Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Σάββατο, 6 Απριλίου 2019

ΕΠΙΛΟΓΟΣ








Αφού συμπληρώθηκε ήδη ο αριθμός των βημάτων
που σού ’χανε δοθεί να περπατήσεις στη γη,
λέω ότι έχεις πεθάνει. Όπως κι εγώ έχω πεθάνει.
Εγώ, που θυμάμαι με κάθε ακρίβεια τη νύχτα
κι εκείνον τον ανέγνωρο αποχαιρετισμό μας ,
αναρωτιέμαι σήμερα: Τι έγινε μ’ εκείνα τα δύο αγόρια
που γύρω στα χίλια εννιακόσια είκοσι τόσο
ζητούσανε με πίστη άδολη πλατωνική να βρούνε κάτι
στα μεγάλα πεζοδρόμια της νύχτας
του Νότου ή στην κιθάρα του Παρέδες
ή μέσα σε μύθους για γωνιές και μαχαιρώματα
ή με το χάραμα, που ποτέ κανένας δεν ακούμπησε,
ω Αδελφέ μου στα μεταλλεία του Κεβέδο
και στην αγάπη του πολύτροπου εξαμέτρου,
ω εσύ που ανακάλυψες (όλοι μας τότε ανακαλύπταμε)
τούτο το πανάρχαιο όργανο, τη μεταφορά,
ω Φραγκίσκε Λουδοβίκε, του βιβλίου μελετητή,
μακάρι λέω και παρακαλώ να μοιραστείς αυτό το μάταιο
βράδυ μαζί μου χωρίς αιτιολογίες και εξηγήσεις,
και να με συντρέξεις να σμιλέψω τους στίχους μου.


http://alonakitispoiisis.blogspot.com/
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

[ΜΠΡΟΣΤΑ ΝΑ ΒΡΙΣΚΕΣΑΙ ΑΠΟ ΚΑΘΕ ΧΩΡΙΣΜΟ]


Μπροστά να βρίσκεσαι από κάθε χωρισμό, σαν νά ’ταν πίσω 
σου, σαν χειμώνας που όπου νά ’ναι τελειώνει… πά’ να σβήσει.
Γιατί από τους χειμώνες κάτω αδιάλειπτος χειμώνας το ίσο
κρατεί, κι εκεί η καρδιά σου, σαν ξεχειμωνιάζει, ζει – θα ζήσει.
Και νά ’σαι πάντοτε νεκρός στην Ευρυδίκη – όρθιος σήκω,
υψώσου πάλι, με τραγούδια την αγνή τη σχέση υμνώντας.
Στους εκδημούντες μέσα νά ’σαι, εδώ, στης παρακμής τον οίκο
καθάριο κρύσταλλο που ηχεί και που συντρίβεται ηχώντας.
Ναι, νά ’σαι! – Μα και του μη όντος τη συνθήκη να γνωρίσεις:
τον λόγο που ατερμόνως δρα και εντός σου προκαλεί δονήσεις –
εσύ, να ξέρεις, φτάσε κι επιτέλεσέ τον τώρα εδώ!
Στους μεταχειρισμένους, στους βωβούς, στους υποκώφους πόρους
(στης τέλειας φύσης τ’ αποθέματα) αφάτους βόμβους και όρους
ενθουσιασμένος μέτρα και εκμηδένισε τον αριθμό!
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Κυριακή, 31 Μαρτίου 2019

ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΗΛΙΟΣ ΣΤΗ ΒΙΛΑ ΛΟΥΡΟ


Βράδυ σαν τη μέρα της Εσχάτης Κρίσεως.
Ο δρόμος είναι πληγή ανοιχτή στον ουρανό.
Δεν ξέρω τώρα πια αν ήτανε Άγγελος ή λιόγερμα
η διαύγεια που έκαιγε στο βάθος-βάθος.
Επίμονη, σαν εφιάλτης, με βαραίνει η απόσταση.
Ένα συρματόπλεγμα πληγώνει τον ορίζοντα.
Ο κόσμος είναι άχρηστος και αποσυρμένος, στην άκρη.
Στον ουρανό έχει ξημερώσει, η νύχτα όμως στις τάφρους
μέσα είναι προδότρα.
Όλο το φως είναι στους γαλάζιους φράχτες και στις φωνές
των μικρών κοριτσιών.
Δεν ξέρω τώρα πια αν είναι δέντρο ή θεός αυτό που
ακουμπάει να στηριχτεί στα σκουριασμένα κάγκελα.
Και πόσες χώρες ταυτόχρονα: ο κάμπος, ο ουρανός, τα
προάστια.
Σήμερα ήμουν πλούσιος σε δρόμους, σε φιλοσοφικά
ηλιοβασιλέματα και σ’ ένα βράδυ που κατέληξε
έκπληξη.
Αργότερα θα ξαναγυρίσω στη φτώχεια μου.
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Παρασκευή, 29 Μαρτίου 2019

Η ΣΙΩΠΗ ΣΟΥ, ΕΓΩ





Βιολιά να πέφτουν βλέπω από το στόμα σου,
θλιμμένα, μαραμένα, δίχως καν φτερά
την έρημο αναγγέλλοντας όπου και ανθίζεις·
του νυχτερινού όνειρου βλέπω τη σιωπή
καμπάνες να σχεδιάζει αδρανείς, άνευ κινήτρου,
που σφυρηλατούν το τρυφερό σου καλοκαίρι
και που σήμερα, κρύβοντας τις θαυμαστές τους γλώσσες,
μες στης σιωπής τον αρπισμό εσένα ορίζουνε.


Σε κοιτάω, σε κοιτάω συνέχεια
σαν πηγή άδεια, ρημαγμένη,
εγκάθειρκτη σε τρόμο κατάπληκτο
που γεννήθηκε στου στόματός σου την ελεγεία,
ποτάμι πανάρχαιο πουλιών ακτινοβόλων.
Η φωνή σου ως πνέει τα λοίσθια ( : αέρας νεογέννητος)
είναι θαμνάκι ομίχλης στο κομμένο σου δάσος απέναντι·
τούτ’ η σωπασμένη φωνή (έν’ αστέρι απελπισμένο
χωρίς μουσική και να βγαίνει από τον όλεθρο)
πέφτει αβυσσωμένο στη ρίζα του,
στον ηχηρό σου χειμώνα πέφτει μέσα.


Ξέρω ότι τα χέρσα σου χείλη δεν φτερουγίζουνε,
πόρτα είναι σπιτιού που έπεσε, γκρεμίστηκε,
γιατί κάποιο όραμα σ’ έχει οδυνηρό κυκλώσει,
σ’ έχει κρύψει στην κλίνη σου
και σ’ έχει σκεπασμένη με σεντόνια πένθιμα
ανάμεσα σε κάτι σύννεφα συγκεχυμένα.


Δεν θέλω να γνωρίσω τη φωνή του λόγου σου
που κομμάτια έγινε και θρύψαλλα στο στόμα σου,
ούτε να μειώσω όση απόσταση έχεις διανύσει
σαν πεταλούδα δίχως φτερά
γιατί το σώμα μου έχει όρια ελεγείων που ψυχομαχούνε
και με γεμίζει ο ήχος σου από παρατημένους δρόμους.
Να εκσφενδονίσω σκέφτηκα
στις γωνίες και στις καμπύλες του σκότους σου
βλέμματα που θα οργανώσουνε το διαλυμένο σου σχήμα
και με τρόπο φυσικό θα λύσουν την αμετάβλητη σιωπή σου.
Όμως όχι. Αγαπάω περισσότερο τούτη την ηρωική σιγή,
πιο πολύ απ’ το σωριασμένο σου βλέμμα
που εφυλλορρόησε μέσα στην ακίνητη μοναξιά,
σαν φωτιά ναυαγισμένη σε κήπο.


Λέγοντάς σε με το αποτεφρωμένο σου όνομα
νιώθω πως από τις πρωταρχές σου σε κρατάω
ζωντανή, σαν καθαρό καθρέφτη φωτεινή,
παρούσα στη χαρά μου που ’ναι σαν ανάσα που σβήνει.


Το δέρμα σου κάνω να φλοισβίζει δίχως ήχο,
δεμένη ήδη σ’ έχω μέσα στο κορμί μου,
πριν απ’ της σιωπής το προμήνυμα,
και στο τέλος παραμένω στη σιωπή,
αφού έχω πνίξει πια το τραγούδι μου
στη σιωπή μέσα τη δική σου.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.



















http://alonakitispoiisis.blogspot.com/

Πέμπτη, 28 Μαρτίου 2019

Πηνελόπη μυστική


Έχω πολλές πατρίδες να σου δώσω
Της μάνας το αρχαϊκό μειδίαμα
Του πατέρα τον βαρύ χορό στα τρία
Το Οκτωήχι του αδελφού στην προσευχή
Των συγγενών ατέλειωτες πολεμικές ιστορίες
Τη θάλασσα που μας ξεπλένει την ντροπή
Το χώμα που κοιτώ σαν περιμένω κάθε γέννα
Έχω πολλές αθάνατες πατρίδες που δεν μίσεψαν ποτέ
Αρκεί να τις πεθυμήσεις.
17.5.2018*

Δευτέρα, 25 Μαρτίου 2019

SPUTNIK 2017









Θέλω να ξεκινήσω με ένα χασμουρητό

Ας πούμε: ο σκύλος είναι ο καλύτερος φίλος του ανθρώπου.
Δεν υπάρχει τίποτα πιο προβλέψιμο
από το λιντσάρισμα μιας κοινής αλήθειας.
Εξίσου προβλέψιμη είναι και η εξέλιξη του πολιτισμού.
Σαν να επινικελώνουμε διαρκώς το ίδιο χασάπικο.


Όπως καταλαβαίνεται, δεν μου καίγεται καρφί για τα διαστημόπλοια.
Ό, τι δεν γδέρνεται κάτω από απ' τα νύχια σου 
                                                         έχει κάτι το απάνθρωπο. 
Α, η αληθινή εξερεύνηση 
ξεκινά 
           από το πιο μαλακό σου σημείο
Τρώει πολλή τρυφερότητα.

Σιγά σιγά
               Βρίσκω μέσα μου τις λέξεις 
για να επιζήσω κουβεντιαστά
Αυτό δεν είναι σχέδιο πτήσης
είναι το δικό μου
                           επείγον πολίτευμα.

Ζούμε σε μία εποχή απόλυτης αναρχίας στην απάντηση
και στυγνής δικτατορίας στην ερώτηση.
Χρειαζόμαστε 
                      μια μέση κατάσταση.

Ερώτηση: τι κάνει ένας σκύλος στο διάστημα
Απάντηση: διαγράφει μια ελλειπτική πορεία.
Ούτε η ηρωική απελπισία της ευθείας, ούτε η λύτρωση του κύκλου.
Αυτό το ανάμεσα. Μια μπάσταρδη κίνηση.
Η πραγματική μητέρα του ιλίγγου.

Ίλιγγος
            στην πιο βαριά του μορφή
είναι όταν εσύ 
                       και ο χρόνος 
σκυλεύετε
                την ίδια σκέψη
ταυτόχρονα.

Ένας ασκημένος αναγνώστης 
θα μυρίσει στην παραπάνω φράση διάσπαρτο θάνατο.

Η έκθεση θανάτου της Λάικας* αναφέρει ότι ο θάνατος προήλθε από
ταχυκαρδία λόγω υπερθέμανσης. Αυτό είναι πέρα ως πέρα ψευδές.
Κανείς δεν πεθαίνει από ταχυκαρδία. Δεν υπάρχει λέξη ταχυκαρδία.
Υπάρχει μόνο χτυποκάρδι.

Προβληματίζομαι μέρες ανάμεσα σε χτυποκάρδι και καρδιοχτύπι.
Κατέληξα στο εξής συμπέρασμα: χτυποκάρδι γράφουμε εδώ στη γη.
Καρδιοχτύπι γράφουμε στο διάστημα.
Λόγω έλλειψης βαρύτητας.  

Ό, τι ξεκινά με χασμουρητό τελειώνει με γάβγισμα

Τι κάνει ένας σκύλος στο διάστημα;
- Γαβγίζει τ' αστέρια.

Κάτι που δεν αναλύεται προς κάτι που δεν αναλύεται.
Η τέλεια απόκριση. Ανάμεσα σε δύο μοναξιές. Με δίχως αντίλαλο.

Τι άλλο να ζητήσει κανείς 

                                          από ένα αδέσποτο..



Σάββατο, 23 Μαρτίου 2019

ΓΥΝΑΙΚΑ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΛΙΑ



Τα βουνά, μακρινά και ατάραχα,
το ποίημά μου σηκώνουν. Εσύ, γυμνή,
και διάφανη, ξηλώνεσαι, διαλύεσαι
σε πέταλα εύρωστα, του σφρίγους,
στην ποίησή μου ξαπλωμένη όπως είσαι.
Μπερδεμένη η κόμη σου η αβάσιμη στη θάλασσα.
Ο ήλιος να πετάει στο άρωμά σου μέσα.
Η θάλασσα στη βάση του πόθου μου. Και
κάποιο καβούρι άχρηστο θέλει το πρόσχημά μου νά ’ναι.
Η φωνή, που πάλλεται στο στήθος σου,
θάβεται στα χέρια σου
για να την έχω δίπλα μου εγώ και φράχτη μου.
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Πέμπτη, 7 Μαρτίου 2019

ΜΠΟΥΕΝΟΣ ΑΪΡΕΣ









Τί είναι το Μπουένος Άιρες;
Είναι η Πλατεία Μαΐου, όπου επιστρέφουν, αφού πολέμησαν σε ολόκληρη
  την ήπειρο, άντρες εξαντλημένοι και ευτυχείς.
Είναι ο λαβύρινθος των φώτων που όλο μεγαλώνει, καθώς τον βλέπουμε, όταν
  κατεβαίνει το αεροπλάνο και από κάτω του είναι η ταράτσα, το
  πεζοδρόμιο, η τελευταία μεσαυλή, τα ήσυχα πράγματα.
Είναι ο μαντρότοιχος του νεκροταφείου της Ρεκολέτας, όπου έστησαν και
  εκτέλεσαν κάποιον από τους προγόνους μου.
Είναι ένα μεγάλο δέντρο στην οδό Χουνίν, που, εντελώς εν αγνοία του,
   μας δίνει ίσκιο και δροσιά.
Είναι ένας δρόμος μακρύς με χαμόσπιτα που σβήνει και μεταμορφώνεται
  κάθε δειλινό σαν πέφτει ο ήλιος.
Είναι η Νότια Αποβάθρα, απ’ όπου σαλπάρανε κάποτε ο Κρόνος και ο Κόσμος.
Είναι το πεζοδρόμιο της οδού Κιντάνα, όπου ο πατέρας μου, που ήτανε
  τυφλός, έκλαψε, επειδή είδε κάποτε τα πανάρχαια άστρα.
Είναι μια πόρτα με αριθμό, πίσω απ’ την οποία, μες στο σκοτάδι, πέρασα
  δέκα μέρες και δέκα νύχτες, ακίνητος μέρες και νύχτες που δεν είναι
  πια στη μνήμη μου ούτε μία στιγμή.
Είναι ο χάλκινος καβαλάρης που ρίχνει ολόγυρα από ψηλά τους
  ομόκεντρους κύκλους του ίσκιου του.
Είναι ο ίδιος καβαλάρης μες στη βροχή.
Είναι μια γωνιά στην οδό Περού, όπου ο ο Χούλιο Σέσαρ Δαβόμπε μάς είπε
  ότι η χειρότερη αμαρτία που μπορεί να διαπράξει άνθρωπος είναι να
  φέρει στον κόσμο ένα παιδί καταδικάζοντάς το να ζήσει τούτη τη
  φοβερή ζωή.
Είναι η Ελβίρα δε Αλβεάρ να γράφει σε υπέροχα τετράδια ένα μακρύ
  μυθιστόρημα, το οποίο στην αρχή ήταν φτιαγμένο από λέξεις και στο
  τέλος του από ασαφή ορνιθοσκαλίσματα με μουντζαλιές.
Είναι το χέρι της Νόρας να σχεδιάζει την όψη μιας φίλης που είναι και όψη
  αγγέλου.
Είναι ένα σπαθί που υπηρέτησε στους πολέμους και που τώρα πιά δεν είναι
  όπλο αλλά μάλλον ενθύμιο.
Είναι ένα ξεθωριασμένο έμβλημα ή μια φθαρμένη δαγκεροτυπία, πράγματα
  που ανήκουν πλέον στον χρόνο.
Είναι η μέρα που αφήσαμε μια γυναίκα και η μέρα που μια γυναίκα μάς άφησε.
Είναι εκείνη η αψίδα στην οδό Μπολίβαρ, απ’ όπου φαίνεται η Βιβλιοθήκη.
Είναι η αίθουσα της Βιβλιοθήκης, όπου, γύρω στα 1957, ανακαλύψαμε τη
  γλώσσα των σκληροτράχηλων Σαξόνων, τη γλώσσα του μεγάλου
  θάρρους και της άφατης θλίψης.
Είναι η παρακείμενη αίθουσα – αυτή όπου πέθανε ο Πωλ Γκρουσάκ.
Είναι ο τελευταίος καθρέφτης που επανέλαβε την όψη του πατέρα μου.
Είναι η μορφή του Χριστού που είδα μες στη σκόνη, θρυψαλλιασμένη από
  σφυριές, σ’ ένα από τα κλίτη του ναού της Πιετά.
Είναι ένα σπίτι ψηλό στον Νότο όπου η γυναίκα μου και εγώ μεταφράζουμε
  τον Ουίτμαν, ο μέγας αντίλαλος του οποίου μακάρι ν’ αντηχεί σε τούτη
  εδώ μέσα τη σελίδα.
Είναι ο Λουγόνες, να κοιτάζει απ’ το παραθυράκι του τρένου τις μορφές
  που χάνονται, και να συλλογίζεται ότι δεν τον κυριεύει πια η ιδέα
  του καθήκοντος να τις μεταφράσει με λέξεις για πάντα, γιατί το
  ταξίδι του αυτό θα είναι και το τελευταίο του.
Είναι, μες στη ακατοίκητη νύχτα, κάποια γωνιά στο Όνσε, όπου ο
  Μακεδόνιος Φερνάντες, που έχει πεθάνει, επιμένει να συνεχίζει
  να μου εξηγεί ότι ο θάνατος δεν είναι παρά πλάνη.
Δεν επιθυμώ να συνεχίσω· τα πράγματα αυτά είναι πολύ προσωπικά, είναι
  ό,τι είναι, όσο μεγάλο και αν είναι αυτό, και είναι επίσης το Μπουένος
  Άιρες.
Το Μπουένος Άιρες είναι ο άλλος δρόμος, που ποτέ μου δεν περπάτησα,
  είναι το μυστικό κέντρο του κάθε οικοδομικού τετραγώνου, οι τελευταίες
  μεσαυλές, είναι ό,τι κρύβουν οι προσόψεις, είναι ο εχθρός μου, αν έχω
  όντως εχθρό, είναι εκείνος που δεν γουστάρει τους στίχους μου (που ούτε
  κι εγώ πάντως τους γουστάρω), είναι εκείνο το βιβλιοπωλείο που δεν το
  πιάνει καν το μάτι σου και που μπήκαμε μέσα κάποια φορά και που τώρα
  πια το έχουμε τελείως ξεχάσει, είναι η γοητεία κάποιας μιλόνγκας
  που σιγοσφυρίζαμε παλιά και που τώρα πια καν δεν τη θυμόμαστε, κι ούτε
  μας αγγίζει καθόλου, είναι αυτό που έχει χαθεί και αυτό που θα έλθει, είναι
  το ύστατο των υστάτων, το μακρινό και ξένο, αυτό που ανήκει σε άλλους,
  είναι η γειτονιά που δεν είναι δική σου ή δική μου, είναι εκείνο που δεν
  ξέρουμε, μα το ποθούμε τόσο μα τόσο.




http://alonakitispoiisis.blogspot.com/
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


Τόση πολλή άνοιξη και μόνο ένας ουρανός να την κρατήσει

Τόση πολλή άνοιξη
και μόνο ένας ουρανός
να την κρατήσει
Φύσα αγάπη να ξεδιψάσει
η γη λουλούδια !




Τρίτη, 5 Μαρτίου 2019

ΠΟΙΗΜΑ











Η φωνή σου
διακόπτει τον κόσμο
και του δίνει άλλη λέξη. Τώρα γυρίζει
στις σιωπές του ήλιου. Έχει
θάλασσες, και η δική σου ιδέα για τη θάλασσα
είναι ομορφότερη απ’ τη θάλασσα. Νησιά
υπάρχουν όταν μιλάς και
φεύγουν όταν σταματάς
στο νησί της που βουλιάζει
κινούμενο μες στη ζωή μου
και ένα ρολόι προσποιείται πως
εμάς τα κορμιά μας κοιμούνται.



http://alonakitispoiisis.blogspot.com/
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΑΙΔΟΙΟ ΣΟΥ







Το μαύρο αιδοίο σου, απαλό σαν του πουλιού τα πτίλα
ανάμεσα σε κίτρινα, λευκά και μωβ μετάξια,
για τα δικά μου μάτια σάμπως φάρος ίσκιων ήταν,
σαν θάλασσα –με κύματα χλομά– τεταραγμένη.


Έν’ άρωμα βαρύ, σαν από εξωτικά νησάκια,
στη λεία θέρμη των αβρών μηρών σου κολυμπούσε.
Ναυάγησα σαλός και μένω δίχως τάξη ή κρίση
στις ευωδιές που εσκάλιζες πιο μέσα από τη φούστα.


Μα με τί θλίψη, σαν σε αυγή εύθρυπτη, μετά βρισκόμουν
να πλέω εν μέσω κίτρινων, λευκών και μωβ συννέφων!
Να σβήνει εκοίταγα το φως απ’ τις σκιές της νύχτας,
σαν κύμα του γιαλού, τη ράθυμη εσαεί ανία.




http://alonakitispoiisis.blogspot.com/
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Δευτέρα, 4 Μαρτίου 2019

ΜΕ ΤΟΥΣ ΣΥΡΜΟΥΣ ΤΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ











Μια μουσική είναι στον αντίχειρά σου
το κόκκινο άλλοθι και βλέπω κλώθει
κροτίδες κάλλους που έκπαγλο ευοδώθη
σαν τον αμνό όταν έγινε βορά σου.


Βορείως του οπτικού σου χυτηρίου
μια θράκα ανοίγεις καταιγίδων μόλις
πληκτρολογούνται οι άνεμοι της όλης


τριβής με φλογισμούς να βρεις θηρίου
φαντασιακά τινάγματα ελασμάτων


στους εκτροχιασμούς των φαντασμάτων.


https://alonakitispoiisis.blogspot.com/2019/03/blog-post_86.html



Σάββατο, 2 Μαρτίου 2019

Σ’ ΕΝΑΝ ΓΑΤΟ











Λαλίστεροι οι καθρέφτες δεν θωρούν στην άκρη,
ούτε είναι πιο κρυφή η αυγή η περιπετειώδης·
στο σεληνόφως είσαι πάνθηρας σκιώδης
που ως σύμβολο μας ξεμακραίνει από τα μάκρη.
Ματαίως ψάχνουμε πώς ο μηχανισμός σου
με θεϊκά διατάγματα θα λειτουργήσει·
πιο πέρα κι απ’ τον Γάγγη ποταμό ή απ’ τη Δύση
η μοναξιά σου – και είναι μυστικό δικό σου.
Μα καταδέχεται, ναι, η ράχη σου να πάει
στο αιφνίδιο χάδι του χεριού μου. Και μου αφήνεις
–στη λήθη μέσα όπου αιώνες και αιώνες σβήνεις–
αυτό το χέρι μου δειλά να σ’ αγαπάει.
Σε χρόνον άλλο ζεις. Σαν ηγεμών του απείρου
διοικείς τον χώρο τον περίκλειστο του ονείρου.


http://alonakitispoiisis.blogspot.com/
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Κυριακή, 24 Φεβρουαρίου 2019

ΕΠΙΚΛΗΣΗ ΣΤΟΝ ΤΖΟΫΣ



Σκόρπιοι σε πρωτεύουσες σκόρπιες,
και ολομόναχοι και πολλοί-πολλοί,
παίξαμε πως ήμασταν ο Αδάμ ο πρωτόπλαστος,
που έδωσε ονόματα στα πράγματα.
Απ’ τις τεράστιες κατηφόρες της νύχτας
που συνορεύουν με τη χαραυγή
γυρεύαμε (το θυμάμαι ακόμα) τις λέξεις
για τη σελήνη, για τον θάνατο, για το πρωί
και για τις άλλες του ανθρώπου συνήθειες.
Υπήρξαμε ο ιμαζισμός, ο κυβισμός,
οι αποσυνάγωγοι και οι αιρέσεις
που τα πανεπιστήμια τα μωρόπιστα τόσο μα τόσο σέβονται.
Επινοήσαμε την έλλειψη της στίξης,
την παράλειψη των κεφαλαίων γραμμάτων,
τις στροφές εν είδει περιστεράς
των βιβλιοθηκαρίων της Αλεξάνδρειας.
Τέφρα των χειρών μας το έργο
και πυρκαγιά μεγάλη η πίστη μας.
Εσύ, εν τω μεταξύ,
στις πόλεις της εκτόπισης,
σ’ εκείνη την εκτόπιση που ήταν
το μισητό και αγαπημένο σου όργανο,
εσφυρηλάτησες της τέχνης σου το όπλο,
ανέγειρες τους επίπονους λαβυρίνθους σου,
τους απειροστικούς και άπειρους,
μα και θαυμασίως ασήμαντους, νά ’ναι
πιο πυκνοκατοικημένοι και από την ίδια την ιστορία.
Θα πεθάνουμε χωρίς να έχουμε δει
το τέρας το δίμορφο ή το ρόδο
που αποτελούν το πολυδαίδαλο κέντρο σου,
η μνήμη φυλάει ωστόσο τα φυλαχτά της,
τους βεργιλιανούς αντίλαλους,
κι έτσι στους δρόμους της νύχτας εξακολουθούν να βρίσκονται
τα υπέροχά σου τάρταρα του κάτω κόσμου,
τόσες και τόσες διακυμάνσεις και μεταφορές δικές σου,
και τα χρυσάφια όλα της σκιάς σου.
Τί σημασία έχει η δική μας δειλία, αν υπάρχει στη γη
ένας και μόνο άνθρωπος γενναίος;
Τί σημασία έχει η θλίψη, αν υπήρχε μες στα χρόνια
κάποιος που είπε πως είναι ευτυχισμένος;
Και ποιόν ενδιαφέρει η χαμένη γενιά μου,
τούτος ο θολός στ’ αλήθεια καθρέφτης,
αν τα βιβλία τη δικαιώνουν τα δικά σου;.
Εγώ είμαι οι άλλοι. Είμαι όλοι εκείνοι
που διασώθηκαν από το πείσμα και την αυστηρότητά σου.
Είμαι εκείνοι όλοι που, ενώ δεν τους γνωρίζεις, ακόμα τους σώζεις.
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΚΑΠΟΙΟΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ



Άσε τους άλλους να καυχώνται για τις σελίδες που έχουν γράψει·
εγώ υπερηφανεύομαι για όσες έχω διαβασμένες.
Δεν υπήρξα φιλόλογος,
και δεν έχω εντρυφήσει στις εγκλίσεις, στις διαθέσεις
ή στα πάθη των φωνηέντων και συμφώνων,
τα τόσο δύσκολα στο να τα μάθεις:
στη μετάπτωση του δέλτα σε ταυ
ή στην ισοσθένεια του γάμμα και του κάππα – μπορεί, ναι,
αλλά σε όλη μου τη ζωή αφέθηκα
ψυχή τε και σώματι στης γλώσσας το πάθος.
Οι νύχτες μου είναι γεμάτες από Βιργίλιο·
έχοντας μάθει και έχοντας ξεχάσει τα Λατινικά
μου έχει μείνει κάτι κέρδος, γιατί η λήθη
είναι μία από τις μορφές της μνήμης,
το ασαφές, το θολό της υπόγειο,
η άλλη όψη, η μυστική, του νομίσματος.
Όταν έσβηναν στα μάτια μου
οι μάταιες αγαπημένες μορφές,
τα πρόσωπα και η σελίδα, αμέσως
δινόμουν στη μελέτη της σιδερένιας γλώσσας
που χρησιμοποιούσαν οι πρόγονοί μου
για να τραγουδάνε σπαθιά και μοναξιές·
και τώρα, έπειτα από επτά αιώνες,
από την Εσχάτη Θούλη, έρχεται, ιδού,
σ’ εμένα η φωνή σου εδώ, ω Σνόρρι Στούρλουσον.
Ο νέος, μπρος απ’ το βιβλίο, εφαρμόζει επιστήμη αυστηρή
και ζητά να φτάσει σε γνώση επίσης αυστηρή·
στην ηλικία μου κάθε τέτοιο ξεκίνημα
είναι περιπέτεια που χύνεται στη νύχτα.
Δεν θα καταφέρω να ολοκληρώσω την αποκρυπτογράφηση
των αρχαίων γλωσσών του Βορρά,
ούτε θα χώσω τ’ ανήσυχα χέρια μου στο χρυσάφι του Σίγκουρντ·
η αποστολή που αναλαμβάνω είναι τεράστια
και θα με συνοδεύει ίσαμε το τέλος, όντας
όχι λιγότερο μυστηριώδης από το σύμπαν,
και μοιάζοντας μ’ εμένα, τον εντελώς αρχάριο.



https://alonakitispoiisis.blogspot.com/
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Σάββατο, 23 Φεβρουαρίου 2019

ΜΙΚΡΗ ΜΑΓΙΣΣΑ





Κάποτε, κάποιοι θα το πουν πως ήταν

μάγισσα μικρή κι ατίθαση. Αφού στριφογυρνούσε

στο κάθε φύσημα του αγέρα κι άφηνε

στη διψασμένη ακρογιαλιά της Αρχαίας Ελίκης

μικρές λακκούβες για να κολυμπούν

άδεια κογχύλια και ψαράκια ανώριμα .


Αφού 

τη θάλασσα παράβγαινε στου νου τα κύματα

κι ανάδοχος γινόταν σε κάθε βράχο αρσενικό

που αναζητούσε έρωτα αρμυρό, σεληνιασμένο,

σπάζοντας δίχως έλεος των καραβιών τα όνειρα

που ορίζοντα δεν έχουν. 


Μάγισσα μικρή, που βάφτιζε

με ονόματα καινούρια τον κάθε άνεμο, 
την κάθε μέρα.

Αφού τις πέτρες έσπαζε να ακούσει 

τη φωνή της σιωπής, αφού ιχνογραφούσε 
τον κάθε ρόγχο, τον κάθε ψίθυρο, 
την κάθε ανάσα από τις νύχτες της πάγκαλλης Θεάς που λυτρωμό δεν είχε.


Κάποιοι, κάποτε, θα πουν ότι αόρατη γινόταν

σαν με τις λέξεις χόρευε 

και παθιασμένα αψηφούσε τον πόνο που έγδερνε της καρδιάς το κέλυφος και στέρευε 
των ματιών τις βρύσες. 

Κι αυτή, 
σαν μάγισσα μικρή κι ατίθαση,
υποψήφια του "κάποτε"

θα κρύβεται πίσω από τα πέπλα της σελήνης 

σαν παραδίνεται

στου ήλιου το ανέβασμα 

για να γλυκάνει ο κόσμος.




ΕΓΩ ΤΗ ΧΕΙΡΟΝΟΜΙΑ ΑΠΑΙΤΩ ΕΝΟΣ ΓΕΛΙΟΥ ΣΟΥ


Ποθώ να σε δώ:
τη φαντασία ποθώ των μαλλιών σου
για να εγκαινιάσω κραυγή
ελευθερίας σε ώρες πολύ αργές· την εξέγερση
των χθόνιων σφυγμών σου
που θέτουν σε κίνηση αρχές σημαιών,
και κατηγορούν τις αναβολές, τη φρόνιμη
απελπισία, τον χρόνο.
Το ουρλιαχτό χρειάζομαι ενός βλέμματός σου
και πέρα από της ύπαρξής σου τη βία
εγώ τη χειρονομία απαιτώ ενός γέλιου σου.

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Παρασκευή, 22 Φεβρουαρίου 2019

Νοσταλγικό



Στην πραγματικότητα είχα μαντέψει
τη ζωή σου πολύ πριν την καταθέσεις.
Σχεδόν πριν σε συναντήσω.
Ήξερα τι έκανες παιδί,
πόσο φωτίζονταν το πρόσωπό σου
όταν μέτραγες τ’ αστέρια στις σκεπές.
Πώς επέμεναν τ’ αγκάθια κρυμμένα στο
σκοτάδι της πληγής και στο φέγγος της.
Ήξερα τι σ’ έκανε να τρέχεις στο λεμονοδάσος
και να γελάς βυθισμένος
στο χρυσό σωρό του σταριού.
Τι σ’ έκανε ανεπανόρθωτα να κλαις.
Ήξερα τις Δευτέρες… η πίστη σου χώραγε
σ’ ένα παλιό φθαρμένο πουκάμισο.
Γινόσουν τόσο κοντινός…σαν τον παλμό του τσιγάρου μου.
Και τα Σάββατα μακρινά από τη στάχτη
μια άλλη ακτή μια άλλη απόσταση
απ’ ό,τι μίσησες και σ’ αγάπησε.



Σε φέρνω μπροστά στα μάτια και σε κοιτάζω.
Χωρίς εξομολογήσεις. Χωρίς παρηγοριές.
Και σ’ εγκαταλείπω σ’ ένα μερίδιο αρχαίας φτώχειας
όπως νόθο παιδί και όπως τον ξένο.



Και τώρα ξέρω. Θες να ‘ρθεις να με κρατήσεις
από το χέρι και σιγανά να βαδίσουμε έξω από
το πελώριο ευνουχισμένο σύμπαν.

Δευτέρα, 18 Φεβρουαρίου 2019

Άρχισα να γράφω

Άρχισα να γράφω
Το μελάνι σκιαγραφούσε
τον χορό των δαχτυλιδιών
στα στρόγγυλα γράμματα
κι οι γωνίες παραφυλούσαν
τον τόνο της μουσικής
Ετρεχε το μολύβι να προλάβει
σαν αλλος μαραθωνοδρόμος
που γιορταζε τα πατίνια του στο χαρτί
μια σελίδα ..μπα οχι αυτο
τσαλάκωμα ..πεταμα
ξανά απο την αρχή
Θέλω να σου πω..
πίσω παλι η μύτη της γραφής
με βηματα βαλς μια εδω μια εκει
θαρρεις και ήθελε να κερδίσει χρόνο
μεχρι την επόμενη κινηση
Σκυτάλη στα δάχτυλα
προχωράτε
δυο χιλιοστα απ το πέλαγο
μισό μίλι απ την στερια
Ανοιξε η αμπάρα των λέξεων
ποια θα περασει πρώτη
το ταξιδι γλυκό σαν νεράντζι
να σπάει το φτερό της γλώσσας
Στροβιλίζει η ανέμη
τα κουδουνίσματα φτάσαν
στην άκρη του λαιμού
κι η ανασα κομμενη απ τη λαχταρα
Περνά το κυμα σβήνει κι άλλο
γελά ενα κοραλι του βυθού
κι απλωνει τα κλαδιά του
να ρίξει χρώματα
Κοιτάζω ..γελώ
τρυφερά κρατώ στο στόμα
το κόκκινο φύλλο
Πόσος δρόμος
για ένα τόσο δα .. μου λείπεις !


https://lenagalaxias.blogspot.com/

ΕΚΕΙΝΟΣ


Ω μέρες αφιερωμένες στο ανώφελο
μι’ απόπειρα να ξεχαστεί η βιογραφία κάποιου
ποιητή ελάσσονος στο νότιο ημισφαίριο,
που τού ’δωσαν το ριζικό και τ’ άστρα
σώμα να έχει, που όμως δεν θα αφήσει γιό,
και την τυφλότητα, που είναι ειρκτή και σκότος,
και τα γεράματα, το χάραμα ετούτο του θανάτου,
και τη φήμη, που κανείς δεν την αξίζει,
και τη συνήθεια ενδεκασύλλαβους να πλέκει,
και έρωτα παμπάλαιο για τις εγκυκλοπαίδειες
και για τους τέλειους καλλιγραφημένους χάρτες
και το λεπτότατο σεντέφι και μία νοσταλγία
ανίατη για τα λατινικά μαζί με θύμησες
αποσπασματικές του Εδιμβούργου, της Γενεύης,
τη λησμονιά ημερομηνιών και ονομάτων
και τις λατρείες της Ανατολής, που οι λαοί
οι ανατολικοί καθόλου πια δεν συμμερίζονται,
και εσπερινούς παλλόμενης ελπίδας
και την κατάχρηση της ετυμολογίας
μα και το σίδερο από συλλαβισμούς σαξονικούς
και τη σελήνη, που ολοένα μας εκπλήσσει,
και τούτο το κακό το χούι, το Μπουένος Άιρες,
των σταφυλιών και του νερού τη γεύση,
αλλά και του κακάου, γλυκάδα μεξικάνικη,
και κάτι κέρματα, και μία κλεψαμμία
το χρόνο να μετράει έτσι όπως λιγοστεύει
και που κάποιο βράδυ, ίδιο με όλα τ’ άλλα,
σε αυτούς εδώ τους στίχους παρατιέται.
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Παρασκευή, 15 Φεβρουαρίου 2019

Ο ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΣ


Ο ποταμός, Ηράκλειτε, είμαστε που επικαλείσαι.
Ο χρόνος είμαστε. Και το ανέγγιχτό του ρεύμα
λιοντάρια παρασέρνει και βουνά, και κατεβάζει
δακρύβρεχτα ειδύλλια, έρωτες, μαζί με τέφρες
των ηδονών κι ατέρμονες όσο και ύπουλες ελπίδες,
ονόματα τεράστια βασιλείων που ’ναι σκόνη,
εξάμετρους ελληνικούς και εξάμετρους Ρωμαίων,
μια θάλασσα μουντή στο λυκαυγές υποταγμένη,
και το όνειρο, την πρόγευση τουτέστιν του θανάτου,
τις εξαρτύσεις των πολεμιστών και τα μνημεία,
του Ιανού τα δυό κεφάλια που δεν ξέρει τό ’να το άλλο,
τους φιλντισένιους λαβυρίνθους που σαν το στημόνι
στον αργαλειό να τρέχουν βάζουν πιόνια σε σκακιέρα,
το κόκκινο το χέρι του Μακμπέθ που θα δυνόταν
τις θάλασσες να βάψει στο αίμα, και το μυστικό έργο
των ρολογιών στους μαύρους ίσκιους μέσα, έναν καθρέφτη
που αδιάκοπα κοιτάζεται σε άλλον καθρέφτη μέσα,
ενώ κανένας μα κανένας γύρω δεν τους βλέπει,
κι ελάσματα ατσαλένια, γοτθικές μορφές γραμμάτων,
ένα μασούρι με θειάφι μέσα σ’ ένα ερμάρι,
και ασήκωτα απ’ το βάρος σήμαντρα της αϋπνίας,
χαράματα και δειλινά, ηλιοβασιλέματα, όρθρους,
αντίλαλους, ζαλάδες, άμμους, όνειρα λειχήνες.
Δεν είμαι τίποτ’ άλλο πάρεξ οι εικόνες τούτες
που ανακατεύει η τύχη ή τις ονοματίζει η πλήξη.
Μαζί τους τώρα εγώ, αγκαλά τυφλός και τσακισμένος,
τον ακατάλυτο τον στίχο να δουλέψω πρέπει
και (χρέος μου είναι αυτό) τον εαυτό μου πια να σώσω.
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Τετάρτη, 13 Φεβρουαρίου 2019

ΟΛΟΝΥΚΤΙΑ ΤΗΣ ΑΦΡΟΔΙΤΗΣ


Αύριο να ερωτευτεί όποιος ποτέ του δεν υπήρξε,
κι όποιος υπήρξε ερωτευμένος, αύριο να ερωτευτεί.
Γεννιέται η άνοιξη, άνοιξη τραγουδήστρα· άνοιξη όπως τότε που
γεννήθηκε ο κόσμος
άνοιξη ξανασμίγουν οι αγάπες, άνοιξη, ξανασμίγουν τα πουλιά
και λύνει τα μαλλιά το δάσος κάτω από γαμήλιες μπόρες.
Αύριο η πλέκουσα τους έρωτες ανάμεσα σε σκιές δέντρων
πράσινα καλυβάκια πλέκει με βεργούλες της μυρτιάς,
αύριο η Διώνη τους νόμους της κηρύττει σε ψηλό θρόνο ανεβασμένη.
Αύριο να ερωτευτεί όποιος ποτέ του δεν υπήρξε,
κι όποιος υπήρξε ερωτευμένος, αύριο να ερωτευτεί.
Τότε από το ύψιστό της αίμα η θάλασσα με τον ογκώδη της αφρό,
ανάμεσα σε γαλανούς θιάσους και σε δίποδα άλογα,
έκανε τη Διώνη αυτή που στα θαλάσσια κύματα, κύμα κι αυτή, κινείται.
Αύριο να ερωτευτεί όποιος ποτέ του δεν υπήρξε,
κι όποιος υπήρξε ερωτευμένος, αύριο να ερωτευτεί.
Αυτή, την εποχή κόκκινη χρωματίζει με ανθηρά αναβλύσμτα,
αυτές τις ρώγες που υψώνονται σε φύσημα Πουνέντε
σπρώχνει, φουσκώνοντάς τες σε μπουμπούκια, τα από καθαρή δροσιά
που αφήνει η αύρα της νυκτός και διασπείρουν το χυμώδες μούσκεμα.
Κοίτα πως λάμπουν δάκρυα φοβερά σαν πέσουν απ’ το βάρος!
Γρήγορη η σταγόνα σταματά να πέφτει σ’ ένα μικρούλη κόμπο.
Κοίτα πως η πορφύρα του άνθους δείχνει ένα κοκκίνισμα!
Η υγρασία εκείνη που τ’ αστέρια αποστάζουν τις καθάριες νύχτες
το πρωινό γυμνώνει ρώγες παρθενικές απ’ το υγρό τους πέπλο.
Αυτή διέταξε ότι το πρωί θ’ αρραβωνιάζονται τα μουσκεμένα τα
παρθενικά τα ρόδα.
Από το αίμα της Κυπρίδας καμωμένη κι απ’ τα φιλιά του Έρωτα,
από πετράδια κι από φλόγες και πορφύρα μόνο,
αύριο αυτή τη ντροπή που κρύβονταν κάτω από πέπλο κόκκινο,
δεν θα ντραπεί η παντρεμένη να την σπάσει για χάρη μόνο μιας
υπόσχεσης.
Αύριο να ερωτευτεί όποιος ποτέ του δεν υπήρξε,
κι όποιος υπήρξε ερωτευμένος, αύριο να ερωτευτεί.
Η ίδια η Θέα διέταξε τις νύμφες να μπουν στο δάσος της μυρτιάς.
Ο γιός τις συνοδεύει, αν και δεν είναι δυνατόν να το πιστέψεις
πως ο έρωτας είναι διακοπές, αν κουβαλάει μαζί τα βέλη του.
Νύμφες εμπρός, άφησα τα όπλα, ο Έρωτας είναι σε διακοπές!
Τον διέταξε άοπλος να πηγαίνει, τον διέταξε γυμνός να προχωρεί
για να μη βλάψει με τόξο και βέλος, για να μη βλάψει με φωτιά.
Μα όμως, νύμφες, να προσέχετε, γιατί ο Έρως είναι όμορφος.
Αύριο να ερωτευτεί όποιος ποτέ του δεν υπήρξε,
κι όποιος υπήρξε ερωτευμένος, αύριο να ερωτευτεί.
Η Αφροδίτη εμπρός σου στέλνει παρθένες ντροπαλές όπως εσύ·
ένα μονάχα πράγμα σου ζητάμε: ν ‘αποσυρθείς, κόρη της Δήλου,
για να είναι το δάσος δίχως αίματα και σκοτωμούς θηρίων.
Εκείνη να σου το ζητήσει ήθελε αν μπόραε να κάμψει την ντροπαλή·
εκείνη θα ήθελε να ‘ρθεις αν άρμοζε σε μια παρθένα.
Θα έβλεπες τότε πως σε τρεις νύχτες εορτής οι χοροί
ανάμεσα στη συγκεντρωμένη μάζα παρελαύνουν μέσα στα δασύλλια,
ανάμεσα σε στέμματα ανθών, σε καλυβάκια από μυρτιά ανάμεσα.
Και δε λείπουν οι Κήρες ούτε ο Βάκχος ούτε ο θεός των ποιητών.
Πρέπει να ξενυχτήσουν τραγουδώντας όλη νύχτα ασταμάτητα.
Να βασιλέψει στα δάση η Διώνη· εσύ, της Δήλου
Αύριο να ερωτευτεί όποιος ποτέ του δεν υπήρξε,
κι όποιος υπήρξε ερωτευμένος, αύριο να ερωτευτεί.
Η θεά πρόσταξε να βάλουμε την έδρα της ανάμεσα σε ανθούς της Ύβλας
αυτή αρχηγεύει δίνοντας νόμους, τη βοηθούν οι Χάριτες.
Η Ύβλα, σκορπίζει όλα τα άνθη που η εποχή έφερε·
Ύβλα, βάλε το φόρεμά σου από άνθη, μακρύ σαν της πλαγιές της Αίτνας.
Εδώ θα έρθουν οι παρθένες του κάμπου ή οι παρθένες του βουνού
κι αυτές που κατοικούν τα δάση, οπωρώνες και πηγές.
Σ’ όλες διατάζω να καθίσουν εδώ τη μητέρα του φτερωτού μωρού,
στα κοριτσάκια επίσης διατάζω μην εμπιστεύονται το γυμνό Έρωτα .
Αύριο να ερωτευτεί όποιος ποτέ του δεν υπήρξε,
κι όποιος υπήρξε ερωτευμένος, αύριο να ερωτευτεί.
[και να απλώσει σκιές πράσινες πάνω στα φρέσκα άνθη]
Αύριο θα ‘ναι η μέρα που πρώτος ο Αιθέρας έκανε γάμους.
Για να δημιουργήσει σαν πατέρας έτος ολόκληρο με νέα σύννεφα,
η γαμήλια βροχή χύθηκε στην αγκαλιά της συζύγου τροφού,
και μίγμα κάνοντας εκεί έθρεψε κάθε πλάσμα με κορμί απέραντο.
Απ’ τη μεριά της η προγεννήτρα κυβερνάει διασχίζοντας με την πνοή της
φλέβες και πνεύμα από μέσα με κρυμμένες ωθήσεις.
Δια μέσου ουρανού και γης και της θαλάσσης κάτω από τα πόδια της
έδειξε τη διαπεραστική κατάστασή της με το βήμα του σπόρου
και άφησε ο κόσμος να ξέρει πως φτάνει για να γεννηθεί.
Αύριο να ερωτευτεί όποιος ποτέ του δεν υπήρξε,
κι όποιος υπήρξε ερωτευμένος, αύριο να ερωτευτεί.
Αυτή έκανε Λατίνους τα εγγόνια των Τρώων,
αυτή πάντρεψε το γιο της με την κόρη από το Λαυρέντιο
κι ύστερα στον Άρη δίνει μια αγνή παρθένα από το ιερατείο
αυτή ακόμη έκλεισε τους γάμους των Ρωμαίων με τις Σαβίνες
από όπου έπρεπε να γεννηθούν οι Ράμνοι και Κηρίτες και οι γόνοι
των απογόνων τους, και ο Καίσαρ, όμοιος κι εγγόνι του Ρωμύλου.
Αύριο να ερωτευτεί όποιος ποτέ του δεν υπήρξε,
κι όποιος υπήρξε ερωτευμένος, αύριο να ερωτευτεί.
Τους κάμπους γονιμεύει η ηδονή, οι κάμποι ξέρουν από Αφροδίτη·
ο ίδιος ο Έρως, τέκνο της Διώνης, λένε πως γεννήθηκε στον κάμπο.
Αυτόν, όταν σπαρμένο ήταν στη γέννα, αυτή τον δέχτηκε στην αγκαλιά της·
αυτή το ανάθρεψε με τα εκλεκτά φιλιά των ανθών.
από όπου έπρεπε να γεννηθούν οι Ράμνοι και Κηρίτες και οι γόνοι
των απογόνων τους, και ο Καίσαρ, όμοιος κι εγγόνι του Ρωμύλου.
Αύριο να ερωτευτεί όποιος ποτέ του δεν υπήρξε,
κι όποιος υπήρξε ερωτευμένος, αύριο να ερωτευτεί.
Κοίτα και κάτω από τα σπάρτα οι ταύροι ξαπλώνουν πλευρό με πλευρό,
καθένας σίγουρος με την υπόσχεση και το ζευγάρι που του έτυχε!
Κοίτα που στη σκιά βελάζουν οι προβατίνες με τα ταίρια τους!
Και τα πουλιά που κελαηδούν η θεά διάταξε να μη σωπαίνουν.
Η δη οι κύκνοι φωνακλάδες κουφαίνουν τη λιμνούλα με βραχνή φωνή,
απαντάει η γυναίκα του Τηρέα κάτω απ΄ τη σκιά της λεύκας,
που θα πίστευες πως με μουσική φωνή εκφράζει αισθήματα αγάπης
και θα έλεγες πως δεν κλαίει την αδελφή της με αιτία το σύζυγό της
κτήνος.
Αυτή τραγουδάει εμείς σωπαίνουμε. Πότε θα φτάσει η άνοιξή μου;
Πότε θα γυρίσω σαν το χελιδόνι για να μη σωπάσω πια;
Έχασα τη Μούσα σωπαίνοντας και πια ο Φοίβος δεν ξεκουράζεται σε μένα:
έτσι η σιωπή, λοιπόν σωπάσαν, έκανε να χαθούν οι Αμύκλες
Αύριο να ερωτευτεί όποιος ποτέ του δεν υπήρξε,
κι όποιος υπήρξε ερωτευμένος, αύριο να ερωτευτεί
Απόδοση Βασίλης Λαλιώτης.

Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.
 λατινικό ποίημα αβέβαιης ημερομηνίας, διαφορετικά ανατεθεί στον 2ο, 4ο ή 5ο αιώνα.
Μερικές φορές θεωρείται ότι υπήρξε από τον ποιητή Τιβεριανό , εξαιτίας ισχυρών ομοιώσεων με το ποίημά του Amnis ibat , αν και άλλοι μελετητές τον αποδίδουν στον Publius Annius Florus και άλλοι δεν βρίσκουν επαρκή στοιχεία για οποιαδήποτε αναφορά. [1] [2] Γράφτηκε δήθεν την αρχή της άνοιξης την παραμονή ενός τριήμερου φεστιβάλ της Αφροδίτης (πιθανώς 1-3 Απριλίου) σε ένα χώρο που φαίνεται να είναι Σικελία . Το ποίημα περιγράφει την ετήσια αφύπνιση του λαχανικού και του ζωικού κόσμου μέσω της «καλοήθης μεταελτουριανής» θεάς [3]η οποία έρχεται σε αντίθεση με την τραγική απομόνωση του σιωπηλού «εγώ» του ποιητή / ομιλητή ενάντια στο έρημο υπόβαθρο μιας ερειπωμένης πόλης, ένα όραμα που ωθεί τον Andrea Cucchiarelli να σημειώσει την ομοιότητα της κατασκευής του ποιήματος με τη σκληρότητα ενός ονείρου. [4] Είναι αξιοσημείωτο λόγω της εστίασής του στον φυσικό κόσμο (κάτι που δεν έχει δει ποτέ στη ρωμαϊκή ποίηση), το οποίο σηματοδοτεί τη μετάβαση από τη ρωμαϊκή ποίηση στη μεσαιωνική ποίηση . Αποτελείται από ενενήντα τρία στίχους στον τροχαϊκό σεβτενάριο και χωρίζεται σε στροφές άνισου μήκους από το φράγμα:
Cras amet qui nunquam amavit. quique amavit cras amet. Ας αύριο αγαπάει κάποιον που δεν έχει αγαπήσει και ας αύριο αρέσει εκείνος που αγαπούσε την αγάπη.
Το ποίημα τελειώνει με το τραγούδι του νυχτολούλουδου και μια οδυνηρή έκφραση προσωπικής θλίψης:
illa cantat; nos tacemus; quando ver venit meum; 
Αυτή τραγουδάει; είμαστε σιωπηλοί. Πότε θα έρθει η άνοιξη μου;