Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Πέμπτη, 28 Ιουλίου 2016

ντύθηκα τη πεμπτουσία του σκότους



light-1 


Πως να διανοίξω του άγριου ρόδου τη παγωμένη καρδιά;
Λύθηκαν οι κάβοι, τραυματισμένο το περιστέρι
Φυγομαχεί στο μολυβί θάμπος της σελήνης
Μετέωρα τα μάτια σου πυργώνουν ξάφνου
Στο πικρό χάδι του επέκεινα παραδομένα
Πικρός ο οιωνός
Σε συντροφεύει στης μέθης τον αργό στρόβιλο
Ανασκαλεύω το χώμα να βρω τα βήματα σου
Ξαστοχώ, τραμπαλίζομαι στον μέσα άνεμο των χαμόδεντρων
Ισορροπιστής σε λιγνό κλαράκι
Αναζητώ το δίχτυ των χεριών σου για να πιαστώ!

Πως να διαβάσω του άγριου ρόδου τη παγωμένη καρδιά;
Μάτια κλειστά κι οι χάρτες στρεβλά σημαδεμένοι
Ντύθηκα τη πεμπτουσία του σκότους την εσπέρα
Καθώς βάλθηκαν οι ώρες μου να οπισθοχωρούν
Μπροστά σε μια συστάδα από κρανία κόκκινα
Κρανία διαβατικών πουλιών που έχασαν το φτέρωμα
Πριν καλά - καλά φέρουν το μήνυμα από τη καμένη γη
Μήνυμα με παραλήπτη τη μοναξιά των ωρών
Επιστράτευσα πάλι τη ζάλη του υπερβόρειου καταρράκτη
Πικρός ο οιωνός
Κι πλάτη του πλανεμένου αμνού φεγγερή και κρύα
Ξαπλώνω στον χλοερό τάπητα του Απρίλη
Στοχεύοντας μια - μια τις ταπεινές καρδιές των εραστών
Που αποξεχάστηκαν σε κάμαρες υγρές με φτηνά κλινοσκεπάσματα!

Πως να ζεστάνω του άγριου ρόδου τη παγωμένη καρδιά;
Ξιφουλκώ τα ημιτελή χωρία των κίβδηλων ποιημάτων
Λογαριασμούς ανοίγοντας με τις λαβωμένες Εστιάδες
Ιερή φωτιά κατοικοεδρεύει στο βωμό του στέρνου σου
Άσβεστη φλόγα από τη μνήμη του πρώτου φιλιού
Παρεκκλίνω από το δριμύ ψύχος και το σκαλοπάτι σου σεμνά προσκυνώ
Προς τι να μην σε αγαπώ;
Αδιόρατος ο οιωνός και που με οδηγεί;
Σε στέπες αχανείς πλανιέμαι πληγωμένη δορκάδα
Πολιορκώ την φούστα μου και αναρροφώ τους γλυκείς σου πόρους
Σχεδίασα το νέο πατητήρι των ερώτων σε κρόταφο φιδιού
Και παγανιστικά μεταλαμβάνω διεγερτικό μούστο
Προς τι να μην σε αγαπώ;
Το φυλακτό το κράτησα σε θυρίδα σιντεφένια πλάι στο αίμα των κορυδαλλών 

Τετάρτη, 27 Ιουλίου 2016

[Κολυμπώ Αντίθετα Στο Ρεύμα] Του Νίκου Πριόβολου

 da29e5605aa5c5f4f07655c8ca8bc1c9
 
 
Η ελεύθερη επιφάνεια των χειλιών σου
– ποιος νοιάζεται για ρόλους –
κάθε πνοή, κάθε θέση ό,τι μ’ ανυψώνει στο δικό σου βυθό
ακολουθώ τις γραμμές π’ ορίζει το δάκρυ π’ αφέθηκε να κυλήσει
ζηλεύω την τροχιά π’ ακολουθεί
δυο θηλές
δυο κινούμενα σημεία σ’ αναζήτηση τ’ άλλου στόματος
δυο φλεγόμενα σώματα σ’ απόσταση ικανή να περικλείσει
κάθε ρευστό μονοπάτι στην ίδια ρευματική γραμμή
π’ ακολουθεί κάθε στάλα ιδρώτα
δυο κορμιά οι κοίτες του ποταμού
– η κιβωτός μου αιωρείται σε συνθήκες έλλειψης βαρύτητας –
να γλιτώσω τον κατακλυσμό από ξεκούρδιστες μέρες και χαμένα οκτάωρα
το ίδιο παρθενικό ταξίδι στην κάθε φορά επαναλαμβανόμενη διαδρομή
το αίμα στενεύει στις φλέβες
ρέει πιο γρήγορα
προσανατολίζει τις νύχτες στο διάβα σου
βαθμονομεί ό,τι απέμεινε
κάθε σου άγγιγμα μεταφέρει το ηδονικό σου χάδι αναλλοίωτο
σε κάθε στοιχειώδη επιφάνεια του κορμιού μου ασκείται διαφορετική πίεση
κάθε σου φιλί κλείνει τους διακόπτες που με συνδέουν με τη πραγματικότητα
δυο σώματα αβαρή αιωρούνται το ένα πάνω στο άλλο
δε φοβάμαι
 
 

- δεν –
κι αν νιώθεις να παραβιάζουν τους νόμους π’ επιβάλλουν τη δική τους κρίση
– εγώ επιμένω να σ’ αγκαλιάζω σε συνθήκες έλλειψης βαρύτητας –
σταγόνες ρέουν ασταμάτητα σχηματίζοντας υδάτινα μονοπάτια
– κολυμπώ αντίθετα στο ρεύμα –
ο έρωτάς σου καταλαμβάνει όλο το χώρο της καρδιάς μου
ολισθαίνω σε κάθε δυνατή διαδρομή ακολουθώντας τα χνάρια π’ απλώθηκαν στο διάβα μου
– ρευστός κι εγώ –
λιπαίνομαι να ελαττώσω το ιξώδες απ’ αργόσυρτες ώρες
κινούμαι τόσο αργά
– βρίσκομαι μόνιμα στο ίδιο σημείο –
το ρολόι κλειδώνει τους δείκτες στην άκρη των ματιών σου
κάθε παράπλευρη εικόνα φαντάζει ανύπαρκτη
τα ρευστά τοιχώματα του κόσμου μου οριοθετούν δυο στήθη
οι θηλές σου σύνορα δίχως φράχτες
η πίεση π’ ασκούν τα λαγόνια σου καθώς κλειδώνουν
πολλαπλασιάζεται σε κάθε μου νευρώνα
ανασαίνω βαθιά εισπνέοντας τ’ οξυγόνο π’ εκλύεις
αποβάλλω το διοξείδιο απ’ επάλληλες μέρες
καταδύομαι στο βυθό π’ αντιφεγγίζει μονάχα για μένα
στην ακτή σου μαζεύω στιγμές – εγώ ο συλλέκτης στιγμών –
να τις αποθηκεύσω σε φιάλη να ταξιδεύει στο χρόνο
ταλαντεύομαι σε θέσεις π’ αυξάνουν σε πλάτος συνέχεια
(είμαι) ποτάμι π’ εκβάλλει στη δική σου μοναδική θάλασσα.
 
http://www.bibliotheque.gr/article/53599
http://fractalart.gr/stratis-parelis-3/

Τρίτη, 26 Ιουλίου 2016

Aιμιλιανός Mονάη, Aλεξανδρεύς, 628–655 μ.X.




Με λόγια, με φυσιογνωμία, και με τρόπους
μια εξαίρετη θα κάμω πανοπλία·
και θ’ αντικρύζω έτσι τους κακούς ανθρώπους
χωρίς να έχω φόβον ή αδυναμία.

Θα θέλουν να με βλάψουν. Aλλά δεν θα ξέρει
κανείς απ’ όσους θα με πλησιάζουν
πού κείνται η πληγές μου, τα Τρωτά μου μέρη,
κάτω από τα ψεύδη που θα με σκεπάζουν.—


Pήματα της καυχήσεως του Aιμιλιανού Μονάη.
Άραγε νάκαμε ποτέ την πανοπλία αυτή;
Εν πάση περιπτώσει, δεν την φόρεσε πολύ.

Είκοσι επτά χρονώ, στην Σικελία πέθανε.

Δευτέρα, 25 Ιουλίου 2016

υδάτινες οικτίρμονες διαστρωματώσεις





Πλαγιομετωπική κι άστοχη σύγκρουση με τη θεά φύση
Μέσα σε χιλιετηρίδας θαύμα κοσμικό που αναδιατάσσεται βαριά πληγωμένο
Πλαγιομετωπική συμπλοκή και μικρόνους πορεία χωρίς φρένα και διορατικότητα
Για να παραφράσουν αμίλητοι οι μύστες και τα παιδιά χαμένους χάρτες
Με βλέμματα που βιαστικά ακινητοποιούνται σε λιμνιαία συναισθήματα στιγμής
Σύρραξη συνδιαλλαγής από αλύγιστους μεταπράτες του κρυστάλλου
Η μάλλον θα έλεγες δάκτυλος εγκληματικός γενιών φλύαρων
Να στήσουν βασίλειο μέγα στο απροσπέλαστο γίγνεσθαι
Της αρχέτυπης ομορφιάς με λευκά μαντήλια που συνοδεύουν χορευτές του πυρρίχιου!

Υδάτινες οικτίρμονες διαστρωματώσεις που κοσμούνται με μανδύες απληστίας!
Καταρράκτες ασίγαστοι διαβρώνουν το περικάρδιο έρωτα της μικρής εσκιμώας
Λίμνες καθελκύουν πολικά λεωφορεία με έγχρωμους επιβάτες μονήρεις
Ζωντανοί οργανισμοί μετακομίζουν σε σπηλαιώματα με άθικτα ορυκτά
Σαν μεταλλωρύχοι με σπασμένες λάμπες φθορίου και κυρτωμένα πόδια και ψυχές
Μέτωπα κούρων αστεφάνωτα από πικροδάφνες καταβυθισμένες στον βωμό Ποσειδώνα
Πνίγονται στο δραματικό λοφίο του ιδρού και τραγωδούν με λύρα επτάχορδη τις αντιστάσεις τους!

Χαίρε ο ασέληνος ουρανός που με άστρα ντύνει τα φαράγγια των πάγων
Χαίρε το σμόκιν του πιγκουίνου που αριστοκρατικά δίνει φιογκάκια και στέγες στη μνημοσύνη
Χαίρε ο παγωμένος αστερίας που διασκορπίζει ποταμούς φωτός στην εγκατάλειψη
Μα πάνω απ΄όλα χαίρε της Δρυάδος το τόξο που διαφυλάττει τον αμυγδαλώνα της πάχνης
Από τους επιδρομείς με τα θερινά πουκάμισα εκστρατείας - ενδύματα κλεμμένα
Ασέληνος ουρανός αστροφόρετος παραστρατεί χωρίς πυξίδα
Από το μέγιστο Άστρο της Γραφής οικτρά αποδιωγμένος
Υδάτινες πληγωμένες διαστρωματώσεις ψάχνουν εναγώνια του ιγκλού τη φάτνη
Χάθηκε ο μίτος, ποτέ δεν ξετυλίχτηκε να απελευθερώσει θυματικές μοναξιές
Απόμειναν μόνο οι παράκτιες πόλεις να σκαρώνουν γόνδολες για τους ερωτευμένους αλιγάτορες!

Πλαγιομετωπική κι άστοχη σύγκρουση με τη θεά φύση
Μέσα σε χιλιετηρίδας θαύμα κοσμικό που αναδιατάσσεται πληγωμένο
Πλαγιομετωπική συμπλοκή και μικρόνους πορεία χωρίς φρένα και διορατικότητα
Για να παραφράσουν αμίλητοι οι μύστες και τα παιδιά χαμένους χάρτες
Με βλέμματα που βιαστικά ακινητοποιούνται σε λιμνιαία συναισθήματα στιγμής
Σύρραξη συνδιαλλαγής από αλύγιστους μεταπράτες του κρύσταλλου
Η μάλλον θα έλεγες δάκτυλος εγκληματικός γενιών φλύαρων
Να στήσουν βασίλειο μέγα στο απροσπέλαστο γίγνεσθαι
Της αρχέτυπης ομορφιάς με λευκά μαντήλια που συνοδεύουν χορευτές του πυρρίχιου!

Κυριακή, 24 Ιουλίου 2016

η Παναγιά της εσπέρας





Που είναι λοιπόν το σμαραγδί των ματιών σου;
Μήπως χάθηκε ατενίζοντας
Τα φαιά φουγάρα των καπνισμένων φορτηγήδων
Ή την ασημένια φυλλωσιά της ελιάς
Στις βραχώδεις εκτάσεις του Νότου;
Ξεχειλίζει ο λαιμός του ήλιου και ανασκάφτει
Τη ριζιμιά πέτρα των υπαίθριων βυρσοδειψίων
Ένας ιμάντας όλο αγκαθωτά σκοτάδια
Πλανιέται στον αέρα ράθυμα
Σαν βάρκα χωρίς κουπιά ακυβέρνητη
Στο ρεύμα του ποταμού αφημένη
Εξουθενωμένη η ματιά σου
Κόβεται σε χίλιες ρωγμές
Στέκει πειθήνια μπροστά στο ξεραμένο νερόλακο
Φρενιάζει αντικρίζοντας τη καυτή σκιά του απομεσήμερου

Που είναι λοιπόν το σμαραγδί των ματιών σου;
Μήπως χάθηκε στις μυστηριώδεις γραμμές
Μιας γιγάντιας παλάμης
Που απέτρεψε το ερωτικό αγκάλιασμα των νεροσυρμών;
Ακρωτηριασμένη η παλάμη
Ντύθηκε την αγαπημένη φενάκη των μύθων
Οι χειροπέδες σφυρηλατήθηκαν στη κάμαρα του εγκλήματος
Δυο χελιδόνια μες το φως οι χειροπέδες
Δυο χελιδόνια που αργοσαλεύουν το κεφάλι τους
Προσμένοντας τη βροχερή εποχή να τελειώσει...
Πλαγιάζεις σε σεληνιακά πετρώματα
Και σε ξεπερασμένες τοιχογραφίες ανακτόρων
Κάτασπρος με ένα φεγγάρι μαύρο μέσα στο στήθος σου
Λεπτουργήματα πλάθουν κάτω από το χοντρό χαλάζι
Τα αναστημένα χέρια σου
Λεπτουργήματα και ειδώλια της μισητής Θεάς
Παρηγορήσου στο ζωντανό ψύχος των αρμών
Που μεταμορφώνει την όψη σου
Θρηνώντας σε ερειπιώνες άυλες προσευχές
Το διηνεκές της παραφροσύνης
Δραπέτευσε από τα αλόγιστα κάλλη σου
Αρμολογημένοι οι σπόροι στο στάχυ
Τρέφουν τη μεγάλη καρδιά του ποιήματος

Που είναι λοιπόν το σμαραγδί των ματιών σου;
Μήπως φυλακίστηκε στην αμμώδη κλεψύδρα
Που έγνεθε τον χρόνο της αποπομπής σου;
Ήσουν τρομαγμένος
Κι ο θόρυβος από τα βήματα σου
Σκέπαζε τους πολύβουους όρμους που είχες προσεγγίσει
Στο κήπο της λύπης αγρυπνούσαν
Οι δρόμοι της οδύνης και της μοναξιάς
Οι αγριάδες με τις λόγχες τους
Σημάδευαν το νεκρό πρόσωπο σου
Άρπαξες το περίκλειστο σου όπλο και σημάδεψες
Την ένοπλη γη τη γεμάτη σαλαμάντρες
Το ρόδο των ωρών είπες
Θα φυλλορροήσει αθόρυβα
Πάνω στα φωτεινά λιθόστρωτα της μνήμης
Δεν θα καταλάβεις
Η χώρα θα γίνει πάλι όμορφη
Και η λάμπα η μυστική
Θα διεγείρει τη στάχτινη θάλασσα
Και κόκκινη θα βάψει τη στερνή μέρα των ναυαγών
Στα νησιώτικα ξωκκλήσια
Οι μικρές Παναγίες της εσπέρας
Θα αναζητούν εναγώνια
Τη καλαμένια ράχη των χαρταετών
Οι τοίχοι του ουρανού σπασμένοι
Κι οι καταρράκτες αυστηροί
Θα ανατρέπουν τις ισχνές μορφές των φοινικόπτερων
Η Παναγιά της εσπέρας με τα σμαραγδένια μάτια
Αναπολεί το θείο ρόδο των ωρών
-Αναγόρευση θεική-
Που είναι λοιπόν το σμαραγδί των ματιών σου;
Στο ψιχάλισμα του κύματος θα σε ανταμώσω!











Σάββατο, 23 Ιουλίου 2016

της άγριας φτέρης τα φαναράκια




Μου έλειψαν σου έλεγα
Οι μπλε καλαμιώνες
Όταν αναπηδούν ευθυτενείς
Από το δροσερό
Μοιρογνωμόνιο του ποταμού
Σαν κεφαλάκια νεοσσών σπίνων
Πεινασμένων
Κι ήρθα εδώ τον ξεναγό
Να κάνω της ξελογιάστρας νύκτας
Γνώσεις από βιβλία της Ανατολής
Σεπτά να αποθέσω
Στων ποδιών σου
Τον δαντελωτό ίσκιο
Να μην βραχείς
Από δάκρυ λάβας
Αδιάβροχο διπλό να φοράς
Κάθε που θα αναδιπλώνω
Σε χάρτη ειμαρμένης
Τις λέξεις του Έρωτα
Ενός Έρωτα που σε λωρίδες
Διαγώνιες κόπηκε να αγιασθεί!

Φοβάσαι μου είπες το έρεβος
Κι εγώ με μικρό
Αστρολάβο στο χέρι
Φαναράκια σου έφερα
-Ναυάγια θαλάσσης
Ακαταπόντιστα-
Να συντροφεύουν
Της άγριας φτέρης
Τις υγρές κρυψώνες
Να μην σκιαχτείς
Από εφιάλτες σαρκωμένους
Και πέσεις στις κακοτοπιές
Στεφάνια να φοράς
Και με δυόσμο να ευωδιάζεις
Τον φιλήδονο κόσμο σου
Περαστικός να είσαι
Σαν καβαλάρης θερισμένος
Από τα φυραμένα της λήθης σώματα!

Φαναράκια θα σου φέρω
Γιρλάντα να τα βάλεις
Στη χριστουγεννιάτικη
Επιτήδευση του χιονιού
Να ρυτιδώνουν χαράσσοντας
Του προσώπου σου
Τους Άγιους Τόπους
Με χιλιάδες φωτοραβδώσεις
Φαναράκια θα σου φέρω
Να μην σκοντάψεις
Καθώς θα ελαύνει ρυθμικά
Της τρύπιας Ιστορίας το ψέμα
Όρθιος να κρατηθείς
Καθώς ο Ίκαρος
Θα πλευρίζει την ακτή
Θυσιάζοντας κερένια ομοιώματα
Όρθιος να παραμείνεις
Μεταπλάθοντας ωσάν ενάλιος κύκλος
Την κίνηση της Αστραπής
Σε φτερώματα τεθλασμένα!

Μου έλειψαν σου έλεγα
Οι μπλε καλαμιώνες
Όταν αναπηδούν ευθυτενείς
Από το δροσερό
Μοιρογνωμόνιο του ποταμού
Σαν κεφαλάκια νεοσσών σπίνων
Πεινασμένων
Κι ήρθα εδώ τον ξεναγό
Να κάνω της ξελογιάστρας νύκτας
Γνώσεις από βιβλία της Ανατολής
Σεπτά να αποθέσω
Στων ποδιών σου
Τον δαντελωτό ίσκιο
Να μην βραχείς
Από δάκρυ λάβας
Αδιάβροχο διπλό να φοράς
Κάθε που θα αναδιπλώνω
Σε χάρτη ειμαρμένης
Τις λέξεις του Έρωτα
Ενός Έρωτα που σε λωρίδες
Διαγώνιες κόπηκε να αγιασθεί!



Παρασκευή, 22 Ιουλίου 2016

[περπατάω στα τέσσερα]


περπατάω στα τέσσερα
ελπίζω να φτάσω την γύμνια σου
να φάω ελάχιστη σάρκα
να φάω περίσσεια σαρκός

να σε αλώσω μέσα μου
να γίνει εγώ
τα θαυμάσιο πέος
και η ψυχή σου

η Αν Σέξτον
ρώτησε ένα μπλε κουστούμι
αν του αρέσει
ως υποφαινόμενη ποιήτρια

εκείνο απάντησε με σιωπή

η δική σου σιωπή
στην δική μου αντίστοιχη ερώτηση
είναι που μου ανοίγεις αίφνης
τα πόδια
και μπαίνεις
στο επτάκλειστο δωμάτιο
βυθίζοντας
το μαχαίρι του Ιονέσκο
ταυτόχρονα στην καρδιά

κ. καθηγητά
το αίμα μου τότε είναι η χαρά σου

όμως βρίσκω πως είναι
της φαντασίας το πρόσωπό μου
της φαντασίας τούτο το ποίημα
και συ φανταστικός που ρώτησα
ακόμα πιο πολύ

τη δουλειά έχει στα όνειρά μου
το μπλε κουστούμι σου
χωρίς πουκάμισο
με ένα εσταυρωμένο στο στήθος;

περπατώ στα τέσσερα
και σε φτάνω
φυλάξου
αν μέσα μου μπεις
η πόρτα θα κλείσει
πίσω σου
και τι να σε κάνω Μινώταυρε
στο λαβύρινθο της ζωής μου
ταίζοντας σε διαρκώς
τον παιδικό ερωτισμό μου και
το κοριτσάκι που
δεν μεγάλωσε ποτέ;

κάποτε θα μεγαλώσω
και αλίμονο
θα φαγοθείς
ως γλυκό κρέας ή
πολυκαιρισμένη ζάχαρη
της αιώνιας ανθρώπινης πείνας

έφυγαν χωρίς επιβάτες οι τελευταίοι συρμοί



έφυγαν χωρίς επιβάτες οι τελευταίοι συρμοί
βουβή η Ρωξάνη επιβιβάστηκε στο σύννεφο
ασήμιζαν φως τα πέδιλα της στις δίνες του αγέρα...

Διασταυρώθηκαν τα χέρια μας σήμερα
Ερημίτες που ψαύουν σκυθρωποί
Την υπέρθυρη επιγραφή της μοναξιάς
Χειροκροτώντας εύθυμα πάντα
Στην τρύπια απόχη της αβύσσου
Που το ρόδο τους να κλείσει αδημονεί
Μέσα σε λευκό κελί θανατοποινίτη
Κόψε το υφάδι απ΄το βλέφαρο
Πονάει το χάδι της ερημιάς
Κάθε που αλλάζει ο καιρός!

Έσμιξαν θρηνητικά τα χέρια μας απόψε
Μάργωσαν τα ψαλίδια των αρμών
Πριν το πικρό αντίο
Κι αναστενάζοντας κρυφά επικάλυψαν
Τις εσοχές της πίκρας με σπαράγματα κωνοφόρων
Να μην υπάρχει άλλος χώρος να αποδράσει η ευτυχία!

έφυγαν χωρίς επιβάτες οι τελευταίοι συρμοί
βουβή η Ρωξάνη επιβιβάστηκε στο σύννεφο
ασήμιζαν φως τα πέδιλα της στις δίνες του αγέρα...

Έπιασαν τις ταχύτητες του ελαφιού
Οι σφυγμοί στους καρπούς μας
Κι ύστερα πεζούλι γύρεψαν
Ρυτιδωμένο από τις λόγχες της ελιάς
Να θητεύσουν εξαρχής στης πατρίδας το πένθιμο αλφαβητάριο!

Μύραναν τα χέρια μας
Του πόθου το άβατο ξωκκλήσι
Με αλαδανιάς μυστική ρητίνη
Συλλεγμένη το δείλι στο ακρόρεμα
Πονάει το κρύο χάδι του αποχωρισμού
Κάθε που αλλάζει ο καιρός!

έφυγαν χωρίς επιβάτες οι τελευταίοι συρμοί
βουβή η Ρωξάνη επιβιβάστηκε στο σύννεφο
ασήμιζαν φως τα πέδιλα της στις δίνες του αγέρα...

Κουρασμένα τα χέρια μας
Λάτρεψαν του πύθωνα
Την διχαλωτή γλώσσα
Που μυστικό κανένα δεν ξεστόμισε
Σαν την άγγιξε ενσταλάζοντας
Το κεντρί των φιλιών μας!

Διασταυρώθηκαν τα χέρια μας
Σαν ράγες που ερωτικά τέμνονται
Σε φεγγαρίσιο αναλόγιο οξιάς
Παραδομένα τα χέρια μας στη φεγγοβολιά
Του αυγινού δροσουλίτη
Δώσανε όρκο αιώνιας πίστης
Και ανοιχτά το ξημέρωμα βρίζοντας τον αθέτησαν!

έφυγαν χωρίς επιβάτες οι τελευταίοι συρμοί
βουβή η Ρωξάνη επιβιβάστηκε στο σύννεφο
ασήμιζαν φως τα πέδιλα της στις δίνες του αγέρα...

Πέμπτη, 21 Ιουλίου 2016

Αντι-νεφέλωμα


.
Η σιωπή δεν είναι λευτεριά η σιωπή
δεν είναι αιχμαλωσία
η σιωπή δεν είναι δωρεά η σιωπή
δεν είναι ιδιοκτησία
η σιωπή είναι ένα καναρίνι στο μικρόφωνο
η σιωπή είναι ντελάλης από στάχτη
κάθε ρυάκι της κραυγάζει πως μονάχα η σιωπή μιλιέται
κάθε στιγμή της χαστουκίζει τα ρολόγια
καταρρέουν ελατήρια ο καιρός παξιμάδια και βίδες
η σιωπή περιπαίζει τα αδιέξοδα
η σιωπή δεν κατάγεται απ’ την Κίνα η σιωπή
τη γλώσσα τη φασκιώνει με συνταχτικό και κανόνες
αναπαύεται στα ανώμαλα ρήματα ερωτεύεται επιρρήματα
στους ρήτορες που σείουν τα μπαλκόνια συσσωρεύεται
πηγαίνει τις Κυριακάδες στη εκκλησία για να ψάλλει
συχνά τηγανίζει πατάτες
τα τύμπανα δικά της είναι οι γενετήσιοι
σπασμοί της αγάπης
τα ουρλιάσματα των γυναικών στα μαιευτήρια
όλα τα κλάματα δικά της είναι κι όλα τα ξεφαντώματα
μα όμως τι όλεθρος
η σιωπή δε βρίσκει πουθενά το όνομά της.
Νίκος Καρούζος
Από τη συλλογή Ο ζήλος του μη-σχετικού με παροράματα,
1980.

Τρία ποιήματα της Ζωής Δικταίου




Άκου Ευρώπη




Καλότυχη δεν θα ’λεγα στις μέρες μας,

πως είσαι Ευρώπη

και δεν θα νιώθεις τη χαρά που άλλοτε

στις παρυφές της Δίκτης, έδρεψες σε άλσος ιερό,

με στάχια ώριμα του θερισμού

και δάφνες στο κεφάλι

με τους καρπούς του Έρωτα

και τα μήλα του πόθου στα χέρια.

Τις έγνοιες και τους κόμπους απ’ τη σκέψη σου

δεν έχεις βρει τρόπο να λύσεις,

ακόμη αγαπημένη.

Μάταια ψάχνεις να κρυφτείς

μέσα στην άβυσσο που έχτισες

μάταια, γιατί οι ναοί σου γέμισαν θυσίες

και θρήνοι αντηχούν στις ρεματιές σου,

μάταια, γιατί η αναπάντεχη ώρα έφτασε

γιατί, κρατώ στο χέρι εγώ τον κεραυνό,

μην το ξεχνάς,

ο νους σου θα γυρίζει πάντα εδώ τις νύχτες

κι εδώ θα σβήνεις την ξανθή σου φλόγα.

Να ξέρεις,

άλλους ύμνους δεν θ’ ακούσεις την αυγή

να υψώνονται για εσένα στους αιθέρες

και λόγια απ’ τα ουράνια βάθη

δεν θα ειπωθούν ξανά

όσο η αρετή σου πλέει μες στο βούρκο

και εσύ σε σάπια πέλαγα

αφήνεις να βουλιάζει η στέρεη δόξα σου.

Όχι, πριν η λαχτάρα σου

για το καινούριο αγκάλιασμα φανερωθεί

όχι, πριν δέσεις τη λευκή κορδέλα

στο λαιμό του ταύρου

και πλύνεις με το δάκρυ σου

το αίμα και το κρίμα

από χιλιάδες που άφησες πληγές

ν’ ανοίξει ο εγωισμός,

όχι, πριν του Ζέφυρου οι πνοές

διαλαλήσουν στα πέρατα του κόσμου

πως θέλεις να είσαι, δική μου,

για να μείνεις η Ευρώπη του μύθου,

δική μου, στο δικό μου ακαταμέτρητο σύμπαν.

Όχι και στο θυμό μου, γενναιόδωρος μαζί σου,

δεν θέλω να γυρνάς με πείσμα αλύγιστο,

χωρίς να έχεις την ταυτότητα που σου έδωσα

όχι θνητή, εσένα που σου φύσηξα θεία πνοή και φως

μεθώντας με το ρόδινο βελούδο των χειλιών σου,

νεκρή και σκοτεινή ψυχή

δεν θα σε θέλουν οι αιώνες που έρχονται

και θα ρωτήσει η Ιστορία, τους αιώνες.

Πως γίνεται να λησμονάς το ρίσκο σου

να με ακολουθήσεις στο ταξίδι,

θυμήσου θυγατέρα των κέδρων της Ανατολής,

Ευρώπη, που σε ανάθρεψε η Φοινίκη

με άσπρο χυλό και μέλι,

όταν στην Κρήτη φτάνοντας σε αγκάλιασα

στο χώμα κοίταζες κατακόκκινη και ντροπαλή

η Κρήτη, ευλόγησε την ένωση μας…

Δεν έχεις παρά να κοιτάξεις

απ’ τη χαραμάδα της μνήμης,

το Μάη, όταν ανθούν οι παπαρούνες στον κάμπο

έχουν το χνούδι των χειλιών σου,

απ’ τα φιλιά και τους χυμούς που πότισαν τη γη

και τώρα, πως δε λογαριάζεις

τίποτα απ’ τα ακριβά που έζησες

και πως ατίμητα στεφάνια θέλεις

να φορείς με ψεύτικα στολίδια

και είναι η βούληση σου εκδικήτρα κι άδικη.

Γιατί τα πλήθια κύματα του Αιγαίου δεν ακούς

παρά ποθείς τις συμφορές και τους θανάτους των λαών

κι αμέτρητους τρόπους μηχανεύεσαι

για να γεννάς κακομοιριές και πάθη.

Αφήνεις δίχως έλεος, άσπλαχνα,

να παίρνουν αποφάσεις, άρχοντες λέει,

μα δεν είναι οι άρχοντες σου θεοτίμητοι,

και συ θαρρείς πως κάθεσαι ειρηνικά στο θρόνο,

μα δεν ακούς… ο πόλεμος σέρνεται γύρω σου.

Ευρώπη, δεν είναι οι Κορύβαντες Κουρήτες

που χτυπούν τα κύμβαλα

δεν είναι ο χορός της μύησης σου,

και τα τραγούδια, δεν είναι των Μουσών.

Ήχοι βαρβάρων, που έχουν πόθο αψύ τον πλούτο

και παραχορτασμένοι που την ύβρη υπηρετούν

αυτοί, το θάνατο σου μηχανεύονται με αυθάδεια

και μοίρα ολέθρου σου ετοιμάζουν για ξημέρωμα.

Ευρώπη, ποιος να σε ξυπνήσει από το λήθαργο,

στον ύπνο σου, άλλοι,

σχεδιάζουν σπαραγμούς και οδύνες

υψώθηκαν πάνω απ’ το μέτρο οι μνηστήρες

και θαρρούν πως τράνεψαν, τόσο,

για να μπορούν και τους θεούς να μέμφονται

πικροί αντίπαλοι μ’ αδικομαζωμένα κέρδη

αδείλιαστα τη μοιρασιά έχουν βάλει στο βωμό

καταραμένοι και ξεδιάντροποι θα σβήσουν στον αιώνα.

Έτσι όπως είσαι, δεν σου αξίζουν ρόδα ανθισμένα

μισώ τους τρόπους σου, μα όχι εσένα,

αστραφτερό το βλέμμα πια δεν έχεις

και η μέρα ήρθε που τη δόξα τερματίζει

ήρθε, με τον ψίθυρο που δεν ήθελες να ακούσεις

κι ήταν δικός μου ο ψίθυρος,

αυτόν που ο Νότος, μέσα από χιλιάδες φυλλωσιές

πάσκισε να σου φέρει, με το φεγγάρι στο κανίσκι

και τα άστρα στα δίχτυα,

να σου θυμίσει τ’ αφρισμένα κύματα που πέρασες

σαν άστραφτε το φιλντισένιο σώμα σου

κάτω από τον ήλιο της Δήλου

και απ’ το κρασί που ήπιες και μέθυσες

είχε κρατήσει το άρωμα,

για να σε πείσει να λυγίσεις

μα εσύ, είσαι ήδη

στα στενά της Χάρυβδης παραδομένη.

Αύριο… Ευρώπη,

όταν τη σκουριασμένη διαμαρτύρηση

από την πόρτα που έκλεισες θ’ ακούς,

μόνη θα ’ρθεις, ικέτιδα με δίχως όνομα,

στο δρόμο το στενό

της ανελέητης ανάγκης σα βρεθείς

την αλυσίδα σου, στα πόδια μου να ρίξεις.

Τα πληγωμένα μου αγάλματα θρηνούν

μα όχι τόσο για τα σπασμένα μέλη τους,

όσο γι’ αυτή την ξενιτιά που όρισες πατρίδα.

Βαριά τα βλέφαρα σου κλείνεις

θαρρείς και δεν αισθάνεσαι πως δεν ανήκουν

σε κανένα από τα βάθρα σου, οι Καρυάτιδες

και η Αφροδίτη και η Νίκη κι ο Αρπιστής

και η πληγωμένη μου, η γενναία Αμαζόνα

και τ’ άλλα σμιλεμένα μάρμαρα,

δικά μου, ταγμένα

στα μεγάλα μου ιερά να στέφονται

με καταπόρφυρες ροές από το άρμα του ήλιου

αγγέλλοντας το δίκαιο όρκο της τιμής και της ζωής

όταν η αγάπη των κοινών θνητών

πυργώνει πιο ψηλά από τα νέφη και τον Όλυμπο

τον αθάνατο Έρωτα και το υφάδι της Ελευθερίας

χαλκεύοντας τους νόμους της φυλής

στ’ αμόνι της αλήθειας.

Θα μου γυρέψεις αμοιβή της αρετής,

μα δεν θα λάβεις, ποιας αρετής,

βλέπεις, λησμόνησες τη θεία Ευγνωμοσύνη

κι εγώ, μετρώ τ’ αποκεφαλισμένα όνειρα.

Σαν τι θα γίνεις, αν εκείνα που σου χάρισα

στης λήθης το ποτάμι αφήσω να κυλήσουν,

πως λόγο θα αρθρώσεις για τον Έρωτα

και στην ψυχή, ποια θεραπεία, με ποια λέξη,

σε ποιο αμφιθέατρο η Δημοκρατία να υμνηθεί

και πως ο ενθουσιασμός να σε οδηγήσει σε συμπόσια,

η μελωδία, η αρμονία, ο χορός, που θα βρουν θέατρα,

και πως θα αποκαλείς τις πιο μεγάλες σου ορχήστρες.

Ακαδημία και φιλοσοφία και φαινόμενα και σκέψη

δώρα, προικιά πολιτισμού

πιότερο κι απ΄ του κόσμου το χρυσάφι

ακριβό το πνεύμα.

Σκέψου, όταν μελαγχολήσεις από φόβο,

που θα βρεις φωνή να το ιστορήσεις.

Μα πάλι, δεν μπορώ να σ’ αρνηθώ

γι’ αυτό πλατεία σου ετοίμασα

ανάβοντας ξανά αρχαίους πυρσούς,

στη Δίκτη, εκεί πρώτη φορά, στο λίκνο μου

σε κλίνη από μάρμαρο λευκό περίτεχνο,

τρύγησα του ανθοστόλιστου κορμιού σου

τη χαρά και τη συγκίνηση

και εσύ την πιο τρανή τη δόξα,

τότε κέρδισες, Ευρώπη.

Λύρα εφτάχορδη σου πρόσφερα, ν’ ακούς,

να μη μπορείς να κρατηθείς μακριά

κι από τη φλογισμένη αστραπή του πόθου σου,

ποτέ να μην λυθείς και να ξεφύγεις.

Ο χρυσαετός θα λύσει τον αρχαίο χρησμό σε Ανατολή

αγέννητο παιδί θα στο μηνύσει

και με λαχτάρα

για το γυρισμό σου θα μιλήσεις

στη Δύση, με έργα βαθυστόχαστα,

έδωσε η μάντις η τυφλή απάντηση στο χρόνο,

σαν καταλάβεις πως σε χθόνιο αγώνα σε τραβούν

και σπέρματα κακού φυτρώνουν,

όλο πιο πολλά στη γη σου,

την ώρα που αψηφάς τον κίνδυνο που ελλοχεύει,

γυρνάς δήθεν αμέριμνη,

με το χυδαίο χιτώνα της αλαζονείας

αυτόν που σε έχει αλλοτριώσει

και παιανίζεις την αυτοκαταστροφή, τρελή,

στη συνδιαλλαγή με τους εμπόρους του θανάτου.

Ιέρειες του πόνου άλλες

δεν θα βρεις να σε υπηρετήσουν

στον κύκλο του Έρωτα αγιάζει η συμφιλίωση

κι είναι το νήμα ασήμι και χρυσό μιας άλλης έλευσης.

Θα μείνω εδώ, η ελπίδα αντέχει

στη χώρα που γεννήθηκε το φως

να περιμένω, το προσωπείο να πετάξεις

κι αυτά τα χάρτινα κλειδιά του δεσμοφύλακα

τα βρόμικα, να ρίξεις στην πυρά

κι όχι ψυχές, λάθη που είχες κάνει κι άλλοτε…

Θα μείνω εδώ, η ελπίδα αντέχει

στη χώρα που γεννήθηκε το φως

να περιμένω, αψίδα Ειρήνης θα σου πλέξω

με μυρτιές και κληματόβεργες

απ’ τα ηφαίστεια νησιά

από την τυραννία και το χλευασμό να σε γλιτώσω.

Θα μείνω εδώ, η ελπίδα αντέχει

στη χώρα που γεννήθηκε το φως

να περιμένω, στ’ αλώνια τα πανσέληνα

εδώ που ξύπνησε

η καρδιά κι ο νους της οικουμένης

έλα, ν’ αφουγκραστείς απ’ την αρχή

το μέλλον σου, Ευρώπη.



Αύριο… εν’ ονόματι της Αγάπης

Ζωή Δικταίου

Κέρκυρα, καλοκαίρι του 2015






Λέξεις, αυτές που έκρυψα







Λέξεις, αυτές που έκρυψα,

κοίταξε, από τον κήπο της μνήμης

διάλεξα τις λέξεις

εκεί μόνο δεν έχουν λιγοστέψει ακόμη

εκεί τις κρύβω,

μόνο εκεί υπάρχει χώρος τώρα πια.

Διάλεξα τις πιο σπάνιες,

λέξεις όπως ο Έρωτας και η Αγάπη

λέξεις, τι ωραία παιχνίδια έχω κάνει

με λέξεις,

με τις λέξεις ερωτεύτηκα,

πολύ πριν ο έρωτας γίνει κολάσιμη πράξη

με τις λέξεις αγάπησα,

πολύ πριν η αγάπη

χαρακτηριστεί απαγορευμένη,

με τις λέξεις ονειρεύτηκα

πολύ πριν ποινικοποιηθούν τα όνειρα

με τις λέξεις πέταξα στην υδρόγειο

με τα φτερά μου

τότε, που επιτρεπόταν τα ταξίδια.

Λέξεις, αυτές που έκρυψα

στο λαβύρινθο του νου

και τις ζέσταινα στη σπίθα της καρδιάς σου,

αυτή που κρατούσα στη φαντασία μου

για να υπάρχω, για να αναπνέω,

για να αντέχω, ερήμην τους.

Απόψε στη βροχή έφυγα κυνηγημένη

ήρθα να σε ξυπνήσω,

όπως τότε στον παλιό καιρό,

να σου μιλήσω για την προσωπική μου ήττα

την ήττα της ελεύθερης σκέψης μου,

ντρέπομαι, μα είναι αλήθεια

σχεδόν παραδέχτηκα

πως η ελεύθερη σκέψη στις μέρες μας

μπορεί και να είναι θανάσιμο αμάρτημα.

Ντρέπομαι, κι ας μην

το φανερώνουν οι πράξεις μου

κι ας το κρύβω επιμελώς ακόμη

κι από την ίδια τη συνείδηση μου

ντρέπομαι, μα συμβαίνει

και σ’ εσένα φαντάζομαι.

Ποιος αλήθεια μ’ έμαθε,

μέρα με τη μέρα

να φοβάμαι όλο και πιο πολύ

πόσο πηχτό σκοτάδι εκεί έξω,

μου είπαν να φοβάμαι τον άλλο

οποιονδήποτε δεν έμοιαζε μ’ εμένα,

οποιονδήποτε δεν έχει ίδιο χρώμα,

ίδια πιστεύω, ίδιες ιδέες, ίδια θρησκεία,

μια αόριστη θλιβερή απειλή

για να λοξοκοιτάζω καχύποπτα το μέλλον.

Μου ζήτησαν να υπακούω τυφλά

για την ασφάλεια μου,

μου ζητούν να υπηρετώ με ευλάβεια

θητεία στην παραφροσύνη

σε αόρατες μεταλλικές φωνές

μέσα από τηλεοράσεις,

μου χάρισαν μια μάσκα καλοσύνης

για να εντυπωσιάζω τους άλλους,

για να εξουσιάζω τους άλλους

αυτούς που η ζωή τους

δεν είναι τίποτα άλλο

από μια απλή και μικρή εκκρεμότητα

αυτή που προσβάλλει



την κοινωνική μου ευπρέπεια

και εναντιώνεται στο δήθεν

της παγκοσμιοποιημένης εποχής μου.

Με την ψευδαίσθηση της λύτρωσης

στη φυγή σου, χάνεσαι,

σπασμένο γέλιο, παγωμένη ανάσα

ώρα που προσπαθείς απεγνωσμένα

να περάσεις τα σύνορα

ώρα που φυσά ο αέρας

και γδέρνει ψυχές στα κύματα

ώρα που ανοχύρωτη η ελπίδα

σβήνει στα μάτια

κι η τέφρα της ανάμνησης του ονείρου

γίνεται λάσπη στα φύκια του βυθού.

Πόσα, στα χαλίκια άψυχα σώματα

αυτά που πέρασαν ξυπόλητα

συρματοπλέγματα, δρόμους, γέφυρες

που πλήρωσαν ακριβά τα ναύλα

για τα τοπία της ελευθερίας που δεν είδαν

για να καθρεφτίζεται η απελπισία

σε γυάλινα βλέμματα

για να δικαιώνεται στην απελπισία

ο θάνατος, ευσεβής πόθος.

Στα νερά του Αιγαίου, αιωρούνται

μαζί με τα χρωματιστά κουρελιασμένα ρούχα

και τα χεράκια των παιδιών,

της αθωότητας που σκόρπισε στον άνεμο

αφρός στα βράχια δίχως φεγγαρόφωτο

θαρρείς και μια φουσκάλα η ζωή

κι ύστερα, εμένα,

πώς να με χωρά ο ίδιος τόπος…

Τι να τα κάνω τα σταυρωμένα χέρια

και τα πρόσωπα τα μουσκεμένα δάκρυα

ποιόν θεό να παρακαλέσω για λύπηση

με ποια ακατέργαστη κραυγή να τον ξυπνήσω

για τους τόσο μοναδικά άτυχους

πρωταγωνιστές της διπλανής τραγωδίας,

αφού η μελαγχολία μου μοιάζει εκ του ασφαλούς

ανακουφιστική θλίψη

αφού δεν είμαι εγώ η μάννα που σπαραχτικά θρηνεί,

αφού η ψυχή ξεθώριασε ανάμεσα

σε καθησυχαστικά χαμόγελα και σάπιες υποσχέσεις.

Η άβυσσος επιδεικνύει το πέρασμα της

σε κέρινα σώματα,

απέκτησε και η δυστυχία πρόσωπο κοσμικό

θα το δεις, στις ειδήσεις

θα το διαβάσεις στις εφημερίδες.

Ξεφυλλίζω με λέξεις, σελίδες της μνήμης μου

αθόρυβα πνίγομαι μαζί σου

βουβά στη σιωπή που σε τύλιξε

μα θα κρατήσω τις λέξεις, ίσως Αύριο…

τις χρησιμοποιήσω εναντίον αυτών

που προσπαθούν να μου επιβάλλουν να πιστέψω

όχι εκείνα που αισθάνομαι, ούτε καν εκείνα που βλέπω,

αλλά αυτά που μου λένε

χωρίς να λογαριάζουν πως η θέληση μου

είναι πιο δυνατή και πιο πάνω

από τα κούφια τους λόγια.

Τελικά πόση γη έχει ανάγκη η ψυχή…

και πόσο φως η όραση για να δει την αλήθεια…



Αύριο… εν’ ονόματι της Αγάπης



Ζωή Δικταίου

Κέρκυρα 10 Οκτώβρη 2015




Σαν μυθολόγιο ζωής, Αντιγόνη, Ηλέκτρα, Ελένη






Σε φέρνει ο άνεμος, μέσα από θρόισμα φύλλων

με λέξεις, αυτές που σήκωσαν σκουριές αιώνων

και μολυβένια παράπονα, αντιθέσεις παράλληλες,

εκπληρωμένα καθήκοντα, τώρα, μια άλλη όραση

για τις συμπληγάδες που άφησα πίσω

έχουν πεθάνει όλες οι πλάνες

οι παλιές ψυχές ξαναζούν,

«γιασεμιά τα σύνορα του κόσμου» , ψιθυρίζεις,

κρυμμένα μηνύματα, φωνή ελκυστική, αξιόπιστη

πριν μου παραδώσεις τη σκυτάλη της μνήμης.

Η Ανατολή στη θάλασσα, πέρα από το φρύδι του λόφου

ικετεύει ουρανούς και εγκαταλειμμένους αιώνες.

Φοράς, τα φλογισμένα ρόδα της αυγής μετάξια στο λαιμό

Αντιγόνη, Ηλέκτρα, Ελένη, η σκέψη φίλντισι,

επιστρέφει στην αναγκαιότητα του τυχαίου,

το καραβάνι τραβάει την ανηφόρα προς το ευγενέστερο φως

αφήνοντας πίσω ανθισμένες φασκομηλιές και πεύκα.

Τελειοποιημένη η φύση, όταν εξαγνίζει τη λογική.

Τελειοποιημένη εκείνη η φύση στην επικράτεια του καιρού

που μπορεί να χαρίσει μια αστραπή σ’ ένα τυφλό οδοιπόρο.

Με φθινοπωρινές σιωπές, υποστέλλω λέξεις νοσταλγίας

το μελάνι σκόρπισε πάνω στις λευκές σελίδες

σημάδια και πετροχελίδονα.

Χαμογελάς, έχουν γίνει συνείδηση οι απουσίες,

όχι, δεν είναι μια ανώνυμη αίσθηση

είναι που μ’ έμαθες ν’ αγαπώ τα ασήμαντα

τη θέληση σου υπηρετώ, χάδι από αλμύρα

αναμνήσεις παλαιοπωλείου, τάμα στο καινούριο φεγγάρι

ρυθμικοί οι ήχοι στο ρολόι του τοίχου

το εκκρεμές δε βαρέθηκε να διηγείται ακόμη το χρόνο.

Πόσο εύγλωττα όλα απόψε στον καθρέφτη του νου

ψιχαλίζει, θαρρείς και η βροχή παραμονεύει

τη ματαιωμένη διαδρομή μιας μελωδίας,

ή μιας νότας, εκείνης που γεννήθηκε από έναν λυγμό

πάνω στα πλήκτρα, δάχτυλα διάφανα γεμάτα αινίγματα

όχι, δεν έχει γίνει η καρδιά προάστιο της λήθης

αλήθεια, μετά από πόσες αγωνίες επιβάλλεται η Αγάπη…

Αντιγόνη, ανοικτό το αλφαβητάρι στο ίδιο σύννεφο

η πρώτη ουσία στο αλάτι, γέννηση, δάκρυ, θάλασσα,

σαν μυθολόγιο ζωής, με λάβα στην ψυχή, ενώπιον σου

να μου ορίσεις ξανά την ευτυχία της περιπλάνησης στη γνώση.

Στο σεληνόφως, η όραση χορταίνει πεταλούδες και γράμματα

επιστήθια μελαγχολία σε ρομαντικούς επιλόγους,

Αγάπη, εφάμιλλη της δύναμης,

η κόψη σου, όψη στην κόντρα του θανάτου

ιδανικό να σε θαυμάζω και να σε αισθάνομαι

μ’ έμαθες να χωρούν όλα στην καρδιά μου

αυτά που μιλούν και αυτά που σωπαίνουν, Αντιγόνη.

Εκεί, στα ίδια σημεία, η Ηλέκτρα σπέρνει άστρα και όνειρα

με μυρωδιά Δαμασκηνού ρόδου στα μαλλιά

ιέρεια πετρωμένη σε κυματιστές ίριδες,

μωβ βαθύ, στο Λιβυκό ο Έρωτας συναναστρέφεται το ρίσκο

η φλόγα, χίλια σκοτάδια ξόδεψε, μα ακόμη φέγγει

ωραία πάντα η περιπέτεια της ελπίδας

και της υπόσχεσης, θα μένει,

έχω ξεπλύνει τα μάτια απ’ το ψέμα

κοιτάζοντας ιερές φωτιές και πύραυνα καλοκαιριού

κρυφές σκέψεις, κρυφές ευχές, τοπία προσευχής

πανάρχαιος υποσυνείδητος ο τρόπος.

Αύριο, Ηλέκτρα, θα μιλήσει η άλαλη πένα, Αύριο…

η αντίστροφη μέτρηση με τις χαρακιές πάνω στα λευκά μάρμαρα

υποβλητικές χαρακιές της καρδιάς σε μαύρους καθρέφτες.

Κρατάς την πόρτα των θαυμάτων ανοικτή

εξορκίζεις το κακό, γητεύεις χίμαιρες στο δοξάρι της λύρας

λάφυρο το χαμόγελο σου στο ασπροκέντημα,

και στο λευκό μαργαριτάρι του λαιμού

στην ανάσα σου, μήλο και κανέλα η ρίζα μου

«η επιστροφή είναι πράξη απόγνωσης», εσύ μου το δίδαξες

αφοσιωμένη στο Αύριο… φαναράκια αναμμένα στο φάρο

βαμβάκι η λύπη, τα αβάσταχτα αγαπώ σε σιντεφένιες μέρες

εκείνος διάλεξε, την Αλεξάνδρεια στο Φθινόπωρο

Αύριο, νυχτώνει Φθινόπωρο…

Ψυχή ελεύθερη, ασυμβίβαστη, εσύ που παραδέχεσαι μοίρα, τον άνεμο

γυαλίζει η σκέψη, στα σκονισμένα φτερά του αγγέλου, Ελένη

Ελένη, σαν τις στάλες της βροχής,

εκείνες που ξεχάστηκαν απόβραδο στο φανοστάτη

έβρεξε και σήμερα, ξέσπασμα του Απρίλη

με τις δυνατότητες όλες κλεισμένες στη φαντασία

υπόκλιση χωρίς χειροκρότημα, σου πάει η νύχτα,

βλέπεις δε φοβάσαι την επανάσταση των ίσκιων κι όμως,

θλιβερή συνήθεια η πραγματικότητα, παραδέχεσαι.

Ορκίστηκες στην Άνοιξη παίζοντας την ωδή στη χαρά

και άνθισε στο καταχείμωνο η ξερή αμυγδαλιά

με μια γαλάζια κορδέλα ουρανό

πάνω από το μουρμούρισμα του παιδιού διαβάζουν οι θεοί.

Έγειρε, νυσταγμένο στο καντούνι

με την απώλεια της εικόνας του το φεγγάρι,

ανεβαίνουν οι Πλειάδες μπροστά απ’ το φεγγίτη της σοφίτας

εδώ είμαι, από τότε, ξέρεις μου πάει η Κέρκυρα

εδώ επιβιώνει ο μύθος, μέσα από σύμβολα που εξελίσσονται

στο λαβύρινθο κινούμαι κυκλικά, μονοπάτια του άγνωστου

με μια διαφορά, κρατώ πυρσό αναμμένο…

Το πιάνο στη θέση του κι εσύ αλήθεια, γιατί τόσο μακριά,

ποιες μελωδίες αξιώνουν τη συγκίνηση μεσάνυχτα,

στο καρδιοχτύπι συνωστίζονται ανίκητες οι επιθυμίες

αλητεύουν οι λέξεις σε χάρτες και θάλασσες

τα λευκά πνεύματα ντύθηκαν ομίχλες και ταξίδεψαν μακριά.

Γιατί διάλεξες αυτό το δωμάτιο, τόσο στενό, τόσο άδειο,

γιατί μου φαίνεται πως χαμηλώνουν οι γωνίες,

μα πως μπορείς να κοιμάσαι εδώ, να ξεχνιέσαι εδώ,

πως γίνεται να λες ότι ζεις εδώ, όχι Ελένη.

Ξέρεις, η φαντασία μου σε θέλει,

να ονειρεύεσαι μέσα στον ψίθυρο μιας προσευχής

ή σε μια νότα, ή ακόμα καλύτερα σε πολλές νότες.

Γελάς, αυτό το βλέμμα στα βαθιά σου μάτια, όταν οι ρυτίδες

καλωσορίζουν το φως με δικαιολογημένη περηφάνια

καιρός που αποκτούν φωνές τα αδικαίωτα

ώρα που λιτανεύουν οι σιωπές φτερουγίσματα

στο πεντάγραμμο τα αόρατα, έχουν αξιώσεις ν’ ανέβουν

τελικά, με ποια σύνεργα ζωής πορεύεσαι

για να εξαργυρώσεις το δικαίωμα στην αθανασία,

στην τρομαγμένη Δύση, χρυσή πλημμυρίδα υψώνεσαι,

ξέρεις πως ο Έρωτας ούτε συντρίβει, μα ούτε και σώζει

επιμένεις να πληρώνεις ναύλα ευδαιμονίας

η τέχνη αναπαράγει και διαιωνίζει

με την απαίτηση της ακοής σε προσανατολισμούς νέους,

για όποιον χάνεται, για εκείνον που δε γνωρίζει

πως και η φωνή, από το Φως… φύεται,

πόσο αιφνίδια ραγίζουν τα ακροκέραμα ηττημένα απ’ το χρόνο.

Το παρελθόν ανοίγει παράθυρο στο ηλιοβασίλεμα

αναπολείς άλλες νύχτες γεμάτες μουσική,

κάπου ένα πιάνο, ερωτισμός της ψυχής

ζεις στην αιχμαλωσία της αξιοπρέπειας

μάρτυρας ευγένειας ο τελευταίος επισκέπτης της μοναξιάς

ναυαγισμένη θύμηση σε ίχνη κιμωλίας στον πίνακα

σαν φιλοδώρημα της Τέχνης ξεκλειδώνει το πάθος

μια άλλη παράσταση γλιστρά απ’ το συρτάρι στο πάτωμα

Αύριο… Ελένη, στη σημειογραφία του τυχαίου

καινούριο όνομα και σημάδι το κλειδί του σολ,

ιστορίες για καταποντισμένες φλυαρίες,

λεηλατημένες περιπλανήσεις σε δάση φαντασίας

μετάλαβα το δισταγμό στο λόγο που δεν είναι άυλος

για να γλιτώσω από την εξορία της βεβαιότητας.

Πλαστογραφίες και εκμυστηρεύσεις δίχως νόημα

ο σύγχρονος κόσμος γκρεμίζεται με την πολυχρωμία του εντός μου,

αγαπώ τη γαλήνη και τη μοναξιά της πέτρας στο μαυσωλείο του ήλιου

στο περιστύλιο η αμφιβολία μισή, χρώματα της ώχρας,

αχαρτογράφητα σκοτάδια καταπίνουν υποθηκευμένες τύψεις

πολύτιμη η έξοδος κινδύνου στα ερημονήσια του Νότου

μήτε αχίλλειος πτέρνα, μήτε ανάγκη προστασίας πια,

βροχή, πολύτιμη η συνάντηση στη θάλασσα

εκείνος θα είναι πάντα εκεί, στην Αλεξάνδρεια

μια φιλόξενη θύμηση, στη συντέλεια της θλίψης

απόδραση στο πέρα από την αιωνιότητα

στον καιρό της Αγάπης όρκος παμπάλαιος

αναγκάστηκα… να μεγαλώσω, ευτυχώς δίχως ενοχές.





Αύριο… εν’ ονόματι της Αγάπης

Ζωή Δικταίου



Κέρκυρα, Άνοιξη 2016






* H Ζωή Δικταίου γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Κρήτη, στον παραμυθένιο τόπο της Δίκτης, της Σελένας. Το Τζερμιάδο είναι το χωριό της. Εκεί έμαθε και τα πρώτα γράμματα. Δεν έγινε δασκάλα όπως ονειρευόταν όταν ήταν παιδί. Το σύμπαν, είχε άλλα σχέδια ανοίγοντας την πόρτα στην Τουριστική Εκπαίδευση. Ζει στην Κέρκυρα. Είναι παντρεμένη και τιμούν τη ζωή της δύο παιδιά. Καταθέτει πάντα με σεβασμό την ευγνωμοσύνη της στο φως και στο ταξίδι του, αυτό που δικαιώνει την αιωνιότητα και δικαιώνεται ταπεινά στη σιωπή, χωρίς θόρυβο, στο καθαρό βλέμμα και στο δάκρυ. Εργάζεται από το 1984 στις Επαγγελματικές Σχολές του Υπουργείου Τουρισμού. Συμμετείχε στη νεότητα της, σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς και είναι αλήθεια, έλαβε αρκετές διακρίσεις. Το πρώτο βιβλίο της από τις εκδόσεις Έψιλον, αφορά στην παιδική λογοτεχνία και έχει τίτλο « Ιστορίες για φεγγάρια ». Δισκογραφικά έχει συνεργαστεί με το Γιάννη Νικολάου και το Νίκο Ανδρουλάκη. Το δεύτερο βιβλίο της από τις εκδόσεις Φίλντισι, είναι μυθιστόρημα και τιτλοφορείται «Αύριο, νυχτώνει φθινόπωρο». Πιστεύει στην αγάπη. Τη γοητεύουν όλα τα κιτρινισμένα χαρτάκια της θύμησης όπως και τα ξεφτισμένα αποκόμματα από τις δαντέλες του παλιού καιρού. Της αρέσει η βροχή. Προτιμά τη μωβ ομπρέλα, μα έχει πάντα και μια κόκκινη για να μπορεί να πληγώνει τις άφεγγες νύχτες το σκοτάδι.

http://fractalart.gr/zoi-diktaiou/

Τετάρτη, 20 Ιουλίου 2016

δεντρολιβανιάς όλβια πετούμενα

Patricia-Ariel-illustration1

Όταν απομακρύναμε τις ριζιμιές πέτρες
Ανακαλύψαμε το άγαλμα της προϊστορικής θεάς
Τυλιγμένο στην αρχαία τέφρα της λήθης
Νυχτωθήκαμε σε σωρούς χωμάτων σκάβοντας ερμητικές στοές
Να σφραγίσουμε το μυστικό μας...

Δεν ξεχωρίζει η μέρα από την νύχτα
Αν απολησμονηθείς στου πάγου το ικρίωμα
Διαπλέκονται των ονείρων οι ιστοί
Σαν λιναριού υφάδι φτιαγμένο από χέρι μαστορικό
Σε τρελό μεθύσι πορεύεται της καρδιάς το μιτάτο
Χωρίς βραγιές και τέμνουσες να το υποτάσσουν
Κραδαίνοντας μόνο ένα πικρό στήμονα μονοκοτυλήδονου
Σε ύπνωση από άρωμα μέντας διακριτό
Πέφτει η δίδυμη λαγνεία του απλήρωτου έρωτα!

Όταν απομακρύναμε τις ριζιμιές πέτρες
Ανακαλύψαμε το άγαλμα της προϊστορικής θεάς
Τυλιγμένο στην αρχαία τέφρα της λήθης
Νυχτωθήκαμε σε σωρούς χωμάτων σκάβοντας ερμητικές στοές
Να σφραγίσουμε το μυστικό μας ...

Δεντρολιβανιάς όλβια πετούμενα
Δρασκελίζουν τη φιδοραφή της μάσκας
Τσιμπούν βδελυρά την χοάνη των ίσκιων
Εκεί που αποκοιμηθήκαμε φασκιωμένοι
Με μεταξιού φρεσκοπλυμένο σεντόνι
Απλωμένο στα ακίνητα πλευρά μας
Πνιγηρά έρχονταν της όστριας το πλοιάριο
Με τη βαριά σκανταλόπετρα στα ύφαλα
Να μας οδηγήσει στα άπατα βάθη με τους μυθικούς γεωμέτρες
Φύκια έζωναν τις σπηλιές που καταλύσαμε
Χωρίς θερμά ρεύματα να μας υφαρπάζουν τη θύμηση
Σε ύπνωση από άρωμα πελάγου διακριτό
Πέφτει η δίδυμη λαγνεία του απλήρωτου έρωτα!

Όταν απομακρύναμε τις ριζιμιές πέτρες
Ανακαλύψαμε το άγαλμα της προϊστορικής θεάς
Τυλιγμένο στην αρχαία τέφρα της λήθης
Νυχτωθήκαμε σε σωρούς χωμάτων σκάβοντας ερμητικές στοές
Να σφραγίσουμε το μυστικό μας...

ΠΕΡΙΠΟΥ


Παράταιρα πράγματα παίρνει στα χέρια του- μια πέτρα,
Ένα σπασμένο κεραμίδι, δυο καμένα σπίρτα,
Το σκουριασμένο καρφί στον απέναντι τοίχο,
Το φύλλο που μπήκε απ' το παράθυρο,
τις στάλες
Που πέφτουν απ' τις ποτισμένες γλάστρες,
τ' άχυρο εκείνο
Που' φερε χθες ο αέρας στα μαλλιά σου, -
τα παίρνει
Κι εκεί στην αυλή του χτίζει περίπου
ένα δέντρο.
Σ' αυτό το "περίπου" κάθεται η ποίηση.
Τη βλέπεις;

Τρίτη, 19 Ιουλίου 2016

θροϊζουν τα οικοδομήματα με τις θρυμματισμένες εσοχές






Προ κατακλυσμού σε συνάντησα
Τότε που οι σπόροι
Δεν είχαν ακόμα τοποθετηθεί στα ερμάρια
Της κιβωτού - καμπή νέα στα ασώρευτα πάθη μας
Κατακλυσμιαία τα σπίτια μας πρόσμεναν
Το δίκιο νόμο της πέτρας
Ρωτούσαν απορημένα
Για τις βουλές των θεών και των μαγίστρων
Φτελιές δεν υπήρχαν κοντά μας
Και η ψυχή του χώματος αμαρτωλή
Πόντους πολλούς πάνω από τη γη αναλήφθηκε
Γιατί άδικα της αποστέρησαν ένα βράδυ
Το αλέτρι
Τη σπορά
Το τσίγκινο φτυάρι
Για το παράχωμα των νεκρών
Μα πιότερο απ όλα το φιδίσιο ποτάμι
Που γλύκαινε τους λωτούς τις καμέλιες
Και τις αγριαψιθιές
Με την αχίλλεια φτέρνα προταγμένη
Που αμέτρητοι συρμοί μυρμηγκιών
Την αποχαρακτήρισαν ιδιοποιώντας την
Άτρωτα θέλοντας να μείνουν και αθάνατα
Απέναντι στων μικρόζωων τζιτζικιών
Τα τριμμένα κελύφη
Που αποθνήσκουν βουβά
Χωρίς της βιόλας τον ίσκιο συντροφιά
Ξεχειμωνιάζοντας κατάμονα και έρημα
Μέσα στα φθαρμένα καπέλα των υπαίθριων οργανοπαιχτών!

Κατακλυσμιαία τα σπίτια μας πρόσμεναν
Τη νηνεμία και το αχνογέλιο
Του επιλήσμονα φλοίσβου
Απαλά να τα εκπορθήσει
Σαν γαλέρες φτενές
Σε ιμάντες και λωρίδες γαλαζωπές
Πλάι στους βραχωμένους όρμους
Εκεί που τα παιδιά μας κυνηγούσαν αχινούς
Ροφούς και χταπόδια κάθε δείλι του Αυγούστου
Με μπαλκόνια αρμυρισμένα τα σπίτια μας
Από το υπόλευκο αλάτι των ύφαλων
Που σεβάσμιες γερόντισσες
Συνέλεγαν βουβές κάθε που έφτανε
Της παλίρροιας η μυστική αποστράγγιση
Στα εξασθενισμένα μάτια τους
Οι δείκτες στα ρολόγια απορυθμίζονταν
Την ώρα που η καρδιά πλησίαζε
Σχεδόν ευλαβικά της σελήνης
Την πολυπόθητη ελκτική δύναμη
Αστραπή και αίμα ζητούσε
Να διοχετεύσει στις φλέβες
Κι ερωτικά με χέρια λαμπαδιασμένα
Κερί ανάβοντας σεπτά
Στις ρίμες της Σαπφούς να αναβαπτιστεί!

Κατακλυσμιαία τα σπίτια μας πρόσμεναν
Την αναπότρεπτη ανατροπή της οργής
Ο ρους να ξαναχαραχτεί στη ψυχή των δοκαριών
Και με νερένια καρφιά να στεριώσει γερά
Το τοιχίο της κοσμικής ειμαρμένης
Έγερναν τα σπίτια απέλπιδα
Κι η ροή του παραπλήσιου ποταμού
Σταματούσε άδηλα στο πουθενά
Σαν να τον κατάπινε ολάκερο
Ένα απύθμενο βάραθρο
Δεν βρήκε κοίτη να διατρέξει τον στίβο του Άδη
Οι καλαμιώνες του θρηνούσαν
Θροΐζοντας λυπημένα
Είχαν συνάψει προ καιρού δεσμό αδελφοποιτό
Με τα σγουρά φύκια των ακτών...
Η εκβολή του ποταμού ένα χωμάτινο αλώνι στέρφο
Που έκοβαν βόλτες οι υποκύανοι γλάροι
Και τα ελεύθερα νερόφιδα
Που ουδέποτε φυλακίστηκαν στην καλαθούνα του αλιέα!

Το πανηγύρι του Αγιαννιού
Ποτέ δεν έλαβε χώρα στις πλατείες μας
Αιτία οι πέτρες
Που σε μια νύχτα μόνο χορτάριασαν πόνο
Σχήματα αποκτώντας ιερογλυφικά
Από τα ακρόνυχα των γλάρων
Αιτία οι πέτρες
Το σιβυλλικό τους λόγο
Ένας μόνο τον κατάλαβε
Εκείνος που κώφευε από παιδί
Στο άκουσμα του μαντολίνου
Στη ηχηρή σάλπιγγα της γιορτής
Και στη καταρρακτώδη πλημμυρίδα του βαράθρου
Αυτός ο μικρόσωμος μαντατοφόρος
Που αρέσκονταν να αποκολλά σφραγίδες
Από τα γράμματα της αγαπημένης του
Ορκιζόμενος Αιώνια Πίστη
Σε γραφή καθαγιασμένη
Κλεισμένη σε μποτίλια
Που ευλαβικά σε πελάγη ανοιχτά την έστελνε
Προκαλώντας κατακλυσμό
Στις ανυποψίαστες γοργόνες
Στις βυθισμένες πολιτείες
Και στα παραπλέοντα πλεούμενα
Των φτωχών ψαράδων
Το ποτάμι ποτέ δεν συνάντησε τη θάλασσα
Κι έμειναν τα σπίτια
Να κατοικούνται από τρελές ερωμένες
Με ολόγυμνα πέλματα
Ταγμένες σαν ιέρειες παρθενικές
Στα σπλάχνα τους μέσα να κυοφορήσουν χαρισάμενες
Τον όνειδο και τις ωδίνες της κατολίσθησης!

Προ κατακλυσμού σε συνάντησα.....

Κυριακή, 17 Ιουλίου 2016

Καταμεσής του Ιουλίου




==================
Τα λουλούδια
------------- που φύτευα ολημερίς
ανθίζουν μες στον ύπνο μου 
---------------------------- απόψε
Ανοίγουν
----- τα μεγάλα μάτια τους
--------- και ψάχνουν στις σκιές μου
Αχ! αυτές οι μυρουδιές
----- που τραγουδούν τα γιασεμιά
---------- χαϊδεύουν τα όνειρά μου
Αχ! αυτές οι γυναίκες
--------- με τ’ αλαβάστρινα στήθη
χορεύουν ολονυχτίς
------ στα ξέφωτα του ύπνου μου
Όταν κάτω απ’ τ’ άστρα
-------- στα καπούλια των ανέμων
καλπάζουν πολύχρωμες νεράιδες,
ξαπλώνουν οι πόθοι
---------- στο μπαμπάκι τ’ ουρανού
και μυθεύουν όνειρα απατηλά.
Τότε εγώ μηρυκάζω ονειρόψωμο
ορέγομαι θαλάσσιες αύρες
--------------------------- και ταξίδια
------- στις γραμμές των οριζόντων
Ολονυχτίς απόψε,
------------- καταμεσής του Ιουλίου
------- κόβω τις φλέβες τ’ ουρανού
να κολυμπάει ο γλάρος
---------- στις ματωμένες θάλασσες
Ολονυχτίς απόψε,
------------- καταμεσής του Ιουλίου
στον αμνιακό μου σάκο, εμβρυακός
----------------------- παραληρώ ζωή


Γιάννης Ποταμιάνος

Παρασκευή, 15 Ιουλίου 2016

να πλυθώ με νερό και σκοτάδι

να πλυθώ με νερό και σκοτάδι
έφευγε ήσυχα
αφήνοντας πίσω του μισάνοιχτη την πόρτα
και το πόμολο ζεστό
απ τις ρωγμές των τοίχων
πέτρες ψιθύριζαν προσευχές
ο ενσαρκωμένος χρόνος σε αρπάζει
και σε πετάει πίσω απ το παράθυρο
του έρωτα
στην ασύνορη άκρη της αγάπης
εκεί
ο φόβος της εγκατάλειψης
έχει την ησυχία του βλέμματος
που έχει τινάξει πριν τη λάσπη του
στον τοίχο
σιωπές στρώνει τώρα
το ανεξάντλητο
απαντήσεις σε ερωτήσεις βουβές
παγίδες χορτασμένων από την απώλεια
εντόμων και την αλαζονεία του θύματος
που θρηνεί
τον εαυτό του
παγίδες
που μόνο το απέραντο ξεπλένει
με νερό και σκοτάδι

Άννα Γρίβα, Ποιήματα




1.Ο άλλος κόσμος
Της λέγανε πως η μαμά της πήγε στον ουρανό
ο θεός τη φροντίζει και της δίνει μέλι
και στα μαλλιά της ανθίζουν λουλούδια

στα σαράντα την πήρανε μαζί τους
το συμφωνήσαν να μην κλαίνε
και να μιλούν για το μέλι
και τον ουρανό
που είναι μεγάλος και όμορφος
γεμάτος περιπάτους και πορτοκαλιές

μα εκείνη δεν άκουγε τίποτα
χαρούμενη δεν ήταν ούτε και λυπημένη
κοιτούσε από μακριά μια κηδεία
γυναίκες ακουμπισμένες στον τοίχο
να θρηνούν
ένας γόος που έσκιζε το αυτί της
ενώ εκείνη έπαιζε μήλα ανάμεσα στους τάφους
με μια μπάλα φανταστική
που την κλοτσούσε ως τα σύννεφα

κι ύστερα ανάβουν το καντήλι της μαμάς
και φεύγουν

σκεφτόταν πως είναι δύσκολο
να ανάψεις το καντήλι:
λάδι νερό φιτίλι
σπίρτα νερό φωτιά
ποτήρι διάφανο
κρυστάλλινη αντανάκλαση
στον πάτο
κι ένας μενεξές τα πέταλά του στο λαδάκι

ανάλαφρα
οι πεταλούδες πετούσαν πάνω απ΄τα φέρετρα
όπως αγγίζουν τα μάτια των ανθών
ο ψίθυρός τους ήταν στα φτερά
μια τριβή από ξύλο
που δυναμώνει
και δυναμώνει…

*


***

2.Στα γάργαρα νερά

Ο τοίχος είναι λευκός
αν κάνεις ένα σάλτο
μπαίνεις στο τίποτα

απ΄το πρωί μαζεύω φύλλα
και τα κολλάω με σάλιο
πάνω στον τοίχο
δίπλα δίπλα αγαπιούνται
έτσι νομίζω θα κλείσω το τίποτα

το βράδυ θα βάλω μέσα το κεφάλι μου
κι απ΄την άλλη πλευρά
θα ακούω μια μουσική

τα φύλλα πάντα ξεκολλούν
ο αντίλαλος της πτώσης τους
είναι το νήμα που κρατά
τα πόδια μου στο σπίτι
ενώ ένα σμήνος ψαριών
περνά από μέσα μου
προς τα γάργαρα νερά
της άλλης όχθης.

*



***

3.Επιβάτες

Βαδίζοντας νύχτα τη λεωφόρο
τα μάτια μου πονούσαν από ένα φως παράξενο
σε μια γωνιά ξεπρόβαλε ο παππούς μου
νεκρός εδώ και χρόνια
και σε ένα δέντρο είδα το γιο μου να καρπίζει
αγέννητο από αιώνες
ίσως ο χρόνος να με έπαιζε
σε τράπουλες προσώπων που δεν θα ξαναδώ

ξάφνου ένα αυτοκίνητο σταμάτησε
στις άκρες των ποδιών μου:
ανοίγει η πόρτα με αρπάζει
και τρέχει πάλι προς το άγνωστο

κάθε νύχτα σταματάμε
και κλέβουμε άλλον ένα.

*


***

4.Προσευχή

Στρόφιγγες μαύρες των ωκεανών
το ψάρι σας είμαι
κολύμπι κολύμπι
θα βρω τις πηγές σας
μη με εξορίζετε στο φως
σκοτάδι θέλω
σκοτάδι λαχταρώ
εκεί θα λάμψει το προαιώνιο κύτταρό μου
εκεί θα πάψω πια να βλέπω το φεγγάρι
αυτό το σαράκι της νύχτας.

*


***

5.Τυφλοπόντικας
Τρυπώνω βαθιά
στις ρίζες των δέντρων
κι ακούω το φλοίσβο
υπόγειων κόσμων

η ιστορία του ανθρώπου
κρέμεται από τη σκαπάνη μου

τις σκοτεινές νύχτες
βρίσκω τη μάνα του Οδυσσέα
να του πλέκει ζακετάκια
μήπως ξανάρθει
«κάνει κρύο εδώ κάτω»
μου γνέφει και γελά
«δεν είναι τόπος για επιζώντες»

πώς να της πω
ότι έχει νήμα αόρατο
που οι κόμποι του δε δένουν
παρά σε κάθε βελονιά
ξηλώνονται αθόρυβα
τα σεντονάκια της αυγής

δε θα της πω:
οι ποντικοί στο στόμα μας τους
δεν πιάνουν τα αιώνια
μόνο σκάβουν.

*

***

6.Και πάλι διψάει

Η ψυχή έχει ένα έρεβος
μεγάλο σαν ελέφαντα
εκατό χρόνια να το ποτίζεις
πάλι διψάει

εγώ – σου λέει- μεγάλωσα
τα τέκνα μου με ιδρώτα
σαν φίδια τα μεγάλωσα
στα κακοτράχαλα της γλώσσας
και στους γκρεμούς φιλιών
εγώ με αίμα έπλενα
όλα τα βρώμικα της μέρας
κι έγινε η πλάτη μου νεώριο
των διαλυμένων καραβιών σας
εγώ τρυγώ τη σταφυλή
ρίχνοντας δάκρυα στο κύμα
και τραγουδώ τους μεθυσμένους
μελλοθανάτους ναύτες

η ψυχή έχει ένα έρεβος
μεγάλο σαν ελέφαντα
εκατό χρόνια να το ποτίζεις
πάλι διψάει.

*



***

7. Λέξεις
Εμένα ο άγγελός μου
περνά από χαραμάδες
το πνεύμα του λειαίνεται
για να γλιστρά αθόρυβα
και οι φτερούγες τους μαζεύουν
στη ρίζα του λαιμού

για λίγο κάθεται στα πόδια μου
κι ανιστορεί το πέταγμά του
πάνω από πόλεις και γκρεμούς
του δίνω σπόρους να χορτάσει
και ξεδιψά νερό απ΄τα χέρια μου

εμένα ο άγγελός μου
ποτέ δεν έφερε ειδήσεις
ούτε καπνό απ΄τον άλλο κόσμο
ποτέ δεν μου είπε για θεό
ούτε για αδέρφια αρχαγγέλους
μονάχα με ρωτά πώς είναι να΄χεις σώμα
πώς η αγάπη ξεδιπλώνεται μέσα από φιλιά
πότε η μνήμη φέρνει πόνο
και πώς της δραπετεύεις

μα προπαντός ρωτά αν χάνονται
οι λέξεις στον αέρα
ή αν γίνονται άγγελοι
ώσπου να βρουν το στόχο τους.

*


****************************************************************



Η Άννα Γρίβα γεννήθηκε το 1985 στην Αθήνα. Σπούδασε Ελληνική Φιλολογία στην Αθήνα και Ιστορία της Λογοτεχνίας στη Ρώμη. Έχει εκδώσει τρεις ποιητικές συλλογές. Ποιήματα, μεταφράσεις και δοκίμιά της δημοσιεύει σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά.

Πέμπτη, 14 Ιουλίου 2016

πορεία






Στις χαράδρες που ζουν
Τ' αδέσποτα κοτσύφια κι οι έφιπποι πολεμιστές
Υπάρχει ένα κρυφό πέρασμα
Ένα φιδωτό μονοπάτι
Που βγάζει ίσα σ' ένα παρθένο δάσος
Δάσος του αιώνιου σφένδαμου
Της πικρής κουμαριάς και της ταπεινής νύμφης
Με φύλλα ζωηρόχρωμα
Ρίζες παλλόμενες
Άγραφους κορμούς
Και με άγνωστα φτερωτά ζωύφια
Που κυριαρχούν ολούθε
Σαν αέρινοι παλμοί ερωτικοί που τυλίγουν το βήμα
Εκεί μου είπαν πως μένεις
Σ' ένα βραχώδες λημέρι
Παρέα με ένα λαβωμένο ελάφι
Κι ένα ζευγάρι σκίουρων
Με ξεδιπλωμένα τα όνειρα
Ίδιος ιερουργός πριν τη μεγάλη πορεία στο άκαμπτο "φεύγω"

Έψαξα σε χάρτες
Σοφούς συμβουλεύτηκα
Έδεσα μαντήλι τη θλίψη
Κοντά σου να σταθώ
Κρυφά να μηρυκάζω της μνήμης σου το απόστημα
Καθρέφτες να σου φέρνω
Να μην ξεχνάς τα φεγγάρια
Να μην απαρνιέσαι τα μικρά εδώλια των θεών
Κι ένα αραχνοΰφαντο κιλίμι
Από τα υψίπεδα της πατρίδας σου
Σαν αποσταίνεις εκεί να ακουμπάς τα γόνατα
Τις ακίδες σου και τα παράπονά σου
Άγουροι να μη μείνουν καρποί σε δέντρο ξερό
Για μένα να ζεις
Τη θάλασσα να εμπιστεύεσαι
Στο κύμα να στέλνεις μηνύματα
Κι εκείνο το ακριβό "σ' αγαπώ"
Στους χιτώνες των μαινάδων
Σαν πέπλο να το κρεμάς
Κι εγώ θα σε θωρώ κατάματα
Κι εγώ θα σε θέλω λατρευτικά
Κι εγώ θα σε καλώ συστολικά
Κι αν κάποτε αργοπορήσω
Θα είναι γιατί θα σου ετοιμάζω
Τα πέτρινα πιθάρια που τόσο αγαπούσες
Της μούσας τα μιλήματα που σε άγγιζαν
Τις άναστρες νύχτες εκεί να κλείνεις

Γιατί μόνα σαν τα άφησες τα νερά μου
Λίμνασαν και ξεχνούν
Κόπηκαν οι ιστοί και τα ρεύματα σίγησαν
Θα βρω το μονοπάτι που σε πήρε
Στο αδράχτι μου θα δέσω κορδέλες
Μια κόκκινη του αίματος να σε φωνάζει
Μια κίτρινη της ομίχλης να σε ξακρίνει
Και μια γαλάζια να ψηλαφίζει τα ίχνη σου
Που άγνωρα μείναν
Για μένα μόνο να ζεις
Σε μένα να κλείνεσαι
Ωραίο όστρακο που στη σχισμή του βράχου
Μοναχικά θα μου γράφει ποιήματα
Μαζί να πλέουμε στο γαλάζιο
Στου ύπνου το αβαθές στερέωμα
Ένας κρυφός ανασασμός δικός μας ζωή να πάλλει

Στο ακριβό "σ' αγαπώ" σου που τόσο μου λείπει

http://gialeni.blogspot.gr/

Κυριακή, 10 Ιουλίου 2016

Θαλερό




Φλογάτη, γελαστή, ζεστή, από τ' αμπέλια απάνωθεν
εκοίταγε η σελήνη·
κι ακόμα ο ήλιος πύρωνε τα θάμνα, βασιλεύοντας
μες σε διπλή γαλήνη.

Bαριά τα χόρτα, ιδρώνανε στην αψηλήν απανεμιά
το θυμωμένο γάλα,
κι από τα κλήματα τα νια, που της πλαγιάς ανέβαιναν
μακριά-πλατιά τη σκάλα,

σουρίζανε οι αμπελουργοί φτερίζοντας, εσειόντανε
στον όχτο οι καλογιάννοι,
κι άπλων' απάνω στο φεγγάρι η ζέστα αραχνοΰφαντο
κεφαλοπάνι...

Στο σύρμα, μες στο γέννημα, μονάχα τρία καματερά,
τό 'να από τ' άλλο πίσω,
την κρεμαστή τους τραχηλιά κουνώντας, τον ανήφορο
ξεκόβαν το βουνίσο.

Σκυφτό, τη γης μυρίζοντας, και το λιγνό λαγωνικό,
με γρήγορα ποδάρια,
στου δειλινού τη σιγαλιά βράχο το βράχο επήδαγε
ζητώντας μου τα χνάρια.

Kαι κάτου απ' την κληματαριά την άγουρη μ' επρόσμενε,
στο ξάγναντο το σπίτι,
σωστό τραπέζι πόφεγγε, λυχνάρι ομπρός του κρεμαστό,
το φως του Aποσπερίτη...

Eκεί κερήθρα μόφερε, ψωμί σταρένιο, κρύο νερό
η αρχοντοθυγατέρα,
οπού 'χε από τη δύναμη στον πετρωτό της το λαιμό
χαράκι ως περιστέρα·

που η όψη της, σαν της βραδιάς το λάμπο, έδειχνε διάφωτη
της παρθενιάς τη φλόγα,
κι απ' τη σφιχτή της ντυμασιά, στα στήθια της τ' αμάλαγα,
χώριζ' ολόρτη η ρώγα·

που ομπρός από το μέτωπο σε δυο πλεξούδες τα μαλλιά
πλεμένα είχε σηκώσει,
σαν τα σκοινιά του καραβιού, που δε θα μπόρει' η φούχτα μου
ναν της τα χερακώσει.

Λαχανιασμένος στάθη εκεί κι ο σκύλος π' αγανάχτησε
στα ορτά τα μονοπάτια,
κι ασάλευτος στα μπροστινά, με κοίταγε, προσμένοντας,
μια σφήνα μες στα μάτια.

Eκεί τ' αηδόνια ως άκουγα, τριγύρα μου, και τους καρπούς
γευόμουν απ' το δίσκο,
είχα τη γέψη του σταριού, του τραγουδιού και του μελιού
βαθιά στον ουρανίσκο...

Σα σε κυβέρτι γυάλινο μέσα μου σάλευε η ψυχή,
πασίχαρο μελίσσι,
που όλο κρυφά πληθαίνοντας γυρεύει σμάρια ωσάν τσαμπιά
στα δέντρα ν' αμολήσει.

Kι ένιωθα κρούσταλλο τη γη στα πόδια μου αποκάτωθε
και διάφανο το χώμα
γιατί πλατάνια τριέτικα τριγύρα μου υψωνόντανε
μ' αδρό, γαλήνιο σώμα.

Eκεί μ' ανοίξαν το παλιό κρασί, που πλέριο ευώδισε
μες στην ιδρένια στάμνα,
σαν τη βουνίσια μυρουδιά, σύντας βαρεί κατάψυχρη
νύχτια δροσιά τα θάμνα...

Φλογάτη, γελαστή, ζεστή, εκεί η καρδιά μου δέχτηκε
ν' αναπαυτεί λιγάκι
πά' σε σεντόνια ευωδερά από βότανα, και γαλανά
στη βάψη από λουλάκι...



(από τον Λυρικό Βίο, B΄, Ίκαρος 1968)

http://www.snhell.gr/anthology/content.asp?id=244&author_id=45




Τετάρτη, 6 Ιουλίου 2016

ΠΟΤΕ ΑΛΛΗ ΕΚΤΟΣ ΑΠΟ ΣΕΝΑ



Ποτέ άλλη εκτός από σένα παρόλα τα άστρα και τις μοναξιές
Παρόλα τα κομμένα δέντρα και το πέσιμο της νύχτας
Ποτέ άλλη εκτός από σένα δε θ’ ακολουθήσει το δρόμο της που είναι ο δικός μου
Όσο απομακρύνεσαι τόσο η σκιά σου μεγαλώνει
Ποτέ άλλη εκτός από σένα δε θα χαιρετήσει τη θάλασσα την αυγή όταν εγώ κουρασμένος απ’ την περιπλάνηση βγαίνω από τα σκοτεινά δάση κι από τα βάτα των τσουκνίδων και βαδίζω προς τους αφρούς των κυμάτων
Ποτέ άλλη εκτός από σένα δε θα ακουμπήσει το χέρι της πάνω στο μέτωπό μου και στα μάτια μου
Ποτέ άλλη εκτός από σένα και αρνιέμαι το ψέμα και την απιστία
Αυτό το καράβι με την άγκυρα μπορείς να κόψεις τους κάβους του
Ποτέ άλλη εκτός από σένα
Ο φυλακισμένος αετός μέσα σε ένα κλουβί ροκανίζει σιγανά τα χάλκινα πλέγματα και τα δοκάρια
Τι απόδραση !
Είναι η Κυριακή που την μάρκαρε το τραγούδι των αηδονιών μέσα στα δάσος με το πράσινο τρυφερό χρώμα η στεναχώρια των μικρών κοριτσιών μπροστά στην παρουσία ενός κλουβιού που μέσα του πηδά ένα καναρίνι την ώρα που στο μοναχικό δρόμο ο ήλιος αργά μετακινεί τη λεπτή γραμμή του πάνω στο ζεστό πεζοδρόμιο
Θα περάσουμε και άλλες γραμμές
Ποτέ ποτέ άλλη εκτός από σένα
Κι εγώ μόνος μόνος μόνος όπως ο μαραμένος κισσός των κήπων των προαστίων μόνος όπως το ποτήρι
Κι εσύ ποτέ άλλη εκτός από σένα.
Μτφρ.: Κώστας Ριτσώνης

Κυριακή, 3 Ιουλίου 2016

Κωνσταντίνος Μάντης: Νίκος Καρούζος «Οι άνθρωποι των επιρρημάτων»


mantis4.7.16
fav_separator
Όταν αγγίζω
τη χειρότερη σιγή
που δεν μπορώ με τίποτα
να τη συνδέσω
καθώς απλώνει γύρω η αβεβαιότητα
σαν το νερό στο πάτωμα
τρέχοντας απ’ τη ραγισμένη στάμνα
σκέφτομαι πόσο αδικήσαμε
τους ήχους όλων των πρωτογόνων.
Όμως
είναι καλύτερη κ’ η πιο νωθρή σιγή
κ’ η πιο τυφλή μας γεύση
χαρούμενη σελέστα∙
είναι πολύ προτιμότερο
το χάζεμα των λεωφορείων
η αγάπη των διαβάσεων
από πράσινο σε πράσινο –
μικρό μυθιστόρημα των βημάτων –
ανάμεσα σε ολόιδιες εξελίξεις
όπως ο ήλιος γίνεται
λαμπρή μεγάλη αδιαφορία
ή θα ‘λεγα συναχωμένος κούρος,
είναι πολύ προτιμότερο
το χάζεμα των αυτοκινήτων
από κάθε
θλιβερή βλάστηση
στο αυτάρεσκο τοπίο της γλώσσας
μ’ ένα φρικώδη χείμαρρο συντακτικού
μ’ ένα αιματωμένο ξύρισμα
για ν’ αγοράζουμε μισοτιμής
το σεβασμό των άλλων
με τα «σαφώς»,
«εντέλει»
και «σαφέστατα»
των πάσης φύσεως δικηγόρων.
Αν δεν πεθαίνει κάτι – είν’ η μοναξιά μας.
ΟΝίκος Καρούζος καταγράφει στο ποίημά του «Οι άνθρωποι των επιρρημάτων» μια επίκαιρα αρνητική πτυχή του σύγχρονου πολιτισμού, μια δυσάρεστη αντινομία∙ η γλώσσα αντί να χρησιμοποιείται για να εκφράσει με ειλικρίνεια την άγνοια και τις αβεβαιότητές μας μπροστά στο δύσκολο γεγονός της ύπαρξης, γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης από μωρόσοφους ανθρώπους που σκορπίζουν προς κάθε μεριά απόλυτες απόψεις, φανατισμό και μισαλλοδοξία. Τη στιγμή που κάθε σκεπτόμενος άνθρωπος θα δίσταζε να διατυπώσει έστω και μια φράση με πλήρη βεβαιότητα, υπάρχουν εκείνοι οι ημιμαθείς, μα αλαζόνες άνθρωποι που σπεύδουν να στηρίξουν κάθε τους ανοησία με τα πιο ισχυρά επιρρήματα βεβαίωσης.
Όταν αγγίζω
τη χειρότερη σιγή
που δεν μπορώ με τίποτα
να τη συνδέσω
καθώς απλώνει γύρω η αβεβαιότητα
σαν το νερό στο πάτωμα
τρέχοντας απ’ τη ραγισμένη στάμνα
σκέφτομαι πόσο αδικήσαμε
τους ήχους όλων των πρωτογόνων.
Ο ποιητής φτάνει στη διαπίστωση πως οι ήχοι των πρωτόγονων ανθρώπων, οι άναρθρες εκείνες κραυγές που αποσκοπούσαν στο να εκφράσουν τα πιο βασικά συναισθήματα και τις πιο βασικές ανάγκες του ατόμου, έχουν αδίκως υποτιμηθεί από τους σύγχρονους ανθρώπους της πολύπλευρης γλωσσικής επικοινωνίας. Διαπίστωση που προκύπτει, σχεδόν βιαίως, όταν ο ίδιος έρχεται αντιμέτωπος με τη χειρότερη σιγή που έχει γνωρίσει ποτέ∙ με μια σιωπή απόλυτη, που φανερώνει την πλήρη αδυναμία του να προσδιορίσει ή να ονοματίσει τα συναισθήματά του και να κατανοήσει τι είναι αυτό που αισθάνεται και του προκαλεί τόση οδύνη. Ο ποιητής κατακλύζεται από ένα έντονο αίσθημα αβεβαιότητας που μοιάζει να απλώνεται ολοένα και περισσότερο γύρω του, όπως απλώνεται το νερό που τρέχει από μια σπασμένη στάμνα στο πάτωμα.
Η αβεβαιότητα αυτή που τον κυκλώνει δεν του επιτρέπει να οδηγηθεί σε κάποιο ουσιαστικό συμπέρασμα, κάνοντάς τον έτσι να σκεφτεί πως θα του ήταν ίσως πιο εύκολο να εκφραστεί με μια άναρθρη κραυγή, όπως οι πρωτόγονοι άνθρωποι, βρίσκοντας, αν όχι τη δυνατότητα της έκφρασης, τουλάχιστον τη δυνατότητα να εκτονώσει το απροσδιόριστο και επώδυνο αυτό συναίσθημα.
H γλώσσα που επιτρέπει θεωρητικά την πληρέστερη δυνατή έκφραση των συναισθημάτων, τείνει να λειτουργεί τελικά ως μέσο απομάκρυνσης από τον βαθύτερο πυρήνα της ανθρώπινης υπόστασης, εφόσον επιτρέπει την αποφυγή μιας ξεκάθαρης αποτύπωσης των πλέων ουσιωδών ανησυχιών και επιθυμιών του ατόμου. Έχουμε τις κατάλληλες λέξεις για όλα, μα δεν έχουμε καμία διάθεση ή πρόθεση να μιλήσουμε για εκείνα που συγκλονίζουν πραγματικά την ψυχή μας. Μπορούμε να μιλήσουμε για όνειρα κι επιδιώξεις, αρνούμαστε όμως να δώσουμε φωνή σε όσα μας φοβίζουν, μας αναστατώνουν ή μας συγκινούν πιο βαθιά απ’ όλα∙ αρνούμαστε να δώσουμε φωνή σε όσα διαμορφώνουν εν τέλει, έστω και ασυνείδητα, τις πιο ιδιαίτερες ποιότητες και ιδιοτροπίες του χαρακτήρα μας.
Όμως
είναι καλύτερη κ’ η πιο νωθρή σιγή
κ’ η πιο τυφλή μας γεύση
χαρούμενη σελέστα∙
Εντούτοις, έστω κι αν κάποιες φορές οι άνθρωποι αναγκάζονται να σιωπούν, αφού δεν μπορούν ή δεν έχουν τη διάθεση να εκφράσουν αυτό που αισθάνονται, η σιγή τους αυτή είναι προτιμότερη από τις υποτιθέμενες βεβαιότητες όσων επιδιώκουν με κάθε τρόπο να αποσπάσουν το σεβασμό των άλλων. Προχωρά, λοιπόν, ο ποιητής σε μια σειρά συγκρίσεων, προκειμένου να τονίσει πως η σιγή είναι κατά πολύ προτιμότερη από την κενότητα που διακρίνει τα λόγια των ανθρώπων εκείνων που η μόνη τους έγνοια είναι το πώς θα εντυπωσιάσουν στους άλλους, με το να εμφανίζονται πάντοτε βέβαιοι για όλα.
Έτσι, ακόμη κι η σιγή που προκύπτει από τη μεγαλύτερη διάθεση νωθρότητας -από την πλήρη απροθυμία επικοινωνίας- είναι καλύτερη από τα λόγια εκείνων∙ όπως προτιμότερη είναι, άλλωστε, κι η «πιο τυφλή μας γεύση»∙ ακόμη κι η βαθύτερη βίωση της αβεβαιότητας που μας δημιουργεί την αίσθηση πως δοκιμάζουμε τον κόσμο στα τυφλά, μοιάζει να παράγει μια εξαίσια μουσική, σαν ν’ ακούγεται το ουράνιο όργανο, η σελέστα, σε σύγκριση με την ανοησία και την κενότητα που έχουν τα λόγια των ανθρώπων με τις πολλές βεβαιότητες.
είναι πολύ προτιμότερο
το χάζεμα των λεωφορείων
η αγάπη των διαβάσεων
από πράσινο σε πράσινο –
μικρό μυθιστόρημα των βημάτων –
ανάμεσα σε ολόιδιες εξελίξεις
όπως ο ήλιος γίνεται
λαμπρή μεγάλη αδιαφορία
ή θα ‘λεγα συναχωμένος κούρος,
Είναι πολύ προτιμότερο να περνά κανείς την ώρα του σιωπηλός, χαζεύοντας απλώς τα λεωφορεία ή κοιτάζοντας τους πεζούς να περνούν τη διάβαση κάθε φορά που ανάβει γι’ αυτούς το πράσινο φανάρι, αφού μέσα από την απλή αυτή παρατήρηση έρχεται σ’ επαφή μ’ ένα ολοζώντανο μυθιστόρημα, με μια ιστορία που γράφεται από τα βήματα των βιαστικών περαστικών. Σ’ ένα πλαίσιο που επαναλαμβάνεται συνεχώς, μοιάζει να δημιουργείται μια ιδιότυπη ιστορία, που δεν έχει ανάγκη τις λέξεις για να γραφτεί∙ δίνεται έτοιμη στη σκέψη του παρατηρητή, απαλλάσσοντάς τον από την ανάγκη του λόγου.
Μια αέναη επανάληψη παρόμοιων γεγονότων που καταλήγουν, ωστόσο, μετά από λίγο να περνούν δίχως νόημα μπροστά απ’ τα μάτια του παρατηρητή, όπως ο ήλιος τρέπεται με τη μόνιμη παρουσία του σε μια λαμπρή αδιαφορία ή καλύτερα σ’ ένα άγαλμα που φτιάχτηκε εξαρχής με μια έκφραση δυσφορίας -όπως άλλωστε και καθετί το ανθρώπινο, που μέσα στην ομορφιά του εμπεριέχει πάντοτε και μια αίσθηση ενόχλησης ή δυσαρέσκειας.
είναι πολύ προτιμότερο
το χάζεμα των αυτοκινήτων
από κάθε
θλιβερή βλάστηση
στο αυτάρεσκο τοπίο της γλώσσας
μ’ ένα φρικώδη χείμαρρο συντακτικού
μ’ ένα αιματωμένο ξύρισμα
για ν’ αγοράζουμε μισοτιμής
το σεβασμό των άλλων
με τα «σαφώς»,
«εντέλει»
και «σαφέστατα»
των πάσης φύσεως δικηγόρων.
Είναι, σε κάθε περίπτωση, πολύ προτιμότερο να χαζεύει κανείς τα αυτοκίνητα που περνούν, παρά να δίνει προσοχή στη θλιβερή βλάστηση του αυτάρεσκου τοπίου της γλώσσας, όπου κενόδοξοι άνθρωποι, χρησιμοποιώντας κάθε πιθανή δυνατότητα του συντακτικού και ματώνοντας τις έννοιες των λέξεων προκειμένου να τις προσαρμόσουν στην περιορισμένη τους αντίληψη, πασχίζουν να κερδίσουν έστω και μισοτιμής τον σεβασμό των άλλων, μοιράζοντας παντού βεβαιότητες με τα επιρρήματα εκείνα που τόσο συνηθίζονται στη δικηγορίστικη γλώσσα της άγνοιας και της ημιμάθειας.
Είναι προτιμότερο να μένει κανείς στη σιγή παρά να έρχεται σ’ επαφή με τα σοφίσματα και τις απόλυτες διατυπώσεις ανθρώπων που δεν έχουν να προσφέρουν τίποτε το ουσιαστικό, αλλά διψούν για την αναγνώριση και τις επευφημίες των άλλων. Είναι προτιμότερο να έρχεσαι αντιμέτωπος με την οδύνη της αβεβαιότητας, παρά να συναναστρέφεσαι με ανθρώπους που νομίζουν πως τα γνωρίζουν όλα κι είναι έτοιμοι να εκφράσουν την κάθε τους ανοησία με τρόπο όσο πιο απόλυτο μπορούν.
Η αντίδραση του Καρούζου απέναντι στα βεβαιωτικά επιρρήματα που χρησιμοποιούν κατά κόρον οι ματαιόδοξοι δοκησίσοφοι, μας φέρνει στη σκέψη μια παρόμοια αντίδραση που εκφράζει ο Ανδρέας Εμπειρίκος στο ποίημά του «Τα Ρήματα» σχετικά με τη χρήση των επιθέτων που έρχονται να ωραιοποιήσουν καταστάσεις προκειμένου να αποκρύψουν την έλλειψη πραγματικής δράσης και αποτελεσματικής ενέργειας: «Όταν το ρήμα εκτοπίζεται και άρχουν παντού τα επίθετα, θετά παιδιά της συμμορφώσεως και του διακοσμημένου ψεύδους, τέλματα εκτείνονται εκεί όπου ο σπόρος έπιπτε ως σπέρμα».
Αν δεν πεθαίνει κάτι – είν’ η μοναξιά μας.
Ο Καρούζος θέλοντας να εκφράσει την απογοήτευση που του προκαλεί η επίγνωση πως θα συνεχίσουν να υπάρχουν πάντοτε άνθρωποι έτοιμοι να εκμεταλλευτούν τις δυνατότητες του λόγου μόνο και μόνο για να διεκδικήσουν με το ανούσιο των συλλογισμών τους την προσοχή των άλλων, προχωρά σε μια πικρή διαπίστωση∙ αν κάτι δεν πεθαίνει τελικά, αυτό είναι η μοναξιά μας. Ο ποιητής αισθάνεται πως το μόνο βέβαιο στη ζωή είναι η διαρκής και ακατάπαυστη μοναξιά, αφού οι άνθρωποι έχουν χάσει τη γνησιότητά τους κι έχουν πάψει να ενδιαφέρονται για την αληθινή μεταξύ τους επαφή. Προτιμούν να καταφύγουν σε λογύδρια ανώφελου εντυπωσιασμού, επιδεικνύοντας τάχα την ανωτερότητά τους, παρά να δείξουν την αβεβαιότητα, την ανασφάλεια και τη φτώχεια της αλήθειας τους.
[Νίκος Καρούζος, Λευκοπλάστης για μικρές και μεγάλες αντινομίες, 1971]
*
http://staxtes.com/2003/?p=9514