Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Σάββατο, 6 Φεβρουαρίου 2016

Ὁ Βαθὺς Λόγος




K᾿ ἕνας ἀπ᾿ ὅλους μοῦ ἔφεξε
κι ἀκόμα φέγγει λόγος. Καὶ ἡ ψυχή μου
στὴν πλάση μέσα τὸν ἀλήθεψε -
καί, νὰ μπεῖ
στὸ νόημα σύγκορμη καὶ πρίν, ἀκέρια ἐστάθη.

Ὡς ἕνα στύλο ἕνας σεισμός,
τὴ ζύγιασε, τὴν ἔστησε,
σὰν κυπαρίσσι ρίζες ἄδραξε ἀπ᾿ τὰ βάθη.

K᾿ ἦταν ὁ λόγος τοῦ Ὀδυσσέα
στοῦ τραγῳδοῦ τὸ νοῦ,
ποὺ τρίσβαθα
τοῦ ραψῳδοῦ τοῦ ἐμίλει ἡ ἁρμονία
μπρὸς στὸ γιγάντειο πόνο τοῦ Αἴαντα
καὶ τὴν ἱερὴ μανία.

Καὶ πιὸ μεστά,
σὰ νὰ μοῦ ἀλάφρωνε
φλέβα νεροῦ ἀγερόλαμπρου
τὴ δέντρινη κορμοστασιά μου,
ἀνέβηκε ἄδιψα,
ἀλαφρά, τὴ φυλλωσιά μου·
μ᾿ ἔθρεψε τὸ ἀλαφρὸ νερὸ
καὶ τὸ ἀλαφρὸ τὸ χῶμα,
καὶ ἴσια
ἡ Βούλησή μου ἀπάνω ὑψώθηκε,
σὰν τὰ μεστά, τὰ ἐφτάψηλα,
μὲ τὰ κυπαρισσόμηλα
γεμάτα κυπαρίσσια!

«Εἴδωλα εἴμαστε καὶ ἴσκιοι.»
Τὸ λόγο ποὺ ἀχνίζει τὴν πράξη,
γιὰ νύχτες, γιὰ μέρες,
ψηλὰ στὰ βουνά,
ὅπου ἀπάτητοι δρόμοι,
στὸν βαθιὸν ἐλαιώνα
ποῦ οἱ ἄγραφοι νόμοι
πάντα ἀστράφταν μπροστά μου,
τὸν ἔφερα. Ἡ τρίσβαθη γνώμη
τώρα ἀντρίζει βαθιὰ τὰ ἥπατά μου.

Ἀνέβηκα - φίλος
ἀνήφορων - ὄλες
τὶς κορφὲς ποὺ ἀγναντεύουν τὰ πέλαγα,
γαληνὴ ἄγγιξε ὅλα ἡ ὁρμή μου:
τὸ γεράκι ποὺ ἐπέρνα,
τὸ σύννεφο στὸν ἀγέρα,
τὸ διάστημα
ποὺ εἶχε ζώσει βαθιὰ τὸ κορμί μου.
Πόσο φῶς ἐποτίστηκεν
ἡ κρυφὴ δύναμή μου!

Καὶ - ὄχι καύχημα ἀνίερο -
σὲ πηγὲς δαφνοσκέπαστες
ἤπια ἐγώ, καὶ στὴ στέρνα.
Τὴ ματιὰ καὶ τὴ ράχη μου
λαιμὸς βέβαιος
καὶ βέβαιο
τὸ ποδάρι ἐκυβέρνα.

Καὶ εἶπα, ὅλα γύρω βλέποντας:
«Νησί,
ἀβασίλευτη στὸ πέλαο δόξα,
ὦ ῥιζωμένο
στὸ πολύβοο διάστημα,
καὶ στοῦ Ὁμήρου τὸ στίχο
λουσμένο,
βυθισμένο στὸν ὕμνο!



Δάσο ὅλο δρῦ στὴν κορφή σου,
σιδερόχορδη ἀνάβρα
ποὺ ἀχνίσαν τὰ σπλάχνα μου ἀπάνω
ὁλοκαύτωμα θεῖο,
καὶ ἡ ἄκρη σου τρέμει σὰ φύλλο,
μέσα βροντάει ὁ Λευκάτας,
μαζώνεται ἡ μπόρα,
ξεσπάει μὲς στὸ θεῖον ἐλαιώνα,
τρικυμίζει τὸ πέλαο,
νησί μου·
ἄλλη θροφὴ ἀπὸ τὴ θροφή μου
δὲ θὰ βρῶ,
ἀπ᾿ τὴν ψυχή μου ἄλλη ψυχή,
ἄλλο κορμὶ ἀπὸ τὸ κορμί μου.

Ἀλλοῦ οἱ ναοὶ κι ἀλλοῦ οἱ θεοί.
Μοῦ ἀστράφτει γύρω τῶν ἡρώων ἡ μοίρα.
Τὴ μοναξιὰ στὴ δύναμή μου ὑπόταξες.
Τῆς γλαυκομάτας ἡ ἔγνοια μου εἶναι κλήρα!

Τοῦ νοῦ τὸ νόμο στὰ βουνά,
στὸν κάμπο, ὁλοῦθε βρῆκες.
Νά, ἡ ἀγριλίδα ξεπηδάει
κλαδιὰ γιὰ ὅλες τὶς ἄγνωρες
καὶ τὶς μεγάλες νίκες!»


http://users.uoa.gr/

Δευτέρα, 1 Φεβρουαρίου 2016

Όνειρα θολών τοπίων


Νέα e-κυκλοφορία: Στρατής Παρέλης, Όνειρα θολών τοπίων
Διαβάζεται δωρεάν:
http://issuu.com/lewnidasskyl…/…/oneira-tholwn-topiwn_e-book
Εκδόσεις Διάνυσμα - Dianisma Publications
1 ώρα
Νέα e-κυκλοφορία: Στρατής Παρέλης, Όνειρα θολών τοπίων
Διαβάζεται δωρεάν:
http://issuu.com/lewnidasskyl…/…/oneira-tholwn-topiwn_e-book

Πέμπτη, 28 Ιανουαρίου 2016

AYΠΝΟΣ



Ο ουρανός της νύχτας είναι σαν ένα φύλλο καρμπόν,

Μπλε – μαύρο , με τις πυκνοσημαδεμένες περιοχές των αστεριών

Που αφήνουν το φως να περνά, από τρύπα σε τρύπα–

Ένα φως οστέινο, λευκό σαν θάνατος, πίσω από κάθε πράγμα.

Κάτω απ` τα μάτια των αστεριών και του φεγγαριού το δαχτυλίδι

Υπομένει την έρημο του προσκεφαλιού του, η αυπνία

Απλώνει την λεπτή , ερεθιστική της άμμο προς όλες τις κατευθύνσεις



Ξανά και ξανά , η παλιά , κοκκώδης ταινία

Προβάλλει ντροπές – τις βροχερές ημέρες

Της παιδικής ηλικίας και εφηβείας, κολλώδεις από όνειρα,

Γονικά πρόσωπα πάνω σε ψηλά εδρανα, εναλλάξ αυστηρά και βουρκωμένα,

Ένας κήπος άρρωστα τριαντάφυλλα που του έφερναν κλάμμα.

Το μέτωπό του ανώμαλο σαν τσουβάλι με πέτρες.

Οι αναμνήσεις σπρώχνονται να βγουν στην επιφάνια σαν ξεπερασμένοι σταρ του σινεμά



Έχει πια ανοσία στα χάπια : κόκκινα , μωβ, μπλε-

Πως φωτίζουν την πλήξη ενός απογεύματος που δε λέει να περάσει!

Αυτοί οι ζαχαρένιοι πλανήτες, που η επίδρασή τους κέρδισε γι` αυτόν

Μια ζωή βαπτισμένη στη μη ζωή για λίγο,

Και το γλυκό, ναρκωμένο ξύπνημα ενός επιλήσμονος βρέφους.

Τώρα τα χάπια είναι εξαντλημένα και ανόητα σαν κλασσικοί θεοί.

Τα χαζά νυσταλέα τους χρώματα δεν τον ωφελούν.



Το κεφάλι του είναι ένας μικρός χώρος από γκρίζους καθρέφτες.

Κάθε χειρονομία δραπετεύει ακαριαία σε ένα σοκκάκι

Από συρρικνούμενες προοπτικές και η σημασία του

Στραγγίζεται σα νερό έξω από την οπή στην άλλη άκρη.

Ζει εκτεθειμένος σε ένα ξεσκέπαστο δωμάτιο,

Οι γυμνές σχισμές των ματιών του πέτρωσαν ορθάνοιχτες

Στο ακατάπαυστο ασταποβόλο πετάρισμα των καταστάσεων.



Οληνυχτίς, στην γρανιτένια αυλή , αόρατες γάτες

Ούρλιαζαν σαν γυναίκες , ή σαν κατεστραμένα όργανα.

Μπορεί κιόλας να νιώσει το φως της μέρας , τη λευκή του αρρώστια,

Να ξεπροβάλλει έρποντας μ` ένα καπέλο γεμάτο ασήμαντες επαναλήψεις.

Η πόλη είναι ένας χάρτης με χαρούμενους σφυριχτές τώρα,

Και παντού άνθρωποι , με τα μάτια τους διάφανα –ασημί και άδεια,



Καλπάζουν προς τις δουλειές τους στη σειρά , λες κι έχουν πρόσφατα υποστεί πλύση εγκεφάλου.

Τετάρτη, 27 Ιανουαρίου 2016

[Εισάγω Στην Ποίηση Τη Λέξη Διάρροια]


Στην Ελλαδίτσα μας οι φιλόλογοι στέκονται σαν τις μύγες πάνω στα σκατά του Σεφέρη. Μέσα στην ασφάλεια του νοήματος που έχει σκανάρει η Κακαδημία και ο κατεστημένος εκδοτικός συρφετός η λογοτεχνία μοιάζει με παλούκι στον κώλο της μαθητιώσας νεολαίας.
Με προσοχή χειρούργου, οι ανθολόγοι, φορώντας το φωτοστέφανο της κυρίαρχης ιδεολογίας, θα αφήσουν τα ανεξίτηλα στίγματα της χρηστής ηθικότητας που επιτάσσει η εξουσία. Ολίγη σχολική κουλτούρα και μετά βουρ στον σκυλάδικο πατσά. Στον αχταρμά του καθημερινού βίου που έχει ενσωματώσει όλα τα πορνογραφικά συμφραζόμενα του αστικού πολιτικού αμοραλισμού.
Χρειαζόμαστε τόσα ώστε να πουλήσουμε ακριβά το τομάρι μας. Και μας φτάνουν οι νομπελίστες και οι αυλικοί τους και μερικά σακιά βαρετής μυθιστορίας του άστεως για να περάσουμε τις εξετάσεις. Μέχρι εδώ. Δεν ψάχνουμε για τίποτε άλλο και δεν πειραματιζόμαστε και δεν ανοίγουμε δρόμους.
Βολεμένοι και άβουλοι αντάμα, σνομπάρουμε το μέσα μας δαίμονα που δε βολεύεται με τσάι, και, κακής ποιότητας αλκοόλ, για να το παίξουμε καταραμένοι, προωθώντας τη σαβούρα μας, πουλώντας αλητεία και κατάθλιψη στη Μύκονο με τα λεφτά του μπαμπά.
Στη λογοτεχνία που γράφεται σήμερα και αναπνέει απ’ την κωλοτρυπίδα της ζωής κι όχι απ’ το γυάλινο ρουθούνι του εκδότη-νταβατζή δεν συνιστούν κριτήρια καθ’ εαυτά ούτε το ωραίο ούτε το άσχημο, ούτε το καλό ούτε το κακό. Δεν έχουν αξία παρά βιωμένα μέσα σ’ ένα «δι’ εαυτόν» στα πλαίσια μιας αέναης εσωτερίκευσης της αισθητικής.
Γι’ αυτό η λογοτεχνία αυτή ενοχλεί. Αρνείται την εκ των προτέρων ισχύ των απόλυτων, ελεγχόμενων κριτηρίων, υποσκάπτοντας τις σίγουρες αξίες που ορίζονται άπαξ δια παντός από τους θιασώτες μιας συγκεκριμένης ηθικής τάξης.
Μπορούν λοιπόν, οι νέες και οι νέοι να αναφωνήσουν πια, «Γαμώ τη λογοτεχνία σας», και μπορούν να το γράψουν στους τοίχους του σχολείου τους, όπως έκανε ο Ουκρανός καλλιτέχνης Άντον Σολομούκα δίνοντας σε μιαν έκθεσή του τον τίτλο «Γαμώ την τηλεόρασή σας», όπου τη θέση της μικρής οθόνης καταλάμβαναν οι γλουτοί της Ίρμα Μπολκόφ, αξιοποιώντας το διαβρωτικό και διεκδικητικό δυναμικό του «υπογείου» και του «κάτω» που υπενθύμιζε ο ποιητής Φερέιρα Γκουλάρ για να καταγγείλει την πείνα στο Νορντέστε της Βραζιλίας: «Εισάγω στην ποίηση/Τη λέξη διάρροια./Όποιος δεν μιλάει παρά για λουλούδια δεν τα λέει όλα».

Κυριακή, 24 Ιανουαρίου 2016

Γυρισμός


Ὕπνος ἱερός, λιονταρίσιος,
τοῦ γυρισμοῦ, στὴ μεγάλη
τῆς ἀμμουδιᾶς ἁπλωσιά.
Στὴν καρδιά μου
τὰ βλέφαρά μου κλεισμένα·
καὶ λάμπει, ὡσὰν ἥλιος, βαθιά μου...
Βοὴ τοῦ πελάου πλημμυρίζει
τὶς φλέβες μου·
ἀπάνω μου τρίζει
σὰ μυλολίθαρο ὁ ἥλιος·
γεμάτες χτυπάει τὶς φτεροῦγες ὁ ἀγέρας·
ἀγκομαχάει τὸ ἄφαντο ἀξόνι.
Δέ μου ἀκούγεται ἡ τρίσβαθη ἀνάσα.
Γαληνεύει, ὡς στὸν ἄμμο, βαθιά μου
καὶ ἁπλώνεται ἡ θάλασσα πᾶσα -
Σὲ ψηλοθόλωτο κύμα
τὴν ὑψώνει τὸ ἀπέραντο χάδι·
ποτίζουν τὰ σπλάχνα
τὰ ὁλόδροσα φύκια,
ραντίζει τὰ διάφωτη ἡ ἄχνα
τοῦ ἀφροῦ ποὺ ξεσπάει στὰ χαλίκια·
πέρα σβήνει τὸ σύφυλλο βούισμα
ὁποῦ ξέχειλο ἀχοῦν τὰ τζιτζίκια.
Μιὰ βοὴ φτάνει ἀπόμακρα·
καὶ ἄξαφνα,
σὰν πανὶ τὸ σκαρμὸ ποὺ ἔχει φύγει,
χτυπάει· εἶν᾿ ὁ ἀγέρας ποὺ σίμωσε,
εἶν᾿ ὁ ἥλιος ποὺ δεῖ μπρὸς στὰ μάτια μου
- καὶ ὁ ἁγνὸς ὄχι ξένα τὰ βλέφαρα
στὴν ὑπέρλευκην ὄψη του ἀνοίγει.
Πετιῶμαι ἀπάνω. H ἀλαφρότη μου
εἶναι ἴσια με τὴ δύναμή μου.
Λάμπει τὸ μέτωπό μου ὁλόδροσο,
στὸ βασίλεμα σειέται ἀνοιξάτικο
βαθιὰ τὸ κορμί μου.
Βλέπω γύρα. Τὸ Ἰόνιο,
καὶ ἡ ἐλεύτερη γῆ μου!

Interlude


.
Έντιμοι, έντιμοι οι άγγελοι
γιατί κι όταν ακόμη
σε στραβώνουν με το άσπρο
ψιθυρίζουν "δεν υπάρχω".
Αν τουλάχιστον πίστευα στο Θεό
θα 'χαν τα χέρια σου
άπειρες ερμηνείες
όταν κινούνται
και μ' ανεβάζουν στον ουρανό
έναν ουρανό σαν του Ρίλκε
με λυπημένους αγγέλους
να φυσούν τη μοναξιά
κάτω στη γη
υπονοούμενα φτερά
και ντροπαλή η μιλιά τους
γιατί δεν υπάρχουν.
Ο άγγελος είναι έναστρος από μέσα
κι απ' έξω σκοτεινός για να βυθίζεται
στο μαύρο και να μη φαίνεται.
Οι άγγελοι είναι οι πόρνες τ' ουρανού
με τα φτερά χαϊδεύουν τις πιο αλλόκοτες
ψυχολογίες
ξέρουν τα μυστικά της εγωπάθειας
όταν αποκαλούν το φύλλο δέντρο
και το δέντρο δάσος.
"Έτσι μας έκαν' ο Θεός", λένε, σκύβουν
και χύνεται το φως σαν μαλλί χρυσό ή γέλιο
στο στήθος κρατάνε το καπέλο
την ώρα που λένε αντίο
και μπαίνουν σ' άλλο κόσμο
καλύτερο.
Μια πιπεράτη μυρωδιά
μένει μόνο
στο πρεβάζι του παράθυρου
και στη γλώσσα μια γεύση προδοσίας
απ' το θείο.

Τρεις μνήμες του ουρανού


Πρόλογος
Πριν έρθει το πλήρωμα του χρόνου
Για το ρόδο και τον αρχάγγελο.
Πριν απ το βέλασμα και το κλάμα.
Όταν το φως δεν ήξερε ακόμα
Αν η θάλασσα θα γεννιόταν αγόρι ή κοριτσάκι.
Όταν ο άνεμος ονειρευόταν χαίτες να τις χτενίζει
Και η φωτιά γαρούφαλα να πυρπολεί και μάγουλα
Και το νερό χείλη αμάθητα να πίνουν,
Πριν απ το σώμα, τ όνομα και τον καιρό.
Τότε θυμούμαι, μια φορά, στον ουρανό
Πρώτη μνήμη
Περπατούσε με μιαν εγκατάλειψη συλλογισμένου κρίνου,
σχεδόν πουλιού που ξέρει πως πρέπει να γεννήσει,
καθρεφτιζόταν δίχως να βλέπει τον εαυτό της
σε μια σελήνη που την έδειχνε καθρέφτη τ όνειρο.
Σε μια σιωπή χιονιού που ανύψωνε τα πόδια της.
Σε μια σιωπή φανερωνόταν,
Πριν απ την άρπα, τη βροχή και τα λόγια.
Δε γνώριζε,
Λευκή μαθήτρια του ανέμου,
αναριγούσε μαζί με τ αστέρια, με το λουλούδι και με τα δέντρα,
Ο μίσχος της, η πράσινη κορμοστασιά της.
Μαζί με τα δικά μου αστέρια
που, ανίδεα στο καθετί,
για να σκάψουνε δυο λίμνες μες στα μάτια της
την έπνιγαν μες σε δυο θάλασσες.
Και θυμούμαι
Τίποτ άλλο- πεθαμένη, ν απομακρύνεται.
Δεύτερη μνήμη
θρόισμα φιλιών και φτεροκοπήματα
Ακόμα πριν,
Πολύ πριν επαναστατήσουν οι ίσκιοι,
πριν πέσουν επάνω στον κόσμο αναμμένες φτερούγες
κι ένα πουλί να μπορεί να πεθάνει για έναν κρίνο.
Πριν, πριν να ρωτήσεις
τον αριθμό και τη θέση του κορμιού.
Πολύ πριν απ το σώμα.
Την εποχή της ψυχής.
Όταν ίδρυσες στο δίχως στέμμα μέτωπο τα ουρανού
Την πρώτη δυναστεία του ονείρου.
Όταν εσύ κοιτάζοντας με στην ανυπαρξία,
Ανακάλυψες την πρώτη λέξη.
Τότε, συναντηθήκαμε.
Τρίτη μνήμη
πίσω από το ριπίδι
με τα χρυσά φτερά
Τα βαλς τ ουρανού δεν είχαν ακόμα μνηστευθεί
το γιασεμί και το χιόνι,
ούτε οι αύρες αναλογισθεί την πιθανή μουσική των μαλλιών σου.
Ούτε είχε προστάξει ο βασιλιάς να ενταφιασθεί η βιολέτα
μέσα σ ένα βιβλίο.
Όχι.
Ήταν ο καιρός που ταξίδευε το χελιδόνι
δίχως τα αρχικά μας πάνω στο ράμφος του,
που οι καμπανούλες και οι κληματίδες
πέθαιναν δίχως εξώστες για να σκαρφαλώσουν τα αστέρια
Ο καιρός
που δεν υπήρχε λουλούδι να στηρίξει το κεφάλι του
στον ώμο ενός πουλιού.
Τότε πίσω απ το ριπίδι σου, η πρώτη μας σελήνη.
.
.

Πέμπτη, 21 Ιανουαρίου 2016

Το τσίρκο



Σε βλέπω μέσα από καθρέφτες παραμορφωτικούς
Σε βλέπω στο τεντωμένο σκοινί
Κι από πάνω σου οι δράκοντες με τα φλογισμένα εντόσθια
Κι από πάνω τα νύχια της κακιάς μάγισσας
Τα σύρματα γύρω σου να σφίγγουν.
Να μπήγονται στη σάρκα σου
Και να πέφτει το αίμα
Ν’ απολαμβάνουν το θέαμα οι θεατές.
Με το εισιτήριο στο χέρι
Με την ικανοποίηση.
Κι εσύ δεν πιστεύεις πια στα παραμύθια
Και καλά κάνεις.
Μια και τώρα δεν υπάρχουνε νεράιδες
Που αφανίζουνε τις μάγισσες
Που αλλάζουνε το αίμα σε ρουμπίνια
Που μεταμορφώνουν τα υπόγεια σε κήπους
Μια και τώρα δεν ωφελεί η εγκαρτέρηση
Και σένα δεν σου έπρεπαν οι μασκαράτες.
Σε γέλασαν
Άσκημα σε ξεγέλασαν
Τα σύρματα που σε σφίγγουν να σου τα πούνε δίχτυα σωτηρίας

Από τη συλλογή Οι λέξεις (1973) της Μαρίας Κυρτζάκη

Τετάρτη, 20 Ιανουαρίου 2016

Άγε, ω βασιλεύ Λακεδαιμονίων


Δεν καταδέχονταν η Κρατησίκλεια
ο κόσμος να την δει να κλαίει και να θρηνεί·
και μεγαλοπρεπής εβάδιζε και σιωπηλή.
Τίποτε δεν απόδειχνε η ατάραχη μορφή της
απ’ τον καϋμό και τα τυράννια της.
Μα όσο και νάναι μια στιγμή δεν βάσταξε·
και πριν στο άθλιο πλοίο μπει να πάει στην Aλεξάνδρεια,
πήρε τον υιό της στον ναό του Ποσειδώνος,
και μόνοι σαν βρεθήκαν τον αγκάλιασε
και τον ασπάζονταν, “διαλγούντα”, λέγει
ο Πλούταρχος, “και συντεταραγμένον”.
Όμως ο δυνατός της χαρακτήρ επάσχισε·
και συνελθούσα η θαυμασία γυναίκα
είπε στον Κλεομένη “Άγε, ω βασιλεύ
Λακεδαιμονίων, όπως, επάν έξω
γενώμεθα, μηδείς ίδη δακρύοντας
ημάς μηδέ ανάξιόν τι της Σπάρτης
ποιούντας. Τούτο γαρ εφ’ ημίν μόνον·
αι τύχαι δε, όπως αν ο δαίμων διδώ, πάρεισι.”

Και μες στο πλοίο μπήκε, πηγαίνοντας προς το “διδώ”.



Τρίτη, 19 Ιανουαρίου 2016

T O Π Λ A Σ M A


Ποια εξαίσια μουσική ξεχύνεται μες απ’ το σώμα σου
Kαι ποιο γαλήνιο τοπίο σε δέχεται μες στα νερά του
Μαδώντας ένα τριαντάφυλλο το χέρι πέρασε
Δοσμένο στην πιο μυστική ώρα, όταν γυμνώνεσαι ολότελα
Και πέφτεις σαν τον λαχταριστό καρπό στην υγρή χλόη

Τι ώρα είναι αυτή που όλη η ζωή σου αθροίζεται
Στον κανονικό χτύπο της καρδιάς, κάτω από το απλωμένο υφάδι
Ανάμεσα στα λυμένα μαλλιά και στον ασημένιο σταυρό του
Κοιμάσαι πάνω στα πεθαμένα φιλιά του, κομμένα στο μάρμαρο
Από το στόμα του προς τη ρευστή καθάρια μνήμη

Η ώρα η καλή που τα δάκρυα κυλούν πανικόβλητα
Μπερδεύονται αιχμάλωτα στην ουσία της μοίρας σου
Χαμένος στην υπόθεσή του, σχεδόν ανεμπόδιστος
Για οποιαδήποτε πίστη

Από την ποιητική συλλογή «Ωδές στον πρίγκιπα», (1981), εκδ. Ύψιλον

Παρασκευή, 15 Ιανουαρίου 2016

ΜΑΥΡΟΣ ΚΟΡΑΚΑΣ ΣΤΗ ΒΡΟΧΗ


Πάνω στο ξερό κλαδί εκεί ψηλά

Κουρνιάζει ένας βρεγμένος μαύρος κόρακας

Που στρώνει ξανά και ξανά το φτέρωμά του μες τη βροχή.

Δεν αναμένω ένα θαύμα

Ή ένα ατύχημα



Να πυροδοτήσουν την όραση

Μες τα μάτια μου,ούτε ψάχνω

Πια στον ανερμάτιστο καιρό κάποιο σχέδιο,

Μόνο αφήνω τα λεκιασμένα φύλλα να πέφτουν όπως πέφτουν,

Χωρίς τελετή, ή οιωνό.



Παρόλο που, το ομολογώ, κάποιες φορές επιθυμώ,

Κάποια ανταπόκριση απ` τον βουβό ουρανό,

Δεν έχω στ` αλήθεια παράπονο:

Κάποιο αμυδρό φως μπορεί ακόμα

Να ξεπηδήσει λευκόπυρο



Απ` της κουζίνας το τραπέζι ή την καρέκλα

Σαν μια ουράνια φωτιά που πότε πότε

Κατέχει τα πιο αμβλεία αντικείμενα–

Καθαγιάζοντας έτσι ένα διάστημα

Αλλιώς ασυνεπές



Επιδίδοντάς του γενναιοδωρία , τιμή,

Κάποιος ίσως πει αγάπη. Ούτως ή άλλως , τώρα περπατώ

Επιφυλακτική( γιατί θα μπορούσε να συμβεί ακόμα και σ` αυτό το μουντό, ερειπωμένο τοπίο)~ δύσπιστη

Παρόλ` αυτά συνετή, αγνοώντας



Πως ένας άγγελος ίσως διαλέξει να φεγγοβολήσει

Άξαφνα δίπλα μου. Γνωρίζω μόνο πως ένας κόρακας

Που τακτοποιεί τα μαύρα φτερά του μπορεί να λάμψει τόσο

Ώστε ν` αδράξει τις αισθήσεις μου, ν` ανασηκώσει

Τα βλέφαρά μου, και να μου παραχωρήσει



Μια σύντομη ανάπαυλα από το φόβο

Της απόλυτης ουδετερότητας. Με λίγη τύχη ,

Μοχθώντας επίμονα μέσα απ` αυτή την εποχή

Της κόπωσης,

Θα συρράψω ένα κάποιο κίβδηλο,



Περιεχόμενο. Τα θαύματα συμβαίνουν,

Αν σ` αρέσει να αποκαλείς αυτά τα σπασμωδικά

Τεχνάσματα ακτινοβολίας θάυματα. Η αναμονή άρχισε ξανά,

Η μακριά αναμονή για τον άγγελο,

Γι` αυτή τη σπάνια , τυχαία κάθοδο.



Πέμπτη, 14 Ιανουαρίου 2016

Τα μάτια σου...





*Φωτογραφίες Υιώτας*

Τα μάτια σου


Τα μάτια σου, αχτίδες του ουρανού ακοίμητες.

Με ακολουθούν 

ιχνογραφώντας στιγμές ξεχωριστές.

Πολύτιμες. Απορροφούν την κάθε μου κίνηση.


Ευλογούν

την κάθε  ανάσα. Διαχέουν ευαισθησίες όπου

διαχειμάζουν 

περιμένοντας

Άνοιξη εύγλωττη, καρποφορία εύλογη.


Κρύβουν όνειρα ημιτελή, 

όνειρα που το φως ξεγλύστρισε,

για να φωλιάσει πίσω από τα λαμπερά σου

μάτια.




Μη μου στερήσεις τον ήλιο σου.  Τα φεγγάρια

μου,

ζαλισμένα,

δεν χωρούν την δική σου λάμψη.


Μόνο η αγκαλιά μου κρατά την φωτιά αναμμένη.




Πάντα με την Αγάπη,

Τετάρτη, 13 Ιανουαρίου 2016

Φοβούνται τα τραγούδια μας...






Δε μας αφήνουν να τραγουδούμε

Δε μας αφήνουν να τραγουδούμε Ρόουμπσον
καναρίνι μου με τις φτερούγες τού αετού
μαύρε αδερφέ μου με τα μαργαριταρένια δόντια
δε μας αφήνουν να φωνάξουμε τα τραγούδια μας.
Φοβούνται Ρόουμπσον
φοβούνται την αυγή, φοβούνται να δούνε,
φοβούνται ν' ακούσουνε, φοβούνται ν' αγγίξουνε.
Φοβούνται ν' αγαπήσουν,
φοβούνται ν' αγαπήσουν όπως αγάπησε με πάθος ο Φερχάτ.
(Χωρίς άλλο κι εσείς μαύροι αδερφοί μου
έχετε έναν Φερχάτ, πώς τον λες, Ρόουμπσον;)
Φοβούνται το σπόρο και τη γη,
φοβούνται το νερό που τρέχει,
φοβούνται να θυμούνται.
Το χέρι ενός φίλου που δε θέλει
έκπτωση ουδέ προμήθεια μήτε προθεσμία
σαν πουλάκι ζεστό
το χέρι τους ποτέ δε θα το σφίξει.
Φοβούνται την ελπίδα, Ρόουμπσον, φοβούνται την ελπίδα:
Φοβούνται, καναρίνι μου με τις φτερούγες του αετού,
φοβούνται τα τραγούδια μας, Ρόουμπσον...

Οκτώβριος 1949

Μετάφραση: Άρης Δικταίος
http://elenastagkouraki.blogspot.gr

Δευτέρα, 11 Ιανουαρίου 2016

ΑΝΤΙΟ ΔΑΣΚΑΛΕ..




Κώστας Στεργιόπουλος
Στίχοι στον καθρέφτη με τις δύο όψεις
Της Χρύσας Σπυροπούλου



Χαμηλών τόνων αλλά ουσιαστική είναι η ποίηση του Κώστα Στεργιόπουλου (Αθήνα, 1926), η παρουσία του οποίου στα γράμματα είναι πολυσχιδής: ποιητής, κριτικός, πεζογράφος αλλά και δάσκαλος. Δίδαξε στην Ιδιωτική Μέση Εκπαίδευση και αργότερα, πρώτα ως λέκτωρ Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1966-1969), απ' όπου παύτηκε από τη δικτατορία, και έπειτα ως καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογίας στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Το 1986 αναγορεύτηκε ομότιμος kαθηγητής. Οι διδασκαλίες του από το 1974 έως το 1984 άφησαν εποχή. Σαφής και σχολαστικός. Ευαίσθητος και στοχαστικός.

Η πρώτη του εμφάνιση στη λογοτεχνία έγινε το 1943 με την ποιητική συλλογήΧινοπωρινά, αλλά και με δημοσιευμένα ποιήματα στο περιοδικό «Νέα Εστία».

Hδη στα πρώτα του ποιήματα της συλλογής Τα τοπία του φεγγαριού(1955), διακρίνονται οι καταβολές του στον συμβολισμό, από τον οποίο φαίνεται να απομακρύνεται, χωρίς όμως ποτέ να τον εγκαταλείπει τελείως, στην τρίτη του συλλογή Το χάραμα του μύθου (1963). Οι ποιητικές συλλογές του είναι οι ακόλουθες:

Τα τοπία του φεγγαριού (1955)
Η σκιά και το φως (1960)
Το χάραμα του μύθου (1963)
Ο κίνδυνος (1965, β' έκδοση συμπληρωμένη 1972)
Τα τοπία του ήλιου (1971)
Eκλειψη (1974)
Τα μισά του πλου (1979, β' έκδοση 1999)
Αλλαγή φωτισμού (1984, β' έκδοση 1999)
Ο ήλιος του μεσονυκτίου (1991, β' έκδοση 1999)
και Παλίρροια (1998).

Οι οκτώ πρώτες συλλογές έχουν συγκεντρωθεί σε δύο τόμους: Τα Ποιήματα Α' 1944-1965 (1988) και Τα Ποιήματα Β' 1965-1983 (1992). Επίσης συγκεντρώθηκαν σε μία έκδοση οι δύο τελευταίες συλλογές μαζί με την έως τότε ανέκδοτη Oσο είναι ακόμα καιρός καθώς και ένα επίμετρο με μεταφράσεις ποιημάτων, κυρίως από τα γαλλικά, στον τόμο Τα Ποιήματα Γ' 1983-2005 (2006).

Ο Στεργιόπουλος στις πρώτες συλλογές του συνδυάζει χαρακτηριστικά του αθηναϊκού συμβολισμού και του νεορομαντισμού, καθώς με τις δύο αυτές τάσεις ταιριάζουν οι ποιητικές διαθέσεις του: νοσταλγία για ό,τι χάθηκε ή τείνει να χαθεί, μελαγχολία και θλίψη για το άπιαστο και το ανέφικτο, όπως είναι ο έρωτας. Η συλλογή Τα τοπία του φεγγαριού αποτελούν το μεταίχμιο ανάμεσα στα συμβολιστικά και τα νεωτερικά ποιήματα του Στεργιόπουλου και ιδιαιτέρως αξίζει να αναφερθεί το εξαιρετικό ποίημα "Eνα φεγγάρι στη Ρίβα". Ο "αφηγητής" εδώ ξεφεύγει από την ασάφεια των προηγούμενων συναισθηματικών καταστάσεων και αναδεικνύει τα προβλήματα που προέκυψαν μετά τη γερμανική Kατοχή αλλά και την περίοδο του Eμφυλίου.

Στη συλλογή Η σκιά και το φως η θεματολογία γίνεται πιο υπαρξιακή, καθώς τονίζονται ζητήματα όπως αυτά της φθοράς, του θανάτου, του γρήγορου περάσματος του χρόνου, ενώ αντιπαρατίθενται τα ανόμοια: φως και σκότος, ζωή και φθορά. Τα θέματα αυτά επανέρχονται στις επόμενες συλλογές Το χάραμα του μύθου και Ο κίνδυνος. Ο ποιητής αναγνωρίζει ότι τα υπαρξιακά ερωτήματα είναι αναπάντητα και γι' αυτό αναρωτιέται γιατί να ασχολείται κανείς με τόσο άλυτα ζητήματα τη στιγμή που υπάρχει η ομορφιά του εξωτερικού κόσμου: « Γιατί να στρέφουμε αλλού τα μάτια, / μέσα στης ύπαρξής μας τα σκοτάδια, / κι όχι σ' αυτό το χειμωνιάτικο δρόμο;».

Οι συλλογές Τα τοπία του ήλιου και η Eκλειψη αναδεικνύουν τις δυσκολίες της εποχής, κι έτσι αναδιατυπώνεται η συνομιλία του ποιητή με τη φύση, τις αναμνήσεις, το παρελθόν. Τα υπαρξιακά θέματα και ιδιαιτέρως εκείνο του χρόνου θα επανέλθουν στις συλλογές Τα μισά του πλου, στην οποία η φθορά των πραγμάτων επηρεάζει το ποιητικό εγώ, στον Hλιο του μεσονυχτίου και στην Παλίρροια.

Στον τρίτο τόμο των συγκεντρωτικών ποιημάτων του, ο οποίος περιλαμβάνει συλλογές από το 1983 έως το 2005, διαφαίνονται διαθέσεις αλλά και στάσεις που αφήνουν ευχάριστη αίσθηση στον αναγνώστη ακόμα κι όταν αυτές υπαινίσσονται δυσάρεστες καταστάσεις. Οι εικόνες ρέουν με τον κομψό λόγο να γίνεται πότε λυρικός και πότε διεισδυτικά νοσταλγικός εφόσον τα θέματα αφορούν στο γρήγορο πέρασμα της ζωής, στη φθορά, στο θάνατο, που ωστόσο αντιμετωπίζονται με παιγνιώδη ενίοτε εκφορά, χωρίς να καταφεύγει ο ποιητής στη χρήση δύστροπων συνθέσεων. Στην ποίηση του Στεργιόπουλου άλλωστε δεν έχουν θέση οι κραυγές και οι υπερβολές είτε είναι αυτές συναισθηματικές είτε εγκεφαλικές κατασκευές. Oλα προσεγγίζονται απλά, με μέτρο και ηρεμία ενώ ακόμη και ο "τρόμος του κενού" δεν πανικοβάλλει, αντίθετα ορίζεται σε τόνους αυθεντικούς γιατί η φύση, με την αρχή και το τέλος των πραγμάτων, κρύβει αθωότητα έστω κι αν σ' αυτήν συνυπάρχουν το φως και το σκοτάδι, η γαλήνια ομορφιά και η ταραγμένη όσο και επικίνδυνη έκφραση των στοιχείων της. Ο καθρέφτης με τις δύο όψεις του, στίχος που επανέρχεται, συμβολίζει τη ζωή και την ανυπαρξία, η θάλασσα αλλά και ο άνεμος επίσης, αγαπημένες σταθερές του ποιητή, πότε συντροφεύουν τις μνήμες και πότε ξυπνούν τον συγκρατημένο φόβο για το άγνωστο. Εσωτερική κυρίως ποίηση, ένας εμβριθής περίπλους στη ζωή, σπουδή στη φθορά, στο χρόνο και στη μνήμη, γίνεται κοινωνός με το άλλο, με το σύνολο, σε ποιήματα που περιλαμβάνονται στη συλλογή Παλίρροια (1991-1996), όπως στο "Ξάνθη 1949" και το "Sine sole sileo". Kαι όπως ο κύκλος της ζωής -αξίζει να αναφερθεί ο στίχος του Eλιοτ "In my beginning is my end", το μότο στο εξαιρετικό ποίημα Ουροβόρος όφις- έτσι και ο Γ' τόμος των ποιημάτων του Κώστα Στεργιόπουλου κλείνει μ' ένα ποίημα που θυμίζει την αρχή της δημιουργικής πράξης: "Hταν ωραία στην αοριστία της / αυτή που με κρατούσε / ανάμεσα στο σκοτάδι και στο φως, / εκεί που ισορροπούν η μέρα με τη νύχτα, / με μισό πρόσωπο στο φως και το άλλο στο σκοτάδι. / Ωραία, με προεκτάσεις απροσδιόριστες. / Oπως όταν χαράζει με το χειμώνα / μέρα λαμπρή στα μέσα του Γενάρη, / κι άλλοτε, σαν "από την άλλη / μεριά αγελτηρίων θανάτου". / Πράξις λαθραία, / που κάποτε κι αυτή τελειώνει / σαν τη ζωή." (Πράξις λαθραία, σ.169)

Οι μεταφράσεις που ακολουθούν στο επίμετρο, μια επιλογή από παλαιότερες, συμπληρώνουν την εικόνα των προτιμήσεων και διαθέσεων του ποιητή. Εδώ ο Apollinaire, ο Baudelaire, ο Carco, ο Gautier, συνομιλούν με τις σκιές αλλά και το πρωτότυπο ποιητικό έργο του μεταφραστή. "Στην αρχή μου βρίσκεται το τέλος μου" αλλά και κάθε τέλος είναι μια καινούρια αρχή...




ΤΑ ΤΟΠΙΑ ΤΟΥ ΦΕΓΓΑΡΙΟΥ (1955)

Ενα φεγγάρι στη Ρίβα

Βγήκες βρεγμένο από τα κύματα
και ξύπνησες τ’ ακίνητα νερά,
και ξάφνιασες τα ασάλευτα νερά.
Μη με κοιτάζεις έτσι. Σε φοβάμαι.

Βγήκες βρεγμένο τα μεσάνυχτα απ' το πέλαγος
και λάμπουνε και τρέμουν τα νερά,
-μια ίσια γραμμή που αστράφτει, τα νερά...

Αθόρυβα που λάμνεις κι ανεβαίνεις,
κόκκινο ασήμι φλωροκαπνισμένο,
άπλετο φως που απλώνεις κι ανεβαίνεις
μες στη βαθιά ησυχία τ' ουρανού!
...Και μπαίνεις απ’ τα μαύρα παραθύρια
στα γκρεμισμένα σπίτια του θανάτου,
και ψάχνεις για να βρεις αραχνιασμένο
τον ύπνο που κοιμήθηκε στα θάμνα,
σκόνη του ονείρου, χάος τ' ουρανού.

Ο άνεμος που σωπαίνει έχει φορέσει,
μυστηριακός, κι αυτός το φόρεμά σου,
κι εκεί, στα δυο βουνά, μες στην κοιλάδα,
σταχτιά φαντάσματα έχουν βγει απ' την καταχνιά.
Μην πέφτεις πια χλομό σ' αυτούς τους τοίχους,
μη σπάζεις μ' αστραπές σ' αυτά τα τζάμια.
Στάσου μονάχα κι άκου αυτόν τον ήχο
στην ερημιά. Απ' το φως σου μια σταγόνα,
σα μέταλλο, άκου: στά-
ζει μια σταγόνα
μες στ' ουρανού την άσπρη παγωνιά.

Τι με κοιτάζεις έτσι; Σε φοβάμαι.
Αφού το ξέρεις: δε θα σου ξεφύγω.



Η ΣΚΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΦΩΣ (1960)

Νυχτερινός άνεμος

Από πού έρχεται πάλι αυτός ο άνεμος,
από πού έρχεται πάλι αυτή η πνοή;
Τόσον καιρό, στ' αλήθεια, πια δεν πίστευα,
νόμιζα πως μου πέτρωσε η ψυχή.
Και ξάφνου, πάλι, να: αυτός ο άνεμος!

Σκοτεινή μνήμη, φερμένη από τα βάθη
της νύχτας... Σιωπηλή φύση
τις φυλλωσιές που ανήσυχα κινεί...
Φέρνει, ώς εδώ στην κάμαρα, μια αρχαία φωνή,
σέρνει με φρίκη ένα ξερό φύλλο στην αυλή
και μες στον ύπνο μου χτυπούν παράθυρα.

Σκοτεινή μνήμη... Σιωπηλή φύση...

Από πού έρχεται πάλι αυτός ο άνεμος
και σαλεύει τα φύλλα της ψυχής;



Ο Αγνωστος

Στα σκοτεινά έγκατά μας κατοικεί
κάποιος που το κλειδί κρατάει της ύπαρξής μας,
χαμένος πάντα, μοναχός κι ανεξιχνίαστος,
με μνήμη πιο παλιά απ' τον κόσμο, φορτωμένος
με τις πληγές μας όλες και τις τύψεις μας.

Θλιμμένος, περιπαιχτικός ή και χαρούμενος,
αόρατος μας κυβερνά:
δέχεται απ' έξω τον αντίχτυπο
και δίνει την απάντηση.
Τα παρελθόντα μας θυμίζει
και τα μέλλοντα μας προμηνά.

Κάποτε, ωστόσο, μας αφήνει ανυποψίαστους.
Κι εκεί που ανίδεοι σχεδιάζουμε νέες εξορμήσεις,
εκείνος γέρνει πια κατάκοπος, έχει νυστάξει
κι είν' έτοιμος ν' αποδημήσει, αδιαφορώντας
για τα δικά μας τα εφήμερα επίγεια σχέδια.



ΤΟ ΧΑΡΑΜΑ ΤΟΥ ΜΥΘΟΥ (1963)

Τα πράγματα

Τα πράγματα παλιώνουνε πριν από μας,
τα έπιπλα και τα παλιά μας σπίτια.
Κι αν ζούνε πιο πολύ, ζούνε νεκρά.

(Αν είχαμε μείνει ακόμα εκεί,
θα 'χαμε πλακωθεί κάτω απ' τα ερείπια.)

Πριν από μας παλιώνουν και γερνούν.
Δεν είναι σαν τα δέντρα, που ανα-
πνέουν με τα φύλλα τους
και σπρώχνουνε βαθιά τις ρίζες.

Τα πράγματα παλιώνουν και ερειπώνονται.
Μένουν ακίνητα, γι' αυτό πεθαίνουν.



Αιώνια επιστροφή

Του μεσοχείμωνου οι βουλές αλλάξανε.
Μέρες λαμπρές και νύχτες κρύες.
Και τώρα περιμένουμε την άνοιξη.
Κι όμως, ο ίδιος ουρανός, ο ίδιος ήλιος,
ο ίδιος άνεμος.

Αιώνια επιστροφή, αιώνια άνθηση.
Η ίδια κάθε φορά και νέα.
Αρχίζει, ξαναρχίζει, δεν τελειώνει
ποτέ και πουθενά.

Αλλάζει η γεύση του ανέμου, η όψη του ήλιου.
Αλλάζει η όψη τ' ουρανού, η γεύση του έρωτα.

Νύχτες βαθιές, κρυστάλλινες,
που βυθισμένη ακόμα η πλάση
σε ύπνο βαρύ κι ανόνειρο ανασαίνει,
που κατεβαίνουν οι άγγελοι κι ορχούνται σε κρυ-
φες σπηλιές,
ενώ στη γη οι δαίμονες χτυπούν τα τύμπανα.



Ο ΚΙΝΔΥΝΟΣ (1965, νέα έκδοση συμπληρωμένη 1972)

Παραμορφωτικοί καθρέφτες

Οπως μπαίνεις και προχωρείς στην αίθουσα,
σ' αρπάζουν οι καθρέφτες
και σου τραβούν τη μύτη και τ' αφτιά.

Σου χώνουν το κεφάλι μες στους ώμους,
σου παίρνουν το κεφάλι από τους ώμους.
μακραίνεις και μικραίνεις ετοιμόρροπος
στην κορυφή δυο ξύλινων ποδιών.

Κάποια στιγμή, καθώς σαλεύεις,
χάνεσαι.
Ξαφνιάζεσαι, γυρνάς και πας να φύγεις.
Μα τότε το άλλο σου είδωλο,
τεράστιο, εκτρωματικό έρχεται
κατ' απάνω σου.

Σώνεσαι κλείνοντας τα μάτια.



Προμηθέας λυόμενος

Γιατί πρέπει δηλαδή να βρίσκομαι δεμένος;
Τα σκηνικά είναι από χαρτόνι,
ψεύτικες κι όλες οι λάμψεις κι οι αστραπές,
κι όταν ανάψουνε τα φώτα, το κοινό θα φύγει.

Γιατί πρέπει δηλαδή μονάχα να υπομένω;
Αμα τα φώτα σβήσουνε ξανά, κι εγώ θα φύγω.

Δε θέλω πια κανένας να υποφέρει.

(Αρκετά μ' έκαψε η φωτιά!)

Κι αν έρθει το πουλί, το πνίγω.



ΤΑ ΤΟΠΙΑ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ (1971)

Η τετελεσμένη μοίρα

Θα 'θελα κάποτε να γυρίσω πάλι εκεί,
κοντά στα θεόρατα κύματα και τους ασά-
λευτους κάβους.
Θα 'θελα να γυρίσω πάλι κάποτε,
ακόμα κι αν ξαναβυθιστώ στην πέτρα,
κι αν βουλιάξω
κάτω απ' τα κυπαρίσσια και τις ξερολιθιές.

Να 'μαι εγώ εδώ κι εκείνα εκεί
δεν το βαστώ. Δεν υποφέρεται
τέτοιος ζωντανός χωρισμός.

Ας ξεριζώσει λοιπόν τα δέντρα και τα παράθυρα,
κι ας με ξαναφέρει πάλι αυτός ο άνεμος.
Δε μπορώ πια οι άλλοι να μ' αναγκάζουν,
να μ' αναγκάζει η ίδια η ανάγκη
κι η τετελεσμένη μοίρα.

Ο ήλιος να σέρνει τις αλυσίδες του στη θάλασσα.

Να ουρλιάζει γύρω το μελτέμι.

Η νύχτα να πέφτει σκούρα σα μελάνι.

«Δε θα ξαναπάς ποτέ!»,
μου 'λεγε ο άνεμος αυτός.



ΕΚΛΕΙΨΗ (1974)

Δε μπόρεσα να καταλάβω...

Δε μπόρεσα να καταλάβω την αταραξία των δέντρων,
αυτή τη χάρη του Θεού.

Ποιος είναι βέβαιος πια για τίποτα!
Το σώμα δεν κουράζεται μόνον, αλλά κι εκδικείται,
σαν του στερείς του ζώου τη βεβαιότητα.

Εμάς ακόμα
μας ψήνουν τα λιοπύρια πάνω από τους τάφους,
βροχές μας μαστιγώνουνε και κρύοι βοριάδες
μας σβήνουν τα κεριά.
Και πάλι έχουμε κι άλλα δάκρυα,
που κάποτε κι αυτά στερεύουν.

Αμα έχεις αφήσει πίσω σου όλη την έρημο κι η
έρημος συνεχίζεται.
Οταν αλλάζει πια η ψυχή το δέρμα της
και χάνει το πρώτο της χνούδι.

(Επαιζε πάντα ο δαίμονας σκληρά μαζί μου,
κι ο άγιος σήκωνε το σπαθί, όταν είχε πια γδαρθεί.)



ΤΑ ΜΙΣΑ ΤΟΥ ΠΛΟΥ (1979)

Ο ψίθυρος των πραγμάτων

Τα πράγματα δε μου μιλούν, στέκω ν' ακούσω
τους τελευταίους τους ψιθύρους, καθώς πεθαίνουν.
Οπως η λυπημένη θάλασσα της γαλήνης.

Περίλυπο το άλλο μου πρόσωπο τα επισκοπεί,
πάνω από νοτισμένες στέγες κι από καμινάδες που
παλεύουν νότος και βορράς
κι αλλάζουν στη βροχή και στον καπνό κατεύθυνση.

Ξημερώνει στους καπνοσυλλέκτες και στις κεραίες των
τηλεοράσεων.
Κι ωστόσο, αντίκρυ εκεί στον τοίχο, πέφτει ακόμα
φως τόσο γλυκό,
υπόλοιπο απ' αυτό που λέγαμε άλλοτε ψυχή.
Ούτε το σκέφτεσαι πως πάει να δύσει.

Ο κόσμος βουίζει γύρω πιο πραγματικός.
Ο ήλιος είναι πιο ζεστός στα μέλη.

Εργα της τύχης και της τόλμης.
Ωσπου να λάμψει ξάφνου εμπρός σου
ο άγιος αστραφτερός κρατώντας το σπαθί,
όταν δε θα μπορεί πια να ξυπνήσει η σκέψη.

Ομως εγώ μόνο γι' αυτή τη ζωή μιλώ.
Την άλλη, κι αν την πιστεύω, δεν την ξέρω.



ΑΛΛΑΓΗ ΦΩΤΙΣΜΟΥ (1984)

Ο Μεσσίας

Τον περιμέναμε σαν τον Μεσσία
να ξαναρθεί μέσα απ' τη φάτνη,
τώρα που ο κόσμος γίνηκε πετρέλαιο και κατράμι.
Τον περιμένανε κι όσοι «ουκ οίδασι τι ποιούσι».

(Εσύ, μεγάλο μάτι,
απ' τον ψηλό το θόλο δες και κρίνε
τι γρήγορα έρχεται η προδοσία,
μ' ένα χαμόγελο, μ' ένα φιλί.)

Τον περιμέναμε, κι είχαμε μείνει
σαν τις καρέκλες σ' αδειανή εκκλησιά.

Μα ποιος μπορούσε πια, ποιος είχε τη δύναμη
σε μια απ' τις γλώσσες της Βαβέλ
να φέρει στον κόσμο
ένα ποίημα.



Ο ΗΛΙΟΣ ΤΟΥ ΜΕΣΟΝΥΧΤΙΟΥ (1991)

Ο ήλιος του μεσονυχτίου

«Εστι δε πίστις...»
( «Προς Εβραίους», 11,1.)

Σαν τον ήλιο του μεσονυχτίου,
ας κατέβουμε χαμηλά.
Αυτός δεν είναι ήλιος. Είναι το είδωλό του,
που φέγγει ακόμα, ενώ εκείνος πια έχει δύσει.

Θ' αφήσω πάλι την ελπίδα να περάσει μέσα από «κε-
φαλή βελόνης».
Η φύση με βρεγμένα φτερά δε μπορεί να πετάξει,
κουβαλώντας σε μόρια ύλης κάτι από την ψυχή των
προγόνων.

Ας κατέβουμε χαμηλά.

Τα μάτια μας διεσταλμένα για να κοιτάζουν,
τα χείλια μας ανυπόμονα να γευτούν.
Γένος αμαρτωλό,
ξεχνάμε ακόμα ως και το θαύμα.
Τα χέρια μας αεικίνητα, έτοιμα ν' αρπάξουν.

Ποιος βρίσκεται πιο πάνω και πιο κάτω
ανάμεσα σε καύκαλα γυμνά,
που σε κοιτάζουν κιόλας με τις άδειες τρύπες των
ματιών τους;
Η πεντάμορφη με το ρόδο κι η γκαβή κολοκύθα.
Το κρανίο του Γιόρικ και του Μεγαλέξαντρου.

«Εστι δε πίστις ελπιζομένων υπόστασις,
πραγμάτων έλεγχος ου βλεπομένων.»
Πόσο να βυθιστώ πιο βαθιά;
Απ' αλλού δεν μπορώ να φύγω.

Ας κατέβουμε χαμηλά,
ας κατέβουμε ακόμα πιο χαμηλά.
Αυτό το φως δεν παύει να φέγγει.



ΠΑΛΙΡΡΟΙΑ (1998)

Ο ύπνος

Τον έπαιρνε ο ύπνος.
Κατάκοπο σε μια γωνιά τον έπαιρνε ο ύπνος,
ενώ οι άλλοι γύρω φλυαρούσαν.

Μήνες, μέρες, χρόνια
τον κυνηγούσε επίμονα, σπασμωδικά.
Μα τώρα ο ύπνος ερχόταν μόνος του,
βάραινε στα βλέφαρά του.

Σα να μην ήταν αυτός,
σα να μην είμαστε εμείς.

Και δεν ήθελε πια τίποτ' άλλο.



ΟΣΟ ΕΙΝΑΙ ΑΚΟΜΑ ΚΑΙΡΟΣ (2006)

Πράξις λαθραία

«...σαν πάει κάτι/να/ γραφή/είναι/ως αν/
να γράφονταν/ από την άλλη μεριά/
αγγελτηρίων/θανάτου...» (Ποίηση 1948, Ελευσις, 1948)
Ν. ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ

Ηταν ωραία στην αοριστία της
αυτή που με κρατούσε
ανάμεσα στο σκοτάδι και στο φως,
εκεί που ισορροπούν η μέρα με τη νύχτα,
με μισό πρόσωπο στο φως και τ' άλλο στο σκοτάδι.

Ωραία, με προεκτάσεις απροσδιόριστες.

Οπως όταν χαράζει το χειμώνα
μέρα λαμπρή στα μέσα του Γενάρη,
κι άλλοτε, σαν «από την άλλη
μεριά αγγελτηρίων θανάτου».

Πράξις λαθραία,
που κάποτε κι αυτή τελειώνει
σαν τη ζωή.



Σημείωση: Εξαιρετική είναι η ανθολόγηση καθώς και το μελέτημα του Στέφανου Διαλησμά για το έργο του ποιητή: Κώστας Στεργιόπουλος "Επιλογή απ' τα ποιήματα", επιμέλεια και ανθολόγηση: Στέφανος Διαλησμάς, Ερμής 2008
http://www.poema.gr/dokimio.php?id=238

Κυριακή, 10 Ιανουαρίου 2016

ΣΩΜΑ

Εξασφάλιζα ασφαλές περιβάλλον εργασίας
με σώμα γίγαντα σφυρηλατημένο 
με ασκήσεις κυκλώπειου βάρους, υπομονής 
και επιμονής , με διατροφή λέοντα, 
χτίζοντας όγκο με καλούπια μυϊκού ιστού που βρυχάται, 
σε μια ηλικία ωμή, 
με ψευδαισθήσεις αθανασίας τυλιγμένη. 
Ζούσα τις νύχτες ως μονομάχος 
γευόμενος σαν λεία, το δέος των τρωτών. 
Και ύστερα… ο χρόνος. 
Χρησικτησία ηλικίας, 
που ξεφούσκωσε το νεανικό το σφρίγος 
και το μόνο που άφησε 
ήταν ένα κορμί σαμπρέλα με χαραγμένες πάνω του, 
άγριες στιγμές σε ζωώδικες ρυτίδες. 
Στεροειδή από το Χαρτούμ μπορεί και από την Χιμάρα, 
έβραζαν είκοσι χρόνια μέσα μου, φουσκώνοντας τα τείχη. 
Ένα κενό το αυγό και διάφανο το τσόφλι. 
Η έκπτωση μιας φιλοσοφίας της ζωής 
που έλιωσε μαζί με τον ιδρώτα σαν κηροζίνη 
με ένζυμα και ηλεκτρολύτες, 
στο κενοτάφιο , ψηφιδωτών γυμναστηρίου. 
Τώρα, 
με την υπομονή Μανδαρίνου 
καλλιγραφώ στα μεσοδιαστήματα 
των μικρότερων στιγμών της ζωής, 
σιωπηλές εντολές 
για την αναστροφή του χρόνου.

Οι στίχοι μου






Δικά μου οι στίχοι, απ' το αίμα μου, παιδιά.
Μιλούνε, μα τα λόγια σαν κομμάτια
τα δίνω από την ίδια μου καρδιά,
σα δάκρυα τους τα δίνω από τα μάτια.

Πηγαίνουν με χαμόγελο πικρό,
αφού τη ζωήν ανιστορίζω τόσο.
 Ήλιο και μέρα και ήλιο τους φορώ,
ζώνη ναν τα 'χουν όταν θα νυχτώσω.

Τον ουρανόν ορίζουν, τη γη.
Όμως ρωτιούνται ακόμα σαν τι λείπει
και πλήττουνε και λιώνουν πάντα οι γιοί
μητέρα που γνωρίσανε τη Λύπη.

Το γέλιο του απαλότερου σκοπού,
το πάθος μάταια χύνω του φλαούτου·
είμαι γι' αυτούς ανίδεος ρήγας που
έχασε την αγάπη του λαού του.

Κει ρεύουνε και σβήνουν και ποτέ
δεν παύουνε σιγά-σιγά να κλαίνε.
Αλλού κοιτώντας διάβαινε, Θνητέ·
Οι στίχοι μου Λήθη, το πλοίο σου φέρε μου να πλένε


Νηπενθή 

Μυγδαλιά



Κι ακόμα δεν μπόρεσα να καταλάβω πώς μπορεί να πεθάνει μια γυναίκα που αγαπιέται. 

Έχει στον κήπο μου μια μυγδαλιά φυτρώσει 
κι είν’ έτσι τρυφερή που μόλις ανασαίνει· 
μα η κάθε μέρα, η κάθε αυγή τηνε μαραίνει 
και τη χαρά του ανθού της δε θα μου δώσει. 
Κι αλοίμονό μου! εγώ της έχω αγάπη τόση... 

Κάθε πρωί κοντά της πάω και γονατίζω 
και με νεράκι και με δάκρυα την ποτίζω 
τη μυγδαλιά που 'χει στον κήπο μου φυτρώσει. 
Αχ, της ζωούλας της το ψέμα θα τελειώσει· 
όσα δεν έχουν πέσει, θα της πέσουν φύλλα 
και τα κλαράκια της θε ν' απομείνουν ξύλα. 
Την άνοιξη του ανθού της δε θα μου δώσει 
Κι όμως εγώ ο φτωχός της είχ' αγάπη τόση...

Ο Πόνος του Ανθρώπου και των Πραμάτων 

AYΠΝΟΣ





Ο ουρανός της νύχτας είναι σαν ένα φύλλο καρμπόν,
Μπλε – μαύρο , με τις πυκνοσημαδεμένες περιοχές των αστεριών
Που αφήνουν το φως να περνά, από τρύπα σε τρύπα–
Ένα φως οστέινο, λευκό σαν θάνατος, πίσω από κάθε πράγμα.
Κάτω απ` τα μάτια των αστεριών και του φεγγαριού το δαχτυλίδι
Υπομένει την έρημο του προσκεφαλιού του, η αυπνία
Απλώνει την λεπτή , ερεθιστική της άμμο προς όλες τις κατευθύνσεις

Ξανά και ξανά , η παλιά , κοκκώδης ταινία
Προβάλλει ντροπές – τις βροχερές ημέρες
Της παιδικής ηλικίας και εφηβείας, κολλώδεις από όνειρα,
Γονικά πρόσωπα πάνω σε ψηλά εδρανα, εναλλάξ αυστηρά και βουρκωμένα,
Ένας κήπος άρρωστα τριαντάφυλλα που του έφερναν κλάμμα.
Το μέτωπό του ανώμαλο σαν τσουβάλι με πέτρες.
Οι αναμνήσεις σπρώχνονται να βγουν στην επιφάνια σαν ξεπερασμένοι σταρ του σινεμά

Έχει πια ανοσία στα χάπια : κόκκινα , μωβ, μπλε-
Πως φωτίζουν την πλήξη ενός απογεύματος που δε λέει να περάσει!
Αυτοί οι ζαχαρένιοι πλανήτες, που η επίδρασή τους κέρδισε γι` αυτόν
Μια ζωή βαπτισμένη στη μη ζωή για λίγο,
Και το γλυκό, ναρκωμένο ξύπνημα ενός επιλήσμονος βρέφους.
Τώρα τα χάπια είναι εξαντλημένα και ανόητα σαν κλασσικοί θεοί.
Τα χαζά νυσταλέα τους χρώματα δεν τον ωφελούν.

Το κεφάλι του είναι ένας μικρός χώρος από γκρίζους καθρέφτες.
Κάθε χειρονομία δραπετεύει ακαριαία σε ένα σοκκάκι
Από συρρικνούμενες προοπτικές και η σημασία του
Στραγγίζεται σα νερό έξω από την οπή στην άλλη άκρη.
Ζει εκτεθειμένος σε ένα ξεσκέπαστο δωμάτιο,
Οι γυμνές σχισμές των ματιών του πέτρωσαν ορθάνοιχτες
Στο ακατάπαυστο ασταποβόλο πετάρισμα των καταστάσεων.

Οληνυχτίς, στην γρανιτένια αυλή , αόρατες γάτες
Ούρλιαζαν σαν γυναίκες , ή σαν κατεστραμένα όργανα.
Μπορεί κιόλας να νιώσει το φως της μέρας , τη λευκή του αρρώστια,
Να ξεπροβάλλει έρποντας μ` ένα καπέλο γεμάτο ασήμαντες επαναλήψεις.
Η πόλη είναι ένας χάρτης με χαρούμενους σφυριχτές τώρα,
Και παντού άνθρωποι , με τα μάτια τους διάφανα –ασημί και άδεια,
Καλπάζουν προς τις δουλειές τους στη σειρά , λες κι έχουν πρόσφατα υποστεί πλύση εγκεφάλου.

Σάββατο, 9 Ιανουαρίου 2016

ΤΟ ΚΟΡΑΚΙ


Δώδεκα έδειχνεν η ώρα, μεσονύχτι, όπως και τώρα
Κι ήμουν βυθισμένος ώρα σε βιβλία αλλοτινά,
Όταν μέσα από ένα θάμπος ύπνου να μου εφάνη, σάμπως
Κάποιος έξω από την πόρτα να χτυπούσε σιγανά.
Επισκέπτης, είπα, θά ’ναι και χτυπάει σιγανά
Τούτο θά ’ναι μοναχά.    

Α, θυμάμαι, έπεφτε χιόνι και του κρύου Δεκέμβρη οι τόνοι
Σκούζαν μες στο παραγώνι και στοιχειώναν στη φωτιά.
Η νυχτιά με στενοχώρα κι άδικα έψαχνα τόση ώρα
Νά ’βρω τη γλυκειά Λεωνόρα μες τ’ αρχαία μου χαρτιά.
Τη Λεωνόρα που οι αγγέλοι της κρατάνε συντροφιά
Και δική μας ποτέ πια.    

Κάθε θρόισμα στο μετάξι της κουρτίνας είχε αλλάξει
Κι έρχονταν να με ταράξει ο άγριος φόβος που τρυπά.
Κι έλεγα, για να πάρω θάρρος και να διώξω αυτό το βάρος:
– Επισκέπτης, δίχως άλλο, θά ’ναι τούτος που χτυπά,
Κάποιος νυχτοπαρωρίτης, που για νά ’μπει μου χτυπά
Τούτο θά ’ναι μοναχά.    

Ξάφνου ως ν’ άντριωσε η ψυχή μου και παρά την ταραχή μου
– Κύριε, φώναξα, ή κυρία, συγχωρέστε με, έστω αργά
Στα χαρτιά μου ήμουν σκυμένος κι ίσως μισοκοιμισμένος
Δε σας άκουσα ωρισμένως να χτυπάτε έτσι σιγά.
Με τα λόγια τούτα ανοίγω τα πορτόφυλλα γοργά.
΄Εξω η νύχτα μοναχά.    

Το σκοτάδι αυτό τρυπώντας έμεινα εκειδά απορώντας
Κάθε τόσο ανασκιρτώντας μέσα σ’ όνειρα αλγεινά.
Κράτησε ησυχία για ώρα κι άξαφνα απ’ τα βάθη τώρα,
Μια φωνή να λέει Λεωνόρα σα ν’ ακούστηκε βραχνά.
Εγώ φώναξα «Λεωνόρα» και τη φέρνει η ηχώ ξανά,
΄Ετσι θά     ’ναι μοναχά.

Μπήκα στο δωμάτιο πάλι, μ’ άνω κάτω το κεφάλι,
Μα μέσα απ’ αυτή τη ζάλη, δυνατήν ακούω χτυπιά.
– Α, στο παραθύρι θά ’ναι, λέω ευθύς, και με ζητάνε,
Ας ιδώ τώρα ποιος νά ’ναι, φτάνει το μυστήριο πια,
Η καρδιά μου δεν αντέχει, φτάνει το μυστήριο πια
Θά ’ναι ο αγέρας μοναχά.    

Τότε τα παντζούρια ανοίγω, όμως μια κραυγή μου πνίγω
Καθώς βλέπω ένα κοράκι μες στο δώμα να περνά.
Η ευγένεια δεν το νοιάζει κι ούτε που με λογαριάζει,
Μα γαντζώνει στο περβάζι της εσώπορτας στερνά.
Μα γαντζώνει και κουρνιάζει στη μαρμάρινη Αθηνά
Και κυττάζει μοναχά.    

Πως ανάπνευσα στ’ αλήθεια και γελώντας απ’ τα στήθια,
Λέω, από παλιά συνήθεια, στ’ όρνιο με τη κρύα ματιά:
– Κι αν σου κόψαν το λοφίο κι αν σ’ αφήκαν έτσι αστείο
Μαυροπούλι άλλοτε θείο, που πλανιέσαι στη νυχτιά,
Ποιό είναι τάχα τ’ όνομά σου μες την άραχνη νυχτιά;
Και μου λέει: – Ποτέ πια!    

Θάμασα πολύ μου ακόμα τ’ όρνιο, που είχε ανθρώπου στόμα,
Μα τα λόγια του όλο σκώμμα δε μου μάθανε πολλά.
Γιατί αλήθεια, είναι σπουδαίο και περίεργο και μοιραίο,
Αν μια νύχτα, σας το λέω, δείτε κάπου εκεί ψηλά
Κουρνιασμένο ένα κοράκι στην Παλλάδα, να μιλά
Και να λέει: – Ποτέ πια!    

Τ’ όνομά του θα μου κράζει, σκέφτηκα, μα τι με νοιάζει,
΄Ισως πάλι να νυστάζει και τα λόγια του ξεχνά.
΄Ομως τούτο ούτε σαλεύει κι είναι ως κάτι να γυρεύει
Και του κρίνουμαι: – Περσεύει κι άλλος τόπος εδωνά,
Την αυγή θα φύγεις πάλι σαν ελπίδα που περνά.
Και μου λέει: Ποτέ πια!    

Τρόμαξα στ’ αλήθεια μου, όντας, μου δευτέρωσε μιλώντας,
– Δίχως άλλο, είπα σκιρτώντας, τούτο ξέρει μοναχά.
Κάποιος πρώην κύριός του, θά ’κλαψε πολύ, ο καϋμός του
΄Ισως νά ’γινε δικός του και για τούτο αγκομαχά
Και του απόμεινε στη σκέψη κι είναι σα να ξεψυχά
Λέγοντάς μου: – Ποτέ πια!    

Και τη θλίψη μου ξεχνώντας έστρεψα σ’ αυτό γελώντας
Την καρέκλα μου τραβώντας στο κοράκι αντικρυνά.
Μα στο κάθισμά μου απάνω, χίλιες τόσες σκέψεις κάνω
Και στο νου μου τώρα βάνω για ποιό λόγο αληθινά
Σα μιαν επωδή μακάβρια να μου λέει όλο ξανά
Το κοράκι: Ποτέ πια!    

Γρίφος θά ’ναι ή αίνιγμά του κι ίσως μήνυμα θανάτου
Και κυττώντας τη ματιά του που μου τρύπαε την καρδιά,
Γέρνω ωραία μου το κεφάλι, στο δικό της προσκεφάλι,
Όπου αντιφεγγούσε πάλι, σαν και τότε μια βραδυά,
Με το βιολετί βελούδο, σαν και τότε μια βραδυά
Και που δε θ’ αγγίξει πια!    

Ξάφνου ως νά ’νοιωσα μου εφάνη γύρω μου άκρατο λιβάνι
Και πλημμύρα να μου φτάνει σύννεφο η θεία του καπνιά.
– ΄Αθλιε, φώναξα, στοχάσου, που ο Θεός στέλνει κοντά σου.
Αγγέλους να σου σταλάσουν νηπενθές για λησμονιά,
Πιές το, ω, πιές το, τη Λεωνόρα να ξεχάσεις μ’ απονιά,
Και μου λέει: – Ποτέ πια!    

Α, προφήτη, κράζω, ωιμένα, κι αν του δαίμονα είσαι γέννα
Κι αν ο Πειρασμός σε μένα, σ’ έστειλε απ’ τη γης βαθειά,
Κι αν σε τόπο ρημαγμένο σ’ έχει ρίξει απελπισμένο
Σ’ ένα σπίτι στοιχειωμένο με σκιές και με ξωθιά,
Θά ’βρω στη Γαλαάδ, ω πες μου, θά ’βρω εκεί παρηγοριά ;
Και μου λέει: – Ποτέ πια!    

– Α, προφήτη, ανήλιαγο όρνιο κι αν πουλί σαι κι αν δαιμόνιο
Απ’ το σκότος σου το αιώνιο κι απ’ την κρύα σου συννεφιά.
Πες μου, στης Εδέμ τα δάση, θά ’βρει ο νους μου ν’ αγκαλιάσει
Μια παρθένα πού ’χει αγιάσει κι έχει αγγέλους συντροφιά,
Μιαν ολόλαμπρη παρθένα, πού ’χει αγγέλους συντροφιά ;
Και μου λέει: – Ποτέ πια!    

Φύγε στ’ άγριά τα σου μέρη, όρνιο ή φάντασμα, ποιος ξέρει
Αν αυτό που σ’ έχει φέρει δεν σε καταπιεί ξανά.
Κι ούτε ένα μικρό φτερό σου να μη μείνει εδώ δικό σου,
Φώναξα, και το φευγιό σου να χαθεί στα σκοτεινά.
Πάρε και το κρώξιμό σου πέρα από την Αθηνά.
Και μου λέει: – Ποτέ πια!    

Κι από τότε εκεί δεμένο, το κοράκι, καθισμένο
Μένει πάντα κουρνιασμένο στη μαρμάρινη θεά.
Κι η ματιά του όπως κυττάζει, με ματιά δαιμόνιου μοιάζει
Κι η νυχτιά που το σκεπάζει του στοιχειώνει τη σκιά.
Α, η ψυχή μου, δε θα φύγει μια στιγμή απ’ αυτή τη σκιά.
Δε θα φύγει ποτέ πια!    


Μετάφραση: Γιάννης Β. Ιωαννίδης (1949).

Τρίτη, 5 Ιανουαρίου 2016

[Η Θάλασσα Σε Απόσταση Αναπνοής]


 
 
Μεγάλωσα μέσα στη θάλασσα και η φτώχεια μου είχε ένα μεγάλο πλούτο, αλλά έπειτα έχασα τη θάλασσα και όλες οι πολυτέλειες μου φάνηκαν γκριζωπές και η αθλιότητα ανυπόφορη. Από τότε περιμένω. Περιμένω τα καράβια της επιστροφής, το σπίτι των υδάτων, τη διάφανη μέρα. Κάνω υπομονή και καλλιεργώ την ψυχή μου με όλες μου τις δυνάμεις. Με βλέπουν να περνώ από όμορφους και σοφούς δρόμους, θαυμάζω τα τοπία, χειροκροτώ όπως όλος ο κόσμος, δίνω το χέρι μου, δεν είμαι εγώ που μιλάω. Με εγκωμιάζουν, ονειρεύομαι λίγο˙ με προσβάλλουν, δεν εκπλήσσομαι σχεδόν καθόλου. …
 
Στους ενταφιασμούς ξεπερνώ τα όρια του εαυτού μου. Στ’ αλήθεια αριστεύω. Βαδίζω με αργό βήμα στα προάστια που ανθίζουν από σιδερικά, διασχίζω μεγάλες αλέες που είναι φυτεμένες με τσιμεντένια δέντρα και σε οδηγούν σε τρύπες της παγωμένης γης. Εκεί, κάτω από τον επίδεσμο του ουρανού που μόλις βάφεται κόκκινος, κοιτάζω τους θαρραλέους συντρόφους να θάβουν τους φίλους μου σε τρία μέτρα βάθος. Αν πετάξω το λουλούδι που μου δίνει ένα απλωμένο χέρι από άργιλο, θα πέσει σίγουρα μέσα σ’ έναν τάφο. …
 
 
 
Στη Νέα Υόρκη μερικές ημέρες, χαμένος στο βάθος αυτών των πέτρινων ή ατσαλένιων πηγαδιών όπου στο εσωτερικό τους περιπλανώνται εκατομμύρια άνθρωποι, έτρεχα από το ένα στο άλλο χωρίς να διακρίνω τον πάτο τους, εξαντλημένος, μέχρις ότου στηρίχθηκα πάνω στην ανθρώπινη μάζα που έψαχνε μια διέξοδο. Τότε πνιγόμουν και από τον πανικό μου ήμουν έτοιμος να ουρλιάξω. Αλλά κάθε φορά κάποιο μακρινό κάλεσμα από ένα ρυμουλκό μού υπενθύμιζε ότι αυτή η πόλη, στέρνα ξερή, ήταν ένα νησί και ότι στην άκρη του το νερό της βάφτισής μου με περίμενε, μαύρο και βρώμικο νερό γεμάτο από κούφιους φελλούς. Έτσι εγώ που δεν έχω τίποτα δικό μου, που χάρισα την περιουσία μου, που κατασκηνώνω κοντά σε όλα μου τα σπίτια, νιώθω πλήρης όταν το θέλω, αποπλέω οποιαδήποτε ώρα και η απελπισία με αγνοεί. Δεν υπάρχει πατρίδα για τον απελπισμένο. Ξέρω ότι η θάλασσα προπορεύεται ή με ακολουθεί. Έχω μια τρέλα έτοιμη για όλα.
 
 
 
[Albert Camus, Η θάλασσα σε απόσταση αναπνοής,
μετάφραση Χρήστος Σαλταπήδας, εκδ. Απόστροφος]
 http://www.bibliotheque.gr/article/51539

[ΩΔΗ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ]

 
Είμαι λάτρης της ομορφιάς του σώματος
Του κήπου που το περιβάλλει
Ήλιοι του πιάνουν το χέρι
Ντρέπεται να κυκλοφορήσει γυμνό
Ένα λουλούδι φυτρώνει στο στόμα του
Το κόβει παίζοντας ένα παιδί
Και το καρφώνει στον ουρανό.
Την άλλη μέρα έβρεχε από νωρίς
Μυρωδιές πρόωρης άνοιξης.
 
Είμαι λάτρης της ηδονής του σώματος
Δαγκώνει τη ρόγα του ο άνεμος
Μετά το παρασέρνει σ’ ένα κρεβάτι
Τραντάζεται η γη απ’ το βογκητό του
Μια στάλα αίμα πέφτει στο σεντόνι
Ροζ κορδέλες τυλίγουν το σκηνικό
Στο τέλος αγκαλιάζονται σφιχτά
Μαζεύει ο καθένας τα κομμάτια του
Και τα βάζει σε βάζο να μη μαραθούν.
 
  
Είμαι λάτρης της μοναξιάς του σώματος
Σ’ ένα δωμάτιο για χρόνια λιμνάζει
Πιο έρημο κι απ’ το φεγγάρι
Κάποτε τα μεσάνυχτα τ’ ακούς να κλαίει
Σκονισμένο δέρμα σε ακινησία
Πάνω του κάθεται ένα πουλί
Του λέει ιστορίες για το χειμώνα
Δίπλα το ραδιόφωνο παίζει μπαλάντες
Κι οι απουσίες ετοιμάζονται για προσκλητήριο.
 
Είμαι λάτρης της φθοράς του σώματος
Σκιάχτρο θλιβερό σε αποσύνθεση
Ζαρωματιές σαν φίδια στο πρόσωπο
Κερί που λιώνει σε αργό τέμπο
Πλάι του ένα ρολόι του μπήγει καρφιά
Γυαλιστερά φέρετρα κάνουν προθέρμανση
Κι αυτό βγαίνει στους δρόμους φοβισμένο
Μπαίνει στην τσάντα του ταχυδρόμου
Τι απέγινε κανείς δεν ξέρει.
 
 
 http://www.bibliotheque.gr/article/52672
[Από τη συλλογή ΕΚΤΟΣ ΕΑΥΤΟΥ,
Εκδόσεις Στοχαστής]

"Υπερήφανο άσμα",










Υπερήφανο άσμα


Αμέτρητα τα μάτια που είναι στραμμένα στο ανάστημα σου
σαν κουρασμένο κοπάδι πάνω σε πολεμικό πλοίο
κι όσο απογοητεύονται - σταματούν για μια στιγμή
σε εσένα να ξαποστάσουν και την ομορφιά να βρουν.
Αμέτρητα τα στόματα που λένε πως σ' αγαπούν κι εσύ μένεις σιωπηλή,
τίποτα περισσότερο δε λες, λέξη − ούτε ευγενική ούτε σκληρή,
επειδή για εσένα κάθε ειπωμένη λέξη, όλα τα διαγράφει.
Αμέτρητες κραυγές συνοδεύουν τα βήματα σου κάθε που εσύ,
σαν τρομερή θεότητα, στέκεσαι κοντά μας
κι αμέτρητα πάθη σαν άχυρο παίρνουν φωτιά κι αμέτρητες καρδιές μαύρο
αίμα χύνουν.
Και κανείς και ποτέ δεν άγγιξε τα ζεστά σου χείλη,
ούτε μια λέξη γλυκιά δεν άκουσε,
μόνο σαν δυο αδελφές που κλαίνε σιωπηλά οι δυο ψυχές μας έλεος ζητούν.
Κι εγώ είμαι ο πλοίαρχος ο δικός σου και του κορμιού σου,
όπως οι παλιοί δεσπότες σε κυβερνάω τώρα,
το στόμα μου πίνει απ’ όλες τις πηγές σου κι όλη η τρυφερότητα σου σε
εμένα χύνεται.
Ω, αυτό είναι που θέλησε η γριά μοίρα να είμαι εγώ ο εκλεκτός,
εγώ ο μοναδικός και πάντοτε μαζί της
αιχμάλωτος και δοσμένος στη μαγεία της.
Θα σηκώσω το κεφάλι μου με υπερηφάνεια
και σαν μουεζίνης από το λεπτό μιναρέ,
ενώ κάτωθεν μου απλώνεται ένα διάφανο σιτάρι
και στο σεληνόφως μπλε λουλούδια ζιζανίων.
Θα φωνάξω δυνατά μέσω του σιωπηλού αυτού τοπίου,
να προσπεράσω κάθε άπιστο φόβο:
«Ναι, μόνο αυτή είναι πραγματικά όμορφη και εγώ ο αιώνιος προφήτης της».


Μετάφραση: Jelena Bosnjaković ex Bajraktarović

Επίμετρο

Ο Milan Rakić (Μίλαν Ράκιτς), γεννήθηκε στο Βελιγράδι το 1876. Καταγόταν από επιφανή οικογένεια του Βελιγραδίου μέσω της οποίας απέκτησε από νωρίς ευρεία παιδεία. Σπούδασε νομικά στο Παρίσι και, μετά την επιστροφή του, μπήκε στην διπλωματική υπηρεσία, όπου εργάστηκε τα περισσότερα έτη της ζωής του.
Τα πρωτόλειά του δημοσιεύτηκαν στη "Σερβική λογοτεχνική εφημερίδα" το 1902. Αρχικά υπήρξε εμφανώς επηρεασμένος από τα γαλλικά πρότυπα, καθώς κατά την παραμονή του στη γαλλική πρωτεύουσα διδάχτηκε την ακρίβεια της έκφρασης, τη σαφήνεια και την καλλιτεχνική πειθαρχία.
Έγραψε περίπου 50 ποιήματα αλλά λόγω της τελειομανίας του δημοσίευσε μόνο δυο ολιγοσέλιδες ποιητικές συλλογές, το 1903 και το 1912.
Ήταν κυριευμένος από ένα συναίσθημα ανεπάρκειας το οποίο εκφράζει μέσω του έργου του. Ο ανθρώπινος λήθαργος εν ζωή και οι ρυθμοί εργασίας τού προκαλούσαν δυστυχία κι όπως έλεγε: «η δυστυχία των άλλων είναι και δική μας δυστυχία». Ως μόνη διέξοδο από αυτή την κατάσταση έβρισκε το θάνατο. Τούτη η απαισιοδοξία του χρωματιζόταν πάντοτε με ειρωνεία και αυτοσαρκασμό εντός των στίχων του.
Αντίσταση σε αυτή την υπαρξιακή του απόγνωση υπήρξε η ισχυρή ηδυπάθεια και επιθυμία του για μια πλήρη ζωή. Μια ζωή που απορρίπτει κάθε πλάνη, κάθε ξύλινο λόγο και όλες τις φρούδες ελπίδες, μια ζωή που άφοβα πορεύεται προς τον βέβαιο θάνατο. Σχετικά με τον έρωτα, πίστευε πως η αλήθεια κρύβεται μόνο στον αρχικό ενθουσιασμό. Στα ποιήματα του τον τοποθετεί κάτω από μεγεθυντικό φακό και τον εξετάζει ψυχρά.
Ο σκεπτικισμός και η απαισιοδοξία του Rakić απελευθερώνονται κυρίως στον κύκλο των πατριωτικών ποιημάτων του. Τα ποιήματά του για το Κοσσυφοπέδιο μεταφέρουν κάτι από την αυθεντικότητα του μεσαίωνα, με πάντοτε εμφανή τον ευγενή πατριωτισμό αλλά και την ευθεία γλώσσα του.
Έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 61 ετών, έπειτα από χειρουργική επέμβαση στο Ζάγκρεμπ.
«Ο Rakić είναι ένας από τους πυλώνες της σερβικής ποίησης, μετριοπαθής, από τους μεγαλύτερους μάλιστα, αλλά αυτό σε καμία περίπτωση δεν αναιρεί τον τίτλο αυτό», έγραψε ο Vojislav Đurić. Υπάρχουν βασικές διαφορές μεταξύ των δυο βιβλίων του, οι οποίες έφεραν σε ρίξεις κριτικούς και κοινό και η ποιητική του ικανότητα αμφισβητήθηκε δεκάδες φορές, με τον Predrag Palavestra να γράφει: «ακόμη και οι νέοι που προτάσσονταν ως επαναστατικά πνεύματα και επέστρεψαν από τον πόλεμο ως avant-garde, δεν άγγιξαν ποτέ τους τον Rakić», ενώ χαρακτηρίζει την ποίηση του "φανταστική".
Το έργο του, είτε ερωτικό είτε πατριωτικό, εξακολουθεί να είναι σημείο αντιλεγόμενο.

http://ppirinas.blogspot.gr/2016/01/milan-rakic-jelena-bosnjakovic-ex.html

Κυριακή, 3 Ιανουαρίου 2016

«Τοῦ Γιώργου Σεφέρη στόν Κάτω Κόσμο»

 

seferis   heaney
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΧΑΡΗΣ ΒΛΑΒΙΑΝΟΣ

Οἱ ἄντρες διαφωνοῦσαν γιά τούς ἀγκαθωτούς θάμνους μέ τά λαμπερά κίτρινα λουλούδια στίς πλαγιές: ἦταν κολλιτσίδες ἤ σπάρτα; «Κάτι μοῦ θυμίζει αὐτό», εἶπε ὁ Γιῶργος. «Δέν ξέρω…»
Ἐκείνη ἡ πρασινάδα στά πόδια σου
εἶναι ἀσφόδελος καί σωστά
ἀλλά γιατί σκέφτομαι τά seggans;
καί μιά ἀνοιξιάτικη μέρα
τῶν δικῶν σου ἡμερῶν τοῦ ’71: ὁ Ποσειδώνας
σηκώνοντας κύματα καί ἀέρα
γύρω ἀπό τό ἀκρωτήριο τοῦ Σουνίου, τό ἴδιο του τό ὄνομα
ὅλο θαλασσινή αὔρα καί βουητό σπηλιᾶς,
ὑπερβολικά ἐγκόσμιο, Γιῶργο, γιά σένα
πού εἶσαι προσηλωμένος σέ μιά ἀλλόκοσμη σκηνή
κάπου μόλις πέρα
ἀπό τήν κορυφογραμμή, τό μεταίχμιο
τῆς λησμοσύνης.
Ἀναθεματισμένο φῶς. Στό διάβολο νά πάει.
Κλεῖσε τά μάτια καί συγκεντρώσου.
Ὄχι ἀγκάθινο στεφάνι, ὄχι σκῆπτρο ἀπό καλάμι
οὔτε αὐλή τοῦ Ἡρώδη, ἀλλά νά!
τό βρῆκες! Μιά κάθοδος, ναί, στόν Ἅδη:
οἱ βελόνες
πού ὁ Πλάτων ἀναφέρει, ἡ μοίρα τοῦ τυράννου
σέ περικοπή πού ἔμελλε νά παραθέσεις:
«τόν ἔδεσαν χειροπόδαρα
τόν ἔριξαν χάμω καί τόν ἔγδαραν,
τόν ἔσυραν παράμερα τόν καταξέσκισαν
ἀπάνω στούς ἀγκαθερούς ἀσπάλαθους
καί πῆγαν καί τόν πέταξαν στόν Τάρταρο, κουρέλι».
Ὅπως ἦταν δίκαιο
γιά τύραννο. Ὅμως γιά σένα, ἴσως
παραήταν δίκαιο, παραῆταν μαῦρο-ἄσπρο,
ἡ εὐκαιρία σου, ὡστόσο,
νά χτυπήσεις τή φάρα του,
μιά τελευταία λέξη πού σκοπό εἶχε
νά σπάσει τή διαφιλονικούμενη σιωπή σου.
Καί γιά μένα εὐκαιρία νά δοκιμάσω τήν αἰχμηρότητα
τῶν seggans – λεπίδα, σέ διάλεκτο
κοφτερή καί πιό σκληρή καί πιό ἁπτή
ἀπό τήν καθομιλουμένη τῶν καιρῶν μας:
χόρτο – ζαχαρωμένη λέξη, πλαστικό σπαθί.
Τό ποίημα αὐτό πού περιλαμβάνεται στή συλλογή τοῦ νομπελίστα Σέημους Χῆνυ District and Circle(κυκλοφόρησε τόν Ἀπρίλιο τοῦ 2006), συνομιλεῖ εὐθέως μέ τό τελευταῖο πού συνέθεσε ὁ Σεφέρης, τό εὐρύτατα σχολιασμένο «Ἐπί ἀσπαλάθων», τό ὁποῖο ἄν καί γράφτηκε τόν Μάρτιο τοῦ 1971 δημοσιεύτηκε γιά πρώτη φορά στό Βῆμα, στίς 23.9.1971, τρεῖς μέρες μετά τόν θάνατό του, μεσούσης τῆς δικτατορίας. Στηρίζεται σέ μιά περικοπή τοῦ Πλάτωνα (Πολιτεία, 616 κ.ε.) πού ἀναφέρεται στή μεταθανάτια τιμωρία τοῦ πατροκτόνου καί ἀδελφοκτόνου τυράννου Ἀρδιαίου, καί εἶναι ἀναμφισβήτητα ἕνα ἀπό τά πλέον «πολιτικά» ποιήματα τοῦ Σεφέρη, ἀφοῦ σέ αὐτό καταδικάζεται ἀπροκάλυπτα τό καθεστώς τῶν ἀπριλιανῶν συνταγματαρχῶν. Ὅπως ὁ Σεφέρης θυμᾶται «τόν Ἀρδιαῖο ἐκεῖνον» μέσω μιᾶς λέξης «χαμένης στοῦ μυαλοῦ τ’ αὐλάκια», ἔτσι καί ὁ Χῆνυ στοχάζεται τή δική του ἰρλανδική ταυτότητα, φέρνοντας στόν νοῦ τήν κέλτικη λέξηseggan –σπαθόχορτο, ξιφάρα στά ἑλληνικά– τήν ὁποία καί ἀντιπαραθέτει μέ τίς ἀντίστοιχες ἀπονευρωμένες ἀγγλικές πού ἐπικρατοῦν στήν καθημερινή ὁμιλία. Ἀπό τήν ἄσκηση βίας στό πολιτικό πεδίο μεταφερόμαστε σ’ ἐκείνη πού ἐπικρατεῖ στό γλωσσικό.
Στό ποίημα αὐτό ὁ Χῆνυ συναντᾶ, κατά τή γνώμη μου, ὅλους ὅσοι, μέ τόν ἕναν ἤ τόν ἄλλο τρόπο, ἀμφισβήτησαν τήν περίφημη σιωπή τοῦ Σεφέρη καί ἔμμεσα φαίνεται νά τόν μέμφεται γιά τήν καθυστέρηση μέ τήν ὁποία ἀποφάσισε νά τή σπάσει, μέ τή δήλωσή του τό 1969. Ὅμως ἡ τρυφερή αὐτή ἀντιπαράθεσή του μέ τόν Ἕλληνα ποιητή δέν φανερώνει παρά πόσο βαθιά καί οὐσιαστική εἶναι ἡ σχέση τους, σχέση πού χωρεῖ καί τή διαφωνία καί τήν κριτική, χωρίς νά ἀναιρεῖ τόν θαυμασμό καί τήν ἐκτίμηση. (Σ.τ.Μ.)
http://www.poetics.patakis.gr/?p=258