Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Παρασκευή, 20 Μαρτίου 2015

Ο ΤΗΛΕΣΚΟΠΟΣ ΙΧΘΥΣ ΣΠΑΕΙ ΠΕΤΡΕΣ ΣΤΑ ΒΑΘΗ ΤΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ





Ο τηλεσκόπος ιχθύς σπάει πέτρες στα βάθη των βιβλίων
Και η ηδονή μετά πιάνει και τσουλάει τις πέτρες τούτες
Έτσι όπως πάνε γαϊδουροκαβάλα νεαρότατα κοράσια μιας
εποχής αλλοτινής  
Φορώντας εσθήτες ακακίας
Ο καιρός είναι τόσο αίθριος που τρέμων μην και δεν τελειώσει
Ένα πεταχτό στα μάτια σου φιλάκι κι έπειτα δεν θα σε ξαναδώ
Όλοι μα όλοι οι ύφαλοι τώρα πια είναι αλάργα
Οι τελευταίοι ψάθινοι φανοστάτες οπισθοδρομούν μπροστά σε
όλους τους φανοσβέστες  
Που κάτι άσπρες πεταλούδες τους χαλκεύουνε κάσκα
σκαφάνδρου  
Αλλά δεν θα το διακινδυνεύσουν στην πόλη με τα μεγάλα σαν
γαϊδουράγκαθα κάγκελα  
Όπου πνέει άνεμος ξανθός λες για να ξεριζώσει των
ελαφροκανθάρων τα κέρατα  
Κατοικώ στην καρδιά ενός τέτοιου
γαϊδουραγκαθοκιγκλιδώματος  
Κι εκεί τα μαλλιά σου είναι πόμολα υποβρυχίων θυρών
Χερούλια και όρμοι για να διαγουμίζεις θησαυρούς
Μπορούμε να μπαινοβγαίνουμε στα ριγηλά δωμάτια
Περιπλανώμενοι αφόβως στο δάσος των πιδάκων
Ώσπου να χαθούμε εν τέλει στον τεράστιο ισλανδικό ασβεστίτη
Η σάρκα σου δροσερεμένη απ’ το πέταγμα χίλιων παραδείσιων
πουλιών  
Είναι μια φλόγα που σπιθίζει ψηλά και που κοιμάται στο χιόνι
Στο χιόνι εκείνο που σε βρήκα
Στο πατάκι της κλίνης του ασπρόλυκου ίσαμ’ εκεί που δύναται
να δει το μάτι   




Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Τρίτη, 17 Μαρτίου 2015

Μια Νύχτα στην Αμαθούντα



Την κατασκεύασες από μάρμαρο
αυτή τη γυναίκα, άσπρη σαν γάλα,
και την έλουσες μέσ’ το φεγγαρόφωτο.

Της έδωσες αστέρια για μάτια, μαλλιά,
χείλη και τη χάιδεψες - Ω! Μα τόσο απαλά -
κι εκείνη, πότε μάρμαρο, πότε γυναίκα, μίλησε.

Πυγμαλίωνα, είπε, αυτό να μην το ξεχάσεις ποτέ-
αυτή την ώρα, τη φωνή της νύχτας, τη σιωπή,
τα πέτρινα τραγούδια, το πρώτο μου πρόσωπο.

‘Ηταν η νύχτα που την έκανες γυναίκα,
και που σ’έκανε άντρα.
Και τα κύμματα διέσχιζαν την άμμο

στις μύτες των ποδιών τους.

Σάββατο, 14 Μαρτίου 2015

ΣΧΕΔΙΟ ΡΑΨΩΔΙΑΣ


Έτσι το αίμα του έγινε άσπρο όπως
όταν φωνάζομε τα πουλιά·
γιατί και τα πουλιά, τυπικά, είναι άσπρα

Ωσάν τη θάλασσα να πας, της είπε.

Εκεί σαν γονατίσεις και της παρακαλεστείς θα δεις
καταπού γέρνει το κερί που απόκαμε πια να επικαλιέται
Θα δεις το μέγα δόκανο μέσα της κι άλλα τέτοια.
Και μη μιλήσεις μπλιό :
Έτσι που ’γινες πιο άσπρη κι απ’ το αίμα μου
Δεν είναι ελόγου τους από άστρα να σε νιώσουν.

Ο ήλιος βυθίστηκε εκεί που ξέρεις μα πάλι ευθύς
μπίστησε τ’ απάνου.
Βρέθηκαν τα καρφιά του συναίματα και στραβωμένα
μα κανένας δεν τ’ απόδειξε
Γι’ αυτό τριχωτά αυγά κουρνιάσανε οι φωνές του
Έφριξα από κορυφής
Ήταν που πέρασες ξυστά τη φλόγωση
και βγήκες πέρα αχάραγη κ’ ετούτος κάρβουνο
ίσαμε που κάηκε ώς το σάλιο του
Τότες πια βυθίστηκε οριστικά∙ μη μιλήσεις
ακόμα και τώρα μη μιλήσεις
μη φορτώνεσαι στα πράγματα μην τα ονοματίζεις
άσε τα· πονούνε.
                                1983


Από την ποιητική συλλογή: «Κιβώτιο ταχυτήτων».
Από το βιβλίο: Έκτωρ Κακναβάτος, «Ποιήματα 1943-1987», Εκδόσεις Άγρα, 2010, σελ. 491-2.
http://alonakitispoiisis.blogspot.gr/

Παρασκευή, 13 Μαρτίου 2015

Γράμμα στον Ζολιό Κιουρί


-, Άη Στράτης Νοέμβρης 1950


Αγαπημένε μου Ζολιό,

σου γράφω από τον Άη - Στράτη.
Βρισκόμαστε δω πέρα, κάπου τρεις χιλιάδες
άνθρωποι απλοί, δουλευτάδες, γραμματιζούμενοι
με μια τρύπια κουβέρτα στον ώμο μας
μ' ένα κρεμμύδι, πέντε ελιές κ' ένα ξεροκόμματο φως στο ταγάρι μας
άνθρωποι απλοί σαν τα δέντρα μπροστά στον ήλιο
άνθρωποι που δεν έχουμε άλλο κρίμα στο λαιμό μας
εξόν μονάχα που αγαπάμε όπως και συ
τη λευτεριά και την ειρήνη.

Αδελφέ μου Ζολιό,
κάμποσα χρόνια τώρα τριγυρνάμε
από ξερονήσι σε ξερονήσι
κουβαλώντας στη ράχη μας τις σκηνές μας
μην προφταίνοντας να στήσουμε τις σκηνές μας
μην προφταίνοντας να στήσουμε δυο λιθάρια να βάλουμε πάνου το τσουκάλι μας
μην προφταίνοντας να ξυριστούμε και να καπνίσουμε μισό τσιγάρο στα γόνατα της αυγής.
Από προσκλητήριο σε προσκλητήριο
από αγγαρεία σε αγγαρεία
κουβαλώντας στις τσέπες μας κάτι παλιές φωτογραφίες της άνοιξης
- όσο πάει ξεθωριάζουν - δε γνωρίζονται -
θα 'ταν αυτός ο κήπος μας - πώς ήταν;
- πώς είναι ένα στόμα που λέει "σ' αγαπώ" ;
πώς είναι δυο χέρια που ανεβάζουν στον ώμο την κουβέρτα σου
όταν εσύ κοιμάσαι μόνο με το φρεσκοπλυμένο πουκάμισο του χαμόγελου; - δε θυμόμαστε.
Θυμόμαστε μονάχα
μια φεγγερή φωνή μέσα στη νύχτα
μια σιγανή φωνή να λέει: λευτεριά και ειρήνη.


Έτσι από ξερονήσι σε ξερονήσι
κουβαλώντας από λύπη σε λύπη το μπόγο μας
κουβαλώντας την καρδιά μας μέσα στο μπόγο μας
κουβαλώντας την πίστη μας μέσα στην καρδιά μας
πολλές φορές δίχως ψωμί
πολλές φορές δίχως νερό
μ' αλυσίδες στα χέρια
μην προφταίνοντας να πιάσουμε φιλία μ' ένα δέντρο ή μ' ένα παράθυρο
πάντα μ' αλυσίδες στα χέρια
γιατί είμαστε κάτι άνθρωποι έτσι απλοί
κάτι κεφάλια αγύριστα
που ποτέ δεν ξεμάθαμε ν' αγαπάμε
όπως και συ, τη λευτεριά και την ειρήνη.

Περάσαμε πολύν καιρό στο Μακρονήσι
κοιμηθήκαμε μάγουλο με μάγουλο με το θάνατο,
πολλοί αφήσανε κει πέρα τα κόκκαλά τους
πολλοί αφήσανε τα πόδια τους και τα χέρια τους
πολλοί τώρα περπατάνε με δεκανίκια
πολλοί δεν περπατάνε καθόλου
πολλοί φωνάζουν τις νύχτες στον ύπνο τους
πολλοί δεν έχουν καθόλου μιλιά
πολλοί δεν μπορούνε πια να δουν
πως σεργιανάει ένα σύγνεφο την τριανταφυλλιά θλίψη του στην ευγένεια των βραδινών νερών
πολλοί δεν μπορούνε πια να καταλάβουν τη φωνή της μάνας τους-
κι όλο το φταίξιμό μας ήταν που αγαπάμε
όπως και συ, τη λευτεριά και την ειρήνη.

Εκεί, Ζολιό, ήταν πέτρες, πολλές πέτρες
μονάχα πέτρες με σφιγμένα δόντια
μονάχα φωνές πιο σκληρές απ' τις πέτρες
και πληγές σιωπηλές σαν τις πέτρες
και μπότες που χτυπούσαν τις πέτρες.
Τούτες τις πέτρες κουβαλούσαμε στη ράχη μας,
τούτες τις πέτρες σκάβαμε με τα νύχια μας.
Δεν ξέρω αν ήταν ουρανός - δεν ήταν.
Μονάχα πέτρες, πολλές πέτρες,
κι όμως, Ζολιό, πάνου σ' αυτές τις πέτρες
ακούγαμε κρυφά τα βράδια,
με τ' αυτί κολλημένο στην πληγή μας,
ακούγαμε να σεργιανάει η λευτεριά κ' η ειρήνη.

Βέβαια, Ζολιό, κάπου θα υπήρχε ο αποσπερίτης
ξεφυλλίζοντας τη μαργαρίτα του πόνου απ' τη λύπη του κόσμου,
και βέβαια θα υπήρχε - δε βλέπαμε.
Απ' όλες τις μεριές ήμασταν κλειδωμένοι
από παντού μας με τα τυφλά τους μάτια τα ντουφέκια
από παντού τα κλεφτοφάναρα άνοιγαν τρύπες στο σκοτάδι
παντού μέσα σ' αυτές τις τρύπες καθόταν σταυροπόδι ο θάνατος - μας κοίταζε -
απάνου σ' όλες τις σκοπιές οι φρουροί φώναζαν:
Αλτ, τις ει; Αλτ, τις ει; Αλτ, τις ει;
Δεν ήταν τίποτα
μονάχα ο φόβος τους
δε βλέπαν τίποτα
μονάχα τον ίσκιο τους -
όμως εμείς το ξέραμε, Ζολιό,
κάτου απ' τις μαύρες καμάρες που άνοιγαν οι φωνές τους
έρχονταν να μας ανταμώσουν συνωμοτικά
η λευτεριά κ' η ειρήνη.

Ζολιό,
ήταν πικρό το ψωμί που γευτήκαμε
ήταν πικρό να ξημερώνει και να μη νοιάζεσαι να πλυθείς και να κοιτάξεις τον ήλιο
ήταν πικρό να βραδιάζει και να μη σε γνωρίζει ένα αστέρι
ήταν πικρό να νυχτώνει δίχως να 'χεις ένα στίχο να σταυρώσεις το προσκέφαλό σου
ήταν πικρό να θέλουν να πεθάνεις πριν προφτάσεις να πεις το τραγούδι σου
ήταν πικρό να 'ναι τόσο όμορφη η ζωή και συ να πρέπει να πεθάνεις
γιατί αγαπάς τη λευτεριά και την ειρήνη.
Οι νύχτες μας στάθηκαν πολύ βαριές
σαν όταν δε σ' αφήνουνε να πεις την αλήθεια
και το φεγγάρι κρεμόταν στον ουρανό
όπως κρέμεται η τραγιάσκα του σκοτωμένου στο καρφί της πόρτας
κι όταν βγάζαμε τα παπούτσια μας
και μέσα στις τσέπες μας καθόταν ο φόβος
και μέσα στα νύχια μας καθόταν ο φόβος -
δε λέω, Ζολιό, πολύ φοβόμαστε για μας
μα πιότερο φοβόμαστε, Ζολιό,
για τη λευτεριά και την ειρήνη.


Πολλά τραβήξαμε, Ζολιό, πολλά,
πολλά τραβάμε,
να κοιμόμαστε με τις αρβύλες μας
να μην έχουμε νερό στην κάψα του μεσημεριού
να μην έχουμε γράμματα στην παγωνιά της νύχτας
να μην μπορούμε να ακούσουμε τη σιωπή
ανάμεσα σε δυο λόγια
ανάμεσα σε δυο χέρια που σφίγγονται
τη σιωπή λίγο πριν απ' τον ύπνο
τη σιωπή λίγο πιο ύστερα απ' τον έρωτα
τη σιωπή όταν κλείνει ένα παντζούρι στη βροχή
τη σιωπή όταν ανοίγει ένα λουλούδι
όταν ανάβουμε τη λάμπα και δε λείπει κανένας
όταν σβήνουμε τη λάμπα και λέμε "καληνύχτα"
τη σιωπή ύστερ' απ' τα χειροκροτήματα
εκείνη τη βαθιά, στοχαστική σιωπή
που σχεδιάζει με το δάχτυλο στο χώμα την ευτυχία του κόσμου
ύστερ' απ' την παρέλαση της λευτεριάς και της ειρήνης.


Ζολιό, μας κυνηγάνε στην πατρίδα μας
γιατί αγαπάμε πολύ την πατρίδα μας
γιατί αγαπάμε τούτες τις γριούλες μας ελιές
με τα σταχτιά τσεμπέρια τους και το ρυτιδωμένο τους χαμόγελο
γιατί αγαπάμε τα βασανισμένα αμπέλια μας με το θυμό τους και τη λύπη τους
ετούτα τα σπασμένα μάρμαρα που φέγγουνε το βράδι τα φτωχά
κατώφλια μας και τα νυχτέρια μας
ετούτες τις πορτοκαλιές που ανάβουνε τα κίτρινα φανάρια τους
πάνου από τα σκυμμένα μέτωπα
ετούτα τα πλατάνια που κρατάν στους ώμους τους τον ήλιο και
τα χρόνια και τα καριοφίλια
ετούτα 'δω τα χωματένια χέρια που κρατάνε την τιμή του κόσμου.
Μας κυνηγάνε, Ζολιό, γιατί δε θέλουμε
να βλαστημάν το χώμα μας οι ξένες μπότες
γιατί δε θέλουμε, Ζολιό, να 'ναι η πατρίδα μας
έξω απ' τη λευτεριά και την ειρήνη.


Τώρα όσο πάει λιγοστεύουν οι καρέκλες γύρω στο τραπέζι του σπιτιού μας
κ' είναι λυπημένες οι καρέκλες πάνου απ' τον ίσκιο τους,
όταν βραδιάζει είναι μονάχες οι καρέκλες
κ' η φοινικιά είναι μονάχη στην αυλή του σπιτιού μας
βρέχει τη μοναξιά της πάνου στο χώμα
κ' η μάνα μας είναι πιο μονάχη
όταν πλέκει τα τσουράπια κείνου του λείπει
και δεν ξέρει κείνος που λείπει είναι σκοτωμένος
και καμιά γειτόνισσα δεν έρχεται να νυχτερέψει μαζί της
γιατί φοβούνται οι άνθρωποι τις μανάδες των ηρώων
(είδες, Ζολιό, πώς καταντήσαν τους ανθρώπους;)
μονάχα απ' το περβάζι του παράθυρου
σκύβουν να την καλησπερίσουν
οι δυο κουμπάρες της: η λευτεριά κ΄ η ειρήνη.


Ζολιό, εδώ πέρα κάνουν τη ζωή πολύ δύσκολη
και το θάνατο πολύ εύκολο.
Κι όμως ποτέ δεν πεθαίνει εύκολα κανένας.
Ξέρεις εσύ πόσο στοιχίζει στον κόσμο ακόμα ένα άδειο κρεβάτι
δυο άδεια σκονισμένα παπούτσια κάτου απ' το κρεβάτι
ο ήλιος που μπαίνει τ' απόγευμα στο σπίτι από το δυτικό παράθυρο
φωτίζοντας το σακάκι του νεκρού που κρέμεται ακόμα στον τοίχο,
εσύ ξέρεις πόσο στοιχίζει στον κόσμο να σκοτώνονται
κείνοι που αγάπησαν τη λευτεριά και την ειρήνη.


Είναι σκληρή εδώ η ζωή -
πάντα έτσι γίνεται όπου οι νεκροί πληθαίνουν.
Ανάμεσα απ' τη σκαλωσιά μιας κρεμάλας
κοιτάμε τον ουρανό.
Αυτά είναι τα παράθυρά μας.
Κι ωστόσο είναι να κλαις από χαρά , Ζολιό -
για δες πως φέγγει ο ήλιος -
ανάμεσα από τούτα τα παράθυρα μια λυγαριά περνάει το χέρι της -
μας χαιρετάει,
μας χαιρετάει όλη η ζωή - κ' είναι να κλαις από χαρά χαϊδεύοντας
ετούτο το αργασμένο, το ιδρωμένο χέρι που σου απλώνει ο κόσμος.
Ζολιό, πώς φέγγει ο ήλιος!
Θαρρώ πως τούτο γίνεται
γιατί αγαπάμε κάθε μέρα πιο πολύ
όπως και 'σύ, τη λευτεριά και την ειρήνη.


Εδώ οι καρδιές είναι σαν τα καμένα σπίτια,
-ούτε στέγη, ούτε πόρτες, ούτε παράθυρα,
παντού καψαλιασμένες τρύπες
παντού καπνισμένα δοκάρια,
από παντού μπαίνει ουρανός.
Κ' είναι παράξενο, Ζολιό, - δεν είναι; -
να βλέπεις ανάμεσα σ' αυτές τις τρύπες
να περνάνε τα σύγνεφα και τα χρόνια
να περνάνε τα πουλιά και τα δειλινά
ν' ανάβουν και να σβήνουν τ' αστέρια
ανάμεσα από τούτα τα μαύρα δοκάρια.
Είναι παράξενο να υπάρχουνε τόσα καμένα σπίτια
και να κοιτάς τον ουρανό μες από τα καμένα σπίτια
και πιο παράξενο να 'ναι τόσο γαλάζιος ο ουρανός
πάνου από τόσα καμένα σπίτια.
Κι όμως παράξενο καθόλου, μες απ' τα γυμνά πλευρά
να φέγγει την καρδιά μας τόση λευτεριά και ειρήνη.


Κάθε μέρα πληθαίνουν οι τάφοι,
τάφοι, τάφοι, τάφοι,
γέμισε η γη μας τάφους, αδελφέ μου,
δεν έμεινε μια σπιθαμή στη γη μας
να φυτέψουμε τριαντάφυλλα
να παίξουν τόπι τα παιδιά
να φιληθούν δυο αγαπημένοι.
Μα πάντα μένει πολύς τόπος
πάνου απ' τους τάφους μας, Ζολιό
για τη λευτεριά και την ειρήνη.


Πολύν καιρό δεν κουβεντιάσαμε παρά μόνο με το θάνατο,
ψειρίσαμε στα γόνατά μας το θάνατο
όπως ψειρίσαμε τη φανέλα μας
κι ακόμα μες στις τσέπες μας μένουν τα ψίχουλα
απ' το ψωμί που μοιραστήκαμε με το θάνατο
γι' αυτό και τα λόγια μας είναι άβολα
γι' αυτό κ' είναι πικρό το στόμα μας
που δεν μπορέσαμε ακόμα να φιλήσουμε στο κούτελο
τη λευτεριά και την ειρήνη.


Λίγο - λίγο γδυθήκαμε απ΄ όλα τα στολίδια
μείναμε μόνο με τη γύμνια μας
γυμνοί, θεόγυμνοι,
κουβαλώντας τις πέτρες στον ανήφορο
κάτου απ' τις βρισιές και τα μαστίγια
σκάβοντας με τα νύχια μας τη νύχτα
για ν' ανοίξουμε μια τρύπα στο φως
μαύροι απ' το κάρβουνο της νύχτας
μαύροι σαν τους αδελφούς μας τους Μαύρους
σαν τους αδελφούς μας ανθρακωρύχους
με μια λάμπα μονάχα κρεμασμένη στη ζώνη μας
μ' ένα κόκκινο αστέρι μονάχα στην καρδιά μας
φωτίζοντας το δρόμο μη σκοντάψει
η λευτεριά κ' η ειρήνη.


Αγαπημένε μου Ζολιό,
έχω καιρό ν' ακούσω ένα αστέρι
να σκάβει μια γούβα στην καρδιά μου
για να φυτέψει ένα λουλούδι.
Σκληρή η ζωή μάς στάθηκε, Ζολιό,
να 'μαστε ολημερίς μέσα στον ήλιο
και να μην έχουμε μια θύμηση από ήλιο,
να 'μαστε πλάι στη θάλασσα
και να μην έχουμε δυο πήχες θάλασσα
για να τυλίξουμε την καρδιά μας που καίγεται,
να κουβαλάμε ολοχρονίς το μπόγο μας,
ένα βαμένο αμπέχωνο, μια καραβάνα, ένα παγούρι,
τον καημό μας, τον καημό των δικώνε μας, τον καημό του κόσμου
και να μη βρίσκουμε μια θέση ν' απαγγιάσουμε
να ζυμώσουμε το χώμα με το δάκρυ μας
να φτιάξουμε σταμνιά για τα φτωχά παράθυρα
να κρυώνουν το νερό της λευτεριάς και της ειρήνης.


Πες μας, Ζολιό, πώς κοιμάται το μεσημέρι
ανάμεσα στα στάχυα και τις παπαρούνες,
πώς κατεβαίνει η γαλήνη το βράδι απ' το βουνό
(λέω, θα 'ναι τα μαλλιά της νοτισμένα απ' τ' αστέρια),
πώς λυγίζει ένα κλωνάρι στη μέση της αυγής,
πώς είναι τα χέρια της μητέρας
όταν διπλώνει τις πετσέτες ύστερ' απ' το δείπνο,
πώς είναι ο ίσκιος της αδελφής πάνου στον τοίχο
όταν σιμώνει στη λάμπα να περάσει την κλωστή στη βελόνα
και να μπαλώσει αιωπηλά τη λύπη του σπιτιού μας;
Πες μας, Ζολιό, πώς είναι;
Ξεχάσαμε, Ζολιό, όλα τα ξεχάσαμε
κι όλα μαζί τα βρήκαμε μέσα σε μια βουή από φως
κοιτάζοντας μόνο μπροστά τη λευτεριά και την ειρήνη.


Αλήθεια, δε θυμόμαστε
πώς χαιρετάει ένα πράσινο φύλλο τη μέρα
πώς χτίζουν τα μερμήγκια το σπίτι τους
πώς σεργιανάει η λιακάδα στα περβόλια
τι χρώμα παίρνει η σκιά του δέντρου μέσα στο νερό
τι λέει ένα σύγνεφο σταυρώνοντας τα χέρια του στο λιόγερμα
τι σχήμα παίρνει το σώμα της γυναίκας κάτου απ' τ' άσπρο σεντόνι
- δε θυμόμαστε,
θυμόμαστε μονάχα κείνους που πεθάνανε
για τη λευτεριά και την ειρήνη.


Είναι δύσκολο τώρα να ξεχωρίσεις τη φωνή του δειλινού
και το βήμα του καλοκαιριού στ' ακρογιάλι,
είναι δύσκολο ν' ακούσεις μιαν αχτίνα που διπλώνει το δάχτυλο
και χτυπάει το τζάμι μιας παιδικής κάμαρας το απόγευμα,
δύσκολο - σαν έχεις ακούσει τις φωνές των πληγωμένων στις χαράδρες
σαν έχεις δει τ' αστέρια σα σκουριασμένα κουμπιά στα χιτώνια
των εκτελεσμένων
σαν έχεις δει τα φορεία ν΄ ανηφορίζουν τη νύχτα
σαν έχεις δει τη νύχτα να μη λέει "αύριο"
σαν έχεις δει πόσο δύσκολα κερδίζουμε
τη λευτεριά και την ειρήνη.


Ξεμάθαμε πολλά, Ζολιό,
ξεμάθαμε πως γλιστράει το ψάρι της γαλήνης στα ρηχά της σιγαλιάς
πως μπλέκονται οι γαλάζιες φλέβες στα χέρια της άνοιξης - ξεμάθαμε
μάθαμε τώρα κάτι πράματα απλά
πολύ απλά
πολύ σίγουρα
πως ο ουρανός αρχίζει απ' το ψωμί
πως δεν είναι δίκιο άλλοι να βγάζουν το ψωμί
κι άλλοι να τρώνε το ψωμί
πως δεν είναι δίκιο να φτιάχνουν κανόνια
και να λείπουν τ' αλέτρια, - απλά πράματα,
μπορεί κ' ένα παιδί να τα πει σε μια φυσαρμόνικα της τσέπης
μπορεί κ' ένας καλός φαντάρος που ονειρεύτηκε τη μάνα του
να τιναχτεί απ' τον ύπνο του και να τα πει σε μια σάλπιγγα
κ' οι νεκροί μας τα ξέρουν πιο καλά - κάθε νύχτα η σιωπή τους τα φωνάζει -
απλά πράματα
- δεν είμαστε σοφοί, Ζολιό,
απλά πράματα λέμε
πολύ απλά τα λέμε
πως αξίζει κανένας να ζει και να πεθαίνει
για τη λευτεριά και την ειρήνη.


Ζολιό, πολύν καιρό είχα μείνει
δίχως χαρτί, δίχως μολύβι, δίχως μουσική
μην ξέροντας κάθε φορά από πού βγαίνει ο ήλιος
νιώθοντας ξένο το χέρι τού αγέρα πάνου στο χέρι μου
νιώθοντας ξένο το στόμα της στάμνας στο στόμα μου
δίχως να κόβω τα γένεια μου
δίχως να γράφω στίχους -
ξέμαθα πια, Ζολιό, να γράφω στίχους
έμαθα μονάχα να γράφω τούτες τις δυο λέξεις
λευτεριά και ειρήνη.


Ζολιό, το ξέρω, τα τραγούδια μου
είναι χοντροκομένα κι απελέκητα,
φοράνε χοντροπάπουτσα οι στίχοι μου
με πολλές αράδες καρφιά για ν' αντέχουν στα κατσάβραχα
καθώς ανηφοράνε όλο το θάνατο
για τη λευτεριά και την ειρήνη.


Ναι, σα χωριάτης είναι το τραγούδι μου
με μπαλωμένο βρακί
με σκισμένο πουκάμισο
με το χώμα σφηνωμένο στα νύχια του
με το πρόσωπο σκαμένο απ' την αλμύρα και τον ήλιο
απ' τον καημό κι απ' την ελπίδα κι απ' την αγάπη
και μ΄ ένα κόκκινο γαρύφαλλο στ' αυτί του
- κοίτα πως σφίγγει ο στίχος μου μέσα στα δάχτυλά του την καρδιά μου
όπως σφίγγει ο χωριάτης το σκούφο του
μπαίνοντας κι αυτός στο Συνέδριό σας
μπαίνοντας για να πει κι αυτός δυο λόγια
για τη λευτεριά και την ειρήνη.


Μα αυτού μέσα, Ζολιό, είναι τ' αδέρφια μας,
είναι τ΄ αδέρφια μας που τ' ανταμώσαμε στην ίδια πίκρα
όταν μασούσαν μια μπουκιά ψωμί μπροστά στο γκρεμισμένο σπίτι τους
όταν βάζαν στο γυλιό τους το μωρό τους και τις σφαίρες τους
και πολεμούσαν για την ειρήνη
όταν ψάχναν στις στάχτες της πυρκαϊάς να βρουν το πόμολο
τής πόρτας τους και τα χνάρια της ζωής τους,
γι' αυτό δε ντρέπεται ο στίχος μου
να περπατήσει ανάμεσό σας με τις αρβύλες του
ν' αφήσει την καρδιά μου αδέξια πάνου στο τραπέζι σας
όπως αφήνει ο χωρικός ένα μικρό άσπρο πρόβατο
απάνου στην ποδιά της λευτεριάς και της ειρήνης.


Είναι πικρή η ζωή, Ζολιό, και δεν μπορώ να τραγουδήσω
όταν πίσω απ' το στενό παράθυρο της φυλακής
πίσω απ' τα σιδερένια τετράγωνα
είναι στριμωγμένα τα πρόσωπα των αγωνιστών
κοιτάζοντας το δρόμο με τις λίγες σκονισμένες πιπεριές
ακούγοντας τη φωνή ενός παιδιού έξω απ' το φούρνο
και τη θλιμένη φυσαρμόνικα του δειλινού πίσω απ' τους λόφους.
Μακριά σφυράει το τραίνο της Λαρίσης - μες στο σφύριγμά του
κουβαλάει τη μυρωδιά των θερισμένων κάμπων της Θεσσαλίας.
Αχ, έξω να βραδιάζει αργά ένα βράδι ελληνικό όλο διαφάνεια,
φώτα ν' ανάβουν στις υπαίθριες μπυραρίες της λεωφόρου Αλεξάνδρας
-στον αγέρα
μια μυρωδιά τηγανητής μαρίδας και ροδάκινου-
Κι ακόμη αυτά τα πρόσωπα να μένουν στριμωγμένα πίσω από τα κάγκελα
κόβοντας ένα κλωναράκι αστέρια να μυρίζουν στον ύπνο τους,
ν' ακούν τη δύναμη τους άνεργη να σκάβει τα πλευρά τους
ν' ακούν το βήμα του δεσμοφύλακα στο διάδρομο
ν' ακούν το μεγάλο κλειδί να στρίβει στην πόρτα
κι όλο να περιμένουνε τη λευτεριά και της ειρήνη.


Θα ξέρεις βέβαια, Ζολιό, για το Μανώλη Γλέζο
-α, πώς να σου το πει το στόμα μου, Ζολιό,
όταν περνούσε με τα δυο του χέρια στις τσέπες τού παντελονιού
τα σοκάκια της Πλάκας,
ωραίο παιδί χαμογελώντας στ' όνειρο τού κόσμου πάνου απ' τις
οροσειρές της δυστυχίας
όταν σκαρφάλωνε τα βράχια της Ακρόπολης
σφίγγοντας μες στις δυο νεαρές γροθιές του
την οργή όλων των λαών και την ελπίδα τους
όταν κάτου από τ' ανοιχτά ρουθούνια των πεινασμένων πολυβόλων
έσπαγε με τις δυο γροθιές του τον κυρτό σταυρό
έσπαγε με τις δυο γροθιές του όλα τα δόντια του θανάτου -
Και, να που χρόνια τώρα
ο Μανώλης ο Γλέζος, Ζολιό,
κοιτάει το φως πίσω απ' τα σίδερα
κι ακόμη με τα δυο του χέρια, σημαδεμένα από τις χειροπέδες,
σκουπίζει τα κλαμένα μάτια τού κόσμου
σκουπίζει το ιδρωμένο μέτωπο
της λευτεριάς και της ειρήνης.


Έμαθες τίποτα, Ζολιό, για τη γιαγιά - Βαγίτσα;
Την ώρα που την παίρναν για να τη σκοτώσουν
είχε πλυθεί κ' είχε φορέσει τα καλά της
είχε βάψει μονάχη τα παπούτσια της
κ' είχε ένα φαρδύ χαμόγελο πίσω απ' τις ρυτίδες της
όπως είναι το λιόγερμα πίσω απ' τα κυπαρίσσια του χωριού της.
Έβγαλε από τον κόρφο της το μαύρο της μαντήλι
και χόρεψε στο προαύλιο της φυλακής "έχετε γεια βρυσούλες",
"έχετε γεια", η γιαγιά - Βαγίτσα χόρεψε
ανεμίζοντας το μαύρο μαντήλι της.
Ζολιό, την είδες τη γιαγιά - Βαγίτσα;
Δεν μπορεί, θα την είδες, Ζολιό,
την ώρα που χόρευε πιασμένη απ' το χέρι
της λευτεριάς και της ειρήνης.


Είναι όμορφος ο κόσμος, Ζολιό,
α, ναι, είναι όμορφος ο κόσμος
όταν η γιαγιά - Βαγίτσα ανεμίζει το μαύρο μαντήλι της
κάτου απ' τη μύτη του Χάροντα -
τόσο όμορφος ο κόσμος που μπορούμε να πεθάνουμε
κρατώντας το μαντήλι της γιαγιά - Βαγίτσας και χορεύοντας
για τη λευτεριά και την ειρήνη.


Κ' η Μαρία Λεοντίδου, αδελφέ μου,
η παραδουλεύτρα,
που συγύριζε ξένα σπίτια και σπίτι δεν είχε
που 'πλενε τα ξένα ρούχα και δεν είχε πουκάμισο
κ' είχε δυο χοντρά χέρια
δυο χέρια από καημό και σίδερο
δυο χέρια βασανισμένα απ' τον πικρό μόχτο
δυο χέρια σα δυο καμένα δέντρα στο λιοβασίλεμα
- τη σκότωσαν, Ζολιό, τη Μαρία
μα λέω που μεθαύριο θα μπουμπουκιάσουν τα χέρια της
μέσα στη λευτεριά και στην ειρήνη.


Ζολιό, η Μαρία είχε μάθει
όπως και 'μεις πως ο ουρανός αρχίζει απ' το ψωμί,
γι' αυτό, λίγο προτού πεθάνει,
έδεσε τα χοντρά της χέρια στην καρδιά της
κοίταξε απ' τη μεριά που βγαίνει ο ήλιος
κ' είπε:
"αν είναι να χορτάσει ο κόσμος το ψωμάκι
έτσι που δεν το χόρτασα ποτές μου εγώ
ας πάω κ' εγώ -
μονάχα να χορτάσει ο κόσμος το ψωμάκι".
Τι λες, Ζολιό, δε θα ξαναβρούμε τη Μαρία
να κρατάει μες στα χοντρά της χέρια μια μεγάλη σκούπα
πρωινές αχτίνες
και να σκουπίζει τα πλατιά πεζοδρόμια του μέλλοντος
ή να κρατάει μια θεόρατη καισαριανιώτικη σημαία,
μεθαύριο, λέω, που θα γιορτάζουμε
τη λευτεριά και την ειρήνη;


Πήρε τ' αυτί σου τίποτα, Ζολιό,
και για την άλλη μας γιαγιά τη Μαμαλίνα;
Η γιαγιά Μαμαλίνα
είναι μια γριούλα ενενήντα χρονώ
έχει δυο δεντράκια ρυτίδες γύρω στα μάτια της
έχει μια μαύρη φούστα γιομάτη θάνατο
και μιαν αυλακιά περηφάνεια ανάμεσα στα φρύδια
σαν ένα καμπαναριό ανάμεσα στα σύγνεφα.
Το 'να της το παιδί σκοτώθηκε στην Αλβανία
τ' άλλο της τής το σκότωσαν οι Γερμανοί
τ' άλλο της το 'στησαν στον τοίχο τις προάλλες,
κ' η γιαγιά - Μαμαλίνα,
η γιαγιά μας, Ζολιό,
δικάστηκε ισόβια
γιατί αγαπούσε η καψερή
όπως κ' εγώ κι όπως κ' εσύ
τη λευτεριά και την ειρήνη.


Τώρα η γιαγιά - Μαμαλίνα
μες στο κελί της μετράει τούς πεθαμένους
πλέκει τσουράπια για τους πεθαμένους
πλέκει μια μάλλινη χωριάτικη φανέλα για τον κόσμο που κρυώνει
πλέκει ένα κόκκινο σκουφάκι για την Άνοιξη.
Α, δεν το βάζει κάτου η γιαγιά - Μαμαλίνα,
η γιαγιά μας, Ζολιό,
ψήνει στο μπρίκι της το καφεδάκι της -αν έχει-
κι απ' το ίδιο πήλινο φλιτζάνι της κερνάει
τη λευτεριά και την ειρήνη.


Ζολιό, θα 'χα χιλιάδες τέτοια να σου πω
μα δε με παίρνει η ώρα.
Ζολιό, είναι τώρα κάπου δέκα χρόνια
που οι νύχτες μας περνούν σκυφτές κάτου απ' τ' αστέρια τους
όπως περνούν οι εργάτριες φορτωμένες τσουβάλια στάρι -
μες απ' τις τρύπες πέφτουνε στο δρόμο φούχτες τ' άστρα-
δε μας παίρνει ο καιρός να μαζέψουμε τούτο το στάρι
να φτιάξουμε φαρδιά καρβέλια
να τ' αραδιάσουμε στο μεσιανό δοκάρι του κόσμου,
-δε μας παίρνει η ώρα, Ζολιό,- μάς κυνηγάνε,
και βιάζουμε να σου στείλω το γράμμα μου
γιατί δεν ξέρεις αύριο τι γίνεται
γιατί δεν ξέρεις τι γίνεται στη χώρα μας
για 'κείνον που λέει την αλήθεια
γι' αυτόν που βιάζεται να χαιρετήσει
τη λευτεριά και την ειρήνη.


Ζολιό,
θα 'θελα ακόμα να σου εξομολογηθώ
πως τα βράδια που αρχίζει ο ουρανός να μας γνωρίζει
κ' η Μεγάλη Άρκτος στέκεται έξω απ' την αυλόπορτα της σιγαλιάς
μένουμε ώρες με το δάχτυλο ξεχασμένο στην κουμπότρυπα της λύπης
να συλλογιόμαστε τον κόσμο και τα βάσανά του
ένα βιβλίο που απόμεινε μισοδιαβασμένο
ένα τραγούδι που κόπηκε στη μέση
ένα τραγούδι που δε γράφτηκε ποτέ
μια τσατσάρα που απόμεινε μονάχη σ' ένα κλεισμένο σπίτι
μια ξυριστική μηχανή και το σαπούνι πάνου στο νιφτήρα
και 'κείνον που δεν έχει ανάγκη πια να ξυριστεί-
Αχ, έτσι τρυφερά να συλλογιόμαστε τον κόσμο
και να θυμώνουμε φορές - φορές, Ζολιό,
που δεν μπορούμε πια να 'μαστε θυμωμένοι
που δεν μπορούμε να μισούμε όσους μάς κάναν το κακό
-βλέπεις η αγάπη πάντοτε, Ζολιό, βαραίνει πιότερο απ' το μίσος-
και πώς πεινάει η παλάμη μας να σφίξει μια παλάμη-
να σφίξει και του εχτρού μας την παλάμη
κι όχι που κουραστήκαμε, Ζολιό,
κι όχι που ξερροζιάσανε τα χέρια μας
μα είναι γιατί αγαπάμε, όπως και 'συ,
τη λευτεριά και την ειρήνη.


Ζολιό,
πολλοί θα βάζαν την υπογραφή τους κάτου απ' το γράμμα μου
όμως δεν ξέρουν γράμματα
θα 'βαζαν μονάχα ένα σταυρό
σαν τους χωρικούς τού Μπονίκρο,
μα τούτοι που δεν ξέρουνε να βάζουν την υπογραφή τους
ξέρουν να βάζουν όλη την καρδιά τους
για τη λευτεριά και την ειρήνη
και 'γω υπογράφω για όσους ξέρουν
να βάζουν όλη την καρδιά τους
για τη λευτεριά και την ειρήνη.


Ζολιό, πες και στους άλλους αδελφούς μας
στον Έρεμπουργκ, στον Αραγκόν και στο Νερούντα,
στον Ελυάρ, στον Πικασσό και σ' όλα μας τ' αδέρφια
πως είμαστε 'δω πέρα τρεις χιλιάδες εξόριστοι
όχι για τίποτ' άλλο, αδέρφια μου,
παρά μονάχα, να, γιατί και 'μεις όπως και 'σεις
σηκώνουμε στη ράχη μας ένα αγκωνάρι απ' το καμένο σπίτι μας
να χτίσουμε για κείνους που θα 'ρθούν ένα καινούργιο σπίτι με πολλά παράθυρα
πολλά φαρδιά παράθυρα προς την ανατολή
να μη νυχτώνει από νωρίς η καρδιά των μανάδων
να μην κοιμούνται κάθε βράδι τα παιδιά δίπλα στο θάνατο.
Και πού θα πάει, Ζολιό; -θα λυώσουμε μια μέρα τις οβίδες
να φτιάξουμε σφυριά κι αλέτρια και μπαλκόνια και φτερά
κ' ένα άγαλμα Άφτερης Χαράς στη στάση, εκεί, των λεωφορείων, στη φτωχογειτονιά μας
στη γειτονιά μας που θα μερμηγκιάζει απ' τα γιαπιά
κάτου απ' τ' ασίγαστο χωνί του χεροδύναμου μεγάφωνου των συνδικάτων
που όλο θα λέει, θα λέει σταράτα και με νούμερα
για τις τεράστιες καταχτήσεις των λαών στο πλάνο της ανοικοδόμησης
και θ' απαγγέλλει ποιήματα των νέων προλετάριων ποιητών
για το χαρούμενο έρωτα
για τους υδατοφράχτες
και για τον εξηλεκτρισμό του κόσμου.
Αχ, έτσι, αδέρφια μου, να μην υπάρχουν πια καμένα σπίτια
μα να 'ναι όλος ο κόσμος ένα σπίτι ασβεστωμένο με τη βούρτσα του ήλιου
κι αχ, έτσι, αδέρφια μου, τούτο το σπίτι να το συγυρνάει μονάχα
η μάνα μας η Λευτεριά κ' η πρωτοθυγατέρα της η Ειρήνη.



Γιάννης Ρίτσος

Φρεντερίκ Ζολιό Κιουρί: Πυρηνικός επιστήμονας με σπουδές στη Φυσική και τη χημεία, γυιός του Πιερ και της Μαρίας Κιουρί, μέλος του ΚΚΓ από το 1942. Συνιδρυτής και πρόεδρος του Παγκόσμιου Συμβούλιου Ειρήνης, τιμήθηκε με το βραβειο Λένιν το 1950

http://kokkinoprwi.blogspot.gr/



Πέμπτη, 12 Μαρτίου 2015

Ποιήματα Του Κόσμου

21 Ιουνίου 1962

 
Όλη μέρα δουλεύω σαν καλόγερος
και το βράδυ τριγυρνώ σαν παλιόγατος
που ψάχνει τον έρωτα… Θα κάνω πρόταση
στο Βατικανό να με αγιοποιήσει.
Στην πραγματικότητα απαντώ στην απάτη
με πραότητα. Βλέπω με το μάτι
μιας εικόνας τους υπεύθυνους του λιντσαρίσματος.
Παρατηρώ τον εαυτό μου να σφάζεται, με το γαλήνιο
κουράγιο ενός επιστήμονα. Φαίνομαι
να νιώθω μίσος, ενώ γράφω
στόχους γεμάτους ακριβολόγα αγάπη.
Μελετώ την απιστία σαν ένα
μοιραίο φαινόμενο, λες και δεν είμαι θύμα της.
Νιώθω συμπόνια για τους νεαρούς φασίστες, 
και στους γέρους, που τους θεωρώ σχήματα
του πιο τρομερού κακού, αντιστέκουμαι 
μόνο με τη βία της λογικής.
Παθητικός σαν ένα πουλί που τα βλέπει
όλα πετώντας, και στο πέταγμά του
στον ουρανό έχει στην καρδιά του τη συνείδηση 
που δε συγχωρεί.
 
 
[Μετάφραση: Ανδρέας Ριζιώτης]
 http://www.bibliotheque.gr/article/46213

Κυριακή, 8 Μαρτίου 2015

Σπάθες πάγου...



( Κρύσταλλα στην πίσω αυλή. Υιώτας)




Ακόμη δεν άδειασε ο χιονιάς το σακούλι του!
Στα μάτια ξεχείλισε το άσπιλο θάμβος.
Αδιάφθορη η Άνοιξη. Καλούδια υπόσχεται.
Κι οι πόρτες κλειστές.

Μαζεύει τα νήματα ο νους. Καταλάγιασαν οι έρωτες.
Συρτάρια γεμάτα όνειρα. 
Ασθμαίνοντας στοιβάζουμε 
τα όσα
"ες αύριον" αφήσαμε.
Δαμάζονται οι ατίθασες εξορμήσεις. Η ζωή
διαγράφει κύκλους.

Σκορπισμένα τα σημειώματα χοροπηδούν 
με τις φλόγες
στη χόβολη της θύμησης.

Το καρβέλι, πολυκαιρισμένο. Με το νερό μαλακώνει.
Το νερό, η αφετηρία μας.

Μεγάλη η πίεση.

Τα οράματα πέτρωσαν.
Πίστευα αετός με μάτι αήττητο 
μα ήμουν εύθραυστο θήραμα...

Κι ο χιονιάς, ακόμη αδειάζει το λευκό φορτίο του!

http://astoriani.blogspot.gr/

WALLACE STEVENS


II

Η γαλάζια γυναίκα, φτιασιδωμένη, στο παράθυρο,

δεν ζητούσε οι φουντωτές αγκαθιές
να είναι ψυχρό ασήμι, ούτε τα αφρώδη σύννεφα

να είναι ορμητικά, αφρισμένα κύματα,

ούτε τα αφροδίσια άνθη να αναπαύονται
χωρίς τις λυσσαλέες τους έξεις, ούτε, τη νύχτα,

η μεθυστική ζέστη του καλοκαιριού,

να δυναμώνει τα υποτονικά της όνειρα και μέσα τους
να παίρνει την αληθινή μορφή της. Της αρκούσε

που θυμόταν: οι αγκαθιές της άνοιξης

γυρνούν στις θέσεις τους ανάμεσα στα κληματόφυλλα
για να δροσίσουν τις ροδοκόκκινες ορμές τους - τα αφρώδη
σύννεφα

δεν είναι παρά αφρώδη σύννεφα - τα αφρώδη άνθη

μαραίνονται δίχως εφηβεία - κι αργότερα,
όταν η αρμονική ζέστη των αυγουστιάτικων πεύκων

μπει στο δωμάτιο, αποκοιμιέται και είναι η νύχτα.

Της αρκούσε που θυμόταν.
Η γαλάζια γυναίκα κοιτούσε κι ονόμαζε απ' το παράθυρό της

τα λουλούδια της κρανιάς, με την ψυχρή τους λάμψη,

πραγματικά λουλούδια άρα ψυχρά, ψυχρές απεικονίσεις,
λαμπερές, που τίποτα δεν διαταράσσει εκτός απ' τη ματιά της.

Ποίημα από τη συλλογή Σημειώσεις για έναν υπέρτατο μύθο, μτφρ.: Στάθης Καββαδάς, Βιβλιοπωλείον της Εστίας 1994

http://www.e-poema.eu/index_gr.php

Κυριακή, 1 Μαρτίου 2015

ΕΛΕΓΕΙΟ ΤΟΥ GRÜNINGEN


                    
                     Μνήμη Friedrich von Hardenberg

Δάση της Ρηνανίας πριν καιρό πολύ σταματημένα μέσα μου
Και ξανά τώρα σαν από κέρας κυνηγετικό ερχόμενα
Οικόσημα και δέντρα γενεαλογικά που δωδεκαετής άθελά μου
        ανακάλυπτα
Es war der erste einzige Traum
                                               Söfchen μου σένα εννοώ
Σαν να σε βλέπω ακόμη να περιδιαβάζεις κάτω απ' τις δεντροστοιχίες
Ή και καμιά φορά στο φως με προσοχή να υψώνεις
Θραύσμα γαλαζωπό από πέτρωμα που φαίνονται οι ραβδώσεις του
        οπόταν
Όλες ιριδωμένες οι ώρες του έτους αρχινούν με βόμβο
Να στροβιλίζονται γύρω απ' το κεφάλι σου (Τα μάτια μου
Ασταμάτητα προσηλωμένα στο φωτεινό σημείο του κέντρου)
Έτσι που πάλι σήμερα να γίνεται και να 'ναι
Δεκαεννιά Μαρτίου του χίλια επτακόσια ενενήντα επτά

Τόλμημα πρώτο αυτό. Και δεύτερο: να σ' αποκαθηλώσω από τους
        αριθμούς της νύχτας

  9: έφιππος φτάνει εκείνος που θα κοιμίσει τον άγγελο στο
      στήθος σου
10: με χωνάκια λιλά μυριάδες το αναρριχητικό κατακαλύπτει
      πόρτες και παράθυρα
11: βαρύς, πεσμένος ο ουρανός πιο κάτω κι απ' τις καπνοδόχους
12: γέρνει από το 'να μέρος το κρεβάτι σου
13: κάνει κύμα τρίτο η ειμαρμένη
14: και χωρίς εσένα, υποχθόνια η άνοιξη προωθεί τα καρποφόρα της
15: πως κυνηγιούνται τα νερά κάτω από τα χορτάρια!
16: άκου, άκου ομορφιά! Δες, δες ακόμα κάτι!
17: μέσ' από της ψυχής σου τη σχισιματιά ωραιότερος δείχνει τώρα
      ο τάφος
18: όπου να 'ναι φτάνει ο πιο μαύρος δυνατός αέρας των μαλλιών
      της Ίσιδας
19: τόσο μεγάλος ο ουρανός και τόσο η γης μικρή για δύο ανθρώπους
      μόνον

Μικρά χρυσά πετούμενα μωράκια της αναπνοής σου ακόμη
Πάνε κι έρχονται πάνω στην πέτρα και τις νύχτες παίζουνε φεγγάρι
Αλλ' εκείνος που σαν γλύπτης ήχων μουσική από μακρινούς
        αστερισμούς συνθέτει
Νύχτα-μέρα εργάζεται. Και τι ντο φαιά τι σολ ιώδη ανεβαίνουν
Στον αέρα. Που κι οι βράχοι πιο ιερείς τέτοιο κλάμα το ευλαβούνται
Και τα δέντρα πιο πουλιά συλλαβές ομορφιάς ανερμήνευτης
Ομολογούνε. Ότι ο έρωτας δεν είναι αυτό που ξέρουμε μήτε αυτό
        που οι μάγοι διατείνονται
Αλλά ζωή δεύτερη ατραυμάτιστη στον αιώνα

Έαρ έλα. Συνένοχος αφού είσαι. Κοίτα:
Τι βαθύ πράσινο τώρα τους ώμους της καλύπτει
Και πως εκείνος την κοιτάζει! Πως, υστέρα που επάλεψε να βγει
Μέσ' από τους ανθώνες ένα θάμβος μωβ τους αναρπάζει λίγο
        ψηλότερα απ' το έδαφος
Καταμεσής Μαΐου αυτά θελήσανε οι θεοί
Κι άλλα που αγνοώ. Αλλ' αν ατυχής υπήρξε η φορά των πραγμάτων
Έκτοτε, μέγιστον ήταν το μάθημα. Επειδή
Αφότου δωδεκαετής μόλις σας εγνώρισα για μένα γίνατε
Δάση της Ρηνανίας ποταμοί των κοιλάδων άμαξες ιππείς αυλές
        με κρήνες κι αετώματα

Η καθημερινή πρώτη σελίδα του μετα-θανάτου.

 

Παρασκευή, 27 Φεβρουαρίου 2015

ΛΙΒΑΔΙ ΜΟΥ ΕΣΥ


Λιβάδι μου εσύ

Με χείλη βερύκοκα!

Στα ατάραχα νερά των ματιών σου

Παραπατούν δύο ρυάκια με ξυλοπόδαρα

Κι εγώ την κατάκοπη ψυχή μου

Την έχω εκεί μέσα.



Μη με λησμόνει ανθίζουνε

Στα λακκάκια σου

Και σου μοιάζουν όλα σαν μικρές ανηψούλες.



Ο άνεμος παίζει άρπα στην κόμη σου.

Και σαν Άγγελος Κυρίου μου τραγουδάει

Από τα πέρατα η καρδιά σου.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
http://alonakitispoiisis.blogspot.gr/

Δευτέρα, 23 Φεβρουαρίου 2015

ΤΟ ΕΙΚΟΝΙΣΜΑ


Ίδιος ο βράχος κι όλο ευσέβεια
Περιπατούν τα κύματα στα σκοτεινά. Οι ασφόδελοι
Και οι νάρκισσοι κι εκείνοι αποκυήματα
Της φαντασίας των νεκρών παν κατά νέφη και ύπνους
Προχωρώ από ένστικτο μην ξέροντας ποια μέρα
Μυρίζει ευγένεια ξύλου παλαιού
Ή ζώου ταπεινωμένου. Και βέβαια
Κάπου εδώ πρέπει να υπήρξα· τόσο γρήγορα
Που ξημερώνει και σας ξαναβρίσκω
Βάσανά μου ιερά χορταριασμένα σπίτια κεραμιδιά μέσα στα
        λεμονόδεντρα
Τόξα, καμάρες όπου εστάθηκα κι ανοιχτές βρύσες
Πού ν' άγγιξε άγγελος; Τι να 'μεινε; Ποιος τώρα;
Μισοσβησμένος φτάνω από της πολιτείας τα μέρη
Όπως από της εκκλησιάς την πυρκαγιά το εικόνισμα
Κόκκινα της φωτιάς και μαύρα του δαιμόνου
Που μες στη δρόσο του πρωινού
                                                   σιγά σιγά διαλύονται

Ξέφτιος κι όλο χαρακιές, με τη λέξη ακόμη σ' αγαπώ ευδιάκριτη
        επάνω του
Ο τοίχος! Και της κλίμακας η κουπαστή κι εκείνη
Άβαφη κι από τις πολλές απαλές που πέρασαν παλάμες λεία!
Φορτωμένος γηρατειά και νεότητες πάλι ανεβαίνω
Ξέροντας που το παλιό σανίδωμα θα τρίξει, πότε
Θα με κοιτάξει από το κάδρο της η θεία Μελισσινή
Και αν αύριο θα βρέξει
Ίσως κάτι που μου ανήκει ανέκαθεν να διεκδικώ
Μπορεί και απλώς μια θέση μες στα Ερχόμενα
Που είναι το ίδιο· ένδυμα καμωμένο από φωτιά ψυχρή
Πράσινα του χαλκού και βυσσινιά βαθιά της Παναγίας
Στέκω με το δεξί μου χέρι στην καρδιά
Πίσω μου δύο ή τρία κηροπήγια
Το μικρό τετράγωνο παράθυρο πάνω στην καταιγίδα

Τα Πέραν και τα Μέλλοντα.

Ο χαρταετός


DSC_5357
Κι όμως ήμουν πλασμένη για χαρταετός.
Τα ύψη μου άρεσαν ακόμη και όταν
έμενα στο προσκέφαλο μου μπρούμυτα
τιμωρημένη
ώρες και ώρες.
Ένιωθα το δωμάτιο μου ανέβαινε
δεν ονειρευόμουν – ανέβαινε
φοβόμουνα και μου άρεσε.
Ήταν εκείνο που έβλεπα πώς να το πω
κάτι σαν την «ανάμνηση του μέλλοντος»
όλο δέντρα που έφευγαν βουνά πού άλλαζαν όψη
χωράφια γεωμετρικά με δασάκια σγουρά
σαν εφηβαία – φοβόμουνα και μου άρεσε –
ν’ αγγίζω μόλις τα καμπαναριά
να τους χαϊδεύω τις καμπάνες σαν όρχεις και να χάνομαι…
Άνθρωποι μ’ ελαφρές ομπρέλες περνούσανε λοξά
και μου χαμογελούσανε•
κάποτε μου χτυπούσανε στο τζάμι: «δεσποινίς»
φοβόμουνα και μου άρεσε.
Ήταν οι «πάνω άνθρωποι» έτσι τους έλεγα
δεν ήταν σαν τους «κάτω»•
είχανε γενειάδες και πολλοί κρατούσανε στο χέρι μια γαρδένια•
μερικοί μισάνοιγαν την μπαλκονόπορτα
και μου ’βαζαν αλλόκοτους δίσκους στο πικ-άπ.
Ήταν θυμάμαι «Ή Άννέτα με τα σάνταλα»
«Ο Γκέυζερ της Σπιτσβέργης»
το «Φρούτο δεν εδαγκώσαμε Μάης δεν θα μας έρθει»
(ναι θυμάμαι και αλλά)
το ξαναλέω – δεν ονειρευόμουν
αίφνης εκείνο το «Μισάνοιξε το ρούχο σου κι έχω πουλί για σένα».
Μου το ’χε φέρει ο Ιππότης-ποδηλάτης
μια μέρα πού καθόμουνα κι έκανα πως εδιάβαζα
το ποδήλατο του με άκρα προσοχή
το ’χε ακουμπήσει πλάι στο κρεβάτι μου•
υστέρα τράβηξε τον σπάγκο κι εγώ κολπώνομουν μες στον αέρα
φέγγανε τα χρωματιστά μου εσώρουχα
κοίταζα πόσο διάφανοι γίνονται κείνοι πού αγαπούνε
τροπικά φρούτα και μαντίλια μακρινής ηπείρου•
φοβόμουνα και μου άρεσε
το δωμάτιο μου ανέβαινε
ή εγώ – δεν το κατάλαβα ποτέ μου.
Είμαι από πορσελάνη και μαγνόλια
το χέρι μου κατάγεται από τους πανάρχαιους Ίνκας
ξεγλιστράω ανάμεσα στις πόρτες όπως
ένας απειροελάχιστος σεισμός
που τον νιώθουν μονάχα οι σκύλοι και τα νήπια•
δεοντολογικά θα πρέπει να είμαι τέρας
και όμως η εναντίωση
αείποτε μ’ έθρεψε και αυτό εναπόκειται
σ’ εκείνους με το μυτερό καπέλο
που συνομιλούν κρυφά με τη μητέρα μου
τις νύχτες να το κρίνουν. Κάποτε
η φωνή της σάλπιγγας από τους μακρινούς στρατώνες
με ξετύλιγε σαν σερπαντίνα και όλοι γύρω μου
χειροκροτούσαν – απίστευτων χρόνων θραύσματα
μετέωρα όλα.
Στο λουτρό από δίπλα οι βρύσες ανοιχτές
μπρούμυτα στο προσκέφαλό μου
θωρούσα τις πηγές με το άσπιλο λευκό πού με πιτσίλιζαν•
τι ωραία Θεέ μου τι ωραία
χάμου στο χώμα ποδοπατημένη
να κρατάω ακόμη μες στα μάτια μου
ένα τέτοιο μακρινό του παρελθόντος πένθος.
[Από τη Μαρία Νεφέλη.]
http://frear.gr/?p=8664

[Έξω, Στο Φώς]



 
Θα σου ανοίξω το παράθυρο
και θα σου δώσω το χέρι μου
άνθρωπε που σε πετάνε τώρα, έξω απ’ τις πόλεις
και σ’ εγκαταλείπουν σε κακοφωτισμένες κουζίνες.
Άνθρωπε παραγεμισμένε σαν αρνάκι στο φούρνο.
Όλο θαύματα, αυταπάτες, ευχές και εμβλήματα του Ρόταρι.
 
Διαβάζω εδώ τις φυλλάδες για τον παράξενα φοβισμένο καιρό.
Τις σκαλωσιές στα μοναστήρια. Τα γυμνά κορίτσια
που περιμένουν πελάτη
διαβάζοντας Όμηρο και Βιργίλιο στις καταπαχτές.
 
Άνθρωπε μπλεγμένε σαν κουβάρι
στα γυμνά κλαδάκια και τις βροχερές Κυριακές
με τους μπελάδες σου και τις ελπίδες σου
πότε κύκνος και πότε ερπετό
χασομέρησε λίγο, κοιτάζοντας τον ουράνιο θόλο
και τις τρυφερά καχύποπτες υπάρξεις
που θέλουν να ματώσουν τα αιδοία τους από έρωτα.
 
Διώξε τις μύγες του σφαγίου απ’ τα σχολικά σου βιβλία.
Τη γραφειοκρατία της αναπαραγωγής, τους αξιωματούχους.
Μελλοθάνατε της Νομικής και της φιλοσοφίας
εργάτη της κιμωλίας και του μαυροπίνακα
που όλο πουλιέσαι ακριβά για να χαριστείς στο τέλος
γρυλίζοντας στο σκοτεινό σινεμά της αιωνιότητας.
 
  
Άνθρωπε νεκροτόμε των επιθυμιών σου
που σκαρφαλώνεις στα ρουθούνια του θεού
καρφώνοντας εξαπτέρυγα στον κώλο των αρχαγγέλων
παραγγέλλοντας πίτσα
γράφοντας το κοιλιόδουλο οικογενειακό σου έπος
με τις χλομές ξανθιές και τους ηγέτες να σου κρατούν το χέρι.
Τους ψεύτικους πετεινούς στα κινητά που σε κοιμίζουν
τους δήμιους που σου διαβάζουν την Αγία γραφή.
 
Άνθρωπε σε στάση προσοχής
χαϊδεμένε από περίστροφα και συντάγματα
κρεμασμένε στα τσιγκελωτά μουστάκια των στρατηγών,
γραπωμένε στις θεολογικές κλειτορίδες
θα βρεις τον μπελά σου κάποτε απ’ τη Βίβλο.
 
Άνθρωπε που τρέχεις να κρυφτείς στα σούπερ μάρκετ
η ιστορία είναι ασύχαστη
όσο οι επίσκοποι παιδεραστές σε μαγαρίζουν με συσσίτια,
σακουλάκια με τσιπς και μαυραγορίτικη σωτηρία της ψυχής.
 
Άνθρωπε που έγινες καλόγερος
κάνοντας λαδάκι τη σιωπή για τη σκοτεινιά της Αγρυπνίας
προσεχτικά μαγαρίζοντας τόσες ζωές
με αλώβητη υποταγή και νηστίσιμες ονειρώξεις
σου ανοίγω το παράθυρο και σου δίνω το χέρι
να σε τραβήξω με την τριχιά της καυλωμένης μου λέξης, έξω, στο φώς.
Εδώ που δεν έχει Χριστούς και Βούδες,
Μωάμεθ και ποντικοκούραδα θρησκειών,
ενεχυροδανειστές και ηγέτες,
παρά μονάχα φως.
 
 
 http://www.bibliotheque.gr/article/45901
 

Κυριακή, 22 Φεβρουαρίου 2015

λόγια αγγέλων


Ποιος σου έμαθε τα λόγια των αγγέλων
Και στον ύπνο μου τα κρυφοκουβεντιάζεις

Έρχεσαι φεύγεις διαρκώς με κυκλώνεις
Σαν να λιμάρεις με τα μάτια το σκοινί της πτώσης
Με χτυπάς με σπαθιά που τον έρωτα ποθούν
Κι εγώ δομώ το κενό με πυκνό υφάδι δακρύων
Κάνω να φωνάξω με φωνή αγνώστου
Και η κραυγή χάνεται σε συνδέσμους ενδοιαστικούς
Κάνω να σ΄αγαπήσω μα ξεχνώ την μυρωδιά του κορμιού σου

Ποιος σε δίδαξε της γραφής τα βέλη
Κι έρχεσαι στα πελάγη νησίδες να φανερώσεις
Παθιάζεσαι ματώνεις γλιστράς στον αφρό
Σαν να βρέχεις τις φτερούγες στις νωπές αμμουδιές μου
Με περιζώνεις δυνητικά με ψεύτικες προθέσεις
Κι εγώ αρπάζομαι αμήχανα απ' το βιβλίο του λάθους
Κάνω να αναληφθώ απ' τις σελίδες σου
Και αέναα πεζοπορώ στα τείχη της βουβής πολιτείας
Κάνω να σ' αγαπήσω μα μετρώ σπασμένα βότσαλα του Αυγούστου

Ποιος σε βούλιαξε στις παγωμένες στέπες
Και απουσιάζεις απ' τα ξαφνιάσματα της σκέψης
Ξοδεύεσαι βλαστημάς τροχίζεις τον θυμό
Σαν να πολεμάς άοπλος τα φαντάσματα της τρέλας
Με φυλακίζεις εγωιστικά σε κελιά μεσαιωνικά
Κι εγώ απαρνιέμαι τα κίτρινα στολίδια της λησμονιάς
Κάνω να ταυτιστώ με πορείες ουράνιες
Και απομένω σκονισμένη πεταλούδα ψυχρή
Κάνω να σ' αγαπήσω μα αφήνομαι στα κρύα σεντόνια της μέθης

Ποιος συλλάβισε τις τελευταίες σου πράξεις
Κι έρχεσαι στη σκηνή γυμνός να σταυρωθείς
Βαριανασαίνεις λυγάς ξορκίζεις την λάμψη της λάμας
Σαν να κρατιέσαι στον δυνατό άνεμο από τόξα λυγισμένα
Με οδηγείς σε χάρτινες λεωφόρους με σημάδια αχνά
Κι εγώ στολίζω τα χείλη με φίδια φαρμακερά
Κάνω να θυμηθώ αν ποτέ υπήρξες
Και νωπό το αίμα με πνίγει σαν πλοκάμι θανάτου
Κάνω να σ' αγαπήσω μα ιέρεια γίνομαι και στη φωτιά σε προσφέρω


Σάββατο, 21 Φεβρουαρίου 2015

Ηλιοτρόπια









Εσωτερικά ηλιοτρόπια
γέρνουν στο φως της ψυχής
στις εκτάσεις του φεγγαριού
στα χρυσά πορτοκάλια του θέρους
στην άμπωτη ενός ήλιου
που ποτέ του δεν δύει
στις αισθήσεις των κοραλλιών
που φιλούν τις ακτίνες
και γεννιούνται άστρα
αναπνέοντας… Φως


http://sofiastrezou.blogspot.gr/

Κυριακή, 15 Φεβρουαρίου 2015

Γιώργος Γκανέλης, Ποιήματα


ΑΝΑΠΟΦΑΣΙΣΤΟΣ

Όταν σου ανακοινώνουν
Το θάνατό σου απ’ το τηλέφωνο
Είναι περασμένα μεσάνυχτα
Εσύ βγαίνεις ανακουφισμένος στο δρόμο
Και κερνάς το φεγγάρι κουφέτα
Μετά βρίσκεις ένα ανοιχτό φαρμακείο
Και ζητάς τσιρότο για τα κουνούπια
Τέλος επισκέπτεσαι το καλύτερο μπαρ της πόλης
Και γνωρίζεις τον έρωτα της ζωής σου.
Τα χαράματα φεύγεις έντρομος για το σπίτι
Σκεφτόμενος πως έχεις πεθάνει
Περνάς κατά λάθος έξω απ’ το μαιευτήριο
Σε αρπάζουν οι νοσοκόμες
Και σε τοποθετούν σε θερμοκοιτίδα
«Γεννήθηκες πρόωρα» σου λένε
«Από σήμερα θα τρέφεσαι με σωλήνα».
Εσύ δραπετεύεις απ’ το παράθυρο
Πηδάς πέντε ορόφους, γκρεμοτσακίζεσαι.
Παίρνεις τηλέφωνο το ασθενοφόρο:
«Γιατί μας καλείτε, για να γεννηθείτε ή να πεθάνετε;»

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑ

Νωρίς άρχισε να ξημερώνει
Μπαίνω στο πρώτο λεωφορείο
Άνθρωποι με περούκες μου μιλάνε
Δεν έχω τίποτα να τους κρύψω
Στάζει μπογιά ο ουρανός
Ο εφημεριδοπώλης με τα φρέσκα νέα
Μουντζώνει όλους τους ερωτευμένους
Κυκλοφορεί ελεύθερο ένα λιοντάρι
Όταν το πιάνουν αυτό ξαναφεύγει
Δανείζω τα μάτια μου σ’ έναν τυφλό
Μου δίνει το φώτα του ένας αλήτης
Μια κοπέλα με καμηλό παλτό
Διαβάζει Πεσσόα στο παγκάκι
Εγώ ψωνίζω ώριμες ελπίδες
Τις τρώω όλες και βαρυστομαχιάζω.
Νωρίς άρχισε να νυχτώνει
Κρύφτηκα πίσω από κάτι λαμαρίνες
Το κεφάλι μου κολυμπούσε στον πυρετό
Ένα σκυλί έγλειφε τα οστά μου
Μου είπαν πως θα γινόμουν τρανός
Πίστεψα τις δικαιολογίες τους
Έχω στη μνήμη μου ένα ξυράφι
Θα πετσοκόψω τις παχουλές κυρίες
Που επιστρέφουν απ’ τους εράνους
Το σπίτι μου με ανοιχτά παράθυρα
Μπήκαν οι οβίδες στο σαλόνι
Η σπιτονοικοκυρά σταυροκοπιέται
Της πέφτουν τα μανταλάκια απ’ τα χέρια
Εγώ γεμίζω το ψυγείο με όνειρα
Ξαπλώνω στο πάτωμα και κοιμάμαι.

O Γιώργος Γκανέλης γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε Κλασική Φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Είναι καθηγητής Φιλολογίας στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές «Ανάπηροι δρομείς» το 2012, «Ο σκοπευτής της μνήμης» το 2013 και «Χρεοκοπία ιδεών» το 2014, όλες από τις εκδόσεις Στοχαστής.

 http://www.poiein.gr/



 

Παρασκευή, 13 Φεβρουαρίου 2015

[ΕΝΤΕΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ] Του Γιάννη Λειβαδά


Ολικό Ποίημα
 
Σαν να μεταφράζεις
ξύλινα άλογα
 
Συναισθηματικός πληθωρισμός
Ο Θεός τη Νύχτα
 
Μια πρόκληση που σκοτώνει
Τα βαμβακερά των γυναικών
Παρουσίες
 
Το κλάδεμα των χεριών των ματιών
και των πεύκων
ακόμη και των ζωών
 
Το γρηγορότερο δυνατό
 
Σαν να μιλάς την γλώσσα
ανθρωποφάγων ψαριών /
 
Δεν χρειάζομαι εργαλεία
Τύπους
Κομψότητα
Κοινά δικαιώματα
 
Σαν να παραείναι τα ρεκόρ
μια νέα εργασία
για μένα
 
Αστερίσκοι οβελοί
Τα λάθη των τεχνών
Σε ποιον αρέσουν τα quadrivium
 
 
 


 
 
Βρισκόμαστε πίσω από ποίημα.
 
Η σιωπή τρέμει πάνω στο χλομό μου χέρι
 
Η σιωπή τρέμει πάνω στο χλομό μου χέρι
εσωτερικά κόρνες γκονγκ καμπάνες
 
ο ήλιος ένα παρντόν πάνω απ’ το σκοινί
και το σαπούνι•
και εκεί οι ανοιχτοί μηροί
 
της σιωπής ριγμένοι
και το χέρι μου γράφει
αυτό που απ’ τον θεό λείπει
 
σκέφτομαι πια την αλληλογραφία
ταχυδρομικούς σάκους σε υδροπλάνα
 
βροχή άρχισε να πέφτει
η σιωπή μού σκουντάει ξανά το χέρι.
 
 




 
35.
 
Πάνε έντεκα λεπτά
αφότου το κάναμε•
τρέχεις στο ραντεβού
σε περιμένουν έργα τέχνης
στο βλέμμα σου εκτιθέμενη ανταλλαγή.
Έχω μείνει στο κρεβάτι
καπνίζω ήσυχος σαν πλοίο υπερατλαντικό
στο βάθος του ορίζοντα
που κόβεται απότομα από του πράσινου
στηθόδεσμού σου
τα τροπικά νησιά.
 
 
 


 
45.
 
Συνάντησα μια φίλη μ’ ένα μωρό στη αγκαλιά.
Της είπα πότε πρόλαβες και το ‘κανες;
Μεγαλώνουμε, μου είπε, κοίταξέ το:
 
Σ’ έξι μήνες θα ξυρίζεται
Σ’ ένα χρόνο θα γαμήσει!
 
Και ο Μάρτης έλαμψε.
 
Τούτη η κουβέντα
Κρατήθηκε.
 
 
 
 
48.
 
Μπαίνω στην εθνική βιβλιοθήκη –
Αυτός είναι από μόνος του ένας καλός στίχος.
Συζητούν για το τελευταίο νόμπελ χαμηλόφωνα.
Η υπάλληλος πρώην τοξικομανής τώρα
χειρότερη μ’ εκείνα τα πιασμένα μαλλιά
Και του τσακαλιού το βλέμμα.
Λέω, πού μπορώ να βρω αυτό και
Θα ήθελα οπωσδήποτε να κοιτάξω κι εκείνο.
Μου λέει δεν γίνεται τίποτα απ’ τα δύο,
Το ίδρυμα τελεί υπό ανακαίνιση.
Μπορείτε όμως αν θέλετε
Να μου υπογράψετε το τελευταίο σας βιβλίο
(με αναγνώρισε).
Το στυλό σταματάει να γράφει και
Τ’ όνομα μου διαβάζεται ως τη μέση.
Πιέζω τη μύτη μα εκείνη μου λέει δεν πειράζει
Καλό είναι κι έτσι.
Βγαίνω και ο σκύλος που με είχε ακολουθήσει
Απέξω περιμένει.
 
 
 



 
49.
 
Οδηγίες χρήσης:
Όλοι τη γνωρίζουν καλά.
Ή τουλάχιστον κάπου την έχουν συναντήσει.
Χρήση εσωτερική,
η μακροχρόνια χρήση
Θα πρέπει να αποφεύγεται είναι
Καταστροφική
Μπορεί να οδηγήσει ακόμη και
Στον θάνατο.
Ο συσχετισμός στον άνθρωπο δεν έχει ακόμα
Επιβεβαιωθεί
Εν τούτοις θα πρέπει να γίνεται γνωστή.
Σε μεγάλες ποσότητες για χρόνια
Οι αλληλεπιδράσεις είναι μάλλον
Άγνωστες.
Δεν υφίσταται δε
Αντιμετώπιση στην υπερδόση.
Ο ασθενής θα πρέπει να γνωρίζει την ημερομηνία
Λήξης.
Να διατηρείται σε θερμοκρασία δωματίου.
Σκεφτείτε καλά πριν την χρησιμοποιήσετε.
Για μεγαλύτερη ασφάλεια κρατήστε την
Σε μυστικό μέρος
Μακριά από παιδιά –
Τέτοια είναι
η αλήθεια της ύπαρξης.
 
 
 
 




50.
 
Απέναντι στους υακίνθους είμαι επαναστατημένος
Ένεκα που γαμώ τη λογική τους –
Απόθεμα μιας ρίζας που τρυπάει τα τσιμέντα.
Η αλήθεια είναι όλα τ’ άλλα πέρα από ‘μας
(Και τα όμορφα κορίτσια που περιφέρονται
Συγχέοντας τα αστεία).
Άνθρωποι τωρινοί
Νοερά πώς βρεθήκαμε μέσα στον Λούκα Φα Πρέστο
Ή στον Βαν Ντόνγκεν;
Δεν είναι να μιλάμε σαν τυπωμένη σελίδα.
Τα μυστήρια του πόνου λύνονται με τη διάρκεια.
Όπως οι ποιητές που αγαπούν τα τερτίπια
Δε σκίζουν τίποτα
Άλλο από φρονιμάδα.
 
Δεν είναι δυνατόν αγαπητέ μου να πιστεύεις αυτά τα πράγματα.
 
 
 

 
52.
 
Έδωσα εντολή στη μεσημεριανή σύννοια
Και καπνίζω στην εστία του La parole toute-puissante
Γεμάτος με τη μοναξιά άλλων ανθρώπων
Δικό μου εγώ έξω στους δρόμους συνωστισμένο•
 
Θα ήθελα να ήμουν σε όλους άγνωστος
Η όψη του ιερόσυλου
Στο πρόσωπο ενός βρέφους λίγων ωρών•
 
Η βροχή πέφτει οπλές άλλες γυμνές κι άλλες πεταλωμένες
Κάποιες λέξεις τις λέω σιγανά.
 
Συνεχίζω να εξασκούμαι.
 
 
 
 


54.
 
Ούτε ένας θεός ημίγυμνος πουθενά κρεμασμένος
ούτε με δεκάξι χέρια πάνοπλος ή με κλειστά τα μάτια
βουτηγμένος στη σιωπή.
Θέλω να πω κάτι να σε τρομάξω.
Θάλασσες αποκόβονται για να ‘ρθει κάτι καταπάνω σου.
Όλα τα παιδιά θα γεννιούνται τυφλά στο εξής.
Η μάνα σου έχει γκόμενο το διάβολο.
Στην άκρη αυτής της πόλης μεγαλώνει ένα δέντρο
που μόνο μουγκρητά βγάζει.
Όλα τα δάκρυα που κλαις μιλούν τη γλώσσα των σπιτικών λικέρ.
Στο φοβερό κατώφλι των ικεσιών που εμφανίζονται
οι νεκροί για να βοηθήσουν
αρνείσαι την πόρτα να ανοίξεις.
 
 



 
 
55.
 
Σηκώνομαι για να νικήσω.
Κάθομαι κάθε πρωί να γράψω και
(μη φοβάστε, οι λέξεις δεν κυλούν μακριά
σε διαλυμένες σπείρες)
τα κυπαρίσσια στην Τοσκάνη έχουν πάψει
να ποζάρουν άλλο για φωτογραφίες.
Ο λίγος θάνατος που ξέρω,
πάνω στις τρίχες των ποδιών μου.
Λες και με έχει προειδοποιήσει
κάποια παρέα τρελαμένων πνευμάτων.
 
 
 

 
56.
 
Στροφές ζεστών λέξεων
Με ιδιαίτερο ενδιαφέρον
Περιορίζουν τις διαστάσεις.
Βάζω όσο αίσθημα χρειάζεται,
Ποτέ παραπάνω.
Πιο πολύ θαυμάζω τον Πραξιτέλη
Παρά τον Ερμή.
Ώσπου η νύχτα να γίνει παρθένα
Ώστε το να είναι να γράφεις.
 
 
 
 
 http://www.bibliotheque.gr/