Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Τρίτη, 6 Δεκεμβρίου 2016

ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΗΣ


1-ΓΙΩΡΓΟΣ

Γεννήθηκε στη Μόσχα το 1968 και μεγάλωσε στη Λάρνακα. Σπούδασε δημοσιογραφία στο πανεπιστήμιο Λομονόσοφ της Μόσχας (ΜΑ in Journalism). Για την πρώτη του ποιητική συλλογή, Ένια, (Εκδόσεις Ατέλεια, Λευκωσία 1996) τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Νέου Λογοτέχνη, ενώ για τη δεύτερη, Ονειτροτριβείο (Γαβριηλίδης, Αθήνα 2001) με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης. Ακολούθησε το Εγχειρίδιο Καλλιεργητή (Γκοβόστη, Αθήνα 2004), Το Απραγματοποίητο (Γαβριηλίδης, Αθήνα 2010) και ο Δρόμος μεταξύ Ουρανού και Γης (Φαρφουλάς, 2013). Τον Φεβρουάριο του 2016 κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Μελάνι, Αθήνα, η έκτη ποιητική του συλλογή, Πληγείσες περιοχές/Γυμνές Ιστορίες, η οποία το ίδιο έτος μεταφράστηκε στα γαλλικά από τον Michel Volkovitch και κυκλοφόρησε στη Γαλλία από τον εκδοτικό οίκο Le miel des anges.
Τον Ιούνιο του 2010 μια επιλογή ποιημάτων εκδόθηκε στα γερμανικά, στο Βερολίνο, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Ποίησης του Βερολίνου
Το 2011, πέραν των 150 ποιημάτων του, που διατρέχουν δεκαπέντε χρόνια ποιητικής πορείας, μεταφράστηκαν στα βουλγάρικα από την Βασίλκα Πετρόβα-Χατζήπαπα, σε αυτόνομη έκδοση με τον τίτλο Ονειροτριβείο (Σόφια, 2011).
Ποιήματά του έχουν επίσης μεταφραστεί στα αγγλικά, γερμανικά, γαλλικά, ισπανικά, λετονικά, πορτογαλικά, λιθουανικά, τουρκικά κ.α. ενώ δημοσιεύτηκαν σε κυπριακά και ξένα λογοτεχνικά περιοδικά.
Παρουσιάζεται επίσης σε σημαντικές ανθολογίες ποίησης και ποιητικές εκδόσεις, όπως: Ανθολογία Σύγχρονης Κυπριακής Ποίησης(Μανδραγόρας 2011) Αύριο, Maňana, Tomorrow (Λεμύθου, 2011), Ιστορία της Νεότερης Κυπριακής Λογοτεχνίας (Λευκωσία 2010), Ο ποιητής και ο κόσμος του (Λευκωσία, 2010), Εν αρχή ην ο λόγος (Λευκωσία, 2009), Zypern Literarisch (Γερμανία 2008), , Ανθολογία Κυπρίων Ποιητών (1950-2008), Επιμέλεια Σ.Π. Βαρνάβας – Σ.Λ. Σκαρτσής, εκδ. «Ταξιδευτής», Αθήνα 2008, Kipras Djeza (Λετονία 2007) κ.α.
Είναι μέλος του ΔΣ της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου.
Συμμετοχή σε Διεθνείς Εκδηλώσεις (επιλογή)
Crowd Omnibus Reading Tour 2016, Θεσσαλονίκη-Αθήνα
Festival Voix Vives de Méditerranée en Méditerranée 2013, Sète, Γαλλία
Crossing Borders, Connecting Cultures 2010, Στοκχόλμη, Σουηδία
Poesiefestival Berlin: Βερολίνο, 2010
Συμπόσιο Ποίησης, Πανεπιστήμιο Πατρών, 2008
“Kleine Sprachen, Grosse Literaturen” Forum (Λειψία, 2006)
Τhe Gerard Manley Hopkins Society of Poetry (Kildare, Ιρλανδία 2005)
Διεθνής Μπιενάλε Ποίησης (Λιέγη, 2003)
Literature Express Europa 2000: Σε διάστημα 45 ημερών, 100 Ευρωπαίοι λογοτέχνες επισκέφτηκαν πέραν των 20 πόλεων σε 10 χώρες, συμμετέχοντας σε ποιητικές εκδηλώσεις.
Στην ανθολόγηση έλαβα υπ΄όψιν τη παρουσίαση του έργου του στο ΕΛΛΗΝΟΜΟΥΣΕΙΟΝ, ΑΚΤΗ, τεύχος 90 2012 όπου τον ανθολόγησαν οι: Σάββας Παύλου, Στέφανος Σταυρίδης και Γιώργος Τριλλίδης. Η δε συλλογή ΕΝΝΙΑ είναι αυτούσια από αυτή την ανθολόγηση.

 1-1-%cf%80%ce%bb%ce%b7%ce%b3%ce%b5%ce%b9%cf%83%ce%b5%cf%83-%cf%80%ce%b5%cf%81%ce%b9%ce%bf%cf%87%ce%b5%cf%83

1-1-%ce%b2%ce%b9%ce%b2%ce%bb%ce%b9%ce%b1-0001

1-1-%ce%b2%ce%b9%ce%b2%ce%bb%ce%b9%ce%b1-0003

1-1-%ce%b2%ce%b9%ce%b2%ce%bb%ce%b9%ce%b1-0002

   1-1-%ce%b2%ce%b9%ce%b2%ce%bb%ce%b9%ce%b1-0004

ΠΛΗΓΕΙΣΕΣ ΠΕΡΙΟΧΕΣ/ΓΥΜΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ (2016)

[Το παιδί]

ΣΠΑΣΜΕΝΑ ΠΟΔΗΛΑΤΑ

0 πατέρας τους έφτιαχνε τα σπασμένα ποδήλατα
της γειτονιάς.
Έρχονταν και περαστικοί κάποτε, του έφερναν.
Τα δυο παιδιά του έτρεχαν πέρα-δώθε ξυπόλητα
και ρακένδυτα
– στα μάτια τους έλαμπε η περιπέτεια
και το τέλος της.
Όλη μέρα έτρεχαν
αυτός πνιγμένος στη δουλειά
δεν τα χάνε απ’ τα μάτια του
όμως μια κοφτερή στιγμή
που το αδόκητο δρεπάνιζε τα σύθαμπα
στο τυφλό σημείο
όταν ο αυχένας αδυνατεί να στρίψει
του ξέφυγαν
καβάλησαν δυο σέλες
με τρυπημένους τροχούς
ξεχαρβαλωμένες καδένες
διαλυμένα φρένα
κι ανέβηκαν στο ψηλότερο σημείο των ονείρων.
Στη μεγάλη κατηφόρα των χρωμάτων
εκεί που συνήθως
όλα τα ξυπόλητα παιδιά την παθαίνουν
δεν τα κατάφεραν.
Τα γύρεψε μάταια
ο πατέρας τους
– ο ανήλιαγος.
Τα γύρεψε βουβά.
Μόνο αυτός τα γύρεψε.
Αυτά και άλλα περιστατικά
συμβαίνουν σε αφώτιστα μέρη.

[Περιπέτειες]

Η ΦΟΙΝΙΚΙΑ

Τυχαία πριν από χρόνια
βρήκα μια φοινικιά πεταγμένη
στο περβόλι του πατέρα
ήταν δεν ήταν όσο το χεράκι ενός παιδιού
μην τη φυτέψεις χαμένος κόπος
μου είχε πει
δεν τη βλέπεις;
Την πήρα και τη φύτεψα.
Αν έρθει κανείς τώρα στον κήπο μου
θα δει μια θεόρατη φοινικιά
να ρίχνει κλαδιά στην αυλή του γείτονα
και να τραγουδά
κι όταν με ρωτούν πόσα παιδιά έχω
λέω πέντε και το ένα παραλίγο να πεθάνει.

ΑΥΤΗ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Η ΦΩΝΗ ΜΟΥ

Δεν είναι η φωνή μου αυτή που ακούω να ηχεί
στο σκοτεινό δωμάτιο.
Χρόνια ακίνητος και άλαλος
μέσα σε νυχτερινή ονειροπόληση
και περισυλλογή
η σιωπή της πρέπει να έβγαλε ρίζες
σε κάποιου πρόσφορου το στόμα.
Κάποιου εξόχως ομιλητικού
που με ακρίβεια υπέθεσε τη φωνή μου.

[Θανατερά]

Ο ΓΕΡΟ ΓΙΩΡΚΗΣ

Κάθε που ο γέρο Γιωρκής
–που σε χρόνους δύσκολους έκλεψε τη Δεσποινού–
ένιωθε άρρωστος
έπινε κάθε μέρα για μια εβδομάδα ένα ποτηράκι ούζο
κι αν δεν του πέρναγε το γύριζε στο ελαιόλαδο
ένα κουτάλι τη βδομάδα σταθερά.
Όμως από τότε που είπε στη Δεσποινού
και στα δώδεκα τους κοπελλούθκια
“φύεετε εσείς, εγιώ εν να μείνω να προσέχω τα κτηνά”
από τότε που καταχωρήθηκε ως αγνοούμενος
και δεν ξανακούστηκε γι’ αυτόν
από τότε που έπαψαν να ταχυδακτυλουργούν
οι δωρητές της ελπίδας
από τότε η αμφιβολία:
Θα χτυπήσει ο εκσκαφέας πάνω στο σκληρό του καύκαλο;
Θα έρθουν μια μέρα οι αρμόδιοι με τα απομεινάρια του;
Τι διάολο γιατροσόφια υπάρχουν για κάτι τέτοια;

ΟΙ ΕΠΙΖΩΝΤΕΣ

Όσοι συνέρχονται
έχουν παραμορφωμένα πρόσωπα
κομμένα μέλη
και τους λείπει το προηγούμενο κοίταγμα.
Βυθίζονται σε ζάλη αφρισμένη
και τα λόγια τους γίνονται πουλιά
που δεν έχουν φωλιές.
Βλέπουν τις σπίθες ως ηλιαχτίδες
τις πληγές ως λάθος του τεχνίτη
και τα θύματα
ως αγγέλους που αποκοιμήθηκαν.
Βλέπουν τη σκηνή του δυστυχήματος
χωρίς τη φρίκη.
Ακριβώς όπως οι επιζώντες
μιας ήσυχης μέρας
– πολλών ήσυχων ημερών.

[Ερωτικά (της γυναίκας)]

Η ΗΛΕΚΤΡΟΔΟΤΗΣΗ ΤΗΣ ΛΗΘΗΣ

Ο ερχομός της στην πόλη
έφερε δονήσεις
που προκάλεσαν διακοπές
στην ηλεκτροδότηση της λήθης
της λήθης του έρωτα
και αρρυθμίες στην καθημερινή διεκπεραίωση
πολυκαιρισμένων συνηθειών
ενώ οι λάμψεις
που προείκαζε σε προπορευόμενους ορίζοντες
στην αντανάκλαση μελλοντικών αιώνων
πολιορκούσαν απροσδόκητα
το εικονικό φρούριο του.
Εκείνες τις μέρες λοιπόν
που ήξερε ότι δεν θα είναι πολλές
όπως ένα πιάτο τριαντάφυλλα
που ρευστοποιούνται σε συναισθήματα
απέφευγε να πλησιάζει
τα ψηλά παράθυρα των πάνω ορόφων
τους φωταγωγούς που μέσα τους
η παιδική περιέργειά μας
σκοτώθηκε πολλές φορές
τις ταράτσες του ουρανοξύστη αδύνατου
με την ουρανομήκη σιωπή των ευρισκόμενων
σε απρόσιτες κορυφές
όλα εκείνα τα αρχιτεκτονικά κολαστήρια των πόλεων
που τα επινόησαν
όσοι λίγο αγάπησαν ή αγαπήθηκαν
και που χωρίς να καταλάβεις
έχεις ήδη ενσωματωθεί
στην κυριαρχία του βάθους τους
όταν με πετρόχτιστη αδιαφορία
συχνά ενθαρρύνουν
μια διαδοχική σειρά
σχεδόν πραγματικών σου πτώσεων.

[Ερωτικά (της ποίησης)]

ΣΥΓΚΟΜΙΔΗ

                              Στον Μ.Π.
Γράψαμε το πολύ πέντε ποιήματα
εγώ κι εσύ το ξέρουμε, Μιχάλη.
Όλα τα άλλα
φλυαρίες
μια ενθρόνιση της κενότητας.
Γράψαμε το πολύ πέντε ποιήματα
και μεταξύ μας αυτή είναι η αλήθεια.
Όλα τ’ άλλα
να έχουν δουλειά οι ειδήμονες
ο σκόρος, η κιτρινίλα, η λήθη
ενώ εμείς άφωνοι, τελειωμένοι
με φαγωμένα από τη νικοτίνη δόντια
να μας κατατρώει το αναπάντητο:
Μπορούσαμε να βγάλουμε κάτι περισσότερο;
Να μην τα παρατούσαμε τόσο εύκολα;
Γινόταν να εναντιωθούμε λίγο ακόμα;
Γινόταν να εναντιωθούμε κάπως καλύτερα;

ΔΡΟΜΟΣ ΜΕΤΑΞΥ ΟΥΡΑΝΟΥ ΚΑΙ ΓΗΣ 2013

ΝΑΥΜΑΧΙΕΣ

Θα υπάρχουν πάντοτε
καράβια που πάνε και καράβια που έρχονται
Μαραθώνες και Σαλαμίνες
γι’ αυτό
θα προκύπτει πάντοτε
κάποιος Κυναίγειρος
με τα πελώρια χέρια του
ν’ αρπάζει το περσικό πολεμικό
να το κρατά ακίνητο
και όταν του κόβουν τα χέρια
να το συγκρατεί με τα δόντια του
και όταν του συνθλίβουν το σβέρκο
(για να ξαπολήσει επιτέλους)
τα δόντια του να βυθίζονται
στο ξύλο της πλώρης
και να μένουν εκεί βυθισμένα
μέχρι να λιώσει πρώτα το ξύλο
και μετά τα δόντια του.

ΓΙΑ ΤΙΣ ΚΕΡΥΝΕΙΕΣ

Ποιοι είναι αυτοί που λένε ότι χάθηκε η Κερύνεια;
Είναι οι γνωστικοί.
Αυτοί ξέρουν καλύτερα πως ό,τι χάνεται
δεν επιστρέφεται
πως των αδυνάμων τα λάθη
πληρώνονται με απώλεια
και με των ισχυρών το κέρδος.
Βλέπουν σήμερα αυτό που δεν μπορεί να γίνει αύριο.
Πώς χάθηκε αφού ακόμη είναι εκεί;
Κάποτε την ακούω σε αλλόφρον τραγούδι επιστροφής
αυτό που στα σχολεία οι γνωστικοί
δεν τους αρέσει να διδάσκεται
κάποτε νομίζω ότι θα ανέβω στο βαγόνι
αυτού του σκουριασμένου τρένου
που συρίζοντας διστακτικά με πλησιάζει
να βρεθώ πρώτη φορά
εκεί που αναρριγούν οι ακτές της
να δω αν λαμπυρίζει το ίδιο
η θάλασσα της με τις θάλασσες που ξέρω.
Ναι, είναι εκεί
τοποθετημένη πάνω στο τραπέζι των μεσολαβητών
για να επικυρωθεί οριστικά η απώλειά της
θα μπορείς, φυσικά, να την επισκέπτεσαι
τα τοπία της θα μένουν τα ίδια
δεν αλλάζουν τα βουνά και οι πλαγιές τους
ο παγερός αέρας που τα δέρνει τους χειμώνες
δεν ανήκει σε κανέναν.
Ίσως να έχουν δίκαιο οι γνωστικοί
ίσως να λένε πράγματα σωστά, της εποχής
ίσως μάλιστα να τους ακολουθούσα κι εγώ
σε αυτήν τους τη βεβαιότητα
αν δεν με κρατούσε
η ανεξήγητη εμμονή
να βλέπω ίσκιο
μέχρι σώμα να συμβεί
να μαζεύω κονιορτό
μέχρι γη να επιστρέψει
κι όλα να μεταμορφώνονται
σε αυτά που οι γνωστικοί
βεβαιώνουν ότι είναι αδύνατον
να γίνουν.

ΛΙΧΟΥΔΙΕΣ ΣΕ ΚΑΔΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΜΜΑΤΩΝ

Διαλέγουν συνήθως τις λιχουδιές
με βάση το μνημονικό του ουρανίσκου τους
την εξωραϊσμένη ιδέα που έχουν για τον εαυτό τους
συνδυάζοντας πάθος για νέες γεύσεις με βουλιμία
καλούς τρόπους και αριστοκρατική φινέτσα
το ίδιο και το χαμίνι της γειτονιάς
λιποβαρής στα κιλά ενός παιδιού
δεν τον υπολογίζεις
περνά απαρατήρητος
όταν πεθάνει
μια σελίδα θα έχει σχιστεί
από παραμύθι που δεν διάβασε κανείς
με το ποδήλατο του περιφέρεται στις γειτονιές
γι’ αυτόν δεν υπάρχει τίποτα ανθρώπινο
οσμίζεται σαν λαγωνικό
αποκλειστικά το χρήσιμο
κοντοστέκεται
κοιτάζει αριστερά, δεξιά
και επιτίθεται
στους κάδους απορριμμάτων
διαλέγοντας πάντα τις λιχουδιές.

ΑΝΑΚΤΟΡΑ ΜΕΓΑΛΟΥ ΠΕΤΡΟΥ

Από τ’ ανάκτορα του Μεγάλου Πέτρου
θυμάμαι τον κουτσό Αζέρο
να λογοφέρνει με τη γυναίκα του
και να εγκαταλείπει τα τρία παιδιά του
ανεβαίνοντας αλαφιασμένος τα σκαλιά
που κάποτε ανέβαιναν
ο Μεγάλος Πέτρος και οι αυλικοί του.
Από τ’ ανάκτορα του Μεγάλου Πέτρου
θυμάμαι το μικρότερο παιδί του Αζέρου
να γαντζώνεται από το σακατεμένο πόδι
του πατέρα του
να τον ικετεύει μάταια να μη φύγει
να κλαίει πάνω στα σκαλοπάτια.
Από τότε φαντάζομαι το μικρό αγόρι
να μεγαλώνει με ιλιγγιώδη ταχύτητα
να απομακρύνεται από τ’ ανάκτορα
να γίνεται πατέρας που δεν φεύγει.
Μα το αγόρι δεν μεγάλωσε ποτέ
το αγόρι έμεινε για πάντα ασάλευτο
στα σκαλιά των Ανακτόρων
να περιμένει
τον πατέρα του να επιστρέψει
αυτά ακριβώς θυμάμαι
από τα ανάκτορα του Μεγάλου Πέτρου.

Η ΒΕΛΟΥΔΙΝΗ ΑΠΩΛΕΙΑ ΠΟΛΛΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ

Ο καθένας πορεύεται τον δρόμο του
τον διανύει μέρα νύχτα
ξύπνιος ή στον ύπνο του
διανύει τον δρόμο του
είναι αποκλειστικά δικός του
περαστικοί τον διασταυρώνουν
τους συναντάς
σε συναντούν
κάποιοι μένουν για λίγο
κάθονται και τρώνε μαζί σου
ώσπου η μερίδα τους να τελειώσει
φεύγουν ραίνοντας με οσμές τα φύλλα της καρδιάς σου
το δέρμα τους το παίρνει ο ουρανός
για να φτιάξει καινούργιους ανθρώπους.
Ο άνθρωπος πορεύεται μονάχος τον δρόμο του
οι μέρες του είναι αποκλειστικά δικές του
κανείς δεν βλέπει το ξημέρωμα όπως εσύ
κανείς δεν υποψιάζεται για πολύ την οδύνη του άλλου
όταν όλα έχουν αφαιρεθεί
τα σύννεφα της απελπισίας
είναι καθαρά
μόνο στου καθενός ξεχωριστά τον δρόμο
γι’ αυτό εκατομμύρια άνθρωποι θα συνεχίσουν να χάνονται
με όλους τους τρόπους
χωρίς κανείς να θρηνήσει
περισσότερο απ’ όσο διαρκεί
η αναμονή της έλευσης ενός αστικού λεωφορείου
γιατί όλοι έχουν να πορευτούν τον δρόμο τους
χωρίς προειδοποιητικές σημάνσεις
χωρίς δυνατότητες επαναστροφής
έως ένα τελικό σημείο συνεύρεσης
όπου ένας δρόμος κοινός
συνάμα άγνωστος θ’ ανοίγεται για όλους.

ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ

Αν το καλοσκεφτείς
ένας παλμός μάς διατηρεί
και μαζί του
χιλιάδες άλλες λεπτομέρειες
που η μια από την άλλη
χωρίς να δίνουν λογαριασμό
εξαρτάται και διαπλέκεται.
Έτσι λοιπόν
οι αυτόχειρες είχανε πάντοτε
ένα πλεονέκτημα:
Έζησαν όσο ήθελαν
οι υπόλοιποι
όσο μπορούσαν.

ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ

Αφού έσφαξαν τους Ινδιάνους
πυρπόλησαν τις σκηνές τους
ισοπέδωσαν τους καταυλισμούς τους
στείρωσαν τη ζωή τους
(για να μην υπάρξει η συνέχειά της)
γονιμοποίησαν τις ερήμους τους
με μηχανικές πολιτείες
όπου όλα έμοιαζαν μεταξύ τους
σκέφτηκαν ότι θα έπρεπε να κάνουν κάτι με τα ποτάμια
που αντί νερού
έρεαν αίμα
ότι θα έπρεπε να κάνουν κάτι με τα ινδιάνικα αγάλματα
που αποκτούσαν σάρκες
και βρυχούνταν.

ΔΡΟΜΟΣ ΜΕΤΑΞΥ ΟΥΡΑΝΟΥ ΚΑΙ ΓΗΣ

Ταξιδεύοντας στον δρόμο Κοιλανίου-Αμιάντου
βλέπω ξαφνικά
καβάλα στο γαϊδουράκι του
τον κύριο Κώστα
τον παππού μου
η ώρα πέντε του χαράματος.
Πού πας παππού; τον ρωτώ
Κυριακή ημέρα
το μεταλλείο είναι κλειστό
δεν γίνεται η ανάγκη να σε πηγαίνει πάλι στη δουλειά.
Τα ίχνη των βημάτων του
πολλών ετών θαρρώ
βυθίζονταν ανεξήγητα στην άσφαλτο
τον ακολούθησα με πόθο βαθύ
τρυπημένο από νοσταλγία αιχμηρή
να τον κουβεντιάσω ήθελα
τώρα που τον συνάντησα
με κοιτάζει όμως παράξενα
δεν αποκρίνεται στις εκκλήσεις μου
παρά μόνο προχωρά.
Είμαι ο άγγονάς σου, παππού
τα σκαμμένα χέρια σου
με κράτησαν κάποτε σφικτά
σε αυτόν τον κόσμο
χωρούσα ολόκληρος μες στις χούφτες σου
τις αργίες
με πήγαινες στον κινηματογράφο
πηδούσα κρυφά μέσα στο έργο
και επέστρεφα
λίγο πριν ξυπνήσεις
αποκαμωμένος ‘συ από τη σκληράδα των ημερών σου
συγχώρα με
δεν θυμούμαι ούτε μια ταινία πια
θερμομετρούσες μέσα μου τον πυρετό
με τα πόδια στον γιατρό για τα φάρμακα
μέσα στ’ αγιάζι
τις νεροποντές
δεν έμαθες ποτέ σου ποδήλατο
πάνω σε πέτρες κύλησε η ζωή σου
από καιρό σε κατάλαβα
δεν ήξερες πέραν της αγάπης.
Πώς την αντλούσες; Από πού;
Έβλεπες χορδές να παίζουν
δίχως ήχο
μεγάλη χωματερή η υπομονή
χωράει όλο το σκουπιδαριό του κόσμου.
Δεν χαίρεσαι που με θωρείς, παππού;
Τον ρώτησα.
Συνέχισε ατάραχος τον δρόμο του.
Πες μου πώς γίνεται
εσύ στους ζωντανούς να βρίσκεσαι
σε θάψαμε γρήγορα
ήταν Μάης
πώς να σε περιφέρουμε
μέσα σε ανθισμένους κήπους;
Κοντοστάθηκε τότε
κάτι μουρμούρισε δίχως ν’ ακούσω
(σαν θλίψη χωρίς το σχήμα των λέξεών της)
και συνέχισε σκυφτός
έτρεξα ξωπίσω του
ήθελα να τον αγκαλιάσω
αν και ήξερα ότι τα απέφευγε όλ’ αυτά
οι αγκαλιές δεν είναι για τους άνδρες,
μου έδειχνε.
Δεν τον προλάβαινα.
Περπάταγε ανάλαφρα
πέραν απ’ το ταχύ ή το αργό
δοκιμασμένος καιρό στο βασίλειο της σιωπής
τον έχανα, γινόταν σκιά ασύλληπτη
ενώ εγώ από κάπου αιωρούμουν
σαν στοιχειό.
Κοίταξα γύρω μου
ξέβαφαν τα χρώματα
το τοπίο πίσω απ’ του Τροόδους τα βουνά
μαβί πηχτό, μολύβι
πανδαισία από στάχτη
έσμιγε όλη την απελπισία
σε τερατούργημα αποχρωματισμένο
έβγαλα τότε μακρόσυρτη κραυγή
που κατάλαβα
πως κανείς δεν μαθαίνει
ότι επέθανεν.

ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΜΕΣΑ ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΩΝ ΣΠΙΤΙΩΝ

Αν τα σπίτια μάς ανήκουν
τα γεγονότα των σπιτιών
δεν τα ορίζουμε
τα μυστικά, οι γογγυσμοί
οι άοπλες συγκρούσεις
αλλά και συμβάντα πιο τραγικά
εκείνων που μέσα απ’ τον ύπνο τους
ποτέ τους δεν θα σηκωθούν
να μάθουν ότι πέθαναν
ενώ ήταν για να πάνε όπως κάθε μέρα
στη δουλειά.
Σαν αναρριχητικά φυτά
διεισδύουν μες τα χρόνια μας
τα γεγονότα των σπιτιών
καταλαμβάνοντας κάθε τους στρωμνή,
υψιτενείς σκιές που περιφέρονται
σε πεδίο ακήρυχτου πολέμου,
κανείς δεν τα καρφώνει πάνω σε τοίχους
κανείς δεν τα σταυρώνει σε σταυρούς
όμως δεν φεύγουν.

ΣΒΗΝΟΝΤΑΣ ΙΧΝΗ ΕΠΙΜΕΛΩΣ

Σύντομα θα αποχαιρετήσουμε κι αυτό το καλοκαίρι
θα αποτινάξουμε τους τελευταίους κόκκους άμμου
απ’ τα σώματα
ένας θα ξεχαστεί βαθιά
μες τον λαβύρινθο του αυτιού
κι ίσως θαφτεί μαζί μας
θα σφαλίσουμε σφιχτά σε κάποιο ποίημα
ένα κομμάτι ήλιο λαμπερό
θα το διαβάσουν οι τυφλοί
και θα λάμψει σαν μικρός πυρσός τη νύχτα
(κι είναι πολλές τώρα οι νύχτες).
Θα κρύψουμε μιαν υποψία δροσιάς κάτω απ’ τη γλώσσα
θα διαχυθεί με τον καιρό στον ουρανίσκο
κι ένα μελλοντικό φιλί θα έχει γεύση θάλασσας
θα εξαφανίσουμε έναν απροσδόκητο έρωτα
όπως ο ταχυδακτυλουργός
–με κίνηση αστραπιαία
το φοβισμένο κουνέλι–
καταχωρώντας τον στα μη συντελεσθέντα
έτσι κανείς δεν θα μπορέσει να μας κλέψει τίποτα
αφού τίποτα δεν θα έχουμε
πέραν από τον απολογισμό
ότι από μπροστά μας πέρασε
ακόμη ένα καλοκαίρι.

ΕΞΟΔΟΣ

Εδώ
σε αυτόν τον τόπο
η ζέστη είναι στεγνή
άνθρωποι δραπετεύοντας
από τα ξεραμένα τους κορμιά
περνούν την ενδοχώρα
κι ακολουθώντας όλοι τις ίδιες γραμμές
ενώνονται με τη θάλασσα
όπως ενώνονται με μια γυναίκα
η οποία τους θέλησε σιωπηλά πολύ καιρό
πριν εκείνοι ανακαλύψουν τον βυθό της.

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ

Πέρασε από τότε πολύς καιρός
ο μοναδικός μάρτυρας δεν μίλησε
έδεσε σφικτά τη σιωπή του
σε λήθης προεξοχή
το μυστικό δεν διέρρευσε
κανείς δεν αναφέρθηκε ποτέ σ’ αυτό
θα μπορούσε λοιπόν να το ξεχάσει
να το θεωρήσει ως μη γενόμενο
θα μπορούσε ακόμη
να το αρνηθεί
δεν ήταν αυτός
τον μπέρδεψαν με άλλον
εκείνη την ώρα βρισκόταν αλλού
όλοι ήξεραν ότι βρισκόταν αλλού
εξάλλου
ήταν σκοτάδι όταν συνέβη
κι αυτός μη αναγνωρίσιμος
φορώντας τα μαύρα του γυαλιά.

ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΥΣΤΙΚΟ

Την κοιτάζει κατευθείαν στα μάτια
αναρωτιέται αν θέλουν να του μηνύσουν
ότι εκείνη ξέρει την αλήθεια
ότι ξέρει τα πάντα με κάθε λεπτομέρεια
για το φοβερό εκείνο μυστικό
που ενώ αυτός σχεδόν ανώδυνα διατηρεί
στην επιφάνεια της ζωής του
σαν αμυχή πάνω στο δέρμα
αυτή το έχει φυλάξει
βαθιά μέσα στην καρδιά της.
Για να αποκαλυφθεί
εκείνος μόνο
πρέπει να τ’ ομολογήσει.

ΤΟ ΑΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΗΤΟ, 2010

ΤΟ ΑΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΗΤΟ

Πόση βροχή δεν έπεσε
από τους δισταγμούς των σύννεφων
μαύρος ήταν ο ουρανός
κοιλοπονούσε
νερό πολύ να βρέξει ήθελε
δεν έβρεξε.
Αόρατος τοίχος ο δισταγμός
όσο τον ανεβαίνεις
τόσο πιο πολύ ψηλώνει
πάνω του σπάνε
κύματα ψηλά
έρωτα έγκλειστου
στο ανομολόγητο
εξίσου επιδέξια αποτρέπει
ζωές στεγνές να βρέξουν
που τρεκλίζουν στη μεθόριο
της στεριάς με τη θάλασσα.
Τι γίνονται όλα αυτά
που δεν έγιναν;
με ρώτησες.
Σε ονειροφράγματα υποθέτω αποθηκεύονται
και από εκεί διοχετεύονται
σε μέλλον διψασμένο
με παραπόταμους που εκτείνονται
και χάνονται πέρα από τους χάρτες
σταγόνα σταγόνα να ποτίζουν
το απραγματοποίητο.

ΚΑΠΟΤΕ ΗΜΟΥΝ ΠΟΤΑΜΟΣ

Το τραγούδι μας, ψιθύρισες
το θυμάσαι;
Δεν θυμάμαι τίποτα πια
εδώ και πολύ καιρό
έχω λιμνάσει
με γέννησε ένας καταρράκτης
που τρέχει χωρίς μνήμη αδιάκοπα
που τρέχει πολύ νερό αδιάκοπα
δεν σταματά
αποκομμένος από την πηγή του
ενσωμάτωσε όλο το μήκος της αποδημίας του
και το πλάτος της έλλειψης του
βάθος μου ζητάς
άλλα σε λίγο ρηχό ρυάκι θ’ απομείνω
και μετά θα ξεραθώ
σε μακρύ αποτύπωμα
μόνο να κελαρύζω μπορώ
την επικείμενη αφυδάτωση μου.

ΔΟΤΗΣ ΟΡΓΑΝΩΝ

Δέρμα ανθεκτικό σε καύσωνες
με απορροφημένα τα εγκαύματα του
για περιπτώσεις βαριές
σε όσους έλιωσαν
μέσα σε βραδυφλεγείς ήλιους
προσωπικής μόνο χρήσης.
Πνεύμονες που νόμιζαν
ότι ήταν βράγχια
αφού συνήθως
ρουφούσαν θάλασσα.
Ήπαρ έμπειρο
σε καταχρηστικές οινοποσίες
στίχων με υψηλή περιεκτικότητα άλκοόλης.
Καρδιά σε άριστη κατάσταση
επαρκούς χωρητικότητας
και με διαφορά ώρας
στα ημισφαίρια της
να μην συναντούν
οι νυν
τούς πρώην.

ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΟ ΣΧΕΔΙΟ ΜΑΚΡΟΧΡΟΝΙΟΥ ΕΡΩΤΑ

Ας χαραχτεί λοιπόν κι αυτός ο δρόμος.
Κάντε τον όμως να μην οδηγεί στο ίδιο αδιέξοδο
να μην τους υπόσχονται οι οδοδείκτες
προορισμούς ονείρων
και μετά περίλυπους
να τους επιστρέφουν
σε αφετηρία χωρίς αφέτη
να πρέπει να διανύσουν
ως άλλοι πια
την ίδια περπατημένη απόσταση.
Κάντε λοιπόν κι αυτόν το δρόμο.
Φροντίστε όμως να φτιάξετε λωρίδες διαφυγής
προς οδικό δίκτυο ανεξερεύνητης σημασίας
σε μέρη άγνωστα να οδηγούν
σε εκτάσεις αχανείς
να ταξιδεύουνε
σαν ανεμοσκορπίσματα
στους τέσσερις ορίζοντες.
Κάντε τον όσο γίνεται μακρύτερο αυτόν το δρόμο
να μην τελειώνει
σε μιας ζωής πεζοπορία
να πεθαίνει από κούραση
ο έρωτας
πριν να γεράσει.

ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΧΑΛΑΖΙ

Εκείνο το απόγευμα
έριξε θυμάμαι
πολύ χαλάζι
σε πήρα τηλέφωνο
για να σου πω
ότι δεν έχω ξαναδεί τέτοιο πράγμα.
Η μπουγάδα είναι μέσα;
με ρώτησες
Ναι, είναι μέσα,
όμως εμείς
για μια στιγμή
μου φάνηκε ^
ότι ήμασταν έξω στην αυλή
αγκαλιασμένοι
και χορεύαμε.

ΑΤΕΛΕΣΦΟΡΕΣ ΣΥΝΑΛΛΑΓΕΣ

Γράμματα βλοσυρά
μου φέρνει ό ταχυδρόμος
γράμματα που δεν λένε καλημέρα
βυθισμένα στο έρεβος
του γραμματοκιβωτίου
μουλιασμένα, της υδατοπρομήθειας
γράμματα ηλεκτροφόρα της Αρχής Ηλεκτρισμού
επιστολές τραπεζικές,
υπενθυμίσεις ανεξόφλητων λογαριασμών
και προειδοποιήσεις τελευταίες
για άμεση αποπληρωμή
συσσωρευμένου χρέους
σε γενναιόδωρα χρόνια
που μου είχαν μυστικά δανείσει
λίγα μετρητά ευτυχίας
με το επιτόκιο που επιβάλλει
το τοκογλύφο παρελθόν
για να τα βγάζουν πέρα οι μέρες μου,
να μην ζητιανεύουν τον καιρό.
Αν όμως κάτι απρόσμενα
πολλαπλασίασε την άξια του
ήταν οι μετοχές μου
σε αζήτητα όνειρα
πού επέμεναν παρά τις προειδοποιήσεις
να επενδύονται
σε επισφαλείς ύπνους.
Δεν ξέρω πώς
φούσκα ίσως να ονειρεύεσαι τις μέρες
το βράδυ εξαργυρώνονται
οι δοσοληψίες με το υπερπέραν.
Αυτές μου κληροδότησαν
σπάνιο σμήνος φευγαλέων ελπίδων
φτερούγιζαν για κάμποσο καιρό στον κήπο μου
να με φυγαδεύσουν κατάφεραν σε άγνωστο έδαφος
χωρίς διεύθυνση, χωρίς συντεταγμένες
να ηρεμήσει επιτελούς ο απελπισμένος ταχυδρόμος
να έχει πού να παραδώσει
τα αταχυδρόμητα και μη παραληφθέντα.

Ο ΜΙΚΡΟΣ ΙΒΙΣΚΟΣ Ο ΕΔΩΔΙΜΟΣ

Το παιδί είπε «παπά, θέλω:> νερό».
Αυτός τρέμοντας σύγκορμος
του έφερε νερό.
Το παιδί δεν μπορούσε να πιει νερό.
Το παιδί ξεψύχησε μέσα σε λίγες ώρες.
Τώρα, όταν εκείνος πίνει νερό,
θυμάται τη ζωή του
σαν μια έρημο
που μέσα της
κάποτε είχε φυτρώσει
ο μικρός ιβίσκος
ο εδώδιμος.
Τώρα όταν το νερό κυλά στο λαρύγγι του
είναι όπως ένας ποταμός
που εκβάλλει
σ’ εκείνη την έρημο.
Μακάριο νοσοκομείο, 2006

ΘΑΛΑΣΣΑ ΣΕ ΝΤΟΥΛΑΠΙΑ

Μπήκε κρυφά στο παιδικό του δωμάτιο
έβγαλε τα ρούχα του
και φόρεσε τις έφηβες του πιτζάμες.
Είχε επιστρέψει με υπηρεσιακό
από παλαιότερες ηλικίες,
τα τεράστια τριχωτά πόδια του
κρέμονταν σαν ξεχαρβαλωμένες κεραίες
από το μικρό κρεβάτι.
Ακούμπησε το κεφάλι στο μαξιλάρι,
ήταν σκληρό σαν βότσαλο,
η θάλασσα που κάποτε
τον είχε βγάλει στη στεριά
λίμναζε τώρα
φυλακισμένη
μέσα σε στενάχωρα ντουλάπια.

ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΑΝΑΓΚΑΙΟ

Όταν έρχονται οι λέξεις, είπε
πρέπει να τις τακτοποιείς αμέσως
όπως μπορείς κι όπως ξέρεις,
αν δεν το κάνεις
οι λέξεις
θα μείνουν παγωμένες
σαν το μέτωπο
της γιαγιάς
μες στον ηλιόλουστο Απρίλη.
Η πνοή που φέρνει τέτοια πράγματα
είναι πάντα βιαστική.
Εξαντλεί το απόθεμα της
σε μεταφορές
όχι σε διατηρήσεις
δεν είναι για να περιμένεις
είναι μόνο για να προλαβαίνεις.

ΣΕ ΤΟΜΟΥΣ

Όπως οι εκλιπόντες
τοποθετούνται ευλαβικά στα φέρετρα
τα φέρετρα
στους θαλάμους των νεκροτομείων
όπως οι φωτογραφίες των εξαφανισθέντων
σε αστυνομικούς σταθμούς αναρτούνται
όπως οι σκελετοί
των προϊστορικών ζώων
στα μουσεία μεταφέρονται
έτσι και τα ποιήματα
σε τόμους καταλήγουν.

ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΣΠΙΤΙ

Πάνω στο λόφο
είναι το μεγάλο σπίτι
χτισμένο με ακριβή πέτρα
από λατομεία όπου πολλοί σκοτώθηκαν.
Ηλεκτροφόρα καλώδια
το περιβάλλουν
σαν απόρθητο φρούριο.
Όμως συχνά
κάτι βαρύ ακούγεται να πέφτει απ’ τις επάλξεις του
και να σκάει με πάταγο στο έδαφος.
Κάποιος που είχε καταφέρει να αποδράσει
είπε ότι είδε ανθρώπους
να καθαρίζουν μέρα νύχτα το πλακόστρωτο
από τα αίματα
τα τζάμια από τα άδεια βλέμματα,
τα πατώματα
από τα ίχνη που άφησαν
βιαστικά φαντάσματα
και μετά να εξαφανίζονται.
Κάποιος που είχε έρθει από μέσα
είπε ότι το μεγάλο σπίτι
είχε ένα μεγάλο άδειο
που ένα αόρατο χέρι
με μαεστρία έχει χτίσει.

ΤΟ ΦΟΡΤΙΟ

Σε κάθε δουλειά
είναι μια γυναίκα για τις άλλες δουλειές.
Πλένει τα πιάτα
καθαρίζει τα αποχωρητήρια
ψήνει καφέδες όταν τα πλήκτρα κροταλίζουν,
καφέδες λυπημένους
για να βλέπει στα φλιτζάνια
το πρόσωπο της.
Έχει χέρια μακριά σαν σκουπόξυλα
δείχνει συνήθως κουρασμένη
από ένα φορτίο
που πάντα κουβαλάει στους ώμους της.
Είναι το φορτίο αυτών που έπονται
που δεν τους βλέπει
παρά μόνο τους ανοίγει το δρόμο
να μεγαλώνουν
φτάνοντας έτσι αυτή
στο τέλος του δρόμου.
Αυτό το φορτίο
το διακρίνεις μόνο εσύ
και τη βοηθάς
πότε πότε
να το κατεβάζει.

ΓΡΑΦΟΝΤΑΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

Προχωρούν αγέρωχοι στο μέλλον.
Δουλικός περίγυρος
καθαρίζει τον καθρέφτη
από τα προηγούμενα είδωλα τους.
Τι προηγήθηκε πριν γίνουν εξουσία;
Τι μεσολάβησε της αγιοποίησής τους;
Υπάρχει πάντα ένα σκοτεινό μεσοδιάστημα
που αποσιωπάται.

ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ

Η κόρη του ποτέ δεν τον είχε δει.
Η κόρη του ποτέ δεν τον είχε πει.
Όταν τα λείψανα του ταυτοποιήθηκαν
όταν επιβεβαιώθηκε το γεγονός
πως ήταν στα τρία μέτρα εκτελεσμένος
από τότε
στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη
κι έκανε πρώτη φορά
να τον ψελλίσει:
«Πατέρα».
Η λέξη σχηματίστηκε στα χείλη της
κι έσκασε με κρότο
στο πάτωμα
όπως ή έκρηξη μιας βόμβας
που χάρις στη βραδύτητα του ήχου
έχεις το προνόμιο να δεις
το δευτερόλεπτο εκείνο
πριν ακουστεί.

ΜΕΛΛΟΝΤΙΚΗ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΑΓΝΟΟΥΜΕΝΟΥ

Όχι, δεν είναι εκείνος
που χάθηκε πριν τόσα χρόνια.
Μικρό παιδί
επιμένει
να περιφέρεται στη μνήμη μου
πέφτοντας πάντα
στο κενό
μιας συμπαγούς
απώλειας.
Με το κοντοπαντέλονο
το άγουρο δέρμα
το βλέμμα το ασκοτείνιαστο
πήγαινε στον πόλεμο
και πιο πέρα από τον πόλεμο
σε χώρο και χρόνο
αγνοούμενο.
Εκείνον θέλω να μου επιστρέψετε
όχι αυτόν τον άγνωστο
που φέρνει μαζί του
γένια σκληρά
από φυλακή μακρινή
και κατασκότεινη.

ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΚΑΛΛΙΕΡΓΗΤΗ 2005

Ο ΣΥΓΓΝΩΜΩΝ

Έσπασε την πέτρα
έφτασε στο χώμα
άρχισε να σκάβει
με τα δυο του χέρια
ολημερίς έσκαβε
χτύπησε πάνω σ’ ένα σπασμένο κόκκαλο
κροτάλισε το αυτόματο
συντρίβοντας το όστρακο της λήθης
ξεθάφτηκε ο προαιώνιος πυροβολισμός
μύρισε ο τόπος μουλιασμένο μπαρούτι.
Έπιασε τότε τη σφαίρα και την χάιδεψε
την τύλιξε σ’ ένα γαρύφαλλο
και βούλωσε το στόμιο του όπλου
το χέρι του άλλου αποσύρθηκε από την σκανδάλη
έκανε άσπρο κύκλο πάνω στο μέτωπο της νύχτας.
Αποκοιμήθηκε.
Να βρουν την ησυχία τους οι επόμενοι
να πορευτούν εν ειρήνη.

Ο ΤΑΦΟΣ

Αυτός που σκότωσες
πέρασε μέσα σου
φώλιασε τρομαγμένος σαν αηδόνι
στο ταβάνι του πίσω μπαλκονιού σου
περιφραγμένη θέα επιλέγει
και δεν μιλάει.
Φοβάσαι τη μετέωρη του σιωπή
το βουβό του κατηγορώ
που ως ουρλιαχτό διασκορπίστηκε στα κύτταρα σου.
Μέσα σου ζει ο σκοτωμένος
ασάλευτος σαν νεκρός
δεν σου ζητά τον λόγο
μόνο χορτάρια και βρύα σε γεμίζει
με μύρα μυρωδικά σε ραίνει
ηχούν τρισάγια στ’ αφτιά σου
γίνεσαι ο τάφος του.

ΒΑΘΙΑ ΜΕΣΑ ΣΕ ΜΙΑ ΜΟΣΧΟΒΙΤΙΚΗ ΝΥΧΤΑ

Τρία παιδάκια
σαν τρία πουλάκια
σκάλιζαν τα σκουπίδια
κελαηδούσαν και τιτίβιζαν
σε περασμένη ώρα
ύστερα πέταξαν
στις φωλιές τους
όχι δεν πέταξαν
στις φωλιές τους
νομίζω δεν πέταξαν στις φωλιές τους.
Παρασύρθηκαν από τον αέρα του πρωινού
πριν τους κλείσει η φυλακή
που δεν την βλέπεις
παρά μόνο ακούς
τις ανέκκλητες μπάρες της
να πέφτουν.
Είδα ένα παιδάκι να πουλάει λουλούδια
εκατό ρούβλια το μπουκέτο
κανείς δεν αγόρασε
από την πολυεθνική παρέα
«λέει ψέματα,
ο πατέρας του δεν τον εγκατέλειψε
κι η μάνα του
δεν είναι κατάκοιτη στο στρώμα».
Εσείς πόσα ψέματα είπατε άθλιοι
ούτε καν για να πουλήσετε
ένα μπουκέτο λουλούδια
λοιπόν
μονάχα αν δεν υπήρξατε
έχετε το δικαίωμα να υπερασπιστείτε
αξιοπρεπώς την αθωότητά σας
Προσκομίστε πάραυτα
πιστοποιητικό ανυπαρξίας!

ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΚΑΛΛΙΕΡΓΗΤΗ

Άλλο πρόσωπο είχε το πρωί
τί είδους μαχαίρια σε χαράκωσε έτσι;
Σε είχα προειδοποιήσει να σταματήσεις
να καλλιεργείς αδέσποτα χέρια
δεν θα φυτρώσουν
για να γράψουν τη θεσπέσια λέξη
αναπόφευκτα στράφηκαν εναντίον σου
αγανακτισμένα με την ποιότητα του εδάφους
πώς να πιάσουν με τόσο αίμα να τα ποτίζει;
Δικό τους αίμα που μέχρι πρόσφατα
στις φλέβες τους κυκλοφορούσε
να μην σε ξαναδώ λοιπόν στο αυθόρμητο
να καυχιέσαι ότι απέκτησες φτερά
για κατακόρυφη απογείωση
ό,τι κατακόρυφα ανυψώνεται
κατακόρυφα συντρίβεται
καλλιέργησε αν θέλεις σύθαμπα
από σπόρους αδήλωτου ήλιου
άλλωστε κρύβεις πολλές
ξεθυμασμένες αχτίδες
στην αποθήκη σου
ποθούν να λάμψουν φευγαλέα
πάρε ως παράδειγμα εμένα
από καιρό έχω πάψει δημόσια να ανθίζω
για να κερδίσω εύκολη πρόσβαση
στη λεπιδοφόρο νύχτα
επέλεξα το συμβιβασμό
μιας μυστικής ανθοφορίας
και φυσικά έπρεπε κάποια στιγμή να μαρανθώ
όπως είχα υποσχεθεί
στα εκ γενετής ζηλότυπα μαραμένα
όλα τα κλαδιά μου τα έστρεψα
τότε προς τα μέσα
σ’ ένα άδειο χώρο πού αν δεν δοκιμάσεις
δεν θα μάθεις ότι υπάρχει
με την πείρα και τις δοκιμασίες
σε όλες τις μορφές της κίνησης
διδάσκεσαι το σεβασμό προς την ακινησία.
Δες πόσα χρόνια κάνουνε τα δέντρα να πεθάνουν.

ΦΩΝΗ ΒΟΩΝΤΟΣ ΕΝ ΤΗ ΕΡΗΜΩ

Έβαλα τη φωνή σου σε ναφθαλίνη
και την έκλεισα σ’ ένα παλιό μπαούλο
να την ακούω εκεί πού θα πάω
θα χτίσω κι ένα μπαλκόνι
να την ελευθερώνω και να τη βλέπω
να κατακτά άπαρτες κορφές
κι υστέρα να επιστρέφει κουρασμένη
στο πρόχειρο μου αντίσκηνο.
Τη νύχτα θα την εμπλουτίζω με προσωπικές παρηχήσεις
πού θα αφομοιώνω από το χορό της άμμου
για να με ξυπνά το πρωί
μ’ ένα ευθύβολο τραγούδι
και όλα τα βαρέλια με νερό να γεμίζει
έτσι θα σε καταπίνω
φυλάξου όμως μην διαρρεύσεις
από τις πληγές ώριμου πόθου
σε τεράστια πυρκαγιά κατευθείαν θα βρεθείς
κι άντε μετά ανέγκαυτη να επιστρέψεις.

ΜΠΡΟΣΤΑ ΠΑΝΤΑ ΜΠΡΟΣΤΑ

Θυμάμαι το φυματικό κήπο
και τον χάρτινο αλεξιπτωτιστή
να συντρίβεται σ’ ένα χλωμό τριαντάφυλλο.
Θυμάμαι το νυστέρι του χειρουργού
να αστράφτει στον αέρα
και να αφαιρεί τα σάπια χρόνια
θυμάμαι πού τον ρώτησα
αν μπορούσε να χειρουργήσει
επιτέλους τον χρόνο
ή να τον υποβάλει
έστω σε εντατική θεραπεία
να του αντιστρέψει τη μονοδρομικότητα
ώστε να μάς γυρίζει ενίοτε πίσω
φτάνει το όλο μπροστά.
Μια ατίθαση θάλασσα αναπολώ
να εφορμά στη βραχνάδα του λαιμού μου
και να την καθαρίζει
σαν υδραυλικός πού ξεβουλώνει
σωλήνες νεροχύτη.
Θυμάμαι μια εφήμερη στιγμή
να ερωτεύεται αυτό που εγκατέλειπε
από πού να γαντζωθεί να σταματήσει;
Όλες οι προεξοχές του χρόνου αμβλύνθηκαν
από κοφτερά μαχαίρια αναζητήσεων.
Το ποίημα που το έσκαγε πριν το πιάσω,
θυμάμαι,
γιατί πίστευε ότι ήταν πεταλούδα
τις μέρες μου που νόμιζα βαριές
και τώρα ταξιδεύουν πάνω σε σύννεφα
τα θεριά και τα τέρατα θυμάμαι
αλλά και τις ακατανόητες γυναίκες των ονείρων
να περιεργάζονται καχύποπτα
νεόκοπους ονειροπόλους
και τις αγρύπνιες πού έκανα στον ύπνο μου,
θυμάμαι,
για να τις συναντήσω όταν θα ξυπνούσαν.

ΦΟΡΟΣ ΤΙΜΗΣ

Έχω χρέος, είπε
να αποτίσω φόρο τιμής
σ’ αυτό τον κόσμο
αυτός με πλούτισε
αυτός με φτώχυνε
αυτός μου εκμίσθωσε
την ρυμούλκηση του πνεύματος
μέχρι την πλήρη εκταμίευση
όλων των αισθήσεων
αυτός εντέλει συνταξιοδότησε
τα πάθη μου
ώστε τώρα ρεμβαστικά
να απολαμβάνω καπνίζοντας
της ζωής τα ερείπια
ενιότε ναι, ανεβαίνω στο απέναντι βουνό
για να επιβεβαιώσω
πόσο επιβλητικότερος
είναι ακόμα ο ουρανός
από αυτά που ευθυγραμμίζονται
στο βλέμμα μου
θυμάσαι που με ρώτησες
«γιατί όσο τον πλησιάζουμε
αυτός απομακρύνεται»;
θυμάσαι που με επίσημο τόνο με ρώτησες
«αν η θάλασσα που δείχνει να συγκλίνει
ως μαγνητισμένη στο ομοούσιο γαλάζιο,
αγνοεί τη ληξιπρόθεσμη σύμβαση χρώματος
που της δόθηκε»;
Μακριά ερώτηση. Δεν χωρεί αβρόχοις ποσίν
σ’ ένα ποίημα.
Όμως τον τυφλοπόντικα συχνά επισκέπτομαι
στον οποίο απέραντο σεβασμό τρέφω
για να τείνω ευήκοον ους
στην ερμητικά έγκλειστη
αναπνοή των νεκρών.

ΔΥΟ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

Πώς γίνεται; διερωτήθηκες
δύο διαφορετικές φωτογραφίες
να δείχνουν το ίδιο πράγμα;
Η μια – προάστια Μόσχας
χιόνι παντού, φοιτητική παρέα
που ακροβολίστηκε στις ταράτσες του χρόνου
εσύ για μια στιγμή να ισορροπείς
στις στιλβωμένες ράγιες
που χάνονταν στο αχανές βαθύ της ενδοχώρας
κι ύστερα λίγο πριν σωριαστείς στο χώμα
κάποιος που δεν ξανάδα
λες και τον παρέσυρε τρένο-φωτοβολίδα
να σε απαθανατίζει.
Η άλλη στους απέραντους αμπελώνες του Μπορντώ
στενός διάδρομος χορτόσπαρτος
κυκλωμένος κουρεμένα πυκνά φυτά
να αποκαλύπτει στο βάθος μικροσκοπική έξοδο
στη μέση της ολοστρόγγυλη κουκίδα
εσύ με μορφασμό αδιευκρίνιστο
– χαρά πρόσκαιρη ενέσκηψε πάλι.
Ποιος μας απαθανάτισε τούτη τη φορά
και τον σάρωσε ο χρόνος;
Πώς γίνεται δύο διαφορετικοί δρόμοι
να μην σε οδηγούν στο ίδιο σημείο
αλλά σαν μπανανόφλουδες
να κρέμμονται στο λοξό κορμό της μνήμης;

ΥΠΟΣΧΕΣΗ ΕΧΕΜΥΘΕΙΑΣ

Και πότε θα μας πουν τι γίνεται εκεί πέρα;
Πότε θα μάθουμε τι μας περιμένει
ή καλύτερα τι μας επιφυλάσσεται
Αν μας ακούνε, ας μας σφυρίξουν μια φορά
τη σιωπή τους θα την εκλάβουμε
ως οριστική επιβεβαίωση
στην ανάγκη θα εγερθούμε από τον πένθιμό μας ύπνο
ας διαρρήξουν την πύλη των ανερμήνευτων ονείρων
που νεκροσκοπία θυμίζουν
απαιτούμε να δούμε πέραν από το σκοτάδι
αυτόπτες μάρτυρες περίπεμπτους να επιστρέφουν
για να καταθέσουν την άποψή τους για τα συνειμαρμένα
χωρίς να χρειαστεί να βάλουν το χέρι στο ευαγγέλιο
ούτως ή άλλως αυτό δεν θα είχε πια καμία σημασία.
Υποσχόμαστε να μην του καταδώσουμε
Στους ονειροκρίτες.

ΜΟΛΥΒΕΝΙΟΣ ΑΚΡΟΒΑΤΗΣ

Για να εξαλείψω την απόσταση
απλώνω τα χέρια μου να διαβείς.
Ισορροπείς τρομαγμένος
στις λυγισμένες κλωστές της βροχής
έμφοβο το είδωλο
στον καθρέφτη του ορίζοντα
μην πέσεις και θρυμματιστείς
μην επιζήσει τον κομματιών σου.

ΞΕΝΟΔΟΧΕΊΟ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ

Νοικοκυρεμένη νύχτα.
Η βόλτα στην πόλη σε περιμένει
κι ο άδειος οδηγός
σου φέρνει ένα καινούργιο τετράδιο
μαλακότερο και με πλατύτερα διαστήματα
μεταξύ των γραμμών
να χορεύουνε βαλς οι ηλικιωμένες λέξεις
και να αποκοιμούνται ανάλαφρα στα ποιήματα
σαν σε δωμάτιο ξενοδοχείου πολυτελείας.
Σε εποχή αιχμής
αυξάνεται η τιμή διανυκτέρευσης
υπεύθυνο κρατήσεων αναζητώ
τους υπερπόντιους στίχους να διανέμει
σε δίκλινα με θέα στη θάλασσα
μην τους κακοφανεί
η ξαφνική αλλαγή περιβάλλοντος
να έχουν εύκολη πρόσβαση στον κήπο
και σε φιλόξενα τριαντάφυλλα
να γράφονται τις νύχτες
να λούζονται σε δωρεάν φως σελήνης
κι όλο το σύμπαν να τους διαβάζει.

ΕΙΔΗ ΠΡΩΤΗΣ ΑΝΑΓΚΗΣ

Πήρα δυο κομμάτια χαρτί
στη μια τα ψώνια, στην άλλη το ποίημα
τα έβαλα στην ίδια τζέπη
του μαγικού παντελονιού
μπλέχτηκαν μεταξύ τους
άλλαξαν θέσεις οι λέξεις
το «τυρί» έλιωσε τόσο κοντά στον ήλιο
και θρυμματίστηκαν τ’ «αυγά» πέφτοντας
από τα γεφύρια των στίχων
χύθηκε το «κόκκινο κρασί»
στις χίλιες οπές που ακόμα δεν είχαν ανοίξει.
Έφθασα τελικά στην υπεραγορά
σκιές αγόρασα σε τιμή ευκαιρίας
κι έναν έρωτα που έμενε απούλητος στα ράφια,
ένα ανοιχτήρι ειδικό
για τις κονσέρβες μνήμης
που αναμνήσεις
με ημερομηνία λήξης διαθέτουν.
Η μοναδική παρεξήγηση
έγινε με το κουνέλι.
Στο ποίημα έγραφε «εντελώς φοβισμένο»
κι εγώ σφαγμένο το βρήκα.

ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ

Ήρθε το σπίτι
και στάθηκε δίπλα
από τα ασιτικά τους κορμάκια.
Ανασηκώθηκε και τα σκέπασε.
Οι βρύσες άρχισαν να τρέχουν καθαρό νερό
γέμισαν τα πιάτα φαΐ
τα παράθυρα άνοιξαν
κι ένα άλλο φως χύθηκε στα προσωπάκια τους
παρασέρνοντας μακριά το φόβο του θανάτου.
Στο βάθος του σπιτιού
στρωμένα κρεβατάκια με λινά σκεπάσματα
και χοντρά πουπουλένια μαξιλάρια
τους περιμέναν
Στις τεντωμένες ακόμα παλάμες τους
(σαν ικεσία που εκπληρώθηκε)
σπόροι φύτρωναν
και γίνανε ο κήπος του σπιτιού.

ΟΝΕΙΡΟΤΡΙΒΕΙΟ, 2001

ΠΕΡΙΦΛΕΓΗΣ ΘΝΗΣΙΜΟΤΗΤΑ

«Από που αντλείς τόση καλοσύνη;» τον ρώτησε
«Από τον εναπομείναντα χρόνο μου.
Κάθε φορά που κάνω κάτι καλό
αφαιρώ από τη διάρκειά μου.
Η καλοσύνη είναι μια σύντμηση».
«Και τι κερδίζεις σε αντάλλαγμα;»
«Κερδίζω στη συμπύκνωση.
Αισθάνομαι να προσεγγίζω τις διαστάσεις μου,
εντείνομαι αφήνοντας πίσω προηγούμενα όρια
σαν τη φωτιά που απλώνεται και δυναμώνει
λιώνοντας την άχρηστη ύλη
η οποία καίγεται συστρεφόμενη».
«Κι εγώ που έχω αμέτρητο χρόνο μπροστά μου
κάτοχος μιας θριαμβικής αθανασίας
θα μπορούσα να γίνω καλύτερος από σένα
μια αιωνιότητα καλοσύνης
είναι τόσο εύκολο», είπε με βεβαιότητα.
Ο άλλος κούνησε συγκαταβατικά το κεφάλι.
Του ήταν αδύνατο — σκέφτηκε — να καταλάβει
τη σημασία της περιφλεγούς θνησιμότητας.

ΦΟΒΟΣ

Δεν φοβάμαι το θάνατο.
Τον καυτό ήλιο φοβάμαι
του Αυγούστου.
Τη ζέστη την τρομακτική.
Πού δεν θα ‘μαι
σε κάποια αμμουδιά
να με φιλά η θάλασσα — φοβάμαι —
παρά βαθιά μέσα στο χώμα.
Με τόση ζέστη.

ΟΙ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΙ

Περνούσε η πομπή αμίλητη
ευπρεπώς πένθιμη.
Που και που σποραδικά αναφιλητά έβρεχαν
το ξεραμένο χείλος του νεκροταφείου.
Ήτανε Μάης – ανήσυχος κι ανόθευτος.
Ο ήλιος
αυτός ο μεγάλος ανυποψίαστος
έφεγγε, έφεγγε
στ’ ακονισμένα δόντια
των κληρονόμων.

ΤΟ ΒΟΥΒΟ ΤΟΠΙΟ

Οι πατέρες δεν αγαπάνε τα παιδιά τους.
Τους δίνουν χαρτζιλίκι για να απαλλαγούν
από την ανώριμη φορτικότητά τους.
Τα πηγαίνουν στο σχολείο
αμίλητοι, ευθυτενείς
σαν αρχαία αγάλματα
που τρέμουν
λίγες ρωγμές τρυφερότητας.
Τα δεν πρέπει και τα μην τολμήσεις
Τα διαδέχεται με τον καιρό
μια αμήχανη σιωπή
προϊόν απωλεσθείσας εξουσίας.
Μια σιωπή τραυματισμένη
από τους πυροβολισμούς της τηλεόρασης
τη βουβαμάρα του τοπίου.
Αυτό το τοπίο διαρκώς επαναλαμβάνεται
πολιορκεί, ζυγίζεται στο χρόνο
καθορίζει το χρόνο
αναβάλλεται
και τελικά εκβάλλεται
ξεβράζοντας τις κομμένες μας γλώσσες
στο άδειο στόμα της ύπαρξης.

ΠΑΡΙΖΙΑΝΙΚΗ ΟΦΘΑΛΜΑΠΑΤΗ

Παρέλαση στο Παρίσι.
Απροσδόκητη.
Κατευθυνόμασταν προς την Παναγία των Παρισίων.
Οι χρυσοκόκκινες στολές των λογχοφόρων
τα περιττώματα των αλόγων στο δρόμο
ζευγαράκια που φιλιούνταν
ο Σηκουάνας μια κουρασμένη κατάφαση
τουρίστες να ψάχνουν το σωστό μέρος
σουβενίρ και περίεργες ουρές περιέργων.
Σε λίγο θα κτυπήσουν οι καμπάνες
και με βάση το πρόγραμμα
ό Κουασιμόδος θα πηδήξει στο κενό
καταχειροκροτούμενος.

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Βγήκαμε βόλτα στην προκυμαία
κι ακόμα την αλμύρα την κουβαλώ
στο κορμί μου.
Γωνιακό μπαράκι
κι άγευστο μπράντι σάουαρ
τριγύρω ξένοι με πέτσινα σακάκια
κρυμμένα εσώψυχα
στα περισκόπια της μέρας
η θάλασσα σαν καθρέφτης
να πολλαπλασιάζει τη μοναξιά της πόλης.
Ιστιοφόρα απελπισμένων ναυαγών
τα τροχοφόρα,
κυλούν πάνω στο νερό.
Να μπορούσα να εξαφανιστώ
πριν το βλέφαρο σου ξανανοίξει
να επιστρέψω ως φάντασμα πραγματικό να
-σου χρωστώ άλλωστε ένα χωρισμό—
σκεφτόμουν έκθαμβος
ενώ ο Μάριος μου έδειχνε
την άλλη πόλη ψηλά στο λόφο
με τα φώτα και τις μουσικές της
να κατακλύζουν ως και το σύννεφο
που άνοιγε το στόμα
για να γευτεί λίγη ευτυχία
Εκεί να πάμε, εκεί να πάμε
με προέτρεψες
-με ενθουσιασμό-
λες και δεν έβλεπες
πως δεν είχαμε πόδια.

ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΣΕ

Πάνω στο κορμί μου
η σκόνη του δρόμου
που πέρασες
τα πόδια μου βαραίνει
η δική σου κούραση.
Πολύ πριν υπάρξεις
σε περίμενε η πόρτα μου.
Εκείνος ο άγνωστος ξυλουργός
που την έφτιαχνε
– τραγουδούσε.

ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΣΟΛΩΜΟΥ ΣΟΛΩΜΟΥ

Το τσιγάρο

Παράξενο.
Κανείς δεν τόλμησε να εκμεταλλευτεί
¿κείνο το τσιγάρο
που στο γάζωμα των αυτομάτων
έμεινε κολλημένο στο στόμα σου
σαν προσθετικό μέλος
σαν καπνοδόχος
ή πονοδόχος
κι ύστερα έγινε ιστός
στη σημαία των μυρμηγκιών.
Ούτε τη μάρκα του δεν μάθαμε.
Τί φοβήθηκαν;

Το κάπνισμα

Κι όταν θα προβάλουν
και ξαναπροβάλουν
εκείνη τη σκηνή
θα τους είναι δύσκολο να πείσουν
ότι το κάπνισμα μπορεί να βλάψει
σοβαρά την υγεία.

ΑΓΝΟΟΥΜΕΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ

Πόσων χρονών είναι ο άνεμος;
Πόσων χρονών είναι τούτος ο άνεμος
που ραπίζει το βόρειο πρόσωπο της μνήμης;
Πόσων χρονών είναι ο γέρος;
Πόσων χρονών είναι εκείνος ο γέρος
που έμεινε να φροντίσει τα βόδια
όταν επέλαυναν οι ορδές των ξένων;
Πόσα χρόνια έζησε;
Πόσων χρονών είναι τα εικοσιεφτά μωρά;
Πόσων χρονών είναι τα χαμένα εικοσιεφτά μωρά
οι αναβεβλημένες ζωές τους;
Πόσων χρονών είναι οι φωτογραφίες τους;
Πόσων χρονών είναι τα χέρια των μανάδων που τις περιφέρουν;
Πόσων χρονών είναι οι αυλακιές στα χέρια τους;
Πόσων χρονών είμαστε;

ΑΤΙΤΛΟ

(Σ’ ένα παιδί που εγκαταλείφθηκε)
Κοιτώντας στο χάρτη
ίσως βρεις τελικά
το δρόμο
που θα σε οδηγήσει
πίσω σε σένα
Ο ουρανός -ένα ρήγμα-
όταν ζήτησες επίμονα
να μάθεις την αλήθεια.
«Ποιαν απ’ όλες;»
σε ρώτησε ο παππούς.
«Ήθελα ν’ αγαπήσω»
φώναξες
και το βράχνιασμα στο λαιμό σου
τ’ άκουσες μόνο εσύ
Ήτανε τύχη ή ατυχία;
τα χαμόγελα που απευθύνονταν σε άλλους
να ξεψυχούσαν πάντα
μέσα στις τσέπες σου.
Τα ‘βρίσκε η γιαγιά
λίγο πριν βάλει πλυντήριο
κι όσο κι αν έκανε την ανήξερη
τα φύτευε προσεκτικά στο δικό της νεκροταφείο.
Μια μέρα ήρθε ένα γράμμα
τρέξαν όλοι να το διαβάσουν
σ’ άφησαν μόνο να συγκολλάς σκισμένες φωτογραφίες.
Πόσος καιρός χρειάζεται άραγε
για να ταιριάξεις τις στιγμές
μιας άλλης ζωής;
Κι εκεί που πίστεψες ότι θα πάρεις τις απαντήσεις
ένα χέρι -το δικό σου χέρι—
που δεν ταίριαζε με τίποτα
άρχισε να σου χαϊδεύει
τις νύχτες τα μαλλιά.
Έβρεχε.
Απ’ το παράθυρο διέκρινες τον άγνωστο
να σε κοιτάει από την πλαγιά του λόφου.
Μολονότι χιλιάδες δέντρα παρεμβάλλονταν
ήσουν σίγουρος
ότι είχε καρφωμένο το βλέμμα πάνω σου.
Όταν έφυγες
η πόρτα έμεινε ανοιχτή
το εξέλαβαν σαν οιωνό επιστροφής
ξεχνώντας ότι οι άγγελοι
μπορούν να πετάξουν
μέσα από τα παράθυρα.

ΠΡΟΣ ΕΜΠΝΕΥΣΗ

Μοναδικό μου παράπονο
ότι δεν με καταδέχεσαι
πολύ τελευταία,
Πίστεψέ με:
Εγώ μπορεί να μετοίκησα
αλλά η ψυχή μου
παραμένει στο ίδιο υπόγειο.

ΒΕΒΑΙΟΤΗΤΑ

Κι αυτή η επίμονη συνήθεια
να βάζεις τελεία
στον τελευταίο στίχο.
Εντάξει, ίσως σκοντάψει η λέξη,
μα αυτό που λέμε ποίημα
θα συνεχίσει το δρόμο του.

ΟΝΕΙΡΟΤΡΙΒΕΙΟ

                   του Θεόδωρου
Όλο κοντά σου με ήθελες
κι όλο εγώ αργούσα.
Ή δεν ερχόμουν.
Όταν με ρωτούσες που ήμουν
σου έλεγα δουλειά.
Τι να σου ‘λεγα στο κάτω κάτω;
Ότι ήμουν στο ονειροτριβείο λιωμένος
κάτω από τους φοβερούς του μύλους;
Ότι παρίστανα το σκοτεινό κομμάτι του κενού
πίσω από τα χαμόγελα των ζωντανών – νεκρών;
Τον τζόγκερ μήπως που βγαίνει άξαφνα
και σκοτώνει την παρτίδα;
Ή τον καβαλάρη της χίμαιρας
που κάηκε όταν πήρε φωτιά το σπιρτόκουτο;

ΤΟ ΒΑΘΟΣ

στον παλαιστή Πολυκανδριώτη
Δεν αρκούν οι λέξεις για να γραφτεί το ποίημα.
Ούτε τα δομικά υλικά για να κτιστεί η θαλπωρή μας.
Οι αδένες δεν παράγουν οδύνη
παρά μόνο τα δάκρυά της.
Όταν η σιωπή δεν είναι έλλειψη λόγου
είναι η αναζήτηση του.
Οι ώμοι που στο σεισμό συγκρατούν ένα τοίχο
όσο χρειάζεται να μην πέσει
δεν είναι απλώς μια μυϊκή μάζα.
Πίσω από κάθε έκρηξη
υπάρχει ένα αθέατο βάθος
πού απορροφά την έκρηξη.

ΠΕΡΙ ΕΛΠΙΔΩΝ Ο ΛΟΓΟΣ

Μπροστά στο ανείπωτο
ελπίζεις κάτι να συμβεί
να αποτρέψει το κακό
όπως κάθε εβδομάδα των Παθών
στην τηλεόραση καρφωμένος
να περιμένεις τον ‘Ιούδα να διστάσει
τον Πιλάτο να τολμήσει
τα πλήθη να αναβλέψουν
τον Πέτρο —έστω—
να μην Τον αρνηθεί.

ΕΝΙΑ, 1996

ΕΚΠΟΜΠΕΣ ΓΙΑ ΠΟΙΗΤΕΣ

Μ’ αρέσουν οι σπάνιες εκπομπές της τηλεόρασης
για τους ποιητές, όταν μ’ ένα τσιγάρο στο χέρι,
με φόντο στοίβες βιβλία
τριγυρισμένοι από ασήμαντα σουβενίρ και μπιχλιμπίδια
θυμούνται, διαλογίζονται, στιγματίζουν.
Το ξέρουν πώς όλα τούτα είναι του κάκου.
Πάντα το ‘ξέραν , με τον πρώτο στίχο το ‘χαν νιώσει –
η απόσταση του σύμπαντος τεράστια,
τα όνειρα είχαν πάντα σαν σπίτι τους τα σύννεφα.
Ο χρόνος, ο θλιβερός αυτός δήμιος,
να συνθλίβει τα πρόσωπα, τα πράγματα,
να παρασέρνει στο διάβολο τις αναμνήσεις.
Σαν παλιά σαπιοκάραβα τραβηγμένα στην άκτη
πού ‘ναι γραφτό να μην ξανασαλπάρουν
μοιάζουν οι ποιητές σ’ αυτές τις εκπομπές.
Ό θησαυρός δεν βρέθηκε ποτές,
ενώ απ’ το ταξίδι έμεινε μόνο η αλμύρα της θάλασσας
κι ο ηλίθιος απολογισμός
για ό,τι αξίζει να χαίρεσαι και για ό,τι να λυπάσαι.

ΟΙ ΘΗΚΕΣ ΤΩΝ ΒΙΟΛΙΩΝ

Τα όργανα είναι η ανάγκη μας
να ακούσουμε κάτι άλλο,
έκτος από την ηλίθια φωνή μας.
Όμως μέσα απ’ τους ήχους του βιολιού
καταλαβαίνεις τη σημασία της σιωπής
και του θανάτου.
Οι βιολιστές θα ‘πρεπε να ‘ταν νάνοι•
όταν πεθαίνουν να τους θάβουν
μέσα στις θήκες των βιολιών τους.

ΚΑΚΟΠΕΤΡΙΑ

Εστιατόρια χαμένα μες στα δέντρα.
Για να μπεις και να καθίσεις πρέπει να περάσεις
μέσα απ’ τις φωτιές των πουλιών.
Μικρά ξενοδοχεία ψάχνουν για ισορροπία
πάνω στους ανηφορικούς δρόμους,
σπίτια διάσπαρτα εδώ κι εκεί,
γαντζωμένα στις πλάγιες των λόφων,
μέσα απ’ την απλότητα τους
ξεμυτίζουν παιδικά προσωπάκια.
Τι θα γίνει λοιπόν
αν αποσύρω το τοπίο
από τα όρια του παραθύρου,
αν το πάρω μαζί μου
σαν μια μεγάλη ζωντανή ανάμνηση;
Θα συνεχίσει νά ακούγεται το κελάρυσμα του νερού
από απέναντι;
Το βουνό θα μείνει ακίνητο;

ΣΤΙΓΜΙΟΤΥΠΟ ΣΤΗ ΡΩΣΙΑ

Έβαλε λίγο κραγιόν στο πύρινο στεφάνι των χειλιών,
χτένισε τα μαλλιά της με το βελούδο μιας απλόχερης εύνοιας
και κοίταζε προς τον παραμυθένιο κήπο.
«Ξέρεις», του είπε, «όλα ήτανε μια παρεξήγηση
που δημιούργησε ο χώρος, η στιγμή, η τρελή εποχή
κι ίσως το χιόνι που λιώνει.
Σε λίγο θα έρθει η Άνοιξη και θέλω να είμαι μόνη.
Ό δρόμος δεν χωράει δυο».
Αυτός θυμάται την ψυχραιμία που επέδειξε,
το πώς κατέβηκε στη στάση να περιμένει το λεωφορείο,
την απάντηση που του ‘ρθε στο μυαλό
μόνο σαν έκλεισε η πόρτα,
το μοναδικό μεθυσμένο επιβάτη,
τη νύχτα που ήταν μαλακή και αδιάφορη.

ΕΝΙΑ

Δεν είναι απελπισία
να ξέρεις ότι το ποίημα τούτο
ποτέ δεν θα διαβάσεις.
Παρηγοριά είναι.
Γιατί τα ποιήματα δεν γίνονται
για να διαβάζονται.
Για να πεθαίνουν γίνονται,
μέσα στην ομορφιά που αναπέμπει
ένας ασύλληπτος χρησμός.
Μελωδική μουσική τα συνοδεύει
κατά την ανάληψη
και οι άγγελοι ανοίγουν τις φτερούγες,
να τα υποδεχτούν.
Ουράνιες γυναίκες
με τα στήθη έξω
περιμένουν να τα βυζάξουν
αγνότατα βρέφη
σε μια ανύποπτη δικαίωση.

ΑΡΓΗ ΕΞΟΔΟΣ

Πάλευε με τα τελευταία απομεινάρια των αναμνήσεων.
Τόση μοναξιά και κάνεις δεν την είδε.
Την πάλεψε μονάχος.
Τον βασάνιζε αύτη η σταδιακή έξοδος
από μια άλλη ζωή.
Τώρα, στα τελευταία στάδια μπλεκότανε στους συνειρμούς.
Ανατολή – δύση.
Μετά πάλι ανατολή;
Και μετά πάλι δύση;
Κι η παλιά αγάπη σαν ένα μικροσκοπικό αγκάθι,
που νόμιζες πώς δεν θα βγει ποτέ από το δάκτυλο.

ΤΟ ΠΑΓΟΘΡΑΥΣΤΙΚΟ

Δέκα μέρες τώρα χιονίζει.
Ένα χιόνι κατάλευκο,
σαν το χαμόγελο μιας νύμφης αναπάντεχης,
σαν τον ερχομό μιας ελπίδας ανέλπιδης.
Τα χέρια μου πάγωσαν. Τα ποιήματα πάγωσαν.
Οι στίχοι γλιστρούν απ’ το χαρτί
και χάνονται στη σκόνη των βουβών επίπλων.
Έχει γεμίσει το κομοδίνο πράγματα
ασήμαντα, αμφίβολα, ανυπόληπτα.
Η καρδιά μου σαν κάποιο πεισματάρικο παγοθραυστικό
των βόρειων παραλλήλων
κλυδωνίζεται, ταράζεται, αγωνίζεται
να σπάσει τους πάγους που σχηματίστηκαν μέσα μου.

ΜΕΤΑΛΛΑΓΗ

Της φόρεσε το δακτυλίδι απαλά
με μια λεπτότητα που πρώτη φορά
παρατηρούσε στις κινήσεις του.
Ύστερα πήρε απ’ τη συγκατάβαση του φεγγαριού
όλη τη φαντασία που πρόσφερε ή στιγμή
κι έφτιαξε τα μεγάλα λόγια.
Εκείνη δάκρυσε.
Πέρασαν πολλές ώρες έτσι μαζί,
ώσπου ο άνεμος έσβησε τα κεριά
και τραβήχτηκαν μέσα.
Αυτός ακόμα θυμάται
πως ξαφνικά σκλήρυναν τα χέρια του
πως όλη τη νύχτα δεν την άγγιξε διόλου
μην και νιώσει τον αφέντη
που γεννήθηκε μέσα του.
https://whenpoetryspeaks.wordpress.com/2016/12/06/%CE%B3%CE%B9%CF%89%CF%81%CE%B3%CE%BF%CF%83-%CF%87%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%B4%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%B9%CE%B4%CE%B7%CF%83-2/