Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Σάββατο, 30 Μαΐου 2015

[Ηθική Του Ύπνου]



Τα συρματοπλέγματα είναι απλωμένα τα δεσμά μου επιτελούν το έργο τους

Τα μαλλιά σου να λύνουν τον πιο βαθύ πόνο

Θα ψαλιδίσω τα ερέβη

Του δωματίου μου που στενεύει

Μα θα μπορούσα να διαλύσω το πάτωμα γύρω μου

Να ξαναβρώ τις λεπτομέρειες την κίνηση κάθε βήμα

Την κάτωχρη ή λαμπερή πηγή

Τον ποταμό την περηφάνεια

Την ανάλαφρη γέφυρα

Ένα ρεύμα τον ωκεανό

Τη υπερβολικά φωτεινή σάρκα

Την οθόνη του ουρανού που λάμπει

Τον καρπό την ανάσα την υγεία

Ενός σώματος που δε θα φθαρεί



Καθρέφτης η γαμήλια λίμνη

Καρδιά κι εμφάνιση κοινά

Τα βλέφαρά μου το μέτωπό μου πέπλα επιθυμίας

Φανερώνουν ακόμη την αθωότητά μου



Η χλωρίδα είναι πάνω στο λουλούδι

Είμαι πάνω στο νερό μπαίνω στο νερό

Τακτοποιώ τις έρημες όχθες

Θα έχω νέα σου

Αν μπω βαθιά στον ήλιο.


[Μετάφραση: Ανέστης Μελιδώνης]
by BIBLIOTHEQUE

Δευτέρα, 18 Μαΐου 2015

ΚΟΣΜΟΣ Σ’ ΕΝΑ ΦΙΛΙ




Κόσμος σ’ ένα φιλί
Ο παίκτης με τις μπαγκέτες από λεπτοκαρυά ραμμένες στα
—μανίκια του
Καλμάρει ένα λεφούσι νεαρών λεοντοπιθήκων
Που σάλο ξεσηκώνοντας μεγάλο από το χείλος κατήλθαν
—της αβύσσου
Όλα εδώ θολώνουνε και βλέπω τη νυκτερινή διερχόμενη άμαξα
Να τη σέρνουν μεξικανικές αμφίβιες σαλαμάνδρες γνωστές ως
—αξολότλ με κάτι μπλε υποδήματα
Σπινθηροβόλα εμπασιά του δρόμου που οδηγεί όποιον τον
—τραβάει ντουγρού στον τάφο
Τον στρωμένο με βλέφαρα και με τις βλεφαρίδες τους
Των αντιποίνων ο νόμος έναν ολόκληρο λαό δεκατίζει
—αστέρων
Κι εσύ πας και μου στολίζεσαι με δρόσο μελανή
Ενώ τα τρομαλέα ορόσημα του νου
Με κόμες αμπελώδεις
Κατασχίζονται και δη κατά μήκος
Τη διάβαση ελευθερώνοντας στους πάλλευκους ερωδιούς
Που επανακτούν εξ εφόδου τη γειτονική μας λίμνη
Τα κάγκελα του θεάματος είναι ροδανισμένα θαυμασίως
Και μια εκεί επιμήκης άτρακτος επιμαρτυρεί απλώς του
—ανθρώπου το φευγιό την απόδραση
Λίγο μετά το χάραμα στις επιφανείς μηδικές πόες σε κάτι
—περιώνυμα τριφύλλια
Η ώρα
Τώρα πια είναι κάτι λιανά απ’ τα χρυσά νομίσματα της
—αθιγγανίδος που κουδουνίζουνε
Με γιρλάντες καλλιόψειες
Μια ιππεύτρια στητή ολόρθη σ’ ένα άλογο καλπάζον σ’ έναν
—ψαρή απάνω διάστικτον με βόλια αδόκητης νεροποντής
Από μακριά οι βραχίονές της είναι πάντα σε έκταση
Ο κεκονιαμένος ρόμβος από κάτω μου θυμίζει
Το αντίσκηνο με τους γαλάζιους βίσονες
Που κεντήσανε οι Ινδιάνοι που ’χα στο προσκέφαλό μου
Έξω ο αέρας προβάρει χειρόκτια από βίσκο κοινώς γκυ
Πάνω σ’ έναν πάγκο καθαρού νερού
Κόσμος σ’ ένα φιλί κόσμος
Δικά μου τα όστρακα
Τα καύκαλα της μεγάλης ουράνιας χελώνας με κοιλιά
—υδρόφιλου
Που κάθε νύχτα στο αλώνι μάχεται του έρωτα
Με τη μεγάλη μαύρη χελώνα με τη γιγαντιαία των ριζών
—σκολόπεντρα

*

Μετάφραση©Γιώργος Κεντρωτής

Κυριακή, 17 Μαΐου 2015

Πωλ Ελυάρ: Εφτά ποιήματα αγάπης στον πόλεμο.





Ο Πωλ Ελυάρ (πραγματικό όνομα Eugène Grindel, 14 Δεκεμβρίου 1895 – 18 Νοεμβρίου 1952) ήταν Γάλλος ποιητής που δραστηριοποιήθηκε στα καλλιτεχνικά ρεύματα του ντανταϊσμούκαι του υπερρεαλισμού. Γεννήθηκε στην πόλη Σαιν-Ντενί, κοντά στο Παρίσι όπου πέρασε τα πρώτα του χρόνια. Στο διάστημα 1907-1911 γράφτηκε στη Σχολή Κολμπέρ όπου πραγματοποίησε σπουδές, ωστόσο σε ηλικία περίπου 17 ετών προσβλήθηκε από φυματίωση και αναγκάστηκε να τις διακόψει. Για δύο χρόνια, διέμεινε σε σανατόριο στο Νταβός της Ελβετίας όπου τελικά θεραπεύτηκε και αμέσως μετά, το 1914 κατατάχθηκε στον στρατό.

Το 1917 παντρεύτηκε την Helena Deluvina Diarkinoff, περισσότερο γνωστή ως Γκαλά, με την οποία απέκτησε και μία κόρη. Την ίδια περίοδο δημοσίευε τα πρώτα του ποιήματα, αρχικά με τη συλλογή Το Χρέος και η Ανησυχία και αργότερα με τα Ποιήματα για την Ειρήνη (1918), τα οποία προκάλεσαν και το ενδιαφέρον του Ζαν Πωλάν, εκδότη της επιθεώρησης Spectateur. Παράλληλα, ο Ελυάρ γνωρίστηκε με τους Αντρέ Μπρετόν, Λουί Αραγκόν και Τριστάν Τζαρά, με τους οποίους συμμετείχε αρχικά στο κίνημα του ντανταϊσμού και αργότερα του υπερρεαλισμού. Αποτέλεσε έναν από τους ιδρυτές της επιθεώρησης των υπερρεαλιστών Litterature καθώς και της μεταγενέστερης έκδοσης La Revolution Surrealiste. Παρέμεινε στις τάξεις της υπερρεαλιστικής ομάδας του Παρισιού μέχρι το 1938.* Το ποίημα που ακολουθεί είναι το έβδομο και τελευταίο της ενότητας: Από τα εφτά ποιήματα αγάπης στον πόλεμο.

[Στ’ όνομα]

Του Πωλ Ελυάρ

Στ’ όνομα του τέλειου ψηλού μετώπου

Στ’ όνομα των ματιών που κοιτάζω Και του στόματος που φιλώ

Για σήμερα και για πάντα.

Στ’ όνομα της θαμμένης ελπίδας Στ’ όνομα των δακρύων μέσα στη νύχτα

Στ’ όνομα των φυτών που φέρνουν γέλιο Στ’ όνομα του γέλιου που φέρνει φόβο.

Στ’ όνομα του γέλιου κάτω στο δρόμο

Της γλύκας που δένει τα χέρια μας

Στ’ όνομα της οπώρας σαν σκεπάζει το λουλούδι

Σε μια όμορφη γη και καρπερή.

Στ’ όνομα των ανθρώπων που σαπίζουνε στη φυλακή

Στ’ όνομα των εξορισμένων γυναικών.

Στ’ όνομα όλων των συντρόφων μας Που μαρτύρησαν και σφαγιάστηκαν

Για να μη δεχτούν τον ίσκιο.

Πρέπει να στραγγίζουμε την ορμή Και να σηκώσουμε το ξίφος

Για να φυλάξουμε την ιερή εικόνα Των αθώων που κυνηγήθηκαν παντού

Και που παντού θα θριαμβεύσουν.


Πωλ Ελυάρ, 
μετάφραση: Γ. Καραβασίλης
https://eranistis2.wordpress.com

Σάββατο, 16 Μαΐου 2015

ΝΥΧΤΑ ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ



Μονορούφι κατέβασα το δηλητήριο. -Τρισευλογημένη ας είναι η συμβουλή που μου δόθηκε! -Τα σωθικά μου καίγονται. Του φαρμακιού η δύναμη τα μέλη μου πώς στρίβει, ακρωτηριάζομαι, ισοπεδώνομαι. Πεθαίνω της δίψας, πνίγομαι, δε μπορώ να φωνάξω. Τούτο μοιάζει με κόλαση, με αιώνιο βασανιστήριο! Δείτε τις φλόγες πως θεριεύουν! Όπως μου πρέπει καίγομαι. Εμπρός, Διάβολε!

Αμυδρά μετανοημένος στράφηκα στο καλό και στην ευτυχία, λύτρωση. Πώς να περιγράψω το όραμά μου, πυκνός της κόλασης ο αέρας, δε χωράει ύμνους! Υπήρχαν μυριάδες χαριτωμένων πλασμάτων, ένα αβρό κονσέρτο ιερής μουσικής, η δύναμη και η ειρήνη, οι  ευγενείς φιλοδοξίες,  και δεν ξέρω τι ακόμα.

Ευγενείς φιλοδοξίες!

Αλλά είμαι ακόμα ζωντανός! – εάν υποθέσουμε ότι η κατάρα είναι αιώνια! Βέβαια εάν κάποιος θέλει ν’ ακρωτηριαστεί, δεν είναι καταδικασμένος; Με φαντάζομαι στην Κόλαση, επομένως είμαι. Τούτο είναι κατήχηση εν δράση. Είμαι δέσμιος του βαπτίσματός μου.  Γονείς μου, καταστρέψατε τη ζωή μου, όπως τη δική σας. Αθώο μου αγόρι! – Η κόλαση δεν μπορεί να εναντιωθεί στους παγανιστές -κι είμαστε ακόμα ζωντανοί! Αργότερα, οι απολαύσεις της καταδίκης θα γίνουν βαθύτερες. Ένα έγκλημα, γρήγορο, θα μου επέτρεπε την ανυπαρξία, σύμφωνα με το γράμμα του νόμου των ανθρώπων.

Σκάσε, σκάσε επιτέλους! Ντροπή και κατηγόρια είναι όλα εδώ:- Ο Σατανάς που λέγει ότι η φωτιά είναι τιποτένια, ότι ο θυμός μου είναι γελοίος και ανόητος, αρκετά!…- Ψιθυριστά σφάλματα, μαγικά, ψεύτικα αρώματα, παιδαριώδης μουσικές- και να σκεφτείς ότι κατέχω την αλήθεια, ότι αντικρίζω τη δικαιοσύνη: Η κρίση μου είν’ ορθή κι ακλόνητη, ένα βήμα πριν την τελειότητα…. Υπερηφάνεια. Σφίχνεται το κρανίο μου. Έλεος! Κύριε, φοβάμαι. Διψώ, πόσο πολύ διψώ! Α! νεότητα, χλόη και βροχή, η λίμνη στα βράχια,  το σεληνόφως την ώρα που το καμπαναριό σημαίνει μεσάνυχτα… Ο διάβολος είναι στον καμπαναριό, εκείνη την ώρα! Μαρία, Αγία Παρθένε! –  Φρικτή ηλιθιότητα.

Εκεί πέρα, δεν είναι εκείνες οι ευγενικές ψυχές, που με επιθυμούν μετά μανίας;…Ελάτε…έχω ένα μαξιλάρι στο στόμα μου, δεν μ’ ακούν, είναι φαντάσματα. Τέλος πάντων, ποτέ κάποιος δεν σκέφτεται τους άλλους. Μην του αφήσετε να με ζυγώσουν. Το μόνο βέβαιο είναι, ότι η  σάρκα μου που καίγεται, αρχίζει να μυρίζει.

Οι παραισθήσεις μου είναι ατέλειωτες. Αλλά αυτό το είχα πάντα: όχι άλλη πίστη στην ιστορία, λησμοσύνη στις αρχές. Πρέπει να σιωπήσω: ποιητές και οραματιστές θα ζηλέψουν. Είμαι χίλιες φορές πλουσιότερος απ΄ όλους και άπληστος όσο και η θάλασσα.

Α τούτο! το ρολόι της ζωής μόλις σταμάτησε. Δεν ανήκω πια στον κόσμο – η θεολογία είναι ακριβής, η κόλαση είναι βεβαίως εδώ κάτω- και απάνω ο παράδεισος – -έκσταση, εφιάλτης, ύπνος σε πύρινη φωλιά.

Πώς το μυαλό περιπλανιέται άσκοπα στη χώρα…Σατανά, Φερδινάνδε, τρέξτε με τους άγριους σπόρους …ο Ιησούς πάνω σε βάτα πορφυρά πατά, μα δεν τα σπάζει … Ο Ιησούς βάδισε πάνω σε τρικυσμένα ύδατα. Στο φως του φαναριού τον είδαμε εκεί, ολόλευκο, με μακριά καστανά μαλλιά, να στέκει στην αναδίπλωση ενός σμαραγδένιου κύματος.

Θα αποκαλύψω όλα τα μυστήρια: μυστήρια θρησκευτικά ή της φύσης, του θανάτου, της γέννησης, του μέλλοντος, του παρελθόντος, της κοσμογονίας και της ανυπαρξίας. Είμαι ο κύριος της φαντασματογορίας.

Ακούστε!

Είμαι ταλαντούχος! Κανένας δεν υπάρχει εδώ, και όμως υπάρχει κάποιος: Δεν θα ήθελα να σπαταλήσω το θησαυρό μου. – Θέλετε νέγρικα τραγούδια, χορούς  ουρί του παραδείσου; Θέλετε να εξαφανιστώ, να καταδυθώ μήπως και το δαχτυλίδι ανακαλύψω; Το επιθυμεί κανείς;  Χρυσάφι και γιατρικά θα φτιάξω.

Πιστέψτε με, η πίστη αποκαλύπτει, οδηγεί, θεραπεύει. Ελάτε όλοι, ακόμα και τα μικρά παιδιά, – είθε να σας παρηγορήσω, είθε να βγάλω την καρδιά μου για σας  – η θαυμαστή καρδιά μου! – Καημένοι μου άνθρωποι, ταπεινοί μου εργάτες! Δεν ζητώ τις προσευχές σας, με την πίστη σας και μόνο, θα είμαι ευτυχής.

-Σκεφτείτε με, τώρα. Αυτή η μικρή πράξη με κάνει να συγχωρώ τον κόσμο. Έχω την ευκαιρία να μην υποφέρω περισσότερο. Η ζωή μου δυστυχώς, δεν ήταν παρά γεμάτη γλυκές ηλιθιότητες.

Μπα! Ας κάνω όλες τις γκριμάτσες που μπορώ να σκαρφιστώ.

Σίγουρα, είμαστε εκτός κόσμου. Όχι πια θόρυβος. Η αφή μου εξαφανίστηκε. A!, το κάστρο μου, η Σαξονία μου, το δάσος μου με τις ιτιές. Δειλινά και πρωινά, νύχτες και μέρες….Πόσο κουρασμένος είμαι!

Μου πρέπει  μια δική μου κόλαση για το θυμό, μια κόλαση για την υπερηφάνειά μου-και μια κόλαση για τα χάδια· μια συμφωνία κολάσεων!

Πεθαίνω από πλήξη. Αυτό είναι ο τάφος απ΄ όπου βορά των σκουληκιών γινόμαστε, η φρίκη των φρικών! Σατανά, κατεργάρη, θες να με διαλύσεις με τις γοητείες σου. Απαιτώ. Απαιτώ να με διαπεράσεις μ’ ένα δικράνι, να με κατακάψεις.

A! Για να ξαναγεννηθώ! Για να κοιτάξουν επίμονα τις παραμορφώσεις μας. Και αυτό το δηλητήριο, και αυτό το φιλί, το χίλιες φορές καταραμένο! Η αδυναμία μου, και η σκληρότητα του κόσμου! Θεέ μου, έλεος, κρύψε με, αρρωστημένος αμφιφέρομαι! Κρύβομαι, κι όμως δεν είμαι.

Είναι η φωτιά π’ ανασηκώνεται με τους καταραμένους.



Παρασκευή, 15 Μαΐου 2015

Η ιστορία του Μεγάλου Αλεξάνδρου από τον Πέρση ποιητή Φιρντουσί.


Πηγή:http://skourtakrdiaf.blogspot.gr/2015/01/blog-post_0.html

Ο Σικαντέρ

Του Χακίμ Αμπντούλ-Κασέμ Φιρντουσί Τουσί.
Μετάφραση Δημήτρη Σκουρτέλη

(Διαβάστε την εισαγωγή εδώ)


Ο Μέγας Αλέξανδρος-Σικαντέρ.
Εικονογράφιση του Σαχ-Ναμέ

Ο Φαίλακος (=Φίλιππος) πριν πεθάνει έβαλε το στέμμα της εξουσίας στο κεφάλι του Σικαντέρ (=Αλέξανδρος) και διόρισε τον Αρίστου, (=Αριστοτέλης) που ήταν μαθητής του μεγάλου Αφλατούν, (=Πλάτωνας) σαν βεζίρη του. Του επέστησε την προσοχή, να ακολουθεί την οδό της αρετής και της δικαιοσύνης, και να βγάλει από την καρδιά του κάθε αίσθημα ματαιοδοξίας και υπερηφάνειας. Πάνω απ' όλα τον ικέτευσε να είναι δίκαιος και επιεικής, λέγοντας:

“Μην σκεφτείς πως είσαι 
σοφός. Αμαθής είσαι.
Και πάντα να ακούς τις συμβουλές.
Δεν είμαστε παρά σκόνη, δημιουργημένοι από σκόνη.
Και στις ζωές μας είμαστε αβοήθητοι και γεμάτοι θλίψεις.”

Ο Σικαντέρ για ένα διάστημα ακολούθησε πιστά τις εντολές του πατέρα του και τις συμβουλές του Αρίστου, τόσο στα ιδιωτικά, όσο και τα δημόσια ζητήματα.
Με το που ανέβηκε στον θρόνο, ο Δαρά (=Δαρείος) του έστειλε απεσταλμένο ζητώντας τον συνηθισμένο φόρο, αλλά πήρε ετούτη την απάντηση: “Πέρασε ο καιρός που οι Ρουμ (=Έλληνες, Ρωμιοί) αναγνώριζαν την ανωτερότητα της Περσίας. Τώρα είναι η σειρά σας να πληρώσετε φόρο υποτέλειας στους Ρουμ. Αν αυτό το αίτημά μου απορριφθεί, θα εισβάλλω αμέσως στην επικράτειά σου. Και δεν πιστεύω πως θα μείνω ευχαριστημένος από την Περσία μόνο, αλλά όλος ο κόσμος θα γίνει δικός μου. Συνεπώς, ετοιμάσου για πόλεμο.”
Ο Δαρά δεν είχε άλλη επιλογή, ούτε καν το να υποταχθεί. Έτσι μάζεψε τον στρατό του, γιατί ο Σικαντέρ ήδη βάδιζε εναντίον του.
Στα σύνορα της Περσίας οι δυο στρατοί ήρθαν σε οπτική επαφή και ο Σικαντέρ, μεταμφιεσμένος σε αγγελιαφόρο, είχε αποφασίσει να εκτιμήσει την ακριβή κατάσταση του εχθρού. Με αυτά στο νου, μπήκε στο περσικό στρατόπεδο και ο Δαρά, άφησε αυτόν που νόμιζε για πρεσβευτή να πλησιάσει και τον ρώτησε τι μήνυμα του έστελνε ο βασιλιάς των Ρουμ.
Άκου με” είπε ο δήθεν απεσταλμένος. “Ο Σικαντέρ δεν εισέβαλε στο βασίλειό σου μόνο και μόνο για να πολεμήσει, αλλά για να γνωρίσει την ιστορία του, τους νόμους και τα έθιμά του, με προσωπική του εμπειρία. Σκοπός του είναι να ταξιδέψει σε όλο τον κόσμο. Ποιος ο λόγος λοιπόν να σου κάνει πόλεμο; Παραχώρησέ του ασφαλή διάβαση από το βασίλειό σου και δεν θέλει τίποτα άλλο. Αν όμως θες να προχωρήσεις σε εχθροπραξίες, να ξέρεις πως δεν υπολογίζει καθόλου το μεγαλείο της δύναμής σου.”
Ο Δαρά εντυπωσιάστηκε με την μεγαλοπρέπεια και την ευγένεια του απεσταλμένου, γιατί δεν είχε ξαναδεί όμοιό του, και είπε με έντονο τρόπο:

Ο ποιητής Φιρντουσί
"Το όνομά σου ποιο, και ποια η γενιά σου;
Γιατί αυτό το έντονο μέτωπο, το άφοβο μάτι
μαρτυράνε λαμπρή γενιά. Και πράγματι
Σικαντέρ, γιατί αυτός νομίζω πως είσαι,
με τέτοια ευφράδεια και έκφραση ευγενική;
Όχι” είπε ο απεσταλμένος, “δεν είναι αυτή η θέση μου.
Ο Σικαντέρ έχει στον πολυάριθμο στρατό του
χιλιάδες ανώτερους από μένα, τον ταπεινό σκλάβο
που στέκεται μπροστά σου. Για μένα δεν είναι
να παίρνω τις εκφράσεις των βασιλέων,
να πιθηκίζω τους τρόπους τους και την υψηλή θέση τους.”

Ο Δαρά δεν μπορούσε να κρατήσει το χαμόγελό του και παράγγειλε να φέρουν αναψυκτικά και κρασί. Γέμισε ένα κύπελλο και το έδωσε στον απεσταλμένο, που το ήπιε, αλλά δεν το έδωσε άδειο στον οινοχόο όπως ήταν το συνήθειο. Αυτός ζήτησε το κύπελλο και ο Δαρά ρώτησε τον απεσταλμένο γιατί δεν το δίνει πίσω. “Είναι έθιμο της χώρας μου” είπε αυτός “όταν δίνουμε ένα κύπελλο στα χέρια πρεσβευτή, να μην το δίνει πίσω.” Ο Δαρά διασκέδασε πολύ με αυτήν την εξήγηση και του παρουσίασε κιάλλο κύπελλο, συνολικά τέσσερα, που συστηματικά ο απεσταλμένος τα οικειοποιήθηκε με τον ίδιο τρόπο. Το βράδυ, δόθηκε συμπόσιο και ο Σικαντέρ αρνήθηκε όλα τα αναψυκτικά που του πρόσφεραν. Αλλά στη μέση της γιορτής κάποιος από τους συνδαιτυμόνες τον αναγνώρισε και αμέσως ψιθύρισε στον Δαρά πως ο εχθρός του ήταν στο έλεός του.

Το οξύ και προσεκτικό μάτι του Σικαντέρ είδε αμέσως
την σκηνή να αλλάζει, και πήδηξε στα πόδια του, όχι όμως πριν
βουτήξει τα τέσσερα κύπελλα. Και ορμώντας έξω από την τέντα
σάλταρε πάνω στ' άλογό του και κάλπασε μακριά.
Τόσο γρήγορα τα 'καμ΄ αυτά, που έκθαμβη
σηκώθηκε η ομήγυρις, και αμέσως μια ίλη
διατάχθηκε να τον καταδιώξει, αλλά η νύχτα η μαύρη
τους εμπόδισε την έρευνα, και σταμάτησε την γρήγορή τους όρεξη.

Μόλις έφτασε στο στρατό του, κάλεσε τον Αριστατάλη (=Αριστοτέλης; παραπάνω τον λέει αλλιώς. Ο Αριστοτέλης δεν συνόδευε τον Αλέξανδρο αλλά είχε στείλει μαζί του τονανιψιό του, τον ιστορικό Καλλισθένη)  και τους αυλικούς του, και καμαρώνοντας τους έδειξε τα τέσσερα κύπελλα. “Ετούτα”  είπε “τα πήρα από τον εχθρό μου, τα πήρα από το τραπέζι του πάνω, και μπροστά στα μάτια του. Εκτίμησα και την δύναμη και τους αριθμούς τους, και είμαι βέβαιος για την επιτυχία μου.”
Δεν χάθηκε πια άλλος χρόνος στις ετοιμασίες της μάχης. Οι στρατοί συγκρούστηκαν και πολέμησαν εφτά μέρες χωρίς να δοθεί αποφασιστικό χτύπημα. Την όγδοη μέρα ο Δαρά υποχρεώθηκε να το σκάσει και οι λεγεώνες του, νικημένες και ταλαιπωρημένες, καταδιώχθηκαν από τους Ρούμιδες με μεγάλη σφαγή ως τις όχθες του Ευφράτη. Τότε ο Σικαντέρ γύρισε πίσω για να καταλάβει την πρωτεύουσα. Στο μεταξύ ο Δαρά  συγκέντρωσε τις σκορπισμένες δυνάμεις του και δοκίμασε ξανά την τύχη του, αλλά νικήθηκε και πάλι.
Μετά από την δεύτερη επιτυχία του ο κατακτητής αφιερώθηκε τόσο πολύ στο να συμφιλιωθεί με τον λαό και να κερδίσει την συμπάθειά του, που σύντομα όλοι ξέχασαν τον παλιό βασιλιά και τα δικαιώματά του. Ο Σικαντέρ  τους είπε: “Αληθινά, η Περσία είναι κληρονομιά μου. Δεν είμαι ξένος, γιατί κατάγομαι από τον Δαράμπ. (ο πατέρας του Δαρά)  Συνεπώς πρέπει να εμπιστεύεστε με ασφάλεια την δικαιοσύνη και την πατρική μου φροντίδα σε ό, τι σχετίζεται με την ευημερία σας.” Το αποτέλεσμα ήταν πως λεγεώνα μετά από λεγεώνα, ενώνονταν με τους στόχους του και ενίσχυε την δύναμή του.
Όταν ο Δαρά  πληροφορήθηκε για την ολοκληρωτική αυτομόληση του στρατού του, είπε στους λίγους φίλους του που ήταν προσωπικά αφιερωμένοι σε αυτόν: “Αλί μου! Οι υπήκοοί μου εξαπατήθηκαν από την μαστορική παραπλάνηση και τα προσόντα του Σικαντέρ. Ακολουθεί στη σειρά των ατυχιών σας, η αιχμαλωσία των γυναικών και των παιδιών σας. Ναι, τα γυναικόπαιδά σας θα γίνουν σκλάβοι των κατακτητών.” Λίγα στρατεύματα, που είχαν παραμείνει πιστά στον άτυχο βασιλιά προσφέρθηκαν να κάνουν άλλη μια προσπάθεια εναντίον του εχθρού, και ο Δαρά ήταν πολύ ευγνώμων και πολύ γενναίος για να απογοητεύσει την ενθουσιώδη τους πίστη , αν και με τόσες μικρές πιθανότητες επιτυχίας. Ένα τμήμα του στρατού λοιπόν έδωσε μάχη, και το αποτέλεσμα ήταν το αναμενόμενο. Ο Δαρά έγινε άλλη μια φορά φυγάς και ξέφυγε με τριακόσιους άντρες στη γειτονική έρημο. Ο Σικαντέρ αιχμαλώτισε την γυναίκα και την οικογένειά του, αλλά μεγαλόψυχα τους επέστρεψε στον άτυχο μονάρχη, ο οποίος, τώρα ζήταγε ένα καταφύγιο μέσα στις περιοχές του, με αντάλλαγμα τους θαμμένους θησαυρούς των προγόνων του. Ο Σικαντέρ,  σαν απάντηση, τον κάλεσε μπροστά του. Του υποσχέθηκε να του επιστρέψει τον θρόνο, για να μπορέσει να συνεχίσει τις κατακτήσεις του. Αλλά ο Δαρά  αρνήθηκε να πάει, αν και οι άρχοντες τον συμβούλευσαν να δεχτεί την πρόσκληση. “Προτιμώ να σκοτωθώ” είπε με συγκίνηση, “από το να εξευτελιστώ έτσι. Δεν μπορώ να παρουσιαστώ μπροστά του, αναγνωρίζοντας έτσι την εξουσία του επάνω μου.” Έχοντας αποφασίσει γι αυτό, έγραψε στον Φαούρ,  (Πώρο) έναν από τους βασιλιάδες των Ίντ,  (Ινδίες) για να ζητήσει την βοήθειά του. Ο Φαούρ  συνέστησε να τον επισκεφθεί, για να αποφασίσουν για την αντίδρασή τους. Η αλληλογραφία τους έγινε γνωστή στον Σικαντέρ, και αυτός φρόντισε να σταματήσουν τον εχθρό του, όποιο δρόμο και να έπαιρνε.
Ο Δαρά είχε δυο υπουργούς, (βεζίριδες) ονομαζόμενους Μαχιγιάρ και Τζαμουσιπάρ, που αφού ανακάλυψαν πως σύμφωνα με τις προβλέψεις των αστρολόγων ο άρχοντάς τους θα ΄πεφτε στα χέρια του Σικαντέρ μέσα σε λίγες μέρες, συσκέφθηκαν μαζί και σκέφτηκαν να τον σκοτώσουν μόνοι τους, για να κερδίσουν την εύνοια του Σικαντέρ. 'Ηταν  νύχτα, οι στρατιώτες της συνοδείας ήταν διασκορπισμένοι σε διάφορες αποστάσεις, ενώ οι βεζίριδες είχαν εγκατασταθεί στα πλευρά του βασιλιά. Όπως ταξίδευαν, ο Τζαμουσιπάρ  βρήκε την ευκαιρία να χώσει το μαχαίρι του στα πλευρά του Δαρά και ο Μαχιγιάρ του έδωσε άλλο ένα χτύπημα, που έριξε κάτω τον μονάρχη. Αμέσως έστειλαν τα νέα στον Σικαντέρ που πήγε αμέσως εκεί, και το ξημέρωμα του φανέρωσε στα μάτια την θέα του πληγωμένου βασιλιά.

Γρήγορα πέζεψε, και με θλίψη έβαλε
το κεφάλι του Δαρά  στην αγκάλη του και έκλαψε
με πικραμένη την καρδιά, να βλέπει την μορφή του
κατακρεουργημένη από φριχτές πληγές.

Ο Σικαντέρ μπροστά στα μαντικά δέντρα
Ο Δαρά ακόμα ανάσαινε. Και όταν σήκωσε τα μάτια και είδε τον Σικαντέρ, αναστέναξε βαθιά. Ο Σικαντέρ είπε: “Σήκω, για να σε πάμε σε ασφαλές μέρος και να περιποιηθούμε σωστά τις πληγές σου.” -”Αλίμονο!” απάντησε ο Δαράς. “Ο καιρός των γιατρειών πέρασε. Σας αφήνω για τον ουρανό, και εύχομαι η βασιλεία σου να δώσει ειρήνη και ευτυχία στην Αυτοκρατορία.” -”Ποτέ” είπε ο Σικαντέρ,  “ποτέ δεν επιθύμησα να σε δω έτσι σφαγμένο κάτω, ποτέ να γίνω μάρτυρας αυτού του θεάματος! Αν ο Μεγαλοδύναμος σου χαρίσει την ζωή, θα είσαι πάλι ο μονάρχης της Περσίας και εγώ θα φύγω από δω. Η μάνα μου είπε πως εσύ και εγώ είμαστε γιοι του ίδιου πατέρα. Αυτή η αδελφική αγάπη μου σπαράζει την καρδιά.” Λέγοντας αυτά, τα δάκρυα κύλησαν το ένα πίσω από το άλλο στα μάγουλά του τόσο άφθονα, που έσταξαν στο πρόσωπο του Δαρά.  Και είπε πάλι: “Οι φονιάδες σου θα βρουν την εκδίκηση που τους αξίζει, και θα τιμωρηθούν όσο παίρνει.” Ο Δαρά τον ευλόγησε και είπε: “Το τέλος μου έρχεται, αλλά τα γλυκά σου λόγια και η ευγενική παρηγοριά σου έδιωξαν την θλίψη μου. Θα πεθάνω με ήσυχες τις σκέψεις μου. Μην κλαις άλλο:

Ο δρόμος μου τελείωσε, ο δικός σου ούτε καν άρχισε σχεδόν
Αλλά άκουσε την τελευταία μου επιθυμία, το τελευταίο μου αίτημα:
Διαφύλαξε την τιμή της οικογένειάς μου
σώσε την από την ατίμωση. Μια κόρη έχω
πιο ακριβή απ την ζωή μου είναι, την λένε Ροσούνγκ  (Ρωξάνη)
Παντρέψου την, σε ικετεύω, και αν ο Ουρανός
σε ευλογήσει με ένα αγόρι, αχ, βγάλε το
Ισφαντιγιάρ, ώστε να διαδώσει
με ζήλο τις ιερές θεωρίες του Ζερντούσχτ (Ζαρατούστρα)
την Ζενταβέστα.  Τότε η ψυχή μου
θα είναι ευτυχισμένη στον ουρανό. Αυτός, στην άνοδο του Ναου-ρούζ
θα  κάνει την γιορτή που αγαπώ
και θα ανάψει στον βωμό την ιερή φωτιά.
Και δεν θα σταματήσει το έργο του μέχρι η πίστη
του Λοχουράσπ  γίνει αποδεκτή παντού
και παντού πιστέψουν στην θρησκεία την αληθινή.”

Ο Σικαντέρ υποσχέθηκε πως σίγουρα θα εκπληρώσει τις επιθυμίες που έκφρασε, και μετά ο Δαρά ακούμπησε την παλάμη του χεριού του αδελφού του στο στόμα του, και σε λίγο ξεψύχησε. Και πάλι ο Σικαντέρ έκλαψε πικρά. Μετά το πτώμα τοποθετήθηκε σε χρυσό ανάκλιντρο, και το ξόδιασε με θλίψη μέχρι τον τάφο. Μετά την ταφή του Δαρά,  πήγαν τους δυο βεζίριδες, τον Τζαμουσιπάρ και τον Μαχιγιάρ, κοντά στον τάφο και τους εκτέλεσαν πάνω στην ταφόπλακα.

Δίκαιη εκδίκηση στο ένοχο κεφάλι
γιατί έχυσαν το αίμα του γενναιόδωρου μονάρχη τους.

Ο Σικαντέρ με τους αυλικούς του.
Τώρα ο Σικαντέρ  δεν είχε διεκδικητή για τον θρόνο της Περσίας, και άρχισε την βασιλεία του με τις καλύτερες προϋποθέσεις. Κράτησε όλα τα έθιμα και τις διατάξεις που βρήκε και άφησε τους πάντες στην θέση και τα καθήκοντά τους. Χαιρόταν η καρδιά σου με την δικαιοσύνη και τον φιλελευθερισμό του. Έχοντας στο νου του την υπόσχεση που έδωσε στον Δαρά, έγραψε στη μάνα της Ροσούνγκ,  και αφού της κοινοποίησε τις τελευταίες εντολές του βασιλιά, της ζήτησε να του στείλει την Ροσούνγκ για να εκπληρώσει την τελευταία επιθυμία του αδελφού του. Η γυναίκα του Δαρά αμέσως συμμορφώθηκε με την διαταγή του και έστειλε την κόρη μαζί με πολλά δώρα στον Σικαντέρ. Με το που έφτασε, παντρεύτηκε με τον κατακτητή της σύμφωνα με τα έθιμα και τους νόμους της αυτοκρατορίας. Ο Σικαντέρ την  αγάπησε υπερβολικά και για χάρη της παρέμεινε για λίγο χρόνο στην Περσία, αλλά τελικά αποφάσισε να προχωρήσει στην Ινδία και να κατακτήσει αυτήν την χώρα των μάγων και μαγισσών.



Πλησιάζοντας στην Ινδία, έγραψε στον Καΐντ καλώντας τον να παραδώσει το βασίλειό του, και πήρε την ακόλουθη απάντηση:
Σίγουρα θα υποταχθώ  στην εξουσία σου, αλλά έχω τέσσερα πράγματα που κανείς άλλος δεν έχει και δεν μπορώ να παραδώσω. Μια κόρη όμορφη σαν άγγελο του Παραδείσου, έναν σοφό Βεζίρη, έναν επιδέξιο γιατρό, και ένα κύπελλο ανεκτίμητο.”
Παίρνοντας αυτήν την ασυνήθιστη απάντηση, ο Σικαντέρ του έστειλε πάλι γράμμα, όπου απαιτούσε όλα αυτά τα πράγματα άμεσα. Ο Καΐντ δεν τόλμησε να αρνηθεί ή να κάνει κάποια απόπειρα αποφυγής, και απρόθυμα υποτάχθηκε στην απαίτηση. Ο Σικαντέρ δέχτηκε τον Βεζίρη και τον γιατρό με μεγάλη ευγένεια και φροντίδα, και το βράδυ έκανε μεγάλη γιορτή, όπου παντρεύτηκε την όμορφη κόρη του Καΐντ, και παίρνοντας το κύπελλο από τα χέρια της, ήπιε όλο το κρασί που είχε μέσα. Μετά από αυτά, ο ίδιος ο Καΐντ τον υποδέχτηκε, και αναγνώρισε προσωπικά την εξουσία και την επικυριαρχία του.
Μετά, ο Σικαντέρ προχώρησε και ζήτησε την συμμαχία και την υποταγή του Φαούρ,(Πώρου) βασιλιά του Κανούζ,  και του έγραψε να υποταχθεί στην δυναμή του. Αλλά ο Φαούρ του απάντησε έντονα, λέγοντας:

Ο Καΐντ Ιντί είναι δειλός και σε υπάκουσε
αλλά εγώ είμαι ο Φαούρ, απόγονος μια ράτσας
ασύγκριτων πολεμιστών. Και θες να υποταχθώ
τώρα, και μάλιστα σε έναν Έλληνα!”

Ο Σικαντέρ τσαντίστηκε πολύ με αυτήν την ιταμή απάντηση. Η δύναμη που είχε μαζί του, έφτανε τώρα τις ογδόντα χιλιάδες. Τριάντα χιλιάδες Ιρανοί, σαράντα χιλιάδες Ρούμιδες και δέκα χιλιάδες Ινδοί. Ο Φαούρ είχε εξήντα χιλιάδες ιππείς και δυο χιλιάδες ελέφαντες. Τα στρατεύματα του Σικαντέρ είχαν τρομοκρατηθεί στην θέα τόσο πολλών ελεφάντων, που έδιναν στον εχθρό ένα τόσο τρομερό πλεονέκτημα. 

Ο Ριζά Αμπασί
Εικονογράφος του Σαχ-Ναμέ

Ο Αριστατάλης και μερικοί άλλοι έξυπνοι σύμβουλοι καλέστηκαν να συνεδριάσουν για να βρουν ένα μέσο ν αντιμετωπίσουν την δύναμη των πολεμικών ελεφάντων. Πρότειναν την κατασκευή ενός σιδερένιου αλόγου και ενός καβαλάρη, επίσης σιδερένιου, που θα τοποθετηθούν πάνω σε τροχούς σαν αμάξι, και θα σέρνονται από μερικά άλογα. Ένας στρατιώτης, ντυμένος με σιδερένια πανοπλία, θα ακολουθούσε το όχημα, με τα χέρια και το πρόσωπο σκεπασμένα με εύφλεκτα υλικά (μάλλον το αντίθετο εννοεί σημ. του μτφρ.) και κρατώντας ένα μακρύ κοντάρι, σε συγκεκριμένη στιγμή θα τρύπαγε την κοιλιά του αλόγου και του καβαλάρη, που θα ήταν ήδη παραγεμισμένες με εύφλεκτα υλικά. Όταν η αναμμένη μύτη του κονταριού έρχονταν σε επαφή με αυτά, όλη η συσκευή θα έκανε μια τρομερή έκρηξη και θα τιναζόταν στον αέρα. Ο Σικάντερ ενέκρινε το σχέδιο και μάζεψε όλους τους σιδεράδες και τους τεχνίτες της χώρας, να φτιάξουν χίλιες μηχανές σαν αυτήν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν. Μόλις κατασκευάστηκαν, ετοιμάστηκε να δράσει.
Ο Φαούρ επίσης προωθήθηκε, με τους δυο χιλιάδες ελέφαντες σε προφυλακή. Αλλά όταν οι Κανουζιανοί είδαν αυτήν την εντυπωσιακή παράταξη, εντυπωσιάστηκαν, και ο Φαούρ, με αγωνία ρώτησε τους σπιούνους του τι μπορούσε να είναι. Αφού του είπαν πως είναι το πυροβολικό του Σικαντέρ,  τα στρατεύματά του έσπρωξαν μπροστά τους ελέφαντες εναντίον του εχθρού με δύναμη, και την ίδια στιγμή μπήκε η φωτιά από τους Ρούμιδες, και τα μηχανήματα έσκασαν, πολλοί ελέφαντες κάηκαν και ψόφησαν, και οι υπόλοιποι, μαζί με τον στρατό, το έσκασαν, ζαλισμένοι. Τότε ο Σικαντέρ αντιμετώπισε τον Φαούν,  και μετά από σκληρή μονομαχία, τον σκότωσε, και έγινε ηγεμόνας του βασιλείου του Κανούζ.
Μετά την κατάκτηση του Κανούζ ο Σικαντέρ πήγε στη Μέκκα, κουβαλώντας εκεί πλούσια δώρα και προσφορές. Από εκεί πήγε σε άλλη πόλη, όπου έγινε δεκτός με μεγάλες τιμές από τους προύχοντες. Τους ρώτησε αν υπήρχε κάτι θαυμαστό ή αξιοπερίεργο στη χώρα τους που θα μπορούσε να πάει να το δει. Απάντησαν πως υπήρχαν δυο δέντρα στο βασίλειο, ένα αρσενικό και ένα θηλυκό, που έβγαζαν μια φωνή. Το αρσενικό μίλαγε τη μέρα και το θηλυκό τη νύχτα, και όποιος είχε μια ευχή, πήγαινε εκεί για να του ικανοποιηθούν οι επιθυμίες του.
Αμέσως ο Σικαντέρ  βρήκε το μέρος, και πλησιάζοντάς το, έλπιζε μέσα στην καρδιά του, πως του έμενε ένα μεγάλο μέρος της ζωής του για να απολαύσει ακόμα. Όταν έφτασε κάτω από το δέντρο, βγήκε ένας τρομερός θόρυβος και αντήχησε στ αυτιά του. Ρώτησε τον κόσμο που ήταν εκεί την σημασία του. Ο ιερέας του μέρους είπε πως εννοούσε πως του έμεναν δεκατέσσερα χρόνια ζωής. Ο Σικαντέρ ακούγοντας την ερμηνεία του προφητικού ήχου, έκλαψε, και καυτά δάκρυα κύλησαν στα μάγουλά του. Και πάλι ρώτησε: Θα γυρίσω στο Ρουμ πριν πεθάνω, να δω την μητέρα μου και τα παιδιά μου; Και η απάντηση ήταν: “Εδώ θα πεθάνεις, στο Κασάν.”

Ούτε μάνα, ούτε οικογένεια στην πατρίδα
δεν θα δεις ξανά, γιατί θα πεθάνεις
κλείνοντας την διαδρομή της δόξας στο Κασάν”

Ο Σικαντέρ έφυγε από εκεί θλιμμένος, και συνέχισε τον δρόμο του προς το Ρουμ. Προχωρώντας έφτασε σε άλλη πόλη, όπου οι κάτοικοι του έκαναν την πιο μεγαλοπρεπή υποδοχή, υπογραμμίζοντας όμως, πως ταλαιπωρούνταν φριχτά από τη παρουσία δυο γιγάντων ή δαιμόνων, που συνεχώς τους έκαναν νυχτερινές επιθέσεις, τρώγοντας ανθρώπους, κατσίκες και ότι έβρισκαν μπροστά τους. Ο Σικαντέρ ρώτησε πως τους λέγανε: Απάντησαν, Γιαζούζ και Μαζούζ (Γωγ και Μαγώγ, αναφέρονται και στην Παλαιά Διαθήκη ως λαοί που θα στείλει ο Κύριος για να καταστρέψουν τους αμαρτωλούς. Πολλοί τους ταύτισαν με τους Μογγόλους) Αμέσως διάταξε να υψωθεί ένα φράγμα, πεντακόσια μέτρα ψηλό και πεντακόσια μέτρα φαρδύ, και όταν τελείωσε, έφυγε από εκεί. Οι γίγαντες, παρά τις προσπάθειές τους, δεν μπόρεσαν να σκαρφαλώσουν στο φράγμα, και έτσι οι κάτοικοι μπόρεσαν να ασχοληθούν με τις δουλειές τους χωρίς να φοβούνται κακοποίηση.



Σε σκηνές τόλμης ευγενικής ακόμη έστρεφε
το δυνατό του πνεύμα - γιατί φόβο δεν ήξερε.
Ακόμα οδηγούσε τις λεγεώνες του, και έφτασε
σε μέρος περίεργο, όπου είδε αμέτρητους ανθρώπους
με το βλέμμα του να θαυμάζει, αμέτρητους κατοίκους
να γεμίζουν τους δρόμους της πόλης και τις γειτονικές πεδιάδες
και πιο πέρα είδε ψηλό βουνό να φτάνει τ΄ άστρα.
Και προχωρώντας, βρήκε μπρος στα πόδια του
δράκο φύλακα, τρομερό στην όψη
έτοιμο να λιώσει το θύμα του στα ανοιχτά του σαγόνια.
Αλλά ατάραχος, ο Σικαντέρ τον κοίταζε
με μάτι σταθερό, που δεν καταδέχτηκε να γυρίσει στο πλάι
πήδηξε μπρος και σκότωσε το τέρας με τη μία.
Σκαρφαλώνοντας το βουνό, πλαγιά με πλαγιά,
σταματώντας κάθε τόσο για ξεκούραση, έφτασε στην κορφή.
Εκεί του εμφανίστηκε το νεκρό σώμα ενός αρχαίου αγίου
Τυλιγμένο στα σάβανά του, όπου ήταν χωμένα πολύτιμα πετράδια.
Με το χρυσάφι και τα πετράδια να 'στράφτουν ένα γύρω,
έμοιαζαν να δείχνουν τι είναι ο άνθρωπος, ο θνητός άνθρωπος!
Πλούτος, λόγια υπερφίαλα, τα μπιχλιμπίδια της φιλοδοξίας,
όλα μένουν πίσω, και ο άνθρωπος είναι μόνο ένας σωρός σκόνη.
Κανείς ποτέ δεν ανέβηκε σε κείνη την κορφή
ψάχνοντας για γνώση. Και έλπιζε ο Σικαντέρ
φτάνοντας στην συννεφιασμένη οροφή του
να δει οράματα του μέλλοντος
να βγαίνουν από αυτόν τον νεκρό άγιο.
Σύντομα άκουσε μια φωνή: “Φτάνει η ώρα σου!
Αλλά η σταδιοδρομία σου θα μπορούσε ακόμα να ξετυλιχτεί στη γη.
Δικιά σου θα ήταν η κατάκτηση πολλών εθνών
Θα κέρδιζες πολλά στέμματα. Θα είχες πολλούς φίλους
και πάμπολλους εχθρούς, και το αποφασισμένο κεφάλι σου
θα υψώνονταν μέχρι και στους ουρανούς ακόμη.
Πασίγνωστος και ένδοξος θα ήσουν. Το όνομά σου
αθάνατο. Αλλά, αλίμονο! Έρχεται η ώρα σου!”
Με αυτά τα προφητικά λόγια ο Σικαντέρ έκλαψε
και κατέβηκε γρήγορα από το τρομερό βουνό.

Μετά από αυτά, ο Σικαντέρ ταξίδεψε ως την πόλη του Κασάν, όπου έπεσε άρρωστος, και σε μερικές μέρες, όπως το είπαν ο μάντης και η προφητεία, πέθανε. Μόλις είχε αφήσει την τελευταία του πνοή όταν ο Αρίστου και ο Μπιλνιγιάς ο γιατρός και η οικογένειά του, μπήκαν στο Κασάν και τον βρήκαν νεκρό. Χτυπούσαν τα πρόσωπά τους και ξερίζωναν τα μαλλιά τους και τον πένθησαν για σαράντα μέρες.

Τέλος
http://cantfus.blogspot.gr/

Δευτέρα, 4 Μαΐου 2015

Ένα σχήμα γυναικών



Ήρθα δρόμο πολύ
από κει που δεν ήμουν πριν
για να ‘χω δει τα πράγματα
να με κοιτάνε μέσα βαθιά από την ανοιχτή πόρτα

και περπάτησα απόψε
μοναχός
να δω το φεγγαρόφωτο
και να το δω σα δέντρα

και σχήματα πιο φοβερά
γιατί φοβόμουνα
ό,τι δεν ήξερα
αλλά είχα θελήσει να γνωρίσω.

Το πρόσωπό μου είναι δικό μου, σκέφτηκα.
Αλλά το έχεις δει
να μεταμορφώνεται σε χίλια χρόνια.
Σε κοίταγα που έκλαιγες.

Δεν μπορούσα να σ’ αγγίξω.
Πολύ το ‘θελα να
σ’ αγγίξω
αλλά δεν μπορούσα.

Αν είναι σκοτεινά
όταν τούτο σου δοθεί
νοιάσου το περιεχόμενό του
όταν το φεγγάρι λάμπει.

Το πρόσωπό μου είναι δικό μου.
Τα χέρια μου είναι δικά μου.
Το στόμα μου είναι δικό μου
αλλ’ εγώ δεν είμαι.

Φεγγάρι, φεγγαράκι,
όταν μ’ αφήνεις μόνο
όλο το σκοτάδι είναι ένα τέλειο μαύρο,

λάκκος με φόβο
μια βρόμα,
χέρια παράλογα
ποτέ να μην αγγίζουν.

Αλλά σ’ αγαπώ.
Μ’ αγαπάς.
Τι να πεις
όταν με βλέπεις.


Μετάφραση: Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ
Robert Creeley, 21/5/1926-30/3/2005
http://dimartblog.com

Πέμπτη, 30 Απριλίου 2015

http://eikonakailogos.blogspot.gr/2015/04/blog-post_30.html



ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΕΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ, ΣΤΡΑΤΗ ΠΑΡΕΛΗ

<<Όταν συλλέγεις βότσαλα

                  Κάποια  στιγμή θα γνωρίσεις την θάλασσα


αστόχησε στην σπατάλη και να δεις:

                  θα πετύχεις την Χαρούμενη Συγκυρία!>>


                                                   Στρατής Παρέλης.

Σήμερα η σελίδα μας φιλοξενεί τον Λογοτέχνη  Στρατή Παρέλη. Έναν δημιουργό με αστείρευτο ταλέντο και  πλούσιο συγγραφικό έργο.Σήμερα,φιλοξενούμε έναν ποιητή<<ποταμό>>όπως χαρακτηριστικά γράφει ο Κωνσταντίνος Μπούρας.

*<<ΕΝΑΣ ΠΟΙΗΤΗΣ ΠΟΤΑΜΟΣ>>
Δεν μπορούσα να φανταστώ έναν ποιητή που εκδίδει μόνος του 2, 3 ή και 4 βιβλία το χρόνο! Μέχρι που διαπίστωσα ότι υπάρχει. Ο κύριος Στρατής Παρέλης είναι ένα φαινόμενο. Γράφει όπως αναπνέει κι αναπνέει όπως γράφει.
 *Κωνσταντίνος Μπούρας.(Στρατής Παρέλης,Ανατολικά των Αιγαίων Υδάτων,Αθήνα 2008,σ.110.

Ο Στρατής Παρέλης έχει εκδώσει ως τώρα, 51 ποιητικές συλλογές. Και μόνο   οι τίτλοι των ποιητικών του συλλογών σε παρακινούν να τις διαβάσεις.



  

                                       

Η πρώτη μου επαφή με τον ποιητή Στρατή Παρέλη-δίχως να τον γνωρίζω προσωπικά- ήταν το 2010.Ήταν η χρονιά, που μπήκα, στον χώρο της διαδικτυακής επικοινωνίας.       

Διαβάζοντας τα ποιήματα του ανοίχτηκε  μπροστά  μου, ένας βαθύς συναισθηματικός κόσμος. το πρώτο συναίσθημα που ένιωσα ήταν μια γλυκιά ηρεμία. Μετά από πέντε χρόνια-Θα μπορούσα να πω, ότι  ήρθε το ''πλήρωμα του χρόνου'' γνώρισα τον ποιητή και ήρθα σε πιο ουσιαστική ''γνωριμία''και επαφή με την ποίησή του.'Το κύριο χαρακτηριστικό του Στρατή Παρέλη είναι η ειλικρίνεια και η αμεσότητα του λόγου.Αυτή την ειλικρίνεια τη συναντάμε και στον ποιητικό του λόγου.Ο Σ.Παρέλης είναι ένας αληθινός άνθρωπος και δημιουργός.


                                                     ***

‘’Γεφυρώνεις μέσα σου’’..

Μια προφορική ένταση ανάμεσα στον λόγο που είναι και στον λόγο που γίνεται:

Σαν το λουλούδι δηλαδή-

Που αρχίζει την σοφία του να την διαμοιράζει

Όπως το σκούντηξε πολύχρωμο ο αέρας-

(από την ποιητική συλλογή: Της Σημασίας του τίποτα..)


Γνωρίζουμε  ότι για να γραφεί ένα ποίημα το πρώτο υλικό είναι οι λέξεις. Η λέξη κινεί τα συναισθήματα, προκαλεί την συγκίνηση και γοητεύει. Διαβάζοντας τα  ποιήματα του Σ. Παρέλη ,δεν μπορώ παρά να σταθώ εκστασιασμένη απέναντί τους. Στον ποιητικό λόγο του βλέπουμε τη πειθαρχία στο μέτρο, στη μορφή, στη ρήμα και  τη ρομαντική διάθεση. Αυτός ο ρομαντισμός μπορώ να πω σφραγίζει  την γραφή του.

Ο σεβασμός και η αγάπη του ποιητή για την γλώσσα μας, -την ελληνική μας γλώσσα -αυτόν τον ανεκτίμητο θησαυρό, που μαγεύει με τη γλωσσοπλαστική της δύναμη και τη ηχητική της ,την συναντάμε σε κάθε στίχο. Και όπως όλοι οι άνθρωποι των γραμμάτων έχουν ευθύνη να κρατήσουν ζωντανή την ελληνική γλώσσα, έτσι και ο Στρατής Παρέλης, την κρατά ανόθευτη στον ποιητικό του λόγο. Ένα λόγο, που πλέον έχει την δική του  ποιητική ταυτότητα.

<<Φως..>>

Να σκέφτεσαι μόνο- Σαν μουσική σαν νότα σαν άνεμος

Που παρέχεται και όμως το παρόν του

Είναι ανεξίτηλο μέσα σου άγγιγμα-

Να είσαι ο μέλλοντας λόγος

Του μεστού ακριβού ειπωμένου φωτός

Το ακόμη Ανείπωτο..


Σε  μια πρόσφατη  ''συνέντευξη' 'γνωριμίας   τον είχα ρωτήσει ποιες λέξεις χρησιμοποιεί περισσότερο 

Την λέξη "νύχτα" και "αέρας" νομίζω χρησιμοποιώ πολλές φορές. Η μεν πρώτη γιατί είναι ο κήπος μου όπου απομονώνομαι και έχω την ευκαιρία να μυρίσω τα άνθη της μοναξιάς μου και να συγκεντρωθώ απρόσκοπτα σ' αυτό που ο νους και η καρδιά μου αγαπάει και θέλει- και η δεύτερη, γιατί νιώθω ότι το περιβάλλον που αγαπώ είναι αυτό της υπαίθρου, όπου ένα αεράκι πάντα κάνει τα τσαλίμια του και λειτουργεί ιαματικά πάνω στα πράγματα και έξω απ' τα πράγματα. 

<<Έχω ανάγκη απ' αυτό που διώχνει από την ψυχή και απ' την σκέψη μου τα νέφη>>

Αυτό νιώθει ο αναγνώστης διαβάζοντας τα ποιήματα του. Οι στίχοι του, σαν βάλσαμο στη ψυχή μας, διώχνουν  τα νέφη, το σκοτάδι. Σαν δροσερό αεράκι μας  ''ξεπλένουν'' και φεύγουμε  σε όνειρο. 


Ο ποιητικός λόγος του, σε συνεπαίρνει σ' ένα μαγευτικό ταξίδι συναισθημάτων, λυρισμού, ευωχίας  λέξεων, και μουσικής. Την αισθητική  στην τέχνη του λόγου ,στηνέκφραση του ποιητικού λόγουτην βλέπουμε σε κάθε  στίχο τουΔίνοντας μια <<καθαρή>>ποίηση.

Και τι είναι η <<καθαρή>>ποίηση.

Θα δανειστώ τα λόγια του μεγάλου και αγαπημένου μου ποιητή, Κωστή Παλαμά, που τόσο απλά είχε πει:  <<Η αισθητική της Λέξης και η τεχνική δεξιοσύνη, αυτά είναι Καθαρή Ποίηση>>

Και συνεχίζει :<<Αυτά που αγαπώ τα έχω στην καρδιά μου και τα φυλάω καλά>>

Όμως, όλα αυτά που αγαπά, τα μοιράζεται, μαζί μας και '’πηγαίνουμε’’ μαζί με τον ποιητή, εκεί ,που δεν ταξιδέψαμε ποτέ.  Εκεί, που δεν υπάρχουν σύνορα..

<<καταλαβαίνεις γιατί η Τέχνη αποτελεί μια περιουσία που κι όμως ανήκει σε όλους και την κοινωνούν όλοι, φτάνει να προσφέρουν κάτι λιγάκι από καθαρή και αθώα καρδιά>> Σ.Π.


<<Και γυρεύω μία φωνή, την δική μου>> μας λέει στα: ''Σώματα ανθισμένων ιδεών''

Και αυτή η φωνή, η Ποιητική φωνή, του Σ. Παρέλη, έχει δώσει το στίγμα της στην νεοελληνική γραμματεία.


Ρούλα Τριανταφύλλου:

Κύριε Παρέλη  πρώτα να σας καλωσορίσω και σας ευχαριστήσω για τη τιμή που μας κάνετε να σας φιλοξενήσουμε στις Λογοτεχνικές Παρουσιάσεις.

Θα ξεκινήσω με  μία ερώτηση που κάνω πάντα. Πότε αρχίσατε να γράφετε και από ποιόν έλληνα ποιητή έχετε επηρεαστεί;


Στρατής Παρέλης:

Είναι πολύ μακρινό αυτό που έρχεται στο μυαλό μου, κάπου στα 14 μου περίπου, μαθητής Λυκείου, είχα έναν καταπληκτικό καθηγητή φιλόλογο που μου έδινε βιβλία να διαβάζω, του Παλαμά, του Καβάφη, του Σικελιανού και μετά, μια επίσκεψη, νομίζω το 1975 στην Λέσβο, στην γενέτειρα του πατέρα μου, όταν είδα και ένιωσα αυτό το πλησίασμα με την Φύση που με έκανε να νιώσω πώς θέλω όλο ετούτο που έβλεπαν τα μάτια μου, να το πω με λέξεις: τότε λειτούργησε πολύ δυνατά μέσα μου ο Σικελιανός και με μπόλιασε με μιαν αγάπη που δεν με εγκατέλειψε ποτέ.

Άρχισα δειλά δειλά να γράφω και να θέλω να γίνω ποιητής.

Δεν ξέρω  από πού προέκυψε αυτή η φιλοδοξία μιας και κανένας στο σόι μου δεν ήταν κοντά στα γράμματα, όλοι ήτανε φτωχοί άνθρωποι του μόχθου που είχαν έρθει από εποχές δύσκολες και από χρόνια και για την πατρίδα μας βασανιστικά..

Τόσο πολύ με τυραννούσε αυτή η αγάπη που δεν κοιμόμουν πολύ τα βράδια και έμενα άγρυπνος να διαβάζω ποίηση, στο υπόγειο του σπιτιού μας όπου κοιμόμουν, στο Νέο Ηράκλειο, και να γράφω, να γράφω, να γράφω…

Μπορεί ο Όμηρος, η Σαπφώ , ο Αλκαίος, και τα ιωνικά παράλια απ' όπου ήταν η καταγωγή της μητέρας μου να υπήρχαν μέσα μου, δυνητικά, και να με υπέβαλαν στο φωτεινό όνειρο της ποίησης.

Σαν ένα καταγωγής καθήκον…



 ''Σώματα ανθισμένων ιδεών''

<<Στοχεύω σε παράξενες γόνιμες νύχτες που των άστρων οι πτώσεις είναι σαν από μία ψυχή του θεού που θρυμματίζεται στους ανθρώπους έλεος να δώσει.

Και γυρεύω μία φωνή, την δική μου

να κάνει όλον τον κύκλο του ερωτικού που θα σώσω νοήματος ν' ανάβει τώρα εκεί που δίνει το σινιάλο μίας νίκης του ουρανού η φρυκτωρία..>>

ΡΤ: Θυμάστε  τον πρώτο σας ποίημα;


ΣΠ: Θυμάμαι σκόρπιους στίχους, γραμμένους σε αυτές τις εποχές, τίποτα πολύ συγκεκριμένο, και θα τους παραθέσω για να τονίσω τον άξονα που έδειχνε την θεματολογία μου εκείνης της περιόδου καθώς και το ποίημα "Λεσβιακό" που ποτέ δεν έφτασε σε αυτό που θα του έπρεπε να φτάσει.

Έμεινε έτσι, ατελείωτο, σαν ένας μισογκρεμισμένος ναός από μια αρχαιότητα που την αποκρυπτογραφούν οι αρχαιολόγοι και, κάπου πίσω από τους πεσμένους κίονες, βλέπουν την οπτασία μιας θεάς που κινείται προς το σκοτάδι, για να χαθεί στον χρόνο μηδέν όπου και πια θα ανήκει..


Μέσα στα μπράτσα μου    ξυπνούν οι φλέβες της Ζωής και της Δύναμης   το Ουράνιο Πνεύμα της δημιουργίας..

Και εδώ, στο "Λεσβιακό", απλά ο χρόνος λειτούργησε να μαζέψω τα συντρίμμια για να αναστηλωθεί όπως αναστηλώθηκε και να έχει μια κάποια μορφή.. 


ΛΕΣΒΙΑΚΟ..

        Ά

Το χέρι βάζοντας αντήλιο
Στην κορυφή που στάθηκα του λόφου και αγνάντεψα..
Μακριά η θάλασσα η στραφταλίζοντας
Με ανάρια πάνω της τα καΐκακια
Σε σχήμα ενός πουλιού που απέκαμε να φτερουγίζει και
Αργοπλέει τώρα, ξεκουράζεται πα' στα νερά..

Στην πύρη του μεσημεριού, στο ντάλα μεσημέρι
Είναι καλός και απαλός ο αέρας του καλοκαιριού
Και πλατιά η αγάπη των πλατάνων..

Τα σπίτια αργά τα πίνει ένα χρυσό λιόγερμα
Κι ακούγονται σαν άγγελοι που ψαλμωδούν οι γλάροι..

Μες τις αυλές γεράνια και βασιλικοί ανατινάζονται
Γιορτή ανάσας και ριπές ανέμου καυχησιάρη..

Μόνο στο κάστρο λίγο πιο ψηλά απ' την θάλασσα
Η Παναγιά μαγεύει χαμομήλια και
Θυμωμένες παπαρούνες-

Και μες την όραση γλιστρούνε όλα να ζωγραφιστούν
Στον αινιγματικό καμβά του Απρίλη..


΄Β

Αφανέρωτο χέρι που ρυθμίζει ένα γύρω τα πάντα
Φανερωμένη ποίηση
Οι ελαιώνες και η θάλασσα
Τις νύχτες ασημώνοντας λευκοχρισμένα τα σπιτάκια από το φεγγάρι
Με τον βασιλικό και το γεράνι στην αυλή
Πότε πότε
Στην στέγη
Με τα μάτια λάμποντας μια κουκουβάγια..

Και
Το θαύμα όπως το πίστεψα ήτανε:
Μεγάλοι πρασινίτες αμπελώνες
Και πέρα η θάλασσα
Γαλάζια: η Λέσβος!

Τριγύρα και ολού οι τόποι με τα αγιοκλήματα
Την φτέρη
Τα σπαθάτα φύλλα
Την κρεβατή βαθύσκιωτη
Το γιασεμί με τ' άσπρα λουλουδάκια.
Οι εκκλησιές καταντικρύ του πέλαου
Στις εκκλησιές οι Παναγιές που σε κοιτάζουν λυπημένες
Κι οι άγιοι που η θέληση στα μάτια τους παρέλυσε τα άνομα!

Τα δειλινά ξυπνούν τις αύρες οι απόγειες
Τις άλλες φορτωμένες δρόσο κι αναγάλλια
Κι εκείνες τις παράξενες τις νανουρίστρες
Τις φιλώντας και παίζοντας συντροφιαστές του πόθου..

Στην κρήνη με τα δροσερά νερά όπου
Είναι καλός και απαλός ο αγέρας του καλοκαιριού και πλατιά η αγάπη των πλατάνων
Τι ωραία ρέμβη!
Αντίκρυ
Μες τα λιόχαρα βουνά όπου γυρνά να σαρκωθεί ολόρθος
Μια σάρκα πύρινη
Μύστης του ήλιου και της γης του ο αθλητής
Ο εργάτης
Σηκώνοντας τα μάτια κάθε τόσο προς τον ουρανό του
'υχαριστώντας!

Γ΄
Και κοπάζοντας η τρικυμία
Η θάλασσα η πάλι ήρεμη μες τους αιθέρες
Κι ήταν το δειλινό!

Ο ήλιος ο σκυμμένος στο λοφοσυνάντημα
Κι ανάρια σύννεφα στην δύση του
Ντυμένα ένα νάζι ροδαλό..

Μιλούσε το νησί μου:     κήπους όμορφους
Και ευκολοκατάληπτους ως πέρα αμπελώνες

Την ώρα που έλεγε αινίγματα η ψυχή με τον θεό
Θυμοσοφώντας μιαν αγάπη μες τα μάτια του…


1978/1983
Ηράκλειο, Αυλίδα, Ζούμπερι..



ΡΤ: Ποιους Νεοέλληνες ποιητές διαβάζετε;


ΣΠ: Ε φυσικά διαβάζω Σικελιανό, Σολωμό, Σεφέρη, Ελύτη, Καρούζο που τον αγαπώ, Βρεττάκο, αλλά και πολλούς άλλους που θεωρώ ότι η αλήθεια τους είναι ξεχωριστή..

Γενικά όμως διαβάζω και αναζητώ παντού την ποίηση..


 ‘’Αποχρώντος Λόγου’’

<<Οι λογοτεχνίες αξίζουν όταν, που τις διαβάζεις, σε κόβουν. Μη φοβηθείς το αίμα! Αρέσκεσαι στην μοναξιά αλλά θέλει θάρρος πεταλούδας να ξεφορτωθείς ό,τι σε κάνει βαρύτερο.. Και πρέπει, πρέπει να πετάξεις!

''Ν' αξίζεις την αναπνοή σου, ν' αξίζει να ζεις..''


ΡΤ: Με  την ποίηση  μπορούμε  να πούμε  νικάμε  τον χρόνο; τον εαυτό μας; τον θάνατο; την μοναξιά  ΤΙ;


ΣΠ: Με την ποίηση δεν νικάμε τίποτα ..

Απλά καλύπτουμε με λούστρο την πραγματικότητα και μπορούμε να μην φοβόμαστε τον χρόνο,

μιας και οι ποιητικές δρασκελιές μας είναι τόσο μεγάλες που, κυριολεκτικά διαβαίνουμε πάνω από τις εποχές και πάνω από τους τόπους.

Κατά τα άλλα, και η μοναξιά μας υπάρχει, και η φιλοδοξία  μας και η θλίψη μας και η μελαγχολία μας και ο έρωτάς μας.

Και η μικρή ή η μεγάλη κατάθλιψή μας, προϊόν σκοτεινό της κακής εποχής ..

Άλλος την ομολογεί και άλλος όχι..

Αλλά γιατί να κρύψει κάτι αυτός που θέλησε να παραμείνει ειλικρινής μέσα στις άσπρες εξομολογητικές του σελίδες;

ΡΤ: Ποια η διαφορά ανάμεσα στον δήθεν ποιητή και στον ποιητή;


ΣΠ: Θα έλεγα ότι αναγνωρίζω αμέσως αυτόν που θέλει να γράψει για να εντυπωσιάσει και αυτόν που γεννήθηκε "αλαφροΐσκιωτος", για να χρησιμοποιήσω έναν σικελιανικό όρο.

Ο πρώτος δεν θα με πείσει ποτέ.

Δεν φτάνει την συγκίνησή μου πουθενά.

Νιώθω να πασχίζει να πλάσει ένα χωρίς αίμα σώμα.. (ανόητος δημιουργός!)

Ο άλλος είναι "αγγελοκρουσμένος" και με κάνει να ριγώ.

Τον διαβάζω και πονάω ..


ΡΤ: Ποιες είναι οι δυσκολίες της ποιητικής τέχνης



ΣΠ: Δυσκολίες της ποιητικής τέχνης:

δεν ξέρω σαν τι λογής μπορεί να ορίσει κανείς.

Καθένας έχει δικό του τρόπο γραφής και έτσι εκείνος ξέρει τι είναι γι αυτόν "ανηφόρα"..

Νομίζω ότι το σημαίνον είναι να κατορθώσεις ένα ύφος που να σε χαρακτηρίζει και να σε τοποθετεί με στίγμα δικό σου στον ποιητικό γαλαξία.

Να σε διαβάζουν και να ξέρουν ότι είσαι εσύ, να έχεις καταφέρει να δαμάσεις τους λεκτικούς βουκεφάλες σου και να ιππεύεις περήφανος στρατηλάτης που τραβάει για κατακτήσεις..


ΡΤ: Πόσο δύσκολο είναι για έναν ποιητή να μεταγγίσει τα γραπτά του στους αναγνώστες .


ΣΠ: Δύσκολο σίγουρα είναι να περάσει το γραπτό σου στον Αναγνώστη.

Εννοώ σαν δημιουργία που να του προσφέρει συγκίνηση και εξιτάρισμα.

Αυτό όλοι οι δημιουργοί το επιθυμούνε. Μα

χρειάζεται αυτή η θεία Χάρις που κάνει ένα πόνημα να είναι αστραφτερό και να βυθίζεται σαν μετάληψη στο σπλάχνο του Αναγνώστη.

Ίσως εκεί όπου κι η Τύχη κάποτε βοηθάει και συναινεί..

ΡΤ: Ποιο είναι το μήνυμα που θέλετε να περάσετε μέσα από τα ποιήματά σας.


ΣΠ: Τι άλλο από την απόδειξη για την ύπαρξη της Ομορφιάς και της Αθωότητας θα ήθελα να καταδείξω;

‘’Να ανέβω ψηλά στο βουνό και να αντικρύσω την θάλασσα και να νιώσω σαν άλλος Ξενοφώντας που οδηγεί έναν στρατό κουρασμένο και απελπισμένο.’’

‘’Να δείξω..

Και στην διαδρομή να έχω βρεθεί κοντά στον λίθο, στο δέντρο, στα πουλιά, στα ζώα, στα χωράφια με τους σιτοβολώνες, στις πόλεις, στα χωρά, στους ανθρώπους, στις ιστορίες του έρωτα, στις ιστορίες της Ιστορίας..

Να έχω απτό για όλους το μήνυμα ότι η ζωή αξίζει και αξίζει να παλεύει κανείς, να μην αφήνει τον χρόνο του να κυλάει έτσι αδιάφορα, να αξιοποιεί το τάλαντο που του έδωσε ο Κύριος..

Να τον σημαδέψω με την "Ποιητική Τοξοβολία" μου στην καρδιά για να νιώσει μπολιασμένος με μια χαρά που απορρέει από κείνο που είναι Αόρατο και είναι σπουδαίο και πάντα απόκτημα..’’

ΡΤ: Είναι γεγονός πώς η ποίηση ενέχει μελωδία . Πώς μπορεί ένας ποιητής ,να «εισάγει» τη μουσική στα ποιήματά του.


ΣΠ: Η ομοιοκαταληξία εγκαταλείφθηκε αλλά είναι λάθος να νομίζουμε ότι η ποίηση που την λέμε μοντέρνα δεν έχει ρυθμό.

Ο καλός ποιητής έχει εγκαταστήσει μια ορχήστρα μυστική πίσω από τις λέξεις του, όπου αναγνωρίζεις το βιολί, το πιάνο, το σαντούρι ίσως, το λαούτο, την ταπεινή φυσαρμόνικα.

Και έτσι ο ρυθμός δένεται και προχωρεί αγκαλιάζοντας την μουσική και την σύνθεση που είναι αυτό που οι αρχαίοι έλεγαν "μέλος"..

ΡΤ: Βλέπουμε τα τελευταία χρόνια να εκδίδονται ολοένα και περισσότερα βιβλία στην Ελλάδα.

Θα  μπορούσαμε  να πούμε  ότι στην εποχή μας υπάρχουν περισσότεροι  συγγραφείς από αναγνώστες; -

Αλήθεια ,γεννιέται κανείς ποιητής ή γίνεται;
Ποιά συμβουλή θα δίνατε σε έναν νέο ποιητή;

ΣΠ: Πέρα από τις φιλοδοξίες ή ματαιοδοξίες καθενός, ας το δούμε (αν αυτό πράγματι συμβαίνει) σαν ένα ωραίο φαινόμενο.

Εξάλλου, από αυτήν την υπερ-παραγωγή θα ξεπηδήσουν αύριο οι μεγάλοι ποιητές που θα γράψουν την νεότερη ιστορία της ποίησης.

Ας ασχολείται η νεολαία με ευγενή πράγματα όπως ο Λόγος και ας λείπει από τις φτηνές άρρωστες διασκεδάσεις.

Από την ευγένεια, ευγένεια θα βγει..

Εγώ πιστεύω ότι η νεολαία διαβάζει.

Υπάρχει όμως και μια μερίδα της που αγαπά την ποίηση και την θεραπεύει με τόλμη- εναρμονισμένη με τα σύγχρονα ρεύματα.

Πάντα θα γράφεται ποίηση στην Ελλάδα. Είμαστε η χώρα που της έδωσε αίγλη βλέπετε.

Όμηροι, Ησίοδοι, Σαπφώ, κλπ..

Τραγωδίες, κωμωδίες..

Είναι στο κύτταρό μας η ποίηση.

Και είναι παρήγορο και ελπιδοφόρο αυτό..

Το να είναι κάποιος πάντως ποιητής είναι κάτι που δεν διδάσκεται..

Μ' αυτό ή γεννιέσαι ή δεν..


Ο αληθινός ποιητής λοιπόν, νομίζω  ότι γεννιέται. Από κει και πέρα όμως, αν δεν δουλέψει πάνω στο τάλαντο αυτό, θα χαθούν όλα ή θα στερέψουν. Θέλει πολλή δουλειά και να είσαι επικεντρωμένος.

"Εντολή σου, είπε, αυτός ο κόσμος και γραμμένος μες τα σπλάχνα σου είναι

Διάβασε και προσπάθησε και πολέμησε" είπε "Ο καθείς και τα όπλα του" είπε

(Άξιον εστί)

Κοίτα τι ωραία που μας το είπε ο Ελύτης!

Αν αφήσεις το ταλέντο να πάει χαμένο, χάθηκαν όλα.

Θυμάμαι τον Καζαντζάκη που δούλευε ατελείωτες ώρες κάθε μέρα.

Πραγματικός αθλητής.

Κι αν σε προίκισε η Φύση με κάτι, αν δεν ασκηθείς, δεν θα φτάσεις πουθενά.


Τώρα όσο για τον νέο ποιητή:

Να διαβάζει πολλή και καλή ποίηση. Πάντα θα το λέω: δεν είναι δυνατόν να θέλεις να γράψεις και να μην έχεις διαβάσει ποιητές μεγάλους που έχουν να σου δείξουν τον δρόμο που ακλούθησαν για να φτάσουν κάπου ψηλά.

Δεν είναι δυνατόν να αγνοήσουμε την πορεία της τέχνης.

Ο αρχιτέκτονας αν δεν διδαχτεί τους νόμους της αρχιτεκτονικής και δεν τους αφομοιώσει, δεν θα μπορέσει να δημιουργήσει ένα οικοδόμημα που να μην είναι σαθρό.

Μην φοβάστε να διδαχτείτε.

Με τον καιρό, η σοφία θα σας διδάξει να βρείτε τον δικό σας προσωπικό τρόπο.



                                             

ΡΤ: Οι κριτικοί σ’ όλα τα είδη της τέχνης διαμορφώνουν το επίπεδο, ανυψώνοντας ή κατακρεουργούν τους καλλιτέχνες. Τελικά έχει σημασία η παρουσία κριτικών στους τομείς της τέχνης; Κατά πόσο λειτουργεί αμερόληπτα σε μια εποχή που τα πάντα διαβρώνονται .


ΣΠ: Η κριτική στην Ελλάδα πάντα μεροληπτούσε.

Αν δεν είσαι "ημέτερος" δεν θα "πας μπροστά"..

Θυμάμαι το πώς αντιμετωπίστηκε το Άξιον εστί" του Ελύτη και πώς το "είδαν" ξαφνικά μετά, όταν το στεφάνωσαν οι ξένοι και η μουσική του Θεοδωράκη..

Αλλά και ο Καρούζος δεν είναι ένα φαινόμενο ποιητή που η κριτική δεν τον προώθησε όσο του άξιζε;..

Ναι, θάβει και βρωμάει κάτι φορές η κριτική..

Δεν είναι ο χώρος της λογοτεχνίας ο καλύτερος στίβος..

Τα αγγελούδια κατοικούν σε άλλους ουρανούς..

Και ενώ το επικέντρωσα στον χώρο της ποίησης νομίζω ότι αφορά και όλους τους χώρους της τέχνης. Ειδικά στην Ελλάδα.

Είμαστε λίγο κολασμένοι οι Έλληνες..



  ΡΤ: Όταν γράφετε ,φροντίζετε να προσαρμόζετε τις ιδέες σας ή δε σας ενδιαφέρει η λογική αλληλουχία.


ΣΠ: Αντίθετα θα έλεγα: θέλω τα ποιήματα μου να έχουν κορμό- σαν ένα δέντρο που ξετυλίγεται μες το τοπίο.

Πώς να φτάσεις στην αρχιτεκτονική των κλαδιών αν δεν έχεις στήσει την φέρουσα δομή;

Πολεμώ να πειθαρχώ στο νόημα που πλάθει το ποίημα και ζητώ απ' τα καλολογικά στοιχεία μου να μην αυθαιρετούν παρά να τάσσονται αλληλέγγυα στο φως της αστραπής της έμπνευσης..


 ΡΤ: Τι σας βοηθάει περισσότερο να απελευθερώσετε την έμπνευσής σας.


ΣΠ: Η ησυχία.

Θέλω με πολλούς τρόπους να μονάζω.

Είμαι μοναστηριακός καλόγερος κατά βάθος.

Ο παραμικρός θόρυβος με αποπροσανατολίζει..

ΡΤΚάθε ευαίσθητος ποιητής έχει τη Μούσα του. Πείτε μας για εσάςποια είναι αυτή η μούσα. - Από που αντλείτε την θεματογραφία των ποιημάτων σας; ποιες είναι οι κύριες πηγές  έμπνευσης;     

ΣΠ: Δεν έχω Μούσα όπως καταλαβαίνω ότι το εννοείται.

Η παραμικρή λεπτομέρεια που καταγράφουν οι αισθήσεις μου, με τον καιρό, αφομοιώνεται και μετουσιώνεται μέσα μου, ώσπου να φτάσει στην Έκφραση.

Εκεί αρχίζουν όλα.

Δεν υπάρχει για μένα θέμα ταπεινό και ανάξιο λόγου. Τα πάντα αποτελούν έναυσμα έμπνευσης. Το εννοώ.

Στα ταξίδια μου με την δουλειά έχω συλλέξει τόσες εικόνες, τόσα συμβάντα, τόσα αισθήματα που, μετά, καταλήγουν να είναι τα ποιήματα που διαβάζετε.

Ο ποιητής είναι ο σκηνοθέτης που ξεπερνά την φτώχεια της πραγματικότητας.

Στύβω το λεμόνι της φαντασίας όσο καλύτερα μπορώ..

Και μ' αρέσει το όξινο φορτίο του: με συνεφέρνει..

 Έμπνευσή μου μπορεί να είναι τα πάντα. Απλά κοιτώ να οργανώσω το σκηνικό του ποιήματος έτσι που να είναι αφομοιώσιμο ακόμα και από τον όχι τόσο καλά μυημένο αναγνώστη στα νέα ποιητικά πράγματα.

Και όπως είπα κάποτε: η πεζογραφία είναι κολύμπι με το κεφάλι έξω από το νερό- η ποίηση είναι μακροβούτι· παίρνεις μια βαθιά αναπνοή και βυθίζεσαι κάτω από το νερό, στον βυθό, όπου βλέπεις κοράλλια, πλάσματα της θαλάσσης και μια διαφάνεια που σε πάει προς την μεριά μιας παράξενης αθωότητας..

Μαζί με έναν παράξενο κίνδυνο που μπορεί πάντα να σου φανερωθεί…


   ΡΤ: Πέστε μου έναν στίχο που σας αγγίζει περισσότερο.


‘’Μν το μιλτε εναι νεργος
τ χέρια στς τσέπες του
σν δυ χειροβομβίδες.’’

             Καρούζος..


ΡΤ: Πως θα ήταν τα Νεοελληνικά γράμματα χωρίς τον Σολωμό και τον Παπαδιαμάντη’ ‘


ΣΠ: Φτωχά νομίζω, πολύ φτωχά και δυστυχισμένα.

Έδωσαν και οι δύο αυτοί δημιουργοί τέτοια ποιητική διάσταση στον Λόγο που κάναν την μετέπειτα λογοτεχνία να αντιπαρατάσσεται με δέος μπροστά στις σελίδες τους.

Και, προπάντων, η ειλικρίνεια του έργου τους που έδωσε αίμα σε ένα σώμα που ήθελε να αναστηθεί..

Όποιος δεν έχει περάσει από αυτήν την ιερή μετάληψη σε αυτό το δυνατό κρασί, δεν θα μπορέσει ποτέ να γράψει λογοτεχνία παλλόμενη από αλήθεια και φως.


ΡΤ: Εσείς, κατά πόσο έχετε επηρεαστεί από αυτήν την Σολωμική πνοή;


ΣΠ: Φτάνει σε μένα με μια μαγεία πάντα ο Σολωμός.

Τι θα μπορούσε να πει κανείς για τα σχεδιάσματα των Ελεύθερων Πολιορκημένων, τι για στίχους όπως:


Έστησ’ ο Έρωτας χορό με τον ξανθόν Aπρίλη, 
κι η φύσις ηύρε την καλή και τη γλυκειά της ώρα, 
και μες στη σκιά του φούντωσε και κλει δροσιές και μόσχους
ανάκουστος κιλαϊδισμός και λιποθυμισμένος. 
Nερά καθάρια και γλυκά, νερά χαριτωμένα, 
χύνονται μες στην άβυσσο τη μοσχοβολισμένη, 
και παίρνουνε το μόσχο της, κι αφήνουν τη δροσιά τους, 
κι ούλα στον ήλιο δείχνοντας τα πλούτια της πηγής τους, 
τρέχουν εδώ, τρέχουν εκεί, και κάνουν σαν αηδόνια. 
Έξ’ αναβρύζει κι η ζωή σ’ γη, σ’ ουρανό, σε κύμα. 
Aλλά στης λίμνης το νερό, π’ ακίνητό ’ναι κι άσπρο, 
ακίνητ’ όπου κι αν ιδείς, και κάτασπρ’ ώς τον πάτο, 
με μικρόν ίσκιον άγνωρον έπαιξ’ η πεταλούδα, 
που ’χ’ ευωδίσει τσ’ ύπνους της μέσα στον άγριο κρίνο. 
«Aλαφροΐσκιωτε καλέ, για πες απόψε τί ’δες;» 
«Nύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια! "


Μόνο Θεέ μου μπορώ να αναφωνήσω!



Kαι μες στης λίμνης τα νερά, όπ’ έφθασε μ’ ασπούδα, 
Έπαιξε με τον ίσκιο της γαλάζια πεταλούδα, 
Που ευώδιασε τον ύπνο της μέσα στον άγριο κρίνο· 
Tο σκουληκάκι βρίσκεται σ’ ώρα γλυκιά κι’ εκείνο. 
Mάγεμα η φύσις κι’ όνειρο στην ομορφιά και χάρη, 
H μαύρη πέτρα ολόχρυση και το ξερό χορτάρι· 
Mε χίλιες βρύσες χύνεται, με χίλιες γλώσσες κραίνει· 
Όποιος πεθάνη σήμερα χίλιες φορές πεθαίνει. 


Μόνο Θεέ μου!

Δεν χρειάζεται ούτε να πω, ούτε να σχολιάσω..

Έφτασε σε μένα σαν ο δημιουργός μιας ποίησης που δεν πεθαίνει.

Με δίδαξε τι σημαίνει εικόνα, τι νόημα, τι αρχιτεκτονική.

Αυτός ο εθνικός που είδε την επανάσταση του γένους σαν μια υπόθεση τόσο δική του όσο ο ύμνος του.



ΡΤΗ ποίηση ορίζεται; Κι αν ναι πως την ορίζετε εσείς;     -Τι σας προβληματίζει περισσότερο στην εποχή μας και ποιο ρόλο έχει ο ποιητής.


ΣΠ: Η Ποίηση είναι μυσταγωγία.

Κι όσο κι αν επικοινωνεί με το πλήθος, πάντα θα είναι μια κρυφή προσήλωση σε μια λατρεία που δεν την ορίζουμε και είναι τόσο αρχέγονη και τόσο ειδωλολατρική που κάνει τον ήλιο πάλι θεό και το θήλυ θεϊκό, εμπνευσμένο με πάθος και έρωτα..

Έρχεται από τον μακρινό τόπο των ψυχών και μας λούζει με τόσο φως που ξορκίζονται οι όποιες μας μελαγχολίες.

Υμνεί και μας μαθαίνει τον έρωτα.

Μας δίνει συνείδηση μιας Αρετής που πρέπει να φτάσουμε.

Κανοναρχεί πάνω στα σκοτεινά πάθη μας- τα ημερώνει.

Για να γίνουμε πιο Δίκαιοι με τον εαυτό μας και τους άλλους.

Μια όμορφη θεά που την πολεμούν οι ανίδεες στείρες πραγματικότητες..


Η εποχή μας έχει τόση αστάθεια που όλους πραγματικά μας φοβίζει.

Είναι το χρήμα που παρα-κυριαρχεί -σε τέτοιο βαθμό πια που βλέπουμε να ξεριζώνονται οι λαοί τόσο εύκολα, να χάνονται οι ζωές με τόση αναλγησία, όλα στον βωμό των αδηφάγων ταμείων που ελέγχουν οι λιγοστοί τραπεζίτες της υφηλίου.

*Φτώχια και πόλεμος.

Πού να χωρέσει κάτι πνευματικό;

Ωστόσο ποίηση γράφεται και θα γράφεται πάντα.

Για να αντισταθούμε, για να αντέξουμε.

Για να ερωτευόμαστε, για να χαρούμε..

Και όσο κι αν μου έρχεται στον νου ο στίχος του Χέλντερλιν " Κι οι ποιητές τι χρειάζονται σ' έναν μικρόψυχο καιρό;"

υπάρχει χώρος γι αυτά τα παράξενα πλάσματα γύρω μας- και υπάρχει και η ανάγκη να μας εκφράζουν..

"τώρα που ο νους απαγορεύεται" που λέει κι ο Ελύτης,

τους έχουμε πιο πολύ ανάγκη.

Αυτούς που δεν οπλοφορούν μα πάντα ιδεοφορούν!


ΡΤ: Στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα ,ποιες είναι οι δυσκολίες του ποιητή, από ποια πράγματα υποφέρει;


Σ.Π: Πέρα απ' τα εκδοτικά δεν νομίζω ότι υπάρχουν άλλου είδους δυσκολίες όπως τις ονομάζετε.

Σήμερα μάλιστα που υπάρχει το διαδίκτυο τα πράγματα είναι πολύ πιο καλά.

Ο ποιητής δημιουργεί το σκηνικό του που έχουν την δυνατότητα να το επισκέπτονται καθημερινά οι ομότεχνοί του ή όποιος κι αν θέλει, απ' όλον τον κόσμο.

Μεγάλη κατάκτηση αυτή.

Μεγάλη πρόσβαση στην πλατφόρμα της επικοινωνίας.

Απλά έχω να πω ότι ο συνετός δημιουργός μόνο με τον εαυτό του πάντα παλεύει.

Με την μοναξιά του που την οργανώνει έως να φτάσει στο κατορθωμένο του..

Και εκεί δεν χρειάζεται βραβεία και ματαιοδοξίες.

Ένας ασκητής που είναι ευτυχισμένος και μόνο που συναντά μέσα του τον λατρεμένο Θεό..


ΡΤ:Στις μέρες μας, με τα τόσα προβλήματα, τη κρίση που βιώνουμε τα τελευταία χρόνια και δεν αναφέρομαι μόνο στην οικονομική κρίση, ο ποιητής παραμένει οραματιστής;


ΣΠΕτι άλλο θα μπορούσε να είναι  ο ποιητής από Οραματιστής και λεβεντόψυχος;

Αν χάσει αυτές του τις ιδιότητες που τον κάνουν ευγενικό, θα γίνει ένας πεζοπόρος που δεν λαχταρά να φτάσει να δει πίσω από την κορυφή του βουνού, τα ωραία παράλια μιας χώρας που είναι ενός άλλου θεού.

Ζει για να στιλβώνει την Αρετή ο αληθινός ποιητής-

Ζει για να μας δίνει τα θεόπνευστα Σύμβολα.


κ.Παρέλη,όπως γράφω παραπάνω, δεν είναι μόνο η οικονομική κρίση που βιώνουμε,που ακόμη και να την  ξεπεράσουμε θα υπάρχουν τα αίτια να ξαναδημιουργηθεί..

στο βάθος της είναι κρίση πνευαμτική, ηθική,κρίση αξιών.

Αυτή  η κρίση πόσο έχει επηρεάσει την λογοτεχνία ως προς την θεματολογία της;Λειτουργεί ως ανασταλτικός παράγοντας?σας έχει επηρεάσει,θετικά ή αρνητικά και κατά πόσο τη σημερινή πολιτικοοικονομική κατάσταση την αποτυπώνετε στη γραφή σας.

ΣΠ:Αν φιλοσοφήσουμε,  νομίζω είναι εύκολο να καταλάβουμε ότι σε κάθε εποχή φαίνεται βουνό η παραμικρή αναταραχή που συμβαίνει, ή η απορρύθμιση της τάξης των πραγμάτων όπως κι αν αυτή πάνω στην κοινωνία υφίσταται.  Είναι όμως έτσι;

Σε όλες τις εποχές υπήρχαν προβλήματα και πάντα θα υπάρχουν. Τα καθεστώτα είναι αδηφάγα και λειτουργούν για τον πλουτισμό των λίγων. Αυτούς, κάτω από τον μανδύα τους, εξυπηρετούν.

Υπάρχει μια προσπάθεια πάντα να χρυσωθεί το χάπι και να είναι εύκολο να ληφθεί από την πλατιά μάζα. Κάστα που κυβερνά της πλουτοκρατίας.

Αυτή θα δημιουργήσει πολέμους αν βολεύουν οι πόλεμοι- Κρίσεις οικονομικές αν βολεύουν οι κρίσεις- Ξεπούλημα των χωρών στην εποχή μας της παγκοσμιοποίησης, αν βολεύει το ξεπούλημα:-

Όλα να είναι αρμοσμένα στο άρμα του πλουτισμού των λίγων..

Οι κρίσεις του πολιτισμού πάντοτε υπήρξαν, έτσι όπως το καταλαβαίνουμε, και πάντα θα υπάρχουν. Αλλά σταμάτησαν ποτέ να γράφονται λογοτεχνικά έργα ή να μην υπάρχουν ζωγράφοι, ή κινηματογράφος ή άλλες μορφές τέχνης; Όχι βέβαια..

Απλά άλλες εποχές είναι πιο παραγωγικές σε Τέχνη και άλλες λιγότερο..

Δεν δέχομαι να υπογράψω καμία κρίση αξιών!!

Οι υλικοί όροι δυστυχώς επηρεάζουν πολύ την παραγωγή της τέχνης αλλά και δεν αποτελούν το κάρβουνο που χωρίς αυτούς η ατμομηχανή δεν κινείται.

Εσείς τι λέτε, ήταν πολύ πλούσιος ο Παπαδιαμάντης; Όχι βέβαια. Μα έγραψε απίθανες σελίδες.. Σκεφτείτε το!!

Τώρα εδώ εγώ θα δω την προσωπική ευθύνη του ατόμου- σαν μονάδα που δρα μες τον χρόνο και επηρεάζεται και επηρεάζει το περιβάλλον του. Αν ασκείς τον εαυτό σου να βλέπει την Ομορφιά θα τον κάνεις να μπορεί να την ανακαλύψει παντού, ακόμη και στα πιο μικρά και ευτελή πράγματα. Είναι αυτά τα ασήμαντα της Σημασίας του Τίποτα που επιμένω.

Η εποχή μας σαφώς και με επηρεάζει και μένα και ασκεί έναν προσανατολισμό και στην γραφή μου και στην θεματολογία μου. Αλλά ξαναρωτώ: μήπως δεν γίνονταν πάντα ναυάγια, δεν υπήρχαν δουλέμποροι, δεν υπήρχαν θρησκευτικοί πόλεμοι, δεν υπήρχαν φυσικές καταστροφές, δεν υπήρχαν αντιπαλότητες; Έλειψαν άραγε ποτέ;

Μας χρειάζεται η Κρίση και να τραβούμε τις κουρτίνες από τα παράθυρα του μυαλού μας, το λέω πάντα αυτό. Ας δούμε και την στάση μας, εμάς των πολιτισμένων δυτικών, όπως θέλουμε να αυτοαποκαλούμαστε, όταν οι χριστιανοί αμερικάνοι και οι σύμμαχοί τους (όλοι μας δηλαδή) σήκωναν τα ωραία τους αεροπλάνα και βομβάρδιζαν το Ιράκ, το Αφγανιστάν, κλπ κλπ.. Δεν είδα τότε από όλους μας την δέουσα ευαισθησία..

Μάλιστα είχαν ωραία υιοθετήσει και τον όρο παράπλευρες απώλειες για να περιγράψουν τις εκατόμβες των θυμάτων που ήταν άμαχοι πληθυσμοί, μανάδες μωρά, γέροντες, που το μόνο κρίμα τους ήταν ότι ήταν στην δίνη του πολέμου, και λιγάκι μουσουλμάνοι παράπλευρα..

Τώρα ας πούμε εμάς μας ενοχλεί το τζιχάντ λες και δεν καταλαβαίνουμε ότι ο ίδιος πόλεμος είναι αυτός όπως την εποχή των Σταυροφοριών, ή της επέλασης των στρατιών του Προφήτη  να σκοτώσει τους άπιστους.. Σ' ευχαριστώ Φύση που με αφήνεις να χρησιμοποιώ ακόμη το μυαλό μου!!

Θρησκεύοντας με τον δικό μου τρόπο, θλίβομαι ιδιαίτερα για όλα αυτά τα γεγονότα που συμβαίνουν γύρω μου και προσπαθώ να τα δω με νηφάλιο νου..

Και όσο μπορώ να τα επεξεργάζομαι και να τα μετουσιώνω, τα περνώ στα ποιήματα μου σαν μηνύματα που θέλουν κάτι να πουν. Τιμώ την ειλικρίνεια με κάθε τρόπο!!

Αυτό ούτε θετικά ούτε αρνητικά δεν με επηρεάζει. Με αγγίζει βαθιά σαν άνθρωπο και σαν λογοτέχνη με στρέφει στο να ψάχνω να βρω τις θαμμένες αιτίες που δεν αφήνουν τον άνθρωπο να φύγει από την αποθηρίωση.. είμαστε πολιτισμένοι ή το ίδιο άξεστοι όσο και οι πρόγονοί μας της εποχής των σπηλαίων;

Απλά με την τέχνη ξορκίζουμε, και καλά κάνουμε και ξορκίζουμε, το Κακό και προσπαθούμε να βοηθήσουμε την Παλαίστρια Ψυχή να μείνει καθαρή και να λάμψει..

Έτσι ας με πλησιάσουν όσοι θελήσουν να με αποκρυπτογραφούν..

ΡΤ:Τι είναι τελικά η ποίηση;Ευχή ή κατάρα;

Σ.Π:Ευχή για αυτόν που την προσλαμβάνει και

Ευθύνη και Πυρ που τον κατακαίει για αυτόν που την θεραπεύει σοβαρά.

Αλλά και ποιος θα ήθελε κάτι από τούτο να αλλάξει;



ΡΤ: Υπάρχει ποίηση για τις μάζες ή η ποίηση απευθύνεται αποκλειστικά σε μια κλειστή ελίτ.

ΣΠ: Υπάρχει το εξής τούτο: ναι μεν η ποίηση γράφεται από μια ελίτ ίσως, που αποτελεί και το μυημένο ιερατείο της αλλά, όταν περάσει το μήνυμά της- και με την προϋπόθεση αυτό να είναι αρκετά φωτεινό και εύληπτο, μπορεί να γίνει κτήμα του κοινού, της μάζας, και να λειτουργήσει με τον συμβολισμό της μες την συνείδηση του κόσμου.

Τότε βέβαια πετυχαίνει και τον υψηλότερο σκοπό της αφού έφτασε να κινεί τις χορδές της κοινωνίας- τότε ο ποιητής στεφανούται..

Η ποίηση δεν ανατρέπει καθεστώτα, που έλεγε κι ο ποιητής αλλά, βέβαια, κάνει τις καρδιές να δονούνται για μιαν ιδέα πιο ευγενική, για μια ανάταση που σκοπεί να εξυψώσει τον άνθρωπο που ζητά νοσταλγικά την θέωσή του..

Κι ό,τι φιλοδοξώ είναι αυτό:   "όσο κακοκουρδισμένο κι αν είναι το όργανο Άνθρωπος, μπορώ να το κάνω να βγάλει γλυκιά μουσική.."  να η έγνοια μου,

να ο φωτεινός πάντα καημός μου…


                                               
 Αντί επιλόγου

 *ΟΤΑΝ ΘΑ ΤΕΛΕΙΩΣΟΥΝ ΟΛΑ ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΓΡΑΦΩ…


Αυτές οι μικρές ψηφίδες που αποτελούν στοιχεία ενός μεγάλου πάζλ, θα φανεί ένας πίνακας που θα καταδεικνύει τον άνθρωπο, το ήθος του, τα όνειρά του, τις προσηλώσεις του και τις ιδέες,- κάτι ανάμεσα σε μεταφυσική και σε πραγματικότητα.

Εκεί ίσως σταθούν αυτοί που διαβάζουν πίσω από τα γεγονότα· ίσως ψάξουν να βρουν το κίνητρο, την αρχέγονη πηγή που γεννά την έμπνευση,- και σε αυτούς θέλω να πω: κυνηγώ και κυνηγιέμαι από το φως της Στιγμής (όπως το λέω αυτό) και εκεί εμμένω ξέροντας την ιερότητα που αφήνει στην αιωνιότητα αυτό το φευγαλέο δευτερόλεπτο που ο άνθρωπος αντικρίζει την φύση με μάτια αδέκαστα, εισπράττοντας μερίδιο από την δίχως τέλος Ομορφιά.

Να που είναι το πρωταρχικό ρυάκι που γεννά την ποίησή μου.

Κι αν κάποιοι βλέπουν σε μένα φρενιασμένους καταρράκτες, τους λέω ότι είμαι ο χημικός ο προσηλωμένος στον τύποH2O που δίνει πάντα γάργαρο νερό.

Είμαι χαρούμενος και υπερήφανος μόνο για την αλήθεια μου και για την τιμιότητά μου επίσης..


 Στρατής  Παρέλης
                     Λάρισα 16.2.2013 
                              <<<<<<<>>>>>>>

Ξεχνώντας να ζω έζησα πιο βαθιά μέσα στην ποίηση-

Όλες μου οι μέρες ήτανε μέρες δακρύων-

Ένας ουρανός που μου χαρίστηκε ήταν ο αλήθεια άλλος-

Εκείνος που τον κατοικούν πουλιά και λόγια των αγγέλων..

                 Παντού

                 Έβλεπα θεούς-

                 Γινόμουν ένθεος

                                                 Οι λέξεις μου

                                                Μύριζαν από μακριά λιβάνι

Έτσι που κάποτε μονολογώντας κι εκμυστηρευόμενος

Σ’ ένα λουλούδι με πλησίασε που ήμουν λυπημένος

Ο Άγιος-Απρίλιος-

Γλύκανε αμέσως η ψυχή και η ματιά μου…


(Ο Άγιος-Απρίλιος- από την ποιητική συλλογή, Της Σημασίας Του Τίποτα..


Ρούλα Τριανταφύλλου:

Έχοντας αυτό το χάρισμα του λόγου, ο Στρατής Παρέλης, θα μας  εκπλήσσει  για πάρα πολλά χρόνια σε αυτό το χώρο των γραμμάτων, της ποίησης .

Σας  ευχαριστώ  πολύ.



                                         






*Ο Στρατής Παρέλης γεννήθηκε,ζει και εργάζεται στην Αθήνα.
Μερικά από τα έργα του:
Έχει εκδώσει ως σήμερα τις ποιητικές συλλογές:
ΦΩΝΗΕΝΤΑ ΘΕΩΝ (2007) Ιδιωτική έκδοση
ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΤΟΞΟΒΟΛΙΑ (2007) Ιδιωτική έκδοση
ΟΣΤΕΟΘΛΑΣΤΗΣ (2008) Ιδιωτική έκδοση
ΒΟΥΕΡΟΣ ΜΑΧΑΛΑΣ (2008) Ιδιωτική έκδοση
ΣΤΙΓΜΙΟΤΥΠΑ ΤΟΥ ΑΚΕΡΑΙΟΥ ΜΥΘΟΥ (2008) Ιδιωτική έκδοση
ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ ΑΝΕΥ (2008) Ιδιωτική έκδοση
ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟ ΤΡΙΑΝΤΑ ΛΟΓΩΝ ΓΙΑ ΑΓΑΠΗ (2008) Ιδιωτική έκδοση
ΧΗΜΕΙΑ ΤΩΝ ΜΕΛΩΔΙΚΩΝ ΛΕΞΕΩΝ (2008) Ιδιωτική έκδοση
ΑΝΑΤΟΛΙΚΑ ΤΩΝ ΑΙΓΑΙΩΝ ΥΔΑΤΩΝ (2008) Ιδιωτική έκδοση
ΟΥΡΑΝΟΚΑΤΕΒΑΤΟΣ ΚΟΣΜΟΣ (2008) Ιδιωτική έκδοση
ΠΑΡΑΘΥΡΑ ΤΗΣ ΜΟΙΡΑΣ (2008) Ιδιωτική έκδοση
ΣΦΡΑΓΙΔΟΛΙΘΟΣ (2009) Ιδιωτική έκδοση
ΠΑΥΣΙΛΥΠΟΝ (2009) Ιδιωτική έκδοση
ΤΗΣ ΣΗΜΑΣΙΑΣ ΤΟΥ ΤΙΠΟΤΑ (2009) Ιδιωτική έκδοση
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΑ ΔΙΑΒΑΣΜΑΤΑ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ (2009) Ιδιωτική έκδοση
ΒΙΒΛΙΟ ΣΥΜΒΑΝΤΩΝ (2009) Ιδιωτική έκδοση
 ΥΛΙΚΕΣ ΣΥΜΠΟΝΙΕΣ
ΠΟΙΗΜΑΤΑ Β
ΠΟΙΗΜΑΤΑ Γ
ΠΟΙΗΜΑΤΑ Δ
ΠΕΡΙ ΟΥ Ο ΛΟΓΟΣ
ΠΟΙΗΜΑΤΑ Ε
ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΣΤ
ΠΟΙΗΜΑΤΑ Ζ
ΟΙΚΑΔΕ