Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Σάββατο, 24 Ιουνίου 2017

Ελεγεία για τον πατέρα μου, που δεν είναι νεκρός "Elegy for my father who is not dead"



Μια μέρα θα σηκώσω το τηλέφωνο
και θα μου πουν ότι ο πατέρας μου είναι νεκρός.
Αυτός είναι έτοιμος.
Μέσα από τη βεβαιότητα της πίστης του, μιλάει
για τον κόσμο πέρα από αυτόν τον κόσμο
λες και η θέση του εκεί έχει ήδη
εξασφαλιστεί. Υποπτεύομαι πως θέλει να φύγει,
αργά αλλά σταθερά - μια νέα επιθυμία
για ταξίδια φουντώνει, μια λαχτάρα
να δει νέους κόσμους. Ή παλαιότερους.
Πιστεύει πως όταν έρθει η ώρα να τον ακολουθήσω
θα με πάρει στην αγκαλιά του και θα γελάσει,
όπως έκανε τη μέρα που έφτασα στον κόσμο.
Δε νομίζω πως έχει δίκιο.
Αυτός είναι έτοιμος. Εγώ όχι. Δεν μπορώ
να πω απλά ένα αντίο χαρούμενα
λες κι αναχωρεί για ένα ταξίδι
που θα κάνει το δικό μου μελλοντικό ταξίδι ασφαλές.
Βλέπω τον εαυτό μου στην προβλήτα, πεπεισμένο
ότι το πλοίο του θα βυθιστεί, ενώ εκείνος ακράδαντα πιστεύει
πως θα τον δω να στέκεται στο κατάστρωμα
και φωνές και νεύματα και Καλώς όρισες.

μετάφραση: Alexandra Sotirakoglou

Παρασκευή, 23 Ιουνίου 2017

[ΓΡΑΦΩ ΕΠΑΝΩ ΣΤΟ ΔΕΙΛΙΝΟ ΤΡΑΠΕΖΙ]

















Γράφω επάνω στο δειλινό τραπέζι πατώντας δυνατά τη γραφίδα μου στο στήθος του το σχεδόν ζωντανό, που σαν αναθυμάται το γενέθλιό του δάσος κλαίει και οδύρεται. Το μαύρο μελάνι ανοίγει τα μεγάλα φτερά του. Η λάμπα εκρήγνυται και μανδύας θρυμματισμένων κρυστάλλων καλύπτει τα λόγια μου. Κάποιο θραύσμα ακονισμένο από το φως μού κόβει το δεξί μου χέρι. Συνεχίζω να γράφω με τούτο το απομεινάρι του χεριού μου απ’ όπου εκπορεύονται ίσκιοι. Η νύχτα μπαίνει στο δωμάτιο, ο τοίχος μπροστά μου και απέναντι προτείνει το ρύγχος του, τεράστια δε αέρινα τύμπανα παρεμβάλλονται μεταξύ χαρτιού και γραφίδας. Αχ, και μια μόνο μονοσύλλαβη λέξη θα έφτανε για ν’ ανατινάξει τον κόσμο ολόκληρο. Τούτη τη νύχτα όμως δεν υπάρχει πια χώρος ούτε καν για μια λέξη παραπάνω.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
http://alonakitispoiisis.blogspot.gr/

Πέμπτη, 22 Ιουνίου 2017

Άσμα ερωτικό



Alberto Girri
Άσμα ερωτικό

Εδώ κείμαι με τη σκέψη μου σε σένα:
Η κηλίδα του έρωτα
απλώνεται πάνω απ’ τον κόσμο!
Κίτρινη, κίτρινη, κίτρινη
ροκανίζει τα φύλλα, 
αλείφει με ζαφορά 
τα κερασφόρα κλαδιά που γέρνουν
βαριά
κόντρα σ’ έναν λείο, πορφυρό ουρανό.
Δεν υπάρχει φως,
μόνο μια παχύρευστη κηλίδα μελιού
που σταλάζει από φύλλο σε φύλλο
κι από κλαδί σε κλαδί
θαμπώνοντας τα χρώματα
ολόκληρου του κόσμου • 
εσύ πέρα 'κει μακριά
κάτω απ' της δύσης το κόκκινο κρασί !

(μετάφραση: Στέργιος Απ. Ντέρτσας)
http://argentinoi-poihtes.blogspot.gr/2017/06/alberto-girri.html

Δευτέρα, 19 Ιουνίου 2017

ΤΟ ΝΑ ΣΩΠΑΙΝΕΙΣ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΜΟΥΣΙΚΗ











ΤΟ ΝΑ ΣΩΠΑΙΝΕΙΣ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΜΟΥΣΙΚΗ


Το να σωπαίνεις ίσως είναι μουσική,
μια μελωδία αλλιώτικη,
με νήματα κεντημένη απουσίας
στην ανάποδη κάποιου ξένου εργόχειρου.

Η φαντασία είναι του κόσμου η αληθινή ιστορία.
Φως πατημένο, φως από κάτω.
Η δε ζωή πετιέται μεμιάς απροσδόκητη
μέσ’ από μια κλωστή λασκαρισμένη.

Το να σωπαίνεις ίσως είναι μουσική,
ίσως όμως είναι και το κενό ακόμα,
αφού το γεγονός ότι μιλάμε
έρχεται και το γεμίζει ίσαμε πάνω,
το ξεχειλίζει.

Το να σωπαίνεις όμως είναι ίσως πότε-πότε
και του ίδιου εκείνου του κενού η μουσική.





Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
http://alonakitispoiisis.blogspot.gr/

Ἀλαφροΐσκιωτος (1907)








Γυρισμός


Ὕπνος ἱερός, λιονταρίσιος,

τοῦ γυρισμοῦ, στὴ μεγάλη

τῆς ἀμμουδιᾶς ἁπλωσιά.

Στὴν καρδιά μου

τὰ βλέφαρά μου κλεισμένα·

καὶ λάμπει, ὡσὰν ἥλιος, βαθιά μου...

Βοὴ τοῦ πελάου πλημμυρίζει

τὶς φλέβες μου·

ἀπάνω μου τρίζει

σὰ μυλολίθαρο ὁ ἥλιος· 10

γεμάτες χτυπάει τὶς φτεροῦγες ὁ ἀγέρας·

ἀγκομαχάει τὸ ἄφαντο ἀξόνι.

Δέ μου ἀκούγεται ἡ τρίσβαθη ἀνάσα.

Γαληνεύει, ὡς στὸν ἄμμο, βαθιά μου

καὶ ἁπλώνεται ἡ θάλασσα πᾶσα -


Σὲ ψηλοθόλωτο κύμα

τὴν ὑψώνει τὸ ἀπέραντο χάδι·

ποτίζουν τὰ σπλάχνα

τὰ ὁλόδροσα φύκια,

ραντίζει τὰ διάφωτη ἡ ἄχνα 20

τοῦ ἀφροῦ ποὺ ξεσπάει στὰ χαλίκια·

πέρα σβήνει τὸ σύφυλλο βούισμα

ὁποῦ ξέχειλο ἀχοῦν τὰ τζιτζίκια.

Μιὰ βοὴ φτάνει ἀπόμακρα·

καὶ ἄξαφνα,

σὰν πανὶ τὸ σκαρμὸ ποὺ ἔχει φύγει,

χτυπάει· εἶν᾿ ὁ ἀγέρας ποὺ σίμωσε,

εἶν᾿ ὁ ἥλιος ποὺ δεῖ μπρὸς στὰ μάτια μου

- καὶ ὁ ἁγνὸς ὄχι ξένα τὰ βλέφαρα

στὴν ὑπέρλευκην ὄψη του ἀνοίγει. 30


Πετιῶμαι ἀπάνω. Ἡ ἀλαφρότη μου

εἶναι ἴσια με τὴ δύναμή μου.

Λάμπει τὸ μέτωπό μου ὁλόδροσο,

στὸ βασίλεμα σειέται ἀνοιξάτικο

βαθιὰ τὸ κορμί μου.

Βλέπω γύρα. Τὸ Ἰόνιο,

καὶ ἡ ἐλεύτερη γῆ μου!

(ἀπὸ τὸν Λυρικὸ Βίο, A´, Ἴκαρος 1965)
Ἡ Χρυσόφρυδη

Χρυσόφρυδη· σὲ κέρδισα 820

στορώντας παραμύθια,

ἀκοίμητος νυχτόημερα,

στὴ γλαυκομάτα ἀλήθεια·

ποῦ ἔστησε αὐτὶ προσεχτικό,

στὸ μέτωπό μου ἐκάρφωσε

τὰ μάτια της ἀσάλευτα,

ἐκεῖ ποὺ φλέβες δυὸ

σμίγουν τὴ βρύση τῆς φωτιᾶς

μὲ τῆς πηγῆς τὸ κρύο·

ποὺ χαμογέλασε βαθιά 830

κ᾿ εἶπε: «Ὦ καλέ, πῶς χαίρονται

τὰ φρένα μου, ἡ ψυχή σου

τὴν κλήρα ποὺ ἀκολούθησε

- κ᾿ εἶναι βαθιὰ δική σου -

τοῦ ἀσύγκριτου ἄντρα ποὺ ἤτανε

σ᾿ ὅλα βαρύς, μεγάλος,

στὴν πράξη ἦταν πολύγνωμος,

στὸ μύθο ὡς κανεὶς ἄλλος!»


Τῶν ἀντρειωμένων ὄνειρο,

χρυσόφρυδη, σὲ κέρδισα, 840

κι ἄλλος δὲν εἶναι βύθος,

σ᾿ ἕνανε νοῦν ἐλεύτερο

ποὺ ἀπάνω-ἀπάνω θρέφεται

στὴν πλάση, ὅσον ὁ μύθος

γλυκός: τὸ δέντρο τὸ ἠχηρό,

ποὺ ξεκρεμάει καὶ βάνει

- ὢ πλάτανος χιλιόχρονος! -

τὸ κρύο φλασκί του ὁ πιστικός,

ὁ ἀργάτης τὴ φλοκάτα του,

τὸ θρέφει πάντα ὁ κεραυνός, 850

σειέται στὸ θρό του ὁ οὐρανός,

καὶ πάντα ρίζες πιάνει.

Χρυσόφρυδη· σὲ κέρδισα

μὲ μάγια καὶ πλανέματα

πολλὰ καὶ παραμύθια.

Στὸ χάδι ἐπαραδόθηκες

τὸ ἀντρίκειο· σοῦ ἐξεκούμπωσα

τὴ ζώνη, καὶ τὰ στήθια

ἀκόμα σου ἦταν ἄγουρα·

δὲν πήδησεν ἡ στάλα 860

- σημάδι ὑγειᾶς ἀλάθευτον -

ποὺ θὰ μᾶς θρέψει ἕναν ὑγιὸ

μὲ τῆς ἀντρείας τὸ γάλα.


Καὶ πιὰ δὲ σ᾿ ἄγγιξα. Ἔμεινα,

κι ἀκούμπησα στὰ γόνατα

τ᾿ ὁλόδροσο κεφάλι·

τὰ μάτια μου ἐδιαβαίνανε

τῆς πλάσης τὸ κρουστάλλι,

ἢ σιωπηλὸς ἐκοίταζα,

σὲ μιὰ βαθιὰ ἀναγάλλια, 870

τὸ χέρι σου ὡς ἐτίναζε

μ᾿ ἕνα μεγάλο σάλεμα

τὰ θεοτικά, ὢ θαμπώματα!

μαλλιά σου ὡς στ᾿ ἀστραγάλια.

K᾿ ἔβλεπα, πάντα σιωπηλός,

στὴν ἀκατάφλογη φωτιὰ

τὸ θεῖο κορμὶ νὰ ντύνεις,

ποὺ ἀκοῦς τὸ τρίσβαθο ὄνειρο

νὰ λαχταράει στὰ σπλάχνα σου,

κι ἀπὸ τὸ κλάμα, τῆς χαρᾶς 880

ποὺ κλαῖς, διψᾶς καὶ πίνεις!


Χρυσόφρυδη, χρυσόφρυδη,

ὦ κρύα κερύθρα ἀμαύλιστη,

σὲ μιᾶς κορφῆς κλεισμένη

τὴν ἀγερόχρωμη σπηλιά,

ἀπὸ θυμάρι, ἀπὸ λυγιὰ

καὶ δρόσο μαζεμένη!

Τὴν κρύα κορφὴν ἀνέβηκα,

μὲ μπόρες καὶ μὲ χιόνι,

μὲ καλοσύνες τρίσβαθες, 890

τόσο ἀλαφρὸς καὶ διάφωτος

πὄλεα τὰ κρύα μου τὰ νεφρὰ

πὼς ὁ οὐρανὸς τὰ ζώνει.


Κι ὅλα τὰ φίδια ἐγήτεψα

ποὺ ἡ ἄνοιξη μὲ πότισε,

καὶ τὰ πουλιὰ τῆς πλάσης.

Ὦ πλάση, κι ἀπὸ ποιὸ πουλὶ

μπορεῖς νὰ μὲ γελάσεις,

ποὺ τῆς φωνῆς τους μάζωξα

σ᾿ ἕνα γυαλὶ τὴ στάλα 900

σὰ δάκρυο τῆς κληματαριᾶς,

σὰν πεύκου ἡ κέδρου δάκρυσμα,

κι ἀνέβηκα ὅλη τοῦ βουνοῦ,

ζητώντας σᾶς, τὴ σκάλα !

Τῆς στεφανούδας τὸν ψιλὸν ἀχό,

τὸ ἀνάριο λάλημα,

τὴ γαληνὴ ἀνυφάντρα,

ὅλα, ἀπ᾿ τ᾿ ἀηδόνια τ᾿ ἄκουσα

ὡς τὴ γοργὴ γαλιάντρα,

ὡς τ᾿ ἄγριο τ᾿ ἀχνοπράσινου 910

τοῦ ἀτσάραντου μεθύσι,

ποὺ τὸ λαρύγγι, ἀπ᾿ τὸ βαθὺ

κι ἀκράτητον ἀνάβρυσμα,

λογιάζεις πὼς θὰ σκίσει!

Ὅλη τη σκάλα τῶν πουλιῶν,

ὁποῦ περνάει σὰ σύννεφο,

σὰν πέπλος ἀριαπλώνεται,

μαζώνεται καὶ χύνεται

σαγίτες στὸν ἀέρα·

ὅλη τὴν ἀνεμόσκαλα. 920

Ἴσαμ᾿ ἐσέ, ὦ κορφόσκαλο,

ἴσαμ᾿ ἐσέ, ὦ φλογέρα !


Γιὰ ν᾿ ἀνεβῶ τὴν κρύα κορφὴ

- ὦ κρύα τοῦ πόθου ῥεῖθρα ! -

γιὰ σένανε, ὦ ἀμαύλιστη

τοῦ βράχου κρύα κερήθρα,

ποὺ σπᾶς τὰ δόντια σὰ γυαλὶ

ἀπ᾿ τὴν πολλὴ τὴν κρυάδα

- μὰ τὰ δικά μου ἀστράψανε

σὲ ὑπέρλευκο χαμόγελο, 930

κ᾿ ἔλαμψεν, ὡς σὲ γεύτηκε,

διπλᾶ ἡ λευκὴ λαμπράδα.

Σὰν τὸ χαλίκι ὁποῦ μακριὰ

ἀπὸ τὸ πέλαο σβήνει,

μά, μέσα, λάμπει, δείχνεται,

τὴν ἀστραψιά του χύνει...

Μεγαλομάτα· ἕναν ὑγιὸ

νὰ δώσω σου ὀνειρεύομαι,

κι ὁ πόθος ποὺ μὲ ζώνει

μοῦ σφίγγει γύρα τὰ νεφρά 940

σὰν πάγος καὶ σὰ χιόνι.


Χρυσόφρυδη· ἄσε στ᾿ ὄνειρο

τὸ νοῦ μου νὰ βυθίσω,

στὰ γόνατά σου γέρνοντας·

ἄσε τὸ μῆλο τοῦ Μαγιοῦ

στὸν ἥλιο νὰ γυρίσω,

σὰν παπαρούνα κόκκινο

νὰ γένει, καὶ ν᾿ ἀρχίσει

μέσα του ἡ σάρκα ἀνάλαφρα

νὰ δέσει καὶ ν᾿ ἀφρίσει ! 950

νὰ δέσει ἀπὸ τὰ στήθια σου

σὰ στὸ σταφύλι ἡ ρώγα,

κι ὡστόσο, βασιλόθωρη,

ἀπὸ τὸ ῥόδι ποὺ ἄνοιξα

τὸ μέγα, τὰ ῥουμπίνια του

νὰ δείξει, ἀσταχολόγα!

Καὶ χαμογέλα! Τὸ κορμὶ

στὸν πόθο ἂς γένει διάφωτο,

σὰν τὰ σπειριά του μέσα

καὶ τὸ αἷμα ἂς λάμπει καθαρό 960

σὰν τοῦ ροδιοῦ, τὴ σάρκα σου

σὰν τὸ κρουστάλλι διάφωτη

νὰ φέγγει σου ἡ ἀνέσα.


Νὰ σμίγει ὅπως στὸν ξάστερο

γιαλὸ τὸ ἀγέρι μέσα σου,

ποὺ τρίσβαθα ἀνασαίνει.

Κάτου κοιτᾶς, κι ἀπ᾿ τὸ βυθό,

καθὼς κοιτᾶς, ἡ ἀνάσα σου

στὸ νοῦ βαθιὰ ἀνεβαίνει...

Καὶ πῆρα στῆς χρυσόφρυδης 970

τὰ γόνατα τὸ ἀλάφρωμα

τοῦ ὀνείρου· κ᾿ ἦταν ξάστερο

τὸ κρύο γλαυκὸ ἀπὸ πάνω μου,

ἤτανε γύρα μου ὁ γιαλὸς

κι ὁ οὐρανὸς καὶ τὰ βουνά,

καὶ μέσα μου· κι ἀρχίνησε

βαθιὰ ἡ καρδιὰ ν᾿ ἀλλάξει,

ποὺ ἄκουσα ξάφνου τὴ βροντὴ

τὴ γνώριμη ποὺ ἐκύλησε,

κ᾿ εἶπεν: «Ὦ ἀλαφροΐσκιωτε, 980

σηκώσου· ἐσὺ τὸ σάρκωσες

τὸ τάμα - καὶ καρδιὰ καὶ νοῦς -

κ᾿ ἐσὺ τό ῾χεις ἀδράξει.

Ποιὸς ἀντρειωμένος θὰ στηθεῖ

καὶ θὰ τὸ δέσει ὁλόφωτο

σὲ Λόγο καὶ σὲ Πράξη;»


Καὶ ξύπνησα. Μοῦ φάνηκεν

ὅλος σὰν πνέμα ὁ οὐρανός,

κι ἀπάντησα: «Τὴ γέννα μου,

στὰ κρύα βουνὰ τὴν κήρυξες 990

καὶ στὴ μεγάλη πλάση.

Ἂν εἶμ᾿ ὁ ἀλαφροΐσκιωτος,

καὶ μέσα μου ἡ ἀστροφεγγιὰ

τῆς γῆς ἔχει γελάσει,

κράξε· ἀλαφριά, ὦ πανάρχαιον

αἰώνιον πνέμα, μέσα μου

ἀκόμα εἶν᾿ ἡ ὁρμή μου·

μὲ τὴ ζωὴ ἂν μὲ μάγεψες

καὶ μὲ καλεῖς ψηλότερα,

ἐδῶ εἶναι τὸ κορμί μου! 1000

Ἐμέ, ἀγριοπερίστερον

εἶν᾿ ἡ ἀθωότη μου· κι ὁ ἀϊτὸς

τὴν ξέρει καὶ τὴ χαίρεται.

K᾿ ἔχω ἀγναντέψει πάλι,

ν᾿ ἀράξω τὶς φτεροῦγες μου,

νὰ γαληνέψω, μιὰ βαθιὰν

ὁλόφωτην ἀβάλη.


Θέλω ἀπὸ κεῖ - καὶ τὰ νεφρὰ

σφιχτότερα θὰ ζώσω -

στὰ πέλαγα, ὡς τὴν ἡσυχία 1010

κι ὅλη τη γλύκα ἀντρώσω,

νὰ δοκιμάσω τὸ παλιό,

ποὺ μὄφεραν οἱ χρόνοι

καὶ ποὺ σκεπάζει το ἡ καπνιά,

τόξο, ποὺ ἐλάλει του ἡ χορδὴ

ἀπ᾿ τ᾿ ἄγγιγμα τοῦ ἀσύγκριτου,

σὰ νά ῾ταν χελιδόνι!

Θέλω νὰ δράμει ἡ θεία βροντή,

μηνύτρα ὡς ἀπὸ σύγνεφο,

στὰ κορφοβούνια ἀπόξω, 1020

καὶ νὰ χτυπήσω, ἀλάθευτος,

κατάκαρδα τὸν Ἄνθρωπο

μὲ τὸ δυσκολολύγιστο,

βαρὺ τοῦ στίχου τόξο!


Θέλω ν᾿ ἀφήσω τὴ βαθιὰ

κι ἀνάλαφρη λαχτάρα

κλήρα σ᾿ ἀσύγκριτον ὑγιό,

ἢ νὰ τοῦ ρίξω ὡς κεραυνὸ

στὴ σάρκα μία κατάρα,

καὶ νὰ τοῦ πῶ: «Σφίξε καλὰ 1030

τὴ ζώνη, ἀλαφροπάτητος

νὰ γένεις, καὶ τριγύρα σου ὅλ᾿ ἡ φύση,

στὴ βούλησή σου ὁλόφωτη,

θὲ νά ῾ρτει, ἄκρατη λεβεντιὰ

τὴ σάρκα νὰ σοῦ ντύσει·

καὶ τὸ κορμὶ στὸ λογισμὸ

θ᾿ ἀδρώσει, γιὰ νὰ ζήσει

σὰ θὰ ριχτεῖ στὸ πάλεμα,

στὸ ἀντρίκειο χαροπάλεμα,

τὶς τραχιὲς γνῶμες μ᾿ ἀλαφρὴ 1040

καρδιὰ γιὰ νὰ ζυγίσει.

Κι ὡς στήσεις παντοδύναμα

στὴ γῆ ἱερὴ τὰ χέρια,

στὴ νίκη καὶ στὸ λύτρωμα,

θὰ σοῦ χαλκέψω ἐγὼ φτερὰ

κι ἀπὸ τὸν ἥλιο ἀσύντριφτα,

γιὰ ν᾿ ἀνεβεῖς, κι ἀγνάντια του

νὰ ὑψώσεις τὴν ἀδάμαστη

καρδιά μου μὲς στ᾿ ἀστέρια !» 1049

(ἀπὸ τὸν Λυρικὸ Βίο, A´, Ἴκαρος 1965)
Ὁ Βαθὺς Λόγος

K᾿ ἕνας ἀπ᾿ ὅλους μοῦ ἔφεξε

κι ἀκόμα φέγγει λόγος. Καὶ ἡ ψυχή μου

στὴν πλάση μέσα τὸν ἀλήθεψε -

καί, νὰ μπεῖ

στὸ νόημα σύγκορμη καὶ πρίν, ἀκέρια ἐστάθη.


Ὡς ἕνα στύλο ἕνας σεισμός,

τὴ ζύγιασε, τὴν ἔστησε,

σὰν κυπαρίσσι ρίζες ἄδραξε ἀπ᾿ τὰ βάθη.

K᾿ ἦταν ὁ λόγος τοῦ Ὀδυσσέα 100

στοῦ τραγῳδοῦ τὸ νοῦ,

ποὺ τρίσβαθα

τοῦ ραψῳδοῦ τοῦ ἐμίλει ἡ ἁρμονία

μπρὸς στὸ γιγάντειο πόνο τοῦ Αἴαντα

καὶ τὴν ἱερὴ μανία.


Καὶ πιὸ μεστά,

σὰ νὰ μοῦ ἀλάφρωνε

φλέβα νεροῦ ἀγερόλαμπρου

τὴ δέντρινη κορμοστασιά μου,

ἀνέβηκε ἄδιψα, 110

ἀλαφρά, τὴ φυλλωσιά μου·

μ᾿ ἔθρεψε τὸ ἀλαφρὸ νερὸ

καὶ τὸ ἀλαφρὸ τὸ χῶμα,

καὶ ἴσια

ἡ Βούλησή μου ἀπάνω ὑψώθηκε,

σὰν τὰ μεστά, τὰ ἐφτάψηλα,

μὲ τὰ κυπαρισσόμηλα

γεμάτα κυπαρίσσια!

«Εἴδωλα εἴμαστε καὶ ἴσκιοι.»

Τὸ λόγο ποὺ ἀχνίζει τὴν πράξη, 120

γιὰ νύχτες, γιὰ μέρες,

ψηλὰ στὰ βουνά,

ὅπου ἀπάτητοι δρόμοι,

στὸν βαθιὸν ἐλαιώνα

ποῦ οἱ ἄγραφοι νόμοι

πάντα ἀστράφταν μπροστά μου,

τὸν ἔφερα. Ἡ τρίσβαθη γνώμη

τώρα ἀντρίζει βαθιὰ τὰ ἥπατά μου.


Ἀνέβηκα - φίλος

ἀνήφορων - ὄλες 130

τὶς κορφὲς ποὺ ἀγναντεύουν τὰ πέλαγα,

γαληνὴ ἄγγιξε ὅλα ἡ ὁρμή μου:

τὸ γεράκι ποὺ ἐπέρνα,

τὸ σύννεφο στὸν ἀγέρα,

τὸ διάστημα

ποὺ εἶχε ζώσει βαθιὰ τὸ κορμί μου.

Πόσο φῶς ἐποτίστηκεν

ἡ κρυφὴ δύναμή μου!

Καὶ - ὄχι καύχημα ἀνίερο -

σὲ πηγὲς δαφνοσκέπαστες 140

ἤπια ἐγώ, καὶ στὴ στέρνα.

Τὴ ματιὰ καὶ τὴ ράχη μου

λαιμὸς βέβαιος

καὶ βέβαιο

τὸ ποδάρι ἐκυβέρνα.


Καὶ εἶπα, ὅλα γύρω βλέποντας:

«Νησί,

ἀβασίλευτη στὸ πέλαο δόξα,

ὦ ῥιζωμένο

στὸ πολύβοο διάστημα, 150

καὶ στοῦ Ὁμήρου τὸ στίχο

λουσμένο,

βυθισμένο στὸν ὕμνο!





Δάσο ὅλο δρῦ στὴν κορφή σου,

σιδερόχορδη ἀνάβρα

ποὺ ἀχνίσαν τὰ σπλάχνα μου ἀπάνω

ὁλοκαύτωμα θεῖο,

καὶ ἡ ἄκρη σου τρέμει σὰ φύλλο,

μέσα βροντάει ὁ Λευκάτας,

μαζώνεται ἡ μπόρα, 160

ξεσπάει μὲς στὸ θεῖον ἐλαιώνα,

τρικυμίζει τὸ πέλαο,

νησί μου·

ἄλλη θροφὴ ἀπὸ τὴ θροφή μου

δὲ θὰ βρῶ,

ἀπ᾿ τὴν ψυχή μου ἄλλη ψυχή,

ἄλλο κορμὶ ἀπὸ τὸ κορμί μου.


Ἀλλοῦ οἱ ναοὶ κι ἀλλοῦ οἱ θεοί.

Μοῦ ἀστράφτει γύρω τῶν ἡρώων ἡ μοίρα.

Τὴ μοναξιὰ στὴ δύναμή μου ὑπόταξες. 170

Τῆς γλαυκομάτας ἡ ἔγνοια μου εἶναι κλήρα!

Τοῦ νοῦ τὸ νόμο στὰ βουνά,

στὸν κάμπο, ὁλοῦθε βρῆκες.

Νά, ἡ ἀγριλίδα ξεπηδάει

κλαδιὰ γιὰ ὅλες τὶς ἄγνωρες

καὶ τὶς μεγάλες νίκες!»


(ἀπὸ τὸν Λυρικὸ Βίο, A´, Ἴκαρος 1965)






http://users.uoa.gr/~nektar/arts/tributes/aggelos_sikelianos/alafroiskiwtos.htm

Σάββατο, 17 Ιουνίου 2017

Ρήμα το Σκοτεινόν


Eίμαι άλλης γλώσσας, δυστυχώς, και Hλίου του Kρυπτού ώστε
Oι όχι ενήμεροι των ουρανίων να μ' αγνοούν. Δυσδιάκριτος
Kαθώς άγγελος επί τάφου σαλπίζω άσπρα υφάσματα
Που χτυπιούνται στον αέρα και μετά πάλι αναδιπλώνονται
Kάτι να δείξουν, ίσως, τα θηρία μου τα χωνεμένα ώσπου τελικά
Nα μείνει ένα θαλασσοπούλι τ' ορφανό πάνω απ' τα κύματα
Όπως και έγινε. Όμως χρόνια τώρα μετέωρος κουράστηκα
Kι έχω ανάγκη από γης που αυτή μένει κλειστή και κλειδωμένη
Mάνταλα πόρτες κρυφακούσματα κουδούνια· τίποτε. A
Πιστευτά πράγματα μιλήστε μου! Kόρες που εμφανιστήκατε κατά
καιρούς
Mέσ' απ' το στήθος μου κι εσείς παλαιές αγροικίες
Bρύσες που λησμονηθήκατε ανοιχτές μέσα στους αποκοιμισμένους
κήπους
Mιλήστε μου! Έχω ανάγκη από γης
Που αυτή μένει κλειστή και κλειδωμένη
Έτσι κι εγώ, μαθημένος όντας να σμικρύνω τα ιώτα και να
μεγεθύνω τα όμικρον
Ένα ρήμα τώρα μηχανεύομαι· όπως ο διαρρήκτης το αντικλείδι του
Ένα ρήμα σε -άγω ή -άλλω ή -εύω
Kάτι που να σε σκοτεινιάζει από τη μία πλευρά εωσότου
H άλλη σου φανεί. Ένα ρήμα μ' ελάχιστα φωνήεντα όμως
Πολλά σύμφωνα κατασκουριασμένα κάππα ή θήτα ή ταυ
Aγορασμένα σε συμφερτικές τιμές από τις αποθήκες του Άδη
Eπειδή, από τέτοια μέρη ευκολότερα
Yπεισέρχεσαι σαν του Δαρείου το φάντασμα ζωντανούς και
πεθαμένους να κατατρομάξεις
Eδώ βαρεία μουσική ας ακούγεται. Kι ανάλαφρα τα όρη ας
Mετατοπίζονται. Ώρα να δοκιμάσω το κλειδί. Λέω:
κ α τ α ρ κ υ θ μ ε ύ ω
Eμφανίζεται μεταμφιεσμένη σε άνοιξη μια παράξενη αγριότητα
Mε παντού βράχια κοφτά κι αιχμηρά θάμνα
Ύστερα πεδιάδες διάτρητες από Δίες κι Eρμήδες
Tέλος μια θάλασσα μουγγή σαν την Aσία
Όλο φύκια σχιστά και ματόκλαδα Kίρκης
Ώστε λοιπόν, αυτό που λέγαμε "ουρανός" δεν είναι· "αγάπη" δεν·
"αιώνιο" δεν. Δεν
Yπακούουν τα πράγματα στα ονόματά τους. Πλησιέστερα του
σκοτωμού
Kαλλιεργούνται οι ντάλιες. Kι ο βραδύς κυνηγός μ' αιθερίου
θηράματα
Eπιστρέφει κόσμου. Kι είναι πάντοτε -φευ- νωρίς. Aχ
Δεν υποψιαστήκαμε ποτέ πόσο υπονομευμένη από θεότητα είναι
H γη· τι χρυσός ρόδου αέναου της χρειάζεται ν' αντισταθμίζει
Tο κενό που αφήνουμε, όμηροι όλοι εμείς μιας άλλης διάρκειας
Που η σκιά του νου μάς αποκρύπτει. Aς είναι
Φίλε συ που ακούς, ακούς της ευωδιάς των κίτρων
Tις μακρινές καμπάνες; Ξέρεις τις γωνιές του κήπου όπου
Eναποθέτει τα νεογνά του δειλινός ο αέρας; Oνειρεύτηκες
Ποτέ σου ένα καλοκαίρι απέραντο που να το τρέχεις
Mη γνωρίζοντας πια Eρινύες; Όχι. Nα γιατί καταρκυθμεύω
Που οι βαριές υποχωρούν αμπάρες τρίζοντας κι οι μεγάλες θύρες
ανοίγονται
Στο φως του Ήλιου του Kρυπτού μια στιγμούλα, η φύση μας η
τρίτη να φανερωθεί
Έχει συνέχεια. Δε θα την πω. Kανείς δεν παίρνει τα δωρεάν
Στον κακόν αγέρα ή που χάνεσαι ή που επακολουθεί γαλήνη
Aυτά στη γλώσσα τη δική μου. Kι άλλοι άλλα σ' άλλες. Aλλ'
H αλήθεια μόνον έναντι θανάτου δίδεται.
Ελύτης Oδυσσέας
William Blake , Clarity Shines

Πέμπτη, 15 Ιουνίου 2017

ΓΥΝΑΙΚΑ ΑΚΑΤΟΙΚΗΤΗ



Από ρόδα χορτάτη και τραγούδι,
κόντρα στην αρχή της ύπαρξής σου υποκινείς
μιαν ανάμνηση χειλιών ναυαγισμένη
και τη ντροπαλή εχθρότητα
τού βιαστικού και πτητικού αρώματος
κάτω από την ταυτόσημη σιωπή
στην άχρηστή ηρεμία της παρθενιάς σου
της έρημης.
Αλλάζεις εκτός χρόνου· ξέρεις όμως ότι
αφήνεσαι στην εγκατάλειψη, υποτάσσεσαι
σαν λουλούδι στη θάλασσα,
ασχέτως αν στα χείλη σου ανάμεσα πετάει το τραγούδι,
και η κούρασή σου επιμένει νά ’ναι μες στον κόσμο·
όπως και η σκληρή μοναξιά των αισθημάτων σου:
άθροισμα έρωτος και δακρύων
που πλημμυρίζουν τους παλμούς μου
σε τούτη τη μάταιη αίσθησή μου
να σε νιώθω σε αγωνία.
Αντιστέκεσαι μόνο στον έρωτα και σε συντηρεί
η ανίκητη ελπίδα του κορμιού μου,
σάμπως για να σε τουμπάρει
όποτε κλείνεις τα μάτια και στον εαυτό σου τον ίδιο·
αντέχεις στο χάδι που θα σε κάνει ακίνητη,
κι έπειτα θα σαλπάρεις προς το μέρος μου και θ’ αμυνθείς,
χωρίς καν να σε ξέρω,
ακατοίκητο άνθος και τσαλακωμένο εσύ τραγούδι,
γυναίκα εξαγορασμένη από τον κόσμο
και καμωμένη άγαλμα απελπισμένο κάποιον χειμώνα.

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Τετάρτη, 14 Ιουνίου 2017

10 ποιήματα Του Στρατή Παρέλη // *




Με την κιμωλία της Αλήθειας γραμμένα λόγια και χρώματα
που δεν παραβιάζουν το αγαθό της ελευθερίας.

Συμβαίνουν μέσα μας όλα, συμβαίνει
κατιτί που είναι πιο βαθύ απ’ το δάκρυ και πιο απύθμενο
από τον πιο πικρό καημό.

Ζούμε υφαρπάζοντας παντί τρόπω ιδέες που ανήκουν
στο σύμπαν- όπως
ανήκει πάντα κι είναι ασύνορη
η πονεμένη μας καρδιά..


Η Παρασκευή είναι απάντηση στον θόρυβο της εβδομάδας
που πέρασε. Μένει ζορισμένη και χωρά την υπομονή μας προτού ξεφουσκώσει
περίτρανα. Ο κόσμος καθωσπρέπει σιωπηλός.
Αποκρυπτογραφεί το θάρρος που θα είχε αν…
Όλα αλλιώτικα συντελεσμένα.
Τεθνεούσης της ελπίδας μας, η λύπη νάτην έρχεται.
Μυρμηγκάκια που κυνηγάμε το σπυρί και άρτος ου ευρεθήσεται.
Κλάψε κάτω από το λυγισμένο στάχυ μελαγχολικό παιδί μου
Κλάψε κάτω από το λυγισμένοι στάχυ, απόψε!


Το πρώτο φεγγάρι είναι έγκλημα
Πάντα. Το δεύτερο
Ακούγεται ψυχρό πίσω απ’ τις καλαμιές- όπως ηχείο πόνου.
Ο ουρανός κλέβει παράσταση από τα άστρα και θεσπίζει νόμισμα ευκρίνειας πίσω
από την τζαμαρία σου που βάλει κατά τον Νοτιά.
Μακρινή είσαι, κι όμως κοντά μου!
Σιδερώνεις τα ασπρόρουχα των ονείρων σου και ποθείς να στρέψει η γη κατά τον Έρωτα
που στύλωσε το σύμπαν στις φτερούγες των αγγέλων..


Ανοίγω μια σελίδα που χαμογελά·
Παράγραφο την παράγραφο στοιχειοθετώ την ερωτική πανδαισία·
Λαλεί καλλικέλαδα ο Μάιος
Υποψιάζομαι ευτυχίες πίσω από το γλαφυρό γαρίφαλο, ένα τριαντάφυλλο αδημονεί
Να με σκλαβώσει-
Απελευθερώνομαι πίσω από τις λέξεις που μιλούν ευμάρεια των αισθημάτων και εύοσμη παρουσία..


Υπάρχουν οι μύθοι..
Άνοιξε το φως και πολέμα να ζήσεις ωφέλιμα.
Καθαρά ύδατα διαλέγει η αντανάκλαση,
Αποστήθισέ την και μείνε αγνός όπως οι μέρες προχωρούν και οξειδώνουν
Το φθαρτό, μελαγχολικό κουρασμένο σαρκίο σου..


Καθέτως διοικούμε- κι η βροχή
Καθέτως παραμένει ανυπάκουη·

Εξίσου ανυπάκουα τα φυτά που εισβάλουν στην δασύτριχη
μασχάλη μας,
Ποιά άνοιξη σε ατασθαλία ποιός πυρετός
Που ο εαυτός που είχαμε διαβουλεύεται
ακόμα με την ατολμία: πώς
να σκηνοθετήσεις όταν σε ακουμπά το χάος
Σαν τσούχτρα στα ρηχά της θαλάσσης που αφήνει πάνω σου
το στίγμα της
Και τσούζει όλος σου ο κοίλος έσω κόσμος;

Και διαμηνύεις τριαντάφυλλα, περιπτώσεις
μιας χάρης
Που κι εσύ τηνε γεύτηκες, προτού
Σαπίσουν οι μνήμες και το άοκνο παιδί μεταβληθεί
σε ηχηρό λεμόνι
Που βροντοφώναξε τα γηρατειά του μες
την μάταιη ξινίλα..


Αυλιδείας Αρτέμιδος…
Εντύπωση άνοιξης δίνουν οι αύρες που χιμούν πιο αρχαιότροπες μες τον αέρα, πιο
Εμπνευσμένες τώρα που η Ιφιγένεια αναλήφθη’
Και ο πολέμαρχος ησύχασε πηγαίνοντας στην κερδοφόρα άποψή του
Φρικτός.
Παπαρούνες λικνίζονται σε μια σβιλάδα ίσως μύθου.
Ευώνυμα χλιμίντρισε η θάλασσα.
Σύγχρονα μάτια θα κοιτάξουν την θυσία σ’ άλλη ανάγνωση.
Δυσκολεύουν οι μνήμες, οι ιστορίες αποφασίζουν πάντα αλλιώς.



Κώδικας των ρημάτων που συνειδητοποιούν τον αόριστο Χρόνο…
Τακτικό θέατρο της Κυριακής·
Σκηνές πάνω στον βίο, ο βίος ένα σπαρματσέτο αναμμένο
Που λιγοψυχά να αφήσει μια υποψία ζωής ταλαιπωρημένης·
Αφήσαμε κατά μέρος τις δικαιολογίες·
Δεν έχουν σημασία οι αγχόνες, σημασία έχουν οι λαιμοί που θα κρεμαστούν αφήνοντας
Την σιωπή εκεί που πρώτα λαλούσαν οι ιδέες·
Ανάγνωση στο φως, ο χρόνος συνδικαλίζεται με την μελαγχολία·
Τρύπιο το λεξιλόγιο και μπάζει- σαν ένα μπλουζάκι καλοκαιρινό που αφήνει το κορμί εκτεθειμένο
Στον πόθο, στην αφή, στο ρήμα των ανέμων, στην γαλανή επικράτεια..


Ποιητικός ορίζοντας…
Αφού τα άστρα μίλησαν κι ό,τι δεν είπαν αποτυπώθηκε ‘πα στην φαρδιά πεδιάδα.
Το φαρμάκι των δέντρων εισχώρησε μες τον κόλπο της γης, κι έγινε
Μια αμυδρή υποψία στεναχώριας που πάει, τελειώνει
Όπως την εξορκίζουν πουλιά και την σαβανώνει ο μέγιστος ήλιος
Αναρτημένος πάνω στα ψηλά πατάρια τ’ ουρανού.

Είπα συνομωσίες που αποτύχανε, είπα το άθαφτο πτώμα του μίσους
Που η εικόνα του χαλνά το γλαφυρό τοπίο της μυσταγωγίας μου.
Διάβασα κάτω από τον ίσκιο της συκιάς που στρίμωξε το ντροπαλό της δικαίωμα
Μέσα στον επηρμένο αέρα. Είπα

Τσεκουράκι του νου που πελεκάει τον κορμό της αμφιβολίας κι ενεό με αφήνει να σκέφτομαι
Βράδια που θα ‘ρθουν μες τον άξεστο χρόνο, να μένω άγρυπνος με την μελαγχολία μου
Οπαδός ενός άγουρου σύννεφου, ενός νυσταγμένου
Ποιητικού μου ορίζοντα..


Ασκητισμός…
Τι θα μπορούσα να φοράω ρούχα
για να με κάνουν άτρωτο οι μέρες;
Το ίζημα των δευτερολέπτων που μένει στον πάτο της κούπας
Και το πικρό ποτό της θλίψης,
Σαββάτου γενομένου να μου γίνεται η φωνή
Τρύπιο νόμισμα δεκάρας πειρασμός
Στον καιρό ουτοπία.
Σφυγμομετρώ ατασθαλίες που χωρέσανε όλες στον βίο μου-
Ο βίος μου
έγινε ενός μοναστηριακού καλόγερου που άφησε
να τον μπερδέψουν τα εγκόσμια.. Βάλω εναντίον της έσω μου αγωνίας-
Αφήνω αυτά που έπιασα και όλα μου είναι γνώριμα ξένα..


* Ο Στρατής Παρέλης γεννήθηκε,ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Μερικά από τα έργα του: Έχει εκδώσει ως σήμερα τις ποιητικές συλλογές: ΦΩΝΗΕΝΤΑ ΘΕΩΝ (2007) Ιδιωτική έκδοση ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΤΟΞΟΒΟΛΙΑ (2007) Ιδιωτική έκδοση ΟΣΤΕΟΘΛΑΣΤΗΣ (2008) Ιδιωτική έκδοση ΒΟΥΕΡΟΣ ΜΑΧΑΛΑΣ (2008) Ιδιωτική έκδοση ΣΤΙΓΜΙΟΤΥΠΑ ΤΟΥ ΑΚΕΡΑΙΟΥ ΜΥΘΟΥ (2008) Ιδιωτική έκδοση ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ ΑΝΕΥ (2008) Ιδιωτική έκδοση ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟ ΤΡΙΑΝΤΑ ΛΟΓΩΝ ΓΙΑ ΑΓΑΠΗ (2008) Ιδιωτική έκδοση ΧΗΜΕΙΑ ΤΩΝ ΜΕΛΩΔΙΚΩΝ ΛΕΞΕΩΝ (2008) Ιδιωτική έκδοση ΑΝΑΤΟΛΙΚΑ ΤΩΝ ΑΙΓΑΙΩΝ ΥΔΑΤΩΝ (2008) Ιδιωτική έκδοση ΟΥΡΑΝΟΚΑΤΕΒΑΤΟΣ ΚΟΣΜΟΣ (2008) Ιδιωτική έκδοση ΠΑΡΑΘΥΡΑ ΤΗΣ ΜΟΙΡΑΣ (2008) Ιδιωτική έκδοση ΣΦΡΑΓΙΔΟΛΙΘΟΣ (2009) Ιδιωτική έκδοση ΠΑΥΣΙΛΥΠΟΝ (2009) Ιδιωτική έκδοση ΤΗΣ ΣΗΜΑΣΙΑΣ ΤΟΥ ΤΙΠΟΤΑ (2009) Ιδιωτική έκδοση ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΑ ΔΙΑΒΑΣΜΑΤΑ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ (2009) Ιδιωτική έκδοση ΒΙΒΛΙΟ ΣΥΜΒΑΝΤΩΝ (2009) Ιδιωτική έκδοση ΥΛΙΚΕΣ ΣΥΜΠΟΝΙΕΣ , ΠΟΙΗΜΑΤΑ Β, ΠΟΙΗΜΑΤΑ Γ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ Δ, ΠΕΡΙ ΟΥ Ο ΛΟΓΟΣ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ Ε, ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΣΤ , ΠΟΙΗΜΑΤΑ Ζ, ΟΙΚΑΔΕ.

 http://fractalart.gr/10-poiimata/

Ποιήματα της Κάκιας Παυλίδου








Ψευδαισθήσεις



Θα με βρεις να χάνομαι μέσα στην προσπάθεια ενός περιοδικού αριθμού, που παλεύει να ορίσει την τελευταία του επανάληψη. Αν με ψάξεις θα με βρεις στις σελίδες της Αναλυτικής Γεωμετρίας μιας ελαφροΐσκιωτης ύπαρξης...





Μην βιαστείς να το τελειώσεις..... Μην βιαστείς να φτάσεις στην όχθη της μέθης... Η διαδρομή μετράει...
Και να θυμάσαι: Το σημαντικό ΔΕΝ είναι να διαβάζεις... Το σημαντικό είναι να ξανα-διαβάζεις..... για να μείνει ο απόηχος της πνοής του συγγραφέα μέσα σου!...



Μην ψάχνεις αλήθειες απόλυτης βεβαιότητας. Ό,τι έχω είναι αντανακλάσεις του μυαλού μου στο επίπεδο της φαντασίας με τη βοήθεια του λιγοστού φωτός μιας μετέωρης σκέψης, που δημιουργεί κινούμενες σκιές στην υγρή επιφάνεια των ματιών μου.... μόνο αυτό... μόνο...



Ο νους που επινόησε μία ιδέα ποτέ δεν επιστρέφει στις προηγούμενες διαστάσεις του...

Όλα είναι αντανακλάσεις του νού, στο επίπεδο της πραγματικότητας..





Πλάνη

Δεν υπάρχει το απόλυτο ΕΝΑ της αγάπης...
μια πλάνη είναι...
αλλά μην το πεις στα τραγούδια και πάψουν να μελοποιούνται...
μην το πεις στα ποιήματα και το χέρι αγγίξουν του θανάτου...
μην το πεις στα παιδιά και μεγαλώσουν πρόωρα...

Χτίσε πυργάκια... κάστρα... και πότισε τ' άστερια με πλάνη...

είναι τόσο γλυκιά αυτή η πλάνη...
σαν γεύση από τυφλές ελπίδες, που στο σκοτάδι φιλιούνται με το όνειρο...

Κι αν τα λουλούδια δεις πως πάνε να μαρτυρήσουν κάτι με το θάνατό τους
κόψτα και χάρισέ τα εκεί που λες ότι αγαπάς…



Περιεκτικότητα

Αφιερωμένο στο Ατελείωτο Καλοκαίρι της Ζωής…

Οι μέρες είναι ημερολογιακές επινοήσεις...
Ο χρόνος κυλά πραγματικά,
μόνο όταν ζεις το όνειρο...


Μικρό μου δευτερόλεπτο
μέσα στη ανεπαίσθητη ύπαρξή σου
χώρεσα τις αναμνήσεις
{πουλιά}
μιας ολόκληρης ζωής,
που στην εξέλιξή της
φάνταζε αιώνια...



Δίχως Τίποτε… μα με Όλα…

Απεραντοσύνη στο μπαλκόνι μου,
τυλιγμένο όλο το σύμπαν
σε μία βελούδινη κουβέρτα...
Όλες οι λέξεις
μια γουλιά καφέ...

Κινήσεις μετρημένες
στον άβακα
που παιδικά μετράει ως το 9...
Κλείνω τα μάτια
κι εκεί ζωντανεύουν όλα…
Όλα όσα δε χωράνε στην αγκαλιά μου...

οι ευτυχίες, που γλυκαίνουν τον καφέ μου...
οι περίπατοι, που μου έμαθαν τον κόσμο σου...
οι εξομολογήσεις σου, που ακόμη ανάβουν τ'αστέρια...
οι πειρασμοί, που με αδέξια κόλπα,
χύνουν λίγες σταγόνες καφέ στην κουβέρτα.

Όμως, πάντα ξεχείλιζε το συναίσθημά μας…
πάντα έσταζε το κόκκινο του φιλιού
περίσσεμα αποχρώσεων
και γινόταν χάλια η ζωή μας...

Σήμερα, δίχως τίποτε... μα με όλα...
κουλουριασμένη γύρω από το κέντρο του εαυτού μου
μπροστά στο απέραντο γαλάζιο της θάλασσας,
σε νιώθω...
τριγυρίζεις ακόμη εδώ...

σαν βραχνή χροιά φωνής
στο παρασκήνιο των τραγουδιών...
σαν γεύση ονειροπόλησης
που βούλιαξε στον καφέ μου...



Ταξίδι μέσα σου…

Είχες πιρόγες μέσα στο αίμα.
Είχα ένα κορεσμό προβλέψιμων πιθανοτήτων.
Λαχτάρησα το πυχτό κύμα και το ταξίδι σου.

Σε σήραγγες ονείρου να χωράω ίσα, ίσα
και όσο εξοικειώνομαι,
τόσο να πλαταίνει η φλέβα της καρδιάς.
Ν’ αυξάνει η ταχύτητα του αίματος,
όπως σε κατάσταση πανικού ή ανεξέλεγκτης συγκίνησης.

Εισβολέα με νιώθεις, λαθρεπιβάτη,
ν’ αγγίζω αγγεία και νευρώνες
με αφή που γίνεται εντολή προσανατολισμού σου.
μα… δεν αντιδράς…

Κουρασμένη η μοναξιά του παλμού σου
και ήρθα με εμμονές εξερεύνησης να φέρω συνύπαρξη.

Η ολότητα του κόσμου ενυπάρχει παράξενα σε κάθε κύτταρο.
Διαβρώνω με τρυφερότητα το περίβλημα της οστρακοειδούς σου προφύλαξης
και ένα αστέρι τεραστίων διαστάσεων
τυφλώνει το φως μου.
Ο κόσμος σου, απροκάλυπτα δοτικός,
σαν από ανάγκη,
σαν από τύχη μιας διαδρομής
που καρτερικά περίμενε να λεηλατηθεί από εξερευνήσεις γυναικείας περιέργειας!

Πλωτή να γίνομαι
στο κανάλι των αστρικών σου αναπνοών.
Φυγοκεντρική ανάληψη που μουδιάζει τη σκέψη
και όλα ένα ταξίδι… μέσα σου…

Κι αν διαρκέσει δευτερόλεπτα,
ένα νεύμα επουράνιας ευτυχίας θα μας εγκλωβίσει
σε μία ανάμνηση ερωτικού τραγουδιού,
που σε κάθε επανάληψη
θα ανασταίνει τον παλμό σου,
που χώρεσε το ταξίδι μου…



Γλυκό μου στιχάκι

Γλυκό μου στιχάκι
οι εφημερίδες λένε
πεινάς κι υποφέρεις,
λένε χωρίστηκε ο κόσμος στα δύο...
Γραμμή υπεροψίας,
Ισημερινός υπερ και υπο...
εσύ στο υπό,
χωρίς διαβατήριο ταξιδιού...

Κάποιος ρεπόρτερ
σε φωτογράφησε να ξεδιψάς
με μολύνσεις υγροποιημένες,
να θρέφεσαι με σκουπίδια
του άλλου ημισφαιρίου ζωής...

μα…
εσύ δεν οσμύστηκες τη διασημότητά σου...
Εξάλλου, στον κόσμο τους
στιγμιαία είναι...

Πήρες στο χέρι το κλαδί
και στη λάσπη γράφεις
το αποτύπωμα της ζωής σου…
σου ξέφυγε κι ένα όνειρο...

Συγκλόνισες με την πείνα σου,
μα πιο πολύ με την επιβίωσή σου...

Τα παράνομα στοιχήματα
αυξάνουν τα κέρδη στις λοταρίες
της πλούσιας ψυχαγωγίας...
Ποντάρουν πόσο θ' αντέξεις...

Γλυκό μου στιχάκι
-ανθρωπάκι ανέλπιδο-
λίγη είμαι κι εγώ
και η φιλΑνθρωπία μου,
ψίχουλο στην πείνα σου...

Λίγο πριν γίνω φονιάς,
Λίγο πριν γίνω κάποια άλλη,
σού σφίγγω το χέρι
και τίποτε δεν μπορώ περισσότερο
απ' το να καθίσω δίπλα σου
να ζητιανέψουμε ζωή...
.
.
.

ή μήπως μπορούμε;...

Μην μου το πεις...
Γράψτο να το μάθουν όλοι...





Μου ‘ταξες ταξίδι να με πας…

Σ' ένα σκηνικό ζωής
που γνώριμο δεν ήταν,
σα γειτονιά εξορίας
με δρόμους φίδια κινδύνου,
περπατούσα...

Οι στροφές με χέρια αόρατα
μου έκλεβαν απ' τις τσέπες
το χάρακα και το διαβήτη...

Πώς να χαράξω πορεία;

Τυφλό μου ταξίδι,
ορφανεμένο...
Μάτια κλειστά
μην τυφλωθώ απ' τη σκόνη
των αιωρούμενων απαντήσεων,
που με ταχύτητες φωτός προσπερνούσαν
τις παιδικές μου ερωτήσεις
στα τοπία μιας αποσιωπημένης γνώσης...

Τυφλό μου ταξίδι
ορφανής αφετηρίας
και νόθου προορισμού...

Νιώθω θυμάμαι...

Ήταν που σεργιάνιζα στα ποιήματα...
μόνη μου
με τρύπιες αποσκευές
κι όλο δίχως προμήθειες
σε κάθε στάση
να λιμοκτονώ,
μα ν' αντέχω
σε μια οδύσσεια ακατάπαυστου οίστρου,
μ' ακρωτηριασμένες συλλαβές
και διαδρομές μιας σταθερής αστάθειας...

Ευρύχωρος ορίζοντας
κι ανίδεη περπάτησα στο σύμπαν,
δίχως να υποψιαστώ
πως μια πρόβα ήταν
η λυρική μου διαδρομή
για να μάθω να βαδίζω
δίπλα σου,
σε εκείνο το ταξίδι στο προσκήνιο της επαφής μας...

Μου το 'χες τάξει
σε μια παλιά ζωή
της χρονοταξιδεμένης ψυχής μας...

το βρήκα γραμμένο στο ημερολόγιο των αιώνιων στιγμών...

Κληρονόμησα την υπόσχεση
και ήρθα απόψε να σου αναγγείλω
πως έτοιμη είμαι πια.

Τόσες πρόβες ταξιδιού
μέσα στα ποιήματα...

Ήρθε η ώρα...
Πάρε με να φύγουμε...







Τρίτη, 13 Ιουνίου 2017

Η ΧΩΡΑ ΤΗΣ ΑΜΦΙΤΡΙΤΗΣ

10-11/6/2017. Σε μια εκδήλωση του πολιτισμού και του πνεύματος, που έλαβε χώρα στο Ευρωπαϊκό Πολιτιστικό Κέντρο Δελφών, έγινε η απαγγελία και η βράβευση των ποιητών, που διακρίθηκαν στους 32ους Πανελλήνιους Ποιητικούς Αγώνες της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών υπό την αιγίδα του υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού. Τιμή μέγιστη το Γ πανελλήνιο βραβείο που μου αποδόθηκε για το ποίημα 


"Η χώρα της Αμφιτρίτης"!




Εγώ η Αμφιτρίτη της θαλάσσιας κραιπάλης,
συγκάτοικος της βροχής
και ενίοτε της νιόφερτης άνοιξης,
ωσάν αοιδός των παθών
τους στοχασμούς μου ψάλλω:
Κοντά πενήντα χρόνια, στέκω
σιμά στον απόσπερο της γης μου,
-της χώρας του Ομήρου-,
εγγύτερα στους καημούς των κολίγων,
στου απόκληρου την αψάδα.
Πενήντα χρόνων λουλούδια στη μασχάλη
κι ο Μάης δεν τα κορφοκόπησε
γιατί τα σύδεντρά του τα αφόρμισε ο άνθρωπος.
Κι είδα τον άνθρωπο ν' ανεβαίνει την οδό κλαυθμώνων,
να μαυλίζει τον άνθρωπο στον κυβισμό του χρόνου
χωρίς τα ζύγια του, δίχως τελείες και ερωτηματικά
σε μια ευθύγραμμη σύληση
πάνω από τα παγκάρια με τους οβολούς τους.
Κι είδα τον κυρ-Αλέξαντρο να κείτεται
στης φόνισσας την παγωμένη φτέρνα,
τα ηφαίστεια ζυμωμένα στην παλάμη του Μακρυγιάννη
να αιμορραγούν στα μαρμαρένια αλώνια.
Θροεί της Αρετούσας το παράπονο
στων τραγικών το μνήμα.
Έτσι στερνός που στάθηκε ο πόνος του ξωμάχου
στ' αμπέλι και στο στάχυ,
στο σταφύλι του Διόνυσου
και της Περσεφόνης τους δίσεκτους λειμώνες,
με μια χειραψία στα φυλλώματα της νόησης,
ας τον καλωσορίσουμε στη γιόρτα των Δελφών.

Δευτέρα, 12 Ιουνίου 2017

Σχέδιο γιὰ τὸ μέλλον τοῦ οὐρανοῦ

"Οὐρανὲ ὁλόκληρε ἀνοίγει τὸ ἄνθος
τῆς φωνῆς μου ψηλὰ
ἔφυγαν ὅλα τὰ πουλιά μου τὸν χειμώνα
δὲν προσμένω σ᾿ αὐτοὺς τοὺς τόπους ἐλευθερώνω
ἀγγίζοντας ἔρημος τὸ γερασμένο τοῖχο τῆς βροχῆς
κι ὅπως ἔρχεται ἀπ᾿ τὴν αὔριο
μὲ τὸ φάσμα τοῦ τρόμου διασταυρώνομαι πάλι.
Λὲν εἶναι, πιὰ ἡ Ἄνοιξη
δὲν εἶναι καλοκαίρι μὰ ἐγὼ
ἂς ἀνοίξω τὸ βῆμα κ᾿ ἐδῶ λησμονημένος
νὰ δείξω τὴν αἰωνιότητα.
Ἔχω ἄλλωστε τὰ φτερὰ ταξιδεύω
πάνω ἀπ᾿ τὰ γλυκύτερα
βάσανα τοῦ καλοκαιριοῦ τὴν ὀμορφιὰ τοῦ ἔαρος.
Ἀκούω τοὺς ἤχους τῶν τύμπανών σου Μελλοντικὲ
ὅμως λυτρώσου ἀπὸ μᾶς
πίσω δὲν πάει ὁ καιρὸς μονάχα σέβεται
τὸ κορμὶ μὲ τ᾿ ἄνθη του
ἰδοὺ λοιπὸν γιατὶ τὸ συντρίβει.
Λησμόνησέ μας.
Ἀκούω τὴ χαρά σου πολιτεία τοῦ θεοῦ ὑπάρχεις
ἀλήθεια καὶ δρόμος ἀργυρόχρωμα
κλαδιὰ κάτω ἀπ᾿ τὴ σελήνη
ἡ μυρωμένη ἡ πορτοκαλιὰ τὸ ρόδι
εὐτυχισμένο λάλημα τοῦ πετεινοῦ.
Ὅταν λαλεῖ ὁ πετεινὸς πῶς σχίζει τὴν καρδιά μου
τί ἐρημιὰ διαλαλεῖ στὸ σάπιο μεσημέρι.
Ἀπὸ χειμώνα σὲ αἰσθάνομαι πολιτεία τοῦ ἔρωτα
ὁ ἥλιος ἀνατέλλει καὶ τοὺς πεθαμένους ἴσκιους
ἕνα φῶς πανάρχαιο σάβανο τυλίγει δένοντας
σὲ λάμψεις τὴ μουσική μου.
Μεγάλη ἡ νύχτα κ᾿ ἡ ποίηση
τόσο χαμηλὴ γιὰ τοὺς ἀναγκασμένους.
Χιλιάδες πόλεμοι συμβαίνουν στὸ κορμί μου.
Ποῦ εἶναι τὰ χρόνια τῶν ὑακίνθων…
Ὁ ἥλιος σου μάτωνε τὰ γόνατα κ᾿ οἱ ἄνθρωποι
φαίνονταν εὐεξήγητοι
σὰν τὰ φυτὰ τὴ βροχὴ τὸν οὐρανό!
Καὶ τώρα νὰ ἡ μοίρα σου
στὴν πόλη μέσα τὴ φρικτὴ
μ᾿ ἐνάντιο σπίτι ἐναντίον ἄνεμο.
Ἔρημος τώρα ὁ βράχος τῆς ἀγάπης —
μὴ μὲ λησμονήσεις
πάνω του στὰ βραδινὰ πετρώματα
μὲ τὸ φεγγάρι καθαρὸ πουκάμισο.
Μὴ μὲ λησμονήσεις βαθύτατε ἀέρα.
Τὴ νύχτ᾿ ἀναστενάζουμε.
Γλυκύτατη σελήνη φωτίζει τὰ πεῦκα μου
ἔχει περάσει πιὰ τὸ μεσονύχτι
κ᾿ ἐγὼ στρέφομαι στὴν πικρὴ κλίνη
εἶμ᾿ ἕνας ἔρημος μὲ δάφνες ἕνας μοναχικὸς
ποὺ χάθηκε στοὺς κρυστάλλινους μακρινοὺς ἤχους.
Τῆς καρδιᾶς μου τὰ πικρὰ καὶ μαῦρα φύλλα
πνοὴ ποὺ νὰ ῾βγεῖ ἀπ᾿ τὸν εὐλογημένο ἐντός μου
δὲν τὰ κίνησε. Τώρα σὲ δίνες
ἔχω χαθεῖ κάποτε ὑπῆρξα.
ὁ ἄγγελος τῶν ὁρατῶν ὅπως ἀγάπησε βαθιά.
Σὲ ἀκούω Ἐκτυφλωτικέ -
πῶς ἔρχεται ἡ φωνή σου ἀπ᾿ τὸν ὕπαιθρο
ἦχοι μου ταπεινοὶ πλαγιαύλων
ὑπάρχω κι ἀκούω τὸ ἐλεγεῖο.
Ἐγὼ τότε τραγουδοῦσα:
Ἔρωτα μὲ κατοίκησες πολὺ
φύγε ἀπ᾿ αὐτὸ τὸ σπίτι.
Δὲν ἔχει οὔτ᾿ ἕνα παράθυρο νὰ βγεῖ.
στὰ δέντρα ἡ ἐρημιά μου
σκόνες μονάχα καὶ σύνεργα τῆς ψυχῆς.
Οἱ ἅγιες εἰκόνες δὲν ὑπάρχουν
ἔρωτα μὴ σημαίνεις-πιά.
Πρέπει ν᾿ ἀρχίσω ἀπ᾿ τὴ λησμονιά.
Μὴ δείχνεις - εἶμαι ὁ ἀνώφελος τὸ ξέρω
σῶμα γιὰ θάνατο καὶ θάνατο
ποὺ ἐλπίζει σ᾿ ἕνα φύλλο δέντρου.
Ἡ φωνή μου λυγίζει.
Ἀλλὰ δὲν παραδίδομαι ἀντίκρυ
σ᾿ αὐτὴ τὴ δύση τρομαγμένος
ἐγὼ μὲ ὅλο τὸ αἷμα μου
ἔτσι ὅπως πόνεσα στοὺς δρόμους ἀτελείωτα
μὲ τόσο σπαραγμὸ στὰ σύνορά μου.
Ὁ οὐρανὸς εἶναι στὸν βαθυκύανο χειμώνα.
Τὸ φῶς φωνάζει μὲ τὸν κεραυνό.
Νὰ μὲ σώσουν τὰ ὄνειρα ἢ νὰ μὲ συντρίψουν
- ἕνα τ᾿ ὀνομάζω." 


Κυριακή, 11 Ιουνίου 2017

[Φωνασκία Του Αίματος]


 
 8311195a897591b53b4fa63795522af7

 
Αυτός ο αγέρωχος μήνας Αύγουστος…
Φρικώδης του μεγάλου θέρους αναφώνηση
ο τέττιγας που γίνεται ελέφαντας κοινοτοπίας
προβοσκίδα η υπνώττουσα σκιά μες στο χορτάρι
τις νύχτες τρέχουν οι κομήτες που δεν είδαμε
διάττοντες πότε – πότε χαλαλίζουν το φως από πλήξη
κανένα σχίσμα δεν υπήρξε τρομερότερο -:
ειν’ ο άνθρωπος και η φύση.
 
Ας αυτοσχεδιάζουμε ας πίνουμε καφέδες κάνοντας: Α!…
 
[Ν. Καρούζος, Τα ποιήματα, τ. Β’, εκδόσεις Ίκαρος]
 
 http://www.bibliotheque.gr/article/37685

Σάββατο, 10 Ιουνίου 2017

Η ωραία κοιμωμένη



Φέρτε στο νου σας
ένα κορίτσι που γλιστράει συνεχώς,
με τα μπράτσα να καμπυλώνουν σαν γέρικα καρότα,
μέσα στην έκσταση του υπνωτιστή,
μέσα στον κόσμο των πνευμάτων
μιλώντας με το δώρο των γλωσσών.
Έχει κολλήσει στη μηχανή του χρόνου,
ξαφνικά είναι δύο χρονών και πιπιλά το δάχτυλό της,
σαν σαλιγκάρι στρέφεται προς τα μέσα,
μαθαίνει να μιλά ξανά.
Κάνει ένα ταξίδι.
Κολυμπά όλο και πιο μακριά, όλο και πιο πίσω,
σαν σολομός,
παλεύοντας να μπει μες το τσαντάκι της μητέρας της.
Μικρή κουκλίτσα,
έλα στον μπαμπά.
Κάτσε στο γόνατό μου.
Έχω φιλιά για το σβέρκο σου.
Μια δεκάρα για τις σκέψεις σου, Πριγκίπισσα.
Θα τις κυνηγήσω σαν να 'τανε σμαράγδια.
Γίνε το παιχνιδάκι μου
και θα σου δώσω ρίζες.
Αυτού του είδους το ταξίδι,
θεριεμένο σαν αγιόκλημα.

Μια φορά κι έναν καιρό,
ένας βασιλιάς είχε βαφτίσει
την κόρη του Τριανταφυλλιά
κι επειδή είχε μόνο δώδεκα χρυσά πιάτα
κάλεσε μόνο δώδεκα νεράιδες
στο σπουδαίο γεγονός.
Η δέκατη τρίτη νεράιδα
–τα δάχτυλά της μακριά και λεπτά σαν καλαμάκια,
τα μάτια της καμμένα από τσιγάρα,
η μήτρα της μια άδεια κούπα τσαγιού–
έφτασε με δώρο το κακό.
Έκανε αυτήν την προφητεία:
στα δεκαπέντε η πριγκίπισσα
θα τρυπηθεί από ανέμη
και θα σωριαστεί νεκρή.
Καπούτ!
Στην αυλή έπεσε σιωπή.
Ο βασιλιάς έμεινε άφωνος σαν την Κραυγή του Μουνχ.
Οι προφητείες των μαγισσών
εκείνον τον καιρό
έπιαναν τόπο.
Ωστόσο, η δωδέκατη νεράιδα
είχε μια κάποια γόμα
κι έτσι μετρίασε λιγάκι την κατάρα
αλλάζοντας τον θάνατο με ύπνο
εκατό χρόνων.

Ο βασιλιάς διέταξε να καταστρέψουν
και να πετάξουν κάθε ανέμη.

Η Τριανταφυλλιά μεγάλωνε και γίνονταν θεά
και κάθε βράδυ ο βασιλιάς
έδενε χαλινάρι στο στρίφωμα του φουστανιού της
να την κρατάει ασφαλή.
Στέριωνε με μια παραμάνα το φεγγάρι
για να της δίνει αέναο φως.
Ανάγκαζε κάθε άντρα στην αυλή
να τρίβει με απορρυπαντικό τη γλώσσα του
να μη μολύνεται ο αέρας γύρω απ' την πεντάμορφη.

Έτσι εκείνη ζούσε μέσα στην μυρωδιά του βασιλιά,
περιπλεγμένη σαν αγιόκλημα.

Την ημέρα των δεκάτων πέμπτων γενεθλίων της
η Τριανταφυλλιά
τρύπησε το δάχτυλό της
με μια παλιά καμμένη ανέμη
και σταματήσαν τα ρολόγια.

Ναι, πράγματι. Κοιμήθηκε.
Ο βασιλιάς και η βασίλισσα κοιμήθηκαν,
οι αυλικοί κι επίσης οι μύγες στον τοίχο.
Η φωτιά στο τζάκι πάγωσε
και το ψητό σταμάτησε να τσιτσιρίζει.
Τα δέντρα έγιναν μέταλλο και
πορσελάνη ο σκύλος.
Όλοι έπεσαν σε ύπνωση
σαν κατατονικοί
στη μηχανή του χρόνου κολλημένοι.
Ακόμα και οι βάτραχοι έμοιαζαν ζωντανοί νεκροί.

Μόνο μια αγριοτριανταφυλλιά ανθούσε ακόμα
κι όλο θέριευε
φτιάχνοντας τείχος από αγκάθια
τριγύρω από το κάστρο.

Αρκετοί πρίγκιπες προσπάθησαν
να το περάσουν
γιατί είχανε ακούσει πολλά για την Τριανταφυλλιά.
Όμως δεν είχανε τρίψει τις γλώσσες τους κι έτσι
πιάστηκαν στ' αγκάθια και σταυρώθηκαν εκεί.

Σε εύλογο διάστημα πέρασαν τα εκατό χρόνια
και ένας πρίγκιπας κατάφερε να μπει.
Οι θάμνοι χώριζαν μπροστά του σαν να ήταν ο Μωυσής
και βρήκε το ταμπλό βιβάν ανέπαφο.
Φίλησε την Τριανταφυλλιά
κι εκείνη ξύπνησε φωνάζοντας:
“Μπαμπά! Μπαμπά!”

Και –ξαφνικά!– βγαίνει απ' τη φυλακή της!

Παντρεύτηκε τον πρίγκιπα
και όλα πήγανε καλά
εκτός από το φόβο -
τον φόβο του ύπνου.

Η Ωραία Κοιμωμένη
υπέφερε από αϋπνίες...
Δεν μπορούσε να πάρει έναν υπνάκο
ή να κοιμηθεί κανονικά
χωρίς να της ετοιμάσει κάποιες πανίσχυρες σταγόνες
ο φαρμακοποιός της αυλής
και μάλιστα ποτέ μπροστά στον πρίγκιπα.
Αν είναι να 'ρθει ο ύπνος, έλεγε,
θα πρέπει να με βρει εξ απήνης
καθώς γελώ ή χορεύω
ώστε να αγνοώ αυτό το βάρβαρο μέρος
όπου ξαπλώνω με τα γελάδια να με σπρώχνουν
στην τρύπα, ανοιχτή στο μάγουλό μου.
Επιπλέον, δεν πρέπει να ονειρευτώ
γιατί όταν ονειρεύομαι βλέπω το τραπέζι στρωμένο
και μια γριά που τρεμάμενη στη θέση μου.
Τα μάτια της καμμένα απ' τα τσιγάρα,
την προδοσία να μασουλά σαν φέτα κρέατος.

Δεν πρέπει να κοιμηθώ
γιατί όταν κοιμάμαι είμαι ενενήντα χρονών
και νομίζω ότι πεθαίνω.

Η ΠΟΙΗΣΗ





Δεν ξέρεις από πού έρχεται το μονοπάτι ετούτο
που πουθενά δεν θα σε βγάλει.
Τί σε νοιάζει εσένα, όμως; – Ήτανε γεμάτο χάρη ίσαμε ’δώ,
γεμάτο γυναίκες, θαύματα, πόθους για ελευθερία·
είδες, σαν άλογο που θά ’χε σφαγιασθεί από άγγελο,
τον άγγελο να φεύγει πεζή στο μονοπάτι το άλλο
που ξεχνάς τελείως και τον εαυτό σου ακόμα,
αφότου εγνώρισες τον πόνο τον ανθρώπινο,
όπως, επίσης, κι εκείνον του Θεού,
που αναζητά κι αυτός την ευτυχία,
ο Θεός, αυτός ο τόσο δυστυχής ερωμένος ...
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Παρασκευή, 9 Ιουνίου 2017

«Μπλε πουλί»


«Υπάρχει ένα μπλε πουλί στην καρδιά μου
πού θέλει να βγει
αλλά ρίχνω πάνω του ουίσκι και εισπνέει
τον καπνό του τσιγάρου μου.
Οι πόρνες, οι μπάρμαν
και οι υπάλληλοι των παντοπωλείων
δεν ξέρουν ότι
αυτό
είναι εκεί.Υπάρχει ένα μπλε πουλί στην καρδιά μου
πού θέλει να βγει
αλλά είμαι πάρα πολύ σκληρός για εκείνο
Του λέω, μείνε εκεί μέσα, δεν πρόκειται ν’ αφήσω
κανένα να σε δει.Υπάρχει ένα μπλε πουλί στην καρδιά μου
πού θέλει να βγει
αλλά ρίχνω πάνω του ουίσκι και εισπνέει
τον καπνό του τσιγάρου μου.
Οι πόρνες, οι μπάρμαν
και οι υπάλληλοι των παντοπωλείων
δεν ξέρουν ότι
αυτό
είναι εκεί.Υπάρχει ένα μπλε πουλί στην καρδιά μου
πού θέλει να βγει
αλλά είμαι πάρα πολύ σκληρός για εκείνο,
του λέω,
μείνε εκεί,
θες να με μπλέξεις;
Θες να καταστρέψεις
τις δουλειές μου;
Θες να χαλάσεις τις πωλήσεις των βιβλίων μου
στην Ευρώπη;Υπάρχει ένα μπλε πουλί στην καρδιά μου
πού θέλει να βγει έξω,
αλλά είμαι πολύ έξυπνος, το άφησα να βγει μερικές φορές
αλλά μόνο τη νύχτα
όταν όλοι κοιμούνται.
Του λέω, το ξέρω πως είσαι εκεί
γι’ αυτό μην είσαι
λυπημένο.Αργότερα το ξανάβαλα μέσα,
αλλ’ εκείνο τραγουδάει λιγάκι
εκεί πέρα, δεν θα το αφήσω ακόμη να πεθάνει
και κοιμόμαστε μαζί έτσι απλά
με τη
μυστική συμφωνία μας
και είναι αρκετά συμπαθητικό
να κάνετε έναν άνθρωπο
να κλάψει, όμως εγώ
δεν κλαίω, εσείς;»

Πέμπτη, 8 Ιουνίου 2017

Για τα βιβλία και τους συγγραφείς. Άρθουρ Σόπενχαουερ

Vasili Perov, Αυτοπροσωπογραφία του συγγραφέα Φ. Ντοστογιέφσκι. 1872. Πινακοθήκη Τρετιάκοφ. Μόσχα.


1

Οι συγγραφείς μπορεί να χωριστούν σε μετεωρίτες, πλανήτες και ακίνητα άστρα. Οι συγγραφείς-πλανήτες δημιουργούν μια εντύπωση που διαρκεί ελάχιστα: κοιτάς τον ουρανό, τους βλέπεις και αναφωνείς "κοίτα!"-ύστερα εξαφανίζονται για πάντα. Η δεύτερη περίπτωση συγγραφέων, τα κινούμενα άστρα δηλαδή, διαρκούν πολύ περισσότερα. Επειδή βρίσκονται πιο κοντά στη γη, συχνά φαίνονται να λάμπουν περισσότερο από τα άστρα με σταθερή θέση, τα οποία ο αδαής παρατηρητής μπερδεύει με αυτά. Όμως και αυτά με τη σειρά τους πρέπει να εγκαταλείψουν τη θέση τους, και συν τοις άλλοις το φως τους-άρα και η λάμψη τους-δεν είναι παρά δανεική, ενώ η σφαίρα επιρροής τους περιορίζεται στα άστρα που συμπορεύονται μαζί τους (τα άστρα δηλαδή που είναι σύγχρονά τους). Μόνο τα άστρα που ανήκουν στην τρίτη κατηγορία δεν αλλάζουν, στέκονται ακίνητα στο στερέωμα, είναι αυτόφωτα και επηρεάζουν το ίδιο όλες τις χρονικές περιόδους-η όψη τους δεν αλλάζει όταν αλλάζει και η θέση μας στη γη. Σε αντίθεση με τις άλλες δυο περιπτώσεις, δεν ανήκουν σε ένα μόνο σύστημα (έθνος)-ανήκουν σε ολόκληρο το σύμπαν. Ωστόσο, ακριβώς επειδή βρίσκονται τόσο ψηλά, το φως τους συνήθως κάνει πολλά χρόνια να φτάσει στα μάτια των παρατηρητών που βρίσκονται στη γη.



Ilya Repin, Προσωπογραφία του συγγραφέα Λ. Τολστόι. 1888. Πινακοθήκη Τρετιάκοφ.


2
Πάνω απ' όλα υπάρχουν δύο είδη συγγραφέων: εκείνοι που γράφουν επειδή θέλουν να πουν κάτι κι εκείνοι που γράφουν για να γράψουν. Όσοι ανήκουν στην πρώτη περίπτωση έχουν ιδέες ή εμπειρίες που κρίνουν πως αξίζει να τις μεταδώσουν. Αυτοί που γράφουν για να γράψουν έχουν ανάγκη από χρήματα κι αυτός είναι ο λόγος που γράφουν-το χρηματικό κέρδος…


Carl Spitzweg, Ο συγγραφέας. 1880. Οίκος Τέχνης. Μόναχο.


Η αμοιβή και τα πνευματικά δικαιώματα ευθύνονται κατά βάση για την παρακμή της λογοτεχνίας. Μόνο εκείνος που γράφει αποκλειστικά για να εκφράσει αυτά που θέλει να πει, γράφει πράγματα που αξίζει να γραφτούν. Είναι σαν τα χρήματα να είναι καταραμένα-όλοι οι συγγραφείς χάνουν το ταλέντο τους μόλις ξεκινήσουν να γράφουν για τα χρήματα. Τα σπουδαιότερα έργα των σημαντικότερων ανθρώπων δημιουργήθηκαν όλα σε μια εποχή όπου η αμοιβή ήταν ελάχιστη, αν όχι μηδαμινή, γι' αυτό και εδώ ισχύει η ισπανική παροιμία που λέει: honra y provecho no caben en un saco (η τιμή και το πορτοφόλι δεν χωράνε στο ίδιο πορτοφόλι)…



Carl Spitzweg, Ο φτωχός ποιητής. 1839. Νέα Πινακοθήκη. Μόναχο.


Αποσπάσματα από το βιβλίο Άρτουρ Σοπενχάουερ, Για τη δυστυχία του κόσμου, εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2014, σ. 151-155.
http://www.pinakothek.de/en/carl-spitzweg
http://www.wikiart.org/en/carl-spitzweg/the-writer
http://www.tretyakovgallery.ru/en/collection/_show/image/_id/3654
http://www.tretyakovgallery.ru/en/collection/_show/image/_id/206
Για τα βιβλία και τους συγγραφείς. Άρθουρ Σόπενχαουερ


http://annagelopoulou.blogspot.gr/search/label/%CE%A3%CF%8C%CF%80%CE%B5%CE%BD%CF%87%CE%B1%CE%BF%CF%85%CE%B5%CF%81