Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Κυριακή, 30 Αυγούστου 2015

ΓΙΩΤΑ ΣΤΡΑΤΗ- ΨΥΧΕΣ ΑΙΩΡΟΥΜΕΝΕΣ


Βλέπω την Ποίηση σαν μια "κλειστή" και σαν μια "ανοικτή" υπόθεση· βρίσκω μέσα της αντιστοιχίες που μόνο με ψυχική παιδεία μπορώ να ερμηνεύσω· μ' ακολουθεί κατά πόδας ή, μάλλον, την ακολουθώ εγώ, πεισμωμένος να περάσω την χοντρή κλωστή μέσα από την λεπτή βελόνα: να μετουσιώσω αυτό που κατάλαβα, αφήνοντας τον νου μου να δραπετεύει περιφερόμενος στα σοκάκια που συναντά τις συμμαθήτριες του λυσίκομες Αισθήσεις.
Κι όταν ανακαλύπτω αυτό το ιερατικό μυστικό που κυνηγώ μια ζωή σε κάποιον άλλον, ειλικρινά συγκλονίζομαι και μένω με την καρδιά μου ευχαριστημένη ότι επιτελείται κάπου αυτός ο ιερός Σκοπός: η Ποίηση λειτουργεί.
Ένα τέτοιο μυστηριακό θαύμα ένιωσα όταν, κάποια στιγμή και κάπως, ανακάλυψα την ποιήτρια Γιώτα Στρατή.
Είδα την λέξη να ιριδίζει όπως κι εγώ την ήθελα, είδα την τόλμη του ρήματος να γονιμοποιεί το εγωιστικό επίθετο, με σαγήνεψε η παρομοίωση, η αόρατη σαΐτα που στοχεύει στο νόημα, η μη αφηρημένη προσήλωση στο ελληνοβαρές λεξιλόγιο, η καμιά παραχώρηση στην ευκολία.
Ήξερα ότι ζει μόνιμα στην Αμερική. Αυτό μου έδινε και την συμπάθεια να συνομιλώ με έναν άνθρωπο που έχει την δυσκολία να κρατήσει ζωντανό κάτι που, ακόμα κι εμείς που ζούμε εδώ, στην πατρίδα, πολλές φορές, ούτε κι εμείς το σεβόμαστε- μιλώ, φυσικά, για την γλώσσα.
Κατάλαβα με τις πρώτες μου αναγνώσεις, την αγωνία της να μην εκτροχιάσει το τραίνο, ένιωσα πόσο καλός είναι αυτός ο μηχανοδηγός, πόσο υπεύθυνος, πόσο καλοβαλμένος.
Και χαίρομαι που οι ημέρες μου συνέπεσαν με τις δικές της και μπόρεσα να κουβεντιάσω κάποτε με έναν άνθρωπο που κρατά την σημαία της πατρίδας ψηλά, που δεν ξέχασε ποτέ ότι είναι ελληνίδα, και να χαρώ αυτόν τον ποιητικό λόγο που στολίζει το τελευταίο βιβλίο της "Ψυχές Αιωρούμενες" μιας και το ξέρω, όπως το ξέρει κι εκείνη, ότι όλες οι ψυχές που είναι παθιασμένες με κάτι, είναι πάντα διάπυρες και πάντα αιωρούμενες.
Χαίρε φίλη μου Γιώτα!






 Ιχνογράφησες
κρουνούς αγάπης, ενστερνίστηκες αστραπές συχνά ειρωνικές στη ματιά σου,
άφησες ίχνη νέας δομής, πελώρια,
για να συγκρίνουμε τα δικά μας.

Μας κληροδότησες μια γραφή που γνώριζε τη γεύση της βίας και της θωπείας, μια ποιητική φωνή Σαπφική, πρωτόλαλη που κράτησαν αποκλειστικά οι βοριάδες για της ώρες της αφής και της αντάρας.

Οι λέξεις σου, διαλεγμένες.

Οι έννοιες, αλυσίδα άσπαστη, έστω κι αν στιγμές χρονοβόρες και ζηλόφθονοι αντίπαλοι καταβρόχθισαν το μέγα της γραφής σου έργο.




                                

Στης ζωής τον κύκλο τον ατέλειωτο,
εμείς δεν έχουμε παρά να σου αφιερώσουμε τις ίμερες αχτίδες του νου μας.

Είναι μια δίκαιη αιμοδοσία στο αστείρευτο δικό σου όραμα
που αναποδογύριζε προσεκτικά μια ηθική εύθραυστη, πασχίζοντας για ελπίδα τής Αλήθειας, της δικής σου αλήθειας,
σε μια πλήρη, ολοκληρωμένη Κοινωνία,

δίχως ταυτόχρονα να απομακρύνεσαι από το αθάνατο ελληνικό,
μεγαλόπνοο Πνεύμα.








Παιδί της αστραπής,

είναι ο ποιητής που τρέμει στο πάλλευκο της νέας σελίδας. Ένας πηλός, οι λέξεις οι απανωτές, που κοχλάζει, κι απορεί πώς θα μπουν στα εκμαγεία του νου για να αναστηλώσει γκρεμισμένες αξίες.
Στης πλαγιές της μνήμης, ανέμελο το θυμάρι, θυμιατό στο φίλημα της βροχής.
Και λογίζεται,  
Πως να ανασαίνουν οι ΨΥΧΕΣ ΟΙ ΑΙΩΡΟΥΜΕΝΕΣ και πώς να συνετίζεται ο νους ο ατίθασος.
Τάφοι πάνω σε τάφους τα ανθρώπινα κατορθώματα, ισχυρής θέλησης, πανίσχυρης μοίρας, κι απορούμε ποία, δήθεν, ευφυολογήματα θα ξεπροβοδίσουν τον Μέγα Φόβο της ανυπαρξίας.
Αν τύχει και σέρνεται όπως η έχιδνα κάτω από ξεραμένα πλατανόφυλλα, ίσως προφτάσει να πει:
Εδώ Τετέλεσθαι!  
Ίσως προφτάσει να ζητήσει
μια θέση πέραν της Ακοίμητης Φωτιάς.
Μα, αν γίνει η παραπλάνηση, με Ανοιξιάτικα θροΐσματα ή με απόηχους καλοκαιρινών συναυλιών άγνωστο το πώς του ποιητή την καρδιά να ξεριζώσεις, π΄ αθέλητα γαντζώνεται –ίδιος κισσός γύρω στο δέντρο της μεγάλης αλλαγής.
Ο ποιητής, δεν συγκατατίθεται στον επερχόμενο καβαλάρη
του Σκότους.
Παιδί της Αστραπής ο Ποιητής, ο άξιος.
Γνωρίζει τον φόβο τον εσώτερο, λυγίζει για να μη σπάσουν οι κεραίες του, κι ενώ ακέραιες κρατά τις εντολές της έμπνευσής του -ώστε ποτέ να μην πάψει να σκέφτεται, ποτέ να μην πάψει να αισθάνεται-, διαμελίζει ότι ακριβό, ότι πολύτιμο πίκρες κι εμπειρίες του έδωσαν για να θεμελιώσει τον όρκο τον άγραφο:
Ποτέ μην υποκύψεις, ποιητή!
Ψυχή είναι η ίδια η Ποίηση.
Κι ας είναι  
ΨΥΧΕΣ ΑΙΩΡΟΥΜΕΝΕΣ!


                                                                       

Σέιμους Χίνι 1939 – 2013


Σέιμους Χίνι


  
Ιρλανδός ποιητής, θεατρικός συγγραφέας, μεταφραστής και πανεπιστημιακός δάσκαλος. Θεωρείται η μεγαλύτερη ποιητική φωνή που γέννησε η Ιρλανδία μετά τον Γέιτς, τον μυστικιστή βάρδο της κελτικής αναγέννησης. Το 1995 τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Λάτρευε την Ελλάδα και θαύμαζε τον Καβάφη.
Ο Σέιμους Χίνι (Seamus Heany) γεννήθηκε στις 13 Απριλίου 1939 (χρονιά θανάτου του επίσης βραβευμένου με Νόμπελ Γουίλιαμ Μπάτλερ Γέιτς) στην οικογενειακή φάρμα Μόσμπον, που βρισκόταν στην επαρχία Λοντόντερι της Βορείου Ιρλανδίας. Ήταν το μεγαλύτερο από τα εννέα παιδιά δύο πιστών καθολικών, του κτηνοτρόφου Πάτρικ Χίνι και της Μάργκαρετ ΜακΚαν.
Φοίτησε σε καθολικό σχολείο και σπούδασε αγγλική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Κουίνς του Μπέλφαστ. Δούλεψε για ένα χρόνο ως καθηγητής μέσης εκπαίδευσης και στη συνέχεια ακολούθησε πανεπιστημιακή καριέρα. Έγινε λέκτορας στο πανεπιστήμιο Κουίνς και στη συνέχεια κατέλαβε την έδρα της Ποίησης στο πανεπιστήμιο της Οξφόρδης (1989-1994). Δίδαξε, ακόμη, σε πανεπιστήμια των Ηνωμένων Πολιτειών και κυρίως στο Χάρβαρντ και ήταν επίσης επίτιμος καθηγητής στο κολέγιο Τρίνιτι του Δουβλίνου.
Το 1966 εξέδωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο Death of a Naturalist (Ο Θάνατος ενός Φυσιοδίφη), στην οποία ήδη συνέκρινε τη γραφή με την καλλιέργεια της γης. Το 1972 μετακόμισε στο Δουβλίνο της Δημοκρατίας της Ιρλανδίας, όπου πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του μαζί με τη σύζυγό του και τα τρία παιδιά του. Παράλληλα με την πανεπιστημιακή του καριέρα εργάστηκε στην ιρλανδική ραδιοτηλεόραση, το BBC και πολλές εφημερίδες.
Στις 6 Οκτωβρίου του 1995 η Σουηδική Ακαδημία ανακοίνωσε ότι θα του απονεμηθεί το Νόμπελ Λογοτεχνίας «για τη λυρική ομορφιά και το ηθικό βάθος» του έργου του. Η είδηση τον βρήκε σ' ένα ταξίδι στην Ελλάδα και συγκεκριμένα στην Πελοπόννησο, στην Αρκαδία, στην οποία, όπως δήλωνε ο ίδιος, επέστρεφαν τόσο αυτός όσο και τα ποιήματά του (Μέσα στην ΑρκαδίαΠύλοςΚάσταναΟι Σταύλοι του Αυγεία,ΑρίωνΔεσφίναΗ Βίγλα των ΜυκηνώνΗ Πηγή της Κασταλίας, είναι οι τίτλοι ποιημάτων του με ελληνική θεματολογία).
Ο Χίνι άντλησε έμπνευση από τη δεξαμενή του μοντερνισμού, όπως τον διαμόρφωσαν οι ομοεθνείς του Γέιτς, Τζόις και Μπέκετ. Στο έργο του συνδύαζε τις προσωπικές μνήμες του με εικόνες από την ιρλανδική κληρονομιά και το βορειοιρλανδικό τοπίο. «Αγαπούσα τις μαύρες σταγόνες της βροχής, τον παγιδευμένο ουρανό, τις μυρωδιές των ζιζανίων, των μυκήτων και των βρύων» έγραφε. Στην ποίησή του υπάρχουν αναφορές στην Αγγλο-Ιρλανδική διαμάχη και τη σύγκρουση Καθολικών και Προτεσταντών στην Ιρλανδία. 
Πιστός Ιρλανδός και Καθολικός, αρνήθηκε το 1982 να συμπεριληφθεί ποίημά του στην Ανθολογία της Σύγχρονης Βρετανικής Ποίησης των εκδόσεων Πένγκουιν. Αιτιολόγησε την άρνησή του με το ακόλουθο τρίστιχο: «Ξέρεις, το διαβατήριό μου είναι πράσινο / κανένα μας ποτήρι δεν υψώθηκε ποτέ / σε πρόποση για τη Βασίλισσα». Ήταν μια μάλλον ασυνήθιστη περίπτωση ποιητή, καθώς οι κριτικοί τον επευφημούσαν, παρόλο που τα βιβλία του γίνονταν μπεστ-σέλερ. Κάποτε είχε χρειαστεί τρεις ώρες για να περπατήσει τον κεντρικό δρόμο του Δουβλίνου, καθώς εκατοντάδες άνθρωποι του ζητούσαν αυτόγραφο.
Ο Σέιμους Χίνι απεβίωσε το πρωί της 30ης Αυγούστου του 2013 σε νοσοκομείο του Δουβλίνου, έπειτα από σύντομη ασθένεια, που είχε ως γενεσιουργό αιτία ένα εγκεφαλικό του 2010.

Βιβλία του Σέιμους Χίνι στα Ελληνικά (συλλογές ποιημάτων)

  • Η κυβέρνηση της γλώσσας (Πατάκης)
  • Το αλφάδι (Ερμής)
  • Τα ποιήματα του βάλτου (Καστανιώτης)


ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/biographies/687#ixzz3kK7El6vZ

Σάββατο, 29 Αυγούστου 2015

ΨΥΧΕΣ ΑΙΩΡΟΥΜΕΝΕΣ ΓΙΩΤΑ ΣΤΡΑΤΗ




Το Αρχαίο ποτάμι


Ασυνείδητος ο Σελινούς! Άγριος. Φραγμούς απεχθάνεται. Κοιμάται, ζωντανεύει, βαριανασαίνοντας απραξία.

Θυμάμαι τον άρρωστο πατέρα που δεν άντεχε να κουβαλάει σακιά με πέτρες και άμμο, πίσω από τις ευάλωτες του ποταμού όχθες κοινοτική η εντολή μέσα στο αγριοχείμωνο, κι εμάς, ένα τσούρμο παιδιά που έβραζε το αίμα και η απειρία τους, να συνδαυλίζουμε συνεχώς, την υπαίθρια φωτιά για μια ζεστή φασουλόσουπα των εργατών.

Στα ενδιάμεσα, να φτιάχνουμε αγγεία με την πλούσια ιλύ

του ποταμού.

Φέτος, μου είπαν, ο ποταμός αναπτερώθηκε στα ψηλά, και φοβερίζει εκείνους που τού στέρησαν την παραθαλάσσια εκβολή και τα ακατάληπτα ψιθυρίσματα με την υπόγεια σπηλιά της καταποντισμένης Αρχαίας Ελίκης.




*************************************************************


Απογυμνωμένη, ένδεια, η κουρασμένη μικρόπολη ψειρίζει αποφάσεις.

Οι νέοι της, προ πολλού, ταξίδεψαν.

Οι γέροι, καμπουριασμένοι, πικραίνουν τον καφέ και την βροχή.

Ο ποταμός εκδικείται.

Η φύση εκδικείται.

Φορτωμένα δαφνόδεντρα αγωνίζονται να διατηρήσουν εποχιακή οπτική ικανοποίηση.

Και το ύψος τους. Προ πάντων το ύψος τους.

Στα πόδια τους, γη χορταριασμένη, ακαθάριστη. Ακαλλιέργητη.

Πνιγμένη από αδιαφορία.

Ανανεώνουν το δηλητήριο τής οχιάς και του αστρίτη, όπου δηλώθηκαν διατηρητέα, λόγω μείωσης πληθυσμού τους!

Στην πατρίδα, τα παιδιά είναι αμελητέα για τους ιθύνοντες.

Εκεί, οι ήρωες ψάχνουν για σπαθί.

Τα παιδιά για ήρωες.

Ημιθανής Ελευθερία!

Γιατί δεν ομιλείς;

Θεέ, δώσε μου άνεμο

να ταξιδέψω την φωνή μου πριν σκοτεινιάσουν

τα αστέρια στα μάτια μου.



***********************************************



ΕΛΛΑΔΑ, ΦΩΣ ΑΙΩΝΙΟ 


Γυμνή η ψυχή από σκιές και η καρδιά από φόβους.

Σε σκέπτομαι κι αναπολώ γέφυρες που ενώνουν μα οι ποταμοί στερέψανε, κι οι ωκεανοί χωρίζουν.

Επίχρυσα νομίσματα καιρών σημαδεμένων στη θύμηση, οι ελπίδες μου.

Πόση δημιουργία σπατάλησε ο ήλιος σου -της ξεγνοιασιάς Μεσσίας!

Στις καθαρόχρωμες ακτές, σαν άτι πληγωμένο σφάδαζε ο τουρισμός.

Πόσος καιρός χαμένος, ρηχός και ανοργάνωτος.

Σ΄ ένα λιβάδι ανόργωτο, πόσες οι υποσχέσεις!

Στων εποχών το γιόρτασμα, ανεύθυνοι οι Προεστοί.

Πρόποση δίχως οίνο!

Καλωσορίζω ό,ποια αστραπή μπορεί να καθρεφτίσει

της Αρετής το πρότυπο.

Δεμένους μας κρατάνε σ΄ επώδυνη προσγείωση, κι είναι η Αλήθεια κρίμα σε Δικαστήριο κλειστό.


******************************************************************************






Μάταια αναζητάω κιθαρωδό Απόλλωνα, να σώσει την Αγάπη.

Είσαι όνειρο,

Πατρίδα μου, που δεν το σβήνει η νύχτα.

Φως, που δεν διαλύεται όταν τα μάτια κλείσουν.



Ίριδες της Κνωσού κρατώ, την Λήθη προκαλώντας για τις ψυχές που στοίβαξες στους κήπους της Ελίκης.

Στον κόρφο της Αιγιάλειας ξεσκέπασες τούς τάφους με την μορφή του εγκέλαδου, να ζωντανέψει ο μύθος.

Με τί μεγαλοπρέπεια οι κίονες των Ιώνων πρόσμεναν θυρανοίξια!

Ελλάδα! πού μου στέλνεις τον σαστισμένο λογισμό! στον πυρετό του νόστου;

Αυτές οι πτήσεις της καρδιάς, δικαιώνουν το τραγούδι, μα σπάζει η φωνή στα δυο.

Δεν είμαι παρά κρίκος μια αλυσίδας, που δονεί την χαίτη των κυμάτων, φιλί για την εσθήτα σου στον ψίθυρο τ΄ ανέμου.




*****************************************************************




Δεν είμαι παρά δάκρυ στην λιτανεία της βροχής.

Λέξη ευλογημένη, στο ποίημα των υμνωδών.

Νότα, που συμπληρώνει τ΄ ασίγαστο τραγούδι σου.



Ιέρεια, είμαι, Πατρίδα μου,

στο Απολλώνιο το φως σου.



Το Φως σου,

το Αιώνιο!



(Βραβευμένο από τον Πειραϊκό Σύλλογο, με απαγγελία μου στην Αίθουσά τους, στην Θερινή Εορτή τους, 1999)


************************************************************************



Κωνσταντίνος Π. Καβάφης

(29 Απρ. 1863-29 Απριλίου 1933)



Εύγε! Σε σένα που ευλογήθηκες

σκέψεις προκλητικές, κι ορμές απρόσκλητες

να βάζεις σε τάξη,

βάλσαμο κερνώντας μα κι ενόχληση,

σε καρδιές ξάγρυπνες.



Η σκληροτράχηλη δύναμη του «πρέπει» σε καιρούς υποκριτικά επικίνδυνους, ήταν αστέρι ευπρέπειας στη θέληση, κεραυνός ανεπίστρεπτος στη κρυφή αδυναμία.



Με τον αστερισμό σου, δεν ασχοληθήκανε, δεν μάθαμε, ως είθισται στους καιρούς μας, μα εκείνος ο του Λέοντος, κυριάρχησε στην εύθραυστη έσω ύπαρξή σου.


**********************************************************



Από το βιβλίο της ποιήτριας, "Ψυχές αιωρούμενες.."

ΟΝΕΙΡΕΥΟΜΑΙ ΣΕ ΒΛΕΠΩ ΥΠΕΡΤΕΘΕΙΜΕΝΗ ΕΠ’ ΑΠΕΙΡΟΝ ΣΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ



Ονειρεύομαι σε βλέπω υπερτεθειμένη επ’ άπειρον στον
εαυτό σου  
Κάθεσαι στο ψηλό κοραλλένιο σκαμνάκι
Μπρος στον καθρέφτη σου πάντα στο πρώτο του οικοδομικό
τετράγωνο  
Δυό δάχτυλα στο νερένιο φτερό της χτένας
Και την ίδια πάλι ακριβώς στιγμή
Γυρνάς από ταξίδι χασομεράς είσαι η τελευταία που μπαίνει
στη σπηλιά  
Στάζεις ολόκληρη αστραπές
Δεν με αναγνωρίζεις
Έχεις ξαπλώσει στο κρεβάτι αποκοιμήθηκες ή λαγοκοιμάσαι
Είσαι γυμνή η μπάλα από αφρόξυλο ζαμπούκου χοροπηδάει
ακόμα  
Χίλιες μπάλες από κουφόξυλο ζαμπούκου βομβίζουνε από
πάνω σου  
Κι είναι τόσο μα τόσο ανάλαφρες που ούτε μια στιγμή δεν
σε ζαλίζουν  
Η πνοή σου το αίμα σου σώθηκαν από την εντελώς παρανοϊκή
ταχυδακτυλουργία του αέρα  
Διασχίζεις τον δρόμο τ’ αυτοκίνητα που εξακοντίζονται πάνω
σου δεν είναι παρ’ απλώς και μόνο ο ίσκιος τους  
Κι εσύ η ίδια είσαι
Παιδί
Μαγκωμένο σ’ ένα φυσερό καμωμένο από πούλιες
Παίζεις σκοινάκι πηδάς
Θέλει κάμποση ώρα μέχρι να παρουσιαστεί στο κεφαλόσκαλο
της αόρατης σκάλας  
Η μόνη πράσινη πεταλούδα που συχνάζει στις ασιατικές
ακρώρειες  
Θωπεύω ό,τι υπήρξες
Και ό,τι ακόμα μέλλεται να γίνεις
Ακούω πόσο μελωδικά σφυρίζουνε
Τ’ αναρίθμητα χέρια σου
Φίδι ένα και μοναδικό πάνω σε ό,τι δέντρο υπάρχει και δεν
υπάρχει  
Τα χέρια σου ενώ στο κέντρο τους περιστρέφεται του
ανεμολόγιου το κρύσταλλο  
Η ζωντανή η πηγή μου με νάματά της Σίβες



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
http://alonakitispoiisis.blogspot.gr/


Τετάρτη, 26 Αυγούστου 2015

ΤΑ ΕΙΣΟΔΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΘΑΝΑΤΙΣΜΕΝΟΥ (ΕΝΥΠΝΙΟΝ)



Ολοένα πιο σιμά ολοένα πιο ψηλά
Ολοένα οι αχτές απομακρύνονται
Βουνά μεγάλα με βουνά μικρά στην αγκαλιά τους
Και μια παλάμη λιβαδάκι μια παλάμη θάλασσα

Στερνές πουλιών περιπολίες ελέγχουν τα περάσματα
Φωτεινά φραγκοστάφυλα και σκοτεινές φυκιότρυπες
Όπου μόλις άγγιχτος περνώ
                                             αποβάλλοντας έρματα ένα ένα

Κι είναι τόσο η μουσική αθέατη
Κατασταλαγμένη ευδαιμονία μέσα μου ώστε
Μήτε λύπη καν είτε χαρά να δοκιμάζω δεν υπάρχει αλλ'
Ευλογημένος από τα φιλιά που ακόμη επάνω μου έμειναν
Κι ελαφρύς πιότερο ανεβαίνω
Περιχυμένος κυανό χρυσάφι από τον Fra Angelico

Κι όπως μέσα στα σκοτεινά του αμίλητου νερού
Περνάει μορφή να τη συλλάβουν μόνον
Οι παρθένες που μέλλει ν' αγαπήσουν
Έτσι από μια σ' άλλην εικόνα γης μεταμορφωμένης
Να φανεί γίνεται
Βαθιά μέσα στο πράσινο του αιθέρος
Πως από το πολύ της πίκρας έσωσε να βγάλω ένα χαμόγελο
Κι απ' τον  ιαγουάρο του ήλιου ένα πουλάκι
Που σαν διάκος άγνωστων θαλασσινών τόπων
Λατρείας νυχτόημερα να κελαηδεί

Ολοένα πιο σιμά ολοένα πιο ψηλά
Πέρ' απ' τα πάθη πέρ' απ' τα λάθη των ανθρώπων
Λίγο ακόμη λίγο ακόμη
Μ' όλους τους ήχους των ερώτων έτοιμους ν' ανακρουστούν
Το ουράνιο αρχιπέλαγος:

Να η Κιμμώνη! Να το Λιγινό!
Το Τριαινάκι! Ο Aντύπνος! Ο Aλογάρης!
Η Ευβλωπούσα! Η Μάισσα!
Θάμβος! Που ακούω μωβ και γίνονται όλα
Ρόδινα με κατάσαρκα του αιθέρος το ύφασμα
Θροώντας
                 κλαίω· που ξανά μου δίνεται
Να πατήσω χώμα υπέροχο καστανό τριγυρισμένο θάλασσα
Όπως των ελαιώνων της μητέρας μου καθώς
Το βράδυ πέφτει και μια μυρωδιά
Χόρτου που καίγεται ανεβαίνει αλλά
Φεύγουν κρώζοντας με λίγη
Στο ράμφος τους στρειδόφλουντζα οι άγριοι γλάροι

Στην κορυφή του λόφου ο Άγιος Συμεών
Λίγο πιο πάνω οι βάρκες των νεφών
Και ακόμη πιο ψηλά ο Αρχάγγελος με το βαθύ του βλέμμα όλο
        συχώρεση.
 

Δευτέρα, 24 Αυγούστου 2015

ΓΙΑ ΜΙΑ VILLE D' AVRAY


                                        Κακέκτυπον αν και εξαργυρώσιμον
Ως νόμισμα είναι. Που παρηχητικά μέσα στην ξένη γλώσσα
Μιαν αύριο δηλώνει εάν όχι ταύρου ισχυρά μουκανήματα
Ευρείς λεωφόρους διασχίζουν φευγαλέα οι ποδηλάτισσες και
Πολλές το μάθημά τους παν να επαναλάβουν σ' ένα μικρό
        και για λαίμαργα
Χείλη ωδείον. Περαστικές ευδίες έχει όπως ο νους και η μι-
        σοκαλυμμένη κνήμη
Πριν τη μετάληψη των εσωρούχων του άκρου θρου έμνοστη πιο
Γίνεται η σάρκα και γλιστρούν τα χτενάκια διαγώνια πάνω
        στ' ανέγγιχτα
Ως την τελευταία στιγμή σεντόνια. Μια πλάνη που την πήρε ο ύπνος
Δια παντός και πλέον δεν ν' αυτοκατα-
                                                             νοηθεί γίνεται

Φίλες εσείς του πιο μικρού παρεκκλησίου την επίσκεψη πουλιών
Γνωρίσατε; Είναι ροζ κι έχουν φούλια στικτά κάτω απ' τα πούπουλα
Διαβαστό χνούδι και αχνών ακμή που με το πέρασμά του παρασύρει
Του ανοιχτού δωματίου το ρεύμα. Ω γλυκείς μικροί ψιθυρισμοί
Κραυγές άξαφνες και πάλι γαληνεμένοι αναστεναγμοί γόοι
Της μιας φοράς και των πολλών σφυγμών «αχ» κερασένια που
Καταπίνει ο άνεμος. Κάτι σαν σκίρτημα που πριν το νιώσεις
Έχει κιόλας στα δάχτυλα μοιράσει ρίγος ίδιο χίλιες φορές κι ας μην
        ποτέ τις μέτρησες

Όπως ένα κλωστήριο μια πόλις λειτουργεί που οι κάτοικοί της
Με τα δόντια στην κατάλληλη στιγμή κόβουν το νήμα
Σε μετάξι περιπατά η αφή και σε λευκής μασχάλης κορδελίτσα
        ο ίασμος
Και σαν από μικρό του θέρους ποτιστήρι βρέχει ανεπαίσθητ'
        αγγίγματα
Μια σύντομη των δέκα μενεξέδων διακοπή που ισχύει για πάντοτε
Όπως ισχύει σαν κλειδί της ηδονής και γίνεται όρος απαράβατος:
Είναι στα γόνατα που θέλει ο σκύλος τον αφέντη του και
Τον μελισσοκόμο της η κορασίς κηφήνα
Εάν η ευλάβεια μ' άλλο επίθετο είχε βαπτισθεί και των ναών
        οι κώδωνες τίναζαν περιστέρες
Θα 'χαν απαιχμαλωτισθεί κι απ' τον κλήρο τ' αέρος οι δέσμιοι
        απαχθεί
Σ' απαλών θωπειών δώματα

Να τι ζητούσε ο Ιωάννης ο νεότερος μέσα στου τετραγώνου του
Τον κύκλο. Να εισέρχονται και με κοθόρνους κτυπώντας το δάπεδο
Οι ως Αίαντες ή ως Επίσκοποι μιας μυστικής χαράς την
        ιδιαιτερότητα διεκδικώντας
Θύσανοι του ασημί πράο του σκοτεινού της χλόης στήθη του
        εύδερμου
Στη δική σας έχω πόλη ζήσει κι εγώ

Ζαλιστικά γλιστρούν και στροβιλίζονται πάνω στο όγδοο χρώμα
Τα ένστικτα όμοια φύλλα που τους απαγορεύτηκε το κίτρινο και
Σε μια ψιλή βροχή αλητεύουν ώσπου στα σγουρά κι αρμυρά
Χλωροφύλλη μυστική χύνουν από σπουργίτη έως κρινολανθό
Έτσι
        της αύριον η αύρα πνέει
Το μικρό έαρ του έαρος δεν έχει τελειωμό.


Κυριακή, 23 Αυγούστου 2015

ΜΥΡΙΣΑΙ ΤΟ ΑΡΙΣΤΟΝ [Ι-VΙΙ]


                                                    Ι  
Μια μέρα τη ζωή που 'χασα την ξαναβρήκα στα μάτια ενός νέου μο-
σχαριού που με κοίταζε μ' αφοσίωση. Κατάλαβα πως δεν είχα γεν-
νηθεί στην τύχη. Βάλθηκα να σκαλίζω τις μέρες μου, να τις φέρνω
άνω κάτω, να ψάχνω. Ζητούσα να ψαύσω την ύλη των αισθημά-
των. Ν' αποκαταστήσω, από τις νύξεις που έβρισκα διάσπαρτες μέ-
σα στον κόσμο αυτόν, μιαν αθωότητα τόσο ισχυρή που να ξεπλένει
τα αίματα -το άδικο- και να εξαναγκάζει τους ανθρώπους να μου
αρέσουν.
Δύσκολο - αλλά πως να γίνει; Κάποτε νιώθω να 'μαι τόσοι πολλοί
που χάνομαι. Θέλω να πραγματοποιηθώ έστω και στο μάκρος μιας
ηλικίας που να ξεπερνά τη δική μου.
Αν η ψευτιά δεν υπάρχει τρόπος να καταβληθεί ούτε από το χρόνο,
τότε το παιχνίδι το έχασα.
                                               II
Κατοίκησα μια χώρα που 'βγαινε από την άλλη, την πραγματική,
όπως τ' όνειρο από τα γεγονότα της ζωής μου. Την είπα κι αυτήν
Ελλάδα και τη χάραξα πάνω στο χαρτί να τηνε βλέπω. Τόσο λίγη
έμοιαζε· τόσο άπιαστη.
Περνώντας ο καιρός όλο και τη δοκίμαζα: με κάτι ξαφνικούς σει-
σμούς, κάτι παλιές καθαρόαιμες θύελλες. Άλλαζα θέση στα πράγμα-
τα να τ' απαλλάξω από κάθε αξία. Μελετούσα τ' Ακοίμιστα και την
Ερημική ν' αξιωθώ να φκιάνω λόφους καστανούς, μοναστηράκια,
κρήνες. Ως κι ένα περιβόλι ολόκληρο έβγαλα γιομάτο εσπεριδοει-
δή που μύριζαν Ηράκλειτο κι Αρχίλοχο. Μα 'ταν η ευωδία τόση που
φοβήθηκα. Κι έπιασα σιγά σιγά να δένω λόγια σαν διαμαντικά να
την καλύψω τη χώρα που αγαπούσα. Μην και κανείς ιδεί το κάλλος.
'Ή κι υποψιαστεί πως ίσως δεν υπάρχει.
                                               III
Λοιπόν τριγύριζα μέσα στη χώρα μου κι έβρισκα τόσο φυσική τη λι-
γοσύνη της, που 'λεγα πως, δε γίνεται, θα πρέπει να 'ναι από σκοπού
το ξύλινο τούτο τραπέζι με τις ντομάτες και τις ελιές μπρος στο πα-
ράθυρο. Για να μπορεί μια τέτοια αίσθηση βγαλμένη απ' το τετράγω-
νο του σανιδιού με τα λίγα ζωηρά κόκκινα και τα πολλά μαύρα να
βγαίνει κατευθείαν στην αγιογραφία. Και αυτή, αποδίδοντας τα ίσα,
να προεχτείνεται μ' ένα μακάριο φως πάνω απ' τη θάλασσα εωσότου
αποκαλυφθεί της λιγοσύνης το πραγματικό μεγαλείο.
Φοβούμαι να μιλάω μ' επιχειρήματα που μόνον η άνοιξη δικαιωμα-
τικά διαθέτει: όμως την παρθενία που πρεσβεύω έτσι την αντιλαμβά-
νομαι και μόνον έτσι τη φαντάζομαι να κρατάει τη μυστική της αρε-
τή: μεταβάλλοντας σε άχρηστα όλα τα μέσα που θα μπορούσαν να
επινοήσουν οι άνθρωποι για τη συντήρηση και την ανανέωσή της.
                                               IV
Την άνοιξη δεν τη βρήκα τόσο στους αγρούς ή, έστω, σ'έναν Botti-
celli όσο σε μια μικρή Βαϊφόρο κόκκινη. Έτσι και μια μέρα, τη θά-
λασσα την ένιωσα κοιτάζοντας μια κεφαλή Διός.
Όταν ανακαλύψουμε τις μυστικές σχέσεις των εννοιών και τις περ-
πατήσουμε σε βάθος θα βγούμε σ' ένα άλλου είδους ξέφωτο που είναι
η Ποίηση. Και η Ποίηση πάντοτε είναι μία, όπως ένας είναι ο ουρα-
νός. Το ζήτημα είναι από που βλέπει κανείς τον ουρανό.
Εγώ τον έχω δει από καταμεσής της θάλασσας.
                                                V
Θέλω να 'μαι ειλικρινής όσο και το λευκό πουκάμισο που φορώ· και
ίσιος, παράλληλος με τις γραμμές πόχουν τα ξοχόσπιτα κι οι περι-
στεριώνες, που δεν είναι καθόλου ίσιες κι ίσως γι' αυτό στέκουνε το-
σο σίγουρα μες στην παλάμη του Θεού.
Τείνω μ' όλους μου τους πόρους προς ένα -πώς να το πω;- περι-
στρεφόμενο, εκθαμβωτικό ευ. Από το πως δαγκώνω μέσα στο φρούτο
έως το πως κοιτάζω απ' το παράθυρο αισθάνομαι να σχηματίζεται μια
ολόκληρη αλφαβήτα, που πασχίζω να βάλω σ' ενέργεια με την πρόθε-
ση ν' αρμόσω λέξεις ή φράσεις, και την απώτερη φιλοδοξία, ίαμβους
και τετράμετρα. Που σημαίνει: να συλλάβω και να πω έναν άλλο, δεύ-
τερο κόσμο, που φτάνει πάντα πρώτος μέσα μου. Μπορώ μάλιστα να
φέρω μάρτυρες ένα σωρό ασήμαντα πράγματα: βότσαλα που τα ρίγω-
σαν οι τρικυμίες, ρυάκια μ' ένα κάτι παρήγορο στο κατρακυλητό τους,
μυριστικά χορτάρια, λαγωνικά της αγιοσύνης μας. Μια ολάκερη φι-
λολογία, οι αρχαίοι Έλληνες και Λατίνοι, οι κατοπινοί χρονογράφοι
και υμνωδοί· μια τέχνη, ο Πολύγνωτος, ο Πανσέληνος: όλοι τους βρί-
σκονται μεταγλωττισμένοι και στενογραφημένοι μέσα εκεί από το
λείο, το χλοερό, το δριμύ και το εκστατικό, που η μόνη γνήσια και
αυθεντική τους παραπομπή ενυπάρχει στην ψυχή του ανθρώπου.
Αυτή την ψυχή τη λέω αθωότητα. Κι αυτή τη χίμαιρα, δικαίωμά μου.
                                               VI
Ω ναι, μια σκέψη για να 'ναι πραγματικά υγιής -άσχετο σε τι αναφέ-
ρεται- πρέπει ν' αντέχει στο ύπαιθρο. Και όχι μόνον. Πρέπει την
ίδια στιγμή στην ευαισθησία μας να 'ναι καλοκαίρι.
Λίγο, δυο - τρεις βαθμούς πιο χαμηλά, τετέλεσται: το γιασεμί σωπαί-
νει, ο ουρανός γίνεται θόρυβος.
                                              VII
Χείλι πικρό που σ' έχω δεύτερη ψυχή μου, χαμογέλασε!
 

Σάββατο, 22 Αυγούστου 2015

Το σύμπαν είναι άναρχο






Το σύμπαν είναι άναρχο
κι εμείς επαναστάτες
αδάμαστοι πρωταγωνιστές
συνεχών ανατροπών
πρωτεργάτες παθιασμένοι
ενώσεων παντοδυναμίας
πασχίζοντας να εξουδετερώσουμε
κάθε τραγωδία
στοιχηματίζοντας στο μέλλον
μιας και τα χωράφια του παρελθόντος
έχουν γόνιμα σπαρθεί
αποσυντονίζοντας ξύλινες γλώσσες
αρνούμενοι να ενηλικιωθούμε
ξεδιπλώνοντας την ποίησή μας
στα μήκη και τα πλάτη
με χάδια απαλά
θωπεύοντας τις διακηρύξεις μας
η λάμψη μας προκαλεί
απέραντη φωτοχυσία
κι οι στοχασμοί γίνονται
ιδιοκτησία των πάντων
στο φεγγαρόφωτο

https://tokoskino.wordpress.com/page/3/

Όπως οι ποιητές




Οι χτύποι της καρδιάς σου
-απότομοι ήχοι νεκρών βαγονιών-
μέταλλα παροπλισμένης ατμομηχανής
που συστέλλονται,
που τρομάζουν
από εκτροχιασμούς ονείρων.

Τα χέρια σου βιδωμένα
στα έμβολα των ακίνητων τροχών
με το ρολόι, στ’ αριστερό, σταματημένο.

Τα πόδια σου μισοφαίνονται·
χορταριασμένες ράγες
-άνεμοι παίζουν με τα λυμένα σου κορδόνια.

Η σιωπή σου σκοτάδι,
σφιγμένο στομάχι,
κόμπος στο λαιμό.

Το πρόσωπό σου ανέκφραστο
φεγγάρι,
μάτι δακρυσμένο.

Διάσπαρτη κόκκινη σκουριά
σε ζωγραφιά
το βλέμμα σου.

Έφυγες από την πόλη
πριν να πεθάνεις εγκλωβισμένος,
τώρα κι από τον έρημο σταθμό
ζητάς να ξεκολλήσεις

όπως οι ποιητές

δεν χώρεσες
ποτέ
πουθενά.



_____________________________

*Από την συλλογή «Χαμένες Ψηφίδες» του Θοδωρή Βοριά , 2012

https://arxigramma.wordpress.com/

Παρασκευή, 21 Αυγούστου 2015

Κάντο ΧΙΙ

    

Κι εμείς καθόμαστε εδώ κάτω από το τείχος,

Ρωμαϊκή αρένα του Διοκλητιανού, τα σκαλοπάτια

Σαράντα τρεις σειρές από ασβεστόλιθο.

Ο Μπάλντυ Μπέικον


Aγόρασε όλες τις χάλκινες πενταροδεκάρες της Κούβας

Ένα σέντσι, δύο σέντσια,

Eίπε στους κολλήγους του 'φέρτε τις μέσα'.


'Να τις φέρετε στη μεγάλη παράγκα', είπε ο Μπάλντυ

Kαι οι κολλήγοι τις φέρανε


'Tις φέρανε στη μεγάλη παράγκα',

Όπως θα έλεγε και ο Χένρυ.


Ο Νικόλας Καστάνιο στην Αβάνα

Πήρε κι αυτός κάποια σέντσια, αλλά οι άλλοι

Έπρεπε να πληρώσουν ποσοστά.

Ποσοστά όταν ήθελαν σέντσια, δημόσια σέντσια.

Ο Μπάλντυ μόνο στα χρηματιστηριακά εύρισκε ενδιαφέρον.


'Καμιά άλλη επένδυση δε με ενδιαφέρει' 'έλεγε ο Μπάλντυ.

Κοιμόταν και είχε δυο ερυθρόδερμους πλάι του αλυσοδεμένους


Bασιλική φρουρά,

δεμένους με αλυσίδα από τη μέση του


Για να μη μπορούν να το σκάσουν τη νύχτα.


Οι κουβανοί πλέον δεν τον πήγαιναν.

Από τον πυρετό είχε μείνει 49 κιλά.

Ξαναγύρισε στο Μανχάτταν,

στο Μανχάτταν. τελικά


Οδός 47, αριθμός 24 , όταν τον γνώρισα,


Δούλευε στην τυπογραφία,

δηλαδή παραγγελιοδόχος, πήγαινε σε γνωστούς του,


Tο γραφείο του στην οδό Νασσάου,

έδινε δουλειά στους τυπογράφους


Διπλότυπα αποδείξεων και αργότερα,

ασφάλειες

Eυθύνη εργοδοτών κ.λ.π.,

περίεργες ασφάλειες

Πυρός σε οίκους ανοχής.,


προμήθειες Από 15 δολλάρια την εβδομάδα,

Πολλών δ' ανθρώπων ίδε,


Έμαθε ποιες ναυτιλιακές εταιρίες ήσαν οι πιο ανοργάνωτες,

Πού ήταν πιθανότερο να χάσει κανείς το πόδι του

Από χαλασμένο βαρούλκο,

Και για φωτιές, όπως τότε που έπιασε ένα πορνείο

Έφτασε, θαυματουργέ Ερμή, κατά τύχη,

Σε δυο λεπτά - αφού προηγουμένως ο άγγελος του ιδιοκτήτη

Τον ειδοποίησε.


Έβγαλαν οι δικοί του 11000 σε τέσσερις μήνες


Με εκείνη την κομπίνα της Κούβας

Αλλά αυτοί χρεοκόπησαν

Κάποτε έβγαλε στο μερδικό του σε 40000,

Τότε που ήθελε να φάει όλη τη Wall street

Μα άλλαξε γνώμη μετά από τρεις βδομάδες.


], ΑΝΕΚΔΟΤΗ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ

[Τα παιδιά δικάζουν κλαίγοντας για δικαιοσύνη![ [Αναρωτιέμαι ποιος να είναι ο σκοπός όπου γεννήθηκα] [ποια πατρίδα; Σύνελθε, Νου!]


                                       
Τα παιδιά δικάζουν κλαίγοντας για δικαιοσύνη!
Καρδιά περιφλεγής! Τι ανέσυρες απόψε!
Πάντα θα υπάρχουν στόματα αγευμάτιστα.
Κοιλιές πρησμένες. Μάτια ατερμάτιστα.                     
Πέλματα γυμνά. Κυρίες αρωματισμένες. Άντρες
λαίμαργοι. Ανήθικες ώρες.
Στιγμές απιστίας.
Ψυχές αλαφιασμένες.
Στην περισυλλογή δοκιμάζω λωτούς βαθύχρωμους απολαμβάνοντας το απόλυτο ωρίμασμα…
Ξένη χώρα. Ξένη ψυχή. Τουλάχιστον,
αν πέσω, ας είναι κάτι κοντά μου να συρθώ, να αναρριχηθώ,
προστατεύοντας την προσευχή.



 ***************************************************************


Αναρωτιέμαι ποιος να είναι ο σκοπός όπου γεννήθηκα, ποιοι οι μυστηριώδεις άνεμοι που τροφοδότησαν την αλλαγή μου.
Τα δάχτυλά μου, τότε, τρυπημένα από αγκάθια των αγρών και βελόνες από σχολικά κεντήματα, τώρα από την άστατη υπεργλυκαιμία…
Στα αυτιά, τότε, ο απόηχος των γδούπων τής Μπότας, ίδιος ο αντίλαλος και τώρα, στην άλλη όχθη                                                                 όπου ο ομφάλιος λώρος -αλυσίδα ατσάλινη- επανέρχεται δριμύτερος.
Μέσα μου ετοιμάζεται μια αλέγρα μουσική ενορχηστρωμένη από αλέγρους βοριάδες.
Έμπνευση ακατάλυτη, το αεικίνητο παρακλάδι μου.
Σχηματίζω χάρτινες βαρκούλες για το χάδι και για τα ερωτηματικά μάτια της εύθραυστης αθωότητας.


  ******************************************************************************                                                                         
                        
Οι λαχανιασμένες ανάσες του, σχεδιάζουν χαρταετούς στην μισάνοιχτη πόρτα, λιώνοντας τον πάγο στην όψη νηπιακής προσδοκίας.
Ο κόσμος του, ένα πανηγύρι με τιτιβίσματα και κραυγές θαυμασμού που ημερώνουν τα μέσα μου.
Σιωπώ, κρατώντας τις πέρλες πίσω από τα βλέφαρα.
Το μικρό μας ψαράκι εύπλαστο.
Η γυάλα εύθραυστη. Ο ουρανός; Φως.
Ο ήλιος; Θεός. Η πατρίδα;
ποια πατρίδα; Σύνελθε, Νου!
Σταμάτα χέρι μου!
Μη καταχωρείς τα ακαταχώριστα.
Εσύ είσαι για το χάδι στα παρακλάδια σου.
Είσαι για το μπόλιασμα, για την αφή
της φλόγας, στην αγαπημένη Πατρίδα.




Από το βιβλίο της ποιήτριας, "Ψυχές αιωρούμενες.."


[Αντιλαλούν οι κραυγές νηστικών μανάδων]

                   
Αν είχαν το μεσαίο αγγελούδι φυλαγμένο, θα το ονόμαζα Μαρία.
Θα άνοιγα μια αγκαλιά, έστω και με τα νύχια, παρέα να το έχω, το τυχερό μου αστέρι, να με καλοδεχτεί, να με φιλοξενήσει στο άπλετο Φως. Θεέ μου,                              
ΤΙ γράφω; Ξέρω!
ΔΕΝ είμαι η μόνη.
Τρυπούν οι αδύναμες φωνούλες τα αυτιά, φωνάζοντας την ορφάνια τους.
Αντιλαλούν οι κραυγές νηστικών μανάδων με τα πεσμένα στήθια, ράπισμα των σάπιων ευνοουμένων της χορτασμένης Τάξης.
Οι άνδρες, έχουν αγριέψει.
Ίσως ποτέ τους δεν ηρέμησαν.
Τα κοστούμια, υποκρισία.
Οι χλαμύδες, φανατισμός.
Όσο βαθύτερα εντρυφάς στην Ιστορία, τόσο σαρκοβόρες τίγρεις και λέοντες ξεπετάγονται.
Οι γυναίκες; Κορμιά, προς εύκολη λεία.      
Ο νους;
Άγνωστος Χ !


Από το βιβλίο της ποιήτριας, "Ψυχές αιωρούμενες.."

Πέμπτη, 20 Αυγούστου 2015

Κάποια μέρα θα βρω μια λέξη


Κάποια μέρα θα βρω μια λέξη
να διεισδύσει στην κοιλιά σου και να την γονιμοποιήσει,
να σταματήσει στο στήθος σου
σαν ένα χέρι ανοιχτό και κλειστό ταυτόχρονα.
Θ' ανακαλύψω μια λέξη
να αλυσοδέσει το κορμί σου και να το στροβιλίζει,
να περιέχει το κορμί σου
και ν' ανοίγει τα μάτια σου σαν ένας Θεός,
χωρίς σύννεφα
και να στεγνώνει το σάλιο σου
και να σου σταυρώνει τα πόδια.
Εσύ ίσως να μην την ακούς
ή ίσως να μην την καταλαβαίνεις.
Δεν θα είναι απαραίτητο.
Θα μπαίνει μέσα σου σαν ένας τροχός
διατρέχοντάς σε ως το τέλος απ' άκρη σ' άκρη,
γυναίκα μου και όχι δική μου
και δεν θα σταματήσει ούτε όταν πεθάνεις.

Roberto Juarroz

Μετάφραση: Μαριάννα Τζανάκη..

Στον ύπνο μου,


                                                                                                                                                                           
Στον ύπνο μου,

μα και στον ξύπνιο μου,
οι σκιές δεν λείπουν.
Τις προκαλώ.
Δεν απαντούν.
Η σιωπή τους σπάζει στις λέξεις.
Ουρανέ μου!
Τα γαλάζια μάτια σου, πώς αντέχουν τόση λαμπρότητα.
Τα δαντελωτά σου χείλη, πόσα μυστικά κρατούν, ω! θάλασσά μου.
Μεθυσμένες κι οι αλκυονίδες από το λυκαυγές που μετράει τα σκαλιά τής αρχόντισσας γνώσης.
Πατρίδα μου!
Ο φθόνος, τόσο επιμελημένος,
γλιστράει σαν δελφίνι στα μυθικά σπλάχνα σου.
Μεθοδικά μεταμορφώνουν την εικόνα σου, τρυπούν το Άγιο Κορμί σου για να αρπάξουν το Πνεύμα σου.
Τροποποιούν τον αμέτρητο πλούτο των εννοιών σου για να φορτίσουν την τραγική, σύγχρονη τεχνολογία σου.





~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~



Στυγνή για αυτούς παραδοχή ότι Υπάρχεις.
Λες και δεν είσαι Αρκετή.
Αδίστακτα μπήγουν τα σπαθιά                                
στων παιδιών τα μάτια, ξεριζώνοντας Πίστη.
Τραγουδούν τις νύχτες στις ανάσες της φωτιάς, πυρώνοντας υποχθόνια σπέρματα στείρας συνείδησης.
Τα παιδιά σου στοχεύουν,
Πατρίδα μου!
Να βλέπουν τον Σταυρό πεταμένο στην άκρη τού δρόμου και να προσπερνούν την δική σου μονοθεϊστή πρόγνωση.
Να ομιλούν σε άχρωμες γλώσσες, επιστρέφοντας στους γρυλλισμούς ενός αβάφτιστου σκοταδιού.
Φοράς τα νησιά σου διαμάντια στο στήθος σου,
Πατρίδα μου.
Τα πόδια σου, Ιωνικές κολόνες, τρέμουν στην κραιπάλη των υποτιθέμενων φίλων που λερώνουν το χώμα σου.



~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~


                                                      
Σείεται η Γη σου από αγανάκτηση, κι εσύ αγνοείς το ευλογημένο χαμόγελο της Αγάπης.
Καρφί ματώνει την απόδημη καρδιά μου.                                                                 Πατρίδα!
Το ταξίδι μου, στην χώρα των λωτοφάγων, ουτοπία. Αναρωτιέμαι πόσο σκοτάδι μπορεί να κρυφτεί  στα  νοτισμένα μάτια.
Όλοι, πλέον, γνωρίζουν τα πάντα, ισορροπώντας την αμάθεια. Ψηλαφώ τις αυλόπορτες που άνοιξα, τις πόρτες που έκλεισαν γελώντας στο πρόσωπό μου.
Αναίτια.
Παρακολουθώ τα παιδικά σχήματα που οι άνεμοι ζωγραφίζουν με σύννεφα.
Δεν σε αναγνωρίζω, ουρανέ μου!
Στου Αγίου Μιχαήλ, το περιβόλι μας είναι τριθέσιο.
Δίχως τοίχους τσιμεντένιους.
Η γη στην απλότητά της.
Έτοιμοι.
Να μας δεχτεί.


Από το βιβλίο της ποιήτριας, "Ψυχές αιωρούμενες.."

Τετάρτη, 19 Αυγούστου 2015

Ασθμαίνον δεντρί



...στη δίνη του ανέμου,
σαν λάβα,
ακατέργαστος ο πόθος κοχλάζει!
Αδέσμευτη μνήμη, για πες μου, αχ! πες μου,
η γη πώς χαράζει τους νέους της δρόμους, να γίνω νεράιδα, να πιώ στη πηγή της, να λύσω τα μάγια, να δέσω βοριάδες πολύλαλους που μαστιγώνουν και σφυρίζουν
κι αρμύρα ποτίζουν τον κόρφο της μάνας…
Δεντρί κουρασμένο,
αθώα τα δάχτυλα,
αθώα τα μάτια.
Η άβυσσος ξέχασε θαμπές ηλιαχτίδες
ν΄ ανάψει στο ξύπνημα…
Η νύχτα αντέχει.

 Από το βιβλίο της ποιήτριας, "Ψυχές αιωρούμενες.."

ΜΙΚΡΕΣ ΚΥΚΛΑΔΕΣ



ΜΑΡΙΝΑ

Δώσε μου δυόσμο να μυρίσω
λουίζα και βασιλικό
Μαζί μ' αυτά να σε φιλήσω
και τι να πρωτοθυμηθώ

Τη βρύση με τα περιστέρια
των Αρχαγγέλων το σπαθί
Το περιβόλι με τ' αστέρια
και το πηγάδι το βαθύ

Τις νύχτες που σε σεργιανούσα
στην άλλη ν άκρη τ' ουρανού
Και ν' ανεβαίνεις σε θωρούσα
σαν αδελφή του Αυγερινού

Μαρίνα πράσινό μου αστέρι
Μαρίνα φως του Αυγερινού
Μαρίνα μου άγριο περιστέρι
και κρίνο του καλοκαιριού.



ΤΑ ΕΛΛΗΝΑΚΙΑ

Τον Μάρτη περικάλεσα
και τον μικρό Νοέμβρη
Τον Αύγουστο τον φεγγερό
κακό να μη μας έβρει

Γιατ' είμαστε μικρά παιδιά
είμαστε δυο Ελληνάκια
Μες στα γαλάζια πέλαγα
και στ' άσπρα συννεφάκια

Γιατ' είμαστε μικρά παιδιά
κι η αγάπη μας μεγάλη
Που αν τη χωρέσουμε απ' τη μια
περσεύει από την άλλη

Κύματα σύρετε ζερβά
κι εσείς τα σύννεφα δεξιά
Φάληρο με Περαία
μια γαλανή σημαία.



Η ΜΑΓΙΑ

Η Πούλια πόχει εφτά παιδιά
μέσ' απ' τους ουρανούς περνά

Κάποτε λίγο σταματά
στο φτωχικό μου και κοιτά:

Γεια σας τι κάνετε; Καλά;
-Καλά. Πως είναι τα παιδιά;

-Τι να σας πω εκεί ψηλά
τα τρώει τ' αγιάζι κι η ερημιά

-Γι' αυτό πικραίνεσαι Κυρά
δε μου τα φέρνεις εδωνά;

-Ευχαριστώ μα 'ναι πολλά
θα σου τη φάνε τη σοδειά

-Δώσε μου καν την πιο μικρή
τη Μάγια την αστραφτερή

Λάμπουνε γύρω τα βουνά
τα χέρια μου βγάνουν φωτιά

Κι η Πούλια πόχει εφτά παιδιά
φεύγει και μ' αποχαιρετά.



ΤΑ 'ΔΑΤΕ ΤΑ ΜΑΘΑΤΕ

Ήταν μια θεία θέληση
κι ενός αγίου τάμα
Εμείς οι δυο να σμίξουμε
και να γενεί το θάμα:

Οι βάρκες ν' ανεβαίνουνε
ως τα ψηλά μπαλκόνια
Κι οι ορτανσίες να πετούν
καθώς τα χελιδόνια

Ν' ανάβουν οι άγιοι κερί
στη χάρη των δυονώ μας
Και τα ψαράκια να φυλούν
την άκρη των ποδιών μας

Όλος ο κόσμος ν' απορεί
μωρέ τι να 'ν' και τούτο
Με το μπουζούκι να λαλεί
και το μικρό λαγούτο:

-Τα 'δατε τα μάθατε
μια αγάπη που εγεννήθη
ʼνθρωπος δεν την κατελεί
κι ο ʼδης ενικήθη.



ΤΟΥ ΜΙΚΡΟΥ ΒΟΡΙΑ

Του μικρού Βοριά παράγγειλα
να 'ναι καλό παιδάκι
Μη μου χτυπάει πορτόφυλλα
και στο παραθυράκι

Γιατί στο σπίτι που αγρυπνώ
η αγάπη μου πεθαίνει
Και μες στα δάκρυα την κοιτώ
που μόλις ανασαίνει

Με πιάνει το παράπονο
γιατί στον κόσμο αυτόνα
Τα καλοκαίρια τα 'χασα
κι έφτασα στο χειμώνα

Σαν το καράβι που άνοιξε
τ' άρμενα κι αλαργεύει
θωρώ να χάνονται οι στεριές
κι ο κόσμος λιγοστεύει

Γεια σας περβόλια γεια σας ρεματιές
γεια σας φιλιά και γεια σας αγκαλιές
Γεια σας οι κάβοι κι οι ξανθοί γιαλοί
γεια σας οι όρκοι οι παντοτινοί.


ΤΟ ΤΡΙΖΟΝΙ

Κοιμήθηκα κοιμήθηκα
στου γιασεμιού την ευωδιά
Στων φύλλων το μουρμουρητό
στων άστρων τον χρυσό γιαλό

Οι άνθρωποι μ' αρνήθηκαν
κανείς δε μου σιμώνει
Μόνο μου κάνει συντροφιά
της νύχτας το τριζόνι:

-Έννοια σου λέει έννοια σου
κι εγώ είμαι δω κοντά σου
Για συντροφιά στην έγνοια σου
και για παρηγοριά σου

Tρι και τρι τρι και τρι
τι πικρή που 'ναι η ζωή
Τι γλυκιά και τι πικρή
τρι και τρι και τρι και τρι

Κοιμήθηκα κοιμήθηκα
στων Αρχαγγέλων τη σκιά
Στην ερημιά του φεγγαριού
στο κυματάκι του γιαλού

Τι να 'φταιξα της μοίρας μου
κι έτσι με φαρμακώνει
Μονάχα μου αποκρίνεται
της νύχτας το τριζόνι:

-Είμαι μικρό πολύ μικρό
μα 'ναι ο Θεός μεγάλος
Αυτό ποτέ δε θα σ' το πω
μήτε κανένας άλλος

Τρι και τρι τρι και τρι
τι πικρή που 'ναι η ζωή
Τι γλυκιά και τι πικρή
τρι και τρι και τρι και τρι.



ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΥΡΟ ΚΑΙ ΤΖΙΑ

Ανάμεσα Σύρο και Τζια
μικρή φυτρώνει νεραντζιά
η μικρή μου η κοπελιά

Πόχει τις ρίζες στο βυθό
και τα κλαδιά στον ουρανό
το κορίτσι που αγαπώ

Πλάσμα δεν είναι ανθρωπινό
δεν είναι μήτε ξωτικό
το κορίτσι που αγαπώ

Μα 'χει τον ήλιο φορεσιά
τα κύματα περπατηξιά
η μικρή μου η Παναγιά

Χάιντε νύφη της θαλάσσης
τι φαμίλιες θα χαλάσεις

Νύφη μέσα στα μπουγάζια
με τα πέπλα τα γαλάζια

ʼνεμος να μη σε πιάσει
λούλουδο μη σου χαλάσει

Κι αν γενεί ποτέ το θάμα
κι αγαπήσεις κάνω τάμα

Να σου στείλω μια μπρατσέρα
με τον Πολικόν Αστέρα. 

Τρίτη, 18 Αυγούστου 2015

Κόρη,



Το όραμα
κρατά το κεφάλι, ψηλά.

Το επτασφράγιστο μυστικό, αινιγματικά,
σέρνεται στα τοξωτά χείλη.

Καλπάζει η φύση
κι ας μοιάζει αργοκίνητη.

Α! κόρη, που αποφεύγεις τον ήλιο μου...
η δική μου άνοιξη με προσπέρασε αδιάφορη.

Ακόμη αποκρυπτογραφώ
τις αρχαίες σκιές της.


Από το βιβλίο της ποιήτριας, "Ψυχές αιωρούμενες.."

Δευτέρα, 17 Αυγούστου 2015

ΝΥΧΤΑ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΗΣ

                                                         
Συμβαδίζοντας με το φως, ο κόσμος μειδιούσε στην άνοιξη των ματιών της.
Στην οδό Λωτών, οι ελπίδες φτερούγιζαν, πεταλούδες ανώριμες...
Οι απαιτήσεις ασελγούσαν στου χρόνου το πεντάγραμμο.

Οι προσδοκίες ωρίμαζαν αγριοκέρασα πίσω
από το φράχτη
όπου ριγούσε το χρυσόλευκο αγιόκλημα.

Τρεμούλιαζε η γη στο κάθε βήμα της,
απορροφώντας το μυστικό της.

Κόρη της μπακιρένιας σελήνης, 
η Φύση διαλέγει απερίσκεπτα τις εστίες της.
Εμείς, μοιάζουμε έτοιμοι 
στα αόρατα δίχτυα της,
θύματα
απροσάρμοστης αυτοπεποίθησης.


Από το βιβλίο της ποιήτριας, "Ψυχές αιωρούμενες.."

Ο Εγώ


o ego
Σπούδασα στο Πάντειο αμοραλισμό
υπογλυκαιμία συμφέρον. Έγινα
κριτικός ηθικιστής και φιλοκατήγορος.
Ρομαντικός λάτρης της ανθρώπινης
ιδιομορφίας. Βήχω σαν τον εργοδότη
μου και βήχω σωστά. Καλλιτεχνικές
απόψεις άλλων απηχώ, τις φράξιες
συντονίζω των αστών που αναρχίζουν.
Γκροτέσκο επιχείρημα και γκέι αντριλίκι
της ανερχόμενης γενιάς ο Εγώ.
Ο σεμιναριάκιας, ο σεσηπός. Ο αντιερωτικά
ερωτικός, ο διδάκτωρ που μαστιγώνει
ψωλές. Ο φέρελπις κατηχητής τού
μπουρζουά, ο Εγώ. Ο για πάντα Εγώ.
Ο αθώος Εγώ ιδιώτης, της μαμάς και
του μπαμπά το σπιτίσιο πορνό.
Υπάρχω κι όσο υπάρχω διοικώ.
https://dromos.wordpress.com/

Βιβλίο


..............
Ταξιδεύει  κουβαλώντας  πάνω του μύρια σώματα 
Φορεμένες πανοπλίες σε πολέμους που αγίνωτοι ξενυχτούν
στο μέρωμα του Αυγερινού .
Στη φορά των συναισθημάτων πλέουν οι φουρτούνες ,
το λίκνισμα της νηνεμίας και κείνης της ταχιά στιγμής 
που δροσίζει το είναι του .
Κουβέντες που ξεπηδούν απ τα αμπάρια της μνήμης
και χύνονται στα ποτάμια της ζωντανής ελπίδας.
Αγέραστος ουρανός στα πέλαγα της θάλασσας 
ρουφά με λαχτάρα τον αιώνα στα σπλάχνα .
Α!!! πόσους λογάδες της ομορφιάς δε γιόρτασε στην αυλή του 
Κοιμάται με αστραπές και ξυπνά με ήλιους 
Μαζεύει βότσαλα του φεγγαριού , σπέρνει  στην άμμο τα άστρα 
να σεργιανούν οι φάροι .
Λυτές συμπληγάδες του χορεύουν  στο πέρασμα της Κίρκης 
παράλληλοι δρόμοι δένουν στην διασταύρωση της Αθηνάς 
σκορπώντας τα λιθάρια τους στο φως του Απόλλωνα 
Ταξιδιάρης ανθός  , άφθαρτος .. μοναχός 
Ασχημάτιστος πολύγραφος με δάχτυλα βιαστικά 
που αναζητά την άγνωστη ερωμένη .
Να δει τις πολεμίστρες στα μάτια της, 
τα άγουρα φιλιά φυτεμένα στους όρμους της, 
σημάδια που κεντούν περιστέρια στους κόρφους της 
γέννες που ξεδιψούν  το νου 
βλαστάρια της γνώσης που ανθίζουν εκεί που ανοίγει το άπειρο 
Σαν ένας λαθρεπιβάτης που ασύνορα στο βλέμμα του απαντά 

https://plus.google.com/u/0/

Κυριακή, 16 Αυγούστου 2015

Θάλαττα, Θάλασσα.


Αρχή και τέλος μου.

Τα μυστικά σου χρυσός άπεφθος , απεκδύονται αντιφωνήσεις. 

Παλίμψηστες υπογραφές αντιστρατεύονται ερευνώντας παρελθόντα χρόνο.

Φρούδες εικασίες.

Αντιτείνουν σύγχρονες επιτεύξεις.

Οι αφροί της θάλαττας, αξεδιάλυτα αντιτεχνάσματα ανύφαντων προικιών ενάντια στην ύπουλη υπομονή των μνηστήρων.

Μοιχαλίδες της σκέψης, μολαταύτα μολυσματικές.

Ανελέητος κι ο βυθός.

Απαυγάζοντα κύματα στα φιλιά του Ήλιου... συριστικό το τραγούδι των απείθαρχων ανέμων.

Μονάρχης μιαρός, ο Τρίτωνας, αναμοχλεύει την αναμφίβολη αίγλη τής Περσεφόνης.

Το βασιλικό ανάκλιντρο αναθυμιάζει αναβρασμούς αμύητων. Αμφισβητήσιμα, αμφίστομα τα πορίσματα,.

Απένθητες οι φιλίες.

Απέριττη η Αλήθεια.

Κρυφά οι απάτριδες γοργόνες ρωτούν την γαλάζια πανσέληνο

Αν το Φως δανείζεται.

Αν το Σκότος είναι απάνθρωπο.

Αν η Αγάπη υπάρχει μόνο για τους τυχερούς…

Σπαραγμός αντιθέσεων.

Στερητικά φωνήεντα…

Η θάλασσα, κρατάει τα μυστικά της απροσπέλαστα.

Πόσο θλίβομαι!



Από το βιβλίο της ποιήτριας, "Ψυχές αιωρούμενες.."