
.............................................................
ΑΓΓΕΛΟΣ: Τι φής;
Νεφέλης άρ' άλλως είχομεν πόνους πέρι;
ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ, ΕΛΕΝΗ



«Τ' αηδόνια δε σ' αφήνουνε να κοιμηθείς στις Πλάτρες».
Αηδόνι ντροπαλό, μες στον ανασασμό των φύλλων,
σύ που δωρίζεις τη μουσική δροσιά του δάσους
στα χωρισμένα σώματα και στις ψυχές
αυτών που ξέρουν πως δε θα γυρίσουν.
Τυφλή φωνή, που ψηλαφείς μέσα στη νυχτωμένη μνήμη
βήματα και χειρονομίες. δε θα τολμούσα να πω φιλήματα.
και το πικρό τρικύμισμα της ξαγριεμένης σκλάβας.
«Τ' αηδόνια δε σ' αφήνουνε να κοιμηθείς στις Πλάτρες».
Ποιες είναι οι Πλάτρες; Ποιος το γνωρίζει τούτο το νησί;
Έζησα τη ζωή μου ακούγοντας ονόματα πρωτάκουστα:
καινούργιους τόπους, καινούργιες τρέλες των ανθρώπων
ή των θεών.
η μοίρα μου που κυματίζει
ανάμεσα στο στερνό σπαθί ενός Αίαντα
και μιαν άλλη Σαλαμίνα
μ' έφερε εδώ σ' αυτό το γυρογιάλι.
Το φεγγάρι
βγήκε απ' το πέλαγο σαν Αφροδίτη.
σκέπασε τ' άστρα του Τοξότη, τώρα πάει να 'βρει
την καρδιά του Σκορπιού, κι όλα τ' αλλάζει.
Πού είναι η αλήθεια;
Ήμουν κι εγώ στον πόλεμο τοξότης.
το ριζικό μου, ενός ανθρώπου που ξαστόχησε.
Αηδόνι ποιητάρη,
σαν και μια τέτοια νύχτα στ' ακροθαλάσσι του Πρωτέα
σ' άκουσαν οι σκλάβες Σπαρτιάτισσες κι έσυραν το θρήνο,
κι ανάμεσό τους-ποιος θα το 'λεγε-η Ελένη!
Αυτή που κυνηγούσαμε χρόνια στο Σκάμαντρο.
Ήταν εκεί, στα χείλια της ερήμου. την άγγιξα, μου μίλησε:
«Δεν είν' αλήθεια, δεν είν' αλήθεια» φώναζε.
«Δεν μπήκα στο γαλαζόπλωρο καράβι.
Ποτέ δεν πάτησα την αντρειωμένη Τροία».
Με το βαθύ στηθόδεσμο, τον ήλιο στα μαλλιά, κι αυτό
το ανάστημα
ίσκιοι και χαμόγελα παντού
στους ώμους στους μηρούς στα γόνατα.
ζωντανό δέρμα, και τα μάτια
με τα μεγάλα βλέφαρα,
ήταν εκεί, στην όχθη ενός Δέλτα.
Και στην Τροία;
Τίποτε στην Τροία-ένα είδωλο.
Έτσι το θέλαν οι θεοί.
Κι ο Πάρης, μ' έναν ίσκιο πλάγιαζε σα να ήταν πλάσμα
ατόφιο.
κι εμείς σφαζόμασταν για την Ελένη δέκα χρόνια .
Μεγάλος πόνος είχε πέσει στην Ελλάδα.
Τόσα κορμιά ριγμένα
στα σαγόνια της θάλασσας στα σαγόνια της γης.
τόσες ψυχές
δοσμένες στις μυλόπετρες, σαν το σιτάρι.
Κι οι ποταμοί φουσκώναν μες στη λάσπη το αίμα
για ένα λινό κυμάτισμα για μια νεφέλη
μιας πεταλούδας τίναγμα το πούπουλο ενός κύκνου
για ένα πουκάμισο αδειανό, για μιαν Ελένη.
Κι ο αδερφός μου;
Αηδόνι αηδόνι αηδόνι,
τ' είναι θεός; τι μη θεός; και τι τ' ανάμεσό τους;
«Τ' αηδόνια δε σ' αφήνουνε να κοιμηθείς στις Πλάτρες».
Δακρυσμένο πουλί,
στην Κύπρο τη θαλασσοφίλητη
που έταξαν για να μου θυμίζει την πατρίδα,
άραξα μοναχός μ' αυτό το παραμύθι,
αν είναι αλήθεια πως αυτό είναι παραμύθι,
αν είναι αλήθεια πως οι άνθρωποι Δε θα ξαναπιάσουν
τον παλιό δόλο των θεών.
αν είναι αλήθεια
πως κάποιος άλλος Τεύκρος, ύστερα από χρόνια,
ή κάποιος Αίαντας ή Πρίαμος ή Εκάβη
ή κάποιος άγνωστος, ανώνυμος που ωστόσο
είδε ένα Σκάμαντρο να ξεχειλάει κουφάρια,
δεν το 'χει μες στη μοίρα του ν' ακούσει
μαντατοφόρους που έρχουνται να πούνε
πως τόσος πόνος τόση ζωή
πήγαν στην άβυσσο
για ένα πουκάμισο αδειανό για μιαν Ελένη.

ΑΓΑΠΗ




Τόσες μέρες, άι, τόσες μέρες
να σε βλέπω τόσο ακλόνητη και τόσο κοντά μου,
πώς πληρώνεται αυτό, με τι το πληρώνω;

Η αιμόχαρη άνοιξη
στα δάση ξύπνησε,
βγαίνουν οι αλεπούδες απ’ τις σπηλιές τους,
τα ερπετά πίνουν δροσιά,
κι εγώ πάω μαζί σου πάνω στα φύλλα,
ανάμεσα σε πεύκα και σιωπή,
κι αναρωτιέμαι αν τούτη την ευδαιμονία
πρέπει να την πληρώσω, πώς και πότε.

Απ’ όσα πράγματα έχω δει,
μονάχα εσένα θέλω να εξακολουθώ να βλέπω,
απ’ ό,τι έχω αγγίξει,
μονάχα το δέρμα σου θέλω ν’ αγγίζω:
αγαπώ το πορτοκαλένιο γέλιο σου,
μ’ αρέσεις την ώρα που κοιμάσαι.

Πώς να γίνει αγάπη, αγαπημένη,
δεν ξέρω οι άλλοι πώς αγαπάν,
δεν ξέρω πώς αγαπήθηκαν άλλοτε,
εγώ σε κοιτάζω και σε ερωτεύομαι, κι έτσι ζω,
φυσικότατα ερωτευμένος.
μ’ αρέσεις κάθε βράδυ και πιο πολύ.

Πού να ‘ναι; όλο ρωτάω
αν λείψουν μια στιγμή τα μάτια σου.
Πόσο αργεί! σκέφτομαι και με πειράζει.
Αισθάνομαι φτωχός, ανόητος και θλιμμένος,
και φτάνεις εσύ κι είσαι θύελλα
που φτερούγισε μέσα απ’ τις βερικοκιές.

Γι’ αυτό αγαπώ κι όχι γι’ αυτό,
για τόσα πράγματα και τόσο λίγα,
κι έτσι πρέπει να ‘ναι ο έρωτας
μισόκλειστος και ολικός,
σημαιοστόλιστος και πενθηφορεμένος,
λουλουδιασμένος σαν τ’ αστέρια
και χωρίς μέτρο – όριο, σαν το φιλί..


Μτφ: Δανάη Στρατηγοπούλου

Τρίτη, 22 Μαΐου 2012

Ο ΑΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΚΑΙ Η ΩΡΑΙΑ





Συχνά, στην Κοίμηση του Δειλινού, η ψυχή της έπαιρνε αντίκρυ

απ' τα βουνά μιαν αλαφράδα, μόλο που η μέρα ήταν σκληρή και

η αύριο άγνωστη.



Όμως, όταν σκοτείνιαζε καλά κι έβγαινε του παπά το χέρι πάνω από

το κηπάκι των νεκρών, Εκείνη



Μόνη της, Όρθια, με τα λιγοστά της νύχτας κατοικίδια -το φύσημα

της δεντρολιβανιάς και την αθάλη του καπνού από τα καμίνια-

στης θαλάσσης την έμπαση αγρυπνούσε



Αλλιώς ωραία!



Λόγια μόλις των κυμάτων ή μισομαντεμένα σ' ένα θρόισμα, κι άλλα

που μοιάζουν των αποθαμένων κι αλαφιάζονται μέσα στα κυπα-

ρίσσια, σαν παράξενα ζώδια, τη μαγνητική δορυφορώντας κε-

φαλή της άναβαν. Και μία



Καθαρότη απίστευτη άφηνε, σε μέγα βάθος μέσα της, το αληθινό το-

πίο να φανεί



Όπου, σιμά στον ποταμό, παλεύανε τον Άγγελο οι μαύροι άνθρωποι,

δείχνοντας με ποιόν τρόπο γεννιέται η ομορφιά



Ή αυτό που εμείς, αλλιώς, το λέμε δάκρυ.



Κι όσο βαστούσε ο λογισμός της, ένιωθες, εξεχείλιζε την όψη που

έλαμπε με την πίκρα στα μάτια και με τα πελώρια, σαν παλιάς

Ιεροδούλου, ζυγωματικά



Τεντωμένα στ' ακρότατα σημεία του Μεγάλου Κυνός και της Παρ-

θένου.



«Μακριά απ' τη λοιμική της πολιτείας, ονειρεύτηκα στο πλάι της

μιαν ερημιά, όπου το δάκρυ να μην έχει νόημα, κι όπου το μόνο

φως να 'ναι από την πυρά που κατατρώγει όλα μου τα υπάρ-

χοντα.



»Ώμο τον ώμο οι δυο μαζί ν' αντέχουμε το βάρος από τα μελλούμε-

να, ορκισμένοι στην άκρα σιγαλιά και στη συμβασιλεία των

άστρων



»Σαν να μην κάτεχα, ο αγράμματος, πως είναι κει ακριβώς, μέσα

στην άκρα σιγαλιά, που ακούγονται οι πιο αποτρόπαιοι κρότοι



»Και πως, αφότου αβάσταχτη έγινε στου αντρός τα στέρνα η μονα-

ξιά, σκόρπισε κι έσπειρε άστρα!»



Η Αυτοκτονία του Aτζεσιβάνο




Aνεπίληπτα επήρε το μαχαίρι
ο Aτζεσιβάνο. K' ήτανε η ψυχή του
την ώρα εκείνη ολάσπρο περιστέρι.
Kι όπως κυλά, από τ' άδυτα του αδύτου
των ουρανών, μες στη νυχτιά έν' αστέρι,
ή, ως πέφτει ανθός μηλιάς με πράο αγέρι,
έτσι απ' τα στήθη πέταξε η πνοή του.

Xαμένοι τέτοιοι θάνατοι δεν πάνε.
Γιατί μονάχα εκείνοι π' αγαπάνε
τη ζωή στη μυστική της πρώτη αξία,
μπορούν και να θερίσουνε μονάχοι
της ύπαρξής τους το μεγάλο αστάχυ,
που γέρνει πια, με θείαν αταραξία!

ΑΙΣΙΟΔΟΞΙΑ



Ας υποθέσουμε πως δεν έχουμε φτάσει
στο μαύρο αδιέξοδο, στην άβυσσο του νου.
Ας υποθέσουμε πως ήρθανε τα δάση
μ' αυτοκρατορικήν εξάρτηση πρωινού
θριάμβου, με πουλιά, με το φως τ' ουρανού,
και με τον ήλιο όπου θα τα διαπεράση.

Ας υποθέσουμε πως είμαστε κει πέρα,
σε χώρες άγνωστες, της δύσης, του βορρά,
ενώ πετούμε το παλτό μας στον αέρα,
οι ξένοι βλέπουνε περίεργα, σοβαρά.
Για να μας δεχθή κάποια λαίδη τρυφερά,
έδιωξε τους υπηρέτες της ολημέρα.

Ας υποθέσουμε πως του καπέλλου ο γύρος
άξαφνα εφάρδυνε, μα εστένεψαν, κολλούν,
τα παντελόνια μας και, με του πτερνιστήρος
το πρόσταγμα, χιλιάδες άλογα κινούν.
Πηγαίνουμε -- σημαίες στον άνεμο χτυπούν --
ήρωες σταυροφοόροι, σωτήρες του Σωτήρος.

Ας υποθέσουμε πως δεν έχουμε φτάσει
από εκατό δρόμους, στα όρια της σιγής,
κι ας τραγουδήσουμε, -- το τραγούδι να μοιάση
νικητήριο σάλπισμα, ξέσπασμα κραυγής --
τους πυρρούς δαίμονες, στα έγκατα της γης,
και, ψηλά, τους ανθρώπους να διασκεδάση.







Δευτέρα, 21 Μαΐου 2012

ΔΙΚΑΙΩΣΙΣ


Τότε λοιπόν αδέσποτο θ' αφήσω
να βουίζει το Τραγούδι απάνωθέ μου.
Τα χάχανα του κόσμου, και του ανέμου
το σφύριγμα, θα του κρατούν τον ίσο.

Θα ξαπλωθώ, τα μάτια μου θα κλείσω,
και ο ίδιος θα γελώ καθώς ποτέ μου.
«Καληνύχτα, τοφως χαιρέτισέ μου»
θα πω στον τελευταίο που θ' αντικρύσω.

Οταν αργά θα παίρνουμε το δρόμο,
η παρουσία μου κάπως θα βαραίνει
-- πρώτη φορά -- σε τέσσερων τον ώμο.

Υστερα, και του βίου μου την προσπάθεια
αμείβοντας, το φτυάρι θα με ραίνει
ωραία ωραία με χώμα και με αγκάθια.







Κυριακή, 20 Μαΐου 2012

ΙΔΑΝΙΚΟΙ ΑΥΤΟΧΕΙΡΕΣ


 

Γυρίζουν το κλειδί στην πόρτα, παίρνουν

τα παλιά, φυλαγμένα γράμματά τους,

διαβάζουν ήσυχα, κι έπειτα σέρνουν

για τελευταία φορά τα βήματά τους.


Ηταν η ζωή τους, λένε, τραγωδία.
Θεέ μου, το φρικτό γέλιο των ανθρώπων,
τα δάκρυα, ο ίδρως, η νοσταλγία
των ουρανών, η ερημιά των τόπων.

Στέκονται στο παράθυρο, κοιτάνε
τα δέντρα, τα παιδιά, πέρα τη φύση,
τους μαρμαράδες που σφυροκοπάνε,
τον ήλιο που για πάντα θέλει δύσει.

Oλα τελείωσαν. Το σημείωμα να το,
σύντομο, απλό, βαθύ, καθώς ταιριάζει,
αδιαφορία, συγχώρηση γεμάτο
για κείνον που θα κλαίει και θα διαβάζει.

Βλέπουν τον καθρέφτη, βλέπουν την ώρα,
ρωτούν αν είναι τρέλα τάχα ή λάθος,
«όλα τελείωσαν» ψιθυρίζουν «τώρα»,
πως θ' αναβάλουν βέβαιοι κατά βάθος..









ΕΜΒΑΤΗΡΙΟ ΠΕΝΘΙΜΟ ΚΑΙ ΚΑΤΑΚΟΡΥΦΟ



Στο ταβάνι βλέπω τους γύψους.
Μαίανδροι στο χορό τους με τραβάνε.
Η ευτυχία μου, σκέπτομαι, θα 'ναι
ζήτημα ύψους.

Σύμβολα ζωής υπερτέρας,
ρόδα αναλλοίωτα, μετουσιωμένα,
λευκές άκανθες ολόγυρα σ' ένα
Αμάλθειο κέρας.

(Ταπεινή τέχνη χωρίς ύφος,
πόσο αργά δέχομαι το δίδαγμα σου!)
Ονειρο ανάγλυφο, θα 'ρθω κοντά σου
κατακορύφως.

Οι ορίχοντες θα μ' έχουν πνίξει.
Σ' όλα τα κλίματα, σ' όλα τα πλάτη,
αγώνες για το ψωμί και το αλάτι,
έρωτες, πλήξη.

Α! πρέπει τώρα να φορέσω
τ' ωραίο εκείνο γύψινο στεφάνι.
Ετσι, με πλαίσιο γύρω το ταβάνι,
πολύ θ' αρέσω.







Σάββατο, 19 Μαΐου 2012

ΣΤΑΔΙΟΔΡΟΜΙΑ



Τη σάρκα, το αίμα θα βάλω
σε σχήμα βιβλίου μεγάλο.

«Οι στίχοι παρέχουν ελπίδες»
θα γράψουν οι εφημερίδες.

«Κλεαρέτη Δίπλα - Μαλάμου»
και δίπλα σ' αυτό τ' όνομά μου.


Την ψυχή και το σώμα πάλι
στη δουλειά θα δίνω, στην πάλη.

Αλλά, με τη δύση του ηλίου,
θα πηγαίνω στου Βασιλείου.

Εκεί θα βρίσκω όλους τους άλλους
λογίους και τους διδασκάλους.

Τα λόγια μου θα' χουν ουσία,
η σιωπή μου μια σημασία.

Θηρεύοντας πράγματα αιώνια,
θ' αφήσω να φύγουν τα χρόνια.

Θα φύγουν, και θα 'ναι η καρδιά μου
σα ρόδο που επάτησα χάμου.







ΜΙΚΡΗ ΑΣΥΜΦΩΝΙΑ ΣΕ Α ΜΕΙΖΟΝ


Α! κύριε, κύριε Μαλακάση,
ποιος θα βρεθεί να μας δικάσει,
μικρόν εμέ κι εσάς μεγάλο
ίδια τον ένα και τον άλλο;
Τους τρόπους, το παράστημά σας,
το θελκτικό μειδίαμά σας,
το monocle που σας βοηθάει
να βλέπετε μόνο στο πλάι
και μόνο αυτούς να χαιρετάτε
όσοι μοιάζουν αριστοκράται,
την περιποιημένη φάτσα,
την υπεροπτική γκριμάτσα
από τη μια μεριά να βάλει
της ζυγαριάς, κι από την άλλη
πλάστιγγα να βροντήσω κάτου,
μισητό σκήνωμα, θανάτου
άθυρμα, συντριμμένο βάζον,
εγώ, κύμβαλον αλαλάζον.
Α! κύριε, κύριε Μαλακάση,
ποιος τελευταίος θα γελάσει;









Παρασκευή, 18 Μαΐου 2012

ΥΠΟΘΗΚΑΙ





Οταν οι άνθρωποι θέλουν να πονείς,
μπορούνε με χείλιους τρόπους.
Ρίξε το όπλο και σωριάσου πρηνής,
όταν ακούσεις ανθρώπους.

Οταν ακούσεις ποδοβολητά
λύκων, ο Θεός μαζί σου!
Ξαπλώσου χάμου με μάτια κλειστά
και κράτησε την πνοή σου.

Κράτησε κάποιον τόπο μυστικό,
στον πλατύ κόσμο μια θέση.
Οταν οι άνθρωποι θέλουν το κακό,
του δίνουν όψη ν' αρέσει.

Του δίνουν λόγια χρυσά, που νικούν
με την πειθώ, με το ψέμα,
όταν [οι] άνθρωποι διαφιλονικούν
τη σάρκα σου και το αίμα.

Οταν έχεις μια παιδική καρδιά
και δεν έχεις ένα φίλο,
πήγαινε βάλε βέρα στα κλαδιά,
στη μπουτονέρια σου φύλλο.

Ασε τα γύναια και το μαστροπό
Λαό σου, Ρώμε Φιλύρα.
Σε βάραθρο πέφτοντας αγριωπό,
κράτησε σκήπτρο και λύρα.







Πέμπτη, 17 Μαΐου 2012

ΔΗΜΟΣΙΟΙ ΥΠΑΛΛΗΛΟΙ






Οι υπάλληλοι όλοι λιώνουν και τελειώνουν
σαν στήλες δύο δύο μές στα γραφεία.
(Ηλεκτρολόγοι θα 'ναι η Πολιτεία
κι ο Θάνατος, που τους ανανεώνουν.)

Κάθονται στις καρέκλες, μουτζουρώνουν
αθώα λευκά χαρτιά, χωρίς αιτία.
«Συν τη παρούση αλληλογραφία
έχομεν την τιμήν» διαβεβαιώνουν.

Και μονάχα η τιμή τους απομένει,
όταν ανηφορίζουμε τους δρόμους,
το βράδυ στο οχτώ, σαν κορντισμένοι

Παίρνουν κάστανα, σκέπτονται τους νόμους,
σκέπτονται το συνάλλαγμα, του ώμους
σηκώνοντας οι υπάλληλοι οι καημένοι.





ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ...



Ολοι μαζί κινούμε, συρφετός,
γυρεύοντας ομοιοκαταληξία.
Μια τόσο ευγενικιά φιλοδοξία
έγινε της ζωής μας ο σκοπός.

Αλλάζουμε με ήχους και συλλαβές
τα αισθήματα στη χάρτινη καρδιά μας,
δημοσιεύουμε τα ποιήματά μας,
για να τιτλοφορούμεθα ποιητές.

Αφήνουμε στο αγέρι τα μαλλιά
και τη γραβάτα μας. Παίρνουμε πόζα.
Ανυπόφορη νομίζουμε πρόζα
των καλών ανθρώπων τη συντροφιά.

Μόνο για μας υπάρχουν του Θεού
τα πλάσματα και, βέβαια, όλη η φύσις.
Στη Γη για να στέλνουμε ανταποκρίσεις,
ανεβήκαμε στ' άστρα τ' ουρανού.

Κι αν πειναλέοι γυρνάμε ολημερίς,
κι αν ξενυχτούμε κάτου απ' τα γεφύρια,
επέσαμε θύματα εξιλαστήρια
του «περιβάλλοντος», της «εποχής».







Τετάρτη, 16 Μαΐου 2012

ΑΠΟΣΤΡΟΦΗ




Φθονώ την τύχη σας, προνομιούχα
πλάσματα, κούκλες ιαπωνικές.
Κομψά, ρόδινα μέλη πλαστικές
γραμμές, μεταξωτά, διαφανή ρούχα.

Ζωή σας όλη τα ωραία σας μάτια.
Στα χείλη μόνο οι λέξεις των παθών.
Ένα έχετ' όνειρο: τον αγαθόν
άντρα σας και τα νόμιμα κρεβάτια.

Χορός ημιπαρθένων, δυο δυο,
μ' αλύγιστο το σώμα, θριαμβευτικά,
επίσημα και τελετουργικά,
πηγαίνετε στο ντάνσιγκ ή στο ωδείο.

Εκεί απειράριθμες παίρνετε πόζες.
Σαν τη σελήνη πριν ρομαντικές,
αύριο παναγίες, όσο προχτές,
ακούοντας τη «Valenzia», σκαμπρόζες.

Ένα διάστημα παίζετε το τέρας
με τα τέσσερα πόδια κολλητά.
Τρέχετε και διαβάζετε μετά
τον οδηγό σας «δια τα μητέρας».

Ω, να μπορούσε έτσι κανείς να θάλλη,
μέγα ρόδο κάποιας ώρας χρυσής,
ή να βυθομετρούσατε και σεις
με μια φουρκέτα τ' άδειο σας κεφάλι!

Ατίθασα μέλη, διαφανή ρούχα,
γλοιώδη στόματα υποκριτικά,
ανυποψίαστα, μηδενικά
πλάσματα, και γι' αυτό προνομιούχα...







ΣΤΟ ΑΓΑΛΜΑ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΠΟΥ ΦΩΤΙΖΕΙ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ


Λευτεριά, Λευτεριά σχίζει, δαγκάνει
τους ουρανούς το στέμμα σου. Το φως σου,
χωρίς να καίει, τυφλώνει το λαό σου.
Πεταλούδες χρυσές οι Αμερικάνοι,
λογαριάζουν, πόσα δολάρια κάνει
σήμερα το υπερούσιο μέταλλό σου.

Λευτεριά, Λευτεριά, θα σ' αγοράσουν
μεποροι και κονσόρτια κι εβραίοι.
Είναι πολλά του αιώνος μας τα χρέη,
πολλές οι αμαρτίες, που θα διαβάσουν
οι γενεές, όταν σε παρομοιάσουν
με το προτραίτο του Dorian Gray.

Λευτεριά, Λευτεριά, σε νοσταλγούνε,
μακρινά δάση, ρημαγμένοι κήποι,
όσοι άνθρωποι προσδέχονται τη λύπη
σαν έπαθλο του αγώνος, και μοχθούνε,
και τη ζωή τους εξακολουθούνε,
νεκροί που η καθιέρωσις του λείπει.









ΚΡΙΤΙΚΗ





Δεν είναι πια τραγούδι αυτό, δεν είναι αχός

ανθρώπινος. Ακούγεται να φτάνει

σαν τελευταία κραυγή, στα βάθη της νυχτός,

κάποιου πόχει πεθάνει.