Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Τετάρτη, 28 Σεπτεμβρίου 2016

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ..





Οι «μεταξωτοί άνθρωποι», λοιπόν. Που μιλούν ελάχιστα για τον εαυτό τους. Που χαίρονται με τις επιτυχίες των άλλων. Που δεν σπεύδουν χαιρέκακα να «κάνουν πλάκα»,δήθεν χαριεντιζόμενοι, με εξωτερικά γνωρίσματα που πονάνε τους άλλους... Εκείνοι, που δεν σπερμολογούν διακινώντας φήμες. Εκείνοι που υπερασπίζονται σθεναρά κάποιον απόντα όταν λοιδορείται σε μια παρέα, χωρίς να είναι φίλος τους, αλλά επειδή νιώθουν ότι αδικείται... Οι μεταξωτοί άνθρωποι. Όσοι προσέχουν τι λες, και δεν είναι ωσεί παρόντες στην κουβέντα, με το μυαλό τους στο τι θα πουν οι ίδιοι για να εντυπωσιάσουν. Άνθρωποι με ανοιχτούς πόρους και πλατιά καρδιά... Υπεράνθρωποι; Όχι. Απλώς, μεταξωτοί... Φαίνονται από μακριά. Αρκεί να προσέξεις «μικρές», «ασήμαντες» κινήσεις στο φέρεσθαι των ανθρώπων…
Νίκος Καρούζος πεθαίνει σαν σήμερα το 1990...

Ἡ εὐγένεια τῆς κωμωδίας μας

Ὅταν ξεραθεῖ τὸ χαμομήλι στὸν καλύτερο ἥλιο τῆς χρονιᾶς
ἔρχονται βράδια νὰ γυρέψει ἀπὸ δαῦτο κι ὁ φτωχὸς κι ὁ πλούσιος
κι ὅπως κυλάει ζεστὸ μέσα μας καὶ βάλσαμο
κ᾿ εὐωδιάζουν τὰ σπλάγχνα κι ἁρμονίζονται
φέρνοντας κάποιο αἴσθημα φαγωμένης πεταλούδας μὲ τὰ χνούδια της
ἕνα τίποτα ἕνα χορτάρι φέρνοντας ὅλη τὴν εἰρήνη
ἔτσι κι ὁ Ἰησοῦς ἕνα τίποτα, μονάχα φτυσμένος
μονάχα ἡ μέσα φλόγα ποὺ λιώνει τὴν ἁφὴ
κι ὁ Θεὸς γυμνοπόδης ἕν᾿ ἀρνὶ στὸν ἀέρα
ψηλὰ στὸ δέντρο τῆς βυσσινιᾶς τὸ καιόμενο πέρα στὴ δύση.
Ἂ τί φριχτὸ ποὺ εἶναι τὸ νερὸ ἕνα τίποτα κι ὁ ἀόρατος
μᾶς ἔτυχε καθὼς τὸ μαχαίρι στὸ λαιμὸ τοῦ κόκορα.



Ἡ ἔναστρη φωτεινότητα

Ὁ ἄνθρωπος ποὺ εἰσόρμησε πιὰ στὴν ἀπώτερη θλίψη
μὲ δίχως ἔστω ἕνα τριαντάφυλλο
μ᾿ ἐκεῖνα τ᾿ ἀκατέργαστα στὴν ὤχρα μεινεσμένα μάτια
στὸ μισοσκέπαστο ἐρημόκκλησο σέρνοντας
τὴ μεγάλη ἀνάπηρη σιωπὴ στὸ καροτσάκι τῆς ὁμιλίας
ἀνέκαθεν ἤξερε τὴν ἄσωστη κατάσταση-: πὼς εἴμαστε
καθημαγμένοι ἐρασιτέχνες τοῦ Πραγματικοῦ
μ᾿ ἕνα μυστήριο ποὺ βεβηλώνει τὴ διάνοια διχάζοντας
πρὶν ἡ δορὰ τῆς θάλασσας σηκώσει τὸ ἀνάστημα τοῦ Ἅδη.
Πολύκρουνη ἡ θύελλα σπάζει τὰ ματογυάλια της κι ὁ μέγας
τρόμος ἀδράχνει τὰ μελλούμενα
σχηματίζοντας ἀποστήματα στὴ μνήμη.
Κατάχαμα τῆς ἀσίγαστης σιγῇς ἕνα κινούμενο
κειμήλιο-σκουλῆκι.
Ἡ ζωὴ ποὺ μικραίνει: ἡ μεγάλη ἀλήθεια.
Στὸν ὁποὺ πιάνει τὸ τσαπὶ γίνεται τσάπισμα
στὸν ὁποὺ πίνει τὸ νερὸ γίνεται πιόμα.
Ἔρχεται ἔαρ ἀειπάρθενο προφέροντας ἀρώματα
κρατεῖ μία κατάμαυρη λεπτότατη κλωστὴ
στὰ ὕπαιθρα τῆς νύχτας
τὸ σημεῖο τοῦ γκιώνη ποὺ εἶν᾿ ἄγνωστο πέρα...

Ἡ χρησιμότητα τῆς ἀπειλῆς

Ἔχουν ἀρχίσει νὰ μὲ κυκλώνουν ἐπικίνδυνα οἱ ὧρες.
Ἀκούω τὰ φυλλώματα σήμερα
γίνηκαν ἀνήσυχα χορικά.
Πρέπει νὰ ζήσω τὶς ἀντίστροφες δυνάμεις.
Ὢ καρδιά μου - τρομαχτικότερη σελήνη!


http://users.uoa.gr/~nektar/arts/poetry/nikos_karoyzos_poems.htm

Κυριακή, 25 Σεπτεμβρίου 2016

Μ ΑΡΕΣΕΙΣ ΟΤΑΝ ΣΩΠΑΙΝΕΙΣ…





Μ’ αρέσεις όταν σωπαίνεις, γιατί είσαι σαν ν’ απουσιάζεις,
Και μ’ ακούς από μακρυά, η φωνή μου δεν σ’ αγγίζει.
Μοιάζει σαν τα μάτια σου να έχουν πετάξει
Και μοιάζει σαν ένα φιλί να σου κλείνει το στόμα.

Όπως όλα τα πράγματα είναι γεμάτα απ’ την ψυχή μου
Αναδύεσαι απ’ τα πράγματα γεμάτη από την ψυχή μου.
Πεταλούδα του ονείρου μοιάζεις με τη λέξη μελαγχολία.

Μ’ αρέσεις όταν σωπαίνεις σαν να ‘σαι αλαργινή
Σαν να παραπονιέσαι, πεταλούδα που τιτιβίζει.
Και μ’ ακούς από μακρυά, κι η φωνή μου δεν σε φτάνει.
Άφησε με να σωπαίνω με την δική σου σιωπή.

Άφησέ με ακόμα να σου μιλώ με την σιωπή σου
Φωτεινός σαν μια λάμπα, απλός σαν κρίκος.
Είσαι σαν την νύχτα, σιωπηλή κι έναστρη.
Η σιωπή σου είναι αστέρινη, τόσο μακρινή κι απλή.

Μ’ αρέσεις όταν σωπαίνεις γιατί είναι σαν ν’ απουσιάζεις.
Μακρινή κι αξιολύπητη σαν να είχες πεθάνει.
Μια λέξη τότε ένα χαμόγελο φτάνουν.
Και είμαι χαρούμενος που δεν είναι έτσι.


Μετάφραση: ΑΝΝΑ ΒΑΛΒΗ
CLOE VARELA DOCAMPO

Μια ποιήτρια καταθέτει- Συνέντευξη με την ποιήτρια Μάχη Τζουγανάκη


Η ποίηση χωρά για μένα παντού. Στον έρωτα. στην αγάπη, στο θυμό, στη λύπη. Η ποίηση ομορφαίνει την ψυχή, τη στολίζει
Του Αντρέα Πολυκάρπου*
Η Μάχη Τζουγανάκη είναι μια ποιήτρια που καταπιάνεται με την ποίηση  με ένα τρόπο αφημένο σε μια ιδιαιτερότητα της υπαρξιακής ανάγκης για μέθεξη με το έτερο. 
Η πένα της αφοπλίζει με τη συγκινησιακή της δύναμη και την προβολή  μιας βαθλύτερης ανάγκης για διείσδυση στα εσώψυχα. Πρωτίστως στα δικά της και δευτερευόντως στου αναγνώστη.
Μέσα, όμως, από τους στίχους της ο αναγνώστης βρίσκει τους δικούς του τρόπους για να αναζητήσει την ολοκλήρωση. Ψευδεπίγραφη, μεν, η ολοκλήρωση αναγκαίο, όμως, ζητούμενο για την εξέλιξη των πραγμάτων.
Μια νότα κρέμεται σε τεντωμένη χορδή
Καλοκουρδισμένα τα απλά συναισθήματα
μια συγχορδία ζητούν απεγνωσμένα
Τη μελωδία κυνηγούν να πιάσουν
να φτιάξουν λέει από την αρχή
εκείνο το παλιό πεντάγραμμο.
Είναι από τους τεχνίτες του λόγου που δεν αναλώνονται σε γρήγορες εικόνες και βερμπαλισμούς προκειμένου να επιφέρουν ένα πρόωρο συναίσθημα που αργοσβήνει πριν τον τελευταίο στίχο. 
Η ποίηση της είναι ζωντανή και μέσα στα ποιήματα της βρίσκουμε εικόνες ξεχασμένες, αφημένες σε ένα παρελθόν που δεν ευδοκίμησε.
Η εκφραστικότητα της μέσα από τις  μεστές εικόνες είναι το ποιητικό της όπλο που σταδιακά ελκύει τον αναγνώστη.
Μη με ζητάς αν δε ζητάς
αυτά που αξίζει να κρατάς
αυτά που αξίζει να αγαπάς
αυτά που αξίζει να τολμάς
Μη μου το λες να μη μου λες
έχουν σκορπίσει οι ενοχές
από καρδιές αμαρτωλές
από ψυχές ασθενικές
Με μιαν πρώτη ανάγνωση θα μπορούσαμε να πούμε ότι η Μάχη Τζουγανάκη είναι μια ποιήτρια του σήμερα.
Μια ποιήτρια του σήμερα που, όμως, καταπιάνεται – συνήθως με αφορμή τον έρωτα- με έντονα διαλεκτικά ερωτήματα δοσμένα με μιαν πλούσια εκφραστικότητα.
Στον καθρέφτη κοιτάζω
το είδωλό μου σχεδόν νεκρό
Του φωνάζω να σηκωθεί
Με τις παλάμες στο κενό
Κλαίω και σπαρταράω
μα εκείνο πεσμένο
στο κρύο πάτωμα λιγοψυχά
«Είμαστε ίδιοι!» του λέω
«Είμαστε ένα!» του φωνάζω
«Σήκω!» το παρακαλάω
Η Μάχη Τζουγανάκη γεννήθηκε το 1979 και το 2015 κυκλοφόρησε ελεύθερα για τους αναγνώστες η συλλογή διηγημάτων της «23&1 σταθμοί» από τις εκδόσεις «τοβιβλίο».
•    Πως αντιμετωπίζετε την ποίηση: ως μια ταυτότητα ή ως μια ετερότητα μέσα στη σύγχρονη ζωή;
Κάθε ποιητής οικοδομεί την ταυτότητά του βάσει σταθερών και μεταβαλλόμενων στοιχείων. Συνδυάζει αφενός τα χαρακτηριστικά της κοινωνίας στην οποία ανήκει και αφετέρου τις ατομικές του ιδιαιτερότητες, την ατομικότητα του που την εκφράζει με την πένα του και τη δική του ψυχοσύνθεση. Αυτός ο συνδυασμός καθιστά τον κάθε ποιητή μοναδικό. Οι ποιητές δε στέκονται από την «απέναντι» μεριά. Κάτι τέτοιο θα υποβάθμιζε αρκετά το ρόλο της ποίησης.
Η ποίηση στεκόταν πάντα κοντά στα κοινωνικά προβλήματα, αφύπνιζε, επαναστατούσε, έδινε φωνή στις σιωπές του κόσμου. Ο ποιητής δεν ανήκει σε κάποια ελίτ ανθρώπων που τον κάνει να διαφοροποιείται από τους άλλους. Ο ποιητής γεννιέται μέσα από την κοινωνία.
Τα προβλήματα της σύγχρονης ζωής, η ασφυξία που του προκαλούν τον κάνουν να γράψει και να εκτεθεί. Δεν διαχωρίζεται και δεν το επιθυμεί. Η ποίηση ταυτοποιεί τα κοινωνικά προβλήματα με στίχους και κρατά από το χέρι τον συνάνθρωπο. Είναι η ίδια ανάσα και παλμός της κοινωνίας.  
•    Ο ποιητής είναι μια περσόνα γύρω από τις λέξεις ή λειτουργεί με έναν ενστικτώδη ορμεμφυτισμό;  
Ο άνθρωπος που επιζητά να δημιουργήσει μία «ταυτότητα» πλαστή χρησιμοποιώντας όμορφες λέξεις για να προβληθεί δεν είναι ποιητής. Ο ποιητής γράφει με γνώσεις και εμπειρίες που έχουνε σκαλιστεί βαθιά μέσα του και γιατί δε μπορεί να κάνει αλλιώς.  
Η γνώση που κουβαλά η πένα του, κρατά από την γέννησή του. Εμπλουτίστηκε στο πέρασμα των χρόνων και με τη χρήση των λέξεων τολμά να αφήσει εκτεθειμένη την ψυχή του στο αναγνωστικό κοινό. 
•    Μπορεί η τέχνη να κλείσει τις πληγές των ανθρώπων μέσα σε μια ενδότερη υπαρξιακή διαλεκτική;
Πριν από λίγο καιρό σε μια μελέτη μου πάνω στον Καβάφη έπεσα στους στίχους «Τα φάρμακά σου φέρε, Τέχνη της Ποιήσεως, που κάμνουνε –για λίγο– να μη νοιώθεται η πληγή». Δεν ξέρω αν μπορεί να τις κλείσει αυτές τις πληγές η Ποίηση ή γενικότερα η Τέχνη, αλλά θα συμφωνήσω όμως με τον Καβάφη πως μπορεί να μειώσει το φριχτό άλγος.
Να στέκεται έστω προσωρινό φάρμακο πάνω σε όσες πληγές κουβαλά ο καθένας μας. Και φύσει αισιόδοξη σκέφτομαι πως αν ο άνθρωπος μπορεί μέσω της Τέχνης να νιώθει λιγότερο δυστυχής, τότε ίσως και ο ίδιος να θελήσει να μυηθεί στη διαδικασία δημιουργίας παρόμοιων λύσεων με σκοπό την ψυχική του ίαση. 
•    Πιστεύετε ότι ακολουθείτε το δρόμο άλλων ποιητών ή ακολουθείτε μια μοναχική πορεία μέσα στη γραφή σας;
Ακολουθώ σίγουρα μια μοναχική πορεία μέσα στη γραφή μου. Είναι ο τρόπος που γράφω που δε χωρά άλλον η πένα μου. Όμως καμιά, φορά όπως περπατώ νιώθω κάποιους συνοδοιπόρους ποιητές κάποιους περαστικούς παλιούς και καινούριους.
Με κοιτάνε και νιώθω πως μιλάω και για αυτούς, πως μιλάω καμιά φορά και με τη δική τους φωνή, πως συνεχίζω ένα δικό τους έργο που στα δικά μου μάτια φάνηκε ημιτελές ή που επαναλαμβάνω το συναίσθημά τους, την κραυγή τους με δικά μου λόγια και δικές μου ανάγκες ίσως για να ακουστεί ακόμα περισσότερο. 
•    Ποιές εικόνες κρατάτε μέσα σας από τη ζωή σας; Ποιές εικόνες με άλλα λόγια εφορμούν στη γραφή σας;
Οι  δυνατές. Εκείνες που προκάλεσαν εσωτερική ταραχή. Όσες με έφτασαν σε ένα οριακό σημείο σκέψης. Στιγμές απόφασης ή στιγμές στασιμότητας είναι εξίσου σημαντικά σημεία στη ζωή μου που επανέρχομαι συχνά για να τα ντύσω με εσωτερικά συμπεράσματα που αργότερα θα γίνουν στίχοι.  Είναι πολλές οι εικόνες που περνάνε από τη ζωή μας και μας αφήνουν σημάδια.
Κάθε μέρα ένα κομμάτι κόσμου, ζωής χτυπά την πόρτα της έμπνευσης. Τελευταίως είναι πολλές οι εικόνες του κόσμου. Ο πόνος, ο θάνατος, ο πόλεμος, οι αυτοκτονίες, όλες οι θλιβερές ειδήσεις που έρχονται στα αυτιά μας πλέον είναι τόσο αβάσταχτες που αν δεν πιάσω μια κόλλα χαρτί να γράψω ό,τι αισθάνομαι, θα πέσω αν όχι σε  κατάθλιψη, σίγουρα σε μια βαριά κατάσταση θλίψης. 
•    Ποια ερωτήματα καλείται να απαντήσει ο ποιητής διαχρονικά αλλά και στο παρόν που ζούμε;
Δεν είμαι σίγουρη ότι ο ποιητής έρχεται να απαντήσει σε ερωτήματα. Πιο συχνά νομίζω ότι ρωτά παρά απαντά. Ρωτά με σκοπό να αναρωτηθεί και να προβληματιστεί ο αναγνώστης. Ρωτά με αγωνία για το μέλλον. Ρωτά κάποιες φορές θέλοντας να πάρει ο ίδιος τις δικές του προσωπικές απαντήσεις. Ασχολείται με θέματα που αφορούν τον άνθρωπο.
Με καταστάσεις που πνίγουν, όπως  η απώλεια, η απουσία, η απόγνωση. Προσπαθεί να κατανοήσει τη σκληρότητα της κάθε εποχής, τη βαρβαρότητα μερικών ανθρώπων, τα βάζει με τον ίδιο του τον εαυτό θυμώνει για να θυμώσουν και οι άλλοι μαζί του και βασανίζεται με μια πληθώρα από «γιατί»
•    Ποιο το νόημα της λέξης στην ποίηση; Μια απλή μορφή έκφρασης ή ένα ψυχικό αποτύπωμα; 
Κάθε φορά που διαβάζω ποίηση που με γοητεύει, ενθουσιάζομαι από το δέσιμο των λέξεων και από την επιλογή τους.  Δεν είναι τυχαίες επιλογές. Είναι κομμάτια ψυχής που πλέξανε στίχους. Και όσο πιο δυνατή είναι μια ποίηση τόσο πιο ξεκάθαρο τούτο το ψυχικό αποτύπωμα.
Η λέξη στην ποίηση είναι όχι μόνο ένα τέτοιο αποτύπωμα, αλλά και  το όπλο της. Αυτό έχει μόνο. Με αυτό επιδιώκει να μιλήσει. Με αυτό θα ξεχωρίσει. Ο καθένας από εμάς αφήνει στην ιστορία της ποίησης χαρτιά φορτωμένα από το μελάνι της ψυχής μας.
•    Είναι η ποίηση το καταφύγιο του ανθρώπου; 
Κάθε μορφή Τέχνης αποτελεί ένα καταφύγιο για τον άνθρωπο. Οποιοσδήποτε ασχολείται με μια μορφή Τέχνης βρίσκει διέξοδο στα συναισθηματικά του αδιέξοδα. Το ίδιο ισχύει τόσο για τον καλλιτέχνη όσο και για τον αποδέκτη του. Έτσι και ο ποιητής βρίσκει έναν τρόπο να εξωτερικεύσει όσα τον γδέρνουν λυτρώνοντάς τον,  αλλά και οποιοσδήποτε διαβάζει ποίηση, βρίσκει ένα ψυχικό στήριγμα και ένα σημείο συναισθηματικής ταύτισης που αν μη τι άλλο μαλακώνει την μοναξιά του. 
•    Μπορεί ο κόσμος να ζήσει ποιητικά;
Η ποίηση χωρά για μένα παντού. Στον έρωτα. στην αγάπη, στο θυμό, στη λύπη. Η ποίηση ομορφαίνει την ψυχή, τη στολίζει. Ένας άνθρωπος που εκτιμά την ποίηση, εκτιμά πιο εύκολα τον συνάνθρωπό του γιατί τον συναισθάνεται περισσότερο.
Ένας κόσμος που επιλέγει να ζήσει ποιητικά σημαίνει ότι ο καθένας από εμάς επιλέγει να ζήσει εξωτερικεύοντας τα συναισθήματά του, απολαμβάνοντας πολύ περισσότερο τα δώρα της ζωής, άσχημα και όμορφα. Αν η ποίηση εισχωρούσε στη ζωή του καθενός, θα μπορούσαμε να γίνουμε επιτέλους ένας κόσμος ενωμένος. Πόσο ουτοπική αλήθεια μια τόσο πανέμορφη εικόνα και επιθυμητή για τα δικά μου τα μάτια…
*Ο Αντρέας Πολυκάρπου  είναι υποψήφιος διδάκτορας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο στο τμήμα Επικοινωνίας Μέσων και Πολιτισμού. Επιστημονικά άρθρα του δημοσιεύτηκαν σε Ελλάδα και Κύπρο. Εξέδωσε δύο ποιητικές συλλογές στην Κύπρο και το 2013 εξέδωσε την τρίτη του ποιητική συλλογή «Απρόσωπα Φαγιούμ», στις εκδόσεις Άπαρσις στην Αθήνα. Το 2014 εκδόθηκε το θεατρικό του έργο «Κατά Ιωάννη Αποκαθήλωση» από τις εκδόσεις Vakxikon.gr στην Αθήνα. Ποιήματα του δημοσιεύτηκαν σε έντυπα και ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά και μεταφράστηκαν στα αγγλικά. Το 2008 και το 2010 βραβεύτηκε από τη European Commission για δημοσιογραφικές του έρευνες και εκπροσώπησε τη χώρα του σε Σλοβενία και Κωνσταντινούπολη αντίστοιχα.

 
http://www.onlycy.com/articles/perissotera/vivliogonia/105675-mia-poiitria-katathetei-synenteyxi-me-tin-poiitria-mahi

Σάββατο, 24 Σεπτεμβρίου 2016

ΓΙΑ ΤΟΝ ΝΕΡΟΥΔΑ

Σαν σήμερα το 1973 πέθανε ο Νεφταλί Ρικάρδο Ρέγιες Μπασουάλτο, ο γνωστός μας κι αγαπημένος Πάβλο Νερούδα
Ένα από τα τραγούδια μου που δεν έγινε ποτέ τραγούδι ήταν για αυτόν.



ΓΙΑ ΤΟΝ ΝΕΡΟΥΔΑ
Στο Σαντιάγκο βγαίνει ένα φεγγάρι
Κόκκινο αίμα, κόκκινο φιλί
Κι είναι ο έρωτας που ήρθε να μας πάρει
Ένα ταξίδι στης καρδιάς μας τη Χιλή
Στο Σαντιάγκο έξι παρά πέντε
Φτερά του έρωτα φοράει μια πεταλούδα
Κι είναι η ώρα που τα πίνει ο Αλιέντε
Στα καφενεία του ουρανού με το Νερούντα
Στο Σαντιάγκο και την Ίσλα Νέγκρα
Με της βροχής την πρώτη την ανάσα
Χόρεψε τα τραγούδια σου τα αλέγκρα
Του έρωτά μας χόρεψε τη σάλσα
Αντ. Παπαϊωάννου

Πέμπτη, 22 Σεπτεμβρίου 2016

Ερημία



Έξω από μας πεθαίνουν τα πράγματα
Απ' όπου περάσεις νύχτα, ακούς σαν ένα ψίθυρο
Να βγαίνει από τους δρόμους που δεν πάτησες,
Από τα σπίτια που δεν επισκέφθηκες,
Απ' τα παράθυρα που δεν άνοιξες,
Απ' τα ποτάμια που δεν έσκυψες να πιεις νερό,
Από τα πλοία που δεν ταξίδεψες.
Έξω από μας πεθαίνουν τα δέντρα που δεν γνωρίσαμε.
Ο άνεμος περνά από δάση αφανισμένα.
Πεθαίνουν τα ζώα από ανωνυμία και τα πουλιά από σιωπή.
Τα σώματα πεθαίνουν σιγά-σιγά από εγκατάλειψη.
Μαζί με τα παλιά μας φορέματα μες στα σεντούκια.
Πεθαίνουν τα χέρια, που δεν αγγίσαμε, από μοναξιά.
Τα όνειρα που δεν είδαμε, από στέρηση φωτός.
Έξω από μας αρχίζει η ερημία του θανάτου.


Από τη συλλογή Συνομιλίες (1953)

Τετάρτη, 21 Σεπτεμβρίου 2016

Φωτογραφία






Δώσε έναν κόκκο ειρήνης να απολαύσεις
ένα βουνό δικαίωση
σαν κόκαλο αιωρούμενο σε σκύλο η αγάπη
που δείχνει τα δόντια της.
Εγώ ξεκρέμασα τη ζωή μου από κάθε προοπτική
πέταξα τα μανταλάκια απ’ το σύρμα
τελευταία νότα της αληθοσύνης: η αθωότητα
ενυπάρχουσα στο άπειρο ο χρόνος
απορρυθμίζει
σχηματίζει μέσα του
το αμάρτημα:
τη φοβερή διαιρετότητα.
Ζούμε θα πει αλητεύουμε στους αμέτρητους ίμερους
αλητεύουμε στα σώματα των απέραντων γυναικών
αλητεύουμε στη μιλιά μας
αλητεύουμε στην πείνα και στην ακάλεστη δίψα.
*

Τρίτη, 20 Σεπτεμβρίου 2016

Παραμύθι



Κλεισμένος στο Οχυρό σου
ξεπροβάλλεις σκοτεινός πριν απ' τον Ήλιο
στο μπαλκόνι της Επιβολής σου
με τον στρατό των αρσενικών σου γοήτρων
παραταγμένο σ' όλη την εμβέλεια
του κύκλου ασφαλείας σου.
Οι στρατιώτες σου ξάγρυπνοι κι εντοιχισμένοι
στα δομικά υλικά της Κυριαρχίας σου
δεν ξέρουν τί περιμένουν
καθώς υπόγεια έρχομαι
αρχαίο σκαπτικό που αναμοχλεύει
τα εδάφη του Εαυτού σου.
Ο θηλυκός στρατός μου
πνίγει τα τείχη σου
αγκαλιάζοντας με νύχια
τα κορμιά των μαχητών σου
τυλίγοντας με πλεξούδες
τα πόδια, τα χέρια, το μυαλό τους.
Επιμένει η μανία σου για επίθεση,
για έλεγχο, για αυτοπροστασία.
Οι σκέψεις σου σμήνη άγριων πουλιών
επιτίθενται στις αγέλες της εμμονής μου.
Η Ψυχή σου εκείνος ο αντάρτης άγγελος
που δεν διαπραγματεύεται.
Η Φύση μου εκείνη η σταθερή ηρεμία
που δεν εγκαταλείπει.
Πολλαπλασιάζομαι.
Συμπυκνώνεσαι.
Σκληρό Υλικό μ' έναν πυρήνα
που δολοφονικά ηλεκτρίζει.
Φέρω φορτίο
που σμίγει με τα ηλεκτρόνια των κεραυνών σου
η Δύναμή σου ενισχύεται
με τη δική μου.
Επιδιώκεις Συμμαχία.
Συμφωνώ στη Συνύπαρξη.
Τα δοκάρια που στηρίζουν το μπαλκόνι σου
μεταγγίζονται υλικό απ' τη σάρκα μου,
στο αρχοντικό σου ρούχο
κλωστοποιείται κάθε ίνα με μία φλέβα μου.
Δεν υπήρξαμε άγνωστοι ποτέ
σε κάθε σύγχρονο όνειρο
σε κάθε αρχαίο που έχουμε παραμύθι
κυκλώνουμε ο Ένας τον Άλλο
σε δύο πλεγμένους κύκλους απείρου
όπου όλοι οι Άντρες είσαι Εσύ
κι Εγώ κάθε μορφή Θηλυκότητας
που κυοφορεί τις Δύσκολες Ευτυχίες σου.

 http://pavlidoykakia.blogspot.gr/


 

Κυριακή, 18 Σεπτεμβρίου 2016

ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΓΙΑΝΝΙΩΤΙΚΑ, α΄



Ο ουρανός πεσμένος
   λίγο πιο κάτω απ’ τις κορφές των λόφων.
Ολόγυρα αγέρωχα βουνά τ’ απίστομα
   στου νερού το γειτόνεμα.


Η Πολιτεία
με το παλιό ρολόι στην ώρα του
οικόσημα Δωριέων και Μολοσσών
τόξα καμάρες και της ψυχής η πέτρα
να σου γραπώνει το μάτι –
μπακίρια να βομβούν
        χορεύοντας
            γύφτοι οργανοπαίχτες άνεμοι
νερά κρουστά υποχθόνια
χιλιοειπωμένες λέξεις δυσκολοπρόφερτες.


Βρέχει μεθυστικά· κι είναι τόσο ωραία
η θλίψη τεταμένη μέσα μου.
Άγριες με κυνηγάνε τριανταφυλλιές
και τα αρώματα φτάνουν λυτρωτικά
εδώ που ανέτειλε με κινήσεις
   νωχελικές ανατολίτικες
   Σελήνη μισοφέγγαρη αμφίστομη
φορτωμένη εικονίσματα ανεξάλειπτα
   εύσκια πολλά δισκοπότηρα
και σώπασαν οι χαριτωμένες βρύσες
   και οι οιμωγές.


Τα χρυσοχοεία τα πλημμύριζε γαλήνη
ωραιοσύνη που κατέβαζε ο αέρας της Πίνδου
παιδιά κι εγγόνια της πίκρας λιθόκτιστα
με ρέμβη ψυχής και απολεσθέντα χειρόγραφα.


Μνήμη μελωδική. Παραμυθένια λήθη.


Λάμιες τρίβουν βασιλικό στα χέρια τους
υφαίνουν μοιρολόι σιγανό
αντάρα βαμβακερή χνούδι των άστρων.


Το ασήμι νήμα γίνεται ακάνθινο βραχιόλι.


Και το Μιτσικέλι αντιμετώπον
—ρόδο σωριασμένο στον ουρανό—
γεράκια να φέρνει που αενάως κωπηλατούν
και ακοίμητα ακινητούν στον χρυσάνθεμο άνεμο.


Από το βιβλίο: Απόστολος Ζώτος, «Αμύθητα χέρια», Εκδόσεις Στιγμή, Αθήνα1999, σελ. 24-25.
http://alonakitispoiisis.blogspot.gr/


όνειρο







Τι όνειρο να 'βλεπες όταν έφυγες
Να ήταν μήπως ένα πολύχρωμο
Βέλος παιδικό που διαδοχικά ξαστοχεί
Ή μήπως μια φωνή απόκοσμη
Τη μοναξιά σου βάραινε εφιαλτικά
Δεν σε άκουσα δεν με φώναξες
Κι άτιτλη φάνταζε η γραμμή στο καλέμι
Δεν πρόφτασες
Μια στιγμιαία τροχιά να διαγράψεις
Στα νερά της Στυγός
Κι ατελέσφορο έμεινε το αίνιγμα στο χαρτί

Σε ποια να μιλούσες ηλιοτρόπια
Κι έγινε η μορφή σου σαν λουλούδι ανοιχτό
Δροσοσταλίδες να στάζει
Μύρα ν' ανεβάζει στους στήμονες
Κι εκείνα τα χρώματα που ντύνουν
Τα παιδικά όνειρα μ' αθανασία
Να σκορπίζει σε διάσελα και σ' ουράνιους κήπους
Χάρη να γεμίζουν τα δόρατα των μετεωριτών
Πληγές μην αφήσουν ανοιχτές
Στις κρυφές στρώσεις της πέτρας

Μην ήσουν καραβοκύρης στο όνειρο
Και ξέχασες τους χάρτες να ρωτήσεις
Τ' ανεμολόγια να συμβουλευτείς;
Μην ήσουν μια σφαίρα ιδρωμένη
Που μαζί με τ' αγριοπούλια πετάριζε
Στ' απόκρημνα θαλασσόβραχα;
Δίχως άλλο ένα έντρομο έντομο θα ήσουν
Ένας σκαραβαίος ένα ασημόψαρο ένα τριζόνι
Αντίστροφα να μετράς τα δευτερόλεπτα
Λατρευτικά να σκιρτάς
Στα βύθη του έρωτα
Λίγη ζωή
Και το μέγιστο πάθος ν' αδράχνεις για μένα

Όπως και να 'χει
Κλειδώθηκε ο κόσμος όλος
Στα λεπτά σου ματοτσίνορα
Την ώρα που ο αυγερινός
Καλούσε τον ήλιο στο πόστο του
Κλειδώθηκε το αίμα σου
Σαν επτασφράγιστο μυστικό
Στα βιβλία των προφητών και των φονιάδων
Κι οι πόρτες δεν ανοίγουν
Η κάποιος φεγγίτης έστω δεν απαντά
Ν' ακουμπήσω μια αχτίδα ημισελήνου
Αρματωμένος στο σύμπαν
Να βασιλεύεις
Με οφθαλμούς πολλούς
Τα μάτια μου να κοιτάς
Άδεια μην γίνουν δισκοπότηρα
Αμαρτωλά
Στων υαλουργών
Τα φτωχικά εργαστήρια ξεχασμένα

https://gialeni.blogspot.gr/

Παρασκευή, 16 Σεπτεμβρίου 2016

κυανόχρους ανεμόσκαλα







Φωτεινή πυραμίδα γίνομαι και μνηστεύομαι τον ορίζοντα
Σε πλάτια ξεχύνομαι απροσμέτρητα
Σαν τόπι που τρελά αναπηδά
Στην ασφαλτόστρωτη αλάνα με τους χαλασμένους ωροδείκτες
Μεταβάλλομαι σε Χρυσή απλίκα στου κάστρου τον εξώστη
Οι φρουροί με γνωρίζουν και με κερνούν παγωμένο τσάι
Σε κούπα ροδακινί με ξεφτισμένο το θυρεό!

Γονυπετώ σαν φτάνω στου ασημένιου σήμαντρου την ευλογημένη συμμετρία
Τον άνεμο καλώ να με μεταφέρει ολόλαμπρο
Σε κυανόχρου ανεμόσκαλα
Στο γαλήνιο ύψος ακροπατώ σμίγοντας με το κρύο έρεβος
Χάνω το σχήμα μου και λίγο λίγο διυλίζομαι σε μικροσκοπικούς διαύλους
Ακροβάτης μετεωρίζομαι στο κενό
Σχεδόν πετώ πλαταγίζοντας στα χείλη μου λίθινους αγγέλους!

Με χέρι τρεμάμενο χαρτογραφώ τον εξώκοσμο
Φωνάζω κι ας έχουν τα πλάτη κουφαθεί
Σπάω το φράγμα της ψυχής μου και ολόγυμνος δίνομαι στο στερέωμα
Στο προθάλαμο μπαίνω της κόλασης
Σφετεριστής της παραδείσιας περιβολής μου
Ψάχνω τα ίχνη σου
Κρουστά λευκά φτερά αναρροφούν πύρινη λάβα
Γεύομαι στάχτη και σάρκα καμμένη γευματίζω
Πριν καλά καλά εισέλθω στο πηγάδι των στεναγμών
Έρωτας κλεπταποδόχος γίνομαι
Και χωρίς καθόλου οβολούς κάνω ταμείο με τους κολασμένους!

Φωτεινή πυραμίδα γίνομαι και μνηστεύομαι τον ορίζοντα
Σε πλάτια ξεχύνομαι απροσμέτρητα
Σαν τόπι που τρελά αναπηδά
Στην ασφαλτόστρωτη αλάνα με τους χαλασμένους ωροδείκτες
Μεταβάλλομαι σε Χρυσή απλίκα στου κάστρου τον εξώστη
Οι φρουροί με γνωρίζουν και με κερνούν παγωμένο τσάι
Σε κούπα ροδακινί με ξεφτισμένο το θυρεό!




Σάββατο, 10 Σεπτεμβρίου 2016

Ή φούγκα τού θανάτου




Μαύρο γάλα της αυγής το πίνουμε το βράδυ
πίνουμε το μεσημέρι και πρωί το πίνουμε τη νύχτα
πίνουμε και πίνουμε
ανοίγουμε ένα μνήμα στους αιθέρες εκει δεν είναι στριμωχτά
γράφει οταν πέφτει σκοτάδι στη Γερμανία
τα χρυσά σου μαλλιά Μαργαρίτα
το γράφει και βγαινει απ'το σπίτι κι αστράφτουν τ'αστέρια
σφυρίζει τα σκυλιά του να'ρθουν
σφυρίζει στους Εβραίους του να βγουν τους βάζει να σκάψουν ενα μνήμα στη γη
μας προστάζει παίξετε τώρα για χορό
Μαύρο γάλα της αυγής σε πίνουμε νύχτα
σε πίνουμε μεσημέρι και πρωί σε πίνουμε βράδυ
πίνουμε και πίνουμε
Στο σπίτι κατοικεί ένας άνδρας παίζει με τα φίδια γράφει
γράφει οταν πέφτει σκοτάδι στη Γερμανία
τα χρυσά σου μαλλιά Μαργαρίτα
τα σταχτιά σου μαλλιά Σουλαμίθ
ανοίγουμε ένα μνήμα στους αιθέρες εκει δεν είναι κανείς στριμωχτά
Φωνάζει σκάψτε βαθύτερα στο χώμα εσείς κι εσείς οι άλλοι τραγουδήστε και παίξτε
αρπάζει από τη ζώνη το σιδερικό το κραδαίνει τα μάτια του είναι γαλανά
καρφώστε βαθύτερα το φτυάρι εσείς κι εσείς οι άλλοι παίζεται ακόμα για χορό
Μαύρο γάλα της αυγής σε πίνουμε νύχτα
σε πίνουμε μεσημέρι και πρωί σε πίνουμε βράδυ
πίνουμε και πίνουμε
Στο σπίτι κατοικεί ένας άνδρας τα χρυσά σου μαλλιά Μαργαρίτα
τα σταχτιά σου μαλλιά Σουλαμίθ παίζει με τα φίδια
Φωνάζει παίξτε το θάνατο ακόμη πιο γλυκά ο θάνατος
είναι ένας μάστορας από την Γερμανία
φωνάζει βαθύνεται τον ήχο των βιολιών και τότε θ'ανεβείτε σαν καπνός στους αιθέρες
τότε θα βρείτε ένα μνήμα στα σύννεφα εκεί δέν είναι κανείς στριμωχτά
Μαύρο γάλα της αυγής σε πίνουμε νύχτα
σε πίνουμε μεσημέρι ο θάνατος είναι ένας μάστορας από την Γερμανία
σε πίνουμε το βράδυ το πρωί
πίνουμε και πίνουμε
ο θάνατος είναι ένας μάστορας από την Γερμανία τα μάτια του είναι γαλανά
σε πετυχαίνει με μολύβι καυτό σου ρίχνει δε σφάλει
Στο σπίτι κατοικεί ένας άνδρας τα χρυσά σου μαλλιά Μαργαρίτα
αμολά τα σκυλιά κατά πάνω μας
μας χαρίζει ένα μνήμα στους αιθέρες
παίζει με τα φίδια και ονειρεύεται ο θάνατος είναι ένας μάστορας
από τη Γερμανία
Τα χρυσά σου μαλλιά Μαργαρίτα
Τα σταχτιά σου μαλλιά Σουλαμίθ

Ή φωτογραφία είναι από Το στρατόπεδο συγκέντρωσης Μαουτχαουζεν ορχήστρα των κρατουμένων πού οδηγεί σε εκτέλεση τούς συναδέλφους τους
Ημερομηνία λήξης 30 Ιουνίου 1942

Ή φούγκα τού θανάτου
Μετάφραση Γιώργος Καρτάκης επίμετρο ποίημα
Γιώργος Καρτάκης 
Ή φούγκα τού θανάτου" το ποίημα τού αιώνα σύμφωνα με τόν Βόλφγκανγκ Έμμεριχ Ή Γκουέρνικα της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας κατά Τον Τζόν Φέλστινερ δημιουργήθηκε όπως όλα δείχνουν μετά το 1945.Φίλοι του ποιητή θυμούνται να επιμελείται το ποίημα στο Τσερνοβιτς.Στα διασωθέντα χειρόγραφα ο ίδιος ο Τσελάν είχε σημειώσει την χρονολογία 1944.
o εικοσιτετράχρονος ποιητής είχε μόλις αφεθεί ελεύθερος από το ρουμανικό στρατόπεδο αναγκαστικής εργασίας χωρίς τούς γονείς του οι οποίοι θα πεθάνουν σε ναζιστικό στρατόπεδο συγκεντρώσεως.Αυτες οι εμπειρίες γεμάτες θλιβερές εικόνες αποτελούν το εφαλτήριο για να γραφτεί το ποίημα.Το έργο φέρει αρχικά τόν τίτλο"το Ταγκό του θανάτου"δημοσιεύεται το 1947 σε ρουμανική μετάφραση στό περιοδικό Contemporanul,και στην συνέχεια Θα ενσωματωθεί στήν συλλογή Μήκων και Μνήμη 1952.Ήδη μέσα στον τίτλο κρύβεται μία αντιφατική σύζευξη Θάνατος Μουσική-Χάος και Τάξη.
Ή μετονομασία τού Ποιητή από Ταγκό σε Φούγκα θανάτου διευρύνει την σημασία του έργου η φουγκα αποτελεί το μουσικό σύνολο της δημιουργίας του Μπάχ ενός μάστορα από την Γερμανία έτσι ο όρος φούγκα θανάτου μπορεί να θεωρηθεί πως επισκιάζει αμφισβητώντας αυτόν τον πρωτομάστορα της μουσικής επισκίαση αισθητή αφού μπροστά από τα οικήματα τών δήμιων μέσα στα στρατόπεδα ηχούσαν οι φούγκες που έπαιζε η ορχήστρα των κρατουμένων.Ή φούγκα θανάτου δέν είναι ένα ποίημα για Το Άουσβιτς αλλά αποτελεί μία σύνθεση μνημόσυνο για το σύνολο των θυμάτων στα ναζιστικά στρατόπεδα.Στόχος του ποιήματος δέν είναι ή εικονική αναπαραγωγή σκηνών εξόντωσης αλλά ή προσπάθεια ανάκλησης στη συνείδηση γεγονότων υποδεικνύοντας την σχέση που υπάρχει ανάμεσα σε έναν προοδευτικό πολιτισμό και την αγριότητα που ο ίδιος πολιτισμός επιδεικνύει.
Στήν μία πλευρά στέκουν τα θύματα(το εμείς)που σκάβουν στόν εξωτερικό χώρο και παίρνουν την διαταγή να παίξουν για χορό,στην άλλη πλευρά υπάρχει ένας άνδρας που αντιπροσωπεύει τούς δράστες γράφει ένα γράμμα σε μία γυναίκα ή οποία ενσαρκώνει το σύνολο των γυναικών της Γερμανίας(Μαργαρίτα) αυτή ή αντιπαραβολή ή οποία λειτουργεί όμοια όπως ή φωνή και η αντήχηση,η μορφή και ή σκιά δημιουργεί τη δραματική φόρτιση στο λόγο.
Το έργο είναι γραμμένο πάνω στο μέτρο του μουσικού όρου της Φούγκας ο οποίος προέρχεται από την λατινική λέξη (Fuga) που σημαίνει φυγή τροπή απόδραση ενώ στα Γερμανικά σημαίνει αρμός (Fuge) χρησιμοποιήθηκε από τον ύστερο Μεσαίωνα για να χαρακτηριστεί είδη αντιστικτηκής σύνθεσης που βασίζονταν στην μίμηση και ειδικότερα το είδος πού ονομάζεται σήμερα κανόνας ο κανόνας είναι ένα πολυφωνικό έργο στο οποίο όλες οι φωνές τραγουδούν τήν ίδια μελωδία αρχίζοντας η μία μετά την άλλη με διάφορα φάσης κάποιων μέτρων.
Ο Τσελάν μεταφράζει αυτό το ηχητικό σχήμα σε ακολουθίες σύμφωνα με το μοτίβο Λέξη Ήχος Εικόνα ενώ παράλληλα απουσιάζει από το ποίημα οποιοδήποτε σημείο στίξης.Μέ δάνεια από τους τομείς της μουσικής και της λογοτεχνίας το όνομα Μαργαρίτα(Φάουστ) και ή παρθένος Σουλαμίθ (Άσμα Ασμάτων) το ποίημα διασχίζει τις παραδοσιακές φόρμες και σύν-αρμολογεί αταιριαστες μεταξύ τους αντιθέσεις όπως τόν ρομαντικό επιστολογράφο με τον αδίστακτο δράστη.

ΓΚΑΣΕΛΑ ΤΟΥ ΑΠΡΟΣΔΟΚΗΤΟΥ ΕΡΩΤΑ





Κανείς δεν ένιωθε το άρωμα
από τη σκοτεινή μαγνόλια της κοιλιάς σου.
Κανείς δεν ήξερε πως τυραννούσες
ένα κολίβριο του έρωτα ανάμεσα στα δόντια σου.
Χίλια αλογάκια περσικά κοιμόντουσαν
επάνω στου μετώπου σου τη φεγγαρόλουστη άπλα,
όταν εγώ τέσσερις νύχτες σφιχταγκάλιαζα
τη μέση σου που οχτρεύεται το χιόνι.
Σε γύψο ανάμεσα και γιασεμιά, το βλέμμα σου
ήταν ένα χλωμό μπουκέτο σπόροι.
Μέσα στα στήθια σου έψαχνα για να σου δώσω
τα φιλντισένια γράμματα που λεν παντοτεινά.
Παντοτεινά, παντοτεινά: κήπος της αγωνίας μου,
το σώμα σου το φευγαλέο για πάντα,
το αίμα των φλεβών σου μες στο στόμα μου,
το στόμα σου πια δίχως φως για τη θανή μου.

Federico Garcia Lorca, "Divan del Tamarit"
Μετάφραση Τάκης Βαρβιτσιώτης

Τετάρτη, 7 Σεπτεμβρίου 2016

ΧΡΩΜΑ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΙΔΗΡΟΥ




Λέγατε: θάνατος, σιωπή, μοναξιά•
όπως έρωτας, ζωή. Λόγια προσωρινά,
πλάσματα φανταστικά, εικόνες.
Κι ο αγέρας σηκώνεται ελαφρύς κάθε πρωί
κι ο χρόνος με το χρώμα της βροχής και του σιδήρου
περνά πάνω απ' τις πέτρες,
πάνω απ' τον περίκλειστο βόμβο των καταραμένων.
Η αλήθεια είναι ακόμη μακριά.
Πες μου, όμως, άνθρωπε καρφωμένε στο σταυρό,
κι εσύ από χέρια που χόντρυναν απ' το ξεραμένο αίμα,
Πώς ν' απαντήσω σε κείνους που ρωτάνε;
Τώρα. Τώρα. Πριν μπει κι άλλη σιωπή
μες στα μάτια, πριν σηκωθεί ο αγέρας
κι άλλη σκουριά προσθέσει.


http://kokkinikissa.blogspot.gr/
μτφρ: Ζήσης Σαρίκας

Τὸ Πρωτοβρόχι







Σκυμμένοι ἀπὸ τὸ παραθύρι...
Καὶ τοῦ προσώπου μας οἱ γύροι
ἡ ἴδια μας ἤτανε ψυχή.
Ἡ συννεφιά, χλωμὴ σὰ θειάφι,
θάμπωνε ἀμπέλι καὶ χωράφι·
ὁ ἀγέρας μέσ᾿ ἀπὸ τὰ δέντρα
μὲ κρύφια βούιζε ταραχή·
ἡ χελιδόνα, μὲ τὰ στήθη,
γοργή, στὴ χλόη μπρὸς-πίσω ἐχύθη·
κι ἄξαφνα βρόντησε, καὶ λύθη
κρουνός, χορεύοντα ἡ βροχή!
Ἡ σκόνη πῆρ᾿ ἀνάερο δρόμο...
K᾿ ἐμεῖς, στῶν ρουθουνιῶν τὸν τρόμο,
στὴ χωματίλα τὴ βαριὰ
τὰ χείλα ἀνοίξαμε, σὰ βρύση
τὰ σπλάχνα νὰ μπεῖ νὰ ποτίσει
(ὅλη εἶχεν ἡ βροχὴ ραντίσει
τὴ διψασμένη μας θωριά,
σὰν τὴν ἐλιὰ καὶ σὰν τὸ φλόμο).
κι ὁ ἕνας στ᾿ ἀλλουνοῦ τὸν ὦμο
ρωτάαμε: «T᾿ εἶναι πὄχει σκίσει
τὸν ἀέρα μύρο, ὅμοιο μελίσσι;
Ἀπ᾿ τὸν πευκιὰ τὸ κουκουνάρι,
ὁ βάρσαμος ἢ τὸ θυμάρι,
ἡ ἀφάνα ἢ ἡ ἀλυγαριά;»
Κι ἄχνισα - τόσα ἦταν τὰ μύρα -
ἄχνισα κ᾿ ἔγινα ὅμοια λύρα,
ποὺ χάϊδευ᾿ ἡ ἄσωτη πνοή...
Μοῦ γιόμισ᾿ ὁ οὐρανίσκος γλύκα·
κι ὡς τὴ ματιά σου ξαναβρῆκα,
ὅλο μου τὸ αἷμα ἦταν βοή!...
K᾿ ἔσκυψ᾿ ἀπάνω ἀπὸ τ᾿ ἀμπέλι
ποὺ ἐσειόνταν σύφυλλο, τὸ μέλι
καὶ τ᾿ ἄνθι ἀκέριο νὰ τοῦ πιῶ·
- βαριὰ τσαμπιὰ καὶ οἱ λογισμοί μου,
βάτοι βαθιοὶ οἱ ἀνασασμοί μου -
κι ὅπως ἀνάσαινα, ἀπ᾿ τὰ μύρα
δὲ μπόρεια νὰ διαλέξω ποιό!
Μὰ ὅλα τὰ μάζεψα, τὰ πῆρα,
καὶ τά ῾πια, ὡσὰν ἀπὸ τὴ μοίρα
λύπη ἀπροσδόκητη ἢ χαρά.
Τά ῾πια· κι ὡς σ᾿ ἄγγιξα τὴ ζώνη,
τὸ αἷμα μου γίνηκεν ἀηδόνι,
κι ὡς τὰ πολύτρεχα νερά!

(ἀπὸ τὸ Λυρικὸς Βίος, Β´, Ἴκαρος 1968)
http://users.uoa.gr/~nektar/arts/tributes/aggelos_sikelianos/to_prwtobroxi.htm

Τετάρτη, 24 Αυγούστου 2016

Ώστε θες να γίνεις συγγραφέας;













Αν δεν βγαίνει από μέσα σου ορμητικά
σε πείσμα όλων,
μην το κάνεις.
Αν δε βγει απρόσκλητο
από την καρδιά κι απ’ το μυαλό σου κι απ’ το στόμα
κι απ’ τα σωθικά σου,
μην το κάνεις.
Αν κάθεσαι με τις ώρες
και κοιτάς την οθόνη του υπολογιστή σου
ή σκύβεις σαν καμπούρης πάνω από τη γραφομηχανή σου
ψάχνοντας βασανιστικά τις λέξεις,
μην το κάνεις.
Μην το κάνεις για τα λεφτά
Ή για τη δόξα,
Ασ’ το καλύτερα.
Αν το κάνεις γιατί νομίζεις πως θα σου φέρει
γυναίκες ή άντρες στο κρεβάτι σου,
μην το κάνεις.
Αν κάθεσαι εκεί πέρα και
γράφεις ξανά και ξανά τα ίδια και τα ίδια,
μην το κάνεις.
Αν ζορίζεσαι όταν σκέφτεσαι να το κάνεις,
τότε μην κάνεις.
Αν προσπαθείς να γράψεις όπως άλλος,
ξέχνα το.
Ασ’ το καλύτερα.
Αν περιμένεις να βγει μουγκρίζοντας από μέσα σου,
τότε περίμενε υπομονετικά.
Κι αν δεν βγει με βαθύ βρυχηθμό,
κάνε κάτι άλλο.
Αν πρέπει πρώτα να το διαβάσεις στη γυναίκα σου
ή στην γκόμενά σου ή στον γκόμενό σου
ή στους γονείς σου ή σε οποιονδήποτε άλλον,
δεν είσαι έτοιμος να γίνεις συγγραφέας.
Μην γίνεις σαν τόσους και τόσους γραφιάδες,
μην γίνεις σαν κι αυτούς τους μύριους
που αυτοαποκαλούνται συγγραφείς,
μην γίνεις κουτός και πληκτικός
και ξιπασμένος,
μην αφήνεις την αυταρέσκεια να σε κατασπαράξει.
Οι βιβλιοθήκες του κόσμου έχουν
πνιγεί στο χασμουρητό
με το σινάφι σου.
Μην προστεθείς κι εσύ σ’ αυτούς.
Μην το κάνεις.
Αν δεν εκτοξεύεται απ’ την ψυχή σου σαν πύραυλος,
Ασ’ το καλύτερα.
Καν’ το μονάχα αν νιώσεις ότι το να μην το κάνεις
Θα σε οδηγήσει στην τρέλα,
στην αυτοκτονία ή στο φόνο.
Αλλιώς, μην το κάνεις.
Αν δεν νιώσεις ότι ο ήλιος μέσα σου
σου καίει τα σπλάχνα,
μην το κάνεις.
Όταν έρθει στ’ αλήθεια η ώρα,
κι αν έχεις το χάρισμα,
θα συμβεί
από μόνο του
και θα συνεχίσει να συμβαίνει
ώσπου να πεθάνεις ή ώσπου να πεθάνει εκείνο.
Άλλος τρόπος δεν υπάρχει. Δεν υπάρχει.
Ποτέ δεν υπήρξε.

Τσαρλς Μπουκόφσκι, Ώστε Θες να Γίνεις Συγγραφέας;

(Mτφρ.: Σώτη Τριανταφύλλου)/ Περιοδικό Ζενίθ

Πίνακας: Alberto Gálvez

Τρίτη, 23 Αυγούστου 2016

ΕΠΑΓΡΥΠΝΗΣΗ




Στο Παρίσι κλονιζόμενος ο πύργος του Αγίου Ιακώβου
Όμοιος με ηλιοτρόπιον
Χτυπά καμιά φορά με το μέτωπό του τον Σηκουάνα και η σκιά του
γλιστρά ανεπαίσθητα ανάμεσα στα ρυμουλκά  
Την στιγμήν εκείνην ακροποδητί μέσα στον ύπνο μου
Κατευθύνομαι προς την κάμαρα όπου είμαι ξαπλωμένος
Και βάζω φωτιά
Δια να μη μείνει τίποτε από την συγκατάθεσι που μου απέσπασαν
Τα έπιπλα τότε κάνουν τόπο σε ζώα ίσου μεγέθους που με
κοιτάζουν αδελφικά  
Λεοντάρια που στις χαίτες τους αποκαίονται οι καρέκλες
Σέλαχοι των οποίων η άσπρη κοιλιά συγχωνεύει το τελευταίο
ρίγος των σεντονιών  
Την ώρα του έρωτος και των κυανών βλεφάρων
Βλέπω να καίγουμαι κι εγώ με τη σειρά μου βλέπω αυτήν την
κατανυκτική κρυψώνα των τιποτένιων πραγμάτων  
Που υπήρξε το κορμί μου
Και που την ψάξαν υπομονετικά ράμφη πύρινων ίβιδων
Όταν όλα τελειώνουν μπαίνω αόρατος μέσα στην αψίδα
Χωρίς να προσέχω τους περαστικούς της ζωής που κάνουν
ν’ αντηχούν πολύ μακριά τα σερνάμενά τους βήματα  
Βλέπω τα ψαροκόκαλα του ήλιου
Ανάμεσα από την λευκάκανθα της βροχής
Ακούω να ξεσχίζεται τ’ ανθρώπινο πανί σαν ένα μεγάλο φύλλο
Κάτω από το νύχι της απουσίας και της παρουσίας που είναι
συνένοχες  
Όλοι οι ιστοί μαραίνονται δεν μένει παρά μια μυρωμένη δαντέλα
Ένα κογχύλι από δαντέλα που έχει τέλειο σχήμα ενός μαστού
Δεν αγγίζω πια παρά την καρδιά των πραγμάτων κρατώ
το νήμα  



Μετάφραση: Ανδρέας Εμπειρίκος.

Από το βιβλίο: Από το βιβλίο: Χριστόφορος Λιοντάκης, «Ανθολογία γαλλικής ποίησης. Από τον Μπωντλαίρ ώς τις μέρες μας», Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2000, σελ. 195-196.





Δευτέρα, 22 Αυγούστου 2016

Ελεύθερη Ένωση - Αντρέ Μπρετόν


(μετάφραση Νάνος Βαλαωρίτης)
Η γυναίκα μου με μαλλιά φωτιάς από ξύλα
Η γυναίκα μου με σκέψεις αστραπών της ζέστης
Με μέση κλεψύδρας
Η γυναίκα μου με μέση σβίδρας ανάμεσα στα δόντια της τίγρης
Η γυναίκα μου με στόμα κονκάρδας και ανθοδέσμης άστρων
μικρότερου μεγέθους
Με δόντια αποτυπώματα άσπρου ποντικιού πάνω στην άσπρη γη
Με γλώσσα κεχριμπαριού και γυαλιού τριμμένου
Με γλώσσα μαχαιρωμένου αντίδωρου
Με γλώσσα κούκλας που ανοιγοκλείνει τα μάτια της
Με γλώσσα πέτρας απίστευτης
Η γυναίκα μου με ματόκλαδα όρθιες γραμμούλες παιδικής γραφής
Με φρύδια περίγυρου φωλιάς χελιδονιού
Η γυναίκα μου με κροτάφους σχιστόλιθου στέγης θερμοκηπίου
Κι άχνας στα παράθυρα
Η γυναίκα μου με ώμους σαμπάνιας
Και κρήνης με κεφάλια δελφινιών κάτω από τον πάγο
Η γυναίκα μου με καρπούς χεριών από σπίρτα
Η γυναίκα μου με δάχτυλα τύχης και καρδιάς άσσου κούπα
Με δάχτυλα θερισμένου σταχυού
Η γυναίκα μου με μασχάλες τριχώματος του κουναβιού και καρπών οξιάς
Της νύχτας του Αϊ-Γιαννιού
Της αγριομυρτιάς και φωλιάς σκαλαριών
Με μπράτσα του αφρού της θάλασσας και του υδροφράγματος
Και μείγματος σταριού και μύλου
Η γυναίκα μου με γάμπες βεγγαλικού
Με κινήσεις ωρολογιακές κι απελπισίας
Η γυναίκα μου με γάμπες από μεδούλι της ακτέας
Η γυναίκα μου με πόδια αρχικά ονομάτων
Με πόδια εσμού κλειδιών με πόδια καλφάδων που πίνουν
Η γυναίκα μου με λαιμό μαργαριταριού αλεσμένου κριθαριού
Η γυναίκα μου με λαιμό χρυσής κοιλάδας
Και συναντήσεων μέσα στην ίδια την κοίτη του χειμάρρου
Με στήθια της νύχτας
Η γυναίκα μου με στήθια θαλασσινής φωλιάς του τυφλοπόντικα
Η γυναίκα μου με στήθια χοάνης για ρουμπίνια
Με στήθια φάσματος του ρόδου κάτω απ' τη δροσιά
Η γυναίκα μου με κοιλιά βεντάλιας των ημερών όταν ξεδιπλώνεται
Με κοιλιά γιγάντιο νύχι γαμψό
Η γυναίκα μου με ράχη πουλιού που φεύγει κατακόρυφα
Με πλάτη υδράργυρου
Με πλάτη φωτός
Με σβέρκο πέτρας στρογγυλεμένης και κιμωλίας βρεμένης
Και πεσίματος του ποτηριού που μόλις ήπιαμε
Η γυναίκα μου με γοφούς μικρού πλοίου
Η γυναίκα μου με γοφούς πολυελαίου και με φτερά σαΐτας
Και με μίσχους φτερών άσπρου παγονιού
Και ζυγαριάς ανευαίσθητης
Η γυναίκα μου με γλουτούς από αμμόπετρα και αμίαντο
Η γυναίκα μου με γλουτούς ράχης του κύκνου
Η γυναίκα μου με γλουτούς της άνοιξης
Με αιδοίο γλαδιόλας
Η γυναίκα μου με αιδοίο φλέβας χρυσού κι ορνιθορύγχου
Η γυναίκα μου με αιδοίο φύκια και καραμέλες του παλιού καιρού
Η γυναίκα μου με αιδοίο καθρέφτη
Η γυναίκα μου με τα μάτια της γεμάτα δάκρυα
Με μάτια μενεξεδιάς πανοπλίας και μαγνητισμένης βελόνας
Η γυναίκα μου με μάτια σαβάνας
Η γυναίκα μου με μάτια νερού για να πίνεις στη φυλακή
Η γυναίκα μου με μάτια του ξύλου πάντα κάτω από τον πέλεκυ
Με μάτια στο ύψος του νερού στο ύψος του αέρα της γης και της φωτιάς.

Πέμπτη, 18 Αυγούστου 2016

Ἡ σονάτα τοῦ σεληνόφωτος


    Γιάννης Ρίτσος - Ἡ σονάτα τοῦ σεληνόφωτος
    Ἀνοιξιάτικο βράδι. Μεγάλο δωμάτιο παλιοῦ σπιτιοῦ. Μιὰ ἡλικιωμένη γυναίκα ντυμένη στὰ μαῦρα μιλάει σ᾿ ἕναν νέο. Δὲν ἔχουν ἀνάψει φῶς. Ἀπ᾿ τὰ δυὸ παράθυρα μπαίνει ἕνα ἀμείλικτο φεγγαρόφωτο. Ξέχασα νὰ πῶ ὅτι ἡ γυναίκα μὲ τὰ μαῦρα ἔχει ἐκδώσει δυό-τρεῖς ἐνδιαφέρουσες ποιητικὲς συλλογὲς θρησκευτικῆς πνοῆς. Λοιπόν, ἡ Γυναίκα μὲ τὰ μαῦρα μιλάει στὸν νέο:
    Ἄφησέ με ναρθῶ μαζί σου. Τί φεγγάρι ἀπόψε! Εἶναι καλὸ τὸ φεγγάρι, - δὲ θὰ
    φαίνεται ποὺ ἄσπρισαν τὰ μαλλιά μου. Τὸ φεγγάρι θὰ κάνει πάλι χρυσὰ
    τὰ μαλλιά μου. Δὲ θὰ καταλάβεις. Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.
    Ὅταν ἔχει φεγγάρι, μεγαλώνουν οἱ σκιὲς μὲς στὸ σπίτι, ἀόρατα χέρια τραβοῦν
    τὶς κουρτίνες, ἕνα δάχτυλο ἀχνὸ γράφει στὴ σκόνη τοῦ πιάνου λησμονημένα
    λόγια - δὲ θέλω νὰ τ᾿ ἀκούσω. Σώπα.
    Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου λίγο πιὸ κάτου, ὡς τὴ μάντρα τοῦ τουβλάδικου,
    ὡς ἐκεῖ ποὺ στρίβει ὁ δρόμος καὶ φαίνεται ἡ πολιτεία τσιμεντένια κι ἀέρινη,
    ἀσβεστωμένη μὲ φεγγαρόφωτο τόσο ἀδιάφορη κι ἄϋλη, τόσο θετικὴ σὰν
    μεταφυσικὴ ποὺ μπορεῖς ἐπιτέλους νὰ πιστέψεις πὼς ὑπάρχεις καὶ δὲν ὑπάρχεις
    πὼς ποτὲ δὲν ὑπῆρξες, δὲν ὑπῆρξε ὁ χρόνος κ᾿ ἡ φθορά του.
    Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.
    Θὰ καθίσουμε λίγο στὸ πεζούλι, πάνω στὸ ὕψωμα, κι ὅπως θὰ μᾶς φυσάει
    ὁ ἀνοιξιάτικος ἀέρας μπορεῖ νὰ φαντάζουμε κιόλας πὼς θὰ πετάξουμε, γιατί,
    πολλὲς φορές, καὶ τώρα ἀκόμη, ἀκούω τὸ θόρυβο τοῦ φουστανιοῦ μου, σὰν τὸ
    θόρυβο δυὸ δυνατῶν φτερῶν ποὺ ἀνοιγοκλείνουν, κι ὅταν κλείνεσαι μέσα
    σ᾿ αὐτὸν τὸν ἦχο τοῦ πετάγματος νιώθεις κρουστὸ τὸ λαιμό σου, τὰ πλευρά σου,
    τὴ σάρκα σου, κι ἔτσι σφιγμένος μὲς στοὺς μυῶνες τοῦ γαλάζιου ἀγέρα,
    μέσα στὰ ρωμαλέα νεῦρα τοῦ ὕψους, δὲν ἔχει σημασία ἂν φεύγεις ἢ ἂν γυρίζεις
    οὔτε ἔχει σημασία ποὺ ἄσπρισαν τὰ μαλλιά μου, δὲν εἶναι τοῦτο ἡ λύπη μου - ἡ λύπη
    μου εἶναι ποὺ δὲν ἀσπρίζει κ᾿ ἡ καρδιά μου. Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.
    Τὸ ξέρω πὼς καθένας μοναχὸς πορεύεται στὸν ἔρωτα, μοναχὸς στὴ δόξα
    καὶ στὸ θάνατο. Τὸ ξέρω. Τὸ δοκίμασα. Δὲν ὠφελεῖ. Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.
    Τοῦτο τὸ σπίτι στοίχειωσε, μὲ διώχνει –
    θέλω νὰ πῶ ἔχει παλιώσει πολύ, τὰ καρφιὰ ξεκολλᾶνε,
    τὰ κάδρα ρίχνονται σὰ νὰ βουτᾶνε στὸ κενό,
    οἱ σουβάδες πέφτουν ἀθόρυβα
    ὅπως πέφτει τὸ καπέλλο τοῦ πεθαμένου
    ἀπ' τὴν κρεμάστρα στὸ σκοτεινὸ διάδρομο
    ὅπως πέφτει τὸ μάλλινο τριμμένο γάντι τῆς σιωπῆς ἀπ' τὰ γόνατά της
    ἢ ὅπως πέφτει μιὰ λουρίδα φεγγάρι στὴν παλιά, ξεκοιλιασμένη πολυθρόνα.
    Κάποτε ὑπῆρξε νέα κι αὐτή – ὄχι ἡ φωτογραφία ποὺ κοιτᾶς μὲ τόση δυσπιστία
    λέω γιὰ τὴν πολυθρόνα, πολὺ ἀναπαυτική,
    μποροῦσες ὦρες ὁλόκληρες νὰ κάθεσαι
    καὶ μὲ κλεισμένα μάτια νὰ ὀνειρεύεσαι ὅ,τι τύχει
    – μιὰν ἀμμουδιὰ στρωτή, νοτισμένη, στιλβωμένη ἀπὸ φεγγάρι,
    πιὸ στιλβωμένη ἀπ' τὰ παλιὰ λουστρίνια μου ποὺ κάθε μήνα τὰ δίνω στὸ στιλβωτήριο
    - τῆς γωνίας,
    ἢ ἕνα πανὶ ψαρόβαρκας ποὺ χάνεται στὸ βάθος
    λικνισμένο ἀπ' τὴν ἴδια του ἀνάσα,
    τριγωνικὸ πανὶ σὰ μαντίλι διπλωμένο λοξὰ μόνο στὰ δυὸ
    σὰ νὰ μὴν εἶχε τίποτα νὰ κλείσει ἢ νὰ κρατήσει
    ἢ ν' ἀνεμίσει διάπλατο σὲ ἀποχαιρετισμό. Πάντα μου
    εἶχα μανία μὲ τὰ μαντίλια,
    ὄχι γιὰ νὰ κρατήσω τίποτα δεμένο,
    τίποτα σπόρους λουλουδιῶν ἢ χαμομήλι μαζεμένο στοὺς ἀγροὺς μὲ τὸ λιόγερμα
    ἢ νὰ τὸ δέσω τέσσερις κόμπους σὰν τὸ ἀντικρυνὸ γιαπὶ
    ἢ νὰ σκουπίζω τὰ μάτια μου – διατήρησα καλὴ τὴν ὅρασή μου,
    ποτέ μου δὲν φόρεσα γυαλιά. Μιὰ ἁπλὴ ἰδιοτροπία τὰ μαντίλια ...
    Τώρα τὰ διπλώνω στὰ τέσσερα, στὰ ὀχτώ, στὰ δεκάξι
    ν' ἀπασχολῶ τὰ δάχτυλά μου. Καὶ τώρα θυμήθηκα
    πὼς ἔτσι μετροῦσα τὴ μουσικὴ σὰν πήγαινα στὸ Ὠδεῖο
    μὲ μπλὲ ποδιὰ κι ἄσπρο γιακά, μὲ δυὸ ξανθὲς πλεξοῦδες
    – 8, 16, 32, 64, –
    κρατημένη ἀπ' τὸ χέρι μιᾶς μικρῆς φίλης μου ροδακινιᾶς
    ὅλο φῶς καὶ ρὸζ λουλούδια,
    (συγχώρεσέ μου αὐτὰ τὰ λόγια κακὴ συνήθεια) – 32, 64, –
    κι οἱ δικοί μου στήριζαν
    μεγάλες ἐλπίδες στὸ μουσικό μου τάλαντο.
    Λοιπόν, σοῦ 'λεγα γιὰ τὴν πολυθρόνα –
    ξεκοιλιασμένη – φαίνονται οἱ σκουριασμένες σοῦστες, τὰ ἄχερα –
    ἔλεγα νὰ τὴν πάω δίπλα στὸ ἐπιπλοποιεῖο,
    μὰ ποῦ καιρὸς καὶ λεφτὰ καὶ διάθεση – τί νὰ πρωτοδιορθώσεις; –
    ἔλεγα νὰ ρίξω ἕνα σεντόνι πάνω της – φοβήθηκα
    τ' ἄσπρο σεντόνι σὲ τέτοιο φεγγαρόφωτο. Ἐδῶ κάθισαν
    ἄνθρωποι ποὺ ὀνειρεύτηκαν μεγάλα ὄνειρα,
    ὅπως κι ἐσὺ κι ὅπως κι ἐγὼ ἄλλωστε,
    καὶ τώρα ξεκουράζονται κάτω ἀπ' τὸ χῶμα
    δίχως νὰ ἐνοχλοῦνται ἀπ' τὴ βροχὴ ἢ τὸ φεγγάρι.
    Ἄφησέ με νὰ ἔρθω μαζί σου...
    Θὰ σταθοῦμε λιγάκι στὴν κορφὴ τῆς μαρμάρινης σκάλας τοῦ Ἁι-Νικόλα,
    ὕστερα ἐσὺ θὰ κατηφορίσεις κι ἐγὼ θὰ γυρίσω πίσω
    ἔχοντας στ' ἀριστερὸ πλευρό μου τὴ ζέστα
    ἀπ' τὸ τυχαῖο ἄγγιγμα τοῦ σακακιοῦ σου
    κι ἀκόμη μερικὰ τετράγωνα φῶτα ἀπὸ μικρὰ συνοικιακὰ παράθυρα
    κι αὐτὴ τὴν πάλλευκη ἄχνα ἀπ' τὸ φεγγάρι
    πού 'ναι σὰ μιὰ μεγάλη συνοδεία ἀσημένιων κύκνων –
    καὶ δὲ φοβᾶμαι αὐτὴ τὴν ἔκφραση, γιατί ἐγὼ
    πολλὲς ἀνοιξιάτικες νύχτες συνομίλησα ἄλλοτε μὲ τὸ Θεὸ ποὺ μοῦ ἐμφανίστηκε
    ντυμένος τὴν ἀχλὺ καὶ τὴν δόξα ἑνὸς τέτοιου σεληνόφωτος,
    καὶ πολλοὺς νέους, πιὸ ὡραίους κι ἀπὸ σένα ἀκόμη, τοῦ ἐθυσίασα,
    ἔτσι λευκὴ κι ἀπρόσιτη ν' ἀτμίζομαι μὲς στὴ λευκή μου φλόγα,
    στὴ λευκότητα τοῦ σεληνόφωτος,
    πυρπολημένη ἀπ' τ' ἀδηφάγα μάτια τῶν ἀντρῶν
    κι ἀπ' τὴ δισταχτικὴν ἔκσταση τῶν ἐφήβων,
    πολιορκημένη ἀπὸ ἐξαίσια, ἡλιοκαμένα σώματα,
    ἄλκιμα μέλη γυμνασμένα στὸ κολύμπι, στὸ κουπί, στὸ στίβο,
    στὸ ποδόσφαιρο (ποὺ ἔκανα πὼς δὲν τά 'βλεπα)
    μέτωπα, χείλη καὶ λαιμοί, γόνατα, δάχτυλα καὶ μάτια,
    στέρνα καὶ μπράτσα καὶ μηροί (κι ἀλήθεια δὲν τά 'βλεπα)
    – ξέρεις, καμμιὰ φορά, θαυμάζοντας, ξεχνᾶς ὅ,τι θαυμάζεις,
    σοῦ φτάνει ὁ θαυμασμός σου –
    θέ μου, τί μάτια πάναστρα, κι ἀνυψωνόμουν
    σὲ μιὰν ἀποθέωση ἀρνημένων ἄστρων
    γιατί, ἔτσι πολιορκημένη ἀπ' ἔξω κι ἀπὸ μέσα,
    ἄλλος δρόμος δέ μοῦ 'μενε παρὰ μονάχα πρὸς τὰ πάνω ἢ πρὸς τὰ κάτω.
    Ὄχι, δὲ φτάνει.
    Ἄφησέ με νὰ ἔρθω μαζί σου...
    Τὸ ξέρω ἡ ὥρα εἶναι πιὰ περασμένη. Ἄφησε μέ,
    γιατί τόσα χρόνια, μέρες καὶ νύχτες καὶ πορφυρὰ μεσημέρια,ἔμεινα μόνη,
    ἀνένδοτη, μόνη καὶ πάναγνη,
    ἀκόμη στὴ συζυγική μου κλίνη πάναγνη καὶ μόνη,
    γράφοντας ἔνδοξους στίχους στὰ γόνατα τοῦ Θεοῦ,
    στίχους πού, σὲ διαβεβαιῶ, θὰ μένουνε σὰ λαξευμένοι σὲ ἄμεμπτο μάρμαρο
    πέρα ἀπ' τὴ ζωή μου καὶ τὴ ζωή σου, πέρα πολύ. Δὲ φτάνει.
    Ἄφησέ με νὰ ἔρθω μαζί σου.
    Τοῦτο τὸ σπίτι δὲ μὲ σηκώνει πιά.
    Δὲν ἀντέχω νὰ τὸ σηκώνω στὴ ράχη μου.
    Πρέπει πάντα νὰ προσέχεις, νὰ προσέχεις,
    νὰ στεριώνεις τὸν τοῖχο μὲ τὸ μεγάλο μπουφὲ
    νὰ στεριώνεις τὸν μπουφὲ μὲ τὸ πανάρχαιο σκαλιστὸ τραπέζι
    νὰ στεριώνεις τὸ τραπέζι μὲ τὶς καρέκλες
    νὰ στεριώνεις τὶς καρέκλες μὲ τὰ χέρια σου
    νὰ βάζεις τὸν ὦμο σου κάτω ἀπ' τὸ δοκάρι ποὺ κρέμασε.
    Καὶ τὸ πιάνο, σὰ μαῦρο φέρετρο κλεισμένο. Δὲ τολμᾶς νὰ τ' ἀνοίξεις.
    Ὅλο νὰ προσέχεις, νὰ προσέχεις, μὴν πέσουν, μὴν πέσεις. Δὲν ἀντέχω.
    Ἄφησέ με νὰ ἔρθω μαζί σου...
    Τοῦτο τὸ σπίτι, παρ' ὅλους τοὺς νεκρούς του, δὲν ἐννοεῖ νὰ πεθάνει.
    Ἐπιμένει νὰ ζῇ μὲ τοὺς νεκρούς του
    νὰ ζῇ ἀπ' τοὺς νεκρούς του
    νὰ ζῇ ἀπ' τὴ βεβαιότητα τοῦ θανάτου του
    καὶ νὰ νοικοκυρεύει ἀκόμη τοὺς νεκρούς του σ' ἑτοιμόρροπα κρεββάτια καὶ ράφια.
    Ἄφησέ με νὰ ἔρθω μαζί σου.
    Ἐδῶ, ὅσο σιγὰ κι ἂν περπατήσω μὲς στὴν ἄχνα τῆς βραδιᾶς,
    εἴτε μὲ τὶς παντοῦφλες, εἴτε ξυπόλυτη,
    κάτι θὰ τρίξει – ἕνα τζάμι ραγίζει ἢ κάποιος καθρέφτης,
    κάποια βήματα ἀκούγονται – δὲν εἶναι δικά μου.
    Ἔξω, στὸ δρόμο μπορεῖ νὰ μὴν ἀκούγονται τοῦτα τὰ βήματα –
    ἡ μεταμέλεια, λένε, φοράει ξυλοπάπουτσα –
    κι ἂν κάνεις νὰ κοιτάξεις σ' αὐτὸν ἢ τὸν ἄλλον καθρέφτη,
    πίσω ἀπ' τὴν σκόνη καὶ τὶς ραγισματιές,
    διακρίνεις πιὸ θαμπὸ καὶ πιὸ τεμαχισμένο τὸ πρόσωπό σου,
    τὸ πρόσωπό σου ποὺ ἄλλο δὲ ζήτησες στὴ ζωὴ
    παρὰ νὰ τὸ κρατήσεις καθάριο κι ἀδιαίρετο.
    Τὰ χείλη τοῦ ποτηριοῦ γυαλίζουν στὸ φεγγαρόφωτο
    σὰν κυκλικὸ ξυράφι πῶς νὰ τὸ φέρω στὰ χείλη μου;
    ὅσο κι ἂν διψῶ – πῶς νὰ τὸ φέρω; – Βλέπεις;
    ἔχω ἀκόμη διάθεση γιὰ παρομοιώσεις – αὐτὸ μοῦ ἀπόμεινε,
    αὐτὸ μὲ βεβαιώνει ἀκόμη πὼς δὲν λείπω.
    Ἄφησέ με νὰ ἔρθω μαζί σου...
    Φορές-φορές, τὴν ὥρα ποὺ βραδιάζει, ἔχω τὴν αἴσθηση
    πὼς ἔξω ἀπ' τὰ παράθυρα περνάει ὁ ἀρκουδιάρης
    μὲ τὴ γριὰ βαρειά του ἀρκούδα
    μὲ τὸ μαλλί της ὅλο ἀγκάθια καὶ τριβόλια
    σηκώνοντας σκόνη στὸ συνοικιακὸ δρόμο
    ἕνα ἐρημικὸ σύννεφο σκόνη ποὺ θυμιάζει τὸ σούρουπο
    καὶ τὰ παιδιὰ ἔχουν γυρίσει σπίτια τους γιὰ τὸ δεῖπνο
    καὶ δὲν τ' ἁφήνουν πιὰ νὰ βγοῦν ἔξω
    μ' ὅλο ποὺ πίσω ἀπ' τοὺς τοίχους
    μαντεύουν τὸ περπάτημα τῆς γριᾶς ἀρκούδας
    κι ἡ ἀρκούδα κουρασμένη πορεύεται μὲς στὴ σοφία τῆς μοναξιᾶς της,
    μὴν ξέροντας γιὰ ποῦ καὶ γιατί
    ἔχει βαρύνει, δὲν μπορεῖ πιὰ νὰ χορεύει στὰ πισινά της πόδια
    δὲν μπορεῖ νὰ φοράει τὴ δαντελένια σκουφίτσα της
    νὰ διασκεδάζει τὰ παιδιά, τοὺς ἀργόσχολους, τοὺς ἀπαιτητικούς,
    καὶ τὸ μόνο ποὺ θέλει εἶναι νὰ πλαγιάσει στὸ χῶμα
    ἀφήνοντας νὰ τὴν πατᾶνε στὴν κοιλιά, παίζοντας ἔτσι τὸ τελευταῖο παιχνίδι της,
    δείχνοντας τὴν τρομερή της δύναμη γιὰ παραίτηση,
    τὴν ἀνυπακοή της στὰ συμφέροντα τῶν ἄλλων,
    στοὺς κρίκους τῶν χειλιῶν της, στὴν ἀνάγκη τῶν δοντιῶν της,
    τὴν ἀνυπακοή της στὸν πόνο καὶ στὴ ζωὴ
    μὲ τὴ σίγουρη συμμαχία τοῦ θανάτου ἔστω κι ἑνὸς ἀργοῦ θανάτου
    τὴν τελική της ἀνυπακοὴ στὸ θάνατο μὲ τὴ συνέχεια καὶ τὴ γνώση τῆς ζωῆς
    ποὺ ἀνηφοράει μὲ γνώση καὶ μὲ πράξη πάνω ἂπ τὴ σκλαβιά της.
    Μὰ ποιός μπορεῖ νὰ παίξει ὣς τὸ τέλος αὐτὸ τὸ παιχνίδι;
    Κι ἡ ἀρκούδα σηκώνεται πάλι καὶ πορεύεται
    ὑπακούοντας στὸ λουρί της, στοὺς κρίκους της, στὰ δόντια της,
    χαμογελῶντας μὲ τὰ σκισμένα χείλη της στὶς πενταροδεκάρες
    ποὺ τῆς ρίχνουνε τὰ ὡραῖα κι ἀνυποψίαστα παιδιὰ
    (ὡραῖα ἀκριβῶς γιατί εἰναι ἀνυποψίαστα)
    καὶ λέγοντας εὐχαριστῶ. Γιατὶ οἱ ἀρκοῦδες ποὺ γεράσανε
    τὸ μόνο ποὺ ἔμαθαν νὰ λένε εἶναι: εὐχαριστῶ, εὐχαριστῶ.
    Ἄφησέ με νὰ ἔρθω μαζί σου...
    Τοῦτο τὸ σπίτι μὲ πνίγει. Μάλιστα ἡ κουζίνα
    εἶναι σὰν τὸ βυθὸ τῆς θάλασσας. Τὰ μπρίκια κρεμασμένα γυαλίζουν
    σὰ στρογγυλά, μεγάλα μάτια ἀπίθανων ψαριῶν,
    τὰ πιάτα σαλεύουν ἀργὰ σὰν τὶς μέδουσες,
    φύκια κι ὄστρακα πιάνονται στὰ μαλλιά μου
    δὲν μπορῶ νὰ τὰ ξεκολλήσω ὕστερα,
    δὲν μπορῶ ν' ἀνέβω πάλι στὴν ἐπιφάνεια –
    ὁ δίσκος μοῦ πέφτει ἀπ' τὰ χέρια ἄηχος – σωριάζομαι
    καὶ βλέπω τὶς φυσαλίδες ἀπ' τὴν ἀνάσα μου ν' ἀνεβαίνουν, ν' ἀνεβαίνουν
    καὶ προσπαθῶ νὰ διασκεδάσω κοιτάζοντάς τες
    κι ἀναρωτιέμαι τί θὰ λέει ἂν κάποιος βρίσκεται ἀπὸ πάνω καὶ βλέπει αὐτὲς τὶς φυσαλίδες,
    τάχα πὼς πνίγεται κάποιος ἢ πὼς ἕνας δύτης ἀνιχνεύει τοὺς βυθούς;
    Κι ἀλήθεια δὲν εἶναι λίγες οἱ φορὲς ποὺ ἀνακαλύπτω ἐκεῖ,
    στὸ βάθος τοῦ πνιγμοῦ,
    κοράλλια καὶ μαργαριτάρια καὶ θυσαυροὺς ναυαγισμένων πλοίων,
    ἀπρόοπτες συναντήσεις, καὶ χτεσινὰ καὶ σημερινὰ μελλούμενα,
    μιὰν ἐπαλήθευση σχεδὸν αἰωνιότητας,
    κάποιο ξανάσαμα, κάποιο χαμόγελο ἀθανασίας, ὅπως λένε,
    μιὰν εὐτυχία, μιὰ μέθη, κι ἐνθουσιασμὸν ἀκόμη,
    κοράλλια καὶ μαργαριτάρια καὶ ζαφείρια,
    μονάχα ποὺ δὲν ξέρω νὰ τὰ δώσω – ὄχι, τὰ δίνω,
    μονάχα ποὺ δὲν ξέρω ἂν μποροῦν νὰ τὰ πάρουν – πάντως ἐγὼ τὰ δίνω.
    Ἄφησέ με νὰ ἔρθω μαζί σου...
    Μιὰ στιγμή, νὰ πάρω τὴ ζακέτα μου.
    Τοῦτο τὸν ἄστατο καιρό, ὅσο νά 'ναι, πρέπει νὰ φυλαγόμαστε.
    Ἔχει ὑγρασία τὰ βράδυα, καὶ τὸ φεγγάρι
    δέ σοῦ φαίνεται, ἀλήθεια, πῶς ἐπιτείνει τὴν ψύχρα;
    Ἄσε νὰ σοῦ κουμπώσω τὸ πουκάμισο τί δυνατὸ τὸ στῆθος σου,
    – τί δυνατὸ φεγγάρι – ἡ πολυθρόνα, λέω
    κι ὅταν σηκώνω τὸ φλιτζάνι ἀπ' τὸ τραπέζι
    μένει ἀπὸ κάτω μιὰ τρύπα σιωπή, βάζω ἀμέσως τὴν παλάμη μου ἐπάνω
    νὰ μὴν κοιτάξω μέσα – ἀφήνω πάλι τὸ φλιτζάνι στὴ θέση του,
    καὶ τὸ φεγγάρι μιὰ τρύπα στὸ κρανίο τοῦ κόσμο μὴν κοιτάξεις μέσα,
    ἔχει μιὰ δύναμη μαγνητικὴ ποὺ σὲ τραβάει μὴν κοιτάξεις, μὴν κοιτάχτε,
    ἀκοῦστε μὲ πού σᾶς μιλάω θὰ πέσετε μέσα. Τοῦτος ὁ ἴλιγγος
    ὡραῖος, ἀνάλαφρος θὰ πέσεις –
    ἕνα μαρμάρινο πηγάδι τὸ φεγγάρι,
    ἴσκιοι σαλεύουν καὶ βουβὰ φτερά, μυστηριακὲς φωνὲς δὲν τὶς ἀκοῦτε;
    Βαθύ-βαθὺ τὸ πέσιμο,
    βαθύ-βαθὺ τὸ ἀνέβασμα,
    τὸ ἀέρινο ἄγαλμα κρουστὸ μὲς στ' ἀνοιχτὰ φτερά του,
    βαθειά-βαθειὰ ἡ ἀμείλικτη εὐεργεσία τῆς σιωπῆς –
    τρέμουσες φωταψίες τῆς ἄλλης ὄχθης,
    ὅπως ταλαντεύεσαι μὲς στὸ ἴδιο σου τὸ κῦμα,
    ἀνάσα ὠκεανοῦ. Ὡραῖος, ἀνάλαφρος
    ὁ ἴλιγγος τοῦτος – πρόσεξε, θὰ πέσεις. Μὴν κοιτᾶς ἐμένα,
    ἐμένα ἡ θέση μου εἶναι τὸ ταλάντευμα ὁ ἐξαίσιος ἴλιγγος.
    Ἔτσι κάθε ἀπόβραδο
    ἔχω λιγάκι πονοκέφαλο, κάτι ζαλάδες...
    Συχνὰ πετάγομαι στὸ φαρμακεῖο ἀπέναντι γιὰ καμμιὰν ἀσπιρίνη,
    ἄλλοτε πάλι βαριέμαι καὶ μένω μὲ τὸν πονοκέφαλό μου
    ν' ἀκούω μὲς στοὺς τοίχους τὸν κούφιο θόρυβο
    ποὺ κάνουν οἱ σωλῆνες τοῦ νεροῦ,
    ἢ ψήνω ἕναν καφέ, καὶ πάντα ἀφηρημένη,
    ξεχνιέμαι κ ἑτοιμάζω δυὸ ποιός νὰ τὸν πιεῖ τὸν ἄλλον; –
    ἀστεῖο ἀλήθεια, τὸν ἀφήνω στὸ περβάζι νὰ κρυώνει
    ἢ κάποτε πίνω καὶ τὸν δεύτερο, κοιτάζοντας
    ἀπ' τὸ παράθυρο τὸν πράσινο γλόμπο τοῦ φαρμακείου
    σὰν τὸ πράσινο φῶς ἑνὸς ἀθόρυβου τραίνου ποὺ ἔρχεται νὰ μὲ πάρει
    μὲ τὰ μαντίλια μου, τὰ στραβοπατημένα μου παπούτσια,
    τὴ μαύρη τσάντα μου, τὰ ποιήματά μου,
    χωρὶς καθόλου βαλίτσες τί νὰ τὶς κάνεις;
    Ἄφησέ με νὰ ἔρθω μαζί σου...
    Ἄ, φεύγεις; Καληνύχτα. Ὄχι, δὲ θὰ ἔρθω. Καληνύχτα.
    Ἐγὼ θὰ βγῶ σὲ λίγο. Εὐχαριστῶ. Γιατί, ἐπιτέλους, πρέπει
    νὰ βγῶ ἀπ' αὐτὸ τὸ τσακισμένο σπίτι.
    Πρέπει νὰ δῶ λιγάκι πολιτεία – ὄχι, ὄχι τὸ φεγγάρι
    τὴν πολιτεία μὲ τὰ ροζιασμένα χέρια της, τὴν πολιτεία τοῦ μεροκάματου,
    τὴν πολιτεία ποὺ ὁρκίζεται στὸ ψωμὶ καὶ στὴ γροθιά της
    τὴν πολιτεία πού μᾶς ἀντέχει στὴ ράχη της
    μὲ τὶς μικρότητές μας, τὶς κακίες, τὶς ἔχτρες μας,
    μὲ τὶς φιλοδοξίες, τὴν ἄγνοιά μας καὶ τὰ γερατειά μας –
    ν' ἀκούσω τὰ μεγάλα βήματα τῆς πολιτείας,
    νὰ μὴν ἀκούω πιὰ τὰ βήματά σου
    μήτε τὰ βήματα τοῦ Θεοῦ, μήτε καὶ τὰ δικά μου βήματα. Καληνύχτα.
    (Τὸ δωμάτιο σκοτεινιάζει. Φαίνεται πὼς κάποιο σύννεφο θὰ ἔκρυψε τὸ φεγγάρι. Μονομιᾶς, σὰν κάποιο χέρι νὰ δυνάμωσε τὸ ραδιόφωνο τοῦ γειτονικοῦ μπάρ, ἀκούστηκε μιὰ πολὺ γνωστὴ μουσικὴ φράση. Καὶ τότε κατάλαβα πὼς ὅλη τούτη τὴ σκηνὴ τὴ συνόδευε χαμηλόφωνα ἡ "Σονάτα τοῦ Σεληνόφωτος", μόνο τὸ πρῶτο μέρος. Ὁ νέος θὰ κατηφορίζει τώρα μ' ἕνα εἰρωνικὸ κι ἴσως συμπονετικὸ χαμόγελο στὰ καλογραμμένα χείλη του καὶ μ' ἕνα συναίσθημα ἀπελευθέρωσης. Ὅταν θὰ φτάσει ἀκριβῶς στὸν Ἁι-Νικόλα, πρὶν κατέβει τὴ μαρμάρινη σκάλα, θὰ γελάσει – ἕνα γέλιο δυνατό, ἀσυγκράτητο. Τὸ γέλιο του δὲ θ' ἀκουστεῖ καθόλου ἀνάρμοστα κάτω ἀπ' τὸ φεγγάρι. Ἴσως τὸ μόνο ἀνάρμοστο νὰ εἶναι τὸ ὅτι δὲν εἶναι καθόλου ἀνάρμοστο. Σὲ λίγο ὁ Νέος θὰ σωπάσει, θὰ σοβαρευτεῖ καὶ θὰ πεῖ: "Ἡ παρακμὴ μιᾶς ἐποχῆς". Ἔτσι, ὁλότελα ἥσυχος πιά, θὰ ξεκουμπώσει πάλι τὸ πουκάμισό του καὶ θὰ τραβήξει τὸ δρόμο του. Ὅσο γιὰ τὴ γυναῖκα μὲ τὰ μαῦρα, δὲν ξέρω ἂν βγῆκε τελικὰ ἂπ τὸ σπίτι. Τὸ φεγγαρόφωτο λάμπει ξανά. Καὶ στὶς γωνίες τοῦ δωματίου οἱ σκιὲς σφίγγονται ἀπὸ μιὰν ἀβάσταχτη μετάνοια, σχεδὸν ὀργή, ὄχι τόσο γιὰ τὴ ζωή, ὅσο γιὰ τὴν ἄχρηστη ἐξομολόγηση. Ἀκοῦτε; Τὸ ραδιόφωνο συνεχίζει...)