Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Παρασκευή, 31 Ιουλίου 2015

εν τη γεννέσει (χαϊκού)





Πως ξεπέζεψες
Τ' άλογο και δεν σπάσαν
Οι λεπτοί βλαστοί

Σεληνόφωτο
Κι ακούς τον ιερέα
Ύμνους να ψάλλει

Αχυρόστρωμα
Που πάνω του ξάπλωσε
Ράθυμος έρως

Ήταν όμορφα
Σαν χείλη αφίλητα
Τα ρόδα της γης

Φυσάει βοριάς
Και στο συρματόπλεγμα
Ριγούν τα κράνη

Σκυφτός πέρασε
Ο τυφλός με το λύχνο
Κάμπτοντας το φως

Κάτω στους βυθούς
Ξαποσταίνει για λίγο
Σελήνης τροχός

Σκαρφαλωμένη
Σε βράχο απρόσιτο
Μια παπαρούνα...

Αλλάζεις μορφές
Καθώς βγαίνεις στο πάλκο
Κι όνομα άλλο

Νέος βαρκάρης
Μες στα νερά βυθίζει
Το γόνυ της γης

Κίτρινη βροχή
Κι ούτε μία μαρκίζα
Στον κόσμο στεγνή

Λάμπουν οι φάροι
Σαν Θεού αστερισμοί
Που πέσαν στη γη

Δρυοκολάπτης
Σε δέντρο γερασμένο,
Ανάσες δίνει

Κέλυφος άδειο
Τραγουδιστή τζίτζικα,
Μυρμηγκιών φωλιά

Γκρίζο βατράχι
Στο κάτοπτρο της λίμνης,
Χρυσό βάφεται

Σαλπάρει γοργά
Μια σκούνα στο πέλαγο,
Σαΐτα στο πέραν

Με το τσεμπέρι
Του σκιάχτρου ένας γκιώνης
Κρύβει το δάκρυ

Μες στην ομίχλη
Ανεβάζουν τ' αμπέλια
Διάφανους χυμούς

Βράδυ και πέμπει
Το σκυλί στο φεγγάρι
Ήχους της πείνας

Φεύγεις βιαστικά,
Κι ο έκπτωτος άγγελος
Σκότη συλλέγει

Ποτέ δεν ήρθες
Στην ουσία γνώρισα
Μια απουσία

Σπασμένη στα δυο
Η φτερούγα του γλάρου
Ταξίδια τάζει

Στη φυλακή μου
Ευρύχωρη η χαρά
Σήμα σου στέλνει

Κυλά το νερό
Στα παμπάλαια μέρη
Με όψη νέα

http://gialeni.blogspot.gr/

Τετάρτη, 29 Ιουλίου 2015

Άγγελος Σικελιανός



Ο Άγγελος Σικελιανός (15 Μαρτίου 1884 – 19 Ιουνίου 1951) ήταν ένας από τους μείζονες Έλληνες ποιητές. Το έργο του διακρίνεται από έντονο λυρισμό και ιδιαίτερο γλωσσικό πλούτο.





Ο Άγγελος Σικελιανός (15 Μαρτίου 1884 – 19 Ιουνίου 1951) ήταν ένας από τους μείζονες Έλληνες ποιητές. Το έργο του διακρίνεται από έντονο λυρισμό και ιδιαίτερο γλωσσικό πλούτο.






Γεννήθηκε στη Λευκάδα, όπου και πέρασε τα παιδικά του χρόνια. Αποφοίτησε από το γυμνάσιο το 1900 και τον επόμενο χρόνο γράφτηκε στη Νομική Σχολή της Αθήνας, χωρίς ωστόσο να ολοκληρώσει ποτέ τις νομικές του σπουδές. Τα ενδιαφέροντά του ήταν καθαρά λογοτεχνικά και από νωρίς μελέτησε Όμηρο, Πίνδαρο, Ορφικούς και Πυθαγόρειους, λυρικούς ποιητές, προσωκρατικούς φιλοσόφους, Πλάτωνα, Αισχύλο αλλά και την Αγία Γραφή και ξένους λογοτέχνες όπως τον Ντ' Αννούντσιο.





Τα επόμενα χρόνια πραγματοποίησε αρκετά ταξίδια και στράφηκε στην ποίηση και το θέατρο. Σημαντικό σταθμό στη ζωή του Σικελιανού αποτέλεσε ο γάμος του, το 1907, με την Αμερικανίδα Eva Palmer, η οποία σπούδαζε στο Παρίσι ελληνική αρχαιολογία και χορογραφία. Ο γάμος τους τελέστηκε στην Αμερική, ενώ εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα το 1908. Εκείνη την περίοδο ο Σικελιανός ήρθε σε επαφή με αρκετούς πνευματικούς ανθρώπους και τελικά το 1909 δημοσίευσε την πρώτη του ποιητική συλλογή Αλαφροΐσκιωτος, η οποία προκάλεσε ιδιαίτερη αίσθηση στους φιλολογικούς κύκλους, αναγνωριζόμενη ως έργο σταθμός στην ιστορία των νεοελληνικών γραμμάτων.





Ακολούθησε μια περίοδος έντονης αναζήτησης. που καταλήγει στην έκδοση των τεσσάρων τόμων της ποιητικής συλλογής Πρόλογος στη Ζωή, Η Συνείδηση της Γης μου (1915), Η Συνείδηση της Φυλής μου (1915), Η Συνείδηση της Γυναίκας (1916) και Η Συνείδηση της Πίστης (1917). Ο Πρόλογος στη Ζωή ολοκληρώθηκε αργότερα με τη Συνείδηση της Προσωπικής Δημιουργίας. Ακολουθούν ακόμα τα χαρακτηριστικά ποιήματα Το Πάσχα των Ελλήνων και Μήτηρ Θεού, της περιόδου 1917 - 1920, καθώς και διάφορες συνεργασίες του με λογοτεχνικά περιοδικά της εποχής.





Η αρχαιοελληνική πνευματική ατμόσφαιρα απασχόλησε βαθιά το Σικελιανό και συνέλαβε την ιδέα να δημιουργηθεί στους Δελφούς ένας παγκόσμιος πνευματικός πυρήνας ικανός να συνθέσει τις αντιθέσεις των λαών («Δελφική Ιδέα»). Για το σκοπό αυτό ο Σικελιανός, με τη συμπαράσταση και την οικονομική αρωγή της γυναίκας του, δίνει πλήθος διαλέξεων και δημοσιεύει μελέτες και άρθρα. Παράλληλα, οργανώνει τις «Δελφικές Εορτές» στους Δελφούς με τις παραστάσεις του Προμηθέα Δεσμώτη (1927) και των Ικέτιδων (1930) του Αισχύλου να ανεβαίνουν στο αρχαίο θέατρο.

Η «Δελφική Ιδέα» εκτός από τις αρχαίες παραστάσεις περιελάμβανε και την «Δελφική Ένωση», μια παγκόσμια ένωση για τη συναδέλφωση των λαών και το «Δελφικό Πανεπιστήμιο», στόχος του οποίου θα ήταν να συνθέσει σε έναν ενιαίο μύθο τις παραδόσεις όλων των λαών. Για τις πρωτοβουλίες αυτές, το 1929, η Ακαδημία Αθηνών του απένειμε αργυρό μετάλλιο για τη γενναία προσπάθεια αναβίωσης των δελφικών αγώνων. Από το φιλόδοξο αυτό σχέδιο το μόνο που πραγματοποιήθηκε τελικά ήταν οι Δελφικές Εορτές, αλλά και αυτές οδήγησαν σε οικονομική καταστροφή και χωρισμό του ζεύγους, αφού η Εύα Πάλμερ εγκαταστάθηκε από τότε στην Αμερική και επέστρεψε μόνο μετά το θάνατο του ποιητή.





Κατά τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940 ο Άγγελος Σικελιανός μαζί με άλλους Έλληνες λογίους προσυπέγραψε την Έκκληση των Ελλήνων Διανοουμένων προς τους Διανοούμενους ολόκληρου του Κόσμου με την οποία αφενός μεν καυτηριάζονταν η κακόβουλη ιταλική επίθεση, αφετέρου δε διέγειρε την παγκόσμια κοινή γνώμη σε επανάσταση συνειδήσεων για κοινό νέο πνευματικό Μαραθώνα.





Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής, ο Σικελιανός διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην πνευματική αντίσταση του λαού, με κορυφαία εκδήλωση το ποίημα και το λόγο που εκφώνησε στην κηδεία του Παλαμά το 1943.

Tο 1946 εξελέγη πρόεδρος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών.




Υπήρξε 5 φορές υποψήφιος για το Νόμπελ Λογοτεχνίας:

Το 1946, προτεινόμενος από το μέλος της Σουηδικής Ακαδημίας Anders Österling

Το 1947, προτεινόμενος από τον Νίκο Βέη, που την ίδια χρονιά είχε προτείνει και τον Νίκο Καζαντζάκη με την σκέψη πως θα έπρεπε να βραβευτούν από κοινού.

Το 1948, προτεινόμενος από μέλος της Βασιλικής Ακαδημίας Γραμμάτων, Ιστορίας και Αρχαιοτήτων της Σουηδίας Axel W Persson και το μέλος της Σουηδικής Ακαδημίας συγγραφέα και δημοσιογράφο Elin Wägner. Την χρονιά εκείνη, ο Anders Österling, ο οποίος είχε προτείνει τον Σικελιανό το 1946, πρότεινε να μοιραστεί το βραβείο μαζί με τον νικητή εκείνης της χρονιάς Τ.Σ. Έλιοτ, αλλά η πρότασή του απορρίφθηκε.

Το 1949, προτεινόμενος από το μέλος της Σουηδικής Ακαδημίας, συγγραφέα Sigfrid Siwertz.

Το 1950, προτεινόμενος με δύο προτάσεις. Μια, με μοναδικό υποψήφιο τον ίδιο, από την Ελληνική Εταιρεία Λογοτεχνών και μια, σε συνδυασμό ξανά με τον Καζαντζάκη, από το μέλος της Σουηδικής Ακαδημίας συγγραφέα Hjalmar Gullberg.

Ο Άγγελος Σικελιανός πέθανε στην Αθήνα το 1951 και τάφηκε στο Α' Νεκροταφείο Αθηνών.





Εργογραφία

Ποιήματα

Ο ποιητής εξέδωσε ο ίδιος τα έργα του σε τρεις τόμους με τον τίτλο Λυρικός Βίος (1946 Α και Β, 1947 Γ), αφήνοντας έξω κάποια έργα που δε θεώρησε απαραίτητο να συμπεριλάβει.

Το 1965 άρχισε η έκδοση των «Απάντων» του με επιμέλεια του Γ.Π.Σαββίδη. Εκδόθηκαν 5 τόμοι με το έργο που είχε δημοσιεύσει ο ποιητής (1965-1968) και έκτος τόμος (1969) με όσα ποιήματα είχε αφήσει εκτός του Λυρικού Βίου

Πεζά κείμενα

Συγκεντρωτική έκδοση των "Απάντων":

Πεζός Λόγος Α (1978)

Πεζός Λόγος Β (1980)

Πεζός Λόγος Γ (1981)

Πεζός Λόγος Δ (1983)

Πεζός Λόγος Ε (1985)


Τραγωδίες

Ο Διθύραμβος του Ρόδου (1932)

Σίβυλλα (1940)

Ο Δαίδαλος στην Κρήτη (1942)

Ο Χριστός στη Ρώμη (1946)

Ο Θάνατος του Διγενή (1947)

Ασκληπιός (ημιτελής)

Συγκεντρώθηκαν σε τρεις τόμους με τον τίτλο Θυμέλη, Α' και Β', 1950, Γ', 1954


Ποίηση - Επιστολογραφία - Πεζά Κείμενα - Ανθολογίες

(Με Φιλολογική Επιμέλεια, Παρουσίαση, Σχολιασμό, Σημειώσεις, Γλωσσάριο).



Άγγελος Σικελιανός, Ανθολογία, Επιλογή – φιλολογική επιμέλεια Ζήσιμος Λορεντζάτος, Γλωσσάρι Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος, «Ίκαρος», Αθήνα 1998.

Άγγελου Σικελιανού, Γράμματα, πρώτος τόμος (1902-1930), Φιλολογική επιμέλεια Κώστας Μπουρναζάκης, «Ίκαρος», Αθήνα 2000.

Άγγελου Σικελιανού, Γράμματα, δεύτερος τόμος (1931-1951), Φιλολογική επιμέλεια Κώστας Μπουρναζάκης, «Ίκαρος», Αθήνα 2000.

Άγγελου Σικελιανού, Αντίδωρο, Φιλολογική επιμέλεια Κώστας Μπουρναζάκης, «Ίκαρος», Αθήνα 2003.

Άγγελος Σικελιανός, Μήτηρ Θεού, Φιλολογική επιμέλεια Κώστας Μπουρναζάκης, «Ιδεόγραμμα», Αθήνα 2003.

Άγγελος Σικελιανός, Κήρυγμα Ηρωισμού, Φιλολογική επιμέλεια Κώστας Μπουρναζάκης, «Ίκαρος», Αθήνα 2004.

Άγγελος Σικελιανός, Γράμματα στην Εύα Πάλμερ Σικελιανού, Φιλολογική επιμέλεια Κώστας Μπουρναζάκης, «Ίκαρος», Αθήνα 2008.


Εύα Σικελιανού Ερωτεύτηκε γυναίκες, παντρεύτηκε τον ποιητή...




Αύγουστος του 1906, τρεις άνθρωποι κυκλοφορούν στην Αθήνα φορώντας χειροποίητους αρχαιοελληνικούς χιτώνες και σανδάλια. Οι κάτοικοι του κέντρου και του χωριού του Παγκρατίου τούς περιτριγυρίζουν με αναιδή περιέργεια. Είναι ο Ρέιμοντ Ντάνκαν, αδελφός της χορεύτριας Ισιδώρας Ντάνκαν, με τη γυναίκα του Πηνελόπη, αδελφή του ποιητή Αγγελου Σικελιανού, και την αμερικανίδα φίλη τους Εύα Πάλμερ.




Εύα Πάλμερ

Ο «Ιερός πανικός» της Εύας Πάλμερ, της πρώτης συζύγου του Αγγελου Σικελιανού, από καιρό εξαντλημένος στην πρώτη του έκδοση (Εξάντας, 1992), κυκλοφορεί σε νέα έκδοση από τις εκδόσεις Μίλητος. Ο διευκρινιστικός υπότιτλος γράφει «αυτοβιογραφία», πρόκειται όμως στην ουσία για τη βιογραφία της Δελφικής Ιδέας ή για τα απομνημονεύματα της Εύας, όπου το ιδιωτικό υποχωρεί μπροστά στο δημόσιο. Γραμμένο, έπειτα από παρότρυνση του Σικελιανού στο διάστημα 1938-1942, το κείμενο είναι μια εσωτερική μαρτυ ρία για την πορεία του οράματος της Δελφικής Ιδέας του Σικελιανού από την έμπνευση προς την υλοποίησή του, με πρώτο βήμα τη διοργάνωση των Δελφικών Γιορτών το 1927 και το 1930.




Άννα Σικελιανού

Για τον βιογράφο ο οποίος αναζητεί λεπτομέρειες για την ιδιωτική ζωή της Εύας οι τετρακόσιες σελίδες του τόμου δεν είναι καθόλου αποκαλυπτικές. Τα πρώτα επτά κεφάλαια που παρουσιάζουν την ανατροφή στο πατρικό σπίτι, τα ταξίδια, τις σπουδές στο Παρίσι, τη συναναστροφή με συγγραφείς και καλλιτέχνες λειτουργούν ως προοίμιο για την κατανόηση της βαθιάς και μόνιμης επίδρασης που άσκησε πάνω της το δελφικό ιδεώδες. Η νεανική λεσβιακή σχέση της με τη Νάταλι Κλίφορντ Μπάρνεϊ, η συμβίωσή της με τον Σικελιανό, οι παράλληλες σχέσεις του, η διάλυση του γάμου τους και ο γάμος του με την Αννα Καραμάνη μένουν στο σκοτάδι.





Ο εν πολλοίς άγνωστος γιος των Σικελιανών, ο Γλαύκος, δεν μας γίνεται περισσότερο γνώριμος και ελάχιστα πληροφορούμαστε για τη ζωή της μετά την επιστροφή στην Αμερική. Τα κεφάλαια της Αμερικής είναι στην πραγματικότητα μικρά δοκίμια, όπου με αφορμές από την αλληλογραφία της με τον χορευτή Τed Shawn, ανακαλύπτουμε τη θεωρητικό Εύα.





Εκφράζει εκτενώς τις απόψεις της για την τέχνη, για το δράμα και την ελληνική μουσική, σχολιάζει τον Εμερσον, τον Νίτσε και τον Σοπενάουερ, τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, μας εντυπωσιάζει με την καλλιέργεια και την κριτική της ευαισθησία και την προσπάθειά της για την αναβίωση της αρχαιοελληνικής τραγωδίας στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού.


Η Ελλάδα του Μεσοπολέμου

Οι Ωκεανίδες, από τις Δελφικές Γιορτές του 1930

Τα πιο ενδιαφέροντα κεφάλαια του βιβλίου είναι αναμφίβολα εκείνα που αφορούν τις Δελφικές Γιορτές, όπου ζωντανεύει στη λεπτομέρειά του ο κόσμος της Ελλάδας του Μεσοπολέμου. Η Εύα στρατεύτηκε διά βίου στο σικελιανικό όραμα μιας σύγχρονης παγκόσμιας αμφικτιονίας με κέντρο τους Δελφούς και όχημα την τέχνη, και για τις Δελφικές Γιορτές ανέλαβε τη χρηματοδότηση από την προσωπική της περιουσία, τη σκηνοθεσία, τη διδασκαλία της μουσικής και της όρχησης, την ύφανση των κοστουμιών, τις επαφές, τη διεκπεραίωση. Μόχθος τιτάνιος. Περιγράφει αυτές τις μακροχρόνιες και κοπιώδεις προετοιμασίες για τη διεξαγωγή των Γιορτών και ταυτόχρονα δίνει ένα ψυχογράφημα της ελληνικής κοινωνίας. Σημειώνει τις παρατηρήσεις της για το πώς λειτουργούν τα πράγματα στην Ελλάδα, για την ολιγωρία της πολιτείας, τη δυσπιστία του λαού, τη μάχη του ατόμου με τους γραφειοκρατικούς μηχανισμούς.

Ιστορία και θεωρία περικλείονται σε μια αφήγηση η οποία κυριαρχείται φανερά από αισθήματα θαυμασμού και αφοσίωσης στον Αγγελο Σικελιανό. Στον άνδρα που παρουσιάστηκε μπροστά της λουσμένος στο φως σαν έλληνας θεός: «Τον είδα για πρώτη φορά να στέκεται στον καυτό ήλιο έξω από την πόρτα μου... Ακόμη και όταν πέρασε μέσα από τη ζώνη του φωτός στο κέντρο του δωματίου προς τη σκιά της άκρης διατηρούσε τη λάμψη». Στον ποιητή που της προκαλεί ένα «εκστατικό μαρτύριο» με κάθε καινούργιο ποίημα που της διαβάζει. Το δελφικό ιδεώδες μπορεί να ήταν για τους περισσότερους μια ουτοπία του «αλαφροΐσκιωτου» ποιητή, για την Εύα όμως αποτέλεσε φιλοσοφία μέσα στην οποία έζησε τη ζωή της.


Στη μοναξιά των Δελφών

Η Εύα Πάλμερ φορώντας ένα από τα περίφημα υφαντά της


Κοσμοπολίτισσα,διανοουμένη και ακτιβίστρια,η Εύα Πάλμερ γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη το 1874 και ανατράφηκε σε μια πολύ εύπορη οικογένεια προοδευτικών αντιλήψεων.Ο πατέρας της Κούρτλαντ Πάλμερ ήταν ιδρυτής του «Ομίλου του 19ου αιώνα» και ενός βραχύβιου πρωτοποριακού σχολείου στη Νέα Υόρκη και η μητέρα της λάτρευε τη μουσική.Στο πατρικό της σπίτι διακεκριμένοι διανοούμενοι και καλλιτέχνες αντιμαχόμενων απόψεων μπορούσαν να συνδιαλεχθούν σε ατμόσφαιρα πολιτισμένη.Αυτό ήταν το έτοιμο έδαφος στο οποίο το δελφικό όραμα του Σικελιανού ρίζωσε εφ΄ όρου ζωής. Από το 1906 ως το 1933 έζησε στην Ελλάδα, με δύο ενδιάμεσα ταξίδια στην Αμερική,το 1907, όταν έγινε ο γάμος της με τον Σικελιανό,και το 1928, όταν έδωσε σειρά διαλέξεων για την προώθηση της Δελφικής Ιδέας.Μετά το 1933 ζει μόνιμα στην Αμερική.Συνεχίζει να επικοινωνεί με τον ποιητή ακόμη και μετά τον δεύτερο γάμο του,τον βοηθά οικονομικά,κινητοποιεί τον Χένρι Μίλερ για την υποστήριξη της υποψηφιότητάς του για το Νομπέλ το 1946. Στη διάρκεια του πολέμου διαμαρτύρεται για την Κατοχή στην Ελλάδα και συγκεντρώνει βοήθεια.Το 1950 αποφασίζει να επιστρέψει στην Ελλάδα για την αναβίωση των Δελφικών Γιορτών,αλλά δεν της εκδίδουν διαβατήριο.Ερχεται τελικά το 1952, έναν χρόνο μετά τον θάνατο του Σικελιανού. Στη διάρκεια παράστασης του «Προμηθέα Δεσμώτη» στους Δελφούς (έργου που παραστάθηκε στις πρώτες Δελφικές Γιορτές) παθαίνει καρδιακή προσβολή και πεθαίνει μία εβδομάδα αργότερα,στις 4 Ιουνίου.Τάφηκε, σύμφωνα με επιθυμία της,δίπλα στον Σικελιανό,στους Δελφούς.

http://www.eirinika.gr/

Μπλεζ Σαντράρ

Βομβάη Εξπρές


Η ζωή που έκανα 
Μ’ εμποδίζει ν’ αυτοκτονήσω
Όλα τρέχουν
Οι γυναίκες με τσιρίγματα κυλάνε
Στις ρόδες
Σαν βεντάλια οι τραμπάλες βρίσκονται στην πόρτα των σταθμών.
Κάτω απ’τα νύχια έχω μουσική

Ποτέ δε μου άρεσε ο Μασκάνι
Μήτε η τέχνη και οι Καλλιτέχνες
Ούτε τα διαχωριστικά ούτε οι γέφυρες
Μήτε τα τρομπόνια και οι τρομπέτες
Δεν ξέρω τίποτα πια
Δεν καταλαβαίνω...
Το χάδι αυτό που κάνει τον χάρτη
Να ριγά

Φέτος ή του χρόνου
Η κριτική της τέχνης είναι εξίσου ανόητη με την εσπεράντο
Μπρίντιζι
Αντίο και αντίο

Εδώ γεννήθηκα
Το ίδιο κι ο γιος μου
Που ’χει το μέτωπο σαν τη μήτρα της μητρός του
Υπάρχουν σκέψεις που κάνουν τα λεωφορεία να αναπηδούν
Δε διαβάζω πια βιβλία που βρίσκονται μόνο στις
Βιβλιοθήκες
Όμορφο Α Β Γ του κόσμου

Καλό ταξίδι!

Σε κουβαλάω
Εσένα που γελάς την κιννάβαρι.


Στις 5 γωνιές  



Τόλμα να κάνεις θόρυβο
Όλα είναι χρώμα κίνηση έκρηξη φως
Η ζωή που λιώνει μες στο στόμα μου
ανθίζει στα παράθυρα του ήλιου
Είμαι λιώμα
Και πέφτω διάφανος στο δρόμο

Μιλάς, παλιόφιλε

Δεν ξέρω, ν’ ανοίξω τα μάτια;
Χρυσαφένιο στόμα
Η ποίηση υπό αμφισβήτηση


Νεκρές φύσεις


Πράσινο
Ο βαρύς βηματισμός των πυροβολητών περνά μέσα απ’τη γεωμετρία
Αφήνομαι
Σύντομα δε θα’μαι παρά χάλυβας
Χωρίς τον γνώμονα απ’το φως 
Κίτρινο
Σάλπιγγα της νεωτερικότητας
Το αμερικάνικο ντοσιέ
Ξερό και
Φρέσκο
Όσο οι πρώτες εξοχές
Νορμανδία
Το τραπέζι του αρχιτέκτονα
Λιτά όμορφο
Μαύρο
Μ’ ένα μπουκάλι σινική μελάνη
Και μπλε πουκάμισα
Μπλε
Κόκκινο
Κι έπειτα ένα λίτρο, ένα λίτρο αισθησιασμού
Κι αυτή η υψηλή καινοτομία
Άσπρο
Φύλλα λευκού χαρτιού

Τρίτη, 28 Ιουλίου 2015

ΚΟΣΜΟΣ Σ’ ΕΝΑ ΦΙΛΙ



Κόσμος σ’ ένα φιλί
Ο παίκτης με τις μπαγκέτες από λεπτοκαρυά ραμμένες στα
μανίκια του  
Καλμάρει ένα λεφούσι νεαρών λεοντοπιθήκων
Που σάλο ξεσηκώνοντας μεγάλο από το χείλος κατήλθαν
της αβύσσου  
Όλα εδώ θολώνουνε και βλέπω τη νυκτερινή διερχόμενη άμαξα
Να τη σέρνουν μεξικανικές αμφίβιες σαλαμάνδρες γνωστές ως
αξολότλ με κάτι μπλε υποδήματα  
Σπινθηροβόλα εμπασιά του δρόμου που οδηγεί όποιον τον
τραβάει ντουγρού στον τάφο  
Τον στρωμένο με βλέφαρα και με τις βλεφαρίδες τους
Των αντιποίνων ο νόμος έναν ολόκληρο λαό δεκατίζει
αστέρων  
Κι εσύ πας και μου στολίζεσαι με δρόσο μελανή
Ενώ τα τρομαλέα ορόσημα του νου
Με κόμες αμπελώδεις
Κατασχίζονται και δη κατά μήκος
Τη διάβαση ελευθερώνοντας στους πάλλευκους ερωδιούς
Που επανακτούν εξ εφόδου τη γειτονική μας λίμνη
Τα κάγκελα του θεάματος είναι ροδανισμένα θαυμασίως
Και μια εκεί επιμήκης άτρακτος επιμαρτυρεί απλώς του
ανθρώπου το φευγιό την απόδραση  
Λίγο μετά το χάραμα στις επιφανείς μηδικές πόες σε κάτι
περιώνυμα τριφύλλια  
Η ώρα
Τώρα πια είναι κάτι λιανά απ’ τα χρυσά νομίσματα της
αθιγγανίδος που κουδουνίζουνε  
Με γιρλάντες καλλιόψειες
Μια ιππεύτρια στητή ολόρθη σ’ ένα άλογο καλπάζον σ’ έναν
ψαρή απάνω διάστικτον με βόλια αδόκητης νεροποντής  
Από μακριά οι βραχίονές της είναι πάντα σε έκταση
Ο κεκονιαμένος ρόμβος από κάτω μου θυμίζει
Το αντίσκηνο με τους γαλάζιους βίσονες
Που κεντήσανε οι Ινδιάνοι που ’χα στο προσκέφαλό μου
Έξω ο αέρας προβάρει χειρόκτια από βίσκο κοινώς γκυ
Πάνω σ’ έναν πάγκο καθαρού νερού
Κόσμος σ’ ένα φιλί κόσμος
Δικά μου τα όστρακα
Τα καύκαλα της μεγάλης ουράνιας χελώνας με κοιλιά
υδρόφιλου  
Που κάθε νύχτα στο αλώνι μάχεται του έρωτα
Με τη μεγάλη μαύρη χελώνα με τη γιγαντιαία των ριζών
σκολόπεντρα  


 http://alonakitispoiisis.blogspot.gr/

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Δευτέρα, 27 Ιουλίου 2015

ΚΑΙ ΜΕ ΦΩΣ ΚΑΙ ΜΕ ΘΑΝΑΤΟΝ [8-14]


                   
                                                    8
Όπως και να                        στον αιώνα ενός φιλιού
Δεν σε προφταίνω Τύχη
                                         σ' έζ            εν παλινσκίωι  
σφυρά         πέτρα παριανή στις φλέβες
                            όπου δείχνει το κατάρτι παντο
                βεργωμένος ο ουρανός ένα παγόνι
Αχτίδες με λευκά τα επάνω σύννεφα        στο λόφο
Εν         πράσινο μάλαμα και φυλλωσιά πουλιού που
Κοιτάζει το νερό μέσ' από τα καλάμια
                                                        ψυχή ακατοίκητη όθε
Χελιδόνι μονό μου 'φερες ένα δάκρυ.
                                                            τώρα
        πένθος
Με νωπ     αργ                    σπηλιά που μόλις έσπασε
Κι έχ
                                            δέντρων παλαιών
Όνειρα περιχ         όπως νησί από κύματα        κι εκεί
Άκρη άκρη του γιαλού
Αλειμμένοι Σελήνη σαν Αιθίοπες                 ψηλά
            των άστρων οικογένειες άστεγες και χάρτες
Που ζωγραφίζουν άγγελοι μ' αόρατη δεξιά
Ύπ                     ρα                     σαν πάντοτε.

                                                9

Το 'χεις άραγε συλλογιστεί ποτέ
Το σταφύλι την ώρα που σε σχηματίζει ο έρωτας
Όπως τον σταλακτίτη ο χρόνος; Και το πορτοκάλι το έχεις
Δει να σαλεύει στα όνειρά σου
Μια η Μαρία - δυο το νέο φεγγάρι
Το φύλλωμα όλο ακόμη σκοτεινό
Βαρύ από θάνατο που δεν επρόκανε ν' αραιώσει;

                                           Τι σημαίνει
Να 'σαι από σπίτι όπως από πελέκι πεύκου ο τζίτζικας
Πόσο εξίσου ασήμαντος κι έτοιμος για χαμό
Κι έτοιμος για διάρκεια μες στον χρυσόκαιρο είσαι;

Παιδί - που θα με πεις εμένα! Παίξε αν κοτάς
Κάνε μου το φυτό - τυλίγα μου τον άνεμο
Έμπα στον ύπνο μιας παρθένας και φέρε μου το ρούχο της
Σαν σκύλος μες στα δόντια. Ή αν όχι, τότε
Γάβγισε γάβγισε πίσω από τη σκιά σου
Όπως εγώ ζωήν ολόκληρη μέσα στα μεσημέρια.
                                               10
Μιλώ με την υπομονή του δέντρου που ανεβαίνει
Μπρος απ' το συνομήλικο παράθυρό του
Που του 'χει φάει ο αέρας τα παντζούρια
Κι όλο το σπρώχνει στ' ανοιχτά κι όλο το βρέχει
Με νερό της Ελένης και με λόγια
Χαμένα μες στα λεξικά της Ατλαντίδας
Ένας εγώ - και η Γη από τ' άλλο μέρος
Το μέρος της καταστροφής και του θανάτου.
Το δέντρο που με ξέρει λέει «κρατήσου»
Συνάζει σύννεφα και τους κρατάει παρέα
Όπως εγώ στ' άσπρο χαρτί και στο μολύβι
Τις νύχτες που δεν έχουνε ρολόι να δούνε

Τι πάει να πει «δεν πρέπει», «δεν αρμόζει».
Εγώ έχω δει παρθένες κι έχω ανοίξει
Το χνουδερό τους όστρακο να βρω το μέσα μέρος
Το μέρος της καταστροφής και του θανάτου.  

«Η ποίηση αναπληρώνει αυτό που δεν μπορείς να ζήσεις»

ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ 


Στην ΟΛΓΑ ΜΠΑΚΟΜΑΡΟΥ

Ανηφορίζοντας την οδό Πυθίας, στην Κυψέλη, για το σπίτι της Κικής Δημουλά, σκεφτόμουν ότι ο τιμητικός τίτλος που έλαβε από την Ακαδημία Αθηνών δεν είναι μεγαλύτερης αξίας και σημασίας από την τιμή που εκείνη, μπαίνοντας στις «τάξεις» της, τής έδωσε.


Οχι βέβαια γιατί είναι γυναίκα. Και όχι μόνο γιατί είναι μια πολύ μεγάλη ποιήτρια, που «καταθέτει ατόφιο χρυσάφι, σοφία μαστορική και λάβα λέξεων (...), που ξεπέρασε το όριο της κριτικής και μπήκε στην περιοχή του θαύματος», όπως έχει γράψει ο Κώστας Γεωργουσόπουλος.

Αλλά και για τον τρόπο του «υπάρχειν» στη διαδρομή μιας σχεδόν 50χρονης παρουσίας στα Γράμματα και 70 χρόνων ζωής. Μακριά απ' όλων των ειδών τους «κύκλους», απτόητη απ' τις σειρήνες των «θορύβων», ασκητικά μοναχική μέσα στο μικρό μεγάλο της σύμπαν.

Με περιμένει στην κορυφή της μαρμάρινης σκάλας, με γελαστά τα μονίμως μελαγχολικά της μάτια και με οδηγεί στο αυστηρό σαλόνι. Τα βάζα με τα λουλούδια παντού γύρω γύρω -ευχές για την εκλογή της- είναι η δροσερή πολύχρωμη «επίθεση» της αγάπης σ' αυτή τη μοναχικότητα και την αυστηρότητα.

- Γίνατε «αθάνατη», λοιπόν...

«Η λέξη, ξέρετε, μου προκαλεί μια μελαγχολία, γιατί έχει ένα χιούμορ που είναι και ολίγον μαύρο βέβαια. Πώς "αθάνατη"; Τονισμός του "θνητή" είναι αυτό περισσότερο, παρά μια άλλη πραγματικότητα. Δεν νομίζω ότι τον φέρω αυτόν τον χαρακτηρισμό με πολλή άνεση, ούτε βέβαια και τον τίτλο ακόμα του ακαδημαϊκού, γιατί πρέπει πρώτα να τον πιστέψω. Εγώ δεν είμαι εύπιστη ούτε στα πράγματα που συμβαίνουν. Αλλωστε, δεν ήταν τόσο αγωνιώδης στόχος μου αυτό, ούτε εκφράζει την άπληστη πλευρά μιας φιλοδοξίας».

- Ομως βάλατε υποψηφιότητα.

«Εβαλα, πρώτον βέβαια, για λόγους που δεν ομολογούνται. Και μετά: Ισως για να ικανοποιήσω μια καθυστερημένη φιλομάθεια. Ισως για να βρω μια ειρηνικότερη και επομένως ασφαλέστερη στέγη για το μετέωρο και ευάλωτο είδος του λόγου που υπηρετώ. Ισως ακόμα με την ελπίδα ότι αυτό το είδος αποδειχτεί ευρύτερα και σταθερότερα χρήσιμο από όσο ασταθώς χρησιμεύει σε μένα. Ενδεχομένως να νοστάλγησα και την πειθαρχία. Να νοστάλγησα την περικοπή του ελεύθερου χρόνου, που σε μένα τουλάχιστον προσφέρει αρκετήν αταξία. Επεδίωξα έτσι την προσχώρηση στην Τάξη· των Γραμμάτων τώρα».

- Προσκομίζοντας τι;

«Για το μόνο που είμαι βεβαία ότι έχω, είναι ένα ήθος. Δεν ξέρω όμως, αν αυτό αρκεί στην Ακαδημία. Γιατί το διαθέτει πιστεύω. Δεν γνωρίζω περισσότερα. Το βέβαιον είναι ότι αυτός ο επιβλητικός χώρος μού προκαλεί ένα δέος».

- Είναι επίσης ένας χώρος συντηρητικός στη συνείδηση των πολιτών, αδιάφορος και απών ως πνευματικό ίδρυμα, σε εποχές ζοφερές για τον τόπο.

«Οι ακαδημαϊκοί είναι Ελληνες. Δεν έχω καμιά διάθεση να θεωρήσω ότι υπήρξε εσκεμμένη αδιαφορία στα μεγάλα θέματα. Εχω όμως μια διάθεση να βρω ελαφρυντικά, που αυτή τη στιγμή δεν μου είναι πρόχειρα. Ούτε εγώ πήρα ενεργό θέση στο θέμα, ας πούμε, της δικτατορίας. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι ήμουν αδιάφορη, ότι δεν υπέφερα μέσα μου. Θα μου πείτε, εγώ ήμουνα μια μονάδα, ένα ασήμαντο πρόσωπο, το οποίο δεν μπορούσε να παίξει κάποιο ρόλο...».

- Εγώ δεν θα σας το πω αυτό, κυρία Δημουλά.

«Δεν παραδέχεστε ότι υπάρχουν άνθρωποι που δεν είναι αγωνιστικοί; Φυσικά, δεν χρησιμεύουν αυτοί οι άνθρωποι στην ανθρωπότητα, ούτε συζήτηση. Αλλά ας μην τους αποκλείσουμε κι από αυτό το άχρηστο ακόμα τού να συνυποφέρουν. Είναι και θέμα μιας κατασκευής το να μπορεί κανείς να βγει στους δρόμους να φωνάξει, είναι και θέμα μιας δειλίας πολύ μεγάλης, ιδίως για ανθρώπους που έχουν οικογένεια. Εγώ, στην Τράπεζα της Ελλάδος όπου δούλεψα, υπέστην μία δίωξη τρομακτική επί δικτατορίας».

- Για ποιον λόγο;

«Πραγματικά χωρίς λόγο. Επειδή ήμουν στο περιοδικό της τράπεζας "Κύκλος", το οποίο θεωρήθηκε ως αναρχοκομμουνιστικό. Ούτε κομμουνίστρια ήμουν όμως, ούτε μη κομμουνίστρια. Ημουν απλά ένας άνθρωπος που αγαπάει πάρα πολύ την ελευθερία και τη δημοκρατία. Δεν έκανα όμως τίποτα εναντίον της χούντας, γιατί είχα οικογένεια, παιδιά, όλα αυτά τα κακομοίρικα, αν θέλετε. Αλλά και δεν πούλησα ποτέ ηρωισμό, όπως έκαναν άλλοι».

«Προτιμώ να φταίω»

- Είναι ένα «φαινόμενο» της μεταχουντικής περιόδου και του δημόσιου βίου μας η εξαργύρωση αντιστασιακών, αληθινών ή ψεύτικων, περγαμηνών. Τι έχετε να πείτε πάνω σ' αυτό;

«Τι να πω; Να χαρακτηρίσω τώρα την ανθρωπότητα "παπατζή" που αρπάζει τις ευκαιρίες; Δεν είναι άγνωστο φαινόμενο αυτό, συμβαίνει αιώνες. Ολοι, ώς ένα βαθμό, επωφελούμεθα. Ακόμα και τα χαρίσματά μας όταν ασκούμε, πάλι ένα μέσον βάζουμε για να κερδίσουμε κάτι. Ακόμα και το να θέλει κανείς να είναι ποιητής, είναι μια φιλοδοξία από την οποία κάτι προσδοκά. Μα και η δόξα δεν είναι μικρό ούτε και τόσο ηθικό κέρδος».

- Εσείς είστε φιλόδοξη;

«Ασφαλώς, δεν υπάρχει περίπτωση να μην είμαι φιλόδοξη. Διότι αλλιώς δεν θα προσπαθούσα ούτε να κάνω το καλύτερο. Προσπαθώ, λοιπόν, αλλά δεν κάνω τίποτα λερό για να ικανοποιήσω αυτή τη φιλοδοξία».

- Είναι δύσκολο να κάνει «λερά» πράγματα για να ικανοποιήσει τη φιλοδοξία του ένας ποιητής;

«Το να μυθοποιούμε τους ανθρώπους του πνεύματος και της τέχνης, το να τους θεωρούμε θεούς, είναι λάθος, οδηγούμαστε σε μια πλάνη. "Θεός" είναι κάποιος μόνο κατά εκείνο το κομματάκι και κατά τη στιγμή που ασκεί το χάρισμα που τού δόθηκε. Κατά τα άλλα, είναι ένας κοινός άνθρωπος, με όλες τις αδυναμίες και τα κακά του κόσμου μέσα του. Εγώ δεν μπορώ να δεχτώ καθαρόν άνθρωπο κανένα. Ακόμα και οι μύχιες σκέψεις του, κι αυτές που δεν τις γνωρίζει, μπορεί να απεργάζονται τον κακό εαυτό του. Τώρα, αν το καθαρό έχει φοβίσει επαρκώς το λερό και κάθεται και σιωπά, είναι μια άλλη ιστορία. Χρήσιμη εν τέλει».

- Εσείς το έχετε φοβίσει επαρκώς το «λερό» σας;

«Πιστεύω ότι το έχω ναρκώσει. 'Η του αφαιρώ τα περιθώρια δράσης με τη μάλλον ασκητική ζωή μου».

- Δίνετε, πράγματι, την εντύπωση ενός μοναχικού κι απόμακρου ανθρώπου.

«Ετσι είμαι. Ομως αυτό μπορεί κάλλιστα να οφείλεται σε μια δειλία, ότι δεν έχω όπλα ν' αντιμετωπίσω έναν άνθρωπο τον οποίο δεν γνωρίζω ποιος είναι. Δεν μπορώ, ας πούμε, να δω κάποιον να θυμώνει εξαιτίας μου. Θυμάμαι τη μητέρα μου όταν έκανα κάτι που δεν της άρεσε και είχε το πρόσωπο κατεβασμένο επί πέντε ημέρες. Εμένα αυτό μου ήταν αφόρητο. Ημουν πρόθυμη να ζητήσω συγγνώμη για να μη βλέπω αυτό το ύφος».

- Αυτό κάνετε ακόμη;

«Ναι, προτιμώ να φταίω, παρά να μου φταίνε. Ισως, με αυτή μου την προτίμηση, να τροφοδοτείται και το αρχετυπικό αίτημα της ενοχικότητας. Παρά ταύτα, αγαπάω πολύ τον κόσμο, σαν να έχω επαφή και επικοινωνία μαζί του, τον αγαπάω μέσα απ' τα δικά μου προβλήματα. Εγώ πιστεύω ότι η ποίηση αναπληρώνει αυτό που δεν μπορείς να ζήσεις».

«Δεν είμαι διεκδικητική»

- Τι δεν μπορέσαε να ζήσετε εσείς;

«Αυτήν την κοινωνικότητα, για παράδειγμα. Πολλά πράγματα, διότι δεν μπορώ να είμαι διεκδικητική. Ούτε και ήμουν ποτέ. Δεν τόλμησα, ας πούμε, και κακίζω τον εαυτό μου γι' αυτό, να επιβάλω στους γονείς μου να καλλιεργήσω την πολύ ωραία φωνή που είχα και να γίνω ελαφριά τραγουδίστρια, όπως ονειρευόμουν. Δεν επέμεινα να μάθω πιάνο, που τρελαινόμουν - σκεφτείτε, βλέπω σήμερα άνθρωπο να παίζει πιάνο, τον πιο άσχημο άνθρωπο να παίζει το χειρότερο πιάνο, και εξωραΐζεται η μορφή του και παραληρώ. Δεν μπόρεσα ακόμα να κατανικήσω, αντιθέτως όσο πάει και εντείνεται, ένα πολύ μεγάλο ελάττωμα, μια ευγένεια που έχω, η οποία δεν νομίζω ότι εκλαμβάνεται σωστά».

- Είναι ελάττωμα η ευγένεια;

«Εχει μια συγγένεια τρομακτική αυτή η ευγένεια με την ηττοπάθεια. Περισσότερο μοιάζει με ηττοπάθεια, γιατί βέβαια έχει κοινά χαρακτηριστικά και με τη δειλία. Ενας άνθρωπος που είναι συνεχώς ευγενής, δεν νομίζω ότι ασκεί οπωσδήποτε καθαρά αυτή την αρετή. Μπορεί και να φοβάται να είναι αγενής, διότι το να είσαι αγενής θέλει και μια γενναιότητα. Σημαίνει ότι είσαι πρόθυμος ν' αντιμετωπίσεις τις συνέπειες της αγένειάς σου».

- Δέχεστε για τον εαυτό σας κάποιο ίχνος ή μορφή υστεροβουλίας;

«Οχι, δεν είμαι αναιδής, απλώς· τώρα, εάν μου το είπε η μητέρα μου αυτό ή άλλα είναι τα βαθύτερα αίτια, δεν το ξέρω. Διότι κάποια οικονομία θα εξυπηρετώ φτιαγμένη έτσι όπως είμαι, ένας άλλος άνθρωπος θα είναι το αντίθετό μου. Δεν μπορώ να σκεφτώ ότι περισσεύω σ' αυτό τον κόσμο. Το πρόβλημα είναι ότι έναν άνθρωπο που έχει πάρει τη λεζάντα, την επιγραφή του ευγενούς, οι άλλοι δεν τον φοβούνται. Και δεν ξέρω έτσι πόσο σκούρα θα τα βρει στη ζωή του. Εγώ τα έχω βρει πολλές φορές».

- Θα θέλατε να σας φοβούνται;

«Θα ήθελα λίγο να με λογαριάζουν. Επειτα, εγώ έχω αυτή τη μανία να κρατάω συνεχώς μια φωτογραφική μηχανή και να ανανεώνω τη συλλογή φωτογραφιών που βγάζω στις αδυναμίες μου και στις ατέλειές μου. Είναι φοβερό αυτό. Κι αυτές τις φωτογραφίες σαν να τις έχω μαζί μου και να τις επιδεικνύω σε όποιον άνθρωπο με γνωρίσει, ώστε να μη σχηματίσει καμιά εσφαλμένη εντύπωση για μένα. Τώρα, γιατί το κάνω αυτό, γνωρίζοντας ότι κανένας δεν ενδιαφέρεται να μάθει τι είμαι ακριβώς, δεν ξέρω».

- Νομίζω ότι πολλοί αναζητούν και θα ήθελαν μιαν εξήγηση της βαθιάς μελαγχολίας που αναδίνει η φωτογραφία...

«Πρώτα πρώτα, δεν είχα πολύ χαρούμενα παιδικά χρόνια, με την έννοια ότι και το περιβάλλον μου δεν ήταν εύθυμο. Ηταν άνθρωποι κάπως βαρύθυμοι. Αν αυτό το αντέγραψα ή το κληρονόμησα, αν απορρόφησα την ατμόσφαιρα και τη φέρω εφ' όρου ζωής, δεν το ξέρω. Αλλά νομίζω ότι μπορώ να υποστηρίξω απλούστερα αυτό το θέμα. Με πλήττει θανάσιμα η ιδέα ότι είμαστε θνητοί παρά αθάνατοι. Και, παράλληλα, μ' αφήνει αποσβολωμένη το μέγα θαύμα, ότι αυτή τη μοίρα μας φαίνεται να τη λησμονάμε».

- Θα θέλατε πραγματικά να ήμασταν αθάνατοι;

«Ναι, πολύ. Χωρίς να σκέπτομαι πόσο ανόητο ενδεχομένως είναι αυτό. Πάντως, αυτό το άγνωστο σκουληκιασμένο πράγμα δεν το θέλω, έστω κι αν υπάρχει πιθανότητα να είμαι ένα καλό λίπασμα για τις επόμενες γενιές. Γι' αυτό είχα σκεφτεί πάρα πολλές φορές την καλύτερη λύση τουλάχιστον της καύσης. Το να φύγει κανείς μέσα σε μια πυρά τέτοια, είναι και μια δικαίωση της προηγούμενης πύρινης ζωής μας».

«Μ' ενοχλούν τα γηρατειά»

- Πύρινης, με ποια έννοια;

«Με την έννοια του πάθους για τη ζωή, για την ομορφιά. Ολα είναι μια φλόγα, καιγόμαστε επί μια ζωή και με μικρά και με μεγάλα, νομίζω ότι και τα μικρά πράγματα ακόμη, φωτιές καλλιεργούν μέσα μας. Γι' αυτό με ενοχλούν πάρα πολύ τα γηρατειά. Δεν θέλω να κατηγορήσω τη φύση, την οποία αγαπώ γιατί της ανήκω και έχει βέβαια κι αυτή κάθε δικαίωμα να έχει κάνει μεγάλες παραλείψεις, αλλά νομίζω ότι το λάθος της ήταν τα γηρατειά. Δεν μπορώ να δεχτώ ότι παρέλειψε να έχει την εικόνα του γέροντα, έπρεπε να έχει, όταν μας έπλαθε, την εικόνα τού πώς είναι η φθορά. Διότι για το αντίθετο, ή ελλιπή εξυπνάδα πρέπει να της αποδώσω ή χαιρεκακία».

- Ο Αθως Δημουλάς πώς πέρασε απ' τη ζωή σας; Γιατί υπάρχει ο, αδιευκρίνιστος ακόμα για πολλούς, «μύθος» της βαριάς σκιάς του επάνω σας.

«Αυτό είναι ένα μεγάλο λάθος. Αντιθέτως, μου έδωσε την πολύ δύσκολη έγκρισή του στα πράγματα που με βοήθησαν να ζήσω και μετά τον θάνατό του. Εκείνος ήταν ο ελέγχων τις ποιότητές μου, πάνω στο θέμα της ποιήσεως τουλάχιστον. Φεύγοντας, μου άφησε τις τελειότητές του. Οι ατέλειες ξεχάστηκαν. Και την ποίηση, βεβαίως, όπου είχα πλέον μπει σαν σε καταφύγιο. Εκείνος με ωθούσε συνεχώς προς τα εκεί, διότι εγώ ήμουν ένας άνθρωπος τεμπέλης από τη φύση μου».

- Πραγματικά, η ποίηση σάς βοηθάει να ζήσετε από δω και πέρα;

«Μα μόνο γι' αυτό ζω, και για τα παιδιά μου βεβαίως. Αλλά αυτό είναι το ισόβιο σπίτι μου, η ισόβια στέγη μου».

- Τι είναι ένα ποίημα για σας;

«Πρώτα πρώτα, είναι μια συνάντησή μου με λέξεις που έχουν καθαρά βασανιστικές προθέσεις απέναντί μου. Μου αντιστέκονται και πρέπει να κάνω μεγάλες διαπραγματεύσεις μαζί τους. Αυτή είναι μια διαδικασία επίπονη και ηδονική. Είναι ένα παζάρι ήχων, ένα παζάρι λέξεων. Προσέχω ποια θα μου τη φέρει, γιατί είναι πάρα πολύ ύπουλες. Δεν καταφέρνω πάντα ν' αποφεύγω τις ακατάλληλες. Είναι περίεργο, πώς ενώ είμαι τόσο καχύποπτη απέναντί τους, εν τούτοις με ξεγελούν πάρα πολύ. Κι αυτό φαίνεται στο αποτέλεσμα του μέτριου ή του κακού ποιήματος».

- Ποιο είναι το μεγάλο ποίημα;

«Ερίζουν περί αυτό οι τόσο διαφορετικές μεταξύ τους κρίσεις. Οπου, κατά έναν τρόπο, δικαιώνεται η άποψη ότι η τέχνη είναι θέμα υποκειμενικό. Απόδειξη, ότι μια ποιητική συλλογή ή ένα ποίημα που αρέσει στον έναν, δεν αρέσει στον άλλον, παρά το ότι και οι δύο διαθέτουν έναν καλό εξοπλισμό αντικειμενικών κριτηρίων. Επομένως, λίγο-πολύ, είναι όλα στον αέρα, ένας παιγνιδιώδης μετεωρισμός».

«Η ποίηση δεν είναι αλεξίσφαιρο»

- Μπορεί η ποίηση να βοηθήσει τον άνθρωπο σήμερα;

«Εσείς, επί αιώνες που γράφεται η ποίηση, είδατε να έχει βοηθήσει σε τίποτα; Αν τώρα κάποιος, την ώρα που διαβάζει ένα ποίημα, μπορεί να πει "αυτό ακριβώς νιώθω κι εγώ" κι αν υποθέσουμε ότι αυτό τον βοηθάει, αυτή η βοήθεια είναι για πέντε λεπτά. Γιατί τα επόμενα πέντε, περιμένει η ζωή απέξω με το ντουφέκι της και με τους πυροβολισμούς της. Και η ποίηση δεν μπορεί να προκαλέσει αφλογιστίες. Ούτε αλεξίσφαιρο είναι η ποίηση».

- Ούτε ο λόγος, δηλαδή η παρέμβαση του ποιητή μπορεί να βοηθήσει; Διότι καταλογίζεται στους πνευματικούς ανθρώπους ένα έλλειμμα παρουσίας στα μεγάλα προβλήματα, είτε της χώρας τους είτε της ανθρωπότητας.

«Η μόνη δυνατή δράση για τα στραβά και τρομερά πράγματα που γίνονται στον κόσμο είναι να πονάμε, όσοι τέλος πάντων μπορούμε να εκπλησσόμεθα γι' αυτά και να πονάμε. Δεν είναι ένας ποιητής παραπάνω από έναν άνθρωπο που υποφέρει. Ούτε μπορεί να αλλάξει τίποτα με το να βγει και να μιλήσει δημοσία, να πάρει θέση, όποιο κύρος κι αν έχει».

- Βγήκε και μίλησε ο Σεφέρης...

«Ασφαλώς, και ήταν πάρα πολύ ωραίο για τη φήμη του Σεφέρη αυτό. Αλλά δεν νομίζω ότι ανέτρεψε τη χούντα η κουβέντα του Σεφέρη. Αλλες, άγνωστες βουλές του Κυρίου, έπαιξαν το ρόλο τους».

- Εσείς τον σύγχρονο κόσμο πώς τον βλέπετε;

«Ποικίλο και διαταραγμένον. Είναι οι ευνοημένοι, είναι οι άτυχοι, είναι οι πεινασμένοι, είναι εκείνες οι φυλές, όπως στην Αφρική, που φαίνεται η φύση το θέλησε να πεθαίνουν από την πείνα, σαν να τους γέννησε μια αφιλόστοργη μοίρα. Διότι εγώ πιστεύω ότι, όπως κάθε άνθρωπος, έτσι και κάθε λαός διέπεται από ένα πεπρωμένο.

- Η μοίρα φταίει για την τραγωδία των Διδύμων Πύργων, για τις συνεχιζόμενες τραγωδίες στο Αφγανιστάν και στη Μέση Ανατολή, για τον πολυπρόσωπο τρόμο που όλοι πλέον αισθανόμαστε να μας απειλεί;

«Μου ζητάτε τώρα να ζωγραφίσω έναν χάρτη τραγωδιών που συμβαίνουν ή μας απειλούν, χρησιμοποιώντας ως υλικό απίστευτη σπατάλη αίματος. Με τρομοκρατεί αυτό το εγχείρημα. Με τρομοκρατεί περισσότερο η βεβαιότητα ότι δεν έχουμε τρόπο ανατροπής κανέναν. Από καταβολής κόσμου, είμαστε θεατές της επικράτησης των ισχυρότερων και του καταποντισμού των αδυνάτων».

- Αδύναμοι θεατές;

«Βεβαίως. Είναι κι αυτός ένας λόγος να είμαι μελαγχολική, αν θέλετε να κάνω τον κύκλο. Μπορεί να μην είναι μελαγχολικκός κανείς, όταν βλέπει ότι τα ακραία φαινόμενα δεν μπορεί να τα δαμάσει καμία θέληση;».

- Αρα, όλοι θα πρέπει να είμαστε λίγο μελαγχολικοί;

«Ναι. Και καλό είναι να είμαστε και λίγο απαισιόδοξοι, γιατί αν είμαστε αισιόδοξοι, είμαστε και λίγο αδρανείς. Νομίζω ότι η χαρά είναι λίγο κοιμήσικο πράγμα, ενώ η απαισιοδοξία είναι πάθος για τη ζωή, κινητοποιεί κάποια πράγματα μέσα μας, μας έχει σε μια ενέργεια και σε μια επαγρύπνηση. Είναι η άλλη όψη, η σκοτεινή, της αισιοδοξίας».

- «Ακαδημαϊκός» τι σημαίνει για σας, εν τέλει;

«Είναι καινούργια ακόμα η σημασία αυτού του τιμητικού τίτλου, καλά καλά δεν την έχω βγάλει απ' το κουτί, επομένως θα ήταν ανεπίτρεπτη οικειότης να την περιφέρω δημοσίως σε κατασταλαγμένους ορισμούς. Απλώς, με διευκολύνει να αισθάνομαι ότι δεν κατέλαβα ακριβώς την έδρα της ποιήσεως, αλλά ότι οι προηγούμενοι μεγάλοι κάτοχοί της, με τελευταίο τον Νικηφόρο Βρεττάκο, συμπτύχθηκαν κάπως και μου έκαναν λίγο τόπο ώστε να χωρέσω κι εγώ, μια και όπως λέγεται, κύριο χαρακτηριστικό της μεγάλης ποιήσης είναι να καταδέχεται και τα μικρότερά της».

- Μα είστε «μικρότερό» της;

«Ετσι πρέπει να αισθάνομαι. Θεωρώ δηλαδή, ότι δόθηκε άλλη μία ψήφος "αθάνατης", ελπίζω, εμπιστοσύνης στην ποίηση. Οτι τώρα εγώ επελέγην ως αγγελιαφόρος αυτής της ψήφου, είναι μια βαρύτιμη έκπληξη. Σπανίως τα απροσδόκητα γίνονται τόσο γενναιόδωρα, τόσο χαρμόσυνα».



«τι είναι το ποίημα;»
Όταν ρώτησαν την Κική Δημουλά τι είναι ποίηση είπε : ρωτήστε τη σοφή την άγνοια. «Είναι από τα πιο επηρμένα μυστήρια, τα πιο αχανή, και μόνο ικανοποίηση στις παρομοιώσεις δίνεις αν πεις ότι η ποίηση είναι ένα μείγμα εύγεστων δηλητηρίων σε χρυσά δελεαστικά ποτήρια, ή ότι είναι ο πειρασμός, ο δαίμονας που μπαίνει ξαφνικά στο σώμα του κανονικού, προκαλώντας ένα σεληνιασμό γόνιμο, ή ακόμα ότι είναι ένα είδος ευθανασίας των πραγμάτων που υποφέρουν μέσα μας, είτε ως ανικανοποίητα είτε ως προδομένα. Ευκολότερα θα μπορούσε να ορίσει κανείς το ποίημα, μια και αυτό έχει υποκύψει στη σύμβαση να πάρει μια μορφή, ένα σχήμα, που είναι η φυλακή και η απελευθέρωση ταυτόχρονα κάποιου μηνύματος. Ένα ποίημα λοιπόν είναι η διπλή ζωή των λέξεων, ο κρυμμένος ερωτισμός τους και η λαγνεία τους για παρθένα οράματα. Είναι ο τυχοδιώκτης των λέξεων, η πλεονεξία τους: κάθε τόσο εγκαταλείπουν τη μετριότητα της χρήσης τους και ακολουθώντας δυσανάγνωστους χάρτες, που χάραξε ανώνυμη ανησυχία, ψάχνουν, σκάβουν να βρουν φλέβες χρυσού λυτρωτικού ρόλου. Κι αλλιώς ο ίδιος ορισμός : βαδίζεις σε μιαν έρημο. Ακούς ένα πουλί που κελαηδάει. Όσο κι αν είναι απίθανο να εκκρεμεί ένα πουλί στην έρημο, ωστόσο εσύ είσαι υποχρεωμένος να του φτιάξεις ένα δένδρο. Α Υ Τ Ο Ε Ι Ν Α Ι Τ Ο Π Ο Ι Η Μ Α».
(ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ, σε μια συνέντευξη)


Κυριακή, 26 Ιουλίου 2015

Αβάσταχτο Νησί




Η καταραμένη κατάσταση της θάλασσας από παντού

με αναγκάζει να κάτσω στο τραπεζάκι του καφενείου.

Αν δεν σκεφτόμουν ότι το νερό με τριγυρίζει σαν καρκίνος

θα μπορούσα να κοιμάμαι τελείως ξένοιαστος.

Ενόσω τα παιδιά ξεγυμνώνονταν να πέσουν για μπάνιο

δώδεκα άτομα πέθαιναν σ’ ένα δωμάτιο πατικωμένα.

Όταν την αυγή η ζητιάνα γλιστράει στο νερό

τη στιγμή ακριβώς που πλένει μια ρώγα της,

συνηθίζω τη βρωμιά του λιμανιού,

συνηθίζω την ίδια γυναίκα που μαλακίζει συνέχεια,

κάθε νύχτα, τον στρατιώτη στη σκοπιά εν μέσω

του ύπνου των ιχθύων.

Ένα φλιτζάνι καφέ αδύνατον να απομακρύνει την έμμονη ιδέα μου,

άλλοτε εγώ ζούσα σαν τον Αδάμ.

Τι προξένησε την μεταμόρφωση;



Η αιώνια μιζέρια που αποτελεί το να θυμάσαι.

Αν μπορούσες να ξανασχηματίσεις εκείνους τους συνδυασμούς,

και μου ‘δινες πίσω τη χώρα χωρίς το νερό,

θα το ‘πινα όλο να το φτύσω στον ουρανό,

Είδα όμως τη μουσική να σταματάει στα λαγόνια,

είδα τις μαύρες να χορεύουν μ’ ένα ποτήρι ρούμι στα κεφάλια τους.

Πρέπει να σηκωθούμε απ’ το κρεβάτι με την έντονη πεποίθηση

ότι τα δόντια σου μεγάλωσαν,

ότι η καρδιά θα σου βγει απ’ το στόμα.

Στις ξέρες κυματίζει ακόμα η στολή του πνιγμένου ναυτικού

Πρέπει να σηκωθούμε απ’ το κρεβάτι και να βρούμε την αρτηρία της θάλασσας

να την ξεζουμίσουμε.

Βάλθηκα να ψαρεύω σφουγγάρια με μανία,

αυτά τα θαυμαστά όντα που μπορούν να ρουφήξουν μέχρι και την τελευταία

σταγόνα

και να ζουν ολόξερα.

Απόψε έκλαψα που γνώρισα μια γριά

που έζησε εκατόν οχτώ χρόνια τριγυρισμένη από νερό

από παντού.

Πρέπει να δαγκώσουμε, πρέπει να φωνάξουμε, πρέπει να γρατσουνίσουμε

Έδωσα τις τελευταίες οδηγίες.

Το άρωμα του ανανά μπορεί να σταματήσει ένα πουλί

Οι έντεκα μουλάτοι τσακωνόντουσαν για το φρούτο,

Οι έντεκα φαλλικοί μουλάτοι πέθαναν στην άκρη της παραλίας.

Έδωσα τις τελευταίες οδηγίες.

Όλοι μας ξεγυμνωθήκαμε.



Έφτασα όταν έδιναν ένα ποτήρι αλκοόλ στη βάρβαρη

παρθένα,

όταν έχυναν ρούμι κατάχαμα και τα πόδια έμοιαζαν λόγχες,

ακριβώς όταν ένα σώμα στο κρεβάτι μπορούσε να φανεί

απρεπές,

τη στιγμή ακριβώς όπου κανένας δεν πιστεύει στον θεό.

Οι πρώτες νότες και η αρχαιότητα αυτού του κόσμου:

μια μαύρη και μια άσπρη, ιερατικά και το υγρό να ξεπηδά.

Για να λυπηθώ οσμίζομαι κάτω απ’ τις μασχάλες μου.

Σ’ αυτή τη χώρα που δεν έχει άγρια ζώα.

Σκέφτομαι τα άλογα των κατακτητών να βατεύουν

τις φοράδες,

σκέφτομαι τον άγνωστο ήχο του Αρεϊτο

που έχει αιώνια χαθεί,

και βέβαια πρέπει να προσπαθήσω να διευκρινίσω

την πρώτη σαρκική επαφή στη χώρα αυτή, και τον πρώτο νεκρό.

Όλοι τους σοβαρεύουν όταν το τύμπανο ανοίγει το χορό.

Μόνον ο Ευρωπαίος διάβαζε τους συλλογισμούς του Καρτέσιου.

Ο χορός και το νησί τριγυρισμένο από νερό από παντού:

φτερά από φλαμίγκος, κόκαλα από σφυρίδες, ματσάκια βασιλικό,

στη μέση κουκούτσια από αβοκάδο.

Η καινούρια επισημότητα του νησιού αυτού.

Χώρα μου, τόσο νέα, δεν ξέρεις να ορίζεις!



Ποιος μπορεί να γελάσει πάνω σ’ αυτό τον πένθιμο βράχο όπου θυσίαζαν

κοκόρια;

Οι γλυκείς Νιάνιγος κατεβάζουν τα μαχαίρια τους σιγά – σιγά.

Σα να ‘ταν Γουανάμπανα την καρδιά μπορούν να την διαπεράσουν

χωρίς να τελεστεί έγκλημα.

Ένα χέρι στο τρες μπορεί να φέρει όλο το πένθιμο χρώμα

των καϊμίτος

Πιο γυαλιστερά κι από καθρέφτη στη μούχλα,

κι όμως ο ωραίος αέρας απομακρύνεται από τις φοινικιές.

Αν βύθιζες τα δάχτυλά σου στους καρπούς τους θα πίστευες στη μουσική.

Τη μητέρα μου τη δάγκωσε ο σκορπιός όταν ήταν έγκυος.



Ποιος μπορεί να γελάσει πάνω σ’ αυτό τον βράχο που θυσίαζαν

κοκόρια;

Ποιος μπορεί να μείνει ακίνητος όταν χτυπάνε οι κλάβες;

Ποιος δεν στέργει να πνιγεί μεσ’ την αόριστη πυρά

του φλαμπογιάν;

Το έφηβο αίμα πίνουμε στις γυαλιστερές κολοκύθες.

Δεν περνάει ένας τίγρης τώρα αλλά η περιγραφή του.



Οι λευκές οδοντοστοιχίες τρυπάνε τη νύχτα,

κι ακόμα τα λιμασμένα δόντια των Κινέζων που περιμένουν το πρωινό

μετά από το χριστιανικό δίδαγμα.

Μπορούν ακόμα αυτοί οι άνθρωποι να σωθούν απ’ τον ουρανό,

γιατί στο ρυθμό των ύμνων οι παρθένες κουνάνε

με μαεστρία

τους φαλλούς των ανδρών.

Το ακράτητο κύμα εισβάλλει στο ευρύχωρο σαλόνι των γονυκλισιών.

Κανείς δεν σκέφτεται να παρακαλέσει, να ευχαριστήσει, να δώσει μαρτυρία.

Η αγιότητα ξεφουσκώνει σ’ ένα γέλιο.

Μακάρι να ‘ναι τα χαοτικά σύμβολα της αγάπης τα πρώτα αντικείμενα

που αγγίζει,

ευτυχώς αγνοούμε την φιληδονία και το γαλλικό χάδι,

αγνοούμε τον τέλειο φιλήδονο και τη γυναίκα – χταπόδι,

αγνοούμε τους στρατηγικούς καθρέφτες,

δεν ξέρουμε να φέρουμε τη σύφιλη με την ξεκούραστη άνεση

ενός κύκνου,

αγνοούμε ότι πολύ σύντομα θα εκτελέσουμε αυτές τις

θανατερές κομψότητες.

Τα σώματα στη μυστηριώδη τροπική ψιλοβροχή,

στη καθημερινή βροχούλα, στη νυχτερινή βροχούλα, πάντα

στη βροχούλα,

τα σώματα που ανοίγουν τα εκατομμύρια μάτια τους,

τα σώματα που ορίζει το φως, αναδιπλώνονται

μπρος στη δολοφονία του δέρματος,

τα σώματα καταβροχθίζοντας κύματα φωτός, σκάνε σαν

πύρινοι ηλίανθοι

πάνω από τα λιμνάζοντα νερά

τα σώματα, στα νερά, σα σβησμένα κάρβουνα πλέουν ακυβέρνητα

προς τη θάλασσα.



Σύγχυση, φρίκη, αφθονία, είναι η παρθενία που αρχίζει να χάνεται.

Τα σαπισμένα μάγκος στη κοίτη του ποταμού προσβάλλουν τη λογική μου,

και σκαρφαλώνω στο ψηλότερο δέντρο για να σκάσω κάτω σαν καρπός.

Τίποτα δεν θα μπορούσε να σταματήσει αυτό το σώμα που προορίζεται για τις οπλές

των αλόγων,

αναστατωμένα πιασμένο ανάμεσα στην ποίηση και τον ήλιο.



Με θάρρος συνοδεύω τη διάτρητη καρδιά,

το πιο οξύ στιλέτο καρφώνω στο σβέρκο των κοιμισμένων.

Ο τροπικός αναπηδά και ο πίδακας του εισβάλει στο κεφάλι μου

τέλεια κολλημένος με τη φλούδα της νύχτας.

Η αυθεντική ευσέβεια της χρυσοφόρου άμμου

πνίγει ηχηρά τις ισπανικές φοράδες,

το νερό ανακατεύει τις πιο περίεργες χαίτες.



Με αυτά τα διασταλμένα μάτια δεν μπορώ να δω.

Κανείς δεν ξέρει να κοιτάξει, να παρατηρήσει, να ξεγυμνώσει ένα σώμα.

Είναι η φρικτή σύγχυση ενός χεριού στη πρασινάδα,

και οι στραγγαλιστές ταξιδεύουν στις ζώνες της ίριδας.

Δεν θα μπορούσα να γεμίσω με ματιές τη μοναχική πορεία της αγάπης.



Σταματώ σε ορισμένες παραδοσιακές λέξεις:

η νεροποντή, ο μεσημεριανός ύπνος, το ζαχαροκάλαμο, ο καπνός,

με μιαν απλή κίνηση, με τα ονόματα και μόνο,

τιτανικά περνάω πάνω από τη μουσική τους,

και λέω: το νερό, το μεσημέρι, η ζάχαρη, ο καπνός.



Συνδυάζω:

η νεροποντή χτυπάει στη ράχη των αλόγων,

ο ύπνος το μεσημέρι δεμένος στην ουρά ενός αλόγου,

το ζαχαροκάλαμο καταβροχθίζει τα άλογα,

τα άλογα χάνονται σιωπηλά

στην ερεβώδη αποφορά του καπνού,

η τελευταία χειρονομία των σιμπονέγιες ενώ ο καπνός περνά

απ’ τη διχάλα

όπως το κάρο του θανάτου,

η τελευταία χειρονομία των σιμπονέγιες,

και σκάβω αυτή τη γη να βρω η δόλια και να μου πλάσω

μια ιστορία.


Μετάφραση από τα ισπανικά: Γιώργος Ρούβαλης

Οι ψεύτες..




Σήμερα λέγονται Γαγιάρδο,
Μανουέλ Τρούκκο, Ερνάν Σάντα Κρούς,
Ενρίκε Μπερνστάιν, Χέρμαν Βεργάρα,
Αυτοί που- προπληρωμένοι- λένε
Πως μιλούν, ω Πατρίδα, στ' όνομά σου
Το ιερό, και καμώνονται
Πως σε υπερασπίζουν ενώ
Θάβουν στα σκουπίδια την λιονταρίσια σου
Κληρονομιά.
Νάνοι ζυμωμένοι σαν χάπια
Στο φαρμακοτριβείο του προδότη,
Αρουραίοι του προϋπολογισμού,
Απατεώνες της δεκάρας, κλεφτοκοτάδες
Της δύναμής μας, κακομοίρηδες
Μισθοφόροι με χέρια ζητιάνικα
Και γλώσσες συκοφάντηδων κουνελιών.
Δεν είναι πατρίδα μου όλοι αυτοί,
Το δηλώνω για όποιον σε τούτα τα χώματα
Θέλει να μ' ακούσει. Τούτοι δω
Δεν είναι ο μέγας άνθρωπος του νίτρου,
Δεν είναι το διάφανο άλας του λαού,
Δεν είναι τα χέρια τα ήρεμα που χτίζουν
Της γεωργίας το μνημείο,
Δεν είναι, δεν υπάρχουν, ψεύδονται
Κι επιχειρηματολογούν για να συνεχίσουν,
Ενώ δεν υπάρχουν, να εισπράττουν..


Σάββατο, 25 Ιουλίου 2015

Η ΧΑΜΕΝΗ ΚΟΜΜΑΓΗΝΗ

                 

Αλλάζοντας πλευρό μέσα στον ύπνο μου ήχησαν
Άξαφνα μου εφάνηκε, παράφωνες
Καιρών άλλων σάλπιγγες όπως μέσα στα έργα
Κάποτε του κινηματογράφου που καλπάζοντας
Ακολουθούν ιππείς άλλοι με δόρατα
Κι άλλοι κραδαίνοντας τριγωνικά σημαιάκια

                                             Μες στις ακαθαρσίες
Του καλοκαιριού τη λάβρα και τις καβαλίνες
Άγγελοι προ Χριστού
                                        απιθώνανε πουλιά στοές και φοινικόδεντρα
Πάνω στην άμμο· ξέροντας πως αυτά όλα ένα όνειρο είναι
Που θα το δω μια μέρα κουρασμένος και σε άκρα απόγνωση

Όμως δεν είναι πάντα σε όνειρο που όλοι μας γυρεύουμε
Από μια σ' άλλη γενεά κείνο το ήλεκτρο
Που έκανε των ανθρώπων πράους τους δεσμούς
Την άγνωστη φαιά ουσία που ήξερε
Νόμους διαφανείς να διατυπώνει· ώστε ο ένας του άλλου
Τις κοιλάδες τις μέσα του, είτε με νέφη
Καλυμμένες είτε σε ήλιο εκτεθειμένες, ασκεπής ν' ατενίζει
Ναι, κανείς δεν ξέρει. Μια υπόθεση όλα και συγνώμην
Αλλά χρόνους πολλούς μετά που οι άνθρωποι συνοίκησαν
Είμαστε ακόμη στα δεσμά. Λοξές περνάν οι αχτίδες
Από τα ματόκλαδα κι ίριδα πάνω στ' αρμυρό
Το δάκρυ βγάνουν. Από κει το φως των Μάγων0
Κι η πορεία για κει όπου η Προσκύνησις άλλο νόημα
Ν' αποκτήσει γίνεται

Άλλοι ας ψάχνουνε για λείψανα κι ας δοκιμάζουνε
Φτυαριές μέσα στης Ιστορίας τα χώματα. Η πραγματικότητα
Ωφελεί εάν έπεται. Όμως το πριν, το είδωλο, μόνον αυτό
Σημαίνει· που ο χρόνος πάνω του δεν πιάνει

Α γυναίκες γλιστερές όπως το ψάρι και ασημένιες εάν
Σας αγαπάν. Έφηβοι με τα ξανθωπά μπουκλάκια που
Δικαιωματικά τον άλλον χαροποιείτε. Δωμάτια σκιερά
Στη θέση όπου υπήρχανε παρθένα δάση
                                         Πέτρες και άλλα υλικά
Η ψυχή γίνεται, ωσάν άλλος Ευπαλίνος, μιαν
Επικράτεια μικρή πέραν του πόνου να εδραιώσει
Μικρή όσο κι η παλαιά Κομμαγηνή. Χαμένη όσο κι εκείνη
Και απλησίαστη

Προηγούνται οι Μονήρεις και μαζί τους, πίσω τους
Αιώνες τώρα για το Μη Εφικτό εξορμούν έθνη φυλές
Μ' αντανάκλαση μετάλλου στο τυραγνισμένο μέτωπο
Που ο ήλιος την τρισμεγεθύνει. Ασταμάτητα τρέχουν
Τρέχουν και κατευθείαν στο θάνατο εισβάλλουν
Οι ανυπεράσπιστοι
Ξέροντας ότι θα χαθούν αλλά ότι κάπου -

Τότε ακούστηκαν ιππείς. Ύστερα σάλπιγγες
Κι όλες μαζί σε μέγα βάθος ήχησαν ήησαν σαν ααν αν αν.


Παρασκευή, 24 Ιουλίου 2015

AΣHMON


Έντεκα του Aυγούστου απόκρημνες κι άνθρωπος κανείς
Mήτε και σπίτι. Mόνο βοές, βοές και μία
Θάλασσα πεινασμένη που ορμάει να φάει μαράζι απ' τα παλιά
ορυχεία σου
Kείνα των κίτρινων καιρών με τον μεγάλο μαύρο σκύλο
Γαβ η αγάπη· γαβ η απάρνηση· γαβ η Mαρία και η
Προσκύνησις των Mάγων· γαβ όλα σου τα υπάρχοντα
Γεννηθείς; Eν; Έτος; Θρήσκευμα; Kενό.
Eνώ
Kάτω από τα σαν παλαιά παλίμψηστα
Kάθετα τείχη όπου δυο τρεις ακόμη θυρεοί διακρίνονται
Περνάν οι Oύγοι με τις Aουγκουστίνες τους και με τα
κυνηγετικά τους
κουδουνάκια ή άλλα χωρικών παιχνίδια
Στον πλαγίαυλο. Kαι στρατός πολύς ύστερα, μαύρος
Σειρήνες. Tο νοσοκομειακό. Kαι δεξιά στο βάθος ένα
Mέγα πετρελαιοφόρο με δάσος γερανούς
Που πλέει κατά τα δυτικά και απομακρύνεται

Kάπως έτσι κι εμείς. Kι άλλοι επιστρέφουν. Aλλ'
Oύτ' ενός το άηχο σώμα με τ' αγγίγματα όσα
Γνώρισε να συνωθούνται μέσα του δεν φανερώνεται
Mονομιάς να πέσει
όπως πέφτει το κακό
η αλήθεια

Ο ΜΙΚΡΟΣ ΝΑΥΤΙΛΟΣ

                       
                               [Π ρ ο β ο λ έ α ς   γ']
Σκηνή πρώτη: Ο πρώτος χριστιανός βασιλεύς Κωνσταντίνος δίνει
διαταγή να συλλάβουν και θανατώσουν τον ίδιο του το γιο Κρίσπο.
Σκηνή δεύτερη: Άνθρωποι του Ηράκλειου έχουν οδηγήσει στα βα-
σανιστήρια τον ανεψιό του Θεόδωρο και το νόθο γιο του Αδαλάριχο.
Τους κόβουν τη μύτη, τα χέρια και το δεξί πόδι.
Σκηνή τρίτη: Αφού έχει τυφλώσει τον ανήλικο γιο της Κωνσταντί-
νο, η Ειρήνη η Αθηναία αναγορεύει Μέγα Λογοθέτη τον ευνούχο
Σταυράκιο.
Σκηνή τέταρτη: Τον ερωμένο της Ιωάννη Τσιμισκή οδηγεί κρυφά η
Θεοφανώ στα συζυγικά δώματα του Παλατιού για να δολοφονήσει
τον Νικηφόρο Φωκά.
Σκηνή πέμπτη: Μέσα στην εκκλησία, την ώρα που γίνεται μνημόσυ-
νο για τον αυτοκράτορα Θεόδωρο Λάσκαρι, ο Μιχαήλ Παλαιολόγος
δολοφονεί τον ανήλικο Ιωάννη Δ' και παίρνει τη θέση του.
Σκηνή έκτη: Στον εωθινό των Χριστουγέννων, ο Μιχαήλ Τραυλός,
βοηθημένος από άλλους έξι συνωμότες, σκοτώνει τον ευεργέτη του
αυτοκράτορα Λέοντα τον Ε'. ,
Σκηνή εβδόμη: Ο Ανδρόνικος Κομνηνός στραγγαλίζει τον ανεψιό
του Αλέξιο και παντρεύεται τη χήρα του, που είναι δεκατριών ετών.

                      ΜΥΡΙΣΑΙ ΤΟ ΑΡΙΣΤΟΝ [ XV-ΧΧΙ]
                                                  XV
Τα παιδικά μου χρόνια είναι γεμάτα καλαμιές. Ξόδεψα πολύν άνεμο
για να μεγαλώσω. Μόνον έτσι όμως έμαθα να ξεχωρίζω τους πιο ανε-
παίσθητους συριγμούς, ν' ακριβολογώ μες στα μυστήρια.
Μια γλώσσα όπως η ελληνική όπου άλλο πράγμα είναι η αγάπη και
άλλο πράγμα ο έρωτας· άλλο η επιθυμία και άλλο η λαχτάρα· άλλο η
πίκρα και άλλο το μαράζι· άλλο τα σπλάχνα κι άλλο τα σωθικά. Με
καθαρούς τόνους, θέλω να πω, που -αλίμονο- τους αντιλαμβάνον-
ται ολοένα λιγότερο αυτοί που ολοένα περισσότερο απομακρύνον-
ται από το νόημα ενός ουράνιου σώματος που το φως του είναι ο αφο-
μοιωμένος μας μόχθος, έτσι καθώς δεν παύει να επαναστρέφεται κά-
θε μέρα όλος θάμβος για να μας ανταμείψει.
Θέλουμε δε θέλουμε, αποτελούμε το υλικό μαζί και το όργανο μιας
αέναης ανταλλαγής ανάμεσα σ' αυτό που μας συντηρεί και σ' αυτό
που του δίνουμε για να μας συντηρεί: το μαύρο που δίνουμε, για να
μας αποδοθεί λευκό·  το θνησιμαίο, αείζωο.
Και χρωστάμε στη διάρκεια μιας λάμψης την πιθανή ευτυχία μας.
                                             XVI
Έχει και η ψυχή τον δικό της κονιορτό που, εάν σηκωθεί μέσα μας
αέρας, αλίμονο. Οι ορμές χτυπάνε στα παράθυρα, τα τζάμια θρυμμα-
τίζονται. Λίγοι ξέρουν ότι ο υπερθετικός στα αισθήματα σχηματίζε-
ται με το φως, όχι με τη δύναμη. Κι ότι χρειάζεται χάδι εκεί που βά-
ζουν μαχαίρι. Ότι ένας κοιτώνας με τη μυστική συνεννόηση των σω-
μάτων μας παρακολουθεί παντού και μας παραπέμπει στην αγιότητα
χωρίς συγκατάβαση.
Α! όταν η στιγμή φτάσει να καθίσουμε κι εμείς πάνω στο πεζούλι κά-
ποιας Αγίας Πρέκλας εν μέσω αγριοσυκών, μορεών με ερυθρούς
καρπούς, εις έρημον τόπον, απόκρημνον ακτήν, τότε η μικρή Κουμ-
πώ μ' ένα κερί στο χέρι θα σηκωθεί στις μύτες των ποδιών να φτάσει
εκεί ψηλά, μέσα στον αναστεναγμό μας, όλα τα εύφλεκτα: πάθη,
πείσματα, φωνές οργής, μυριάδες έντομα χρωματιστούλια, που να
λαμπαδιάσει ο τόπος!
                                             XVII
Και να, καταμεσής της αθλιότητας, από τις ανασκαφές της Σαντορί-
νης, από την απελπισία πιο πέρα - επιτέλους: μια Κόρη Θηρασία
φτάνει τεντώνοντας το χέρι της σαν να λέει «Χαίρε Κεχαριτωμένε».
Δεν είμαι ζωγράφος, Κόρη Θηρασία. Μα θα σε πω με ασβέστη και
με θάλασσα. Θα σε προεχτείνω μ' αυτά που γράφω σ' αυτά που πράτ-
τω. Θα σου προσφέρω μια ζωή (τη ζωή που δεν αξιώθηκα) χωρίς
αστυνόμους, χωρίς φακέλους, χωρίς κελιά. Μόνο μ' ένα λευκό πουλί
πάνω από το κεφάλι σου.
Θα φυτέψω αμπέλια-λέξεις. Θα κτίσω Ανάκτορα μ' αυτά που μου δί-
νεις ν' αγαπώ. Από την Ηγησώ θα φτάσω στην αγία Αικατερίνη. Γη
και ειρήνη θα φέρω.
                                            XVIII
Από μικρό παιδί μου γεμίσανε το κεφάλι με την εικόνα ενός θανάτου
κουκουλωμένου στα μαύρα, που κρατά τη ζωή σαν φάκα και μας την
προτείνει ανοιχτή, με το δόλωμα της ηδονής στη μέση. Αφήστε με
να γελάσω. Κάτι άλλο έλεγε κείνος που μασούσε τη δάφνη. Και δεν
είναι τυχαίο που γυρίζουμε όλοι μας γύρω απ' τον ήλιο.
Το σώμα ξέρει.
                                             XIX
Ωραίε μου Αρχάγγελε γεια σου, με τις ηδονές καθώς φρούτα στο
πανέρι!
                                              XX
Ένα βουνάκι αγριολούλουδα, το ίδιο αναλλοίωτα κι αμάραντα όσο
μέσα στη σκέψη μας, τρέμει κάθε φορά που καταφέρνουμε να γίνου-
με αέρας. Και να σκεφτεί κανένας ότι, με την προϋπόθεση να το θε-
λήσουμε όλοι, μπορούμε. Όπως μπορούμε να επεκταθούμε σε όλα
τ' απέραντα τετραγωνικά της ηθικής που απλώνονται πέραν από το
ένα και αποτρόπαιο, φευ, όπου μας έχει καθηλώσει μια πανάρχαιη
βλακεία, στην ανθεκτικότητά της πανίσχυρη.
                                             XXI
Εκφράζομαι όπως ένα περγαμόντο στον πρωινόν αέρα. Η διήθηση
που δεν την αντιλαμβάνεται άλλος κανείς, αυτή έχει σημασία.
Μέσ' από τους κοινωνικούς αγώνες, τη λαχτάρα για δίκιο και για
ελευθερία, το αναπαλλοτρίωτο του ατόμου: μια ευωδία!
Ο άνθρωπος δεν είναι ποτέ τόσο μεγάλος ή τόσο μικρός όσο οι
έννοιες που συλλαμβάνει, από τον Άγγελο αρχινώντας ίσαμε τον
Δαίμονα. Είναι όσο το μέρος που απομένει όταν οι δύο αυτές αντί-
παλες δυνάμεις αυτοεξουδετερωθούνε. Αν μου αρέσει ν' ανάγομαι
στην ευγένεια του δέντρου ή να μετατρέπω σε αίνιγμα τις λύσεις,
είναι γι' αυτό. Για να υποκαθίσταμαι στο παιδί που ήμουνα και να
διαθέτω πάλι, εντελώς δωρεάν, την απέραντη εκείνη ορατότητα, την
ισχυρότερη, τη διαρκέστερη από κάθε άλλης λογής Επανάσταση.

Κοίταζα το κομμάτι που χωρούσε στο μεγάλο τετράγωνο παράθυρο:
λίγες καμένες στεριές και μια λουρίδα κύμα βαθυκύανο. Στον ύπνο
μου, αργότερα, η ώρα τρεις το απόγεμα, έβλεπα τον Ερμή να κατε-
βαίνει από ψηλά, το 'να πόδι λυγισμένο, κρατώντας στην αγκαλιά
του ένα κοριτσάκι με το κεφάλι ανάποδα και τα μαλλιά του χυμένα
στον αέρα. 

Πέμπτη, 23 Ιουλίου 2015

ΕΛΕΓΕΙΟ ΤΟΥ GRÜNINGEN

                   
                     Μνήμη Friedrich von Hardenberg

Δάση της Ρηνανίας πριν καιρό πολύ σταματημένα μέσα μου
Και ξανά τώρα σαν από κέρας κυνηγετικό ερχόμενα
Οικόσημα και δέντρα γενεαλογικά που δωδεκαετής άθελά μου
        ανακάλυπτα
Es war der erste einzige Traum
                                               Söfchen μου σένα εννοώ
Σαν να σε βλέπω ακόμη να περιδιαβάζεις κάτω απ' τις δεντροστοιχίες
Ή και καμιά φορά στο φως με προσοχή να υψώνεις
Θραύσμα γαλαζωπό από πέτρωμα που φαίνονται οι ραβδώσεις του
        οπόταν
Όλες ιριδωμένες οι ώρες του έτους αρχινούν με βόμβο
Να στροβιλίζονται γύρω απ' το κεφάλι σου (Τα μάτια μου
Ασταμάτητα προσηλωμένα στο φωτεινό σημείο του κέντρου)
Έτσι που πάλι σήμερα να γίνεται και να 'ναι
Δεκαεννιά Μαρτίου του χίλια επτακόσια ενενήντα επτά

Τόλμημα πρώτο αυτό. Και δεύτερο: να σ' αποκαθηλώσω από τους
        αριθμούς της νύχτας

  9: έφιππος φτάνει εκείνος που θα κοιμίσει τον άγγελο στο
      στήθος σου
10: με χωνάκια λιλά μυριάδες το αναρριχητικό κατακαλύπτει
      πόρτες και παράθυρα
11: βαρύς, πεσμένος ο ουρανός πιο κάτω κι απ' τις καπνοδόχους
12: γέρνει από το 'να μέρος το κρεβάτι σου
13: κάνει κύμα τρίτο η ειμαρμένη
14: και χωρίς εσένα, υποχθόνια η άνοιξη προωθεί τα καρποφόρα της
15: πως κυνηγιούνται τα νερά κάτω από τα χορτάρια!
16: άκου, άκου ομορφιά! Δες, δες ακόμα κάτι!
17: μέσ' από της ψυχής σου τη σχισιματιά ωραιότερος δείχνει τώρα
      ο τάφος
18: όπου να 'ναι φτάνει ο πιο μαύρος δυνατός αέρας των μαλλιών
      της Ίσιδας
19: τόσο μεγάλος ο ουρανός και τόσο η γης μικρή για δύο ανθρώπους
      μόνον

Μικρά χρυσά πετούμενα μωράκια της αναπνοής σου ακόμη
Πάνε κι έρχονται πάνω στην πέτρα και τις νύχτες παίζουνε φεγγάρι
Αλλ' εκείνος που σαν γλύπτης ήχων μουσική από μακρινούς
        αστερισμούς συνθέτει
Νύχτα-μέρα εργάζεται. Και τι ντο φαιά τι σολ ιώδη ανεβαίνουν
Στον αέρα. Που κι οι βράχοι πιο ιερείς τέτοιο κλάμα το ευλαβούνται
Και τα δέντρα πιο πουλιά συλλαβές ομορφιάς ανερμήνευτης
Ομολογούνε. Ότι ο έρωτας δεν είναι αυτό που ξέρουμε μήτε αυτό
        που οι μάγοι διατείνονται
Αλλά ζωή δεύτερη ατραυμάτιστη στον αιώνα

Έαρ έλα. Συνένοχος αφού είσαι. Κοίτα:
Τι βαθύ πράσινο τώρα τους ώμους της καλύπτει
Και πως εκείνος την κοιτάζει! Πως, υστέρα που επάλεψε να βγει
Μέσ' από τους ανθώνες ένα θάμβος μωβ τους αναρπάζει λίγο
        ψηλότερα απ' το έδαφος
Καταμεσής Μαΐου αυτά θελήσανε οι θεοί
Κι άλλα που αγνοώ. Αλλ' αν ατυχής υπήρξε η φορά των πραγμάτων
Έκτοτε, μέγιστον ήταν το μάθημα. Επειδή
Αφότου δωδεκαετής μόλις σας εγνώρισα για μένα γίνατε
Δάση της Ρηνανίας ποταμοί των κοιλάδων άμαξες ιππείς αυλές
        με κρήνες κι αετώματα

Η καθημερινή πρώτη σελίδα του μετα-θανάτου.


ΚΑΛΩΣΥΝΗ ΣΤΙΣ ΛΥΚΟΠΟΡΙΕΣ


1 2 3 4 5 6 7
1943

I

Ποίηση ἄγουρο νεράντζι μου
Κάτω ἀπὸ τοὺς καταράχτες τοῦ ἥλιου
Ἰριδίζοντας
Ἕνα μεσημέρι σ᾿ ἄφησα
                             Ἡ καρδιά μου ἀκόμα γαλανή
Ἀπ᾿ τὸ τρέξιμο στὴν ἄμμο καὶ τὸν ἔρωτα
Ἔτρεμε
Ἀλλὰ τὰ πουλιὰ στὸ ρέμμα τ᾿ οὐρανοῦ
Ἔβλεπαν κιόλας ν᾿ ἀνεβαίνει ἕνα ἀκέφαλο ἄλογο
Χύνοντας ἀπ᾿ τὸν ἀδειανὸ λαιμό του μαῦρα φύκια
Κοῦροι ἀπὸ τὸν Προφητηλία ψηλά
Δαιμονισμένα χτυποῦσαν τὶς καμπάνες
Κι ἡ μνήμη σὰν πουνέντες ἔμπαζε
Βουητὸ καὶ θάλασσα
Στὴ μεγάλη ἀσβεστωμένη κάμαρα
Μὲ τὰ δυὸ καρυοφύλλια.
Ἐκεῖ τὸ ξύλινο τραπέζι μὲ τὰ κίτρινα λουλούδια
Τὸ ψωμὶ ἀνοιχτὸ σὰν εὐαγγέλιο
Ἡ φωνή, τὰ μαλλιὰ τῆς Ἑλένης.
Τ᾿ ἄφησα
                   στέκομουν ὀρθός
                                                     εἶχε σημάνει ἡ ὥρα
Ν᾿ ἀναβρύσει ἀπὸ τὸ πλευρὸ τοῦ ἀνθρώπου τὸ αἷμα
Τρεῖς φορές αὐτὸς νὰ τ᾿ ἀρνηθεῖ
Καὶ τρεῖς φορές ἐκεῖνο ν᾿ ἀληθέψει
Τρεῖς φορές νὰ τὸ δῶ καὶ νὰ πῶ
                                                                τρεῖς φορές
Τινάζοντας ψηλὰ
Σὰν ἀπ᾿ τὸν ἅδη τῆς φωνῆς ἑνὸς ἀπελπισμένου:
Ἔχτρα στὰ μάτια κύτταξέ με
Βγαίνω μὲ τὰ δικά σου τ᾿ ἄρματα
Ἡ Καλωσύνη ἐδῶ ποὺ βρέθηκε μές στὶς λυκοποριές
Πρέπει νἄχει μπαροῦτι στὸ σελλάχι της
Καὶ νὰ δαγκάνει κάμες.

II

Τώρα κρατήσου ἀπ᾿ τὰ σκοινιὰ τῆς θύελλας
Πές μου ποιὸς εἶμαι νὰ σοῦ πῶ ποιὸς εἶσαι
Εἶσαι καλός, εἶσαι ἄνθρωπος, ἔχεις μεγαλώσει
Μὲ πετεινούς, χρυσόμυιγες, γοβιούς, γεράνια
Σὲ μιὰν αὐλὴ μικρὴ ποὺ τὴν κουνοῦσε ἡ θάλασσα
Πέρα-δῶθε
Θυμᾶσαι
Μιὰν αὐλὴ ποὺ μεγάλωνε, χωροῦσε λόφους, κάμπους
Ποτάμια, κερασιές, καμπαναριά,
Βρακουλάδες ποὺ ἔρριχναν φωτιὰ τοῦ Τούρκου
Τὸν καιρὸ ποὺ ἡ μητέρα σου ἦταν
Σὰν μιὰ Παναγιὰ μικρή
Θυμᾶσαι
Ἡ ἁπλὴ ζωὴ πιὸ πλούσια
Κι ἀπὸ δάγκαμα σύκου πλάι σὲ φίλο, πιὸ σεμνή
Κι ἀπὸ λόγο πουλιοῦ σὲ δέντρων ἐκκλησίασμα
Νύχτα-μέρα κρατοῦσε τὸν κανόνα
Θυμᾶσαι
Μέρα-νύχτα πιὸ γλυκιὰ ἡ φωνή σου
Σὰν ἀχτίδα μές στὰ νέα λεμόνια ἔλαμπε
Κι ἡ καρδιά σου ἡ ἀθώα
μέσα στοῦ γλαυκοῦ βυθοῦ τὸν οὐρανό
Σὰν ἄστρο
Εἶσαι καλός, ἔχεις πηδήξει πάνω ἀπὸ φωτιές
Ἔχεις χαϊδέψει
Στὸ χνούδι τοῦ νεροῦ νησιὰ παιδόπουλα
Νέος στὰ χώματά τους ἔχεις δεῖ
Μιὰ κόρη ἀπὸ ἀλαφρόπετρα καὶ αὐγὴ
Νὰ χαράζει σὲ φλούδα δεσπολιᾶς τὸ πρῶτο γράμμα σου.
Χτύπα γι᾿ αὐτὰ τὰ τίμια καὶ τ᾿ ἀγαθά
Ἡ ζωὴ γι᾿ αὐτὰ δὲ θὰ χαθεῖ ποτέ της
Χτύπα ἀπὸ τὰ μάτια σου ν᾿ ἀντιλαμπίσει
Τὸ μαρμαρένιο σπίτι
Ποὔχει ψηλὰ στὴ στέγη
Τοῦ κατακλυσμοῦ τὸ πρῶτο περιστέρι
Γύρω-γύρω περβόλια μὲ νερά
Τῆς Ὑπομονῆς τὸ χάλκινο ἄγαλμα στὴν εἴσοδο
Καὶ βαθιὰ στὸ κελλάρι
Τὴ σοδειὰ τῆς φυλῆς
Θησαυρισμένη ὅπως τὸ λάδι
Σ᾿ ἕνα πιθάρι πατρογονικό, γαλήνιο.

ΙΙΙ

Ἡ ὥρα τρεῖς τῆς πίκρας μέσα στὴ μαύρη πολιτεία
Δοῦλοι παζαρεύουν τὴ βροχή, τὰ δέντρα
Τὸν ἥλιο παραλυτικὸ μέσα στὸ καροτσάκι
Στοὺς στενοὺς βρώμικους δρόμους
Πυροβολοῦν μὲ τὸ μυαλό τους οἱ ἄνθρωποι
Ματώνοντας τὰ σύρματα
Κρυφὰ ἀπ᾿ τὰ τσομπανόσκυλα τοῦ φεγγαριοῦ
Τὰ πόδια σου γλυστροῦν
Στὰ βοῦρλα
Μὲς στὶς καλαμιές καὶ τὰ φαρμακερὰ νερά
Ἐκεῖ ποὺ μάχεται ὁ φονηάς τὸ χτύπο τῆς καρδιᾶς του
Κι ἡ σκέψη παγωμένη στέκεται στὸν ἀέρα
Ἡ ὥρα τρεῖς τῆς πίκρας
Ὅταν τὰ δέντρα μοιάζουν στῶν ἀρρώστων
Τὴ στερνὴ χαροπαλαιματιά
Κι ἕνας ἄγγελος μόνος του ὀνειρεύεται
Σὰν γκιώνης
Μὲς στὸν ἔρημο κάμπο
Ἡ ζωὴ ἀχνὰ μὴ στενάξει πιά
Ἡ ὥρα τρεῖς τῆς πίκρας
- Ἂχ ἡ ζωὴ νὰ μὴ στενάξει πιά
Τὰ χέρια σου
Τὰ βασανισμένα χέρια σου
Ποὺ δίνουν ξάφνου μιὰ τῆς σκοτεινιᾶς
Ἔξω ἀπὸ τὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου
Νὰ χλιμιντρήσει κορωμένος ὁ ἄνεμος
Ν᾿ ἀστράψει ὁ πόθος Λουμπαρδιάρης
Νὰ ροβολήσει ἀπ᾿ τὰ ψηλὰ βουνά
Ψάλλοντας τὴν ἀγάπη
Ἕνα ἔθνος ὀξιές
Μὲ τὴν ὑγεία τῆς καταιγίδας στὶς σημαῖες του.

IV

Ἀκούγεται ἀπὸ τὴν περπατηξιά σου ἡ δόξα
Ὅπως ἀκούγεται ἀπ᾿ τὸ βρόντημα τοῦ μπρούντζου ὁ ἥλιος
Μελαψὸ παλληκάρι
Ποὺ ἀκουμπᾶς ἐπάνω στὴν Ἑλλάδα
Μὲ τὸ κουράγιο ποὺ ἀκουμπάει στὴ μπόρα τὸ ἔλατο
Καὶ σοῦ πᾶν οἱ αἰῶνες ὅπως τῆς πάει τῆς ἀντρειᾶς
Τὸ λουλούδι στὰ δόντια καὶ τὸ μπὰμ
Τῆς πιστολιᾶς
Πέρασαν μές στὴ μνήμη σου μῆνες ἀνέμων
Ἡ φωνή σου σκοτείνιασε σὰν δρυμός
Εἶδες κάτω ἀπ᾿ τὰ πόδια σου νὰ ξεκοιλιάζουνται ἄλογα
Δάση νὰ τρῶν φωτιὲς ἀνθρώπους ἄνθρωπο
Εἶδες μιὰ πέτρα τρυπημένη ἀπὸ κραυγὴ θανάτου
Νὰ σηκώνει τὴ σκιά της τέρας
Μιὰ γυναίκα μὲ ράμφος καὶ φτερά
Νὰ σπαράζει δείχνοντας ψηλά
Τὸ φεγγάρι στὸ στόμα τῆς φοβέρας
Τίποτα σύ! Μὲς στὴν καρδιὰ τοῦ χρόνου
Ζώνεσαι γύρω σου τὸ διάστημα
Μέσα στὴ χώρα τώρα ποὺ ὀνειρεύομαι
Λές, ἡ ματιὰ τοῦ ἀρνιοῦ σκοτώνει τὰ τσακάλια,
Μέσα στὴ χώρα τώρα ποὺ ὀνειρεύεσαι
Μελαψὸ παλληκάρι
Λέω: Ἡ ἐλπίδα τὄφτασε τὸ μπόι τῆς κορασιᾶς
Εἶν᾿ ἕτοιμη ἡ καρδιὰ τοῦ ἀντρὸς νὰ μαχαιρώσει ἀτσάλι
Κύττα: σελλώνει ὁ ἄνεμος τὰ ὄνειρα
Σπίθες πετοῦν τὰ πέταλα στὸ πυρρὸ νέφος
Ἡ μέρα ὅπου καὶ νἆναι μὲ λούλουδα μηλιᾶς
Θὰ βγεῖ νὰ σεργιανίσει πάλι στὸ ἀρχιπέλαγος!

V

Σφίξε στὰ χέρια σου μιὰ νίκη ποὺ δὲν ἦρθε ἀκόμα
Στὰ δόντια σου τὸ ὑστερικὸ φάντασμα τῆς φωτιᾶς
Μὲ τὰ κλαριὰ ποὺ ἕνα κοράλλι ξέχασε
Ν᾿ ἀνάβουνε ἀπὸ τὴ γητειὰ τοῦ παραδείσου
Σκέψου τὸ αὐγὸ ποὺ οἱ μέρες σου οἱ αὐριανὲς κλωσσᾶνε
Τὸ ἄστρο ποὺ ἡ νύχτα ἐξόρισε ἀπὸ τὸ στῆθος σου
Γιὰ νὰ τὸ πεθάνει
Σφίξε στὰ σπάργανα τοῦ Γεναριοῦ ὅπου κρύβεται τὸ μίσος
Καὶ τὸ δικό σου ἀδικοσκοτωμένο πόθο
Τὴ μιλιὰ ποὺ δὲ βρῆκε τὸ γενναῖο της στόμα
Τὸ χτικιὸ τῆς ἀγάπης σου
                                                    Γιατὶ δὲν ἦρθε ἀκόμα
Ἡ ὥρα νὰ μπεῖ στὸ κάθε πράγμα ὁ χτύπος τῆς καρδιᾶς
Νὰ συνεπάρει τὰ σπαρτὰ μιὰ τραμουντάνα ὑγείας
Νὰ πιεῖ ὁ χυμὸς τῆς θύμησης τὸ θελκτικό του μέλλον
Ν᾿ ἀνθοβολήσουν κερασιὲς μὲς στὰ σγουρὰ μαλλιά
Νὰ καταργήσει ὁ λόγος τὸ χρυσάφι.

VI

Χτύπα τὴν πόρτα στὴν καρδιὰ τῆς τυχερῆς σου μέρας
Φώναξε δυνατὰ τὸν ἥλιο
Ἄντρα, θυμήσου τὴ γενιά σου
Πάρε τὸ ὕφος τοῦ βουνοῦ
Ποὺ καμαρώνει μέσα στὶς κοιλάδες
Τὴν κόψη τοῦ κυπαρισσιοῦ
Ὅταν ὁρίζει ἕνα κατακόκκινο ἄστρο Ἀντάρη
Ἐπαναστάτη
Σὲ νύχτες ποὺ ἔσυρε ὁ νοτιάς μέσ᾿ στὴ σκουριὰ τοῦ πένθους
Σὲ νύχτες ποὺ τὸ φῶς ἀλλαξοπίστησε
Ἄντρα, θυμήσου τὴ γενιά σου
Ἐθελοντή
Δούλεψε τὴ φωτιά
Ρίξε μιὰ τουφεκιά
Στὴ λόχμη τῶν πουλιῶν τοῦ ἀνάξιου παραδείσου.
Θησαυριστὲς τοῦ βούρκου
Τοῦ ἥλιου μεροκαματιάρηδες
Ποὺ μές στὰ χέρια σας ἡ τύχη κουρελιάστηκεν
Ἔννοια σας, δὲ θὰ πᾶν χαμένες οἱ ἀστραψιὲς
Τοῦ πάθους ποὺ ἀχτιδώνει τὰ μελλούμενα
Κιόλας πλανιέται στὸν ἀγέρα τῆς φωνῆς ἡ σάλπιγγα
Καιρὸς ν᾿ ἀνοίξουν τ᾿ οὐρανοῦ οἱ γαμήλιες εὐωδιές
Νὰ μπεῖ τοῦ τραγουδιοῦ ὁ λαλὲς στὰ περβολίσια νειᾶτα
Τοῦ κάθε ἀγῶνα ἡ τρικυμία νὰ σπαρθεῖ στὴ θάλασσα
Φτέρες νὰ στείλουν μήνυμα στὰ πρωινὰ πουλιά:
Καιρός, καιρὸς νὰ ξημερώσει πιά
Ἡ Ἀνατολὴ περήφανη σ᾿ ἀδερφικὴ ἀγκαλιά!

VII

Τριώνι τῆς θαλασσινῆς νυχτιᾶς· Ἄλετροπόδι
Ποὺ σὰ νεύεις μὲ χρυσοὺς σταυρούς
Τὰ πεισματάρικα παιδιὰ τῆς χίμαιρας·
Καὶ σὺ ἐκστατικό μου Ἐλίκι
Στὴν ἀσημένια ζώνη τῆς ματιᾶς μου
Ἀπόψε
Ἀγρυπνήσετε
Κι ὅταν φυσήξει ἀπ᾿ τὰ βουνὰ τῆς ἐρημιᾶς ἡ γιάμπολη
Σταλάζοντας πικρὰ στὴν ὑπνωμένη γῆς
Ἀκουρμαστεῖτε τὴ φωνὴ τοῦ λύκου
Ἀκουρμαστεῖτε τὴ φωνὴ τοῦ λύκου
Σὲ βάτους ποὺ ἔφτυσαν φωτιὰ καὶ τώρα κρυώνουν
Σὲ δέντρα ποὺ ματώσαν, σ᾿ ἐρημοκκλησιές ποὺ ράισαν
Σὲ μοναξιὲς ἀπέραντες μαρμαρωμένου ἀνέμου
Σὲ φέγγη ποὺ ἀνατρίχιασαν ἕνα ἀθῶο κορμί
Σ᾿ ἀγκάθια ποὺ φαρμάκωσαν ἕνα φεγγάρι
Ἀκουρμαστεῖτε τὴ φωνὴ τοῦ λύκου
Στὶς σπαραγμένες σάρκες τοῦ γκρεμοῦ
Στά ρίγη ποὺ κρυστάλλωσαν τὶς ἀγωνίες τοῦ λόγγου
Γιὰ μιὰ στερνὴ φορά
Φωνάζω
Ἀκουρμαστεῖτε τὴ φωνὴ τοῦ λύκου
Ἄστρα, ὁ χρησμός σας δὲ θὰ πάει χαμένος
Παιδιά, ὁ χαμὸς ὁ χαλασμὸς ἡ πεῖνα
Κι ἡ ἀνάγκη τρεμοσβυοῦν στὸ ψυχορράγημα
Ὀρθώσετε τ᾿ ἀρματωμένα χέρια
Ξετελέψετε
Θάλασσα, χίμαιρα, ἔκσταση
Ἑτοιμάσετε τὴ χώρα σας
Τοῦ χάρου τὴ φωνὴ δὲν θὰ τὴν ἀνεχτοῦμε.
Ἡ μέρα εἶναι κοντὰ ποὺ θὰ ψοφήσει ὁ λύκος
Ποὺ ἡ ἀπονιὰ θὰ φάει τὶς σάρκες της
Ποὺ θὰ βουτήξει σὲ μιὰ δόξα μύρου τὸ βουνό
Καὶ ποὺ ἡ ψυχὴ θ᾿ ἀνάψει ἀπὸ τὶς μυστικές φλογίτσες σας
Ὅπως καὶ πρὶν Τριώνι, Ἀλετροπόδι, Ἐλίκι!


http://users.uoa.gr/~nektar/arts/poetry/odysseas_elyths_kalwsynh_stis_lykopories.htm