Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Κυριακή, 1 Μαρτίου 2015

ΕΛΕΓΕΙΟ ΤΟΥ GRÜNINGEN


                    
                     Μνήμη Friedrich von Hardenberg

Δάση της Ρηνανίας πριν καιρό πολύ σταματημένα μέσα μου
Και ξανά τώρα σαν από κέρας κυνηγετικό ερχόμενα
Οικόσημα και δέντρα γενεαλογικά που δωδεκαετής άθελά μου
        ανακάλυπτα
Es war der erste einzige Traum
                                               Söfchen μου σένα εννοώ
Σαν να σε βλέπω ακόμη να περιδιαβάζεις κάτω απ' τις δεντροστοιχίες
Ή και καμιά φορά στο φως με προσοχή να υψώνεις
Θραύσμα γαλαζωπό από πέτρωμα που φαίνονται οι ραβδώσεις του
        οπόταν
Όλες ιριδωμένες οι ώρες του έτους αρχινούν με βόμβο
Να στροβιλίζονται γύρω απ' το κεφάλι σου (Τα μάτια μου
Ασταμάτητα προσηλωμένα στο φωτεινό σημείο του κέντρου)
Έτσι που πάλι σήμερα να γίνεται και να 'ναι
Δεκαεννιά Μαρτίου του χίλια επτακόσια ενενήντα επτά

Τόλμημα πρώτο αυτό. Και δεύτερο: να σ' αποκαθηλώσω από τους
        αριθμούς της νύχτας

  9: έφιππος φτάνει εκείνος που θα κοιμίσει τον άγγελο στο
      στήθος σου
10: με χωνάκια λιλά μυριάδες το αναρριχητικό κατακαλύπτει
      πόρτες και παράθυρα
11: βαρύς, πεσμένος ο ουρανός πιο κάτω κι απ' τις καπνοδόχους
12: γέρνει από το 'να μέρος το κρεβάτι σου
13: κάνει κύμα τρίτο η ειμαρμένη
14: και χωρίς εσένα, υποχθόνια η άνοιξη προωθεί τα καρποφόρα της
15: πως κυνηγιούνται τα νερά κάτω από τα χορτάρια!
16: άκου, άκου ομορφιά! Δες, δες ακόμα κάτι!
17: μέσ' από της ψυχής σου τη σχισιματιά ωραιότερος δείχνει τώρα
      ο τάφος
18: όπου να 'ναι φτάνει ο πιο μαύρος δυνατός αέρας των μαλλιών
      της Ίσιδας
19: τόσο μεγάλος ο ουρανός και τόσο η γης μικρή για δύο ανθρώπους
      μόνον

Μικρά χρυσά πετούμενα μωράκια της αναπνοής σου ακόμη
Πάνε κι έρχονται πάνω στην πέτρα και τις νύχτες παίζουνε φεγγάρι
Αλλ' εκείνος που σαν γλύπτης ήχων μουσική από μακρινούς
        αστερισμούς συνθέτει
Νύχτα-μέρα εργάζεται. Και τι ντο φαιά τι σολ ιώδη ανεβαίνουν
Στον αέρα. Που κι οι βράχοι πιο ιερείς τέτοιο κλάμα το ευλαβούνται
Και τα δέντρα πιο πουλιά συλλαβές ομορφιάς ανερμήνευτης
Ομολογούνε. Ότι ο έρωτας δεν είναι αυτό που ξέρουμε μήτε αυτό
        που οι μάγοι διατείνονται
Αλλά ζωή δεύτερη ατραυμάτιστη στον αιώνα

Έαρ έλα. Συνένοχος αφού είσαι. Κοίτα:
Τι βαθύ πράσινο τώρα τους ώμους της καλύπτει
Και πως εκείνος την κοιτάζει! Πως, υστέρα που επάλεψε να βγει
Μέσ' από τους ανθώνες ένα θάμβος μωβ τους αναρπάζει λίγο
        ψηλότερα απ' το έδαφος
Καταμεσής Μαΐου αυτά θελήσανε οι θεοί
Κι άλλα που αγνοώ. Αλλ' αν ατυχής υπήρξε η φορά των πραγμάτων
Έκτοτε, μέγιστον ήταν το μάθημα. Επειδή
Αφότου δωδεκαετής μόλις σας εγνώρισα για μένα γίνατε
Δάση της Ρηνανίας ποταμοί των κοιλάδων άμαξες ιππείς αυλές
        με κρήνες κι αετώματα

Η καθημερινή πρώτη σελίδα του μετα-θανάτου.

 

Παρασκευή, 27 Φεβρουαρίου 2015

ΛΙΒΑΔΙ ΜΟΥ ΕΣΥ


Λιβάδι μου εσύ

Με χείλη βερύκοκα!

Στα ατάραχα νερά των ματιών σου

Παραπατούν δύο ρυάκια με ξυλοπόδαρα

Κι εγώ την κατάκοπη ψυχή μου

Την έχω εκεί μέσα.



Μη με λησμόνει ανθίζουνε

Στα λακκάκια σου

Και σου μοιάζουν όλα σαν μικρές ανηψούλες.



Ο άνεμος παίζει άρπα στην κόμη σου.

Και σαν Άγγελος Κυρίου μου τραγουδάει

Από τα πέρατα η καρδιά σου.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
http://alonakitispoiisis.blogspot.gr/

Δευτέρα, 23 Φεβρουαρίου 2015

ΤΟ ΕΙΚΟΝΙΣΜΑ


Ίδιος ο βράχος κι όλο ευσέβεια
Περιπατούν τα κύματα στα σκοτεινά. Οι ασφόδελοι
Και οι νάρκισσοι κι εκείνοι αποκυήματα
Της φαντασίας των νεκρών παν κατά νέφη και ύπνους
Προχωρώ από ένστικτο μην ξέροντας ποια μέρα
Μυρίζει ευγένεια ξύλου παλαιού
Ή ζώου ταπεινωμένου. Και βέβαια
Κάπου εδώ πρέπει να υπήρξα· τόσο γρήγορα
Που ξημερώνει και σας ξαναβρίσκω
Βάσανά μου ιερά χορταριασμένα σπίτια κεραμιδιά μέσα στα
        λεμονόδεντρα
Τόξα, καμάρες όπου εστάθηκα κι ανοιχτές βρύσες
Πού ν' άγγιξε άγγελος; Τι να 'μεινε; Ποιος τώρα;
Μισοσβησμένος φτάνω από της πολιτείας τα μέρη
Όπως από της εκκλησιάς την πυρκαγιά το εικόνισμα
Κόκκινα της φωτιάς και μαύρα του δαιμόνου
Που μες στη δρόσο του πρωινού
                                                   σιγά σιγά διαλύονται

Ξέφτιος κι όλο χαρακιές, με τη λέξη ακόμη σ' αγαπώ ευδιάκριτη
        επάνω του
Ο τοίχος! Και της κλίμακας η κουπαστή κι εκείνη
Άβαφη κι από τις πολλές απαλές που πέρασαν παλάμες λεία!
Φορτωμένος γηρατειά και νεότητες πάλι ανεβαίνω
Ξέροντας που το παλιό σανίδωμα θα τρίξει, πότε
Θα με κοιτάξει από το κάδρο της η θεία Μελισσινή
Και αν αύριο θα βρέξει
Ίσως κάτι που μου ανήκει ανέκαθεν να διεκδικώ
Μπορεί και απλώς μια θέση μες στα Ερχόμενα
Που είναι το ίδιο· ένδυμα καμωμένο από φωτιά ψυχρή
Πράσινα του χαλκού και βυσσινιά βαθιά της Παναγίας
Στέκω με το δεξί μου χέρι στην καρδιά
Πίσω μου δύο ή τρία κηροπήγια
Το μικρό τετράγωνο παράθυρο πάνω στην καταιγίδα

Τα Πέραν και τα Μέλλοντα.

Ο χαρταετός


DSC_5357
Κι όμως ήμουν πλασμένη για χαρταετός.
Τα ύψη μου άρεσαν ακόμη και όταν
έμενα στο προσκέφαλο μου μπρούμυτα
τιμωρημένη
ώρες και ώρες.
Ένιωθα το δωμάτιο μου ανέβαινε
δεν ονειρευόμουν – ανέβαινε
φοβόμουνα και μου άρεσε.
Ήταν εκείνο που έβλεπα πώς να το πω
κάτι σαν την «ανάμνηση του μέλλοντος»
όλο δέντρα που έφευγαν βουνά πού άλλαζαν όψη
χωράφια γεωμετρικά με δασάκια σγουρά
σαν εφηβαία – φοβόμουνα και μου άρεσε –
ν’ αγγίζω μόλις τα καμπαναριά
να τους χαϊδεύω τις καμπάνες σαν όρχεις και να χάνομαι…
Άνθρωποι μ’ ελαφρές ομπρέλες περνούσανε λοξά
και μου χαμογελούσανε•
κάποτε μου χτυπούσανε στο τζάμι: «δεσποινίς»
φοβόμουνα και μου άρεσε.
Ήταν οι «πάνω άνθρωποι» έτσι τους έλεγα
δεν ήταν σαν τους «κάτω»•
είχανε γενειάδες και πολλοί κρατούσανε στο χέρι μια γαρδένια•
μερικοί μισάνοιγαν την μπαλκονόπορτα
και μου ’βαζαν αλλόκοτους δίσκους στο πικ-άπ.
Ήταν θυμάμαι «Ή Άννέτα με τα σάνταλα»
«Ο Γκέυζερ της Σπιτσβέργης»
το «Φρούτο δεν εδαγκώσαμε Μάης δεν θα μας έρθει»
(ναι θυμάμαι και αλλά)
το ξαναλέω – δεν ονειρευόμουν
αίφνης εκείνο το «Μισάνοιξε το ρούχο σου κι έχω πουλί για σένα».
Μου το ’χε φέρει ο Ιππότης-ποδηλάτης
μια μέρα πού καθόμουνα κι έκανα πως εδιάβαζα
το ποδήλατο του με άκρα προσοχή
το ’χε ακουμπήσει πλάι στο κρεβάτι μου•
υστέρα τράβηξε τον σπάγκο κι εγώ κολπώνομουν μες στον αέρα
φέγγανε τα χρωματιστά μου εσώρουχα
κοίταζα πόσο διάφανοι γίνονται κείνοι πού αγαπούνε
τροπικά φρούτα και μαντίλια μακρινής ηπείρου•
φοβόμουνα και μου άρεσε
το δωμάτιο μου ανέβαινε
ή εγώ – δεν το κατάλαβα ποτέ μου.
Είμαι από πορσελάνη και μαγνόλια
το χέρι μου κατάγεται από τους πανάρχαιους Ίνκας
ξεγλιστράω ανάμεσα στις πόρτες όπως
ένας απειροελάχιστος σεισμός
που τον νιώθουν μονάχα οι σκύλοι και τα νήπια•
δεοντολογικά θα πρέπει να είμαι τέρας
και όμως η εναντίωση
αείποτε μ’ έθρεψε και αυτό εναπόκειται
σ’ εκείνους με το μυτερό καπέλο
που συνομιλούν κρυφά με τη μητέρα μου
τις νύχτες να το κρίνουν. Κάποτε
η φωνή της σάλπιγγας από τους μακρινούς στρατώνες
με ξετύλιγε σαν σερπαντίνα και όλοι γύρω μου
χειροκροτούσαν – απίστευτων χρόνων θραύσματα
μετέωρα όλα.
Στο λουτρό από δίπλα οι βρύσες ανοιχτές
μπρούμυτα στο προσκέφαλό μου
θωρούσα τις πηγές με το άσπιλο λευκό πού με πιτσίλιζαν•
τι ωραία Θεέ μου τι ωραία
χάμου στο χώμα ποδοπατημένη
να κρατάω ακόμη μες στα μάτια μου
ένα τέτοιο μακρινό του παρελθόντος πένθος.
[Από τη Μαρία Νεφέλη.]
http://frear.gr/?p=8664

[Έξω, Στο Φώς]



 
Θα σου ανοίξω το παράθυρο
και θα σου δώσω το χέρι μου
άνθρωπε που σε πετάνε τώρα, έξω απ’ τις πόλεις
και σ’ εγκαταλείπουν σε κακοφωτισμένες κουζίνες.
Άνθρωπε παραγεμισμένε σαν αρνάκι στο φούρνο.
Όλο θαύματα, αυταπάτες, ευχές και εμβλήματα του Ρόταρι.
 
Διαβάζω εδώ τις φυλλάδες για τον παράξενα φοβισμένο καιρό.
Τις σκαλωσιές στα μοναστήρια. Τα γυμνά κορίτσια
που περιμένουν πελάτη
διαβάζοντας Όμηρο και Βιργίλιο στις καταπαχτές.
 
Άνθρωπε μπλεγμένε σαν κουβάρι
στα γυμνά κλαδάκια και τις βροχερές Κυριακές
με τους μπελάδες σου και τις ελπίδες σου
πότε κύκνος και πότε ερπετό
χασομέρησε λίγο, κοιτάζοντας τον ουράνιο θόλο
και τις τρυφερά καχύποπτες υπάρξεις
που θέλουν να ματώσουν τα αιδοία τους από έρωτα.
 
Διώξε τις μύγες του σφαγίου απ’ τα σχολικά σου βιβλία.
Τη γραφειοκρατία της αναπαραγωγής, τους αξιωματούχους.
Μελλοθάνατε της Νομικής και της φιλοσοφίας
εργάτη της κιμωλίας και του μαυροπίνακα
που όλο πουλιέσαι ακριβά για να χαριστείς στο τέλος
γρυλίζοντας στο σκοτεινό σινεμά της αιωνιότητας.
 
  
Άνθρωπε νεκροτόμε των επιθυμιών σου
που σκαρφαλώνεις στα ρουθούνια του θεού
καρφώνοντας εξαπτέρυγα στον κώλο των αρχαγγέλων
παραγγέλλοντας πίτσα
γράφοντας το κοιλιόδουλο οικογενειακό σου έπος
με τις χλομές ξανθιές και τους ηγέτες να σου κρατούν το χέρι.
Τους ψεύτικους πετεινούς στα κινητά που σε κοιμίζουν
τους δήμιους που σου διαβάζουν την Αγία γραφή.
 
Άνθρωπε σε στάση προσοχής
χαϊδεμένε από περίστροφα και συντάγματα
κρεμασμένε στα τσιγκελωτά μουστάκια των στρατηγών,
γραπωμένε στις θεολογικές κλειτορίδες
θα βρεις τον μπελά σου κάποτε απ’ τη Βίβλο.
 
Άνθρωπε που τρέχεις να κρυφτείς στα σούπερ μάρκετ
η ιστορία είναι ασύχαστη
όσο οι επίσκοποι παιδεραστές σε μαγαρίζουν με συσσίτια,
σακουλάκια με τσιπς και μαυραγορίτικη σωτηρία της ψυχής.
 
Άνθρωπε που έγινες καλόγερος
κάνοντας λαδάκι τη σιωπή για τη σκοτεινιά της Αγρυπνίας
προσεχτικά μαγαρίζοντας τόσες ζωές
με αλώβητη υποταγή και νηστίσιμες ονειρώξεις
σου ανοίγω το παράθυρο και σου δίνω το χέρι
να σε τραβήξω με την τριχιά της καυλωμένης μου λέξης, έξω, στο φώς.
Εδώ που δεν έχει Χριστούς και Βούδες,
Μωάμεθ και ποντικοκούραδα θρησκειών,
ενεχυροδανειστές και ηγέτες,
παρά μονάχα φως.
 
 
 http://www.bibliotheque.gr/article/45901
 

Κυριακή, 22 Φεβρουαρίου 2015

λόγια αγγέλων


Ποιος σου έμαθε τα λόγια των αγγέλων
Και στον ύπνο μου τα κρυφοκουβεντιάζεις

Έρχεσαι φεύγεις διαρκώς με κυκλώνεις
Σαν να λιμάρεις με τα μάτια το σκοινί της πτώσης
Με χτυπάς με σπαθιά που τον έρωτα ποθούν
Κι εγώ δομώ το κενό με πυκνό υφάδι δακρύων
Κάνω να φωνάξω με φωνή αγνώστου
Και η κραυγή χάνεται σε συνδέσμους ενδοιαστικούς
Κάνω να σ΄αγαπήσω μα ξεχνώ την μυρωδιά του κορμιού σου

Ποιος σε δίδαξε της γραφής τα βέλη
Κι έρχεσαι στα πελάγη νησίδες να φανερώσεις
Παθιάζεσαι ματώνεις γλιστράς στον αφρό
Σαν να βρέχεις τις φτερούγες στις νωπές αμμουδιές μου
Με περιζώνεις δυνητικά με ψεύτικες προθέσεις
Κι εγώ αρπάζομαι αμήχανα απ' το βιβλίο του λάθους
Κάνω να αναληφθώ απ' τις σελίδες σου
Και αέναα πεζοπορώ στα τείχη της βουβής πολιτείας
Κάνω να σ' αγαπήσω μα μετρώ σπασμένα βότσαλα του Αυγούστου

Ποιος σε βούλιαξε στις παγωμένες στέπες
Και απουσιάζεις απ' τα ξαφνιάσματα της σκέψης
Ξοδεύεσαι βλαστημάς τροχίζεις τον θυμό
Σαν να πολεμάς άοπλος τα φαντάσματα της τρέλας
Με φυλακίζεις εγωιστικά σε κελιά μεσαιωνικά
Κι εγώ απαρνιέμαι τα κίτρινα στολίδια της λησμονιάς
Κάνω να ταυτιστώ με πορείες ουράνιες
Και απομένω σκονισμένη πεταλούδα ψυχρή
Κάνω να σ' αγαπήσω μα αφήνομαι στα κρύα σεντόνια της μέθης

Ποιος συλλάβισε τις τελευταίες σου πράξεις
Κι έρχεσαι στη σκηνή γυμνός να σταυρωθείς
Βαριανασαίνεις λυγάς ξορκίζεις την λάμψη της λάμας
Σαν να κρατιέσαι στον δυνατό άνεμο από τόξα λυγισμένα
Με οδηγείς σε χάρτινες λεωφόρους με σημάδια αχνά
Κι εγώ στολίζω τα χείλη με φίδια φαρμακερά
Κάνω να θυμηθώ αν ποτέ υπήρξες
Και νωπό το αίμα με πνίγει σαν πλοκάμι θανάτου
Κάνω να σ' αγαπήσω μα ιέρεια γίνομαι και στη φωτιά σε προσφέρω


Σάββατο, 21 Φεβρουαρίου 2015

Ηλιοτρόπια









Εσωτερικά ηλιοτρόπια
γέρνουν στο φως της ψυχής
στις εκτάσεις του φεγγαριού
στα χρυσά πορτοκάλια του θέρους
στην άμπωτη ενός ήλιου
που ποτέ του δεν δύει
στις αισθήσεις των κοραλλιών
που φιλούν τις ακτίνες
και γεννιούνται άστρα
αναπνέοντας… Φως


http://sofiastrezou.blogspot.gr/

Κυριακή, 15 Φεβρουαρίου 2015

Γιώργος Γκανέλης, Ποιήματα


ΑΝΑΠΟΦΑΣΙΣΤΟΣ

Όταν σου ανακοινώνουν
Το θάνατό σου απ’ το τηλέφωνο
Είναι περασμένα μεσάνυχτα
Εσύ βγαίνεις ανακουφισμένος στο δρόμο
Και κερνάς το φεγγάρι κουφέτα
Μετά βρίσκεις ένα ανοιχτό φαρμακείο
Και ζητάς τσιρότο για τα κουνούπια
Τέλος επισκέπτεσαι το καλύτερο μπαρ της πόλης
Και γνωρίζεις τον έρωτα της ζωής σου.
Τα χαράματα φεύγεις έντρομος για το σπίτι
Σκεφτόμενος πως έχεις πεθάνει
Περνάς κατά λάθος έξω απ’ το μαιευτήριο
Σε αρπάζουν οι νοσοκόμες
Και σε τοποθετούν σε θερμοκοιτίδα
«Γεννήθηκες πρόωρα» σου λένε
«Από σήμερα θα τρέφεσαι με σωλήνα».
Εσύ δραπετεύεις απ’ το παράθυρο
Πηδάς πέντε ορόφους, γκρεμοτσακίζεσαι.
Παίρνεις τηλέφωνο το ασθενοφόρο:
«Γιατί μας καλείτε, για να γεννηθείτε ή να πεθάνετε;»

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑ

Νωρίς άρχισε να ξημερώνει
Μπαίνω στο πρώτο λεωφορείο
Άνθρωποι με περούκες μου μιλάνε
Δεν έχω τίποτα να τους κρύψω
Στάζει μπογιά ο ουρανός
Ο εφημεριδοπώλης με τα φρέσκα νέα
Μουντζώνει όλους τους ερωτευμένους
Κυκλοφορεί ελεύθερο ένα λιοντάρι
Όταν το πιάνουν αυτό ξαναφεύγει
Δανείζω τα μάτια μου σ’ έναν τυφλό
Μου δίνει το φώτα του ένας αλήτης
Μια κοπέλα με καμηλό παλτό
Διαβάζει Πεσσόα στο παγκάκι
Εγώ ψωνίζω ώριμες ελπίδες
Τις τρώω όλες και βαρυστομαχιάζω.
Νωρίς άρχισε να νυχτώνει
Κρύφτηκα πίσω από κάτι λαμαρίνες
Το κεφάλι μου κολυμπούσε στον πυρετό
Ένα σκυλί έγλειφε τα οστά μου
Μου είπαν πως θα γινόμουν τρανός
Πίστεψα τις δικαιολογίες τους
Έχω στη μνήμη μου ένα ξυράφι
Θα πετσοκόψω τις παχουλές κυρίες
Που επιστρέφουν απ’ τους εράνους
Το σπίτι μου με ανοιχτά παράθυρα
Μπήκαν οι οβίδες στο σαλόνι
Η σπιτονοικοκυρά σταυροκοπιέται
Της πέφτουν τα μανταλάκια απ’ τα χέρια
Εγώ γεμίζω το ψυγείο με όνειρα
Ξαπλώνω στο πάτωμα και κοιμάμαι.

O Γιώργος Γκανέλης γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε Κλασική Φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Είναι καθηγητής Φιλολογίας στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές «Ανάπηροι δρομείς» το 2012, «Ο σκοπευτής της μνήμης» το 2013 και «Χρεοκοπία ιδεών» το 2014, όλες από τις εκδόσεις Στοχαστής.

 http://www.poiein.gr/



 

Παρασκευή, 13 Φεβρουαρίου 2015

[ΕΝΤΕΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ] Του Γιάννη Λειβαδά


Ολικό Ποίημα
 
Σαν να μεταφράζεις
ξύλινα άλογα
 
Συναισθηματικός πληθωρισμός
Ο Θεός τη Νύχτα
 
Μια πρόκληση που σκοτώνει
Τα βαμβακερά των γυναικών
Παρουσίες
 
Το κλάδεμα των χεριών των ματιών
και των πεύκων
ακόμη και των ζωών
 
Το γρηγορότερο δυνατό
 
Σαν να μιλάς την γλώσσα
ανθρωποφάγων ψαριών /
 
Δεν χρειάζομαι εργαλεία
Τύπους
Κομψότητα
Κοινά δικαιώματα
 
Σαν να παραείναι τα ρεκόρ
μια νέα εργασία
για μένα
 
Αστερίσκοι οβελοί
Τα λάθη των τεχνών
Σε ποιον αρέσουν τα quadrivium
 
 
 


 
 
Βρισκόμαστε πίσω από ποίημα.
 
Η σιωπή τρέμει πάνω στο χλομό μου χέρι
 
Η σιωπή τρέμει πάνω στο χλομό μου χέρι
εσωτερικά κόρνες γκονγκ καμπάνες
 
ο ήλιος ένα παρντόν πάνω απ’ το σκοινί
και το σαπούνι•
και εκεί οι ανοιχτοί μηροί
 
της σιωπής ριγμένοι
και το χέρι μου γράφει
αυτό που απ’ τον θεό λείπει
 
σκέφτομαι πια την αλληλογραφία
ταχυδρομικούς σάκους σε υδροπλάνα
 
βροχή άρχισε να πέφτει
η σιωπή μού σκουντάει ξανά το χέρι.
 
 




 
35.
 
Πάνε έντεκα λεπτά
αφότου το κάναμε•
τρέχεις στο ραντεβού
σε περιμένουν έργα τέχνης
στο βλέμμα σου εκτιθέμενη ανταλλαγή.
Έχω μείνει στο κρεβάτι
καπνίζω ήσυχος σαν πλοίο υπερατλαντικό
στο βάθος του ορίζοντα
που κόβεται απότομα από του πράσινου
στηθόδεσμού σου
τα τροπικά νησιά.
 
 
 


 
45.
 
Συνάντησα μια φίλη μ’ ένα μωρό στη αγκαλιά.
Της είπα πότε πρόλαβες και το ‘κανες;
Μεγαλώνουμε, μου είπε, κοίταξέ το:
 
Σ’ έξι μήνες θα ξυρίζεται
Σ’ ένα χρόνο θα γαμήσει!
 
Και ο Μάρτης έλαμψε.
 
Τούτη η κουβέντα
Κρατήθηκε.
 
 
 
 
48.
 
Μπαίνω στην εθνική βιβλιοθήκη –
Αυτός είναι από μόνος του ένας καλός στίχος.
Συζητούν για το τελευταίο νόμπελ χαμηλόφωνα.
Η υπάλληλος πρώην τοξικομανής τώρα
χειρότερη μ’ εκείνα τα πιασμένα μαλλιά
Και του τσακαλιού το βλέμμα.
Λέω, πού μπορώ να βρω αυτό και
Θα ήθελα οπωσδήποτε να κοιτάξω κι εκείνο.
Μου λέει δεν γίνεται τίποτα απ’ τα δύο,
Το ίδρυμα τελεί υπό ανακαίνιση.
Μπορείτε όμως αν θέλετε
Να μου υπογράψετε το τελευταίο σας βιβλίο
(με αναγνώρισε).
Το στυλό σταματάει να γράφει και
Τ’ όνομα μου διαβάζεται ως τη μέση.
Πιέζω τη μύτη μα εκείνη μου λέει δεν πειράζει
Καλό είναι κι έτσι.
Βγαίνω και ο σκύλος που με είχε ακολουθήσει
Απέξω περιμένει.
 
 
 



 
49.
 
Οδηγίες χρήσης:
Όλοι τη γνωρίζουν καλά.
Ή τουλάχιστον κάπου την έχουν συναντήσει.
Χρήση εσωτερική,
η μακροχρόνια χρήση
Θα πρέπει να αποφεύγεται είναι
Καταστροφική
Μπορεί να οδηγήσει ακόμη και
Στον θάνατο.
Ο συσχετισμός στον άνθρωπο δεν έχει ακόμα
Επιβεβαιωθεί
Εν τούτοις θα πρέπει να γίνεται γνωστή.
Σε μεγάλες ποσότητες για χρόνια
Οι αλληλεπιδράσεις είναι μάλλον
Άγνωστες.
Δεν υφίσταται δε
Αντιμετώπιση στην υπερδόση.
Ο ασθενής θα πρέπει να γνωρίζει την ημερομηνία
Λήξης.
Να διατηρείται σε θερμοκρασία δωματίου.
Σκεφτείτε καλά πριν την χρησιμοποιήσετε.
Για μεγαλύτερη ασφάλεια κρατήστε την
Σε μυστικό μέρος
Μακριά από παιδιά –
Τέτοια είναι
η αλήθεια της ύπαρξης.
 
 
 
 




50.
 
Απέναντι στους υακίνθους είμαι επαναστατημένος
Ένεκα που γαμώ τη λογική τους –
Απόθεμα μιας ρίζας που τρυπάει τα τσιμέντα.
Η αλήθεια είναι όλα τ’ άλλα πέρα από ‘μας
(Και τα όμορφα κορίτσια που περιφέρονται
Συγχέοντας τα αστεία).
Άνθρωποι τωρινοί
Νοερά πώς βρεθήκαμε μέσα στον Λούκα Φα Πρέστο
Ή στον Βαν Ντόνγκεν;
Δεν είναι να μιλάμε σαν τυπωμένη σελίδα.
Τα μυστήρια του πόνου λύνονται με τη διάρκεια.
Όπως οι ποιητές που αγαπούν τα τερτίπια
Δε σκίζουν τίποτα
Άλλο από φρονιμάδα.
 
Δεν είναι δυνατόν αγαπητέ μου να πιστεύεις αυτά τα πράγματα.
 
 
 

 
52.
 
Έδωσα εντολή στη μεσημεριανή σύννοια
Και καπνίζω στην εστία του La parole toute-puissante
Γεμάτος με τη μοναξιά άλλων ανθρώπων
Δικό μου εγώ έξω στους δρόμους συνωστισμένο•
 
Θα ήθελα να ήμουν σε όλους άγνωστος
Η όψη του ιερόσυλου
Στο πρόσωπο ενός βρέφους λίγων ωρών•
 
Η βροχή πέφτει οπλές άλλες γυμνές κι άλλες πεταλωμένες
Κάποιες λέξεις τις λέω σιγανά.
 
Συνεχίζω να εξασκούμαι.
 
 
 
 


54.
 
Ούτε ένας θεός ημίγυμνος πουθενά κρεμασμένος
ούτε με δεκάξι χέρια πάνοπλος ή με κλειστά τα μάτια
βουτηγμένος στη σιωπή.
Θέλω να πω κάτι να σε τρομάξω.
Θάλασσες αποκόβονται για να ‘ρθει κάτι καταπάνω σου.
Όλα τα παιδιά θα γεννιούνται τυφλά στο εξής.
Η μάνα σου έχει γκόμενο το διάβολο.
Στην άκρη αυτής της πόλης μεγαλώνει ένα δέντρο
που μόνο μουγκρητά βγάζει.
Όλα τα δάκρυα που κλαις μιλούν τη γλώσσα των σπιτικών λικέρ.
Στο φοβερό κατώφλι των ικεσιών που εμφανίζονται
οι νεκροί για να βοηθήσουν
αρνείσαι την πόρτα να ανοίξεις.
 
 



 
 
55.
 
Σηκώνομαι για να νικήσω.
Κάθομαι κάθε πρωί να γράψω και
(μη φοβάστε, οι λέξεις δεν κυλούν μακριά
σε διαλυμένες σπείρες)
τα κυπαρίσσια στην Τοσκάνη έχουν πάψει
να ποζάρουν άλλο για φωτογραφίες.
Ο λίγος θάνατος που ξέρω,
πάνω στις τρίχες των ποδιών μου.
Λες και με έχει προειδοποιήσει
κάποια παρέα τρελαμένων πνευμάτων.
 
 
 

 
56.
 
Στροφές ζεστών λέξεων
Με ιδιαίτερο ενδιαφέρον
Περιορίζουν τις διαστάσεις.
Βάζω όσο αίσθημα χρειάζεται,
Ποτέ παραπάνω.
Πιο πολύ θαυμάζω τον Πραξιτέλη
Παρά τον Ερμή.
Ώσπου η νύχτα να γίνει παρθένα
Ώστε το να είναι να γράφεις.
 
 
 
 
 http://www.bibliotheque.gr/
 

 

Πέμπτη, 12 Φεβρουαρίου 2015

Η Ιδιοφυΐα Του Πλήθους

υπάρχει αρκετή προδοσία, μίσος, βία, παραλογισμός στο μέσο
άνθρωπο για να προμηθεύσει οποιοδήποτε στρατό, οποιαδήποτε μέρα
 
και οι καλύτεροι στο φόνο είναι αυτοί που κηρύττουν εναντίον του
και οι καλύτεροι στο μίσος είναι αυτοί που κηρύττουν αγάπη
και οι καλύτεροι στον πόλεμο είναι τελικά αυτοί που κηρύττουν ειρήνη
 
εκείνοι που κηρύττουν θεό, χρειάζονται θεό
εκείνοι που κηρύττουν ειρήνη δεν έχουν ειρήνη
εκείνοι που κηρύττουν αγάπη δεν έχουν αγάπη
 
προσοχή στους κήρυκες
προσοχή στους γνώστες
προσοχή σε αυτούς που όλο διαβάζουν βιβλία
προσοχή σε αυτούς που είτε απεχθάνονται τη φτώχεια
είτε είναι περήφανοι γι’ αυτήν
προσοχή σε αυτούς που βιάζονται να επαινέσουν
γιατί θέλουν επαίνους για αντάλλαγμα
προσοχή σε αυτούς που βιάζονται να κρίνουν
φοβούνται αυτά που δεν ξέρουν
προσοχή σε αυτούς που ψάχνουν συνεχώς πλήθη
γιατί δεν είναι τίποτα μόνοι τους
προσοχή στο μέσο άνδρα και τη μέση γυναίκα
η αγάπη τους είναι μέτρια
ψάχνει το μέτριο
 
αλλά υπάρχει ιδιοφυΐα στο μίσος τους
υπάρχει αρκετή ιδιοφυΐα στο μίσος τους για να σας σκοτώσει
να σκοτώσει τον καθένα
δεν θέλουν μοναξιά
δεν καταλαβαίνουν τη μοναξιά
θα προσπαθήσουν να καταστρέψουν οτιδήποτε
διαφέρει από το δικό τους
μη βρισκόμενοι σε θέση να δημιουργήσουν έργα τέχνης
δεν θα καταλάβουν την τέχνη
θα εξετάσουν την αποτυχία τους ως δημιουργών
μόνο ως αποτυχία του κόσμου
μη βρισκόμενοι σε θέση να αγαπήσουν πλήρως
θα πιστέψουν ότι και η αγάπη σας είναι ελλιπής
και τότε θα σας μισήσουν
και το μίσος τους
θα είναι τέλειο
 
σαν ένα λαμπερό διαμάντι
σαν ένα μαχαίρι
σαν ένα βουνό
σαν μια τίγρη
όπως το κώνειο
 
η καλύτερη τέχνη τους
 
 http://www.bibliotheque.gr/
[μετάφραση: Ιπτάμενος Ολλανδός]