Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Κυριακή, 8 Δεκεμβρίου 2019

Αντίλαλοι στα βράχια - Μέρος β΄* - [ιε΄]




Δεν ήρθες μοναχά για να γκρεμίσεις,
ήρθες να χτίσεις γκρεμίζοντας.


Λόγοι μάχης - Αφορισμοί





Ο μεγαλύτερος προορισμός σου είναι να μην αφήνεις μέρα να περάσει
δίχως να γκρεμίζεις, δίχως να χτίζεις, δίχως να πολεμάς,
δίχως να διατάξεις στον μέσα κόσμο σου να θέλει.





Να σφυρηλατείς την θέλησή σου για τον έξω πόλεμο,
δίχως να δείχνεις στους αντιπάλους σου το ακονισμένο ξίφος της σκέψης σου,
δίχως να τους λαβώνει η αδάμαστή σου επιμονή.





Όταν δεν έχεις πια στηρίγματα να κρατηθείς κι ο θεός κοιτάζει αλλού,
ξεδίπλωσε τις πνευματικές γέφυρες και στηρίξου σ’ εκείνους
που έγραψαν ιστορία εκπληρώνοντας το πεπρωμένο τους.





Να υπερασπίζεσαι τον μέσα κόσμο σου, το πνεύμα σου και τις ιδέες σου.






Πριν ξεκινήσεις την κάθε μάχη σου με το θάνατο, σε χαιρετούν και σου φωνάζουν από τον απέναντι βράχο
ο Σουν Τζού, ο Γιαμαμότο Τσουνετόμο, ο Φρειδερίκος Νίτσε, ο Κάρλ φον Κλαούζεβιτς κι ο Νίκος Καζαντζάκης...


[*] Μέρος β΄- "Ο έξω πόλεμος, της διαμόρφωσης..."


http://vorias.blogspot.com/
Αναρτήθηκε από Θ. Βοριάς

Σάββατο, 30 Νοεμβρίου 2019

ΤΑ ΜΠΟΤΙΤΣΕΛΕΙΑ ΔΕΝΤΡΑ


Των δέντρων
το αλφάβητο
ξεθωριάζει στο
τραγούδι των φύλλων
οι τεμνόμενες
ευθείες των λεπτών
γραμμάτων που σχημάτιζαν
τη λέξη χειμώνας
και το ψύχος
φωτίστηκαν
με
πράσινο έντονο
απ’ τη βροχή και τον ήλιο
οι αυστηρές απλές
αρχές των
ίσιων κλαδιών
αλλάζουν
απ’ τα τσιμπημένα εάν
του χρώματος, ευλαβείς
συνθήκες,
του έρωτα τα χαμόγελα
. . . . . . . .
έως ότου οι γυμνωμένες
προτάσεις
να λικνιστούν σαν γυναίκας
γοφοί κάτω από το ύφασμα
και να υμνήσουν μυστικά
και γρήγορα γεμάτες πόθο
την υπεροχή του έρωτα
το καλοκαίρι –
το καλοκαίρι το τραγούδι
τραγουδάει τον εαυτό του
τις πνιγμένες λέξεις σκεπάζοντας –


Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Κυριακή, 10 Νοεμβρίου 2019

Η ΕΥΤΥΧΙΑ




Όποιος αγκαλιάζει γυναίκα είναι ο Αδάμ. Και η γυναίκα είναι η Εύα.
Όλα γίνονται για πρώτη φορά.
Έχω δει κάτι άσπρο στον ουρανό. Μου λένε ότι είναι το φεγγάρι, αλλά
τί μπορώ να κάνω εγώ με μία λέξη και με μια μυθολογία;
Τα δέντρα με τρομάζουν όσο νά ’ναι. Είναι τόσο όμορφα.
Τα ήρεμα ζώα με πλησιάζουν για να τους πω τ’ όνομά τους.
Τα βιβλία της βιβλιοθήκης δεν έχουν γράμματα. Τ’ ανοίγω, και τότε

αναδύονται.
Ξεφυλλίζω τον άτλαντα και εμφανίζεται το σχήμα της Σουμάτρας.
Όποιος ανάβει σπίρτο στο σκοτάδι ανακαλύπτει τη φωτιά.
Στον καθρέφτη υπάρχει κάποιος άλλος που έχει στήσει καρτέρι.
Όποιος κοιτάει τη θάλασσα βλέπει την Αγγλία.
Όποιος εκφωνεί στίχο του Λίλιενκρον έχει κιόλας μπει στη μάχη.
Ονειρεύτηκα την Καρχηδόνα και τις λεγεώνες που κατερείπωσαν την

Καρχηδόνα.
Ονειρεύτηκα τον ζυγό και τη σπάθη.
Ευλογημένη η αγάπη που δεν γνωρίζει ούτε κτήτορα ούτε κτήμα, αλλά

ότι και οι δύο είναι δόσις αγαθή.
Ευλογημένος ο εφιάλτης, που μας αποκαλύπτει ότι μπορούμε να

δημιουργήσουμε την κόλαση.
Όποιος σε ποτάμι κατεβαίνει στον Γάγγη κατεβαίνει.
Όποιος κλεψαμμία κοιτάζει μιας αυτοκρατορίας την κατάλυση βλέπει.
Ο άνθρωπος που παίζει με στιλέτα τον θάνατο του Καίσαρα προλέγει.
Όποιος κοιμάται είναι όλοι οι άνθρωποι μαζί, ο κόσμος.
Στην έρημο είδα την νεαρή Σφίγγα, που μόλις είχανε αρχίσει να τη χτίζουν.
Ουδέν καινόν υπό τον ήλιον.
Όλα γίνονται για πρώτη φορά, αλλά με τρόπο αιώνιο.
Όποιος διαβάζει τα λόγια μου είναι και ο επινοητής τους.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
 

Τρίτη, 22 Οκτωβρίου 2019

ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ







ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ



Ετούτη τη στιγμή, εδώ και τώρα,
μας φαίνονται εύκολα πως ήσαν όλα
στο χτες το ανέκκλητο, το διαπλασμένο:
το κώνειο μόλις έχει πιεί ο Σωκράτης
και συζητούσε της ψυχής τους δρόμους,
ενόσω ο θάνατος, κυανός, επάνω
σκαρφάλωνε απ’ τα ψυχρά του πόδια·
στη ζυγαριά η ανελέητη η σπάθη
αντήχαε· η Ρώμη, να, το εξάμετρό της
το πλούσιο επέβαλε σε αυτής της γλώσσας
το μάρμαρο το ατίθασο, και βάθη
πλέον κατοικεί κερματισμένη τώρα·
οι πειρατές του Χένγκιστ έκοψαν με
κουπιά τής Βόρειας Θάλασσας τα πλάτη
και θαρραλέοι και με ακμαίο χέρι
βασίλειο ίδρυσαν που θα γινόταν
μι’ ανίκητη ύστερα αυτοκρατορία·
ο σάξων άναξ στον ομόλογό του
της Νορβηγίας υποσχέθηκε ότι
μια γης εφτά ποδάρια θάν του δώσει
και μάλιστα προτού να δύσει ο ήλιος –
το ετήρησε: στης μάχης το πεδίο· της
ερήμου οι ιππείς καλύψαν τον Λεβάντε
και απείλησαν τους τρούλους της Ρωσίας·
ο Πέρσης, που διηγήθηκε την πρώτη
από τις χίλιες μία νύχτες, λένε
δεν ήξερε καθόλου πώς αρχίζει
εκείνο το βιβλίο που τόσοι αιώνες,
με τις μετέπειτα γενιές, δεν θα το
παράταγαν μες στη σιωπή της λήθης·
ο Σνόρρι στη χαμένη έσωσε Θούλη
το φως, που σε βαριές εσπέρες σβήνει
ή μες στη νύχτα, εκεί που η μνήμη θέλει
να ρθει η ώρα κι η στιγμή να διασωθούνε
τα γράμματα και οι θεοί της Γερμανίας·
ο Σοπενχάουερ βρήκε, ακόμα νέος,
του σύμπαντος το γενικό το σχέδιο·
στο Μπρούκλιν, σ’ ένα εκεί γραφείο, ο Ουίτμαν,
σε οσμές μελάνης μέσα και ταμπάκου,
απόφαση το πήρε, μα δεν είπε
καν λέξη σε κανέναν, πως εκείνος
το σύνολο θα γίνει των ανθρώπων
και πως θα γράψει ένα βιβλίο νά ’ναι
για τους ανθρώπους όλους· ο Αρεδόνδο
ξεπάστρεψε τον Ιριάρτε Βόρδα
αχάραγο μες στο Μοντεβιδέο
και παραδόθηκε έπειτα εξηγώντας
στους δικαστές πως ήταν αυτουργός και
κανέναν πως δεν είχε συνεργό του·
στρατιώτης έπεσε στη Νορμανδία·
στρατιώτης έπεσε στη Γαλιλαία.


Αυτά τα πράγματα μπορούσανε να
μην έχουν γίνει. Μάλλον δεν υπάρχουν.
Σχεδόν. Τα φανταζόμαστε μες σ’ ένα
χτες αναπόδραστο, μα και μοιραίο.
Το τώρα μόνο υπάρχει. Χρόνος άλλος
δεν απαντάται. Μόνο αυτό το τώρα,
απόγειο αυτού που θά ’ρθει και όλων όσα
εγίνανε: η στιγμή ακριβώς που πέφτει η
σταγόνα στην κλεψύδρα. Απατηλό είναι
το χτες: περιοχή κέρινων σχημάτων
που ακίνητα προβάλλουν ή αναμνήσεις
με αξία φιλολογική που ο χρόνος
θα ρθει στο μέλλον να τις καταπιεί όλες
μες στους καθρέφτες του. Και μη νομίζεις
πως βρίσκονται υπαρκτοί ο Έρικ ο Ερυθρόχρους,
ο Κάρλος ο Δωδέκατος, ο Βρένος
και τούτ’ η εσπέρα η αόρατη, η δικιά σου,
που εγίνηκε δικιά σου: όχι στη μνήμη,
μα στην αιωνιότητά σου είναι.





http://alonakitispoiisis.blogspot.com/
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Νάιρα Κούτζιτς - Αρμενία







ΑΡΧΗ

Μερικές φορές ονειρεύομαι το στήθος της μητέρας μου.
Στα όνειρά μου, η μητέρα μου είναι γυμνή
και με λικνίζει
ενώ τρώει σπόρους ροδιού,
ενώ τρώει ηλιόσπορους.
Μερικές φορές ονειρεύομαι μόνο ένα από τα στήθη της.
Στα όνειρά μου, η μητέρα μου έχει μόνο ένα
και μαζί της με ασφυκτιά και τις κραυγές μου.
Σπόροι ροδιού σαν αιματηρές κύστεις λεκιάζουν το στήθος σας.
Οι ηλιανθόσποροι, όπως τα ξηρά δάκρυα πέφτουν στα πόδια σας.


Νάιρα Κούτζιτς - Αρμενία


_____


ΑΡΧΙΚΗ

Μερικές φορές, ονειρεύομαι το στήθος της μητέρας μου.
Στα όνειρά μου, η μητέρα μου είναι γυμνή
και με θηλάζει
Ενώ τρώει σπόρους ροδιού,
Ενώ τρώει ηλιόσπορους.
Μερικές φορές, ονειρεύομαι μόνο ένα στήθος.
Στο όνειρό μου, η μητέρα μου έχει μόνο ένα
και μαζί της, με πνίγει και τις κραυγές μου.
Οι σπόροι ροδιού σαν αιματηρές κύστεις λεκιάζουν το στήθος της.
Οι ηλιόσποροι, όπως τα αποξηραμένα δάκρυα πέφτουν στα πόδια της.


Νάιρα Κούτζιτς - Αρμενία
_______________________________

Naira Kuzmich (Ερεβάν, Αρμενία) _______________________________________________ Με βαθιά θλίψη πρέπει να μοιραστούμε ότι η Νάιρα Κούτζιτς, η οποία αποφοίτησε από το πρόγραμμα Master's ASU στη Δημιουργική Γραφή το 2013, πέθανε τον Οκτώβριο του 2017.





Δευτέρα, 21 Οκτωβρίου 2019

ΤΟ ΑΝΕΠΙΔΟΤΟ ΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ ΚΥΝΑΙΓΕΙΡΟΥ




ΤΟ ΑΝΕΠΙΔΟΤΟ ΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ ΚΥΝΑΙΓΕΙΡΟΥ

(Νοητό Αφήγημα)



(Σχέδιο Υιώτας. Οκτ. 2015) 

                                                                                                                  
ΤΟ ΑΝΕΠΙΔΟΤΟ ΓΡΑΜΜΑ 
ΤΟΥ ΚΥΝΑΙΓΕΙΡΟΥ

«…Φίλτατε αδελφέ, Αισχύλε,
Αυτήν την ώρα 
τολμώ να ασεβήσω στην αγάπη που 
σου έχω και στον θαυμασμό που με 
κατέχει για το θεϊκό σου πνεύμα 
με το 
να ψάχνω για λέξεις σωστές που να μη 
βαραίνουν σαν άψυχα κορμιά στο 
βάθος της θάλασσας που περιβάλλει
την αγαπημένη μας Σαλαμίνα.  
Με βασανίζει 
που δεν είχαμε χρόνο να υμνήσω την 
ανδρεία σου, όταν πολεμούσες σαν 
λιοντάρι τους Πέρσες, ούτε για τον 
τρόμο που πήρα σαν έπεσες κατάχαμα,
 πληγωμένος…  
Τόση ήταν η οργή που με κυρίευσε που 
ξέσπασα σ’ έναν αφηνιασμένο 
μακρυμάλλη τοξότη και 
τον ξάπλωσα αιμόφυρτο μόνο με δυο 
χτυπήματα! Ακόμη κι όταν τα μάτια του 
είχαν βασιλέψει, τα πόδια μου, 
ενεργώντας σαν να είχαν δικό τους 
νου, τον κλότσαγαν μέχρι που να γυρίσει ανάσκελα!  


 (Σχέδιο Υιώτας, 2015)
Τέτοια αγριάδα δεν είχα φανταστεί ποτέ
μου ότι κατοικούσε εντός μου, αγαπητέ μου αδελφέ, μα εκείνο το ρηθέν του «Μεγάλου Βασιλιά τους» ότι μας ζήτησε «γην και ύδωρ» 
πριν επιτεθούν, είχε καρφωθεί μέσα μου κι έτρωγε νυχθημερόν τα σωθικά μου.
Δεν ζητούσε «γην και ύδωρ» αδελφέ μου! 
Ζητούσε την πατρίδα μας και την 
θάλασσά μας! Όταν έκαναν «γέφυρα» 
τα πλοία τους για να περάσουν στην 
πολύτιμη γη μας, Αυτό εννοούσαν! 
Όταν ειρωνικά φοβέριζαν ότι τα βέλη 
τους θα σκοτεινιάσουν τον ήλιο μας, 
Αυτό εννοούσαν! Οι εντολές τους ήταν 
νόμος. Οι στρατηγοί τους αδίστακτοι!
(σχέδιο Υιώτας)
Η ψυχή μου και το αίμα μου βράζουν στην όψη της αδικίας 
κι όταν ο βρασμός είναι για την πατρίδα, τίποτα δεν τον μετριάζει!
Αδελφέ μου, εσύ, αναμειγνύεσαι με τα 
κοινά και τους νομοθέτες. 
Η ιστορία θα μνημονεύσει τα ονόματα και τα κατορθώματά τους. 
Μα η γη θέλει αίμα για να ποτιστεί, για να φυτρώσουν ήρωες! 
Η γη μας, θέλει τον ήλιο της καθαρό για να λάμψει, κι η θάλασσά μας θέλει τραγούδια των γλάρων πάνω από τα κατάρτια των πλοίων της 
για να μπορεί να μοιράζεται το χρώμα και τα χαμόγελα του ουρανού. 
 Αν δώσω το αίμα μου για την πατρίδα, 
είναι Ιερή η αιμοδοσία.   
Αν γκρεμίσω ένα εχθρικό πλοίο στην κοιλιά της θάλασσας, δεν θα είμαι μόνος μου! 
     Θα έχω την θεά Αθηνά και τον παμμέγιστο Δία να μ’ επιβλέπουν και να με καθοδηγούν…
(σχέδιο Υιώτας. 2015)

Αδελφέ μου Αισχύλε, εύχομαι να
μπορέσω να σου δώσω τούτη την 
έκρηξη της ψυχής μου, που με πνίγει.

Ανέκαθεν μ’ εντυπωσίαζε η λαμπρότητα
 του μυαλού σου μα και με δείλιαζε! 
Βάζω αυτήν την επιστολή κάτω από την 
ασπίδα, στο μέρος της καρδιάς και 
προσεύχομαι πρώτα για την Πατρίδα, 
μετά για τον πατέρα μας 
τον Ευφορίωνα και μετά για σένα. 
Εύχομαι οι θεοί να μου δωρίσουν έναν τιμημένο θάνατο…..»

…κι έτσι έγινε! 
Οι ουρανοί ήταν ανοιχτοί και η 
παράκληση του Κυναίγειρου 
εισακούσθηκε!
Φιλόπατρις, ήλιος φλεγόμενος, 
κυνήγησε με άλλους Αθηναίους τους 
Πέρσες στρατιώτες που πάσχιζαν να
μπουν στα αραγμένα πλοία τους για να 
διαφύγουν και να σωθούν από το κύμα 
της δίκης που τίποτα δεν το 
πισωγύριζε!


(σχέδιο Υιώτας)
Ο μύθος «λέει»  πως ο
Κυναίγειρος πρόσεξε ότι το 
κοντινό του πλοίο ανήκε στον 
στρατηγό Δάτι  
κι ότι το μυαλό του θόλωσε! 
Τα μάτια του έγιναν πελώρια, 
το κορμί  του ατσαλώθηκε, ίδιο κοφτερό διαμάντι πάνω σε γυαλί…
Ο Κυναίγειρος, άπλωσε 
το στιβαρό του χέρι να κρατήσει
 το Περσικό πλοίο που προσπαθούσε 
να ξεφύγει από τον θανατερό κλοιό…
 κι ένας, από ψηλά, του το έκοψε 
μ’ ένα τσεκούρι!
Τ’ αρπάζει το άλλο του χέρι, ο
 γενναίος Κυναίγειρος, η ίδια τύχη 
τον περίμενε!
Μόνον τα γερά του δόντια 
τού έμεναν να καθυστερήσει το 
εχθρικό πλοίο για να καταστραφεί…
(σχέδιο Υιώτας)

 Όμως, ο χαλκέντερος,
ο παθιασμένος φιλόπατρις 
Κυναίγειρος, 
ακέφαλος πλέον, σπαρτάριζε στην αγκαλιά της θάλασσας, έχοντας το γράμμα που δεν αξιώθηκε να δώσει στον αδελφό του, ματωμένο να πλέει  δίπλα του…   

                             
                                 ΤΕΛΟΣ

(Σημείωση:
Αυτό είναι ένα 
νοητό αφήγημα 

 που έλαβε  διάκριση στο Διαγωνισμό; «Μάχη της Σαλαμίνας»

  από την Δημαρχεία Σαλαμίνας.
Υπεβλήθη με το ψευδώνυμο: «Θαλασσένια» )     
  
http://astoriani.blogspot.com/ 

Παρασκευή, 18 Οκτωβρίου 2019

ΓΑΖΕΛΑ ΤΗΣ ΘΥΜΗΣΗΣ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ


Τη θύμησή σου μη μου παίρνεις.
Μόνη στα στήθια μου άφησέ την,

τρέμισμα ολάσπρης κερασιάς
μες στου Γενάρη το μαρτύριο.

Απ' τους νεκρούς με ξεχωρίζει
ένας κακών ονείρων κόσμος.

Δίνω καημό δροσάτου κρίνου
για μια καρδιά που είν' από γύψο.

Όλη τη νύχτα μες στον κήπο
σαν δυο σκυλιά τα δυο μου μάτια.

Όλη τη νύχτα κυνηγώντας
κάτι φαρμακερά κυδώνια.

Καμιά φορά η πνοή του αγέρα
είναι μια τουλίπα φόβου.

Είναι μια τουλίπα αρρώστιας
το χάραμε του χειμώνα.

Κακών ονείρων ένας τοίχος
απ' τους νεκρούς με ξεχωρίζει.

Η ομίχλη σιωπηλά σκεπάζει
Τον γκρίζο κάμπο του κορμιού σου.

Απ' της αντάμωσης την πύλη
πικρό το κώνειο ξεφυτρώνει.

Μα άφησε εδώ τη θύμησή σου,
μόνη στα στήθια σου άφησέ την.

Πέμπτη, 17 Οκτωβρίου 2019

στο άδειο βαγόνι: Kώστας Ριτσώνης

στο άδειο βαγόνι: Kώστας Ριτσώνης (ποιήματα από τη «Βραχνή Φωνή»)

photo link



        Χάνομαι εκεί που αρχίζουν τα τραγούδια

        στα μπακαλικάκια
        εκεί που οι μπεκρήδες τραγουδούν


        ***

        Ήρθα στο ξενυχτάδικο
        μόνο για ένα ποτό
        και για ν' ακούσω τραγούδια

        δε γυρεύω γυναικεία συντροφιά
        έχω προχωρημένη μοναξιά


        ***

        Μεράκλωσα με το τραγούδι
        που έλεγε για κλειδαριές
        και για καρδιές

        (του 'χε πέσει το κλειδί στο πηγάδι
        πώς θα ξεκλείδωνε την καρδιά της;

        Αν θελήσει η καρδιά
        λυγίζει η κλειδαριά
        δε χρειάζονται βουτιές


        ***

        Γεμάτος μοναξιά καπνίζω
        μπροστά στα καπνοχώραφα
        χωρίς να νοιάζομαι για τους χωριάτες
        που με κόπο μαζεύουν τα καπνά


        ***

        Ένα τηλεφωνικό καλώδιο
        ριγμένο στο χωράφι
        μεταφέρει κρυφές συνομιλίες

        αν κοπεί τα μυστικά
        θα ξεχυθούν στα χόρτα
        και θα πρασινίσουν

        Ένα άλλο θαμμένο
        σε βαθύ χαντάκι

        όταν κάποιος ποντικός
        μασάει το σύρμα
        τα λόγια που ξεφεύγουν
        πνίγονται στο στόμα του


        ***

        Η ΓΙΑΛΑΝΤΡΑ

        Καλύτερα περνούσε
        φυλακισμένη στο χωριό
        σε ευρύχωρο κλουβί
        κελαηδούσε πιο άνετα
        έβλεπε μακριά πρασινάδες

        τώρα στην Αθήνα
        το πολύ πολύ ν' ακούσει το κελάηδισμα
        μιας άλλης γιαλάντρας
        φυλακισμένη κι αυτή
        σε μακρινό μπαλκόνι


        ***

        Γιατί κατηγορείτε τον αλήτη
        που κατουρά στο ντουβαράκι
        κοντά στην είσοδο του Υπουργείου;
        Ο προστάτης του τον βασανίζει

        κι εσείς με τόσους προστάτες
        βουλευτές, μπαρμπάδες
        που σας διορίζουν σε γραφεία
        με καμπινέδες καθαρούς
        τα βάζετε με ένα φουκαρά


        ***

        Βάδιζε μες στην Αθήνα
        και γράφε ποιήματα
        για σκονισμένα παπούτσια





          Κώστας Ριτσώνης
          1946-2015

*από τη συλλογή «Η βραχνή φωνή»
[ποιήματα 1969-2001],
ποιήματα των φίλων, 2003


http://trenopoiisis.blogspot.com/2019/10/kostas-ritsonis.html



Τρίτη, 15 Οκτωβρίου 2019

Επεξηγήσεις για τη σελήνη


V
Όταν κοιμάται ένα ψάρι δημιουργεί τη θάλασσα
εκεί κοντά κουρνιάζουν οι γλάροι,
ο ένας δίπλα στον άλλον οι γλάροι, δεν έχουν φάσεις,
όλοι έχουν την ίδια ηλικία, το ίδιο ύψος.

Παραμέρισε το χώμα, δες με τα χέρια σου,
οι κόκκοι των ημερών, ο ένας δίπλα στον άλλον,
μήτε πριν, μήτε μετά.

Μήτε πριν, μήτε μετά
έχτισαν τις πόλεις τη μια πάνω στην άλλη,
τις τύλιξαν με θρύλους.
https://exitirion.wordpress.com/2019/10/03/melih-cevdet-anday/#more-6703


Ο Melih Cevdet Anday (Μελίχ Τζεβντέτ Αντάυ), γεννήθηκε το 1915 στην Κωνσταντινούπολη. Δημοσίευσε 11 ποιητικές συλλογές, οχτώ θεατρικά έργα, οχτώ μυθιστορήματα, δεκαπέντε συλλογές δοκιμίων, ένα βιβλίο με απομνημονεύματα και κέρδισε όλα τα βραβεία ποίησης της Τουρκίας. Κατά τη διάρκεια της θητείας του στη Βιβλιοθήκη της Άγκυρας, απολύθηκε καθώς συμμετείχε στην απεργία πείνας για την απελευθέρωση του Ναζίμ Χικμέτ. Πέθανε στην Κωνσταντινούπολη τον Νοέμβριο του 2002.

Κυριακή, 13 Οκτωβρίου 2019

ΘΕΡΜΟΠΥΛΕΣ







ΘΕΡΜΟΠΥΛΕΣ


Σαν τραγικά ανάγλυφα απ’ τον θάνατο κομμένα
σε μάζες σκοτεινές βουνών από άθραυστο γρανίτη
θαυμάζονται κορμιά από μάρμαρο, όλα τους αθλητι-
κα σχήματα Σπαρτιατών απ’ τη μοίρα διαλεγμένα.


Εκεί πλατιά τα στήθη τους, πλατιά και φουσκωμένα,
που τά ’χουν οι μυώνες και τα νεύρα τους για σπίτι·
εκεί οι συσπάσεις οι βαθύτατες, των πόνων σκήτη,
που ο χρόνος πάγωσε στα μέλη τ’ αδρανοποιημένα.


Πολέμησαν υπό σκιάν που ρίχνανε τα βέλη
των Μήδων· υψηλόφρονες καθώς η δόξα θέλει·
πεσόντες, που άφοβα τη νίκη εζήτησαν, με δρίμη.


Εσύ, που αλύμαντη των αρετών τηρείς τη μνήμη,
να τους σκεφτείς γυμνούς, των χιμαιρών να ιππεύουν κέλη-
τες στο ζενίθ της Ιστορίας, με άσβεστη τη φήμη.


http://alonakitispoiisis.blogspot.com/
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Παρασκευή, 11 Οκτωβρίου 2019

(Ήμασταν εκατομύρια Ήμασταν αιωνόβια δέντρα ήμασταν βλαστάρια ήμασταν σπόροι.)


Ήμασταν εκατομύρια
Ήμασταν αιωνόβια δέντρα
ήμασταν βλαστάρια
ήμασταν σπόροι.
Από της Άγκυρας το κράνος
ήρθαν την αυγή
μας ξερίζωσαν
μας έσυραν μακριά
πολύ μακριά
Στο δρόμο που πηγαίναμε
πολλά αιωνόβια δέντρα ξεράθηκαν
πέθαναν πολλά βλαστάρια απ’ το κρύο
πολλοί σπόροι ποδοπατήθηκαν
χάθηκαν, ξεχάστηκαν .
Λιγνέψαμε
σαν καλοκαιρινό ποτάμι
λιγοστέψαμε
σαν φθινοπωρινά πουλιά
απομείναμε λίγες μοναχά χιλιάδες
Μα είχαμε σπόρους
που τους έφερε πίσω ο άνεμος
κι έφτασαν πάλι στα διψασμένα βουνά
κρύφτηκαν στις σχισμές των βράχων
με την πρώτη βροχή
με τη δεύτερη βροχή
με την τρίτη βροχή
μεγάλωσαν ξανά
Τώρα γίναμε πάλι δάσος
είμαστε μιλιούνια
είμαστε σπόροι
φυτά
και αιωνόβια δέντρα
πέθανε το γέρικο κράνος!
Και τώρα εσύ το καινούργιο κράνος
γιατί έβαλες την κόψη της λόγχης
κάτω απ’ το πηγούνι σου;
Νομίζεις πως θα μας ξεκάνεις;
Όμως εγώ το ξέρω
όπως και συ το ξέρεις
όσο υπάρχει έστω κι ένας σπόρος μοναχά
για τη βροχή και για τον άνεμο
το δάσος δεν θα τελειώσει ποτέ.
20.Σεπτεμβρίου.1987, Στοκχόλμη
Ο Σέρκο Μπέκας είναι από τους πιο διάσημους Κούρδους ποιητές. Γεννήθηκε το 1940 στη Σουλεϊμανίγια του Νότιου Κουρδιστάν (Ιράκ).


Αιωνιότητα,

Αιωνιότητα,
επιθυμώ την ανακωχή για να αγαπήσω.
Γεννήθηκα στον πόλεμο και ίσως,
να έχω ήδη σκοτωθεί.
Στην εφηβεία μου με άρπαξε ο πόλεμος,
η νεότητά μου στηρίχτηκε σε μάχες
και σε μια ιστορία αγάπης.
Όλη μου η ζωή είναι από αληθινά πυρά,
πυρομαχικά παρμένα από το αίμα μου.
Στο ρυθμό της τρελής μου καρδιάς,
περιφέρομαι άσκοπα ανάμεσα στο καταφύγιο
και την πρώτη γραμμή του πυρός...
Όταν το μέτωπο της καρδιάς υποχωρεί,
το μέτωπο της πατρίδας αντηχεί εκρήξεις.
Αγαπητή μου αιωνιότητα,
δεν έχω το δικαίωμα να ζητήσω μια σύντομη ανακωχή
ας πούμε δέκα χρόνια,
για να βιώσω την αγάπη μου εν ειρήνη;
Γεννήθηκα με μια σφαίρα στο στόμα
βουτηγμένη στο αίμα...
Το πρώτο μου μαξιλάρι ήταν μια χειροβομβίδα,
κούκλα μου ένα Καλάσνικοφ.
Σήμερα, θα ήθελα να υψώσω λευκή σημαία
για μια εκεχειρία.
Για χάρη μου
κι άλλη μια
για χάρη της αγαπημένης μου Βηρυτού.
Μια σύντομη εκεχειρία, τόσο δα μικρή
που θα διαρκέσει όμως μια αιώνια στιγμή:
Χίλια και ένα χρόνια.
| Γάντα αλ Σαμμάν, Συρία | Προς την αιωνιότητα | Ανθολογία Σύγχρονης Αραβικής Ποίησης | μτφρ.: Πέρσα Κουμούτση | εκδόσεις ΑΩ |

Τετάρτη, 9 Οκτωβρίου 2019

ΕΤΣΙ ΠΟΥ ΤΡΑΥΛΙΣΑ…


v
Λοιπόν, μπροστά μας έχουμε θανάτους
πέσαμε σε κακούς καιρούς και μέρες οργισμένες
χάνουμε τους δικούς μας και μας χάνουν
τρικυμισμένο μας αρπάει το χωματένιο πέλαγος

Αλλιώς θαρρούσαμε το τέλος∙
σκοπός που εκπληρώνεται ή (το ίδιο) ματαιώνεται
σκορπιός που μπήγει το κεντρί του στο κεφάλι του
Δεν είχαμε υποψιαστεί τη φρίκη μιας συνέχειας
(πως γίνεται να ’χει συνέχεια το τέλος;)

Αλλιώς, καταπώς φαίνεται, το τέλος έχει μόνο αρχή
και πώς να το περάσουμε μη φτάνοντας ποτέ και πουθενά

Ήξεραν οι παλιοί και προνοούσαν
να ’ναι ελαφρό το χώμα τους
φύλαγαν πάντα ένα λευκό σεντόνι στο σεντούκι
συγύριζαν το μέσα τους , στόλιζαν τις ψυχές τους
ήξεραν να μοιρολογούν
εξοικειώνονταν με τους νεκρούς τα ’λεγαν μεταξύ τους
        στ’ όνειρό τους
κι έπαιρναν απ’ το χέρι τους το αντίδωρο του αγνώστου
κάθε που τους ξεπροβοδίζανε στου ξύπνου το κατώφλι

Κι εμείς τώρα δεν ξέρουμε ούτε πού ’ναι πεταμένα τα κόκαλα
        της μάνας μας…
Έχουμε αποκοπεί από τους πεθαμένους
δεν ακούγεται πια η φωνή τους μέσα στη φωνή μας
δεν ξέρουμε να κλάψουμε
πώς να φερθούμε μπρος στο θάνατο και τι να πούμε
Στα ουράνια βάραθρα γκρεμοτσακίζονται τα λόγια μας
άδεια χελωνοκαύκαλα

Επίμετρο: Ο Βύρων Λεοντάρης, γεννήθηκε στη Νιγρίτα Σερρών, το 1932. Σπούδασε νομικά και δημοσίευσε ποιήματα και κριτικά δοκίμια. Το 1997, έλαβε το Κρατικό Βραβείο ποίησης για το έργο του: «Εν γη αλμυρά». Έφυγε από τη ζωή στις 6 Αυγούστου του 2014.

Δευτέρα, 7 Οκτωβρίου 2019

ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ

Η Σύλβια Πλαθ (1932, Βοστόνη) έγραψε το πρώτο της ποίημα στα οκτώ της χρόνια, ηλικία που έχασε τον πατέρα της Οτο Πλαθ. Διακεκριμένος καθηγητής κολεγίου, ήταν ο πρώτος άντρας που η Σύλβια αγάπησε. Χόρευε κι έπαιζε πιάνο μόνο για τα μάτια του κι εκείνος της χάιδευε το κεφάλι. Οταν διαγνώστηκε ότι έπασχε από διαβήτη, αρνήθηκε κάθε θεραπεία και ακρωτηρίασαν το πόδι του. Επειτα από τον θάνατό του, αυτή η αδιαφορία του εκλήφθηκε από όλους ως παραίτηση από τη ζωή.
Οταν ανακοίνωσαν στη Σύλβια ότι ο πατέρας της πέθανε, είπε: «Δεν θα μιλήσω ποτέ ξανά στον Θεό» κι έβαλε τη μητέρα της, Ορέλια, να της υποσχεθεί ότι δεν θα ξαναπαντρευόταν. Η σχέση με τη μητέρα της ήταν σχέση αγάπης–μίσους και συχνό θέμα στις συνεδρίες της με την ψυχίατρο δρ Μπρούσερ...
http://ekfrastiki-grafi.gr/…/giati-i-silvia-plath-den-epsi…/

ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ
Σύλβια Πλαθ

Είμαι ασημένιος κι ακριβής. Χωρίς προκαταλήψεις.
Ό,τι κι αν δω, αμέσως το ρουφάω
Έτσι όπως είναι, χωρίς να με θαμπώνει αγάπη ή απέχθεια.
Δεν είμαι σκληρός, μονάχα φιλαλήθης…
Το μάτι ενός μικρού θεού, με τέσσερις γωνίες.
Τον περισσότερο καιρό στοχάζομαι τον τοίχο απέναντί μου.
Ροζ με κηλίδες είναι. Τον κοιτάζω τόσον καιρό τώρα
Που μου φαίνεται κομμάτι της καρδιάς μου. Μα τρεμοπαίζει.
Πρόσωπα και σκοτάδι μάς χωρίζουν ξανά και ξανά.
Τώρα είμαι λίμνη. Μια γυναίκα σκύβει πάνω μου,
Ψάχνοντας στα νερά μου το τι στ’ αλήθεια είναι.
Έπειτα στρέφεται σε κείνους τους ψεύτες, τα κεριά ή το φεγγάρι.
Βλέπω τη ράχη της, και την αντανακλώ πιστά.
Με δάκρυα μ’ ανταμείβει και μια τρικυμία από χέρια.
Της είμαι σημαντικός. Έρχεται και ξανάρχεται.
Κάθε πρωί το πρόσωπό της του σκοταδιού παίρνει τη θέση.
Μέσα μου πνίγηκε, νεαρό κορίτσι, και μέσα μια γριά
Μέρα τη μέρα αναδύεται προς το μέρος της, σαν ψάρι τρομερό.