Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Σάββατο, 23 Μαΐου 2020

Φαλλού Μουνόλογος


20160604_asc 644_L'ectoplasme captif (Bound by terms of contract)_ ...
Να πως με θες τυφλό σαν αιμοβόρο άντρα
Να πως με θες τσιμπούρι στο βρεγμένο σου αγρό
Να πως με θες
νύχτα στη νύχτα των χωρίς έρωτα νυχτών σου
Να πως με θες
να αφρίζω σαν σαπούνι στα πνευμόνια των νεκρών σου ασπασμών
Να πως με θες
μνημείο ανατριχίλας και χυσιάς
την πρώτη νύχτα γάμου
Να πως με θες χωριάταρο επιβήτορα
Να πως με θες ωρομίσθιο κρετίνο οργασμών
Να πως με θες εσταυρωμένο να τινάζομαι
επάνω στους πιστούς λυγμούς
Να πως με θες
να σβήνω ο άπειρος στο τεντωμένο σου μηδέν

Τετάρτη, 20 Μαΐου 2020

Το Όνομα της Πατρίδας,


Η πατρίδα μου είναι πανύψηλη.
Δεν μπορώ να γράψω ένα γράμμα μην ακούγοντας
τον άνεμο που έρχεται απ' το όνομά της.
Η ακανόνιστη μορφή της την κάνει πιο ωραία
γιατί προκαλεί πόθους να τη σχηματίσεις, να την κάνεις
σαν ένα μωρό που του μαθαίνουν να μιλάει,
να λέει λόγια τρυφερά κι αληθινά
σε κείνους που του δείχνουν τους κινδύνους του κόσμου.
Η πατρίδα μου είναι πανύψηλη.
Γι αυτό λέω πως τ' όνομά της διαλύεται
σ' εκατομμύρια πράγματα για να τη θυμάμαι.
Το έχω ακούσει να ηχεί στα σαλιγκάρια τ' ασταμάτητα.
Ερχότανε με τα άλογα και τις φωτιές
που τα μάτια μου είχαν δει και θαυμάσει.
Το έφερναν τα όμορφα κορίτσια στη φωνή
σε μια κιθάρα.
Η πατρίδα μου είναι πανύψηλη.
Δεν μπορώ να τη φανταστώ κάτω από τη θάλασσα
ή να κρύβεται κάτω από την ίδια τη σκιά της.
Γι αυτό και λέω πως πέρα από τον άνθρωπο,
απ' την αγάπη που μας δίνουνε με κουταλιές,
από την ζωντανή παρουσία του πτώματος
καίει συνέχεια το όνομα της πατρίδας.

Μετ. Βασίλης Λαλιώτης..

Παρασκευή, 15 Μαΐου 2020

M’ αρέσεις όταν σωπαίνεις




Μ’ αρέσεις όταν σωπαίνεις, γιατί είσαι σαν ν’ απουσιάζεις,
Και μ’ ακούς από μακρυά, η φωνή μου δεν σ’ αγγίζει.
Μοιάζει σαν τα μάτια σου να έχουν πετάξει
Και μοιάζει σαν ένα φιλί να σου κλείνει το στόμα.
Όπως όλα τα πράγματα είναι γεμάτα απ’ την ψυχή μου
Αναδύεσαι απ’ τα πράγματα γεμάτη από την ψυχή μου.

mermaid
Πεταλούδα του ονείρου μοιάζεις με τη λέξη μελαγχολία.
Μ’ αρέσεις όταν σωπαίνεις σαν να ‘σαι αλαργινή
Σαν να παραπονιέσαι, πεταλούδα που τιτιβίζει.
Και μ’ ακούς από μακρυά, κι η φωνή μου δεν σε φτάνει.
Άφησε με να σωπαίνω με την δική σου σιωπή.
Άφησέ με ακόμα να σου μιλώ με την σιωπή σου
Φωτεινός σαν μια λάμπα, απλός σαν κρίκος.

Είσαι σαν την νύχτα, σιωπηλή κι έναστρη.
Η σιωπή σου είναι αστέρινη, τόσο μακρινή κι απλή.
Μ’ αρέσεις όταν σωπαίνεις γιατί είναι σαν ν’ απουσιάζεις.
Μακρινή κι αξιολύπητη σαν να είχες πεθάνει.
Μια λέξη τότε ένα χαμόγελο φτάνουν.

Και είμαι χαρούμενος που δεν είναι έτσι.



Μετάφραση: ΑΝΝΑ ΒΑΛΒΗ

http://anthologion.gr/2016/11/06/pablo-neruda-m-%CE%B1%CF%81%CE%AD%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%82-%CF%8C%CF%84%CE%B1%CE%BD-%CF%83%CF%89%CF%80%CE%B1%CE%AF%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CF%82/

Δευτέρα, 11 Μαΐου 2020

Αναστάσης Βιστωνίτης: In memoriam A.T., 2






Κάποιο πρωί θα ξυπνήσουμε δίχως πρωί,
θα μπούμε από τη μια στην άλλη νύχτα.
Στα όμορφα χρόνια που θα ’ρθουν,
κάτω απ’ το παλιωμένο δέρμα
τα τρίμματα μιας ανάμνησης που αναβοσβήνει.

Είναι παράλογος ο θάνατος
και πιο παράλογη η πράξη που τον αποφασίζει,
όμως το συμβόλαιο πρέπει να τηρηθεί,
το γερασμένο σύμβολο μιας παλιάς γιορτής
που κανείς πια δεν τη θυμάται.

Η ζωή που χρεώνεται στους άλλους
είναι μια σκοτεινή κυψέλη,
ένα φως που μαυρίζει αργά,
όπως τώρα που μες στις εποχές μας χαιρετάς
χωρίς καν να σαλεύεις τα μάτια.

Μ’ ένα φονικό μυαλό,
με μια δαιμονική εξίσωση,
στην απόλυτη σιωπή που δοξάζει τον Άδη
το τελευταίο ξόρκι ατελέσφορο
κι εσύ σ’ ένα τενεκεδένιο τοτέμ φυλακισμένος.
Πάνω απ’ τα δέντρα το φεγγάρι
κι από το βάθος τ’ ουρανού ο Μινώταυρος,
το αθάνατο φίδι,
ο χρησμός που διαβάστηκε ανάποδα,
και στη σιωπή
ο πάπυρος που ξεδιπλώνεται –
ένα παλίμψηστο η ζωή σου.

Με σίδερο και φως ύφανε η Θεά
το μαυσωλείο των άστρων,
το άφωνο ανάκτορο με τα τυφλά παράθυρα,
κι οι τέσσερις πλευρές του να κοιτούν τις εποχές
που λαχταρούσες τόσα χρόνια ν’ αγγίσεις.

Από τη συλλογή Οι κήποι της Σελήνης (1990)

Σάββατο, 9 Μαΐου 2020

Το παν είναι να ειπωθούν όλα, και μου λείπουν οι λέξεις...


Το παν είναι να ειπωθούν όλα, και μου λείπουν οι λέξεις...
Και μου λείπει ο καιρός...
Και μου λείπει το θάρρος...
Ονειρεύομαι, ξετυλίγω στην τύχη τις εικόνες μου...
Εχω άσχημα ζήσει κι έχω μάθει άσχημα να μιλώ καθαρά...
Να ειπωθούν όλα για τους βράχους, τη λεωφόρο και τα λιθόστρωτα...
Τους δρόμους και τους διαβάτες τους , τα λιβάδια και τους βοσκούς...
Το χνούδι της άνοιξης και τη σκουριά του χειμώνα...
Το κρύο και τη θέρμη, συνθέτοντας ένα και μόνο καρπό...
Θέλω να δείξω το πλήθος και κάθε άνθρωπο χώρια...
Μαζί μ΄ ό,τι τον ζωντανεύει και ό,τι τον απελπίζει...
Και κάτω από τις ανθρώπινες εποχές κάθε τι που φωτίζει...
Την ελπίδα του και το αίμα του, την ιστορία του και τη λύπη του...
Θέλω να δείξω το τεράστιο πλήθος διαιρεμένο...
Το πλήθος διαμοιρασμένο όπως σε κοιμητήριο...
Και το πλήθος πιο δυνατό απ΄ τη σκιά του την ακάθαρτη...
Έχοντας γκρεμίσει τους τοίχους, του έχοντας νικήσει τ΄ αφεντικά του...
Την οικογένεια των χεριών, την οικογένεια των φύλλων...
Και το περιπλανώμενο ζώο χωρίς προσωπικότητα...
Τον ποταμό και τη δροσιά γονιμοποιά και εύφορα...
Τη δικαιοσύνη όρθια, την εξουσία καλά φυτεμένη...


Πέμπτη, 30 Απριλίου 2020

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ..


Π Ρ Ο Σ Ε Γ Γ  Ι Σ Η

Μιλούσε για μυστικές αρτηρίες,
για σιωπηλά εφόδια,
για κείνο το ανάλαφρο βάρος στις πλάτες
όταν η Μαρία λύνει την ποδιά της και κοιτάει απ το παράθυρο,
όταν δυο νέοι εμπορεύονται στο πεζοδρόμιο
λαθραία υφάσματα,
όταν ο Λαοδίκης στον εξώστη, με ριγέ πιτζάμες,
κλείνει τα μάτια του στο μέγα φως,
κι η θάλασσα μας πλησιάζει
όλους ανεξαιρέτως
διδακτική, αμερόληπτη, αμνησίκακη.

Αθήνα, 13.ΙΙΙ.85


Χ Ω Ρ Ο Σ  Α Π Ο Ρ Ρ Ι Μ Μ Α Τ Ω Ν 

Πίσω απ’ τη μάντρα, σπασμένα γυαλιά, 
σπασμένες στάμνες και κονσερβοκούτια,
τα λυπημένα σκυλιά, οι άγριες γάτες,
πλήθος τσουκνίδες κι ανάμεσά τους
ένα μικρό λουλούδι κίτρινο,
σαν άστρο παραμελημένο,
έχει αναλάβει να πληρώσει
όλα τα σπασμένα.
Μαζί κι εγώ.

Αθήνα, 14.ΙΙΙ.85


Ε Π Ι Τ Ε Λ Ο Υ Σ

Πριν από εσένα ήσουν εσύ;
Έξω στο δρόμο δεν περνάει κανένας.
Το φως του δωματίου πέφτει κάθετα
τονίζοντας τα ζυγωματικά, σβήνοντας το σαγόνι
μέσα στην ίδιαν απορία: «υπήρξαμε;». Έτσι
πέταξα το ποτήρι απ το παράθυρο.
Έτσι άκουσα τουλάχιστον κάτω στο πεζοδρόμιο τον κρότο:
«υπάρχουμε».

Αθήνα, 15.ΙΙΙ.85


Δ Ι Ε Ι Σ Δ Υ Σ Η

Τα πιο πολλά, τα πιο ωραία,
τα δες απ την κλειδαρότρυπα 
λουλούδια πεσμένα στο πάτωμα
και μέσα στα παπούτσια σου.
Καλύτερα λοιπόν
να περπατάς ξυπόλητος
μη σ ακούσουν.


Αθήνα, 15.ΙΙΙ.85


Τ Ο  Α Δ Ι Α Β Α Τ Ο

Άνθρωποι ριψοκίνδυνοι ήταν·
δεν το περηφανεύονταν ωστόσο.
Έσπασε το θερμόμετρο,
ο υδράργυρος σκόρπισε.
Σαν φτάσαμε στα σύνορα
μας σταμάτησαν.
Τα ψεύτικα διαβατήρια
ήταν έγκυρα.
Εμείς δεν περάσαμε.

Αθήνα, 15.ΙΙΙ.85


Ο  Ω Ρ Α Ι Ο Σ  Δ Ρ Α Π Ε Τ Η Σ

Φτηνό το φως, φτηνά μαγαζιά, φτηνότερα λόγια.
Άλλοι έφυγαν, άλλοι κοιμούνται, άλλοι πεθάνανε.
Κι αυτοί κι εκείνοι το ίδιο γερνάνε.
Εσύ αρνήθηκες τον γενικό κανόνα.
Άφησες πλαγιασμένο στο κρεβάτι σου το ομοίωμά σου
μην καταλάβουν πως εσύ πλανιέσαι
στο μέγα δάσος, άοπλος κυνηγός,
φορώντας τις λευκές σου μπότες.

Αθήνα, 18.ΙΙΙ.85


Δ Η Μ Ο Σ Ι Ο  Π Α Ρ Κ Ο

Στη μικρή λίμνη τα χρυσόψαρα κι ένας κύκνος.
Στο παγκάκι η Περσεφόνη σταυροπόδι. Τα γόνατά της
λάμπουν ωραία. Όμως, προπάντων,
αυτός ο κύκνος ακριβώς ήταν το επιχείρημα σου
να συνεχίσεις να γράφεις μετά θάνατον.

Αθήνα, 19.ΙΙΙ.85


Υ Α Λ Ο Υ Ρ Γ Ε Ι Α

Οι φούρνοι των υαλουργείων· φλόγες, διαθλάσεις,
κρυστάλλινες μορφές, αγαλμάτια, δοχεία.
Το σώμα της Άρτεμης διάφανο,
ο κλόουν, ο υπνοβάτης, η θλιμμένη χελώνα,
τα δίδυμα άλογα. Σχήματα οικεία –
μακρινές μνήμες επιστρέφοντας στον εαυτό τους,
πραγματωμένη διαφάνεια. Πρόσεχε –είπε–
αχ, η ονειρεμένη, η εύθραυστη, η διαψευσμένη,
η προδοτική.

Αθήνα, 20.ΙΙΙ.85


Π Α Ρ Α Π Λ Α Ν Η Τ Ι Κ Ο

Η σιωπηλή αθωότητα της άγνοιας. Πόσες
διαδοχικές αναιρέσεις, σφαλερές διαισθήσεις.
Κοιτούσες το βουνό, το ποτάμι, το σύννεφο.
Τα ωραία κορίτσια χάθηκαν στον κήπο
πίσω από πανύψηλα χρυσάνθεμα. Η νύχτα
διαστέλλονταν πάνω απ την πόλη. Κι εσύ
απόμεινες ασάλευτος μέσα στο διχασμό σου,
έχοντας μόνο σου άλλοθι ένα άστρο.

Αθήνα, 21.ΙΙΙ.85


Τ’  Α Σ Π Ρ Α  Β Ο Τ Σ Α Λ Α

Ετούτα τ’ άσπρα βότσαλα στο γυμνό σου τραπέζι
λάμπουν στον ήλιο. Κανένας δε μαντεύει
από ποιους βυθούς ανασύρθηκαν. Κανένας
δεν υποπτεύεται με τι ριψοκίνδυνες
καταδύσεις τ’ ανέβασες· με τι
στερήσεις κι αρνήσεις τ’ απέσπασες
από τα νύχια κοραλλόδεντρων και βράχων. Γι αυτό
λαμποκοπούν τόσο λευκά με τη σεμνή τους περηφάνια
ν αποσκεπάζουν το σκοτάδι της καταγωγής τους και ποτέ
να μην μαρτυρήσουνε την ώρα της Μεγάλης Δίκης. 

Αθήνα, 21.ΙΙΙ.85
 


Μια σημείωση του ποιητή
Η ποιητική συλλογή Υπερώον γράφτηκε στην Αθήνα, απ' την 1 του Μάρτη ως τις 21 του ίδιου μήνα. Η Β’ γραφή των ποιημάτων έγινε πάλι στην Αθήνα, απ’ τις 6-29 του Απρίλη και στον Κάλαμο απ’ τις 30 του Απρίλη ως την 1 του Μάη 1985.

Τετάρτη, 29 Απριλίου 2020

«Στην υγειά σου, Aγάπη μου!»


*
Εγώ είμαι απλώς ένα κορίτσι
Είμαι τρελή για σένα, αγάπη μου
που πας και ξεσκαλίζεις
στα περασμένα μου
των λόγων μου τα σπασμένα εκείνα παιχνίδια.
Όλα στα χαρίζω
αν τα θες,
εγώ είμαι απλώς ένα κορίτσι
γεμάτο ποίηση
καισκεπασμένημε δάκρυα αλμυρά,
γυρεύω μόνο νʼ αποκοιμηθώ
στʼ ουρανού την έναστρη όχθη
και να γινώ αγέρι απαλό
με αγάπης τραγούδια για σένα.

Alda Merini, από τη συλλογή «Στην υγειά σου, Aγάπη μου!» /
μετάφραση: Ευαγγελία Πολύμου

Κυριακή, 19 Απριλίου 2020

Θερινό Ηλιοστάσι, H΄





T' άσπρο χαρτί σκληρός καθρέφτης
επιστρέφει μόνο εκείνο που ήσουν.

T' άσπρο χαρτί μιλά με τη φωνή σου,
τη δική σου φωνή
όχι εκείνη που σ' αρέσει·
μουσική σου είναι η ζωή
αυτή που σπατάλησες.
Mπορεί να την ξανακερδίσεις αν το θέλεις
αν καρφωθείς σε τούτο τ' αδιάφορο πράγμα
που σε ρίχνει πίσω
εκεί που ξεκίνησες.

Tαξίδεψες, είδες πολλά φεγγάρια πολλούς ήλιους
άγγιξες νεκρούς και ζωντανούς
ένιωσες τον πόνο του παλικαριού
και το βογκητό της γυναίκας
την πίκρα του άγουρου παιδιού -
ό,τι ένιωσες σωριάζεται ανυπόστατο
αν δεν εμπιστευτείς τούτο το κενό.
Ίσως να βρεις εκεί ό,τι νόμισες χαμένο·
τη βλάστηση της νιότης, το δίκαιο καταποντισμό της ηλικίας.

Zωή σου είναι ό,τι έδωσες
τούτο το κενό είναι ό,τι έδωσες
το άσπρο χαρτί.




(από τα Ποιήματα, Ίκαρος 1972)





Πέμπτη, 16 Απριλίου 2020

Στ' Όσιου Λουκά το Mοναστήρι

Στ' Όσιου Λουκά το μοναστήρι, απ' όσεςγυναίκες του Στειριού συμμαζευτήκαν
τον Eπιτάφιο να στολίσουν, κι όσες
μοιρολογήτρες ώσμε του Mεγάλου
Σαββάτου το ξημέρωμα αγρυπνήσαν,
ποια να στοχάστη - έτσι γλυκά θρηνούσαν! -
πως, κάτου απ' τους ανθούς, τ' ολόαχνο σμάλτο
του πεθαμένου του Άδωνη ήταν σάρκα
που πόνεσε βαθιά;
Γιατί κι ο πόνος
στα ρόδα μέσα, κι ο Eπιτάφιος Θρήνος,
κ' οι αναπνοές της άνοιξης που μπαίναν
απ' του ναού τη θύρα, αναφτερώναν
το νου τους στης Aνάστασης το θάμα,
και του Xριστού οι πληγές σαν ανεμώνες
τους φάνταζαν στα χέρια και στα πόδια,
τι πολλά τον σκεπάζανε λουλούδια
που έτσι τρανά, έτσι βαθιά ευωδούσαν!

Aλλά το βράδυ το ίδιο του Σαββάτου,
την ώρα π' απ' την Άγια Πύλη το ένα
κερί επροσάναψε όλα τ' άλλα ως κάτου,
κι απ' τ' Άγιο Bήμα σάμπως κύμα απλώθη
το φως ώσμε την ξώπορτα, όλοι κι όλες
ανατριχιάξαν π' άκουσαν στη μέση
απ' τα "Xριστός Aνέστη" μιαν αιφνίδια
φωνή να σκούξει: "Γιώργαινα, ο Bαγγέλης!"

Kαι να· ο λεβέντης του χωριού, ο Bαγγέλης,
των κοριτσιών το λάμπασμα, ο Bαγγέλης,
που τον λογιάζαν όλοι για χαμένο
στον πόλεμο· και στέκονταν ολόρτος
στης εκκλησιάς τη θύρα, με ποδάρι
ξύλινο, και δε διάβαινε τη θύρα
της εκκλησιάς, τι τον κοιτάζαν όλοι
με τα κεριά στο χέρι, τον κοιτάζαν,
το χορευτή που τράνταζε τ' αλώνι
του Στειριού, μια στην όψη, μια στο πόδι,
που ως να το κάρφωσε ήταν στο κατώφλι
της θύρας, και δεν έμπαινε πιο μέσα!

Kαι τότε - μάρτυράς μου νά 'ναι ο στίχος,
ο απλός κι αληθινός ετούτος στίχος -
απ' το στασίδι πού 'μουνα στημένος
ξαντίκρισα τη μάνα, απ' το κεφάλι
πετώντας το μαντίλι, να χιμήξει
σκυφτή και ν' αγκαλιάσει το ποδάρι,
το ξύλινο ποδάρι του στρατιώτη,
- έτσι όπως το είδα ο στίχος μου το γράφει,
ο απλός κι αληθινός ετούτος στίχος -,
και να σύρει απ' τα βάθη της καρδιάς της
ένα σκούξιμο: "Mάτια μου… Bαγγέλη!"

Kι ακόμα, - μάρτυράς μου νά 'ναι ο στίχος,
ο απλός κι αληθινός ετούτος στίχος -,
ξοπίσωθέ της, όσες μαζευτήκαν
από το βράδυ της Mεγάλης Πέφτης,
νανουριστά, θαμπά για να θρηνήσουν
τον πεθαμένον Άδωνη, κρυμμένο
μες στα λουλούδια, τώρα να ξεσπάσουν
μαζί την αξεθύμαστη του τρόμου
κραυγή που, ως στο στασίδι μου κρατιόμουν,
ένας πέπλος μου σκέπασε τα μάτια!…




(από τον Λυρικό Bίο, E΄, Ίκαρος 1968)


Τετάρτη, 15 Απριλίου 2020

Οι Ασήμαντοι


Ονειρεύονται οι ψύλλοι πως αγοράζουν έναν σκύλο
και ονειρεύονται οι ασήμαντοι ότι ξεφεύγουν απ’ τη φτώχεια,
ότι κάποια μέρα μαγική
βρέxει καλή τύχη από το πουθενά
ότι βρέχει με τα καντάρια καλή τύχη·
αλλά η καλή τύχη δεν πέφτει χθες, ούτε και σήμερα,
ούτε αύριο, ούτε ποτέ,
ούτε ψιχάλα καλής τύχης δεν πέφτει από τον ουρανό,
όσο πολύ κι αν οι ασήμαντοι την καλούν
και παρόλο που τους ξύνει το αριστερό τους χέρι,
ή σηκώνονται με το δεξί,
ή ξεκινούν τη νέα χρονιά αλλάζοντας τη σκούπα.
Οι ασήμαντοι: τα παιδιά του κανενός,
οι ιδιοκτήτες του τίποτα.
Οι ασήμαντοι: τα μηδενικά, οι εκμηδενισμένοι,
τρέχοντας σαν τα κουνέλια, πεθαίνοντας μες στη ζωή, στυμμένοι,
διπλοστυμμένοι:
Που δεν είναι, ακόμα και ας είναι.
Που δε μιλούν γλώσσες, αλλά διαλέκτους.
Που δεν πρεσβεύουνε θρησκείες, αλλά δεισιδαιμονίες.
Που δεν κάνουν τέχνη, αλλά χειροτεχνίες.
Που δεν ασκούν πολιτισμό, αλλά φολκλόρ.
Που δεν είναι όντα ανθρώπινα, αλλά ανθρώπινο δυναμικό.
Που δεν έχουν πρόσωπο, αλλά χέρια.
Που δεν έχουν όνομα, αλλά αριθμό.
Που δεν καταγράφονται στην παγκόσμια ιστορία,
αλλά στις αστυνομικές στήλες των τοπικών εφημερίδων.
Οι ασήμαντοι,
που κοστίζουνε λιγότερο
από τη σφαίρα που τους σκοτώνει.
Eduardo Galeano

Δευτέρα, 13 Απριλίου 2020

Χαμηλοφώνως





Διότι είσαι το πρώτο εφετινό χελιδόνι που μπήκε απ' το
φεγγίτη έκαμε τρεις γύρους στο ταβάνι και ήσουν κα-
τόπιν όλα μαζί τα χελιδόνια
Διότι είσαι μια μεριά ήρεμη της θάλασσας όπου το κύμα
Kόβει κομμάτια το φεγγάρι και το ρίχνει στην ψιλή άμμο
Διότι τα χέρια μου είναι άδεια σαν καρύδια που η ψίχα
τους φαγώθηκε από παράσιτα
Kι εσύ τα γέμισες με τα μαλλιά σου και το μέτωπό σου
Διότι στα μαλλιά σου περνώ τα δαχτυλά μου όπως περνάει
ο αγέρας από φύλλα κυπαρισσιού
Διότι είμαι ένα σπίτι εξοχικό κι έρχεσαι μόνη το καλοκαίρι
και κοιμάσαι
Kαι ξυπνάς πότε-πότε τα μεσάνυχτα ανάβεις τη λάμπα και
θυμάσαι
Διότι θυμάσαι
Γι' αυτό σ' αγαπώ κι ανάμεσα στα τελευταία πουλιά είμα-
στε μαζί
Kι απέναντί μας η θάλασσα φθείρεται ν' ανεβοκατεβαίνει
τα δέντρα
...πως πηγαίναμε σε μια κατηφοριά της Bάρκιζας
Kι ένα γύρω οι χρωματιστές πέτρες μάς ακολουθούσαν

Γιατί όταν σκύβω πάνω από πηγάδια βλέπω την επιφάνεια
του νερού και λέω: νά το ριζικό κι η ματιά της
Γιατί βλέπαμε μαζί τρεις τσιγγάνες κίτρινες τυλιγμένες
απ' το κόκκινο - σαν τα μάτια τού μπεκρή - λυκόφως
Kαι είπαμε νά το ριζικό νά οι αγάπες βγήκαν στους δρό-
μους για τον επιούσιο

Γιατί βλέπαμε μαζί τις τρεις τσιγγάνες
Nά 'ρχονται και να χάνονται
Γι' αυτό σ' αγαπώ
Kι ανάμεσα στα τελευταία πουλιά
Eίσαι κείνο που γλύτωσε απ' τα σκάγια

Γιατί είμαι γεμάτος από σένα και μπρος από κάθε τι
από σκέψη από αίσθηση κι από φωνή
Eίναι κάτι δικό σου που σαν αθλητής τερματίζει πρώτο
Γιατί τα βλέφαρά σου είναι βρύα σε σχισμάδες βράχων
Γι' αυτό σ' αγαπώ.




(από την Ποίηση,1, Στιγμή 1985)

Παρασκευή, 10 Απριλίου 2020

Εκπέμπω απ'το χάος.


------------------------------------
Εκπέμπω απ'το χάος,
λουλούδι ματωμένο απ'την αστική συντέλεια
μισότρελος ραψωδός βάφω πίνακες φρίκης
με συνειδήσεις μηδενικών και νοητική υποτέλεια.
Εκπέμπω απ'το χάος,
κυλάω στο σκότος και μιλώ για τον άνθρωπο,
δεν ζητώ να με σώσεις με τις σαφείς σου αποχρώσεις
ριζοσπάστη που έγινες δυνάστης και πουλάς το απάνθρωπο.
Εκπέμπω απ'το χάος,
στο κατώφλι του ουρανού έχω τον παράδεισο για θέα
και τον άνθρωπο να πεθαίνει για έναν θεό που τον είπαν φιλάνθρωπο
όσο μιλούν ότι o θεός έχει πεθάνει για την πλάση την νέα.
Εκπέμπω απ'το χάος.
για τους άδοξους ποιητές μισημένους απ'τις εποχές,
τις ουλές μου αντιγράφω συνεχώς και σκοντάφτω
στης πένας τους ιδανικούς κι'ανάξιους εραστές.
--


Πέμπτη, 9 Απριλίου 2020

Γυναῖκα, πεῖσμα τῆς Ἀσίας




Εἶσαι μία ἤπειρος τοῦ στήθους ἀπ᾿ τὸ βάθη τῶν φυλῶν
εἴσαοι πλανόδιο σὰν τὸ φεγγάρι
ὁ πόνος εἶναι πλόκαμος κ᾿ ἡ ἀγάπη σου ὑδράργυρος
γυναίκα, πεῖσμα τῆς Ἀσίας.
Ὅταν ἀφήνεις ἕνα βλέμμα στὶς κοιλάδες νὰ ὡριμάζει
καθὼς οἱ ἄνεμοι τὸ ταξιδεύουν ὡς τὰ ὕψη
νέμεσαι κλαδιὰ καὶ χύνεις δηλητήρια μέσ᾿ στὸ φεγγάρι.
Μόνη σὰ φόνος κατοικεῖς τὴ συνείδηση
συνωμοτώντας ἀντίκρυ στὶς θεότητες τῶν πουλιῶν
ἐσὺ μὲ μαῦρα ποταμικὰ μαλλιὰ
ἐσὺ πάλι καὶ πάλι μὲ σκοτεινὰ μάτια.
Λέω στὸν ἥλιο νὰ σταθεῖ χωρὶς τὴν ἀγαθότητα
σχίζοντας τὸ μεγάλο χρῶμα τοῦ ὀνείρου
στὸν ἥλιο νὰ σὲ πολεμήσει μὲ βοερὸ θειάφι
καὶ νὰ γκρεμίσει ὅλη τη θύμηση ποὺ μὲ παιδεύει.
Νὰ οἱ καιροὶ στὰ βήματά σου μ᾿ ἔφεραν
οἱ φυτικοὶ δεινόσαυροι τὰ οὐράνια πλάτη
μιὰ δέσμη χαλαρὴ τοῦ αἵματος ἕτοιμη νὰ σκορπίσει
τότε ποὺ φώναζα δίχως ἀπόκριση: Θέλω νὰ γίνω γαλάζιος.
Ἦρθες νὰ μείνεις ὡς τὸ θάνατο
μὲ πορφυρὲς ἀνταύγειες ἀπ᾿ τὰ μέλη
ρώτησα μὰ δὲν ἔμαθα ποὺ βρῆκες τὸ σκοτάδι
σὲ μυστικὰ ρυάκια κλειδώνεις τὸν ἦχο σου
μόνη μὲ τὴν ἐκρηκτικὴ φωνὴ τῆς σιωπῆς.
Ἦρθες νὰ μείνεις ὡς τὸ μακρινὸ χάραμα
σώματα πέρασες ἀκόμη ταξιδεύεις.
Ἐγὼ δὲν ἔζησα κ᾿ ἡ ὀμορφιὰ τῆς Ἀττικῆς εἶν᾿ ὅλο τὸ ταξίδι μου
Σὲ τόσους καημοὺς τραγουδώντας
δὲν ξέρω τ᾿ ὅπλο τῆς λησμονιᾶς.

Παρασκευή, 3 Απριλίου 2020

ΕΛΠΗΝΩΡ


Ήταν κάποιος από τη συνοδεία που τον αντίκρισε
όχι ο πιο γέροντας: Κοιτάχτε ο Ελπήνωρ πρέπει να ʽναι εκείνος.
Εστρίψαμε τα μάτια γρήγορα. Παράξενο πως θυμηθήκαμε
αφού είχε η μνήμη ξεραθεί σαν ποτάμι το καλοκαίρι.
Ήταν αυτός ο Ελπήνωρ πράγματι στα μαύρα κυπαρίσσια
τυφλός από τον ήλιο και τους στοχασμούς
σκαλίζοντας την άμμο μ΄ ακρωτηριασμένα δάχτυλα.
Και τότε τον εφώναξα με μια χαρούμενη φωνή: Ελπήνορα
Ελπήνορα πώς βρέθηκες ξάφνου σ΄ αυτή τη χώρα;
Είχες τελειώσει με το μαύρο σίδερο μπηγμένο στα πλευρά
τον περσινό χειμώνα κι είδαμε στα χείλη σου το αίμα πηχτό
καθώς εστέγνωνε η καρδιά σου δίπλα στου σκαρμού το ξύλο.
Μ΄ ένα κουπί σπασμένο σε φυτέψανε στην άκρη του γιαλού
ν΄ ακούς τ΄ ανέμου το μουρμούρισμα το ρόχθο της θαλάσσης.
Τώρα πώς είσαι τόσο ζωντανός; Πώς βρέθηκες σ΄ αυτή τη χώρα
τυφλός από την πίκρα και τους στοχασμούς;
Δε γύρισε να δει. Δεν άκουσε. Ξανάδεσε η σιωπή τριγύρω.
Το φως σκάβοντας ακατάπαυστα βαθούλωνε τη γη.
Η θάλασσα τα κυπαρίσσια τ΄ ακρογιάλι πετρωμένασ΄ ακινησία θανατερή. Και μόνο αυτός ο Ελπήνωρ
που τον γυρεύαμε με τόση επιμονή μές στα παλιά χειρόγραφα
τυραννισμένος απ’ την πίκρα της παντοτινής του μοναξιάς
με τον ήλιο να πέφτει στα κενά των στοχασμών του
σκαλίζοντας τυφλός την άμμο μ’ ακρωτηριασμένα δάχτυλα
σαν όραμα έφευγε και χάνονταν αργά
στον αδειανό χωρίς φτερά χωρίς ηχώ γαλάζιο αιθέρα.

Τρίτη, 31 Μαρτίου 2020

Κυκλάδα,


Σπείρα, σύμπλεγμα, πατρίδα μήτρα.
Στις παρυφές του φωτός σου,
σ’ όλες τις ακτογραμμές της ύπαρξης,
εκεί που μάχονται και φιλιώνουν
τα κύματα των ονείρων και των αισθήσεων,
άγγιξα την ύπαρξη της συνείδησης,
πήρα το νιώσμα τού είναι μου,
αισθάνθηκα να υπάρχω.


ΠΟΙΗΜΑ

Σ’ αγαπώ απ΄ το φρύδι, απ’ τα μαλλιά, σε διαφιλονικώ σε διαδρόμους
λευκότατους όπου παίζονται οι πηγές του φωτός
σε αμφισβητώ σε κάθε όνομα, σε πιάνω με λεπτότητα ουλής
σου βάζω στα μαλλιά στάχτες από κεραυνό
και κορδέλες που κοιμούνταν στη βροχή.
Δεν θέλω να έχεις μια μορφή, να είσαι,
ακριβώς ότι έρχεται πίσω από το χέρι σου,
γιατί το νερό, υπολόγισε το νερό, και οι λέοντες
όταν διαλύονται στη ζάχαρη του μύθου,
και οι χειρονομίες, αυτή η αρχιτεκτονική του τίποτα,
ανάβοντας τις λάμπες της στη μέση της συνάντησης.
Όλο το αύριο είναι ο πίνακας όπου σε εφευρίσκω και σε σχεδιάζω
για να σε σβήσω σύντομα, έτσι δεν είσαι, ούτε καν
μ ‘ αυτά τα ίσια μαλλιά, αυτό το χαμόγελο.
Ψάχνω το άθροισμά σου, στην άκρη της κούπας όπου το κρασί
είναι επίσης η σελήνη κι ο καθρέφτης,
ψάχνω αυτή τη γραμμή που κάνει να τρέμει ένας άνθρωπος
σε μια στοά του μουσείου.
Επίσης σ’ αγαπώ, και έχει καιρό και κρύο.
«Η σύνθλιψη των σταγόνων»,Χούλιο Κορτάσαρ, μετφρ.: 
Βασίλης Λαλιώτης, εκδ. Bibliotheque, 2015
 (Προδημοσίευση)