Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Τρίτη, 29 Ιουλίου 2014

Octavio Paz




Του Βασίλη Ρούβαλη

Είναι η εσωτερική φωνή του ποιητή μέσα στην οποία βρίσκεται η λύση του αινίγματος για τη δημιουργία, δηλαδή την πράξη που αποφέρει ποιήματα, τη μυστική συμφωνία σκέψης κι έκφρασης, το ανείπωτο, το ανεξήγητο που θα συνεχίσει να ξεπερνά την ορθολογική γνώση, να τη σαρκάζει, να την περιπαίζει.
Τον Οκτάβιο Πας τον γνωρίζουμε πολύ, λίγο λιγότερο, ήκιστα: σε κάθε περίπτωση η φωνή του καθίσταται οικεία στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό καθώς -εδώ τον αντιγράφω- «το τραγούδι κρέμεται στη φωτιά της ημέρας…», και περαιτέρω επειδή κάθε στίχος του, κάθε ποιητική φράση του, διεισδύει σαν χείμαρρος στη φαντασία ενώ τα πάθη που περιγράφει έχουν παρόμοια υπόσταση, ως προς την εκφορά τους, με τη θερμότητα, την άνωση, την πυκνότητα και τη διαπεραστική αλήθεια του κόσμου.
Ας διευκρινίσω* εξαρχής την αισθητική αντίληψη, την ιδέα του Οκτάβιο Πας, για το ποίημα ως αντικείμενο πλασμένο από λέξεις, προορισμένο να εκκρίνει μια ουσία άδηλη μα ολοκληρωμένη στη μορφή της, στη λειτουργία και στο επιδιωκώμενο αποτέλεσμά της. Η ποίηση διαθέτει χώρο και χρόνο στην επικοινωνία με τους δέκτες της. Σε διαφορετικές εποχές διαβάζονται διαφορετικά ποιήματα, αλλ’ ωστόσο η συνισταμένη τους παραμένει, η αξία τους επανέρχεται, τα νοήματα που πρεσβεύουν δεν αφήνουν περιθώριο αμφισβήτησης, η κλίμακά τους μεγαλώνει σταδιακά σαν έργο γραμμένο σε μουσική παρτιτούρα που αίφνης παίρνει νέα ζωή για ν’ ακουστεί διαφορετικά στο αυριανό παρόν.
Ιδού για ποια ποίηση γίνεται λόγος εδώ απόψε. Δεν πρόκειται για κάποιο ιδεώδες που δεν έχει επιτευχθεί. Oχι… Η πραγματικότητα και το φαίνεσθαι του ποιητικού λόγου είναι δεδομένο πνευματικό επίτευγμα όσο δεδομένη παραμένει η εναλλαγή της ημέρας και της νύχτας στον ορίζοντα του καθενός. Η θέση του Οκτάβιο Πας στη λογοτεχνική παράδοση της Λατινικής Αμερικής είναι επίσης δεδομένη: η «Πέτρα του ήλιου» εξακολουθεί ν’ ασκεί γοητεία, επιστρατεύει γενναίες δυνάμεις στην ερμηνευτική προσέγγισή της, εξακολουθεί ν’ αποτελεί γόνιμο μπόλιασμα για ποιητές και πεζογράφους, είναι επίκαιρη. Η «Σαλαμάνδρα» επιβάλλει τοπία πάθους, «στιγμές αιωρούμενες στο κέντρο του σφυγμού», το «Οδοιπορικό» και η «Aλλη φωνή» μοιάζουν με το μονοπάτι των μοναχικών που δεν καταλήγει πουθενά αλλά προεκτείνει τον στοχασμό, ο «Λαβύρινθος της μοναξιάς» υπενθυμίζει το δισυπόστατο της ανθρώπινης φύσης, τον έρωτα και την εκδίκηση του θανάτου, μέσα από τη δική του φιλοσοφία της ιστορίας.
Ο Οκτάβιο Πας πρεσβεύει μια διαφορετική διατύπωση της νεωτερικότητας, ο οποίος αντιλαμβάνεται -όπως θα έλεγε ο Κάρλος Φουέντες- τη νεωτερικότητα μέσα από τη φαντασίωση της νεωτερικότητας. Γι’ αυτό χρησιμοποιεί ως εργαλείο τις λέξεις – διαθέτει όραμα για τη σύγχρονη εποχή επισημαίνοντας συνεχώς ότι οι λέξεις έχουν αναρίθμητες έννοιες, είναι μαγικοί φθόγγοι, αλλάζουν τόνο στη φωνή, επηρεάζουν τα συναισθήματα ακόμη και με μια σύσπασή τους, είτε ερεθίζουν, κεντρίζουν, σκοτώνουν.
Συμφωνώντας με την άποψη του Τάσου Δενέγρη, που τον χαρακτηρίζει ποιητή του ρήματος, εύκολα διαπιστώνει κανείς την προσπάθεια του Οκτάβιο Πας να δημιουργήσει κίνηση στην ποίησή του, ν’ ανατρέψει και να χαλιναγωγήσει τη φαντασία και την επιθυμία ως προσωπικό τρόπο ύπαρξης, να επιβάλει τα δικά του μέτρα και σταθμά στην αντικειμενικότητα, να ξεφύγει από τον ίδιο τον εαυτό του περνώντας στο επέκεινα, να συναντήσει μύστες ή, εν ανάγκη, να πλάσει ένα προσωπικό σύμπαν γεμάτο εικόνες, αμφίβολους αντικατοπτρισμούς και ενσαρκωμένα όνειρα, με μοναδικό στόχο «να γδυθεί η πραγματικότητα, να απογυμνωθεί από τη φαινομενικότητά της για να φανεί επιτέλους το αληθινό της πρόσωπο…».
Και το ερώτημα για τον τρόπο με τον οποίο φέρει σε πέρας το εγχείρημα αυτής της αποκάλυψης της αλήθειας, βρίσκει αρκετές απαντήσεις στον ρυθμό, στην έκφραση, στο νόημα κάθε στίχου του. «Μίλησε άκου απάντησέ μου / αυτό που λέει ο κεραυνός / το δάσος το καταλαβαίνει» (από το ποίημα «Διάρκεια») ή, ας δοκιμάσω κάτι τι περισσότερο με τους στίχους
«να σταματήσω, να κρατήσω το στόμα κλειστό, να κλείσω
τα μάτια μέχρι να βλαστήσει απ’ τα βλέφαρά μου
ένα πράσινο στάχυ, ένας πίδακας ήλιων
και το αλφάβητο να αιωρείται κάτω απ’ τον άνεμο του
ονείρου κι η παλίρροια να συσσωρεύεται σ’ ένα μονάχα
κύμα που να σπάει το φράγμα,
να περιμένω να σκεπαστεί με άστρα το χαρτί και το
ποίημα να γίνει ένα δάσος από λέξεις δεμένες…»
Ο Μεξικάνος ποιητής εξακολουθεί να επιδιώκει -στις ποιητικές συλλογές και τα δοκίμιά του- την κατάργηση της απόστασης ανάμεσα στη λέξη και το πράγμα («ονοματίζω σημαίνει δημιουργώ, φαντάζομαι, γεννιέμαι», γράφει στο «Οδοιπορικό»). Εξακτινίζει το νόημα, προσπαθεί να ταρακουνήσει την αντίληψη του αναγνώστη για τον κόσμο, θέλει ν’ αλλάξει την ταυτότητα της συνείδησης με τη διαύγεια και την πληρότητα που απαιτεί η σημερινή εποχή. Με άλλα λόγια, χρησιμοποιεί ανατρεπτικά την έμπνευση, υπερρεαλιστικά, ούτως ώστε -όσο του επιτρέπεται από την υφή του κόσμου- να μεταμορφώσει την πραγματικότητα, την ιδέα και τις συντεταγμένες της. Θα μπορούσε να χαρακτηριστεί -εξ αυτού- πολιτικός ποιητής ή, αλλιώς, αυταπόδεικτα να θεωρηθεί μοναχικός ποιητής ο οποίος αναπνέει στο περιθώριο της Ιστορίας. Γνωρίζει κιόλας ότι ο στοχασμός του για την κοινωνία και το άτομο εξωθείται σε μια ουτοπική επιθυμία, σε μια ανατρεπτική πραγματικότητα, που εκφράζεται μονάχα διαμέσου των ποιητικών ενατενίσεών του. «Αν ο άνθρωπος είναι σκόνη / εκείνοι που βαδίζουν μέσα στην έρημο / είναι άνθρωποι» (ποίημα «Οφθαλμαπάτη», μτφρ.: Αντώνης Μακρυδημήτρης).
Ο στοχασμός κι ο αναστοχασμός του για το είναι και το φαίνεσθαι, εμφανής σε όλο το έργο του εξάλλου, είναι ενορατικός – έχει προθέσεις, προσδοκά απαντήσεις και ταυτόχρονα θέτει ερωτήματα τύπου Εμανουέλ Λεβινάς, «πώς είναι αυτό που είναι, τι σημαίνει αυτό που είναι…». Υιοθετεί την άποψη του Αζάια Μπερλίν για τη θεμελιώδη ελευθερία, την απόλαυση του βιώματος, την απεριόριστη ικανότητα που διαθέτει ο άνθρωπος για πρωτοβουλίες κάθε είδους και κάθε ποιότητας με αποκλειστικό στόχο την ευτυχία. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, συνολικά, πολλαπλασιάζεται η ζωτική δύναμη του λόγου του, προσφέροντας την ευκαιρία να νιώσει κανείς την ψευδαίσθηση της διαφυγής από τον θάνατο (ει δε μη, το οριστικό τέλος), όσο επίσης να συνειδητοποιήσει την αδιαπραγμάτευτη κατάφαση, δηλαδή το υπέροχο ενδιάμεσο διάστημα που συνηθέστερα ονομάζεται ζωή.
Να ένα ωραίο απόσπασμα από την «Πέτρα του ήλιου» που ταιριάζει εδώ ακριβώς: «Να πέφτω / να ξανάρχομαι, να με ονειρεύομαι / και να με ονειρεύονται / άλλα μάτια μελλοντικά, μια ζωή άλλη / άλλα σύννεφα, και να πεθαίνεις έναν άλλο θάνατο / αυτή η νύχτα μου αρκεί, κι αυτή η στιγμή / που δεν παύει ν’ ανοίγεται και να μου αποκαλύπτει / πού ήμουνα, ποιος υπήρξα, πώς ονομάζεσαι / πώς εγώ ονομάζομαι…». (μτφρ.: Γιώργος Μακρής)
Θα αποφύγω λοιπόν τον χαρακτηρισμό της διάλεξης ως «πρόσληψη του Οκτάβιο Πας στην ελληνική ποίηση» ώστε να μην μακρυγορήσω σ’ ό,τι αφορά περιπτώσεις παραλληλισμού (για παράδειγμα, με την ποιητική φωνή των Ελύτη, Γκάτσου, Εγγονόπουλου, Ρίτσου, Καρούζου) που θα απαιτούσαν αυστηρή φιλολογική ανάλυση και ενδελεχή κριτική αντιπαραβολή. Ο Μεξικάνος ποιητής και η ταυτότητά του (προκαρτεσιανή κατ’ αρχάς, ωστόσο σκιώδης για την ισπανική καταγωγή του, παγανιστική και κοσμοπολίτικη εν κατακλείδι), η εικονοποιία και η υπονοούμενη αλήθεια του, ο μύθος και η ποιητική του, έχουν πολλά και σημαντικά -ως προς την αρμονία τους- κοινά σημεία με τον νότο, τη μεσογειακή αντίληψη της ποίησης, τα ψελλίσματα και τις κρυφές ανάσες της σκέψης, την πρόσληψη του καθρέφτη ως συμβόλου σταθερού και την πρόσληψη του ορίζοντα ως ασταθούς σημείου γοητείας όσο και διαφυγής.

Συμφωνώ με την πρακτική του Οκτάβιο Πας και επαυξάνω στη λογική του για ένα εγώ που επιθυμεί να ενωθεί με το εσύ και που τότε -αστραπιαία- το εσύ μετατρέπεται σε εμείς. Στο δοκίμιο «Διπλή φλόγα» αναφέρεται στο κάλλος, στην αλήθεια και στην αρετή ως τρεις έννοιες που ταυτόχρονα αποτελούν μία πραγματικότητα. Προτείνω, λοιπόν, να διατηρήσουμε αυτή την πραγματικότητα ως εξίσωση κατανόησης και εκτίμησης της ανθρώπινης περιπέτειας. Μέσα από την ποιητική έκφρασή του ίσως τελικά ξεπηδάει η δίψα της πληρότητας, η ανομολόγητη, για τον καθένα μας…

Κυριακή, 27 Ιουλίου 2014

ΠΡΟΣΩΠΕΙΑ ΤΗΣ ΑΥΓΗΣ




         στον Χοσέ Βιάνκο


Πάνω στη σκακιέρα της πλατείας

χασομερούν τα τελευταία αστέρια.

Πύργοι φωτός και τροχισμένοι επίσκοποι

τις μοναρχίες περιβάλλουν τις φασματικές,

αγώνας μάταιος, ο χθεσινός των αγγέλων πόλεμος!



Λάμψη υδάτων λιμναζόντων όπου πλέουν

κάτι μικροχαρές που πλέον πρασινίσαν,

το σαπισμένο της επιθυμίας μήλο,

όψη μισοφαγωμένη απ’ το φεγγάρι,

η στιγμή η ζαρωμένη μιάς αδημονίας,

οτιδήποτε έχει μείνει από τη ζωή αφάγωτο,

τ’ απομεινάρια της πανηγύρεως τού περίμενε.



Ανοίγει ο ετοιμοθάνατος τα μάτια.

Ρανίδες φωτός κοιτάνε μέσ’ απ’ τις κουρτίνες

εκείνον που εξιλεώνεται με ρόγχους:

είναι το βλέμμα που δεν κοιτά κι όμως κοιτάει,

το μάτι όπου καθρεφτίζονται οι εικόνες

προτού διασκεδασθούν, το κρυσταλλένιο

βάραθρο, το μνήμα το αδαμάντινο:

ο καθρέφτης είναι που καθρέφτες όλο καταπίνει.



Η Ολίβια, η γαλανομάτα που άγγιζε

τις πράσινες χορδές με χέρια πάλλευκα,

την κρυστάλλινη του καταρράχτη άρπα,

στο ρεύμα κολυμπάει αντίθετα να βγει στην όχθη

της αγρυπνίας: το κρεβάτι, των ρούχων ο σωρός,

τα υδρογραφικά στον τοίχο επάνω στίγματα,

εκείνο το ανώνυμο σώμα που ’χει πλάι της

και πάντ’ αναμασάει προφητείες και ψίθυρους

μα και του επίπεδου ουρανού τη βδελυγμία.

Και χάσκει μέσα στις ανοησίες του η πραγματικότητα

με τρόμους επαναλαμβανόμενη ξεκοιλιασμένους.



Ο εγκάθειρκτος των λογισμών του

πλέκει και ξεπλέκει το πλεκτό του στα τυφλά,

ξύνει τις πληγές του, κάνει αναγραμματισμούς

του ονόματός του κι έπειτα τους διασκορπίζει,

πλην όμως εκείνοι στην ίδια επιμένουνε φθορά:

στο διαβρωμένο πάνω συνταιριάζονται όνομα.

Κινάει απ’ τον εαυτό του και στον εαυτό του πάει, γυρνάει,

Σταματάει στο κέντρο του και έπειτα φωνάζει

Τις εί; και της ερώτησής του ο πίδακας

το άνθος του ανοίγει που διαπορεί, μαρμαίρει,

ο μίσχος του ολολύζει, γέρνει το κεφάλι

και, στο τέλος, ιλιγγιωδώς λιποθυμά

σπασμένος σαν σπαθί επάνω σε τοίχο.



Η νέα δαμάστρια κεραυνών

κι εκείνη η γυναίκα που γλιστρά

πάνω στην απαστράπτουσα της λαιμητόμου κόψη·

ο κύριος που κατεβαίνει απ’ τη σελήνη

μ’ ένα κλαράκι μυρωμένο επιταφίου·

η ψυχρή άγρυπνη κυρία που λιμάρει μες στην αϋπνία

την τριμμένη τσακμακόπετρα του αιδοίου της·

π άντρας ο αγνός, στο μέτωπο του οποίου πάει

και χτίζει ο σταυραητός φωλιά, τη μονομανική

απληστία μιάς έμμονης ιδέας·

το δέντρο με τα οχτώ του τα κλαδιά μπλεγμένα,

που τα τσακίζει η αστραπή του έρωτα, ανάβει

και σε κλίνες απανθρακώνεται πρόσκαιρες·

ο ζωντανός θαμμένος μες στη θλίψη του·

η μικρή νεκρή που εκπορνεύεται

κι έπειτα γυρνάει στον τάφο της

με το πρώτο του πετεινού κακάρισμα·

το θύμα που αναζητάει τον θύτη του·

ο απολέσας το σώμα του και ο απολέσας τον ίσκιο του,

ο δραπετεύσας απ’ τον ίδιο του τον εαυτό

και ο κυνηγών τον εαυτό του τον ίδιο,

αυτός που τον αναζητά και ποτέ του δεν τον βρίσκει, όλοι αυτοί,

πτώματα ολοζώντανα στο χείλος μιας στιγμής,

περιμένουν παραμένοντας αιωρούμενοι. Ο χρόνος αμφιβάλλει

η μέρα διστάζει.

Υπνοβατούσα      

στο βουρκωμένο της η Βενετία λίκνο

ανοίγει τα μάτια της, θυμάται; Θόλοι

και μιά πτήση υψηλή απολιθώνεται!

Λάμψη πλημμυρισμένη...

Τα μπρούντζινα άλογα του Αγίου Μάρκου

ανταμώνονται με ρυθμούς κυμαινόμενους,

σκουροπράσινα μες στο νερό κατεβαίνουν

και ρίχνονται στη θάλασσα να πάνε στο Βυζάντιο.



Όγκοι πέτρας και λήθαργου αμφιρρέπουν

ανάμεσα στους λίγους ζωντανούς αυτής της ώρας...

Το φως όμως προβαίνει με βήματα μεγάλα,

χάσματα συντρίβοντας και αγωνίες.

Αγαλλιάσεις και ακτινοβολίες που διαρρηγνύονται!

Η ροδαυγή πετάει το πρώτο της στιλέτο


                                                   Βενετία 1948





Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
http://alonakitispoiisis.blogspot.gr/


Παρασκευή, 25 Ιουλίου 2014

Η ΠΕΝΤΑΜΟΡΦΗ ΣΤΟΝ ΚΗΠΟ

          
Ξύπνησες τη σταλαγματιά της μέρας
Επάνω στην αρχή του τραγουδιού των δέντρων
Ω τι ωραία που είσαι
Με τα χαρούμενα μαλλιά σου ξέπλεκα
Και με τη βρύση που ήρθες ανοιχτή
Για να σ' ακούω που ζεις και που διαβαίνεις!
Ω τι ωραία που είσαι
Τρέχοντας με το χνούδι της κορυδαλλένιας
Γύρω από τις μοσκιές που σε φυσούνε
Καθώς φυσάει ο στεναγμός το πούπουλο
Μ' ένα μεγάλον ήλιο στα μαλλιά
Και με μια μέλισσα στη λάμψη του χορού σου

Ω τι ωραία που είσαι
Με το καινούριο χώμα που πονείς
Από τη ρίζα έως την κορυφή των ίσκιων
Ανάμεσα στα δίχτυα των ευκάλυπτων
Με τον μισό ουρανό μέσα στα μάτια σου
Και με τον άλλον στα μάτια που αγαπάς
Ω τι ωραία που είσαι
Καθώς ξυπνάς τον μύλο των ανέμων
Και γέρνεις τη φωλιά σου αριστερά
Για να μην πάει χαμένος τόσος έρωτας
Για να μην παραπονεθεί ούτε μια σκιά
Στην ελληνίδα πεταλούδα που άναψες
Ψηλά με την αυγερινή ευφροσύνη σου
Γεμάτη από τη χλόη της ανατολής
Γεμάτη απ' τα πρωτάκουστα πουλιά
Ω τι ωραία που είσαι
Ρίχνοντας τη σταλαγματιά της μέρας

Επάνω στην αρχή του τραγουδιού των δέντρων! 

Πέμπτη, 24 Ιουλίου 2014

ΟΛΑ ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ





Υποκρίσου

Πως είσαι η άνθινη σκιά των λουλουδιών

Που κρέμονται την άνοιξη

Η μέρα η πιο σύντομη του έτους και η νύχτα η εσκιμώα

Η αγωνία των οραματιστών του φθινοπώρου

Των ρόιδων το άρωμα το σοφό έγκαυμα της τσουκνίδας

Άπλωσε διάφανα βαμβακερά

Στων ματιών σου το ξέφωτο

Δείξε τις λεηλασίες της φωτιάς τα εμπνευσμένα τους έργα

Και τον παράδεισο της τέφρας της

Το αφηρημένο φαινόμενο

Που παλεύει με τους δείχτες του εκκρεμούς

Τις πληγές της αλήθειας τα άκαμπτα κηρύγματα

Τον εαυτό σου δείξε



Μπορείς να εξέλθεις με μιάν εσθήτα κρυστάλλινη

Το κάλλος σου διαρκεί και συνεχίζεται

Τα μάτια σου στάζουν δάκρυα θωπείες χαμόγελα

Τα μάτια σου δεν έχουν μυστικό

Δεν έχουν όρια.






http://alonakitispoiisis.blogspot.gr/
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


Τετάρτη, 23 Ιουλίου 2014

Η ΠΕΤΡΑ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ


(απόσπασμα)

[...]

Βαδίζω μέσα σε στοές ήχων,
Σε παρουσίες πλέω ηχηρές,
Σαν τον τυφλό περνώ απ’ τις διαφάνειες
Ένας κατοπτρισμός με σβήνει, γεννιέμαι σ’ έναν άλλον
Ω δάσος από μαγικές κολόνες,
Κάτω απ’ τα τόξα του φωτός εισβάλλω
Στους διαδρόμους του διάφανου φθινοπώρου,

Μπαίνω στο σώμα σου όπως στον κόσμο
Η κοιλιά σου ηλιόλουστη πλατεία
Τα στήθη σου δυο εκκλησιές που λειτουργεί το αίμα
Τα παράλληλα μυστήριά του
Σαν τον κισσό τα βλέμματά μου σε σκεπάζουν
Είσαι μια πολιορκημένη πόλη απ’ τη θάλασσα…

Ντυμένη με το χρώμα της επιθυμίας μου
Γυμνή γυρνάς καθώς η σκέψη μου
Ταξιδεύω στα μάτια σου σαν μέσα στο νερό…
Στο μέτωπό σου περπατώ σαν το φεγγάρι
Όπως το σύννεφο στο λογισμό σου
Πηγαίνω στην κοιλιά σου όπως στα όνειρά σου

Η φούστα σου από αραποσίτι κυματίζει
Και τραγουδάει, η φούστα σου από κρύσταλλο
Η φούστα σου η νερένια
Τα χείλη, τα μαλλιά, τα βλέμματά σου…
Κλείνεις τα μάτια μου με το νερένιο σου στόμα…

Ταξιδεύω στη μέση σου σαν σε ποτάμι
Πηγαίνω στο σώμα σου σαν σ’ ένα δάσος…
Περπατώ στους σφοδρούς λογισμούς σου
Και στου λευκού μετώπου σου την έξοδο
Η γκρεμισμένη μου σκιά κομματιάζεται
Μαζεύω τα κομμάτια μου ένα ένα
Και δίχως σώμα προχωρώ, ψάχνω ψηλαφώντας….

[...]

Η πέτρα του ήλιου και άλλα ποιήματα
Μτφρ: Τάσος Δενέγρης, Εκδόσεις Ίκαρος, 1993
http://n-tomaras.blogspot.gr/2014/07/blog-post_23.html

Δευτέρα, 21 Ιουλίου 2014

Εζησα Σε Σπίτια Ποιητών

Έπειτα απομακρύνθηκα από τη γη
έζησα σε σπίτια ποιητών 
είχα τα κλειδιά απ’ όλες αυτές τις μεγάλες προσωπικότητες
που κάποτε έκλαιγαν επάνω στο γραφείο μου. 
Θα μπορούσα να σου πω τα ονόματά τους
θα μπορούσα να σου διηγηθώ τις ιστορίες τους
αλλά εσύ δεν ζήλεψες τα σώματά τους
μα τα ονόματά τους.
Με αυτά τα ονόματα αυτοί άνοιξαν το γυναικείο μου χρηματοκιβώτιο και με λήστεψαν, 
είναι αλήθεια,
απλώνοντας επάνω μου άπληστα χέρια:
όταν παρουσιάστηκα σε σένα
ήμουν τόσο αθώα, τόσο ανυπεράσπιστη
κι εσύ δεν αντιλήφθηκες καν
πως κανείς δεν με είχε διακορεύσει

. Το μυστήριο της γυναίκας είναι αυτό,
να περνάει πάνω από τα πεδία των μαχών
να βλέπει τον εαυτό της περικυκλωμένο από τόσους νεκρούς
που όμως αυτή δεν σκότωσε.
Είναι όλοι τους νεκροί επειδή ήθελαν ν’ αγγίξουν την ευτυχία
κι αυτό είναι ένα έγκλημα,είναι σαν να θέλεις ν’ ακουμπήσεις 
με το δάχτυλο την καρδιά του Θεού.
Ομως τώρα φεύγεις,
φεύγεις γιατί μ’ αγαπάς
και δεν θα ήθελα ποτέ να δω το κουφάρι σου πάνω σ’ ένα κρεβάτι
να με κατηγορεί για χρόνια. 

 [Μετάφραση : Ελσα Κορνέτη & Βασίλης Ρούβαλης]
 http://bibliotheque.gr/archives/36969

Μιλήστε, έχετε τρία λεπτά




Μιλήστε, έχετε τρία λεπτά

Σε επιστροφή από περίπατο

όπου μάζεψα ένα λουλουδάκι για να σ' έχω

ανάμεσα στα δάχτυλά μου μια στιγμή,

και ήπια μερικά μπουκάλια Μποζολέ, για να κατέβω στο πηγάδι

όπου χόρευε μια αρκούδα σελήνη,

στο χρυσό ημίφως της λάμπας κρεμάω τη γούνα μου

και ξέρω πως θα είμαι μόνος στην πόλη

την πιο πολυάνθρωπη του κόσμου.

Θα δικαιολογήσεις αυτό το υστερικό ζύγισμα,

ανάμεσα σε φυγή α λα ποντικού και παράπονο μορφίνης

έχοντας υπ' όψιν σου ότι κάνει κρύο, βρέχει πάνω στο φλιτζάνι του καφέ,

και σε κάθε μισοφέγγαρο η υγρασία ισιώνει τις πατουσίτσες της από σπόγγο.

Ιδίως γνωρίζοντας πως σε σκέφτομαι επίμονα, σαν μια τυφλή μηχανή,

σαν τον αριθμό που επαναλαμβάνει ατέλειωτα το γκονγκ του πυρετού,

ο τρελός που σκεπάζει το περιστέρι του στο χέρι

χαϊδεύοντάς το ώρα την ώρα, μέχρι να αναμίξει τα φτερά και τα δάχτυλα

σε μια μονάχα ουσία τρυφερότητας.

Πιστεύω πως θα υποπτευθείς αυτό που τρέχει,

όπως εγώ σε προαισθάνομαι στην απόσταση της πόλης σου,

γυρίζοντας από περίπατο, όπου ίσως να μάζεψες

το ίδιο λουλουδάκι, λίγο για λόγους βοτανικής

λίγο γιατί εδώ, γιατί είναι ανάγκη

να μην είμαστε τόσο μόνοι, να δώσουμε ένας στον άλλο ένα πέταλο.

ας είναι κι ένα βηματάκι, ένα χνούδι.







Ποίηση του λαού της Παλαιστίνης






Μαχμούντ Νταρουίς (1942-2008)

Σχόλιο στο τραγούδι
Σου πήρανε το ξύλινο άλογό σου,
σου πήρανε – ας είναι- τον ίσκιο του άστρου
παιδί μου, λουλούδι του ηφαιστείου
παλμέ του χεριού μου
στα μάτια σου θωρώ τη γέννηση του αύριο
κι ένα άλογο βουλιαγμένο
στη σάρκα του πατέρα μου.
Ξέρουμε καλά τους διαβόλους
που κάνουν ένα παιδί προφήτη. Πες
Θεέ μου δε σου ζητώ τα βολετά τα βάρη•
Δυνατή πλάτη δωσ’ μου.
Σου πήρανε μια πόρτα…
για να σου δώσουνε ανέμους…
Σου άνοιξαν μια πληγή…
Για να σου δώσουν μιαν αυγή.
Σου γκρέμισαν ένα σπίτι
Για να χτίσεις πατρίδα.
Καλά….καλά…
Ξέρουμε καλά τους διαβόλους
που κάνουν ένα παιδί προφήτη. Πες
Θεέ μου δε ζητώ τα βολετά τα βάρη•
Δυνατή πλάτη σου ζητώ.

Ταυτότητα

Γράψε.
Είμαι Άραβας.
Αριθμός ταυτότητος: 50.000
Τα παιδιά μου είναι οχτώ
Το ένατο θα ΄ρθει μετά από το καλοκαίρι.
Θυμώνεις;

……………….
Γράψε.
Είμαι Άραβας.
Δουλεύω με τ΄ αδέλφια μου του μόχθου σ’ ένα νταμάρι
τα παιδιά μου είναι οκτώ
τραβάω από την πέτρα
τα ρούχα, το ψωμιί και τα βιβλία τους, αλλά
στην πόρτα σου δε ζητιανεύω
Θυμώνεις;

………………
Γράψε.
Είμαι Άραβας.
Όνομα δίχως τίτλο υπομονετικός
σ’ ένα τόπο που βράζει,
οι ρίζες μου
αγκυροβόλησαν
πριν απ΄ τη γέννηση του χρόνου
πριν απ΄των αιώνων το ξετύλιγμα
πριν από τις ελιές κι από τα κυπαρίσσια
και πριν φυτρώσει το χορτάρι.
Ο πατέρας μου
απ΄τη φαμίλια είναι τ’ αλετριού
ο παππούς μου
αγρότης δίχως αξίωμα,
το σπίτι μου καλύβα από καλάμια.
Όνομα είμαι δίχως τίτλο.

………………..
Γράψε.
Είμαι Άραβας.
Το χρώμα των μαλλιών μου είναι μαύρο
το χρώμα των ματιών μου καστανό.
Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά μου:
«κουφίε» πάνω στο κεφάλι μου,
Σκληρή να ‘ναι σαν πέτρα η παλάμη μου
που γρατζουνάει όποιον την αγγίζει,
ό,τι αγαπάω για φαί
είναι το θυμάρι και το λάδι.
Η διεύθυνσή μου:
χωριό απόμακρο και ξεχασμένο
δίχως ονόματα οι δρόμοι του
κι όλοι οι άντρες του
στο νταμάρι και στο χωράφι.
Θυμώνεις;

…………………..
Γράψε.
Είμαι Άραβας.
Λήστεψες τ’ αμπέλια των προγόνων μου
και τα χωράφια που τα δούλευα με όλα τα παιδιά μου.
Δεν άφησες στους απογόνους μου
παρά αυτές τις πέτρες.
Μήπως θα τις πάρει η Κυβέρνησή σας
όπως λένε;
Λοιπόν,
Γράψε στην αρχή της πρώτης σελίδας:
εγώ δεν μισώ τους ανθρώπους
κανέναν δεν κλέβω
μα αν πεινάσω
τρώω τη σάρκα του σφετεριστή μου.
Φυλάξου.
Από την πείνα μου φυλάξου
κι απ’ την οργή μου.





Ταουφίκ Ζαγιάντ ((1932-1994)

Με τα δόντια

Με τα δόντια
θα υπερασπιστώ την κάθε στιγμή
από το χώμα της πατρίδας μου
με τα δόντια μου.
Γη άλλη πατρίδα μου δε δέχομαι
ακόμα κι αν με κρέμαγαν από τις φλέβες, μένω εδώ
όμηρος της αγάπης για τη μάντρα του σπιτιού μου,
για την πάχνη και το στοργικό ζαμπάκι, μένω εδώ
κι όλα τους τα σταυρώματα δε με συντρίβουν.
Μένω εδώ και υπερασπίζομαι
την κάθε σπιθαμή απ΄ το χώμα της πατρίδας μου
με τα δόντια.

Ο σταυρωμένος

Με λουλούδια και με γλυκά
Και μ’ όλη την αγάπη μας προσμένουμε
Εγώ, η γη, το φεγγάρι,
Η πηγή, η ελιά, τ’ αγριολούλουδα,
Τα διψασμένα περιβόλια και τ’ αμπέλια
και χίλια πράσινα τραγούδια
που κάνουνε τις πέτρες και φυλλοφοούν.
Με λουλούδια και με γλυκά
και μ’ όλη την αγάπη μου προσμένω
και καρτερώ του αγέρα την πνοή που έρχεται
απ΄ την ανατολή
μήπως και στα φτερά του φέρει μήνυμα
μήπως και κάποια μέρα ο ποταμός φωνάξει:
Σταυρωμένε, ανάσανε,
οι δικοί απόντες διάβηκαν.





Σαχίμ Αλ Κάσεμ (1939-)

Και ύστερα

Γεννήθηκα σα ρόδι
και στις έξι γωνιές της γης μεγάλωσα
όταν θα γίνω
δίδυμος με την υδρόγειο
θα λάμψω απ΄ την αλήθεια
και θα σκουπίσω, φίλη, από τα μάτια σου
το δάκρυ
κι ύστερα
δεν πειράζει και σκοτωμένος αν βρεθώ
στου κήπου τα παγκάκια

Περιμένοντας το πουλί της βροντής

Και είναι να ΄ρθει
με τον ήλιο
πρόσωπο παραμορφωμένο
από τη σκόνη της παιδείας
και είναι να ΄ρθει
ύστερ’ απ΄ την αυτοκτονία της αναβροχιάς
μες τη φωνή μου
αυτό που τα θαύματά του είν’ ατελείωτα
που τ’ άσματα πουλί το λένε της βροντής
Θα ‘ρθει
γιατί το φτάσαμε
το φτάσαμε
το αποκορύφωμα του θανάτου




(Τα ποιήματα προέρχονται από το βιβλίο “Ποίηση του λαού της Παλαιστίνης', εκδ. έλευσις, Ομάδα Νεανικής Πολυέκφρασης Αρκαδίας', τηλ. 2710238493)

http://www.poiein.gr/archives/12990/index.html
Ποίηση του λαού της Παλαιστίνης, (Μαχμούντ Νταρουίς, Ταουφίκ Ζαγιάντ, Σαχίμ Αλ Κάσεμ), επιμέλεια μετάφρασης: Καμάλ Καττάν

Κυριακή, 20 Ιουλίου 2014

Γέφυρες



Γέφυρες! Ορθόστηθες. Αχνιστές 
ανάσες στον Ήλιο. Σκέλη ευλογημένα, κλοιός γραφικός 
ροής ατίθασης ζείδωρου ύδατος. 

Γέφυρες! 
Αρτηρίες του νου, της καρδιάς. Δίαυλοι 
βάθους απύθμενου, φύσης ανόθευτης, σκέψης άκρατης.

Γέφυρες ταπεινές. Γέφυρες μεγαλοπρεπείς. 
Της καρδιάς λίγωμα. Της ματιάς θάμπωμα.

Γέφυρες της δικής σου και της δικής μου συνέχειας. 
Της Ζωής αέναο ταξίδεμα. 

Σελασφόρο, ουράνιο τόξο!

Σάββατο, 19 Ιουλίου 2014

Ας μη μετρήσουμε


Ας μην καθίσουμε να μετρήσουμε
ποιανού δάκρυα ήταν πιο ζεστά.
Μπορεί πιο ζεστά να ‘ναι κείνα
που δε χύθηκαν ακόμη.

Ας μην καθίσουμε να ρωτήσουμε
ποιο αίμα ήταν πιο κόκκινο.
Μπορεί πιο κόκκινο να ‘ναι
κείνο που πρόκειται να χυθεί.

Ας μη ρωτήσουμε να μάθουμε
ποιανού ιδρώτας ήταν πιο καυτός.
Όλοι οι ιδρώτες έχουνε τη γέψη-
που ‘χουν τα δάκρυα.

Λοιπόν…Ας μην πνιγόμαστε στους ορισμούς.
Στις χρονικές και κτητικές αντωνυμίες.
(«Σήμερα»… «Χτες»… «Αύριο»…)
Κλάψαμε χτες στην Αφρική
με τα βασανισμένα μάτια των Νέγρων.
Κι αύριο θα κλάψουμε στη Σαϊγκόν
με τα οργισμένα μάτια των Βιετναμέζων.
Αύριο μπορεί να πέσουμε στο Κογκό
ή να ιδρώσουμε στην Κούβα.

Γιατί είμαστε από κείνους
που ιδρώνουνε, πεθαίνουνε και κλαίνε
σε κάθε κορμί που ιδρώνει και κλαίει.
Κρυώνουμε σήμερα στη ζούγκλα.
Ιδρώνουμε αύριο στον Αρκτικό .

Το κορμί μας είναι ένας πλανήτης.
Με όλα μαζί τα κλίματα.
Πόνεσε, κλάψε, πείνα.
Μόνο μην κάνεις τον άλλον
να πονέσει και να πεινά.
Κι εσύ φημισμένε, εσύ δοξασμένε
εσύ, δυνατέ… Ένα μόνο ξέρε:
Πως όσο ψηλά κι αν ανεβείς
ποτέ δε θα φτάσεις το μπόι των χαμηλών
που θυσιάστηκαν για ψηλά πράγματα!

Ύδρα..


 
 
Ύδρα ιδρωμένη, όλο ασφάκες 
μάλλινες κουβέρτες ξινισμένα 
τσίπουρα. Ύδρα με τις παχιές 
κουράδες των αλόγων. Λιοπύρι 
γαϊδουράκια ξερολιθιές. Ύδρα 
μπουκάλες υγραερίου στο λιμάνι 
τα χαράματα. Καμένο λάδι.  
Πηγάδια στεγνά. Το πρωί τα 
σκουπίδια φορτωμένα στην 
καρότσα. Τα μονοπάτια μελαμψά 
δάχτυλα. Ύδρα χορτασμένη 
τέμπερες λόγια και βιβλία. Ζέστα. 
Ένα γιγάντιο φεγγάρι μες στις 
λεπτές σχισμές της πέτρας.
Σαύρες και σμήνη από μύγες. 
Αμερικάνες σαν άγρια λυκόπουλα 
μέσα στο δάσος της πρέζας. 
Εβραίοι τρώνε ντομάτα με χοντρό 
αλάτι στα πεζούλια σου. Νέοι ποιητές
αγέννητοι, γράφουν βαρβάτους 
στίχους κάτω απ’ τις σκληρές 
λόχμες του τοπίου. Γέροι της 
γενιάς του εβδομήντα, γράφουν 
για το βορινό χορτάρι τα κρύα 
βουνά τις παλιές ηδονές. Ζέστα.
Ύδρα κόκαλα ψαριών στο στόμα 
του ήλιου. Σκοτεινά ενοικιαζόμενα. 
Το ρέμα κοντά στις μικρές εκκλησιές.  
Ύδρα ηλεκτρικό πεδίο. Ύδρα 
καλλιτεχνών και κολομπαράδων. 
 
 
Υγρασία και σπέρμα εξπρεσιονιστών.
Ύδρα ραγισμένη απ’ το κροτάλισμα
του κεραυνού. Ύδρα καταγαμημένη 
απ’ τους εφοπλιστές σου. Απ’ τα 
νυμφίδια που αφήσαν την τελευταία 
τους ερωτική πνοή κοντά στις καλαμιές.  
Ύδρα που σε κατούρησαν όμορφες 
σκανδιναβές και λυσσασμένες γαλλίδες. 
Φιλόσοφοι οξειδωμένοι απ’ το διαφωτισμό. 
Νύφες αγορασμένες απ’ τη Λακωνία 
που γέρασαν προώρως πλένοντας πιάτα. 
Δαιμόνιοι αρτίστες που αγόρασαν 
δώμα με τη χορηγία Φόρντ 
κι ατενίζουν τη θάλασσα. Το Αιγαίο. 
Τα λευκά ωραία βαπόρια με τους 
μαύρους καπνούς. Ύδρα πριν δέκα 
χρόνια με την Κατερίνα αγκαλιά. 
Στο καμαράκι με τα μαλλιά της 
πλοκάμια στο λαιμό μου και το 
χέρι μου στο λευκό της στήθος. 
Στις μύτες των ποδιών μας 
περάσαμε αχαρτογράφητα 
μπακάλικα χαμαιτυπεία εξαίσια 
καλών τεχνών τον έμπορο που 
μας πούλησε ακουαρέλες μαγικών 
υπαινιγμών τον τρελό μπουρλοτιέρη 
που ζωγράφιζε σκαλισμένα κόκαλα 
και πέτρες. Κι είχε μια κόρη εκθέτη 
στη Γερμανία. Και το ατελιέ του 
στη μπούκα του λιμανιού. Και 
το συκώτι πετάμενο στη θάλασσα.
Στο βυθό.    
 
http://bibliotheque.gr/archives/36865

Παρασκευή, 18 Ιουλίου 2014

Εννέα ποιήματα..









Της Ισμήνης Ελένης Ραντούλοβιτς


Ο Macdara Woods (Μακντάρα Γουντς) γεννήθηκε στο Δουβλίνο το 1942 όπου και ζει. Ασχολήθηκε με την ποίηση από νεαρή ηλικία. Η εκτενής εργοβιογραφία και η ποιότητα της ποιητικής προσφοράς του τον κατατάσσουν μεταξύ των σημαντικότερων φωνών της σύγχρονης ιρλανδικής ποίησης.


Στις ποιητικές συλλογές του περιλαμβάνονται οι εξής τίτλοι:
«Decimal D.Sec Drinks in a Bar in Marrakesh» (Dublin, New Writers Press, 1970)
«Early Morning Matins» (Dublin, Gallery Books, 1973)
«Stopping the Lights in Ranelagh» (Dublin, The Dedalus Press, 1988)
«The Hanged Man Was Not Surrendering» (Dedalus Press, 1990)
«Notes from the Country of Blood-Red Flowers» (Dedalus Press, 1994)
«Selected Poems» (Dedalus Press, 1996)
«The Nightingale Water» (Dedalus Press, 2001)
«Knowledge in the Blood, New & Selected Poems» (Dedalus Press, 2001)
«Artichoke Wine» (Dedalus Press, 2006)
«A Second Language Later» (υπό έκδοση, Ιούλιος 2006)


Το έργο του παραμένει αμετάφραστο -και γι' αυτό άγνωστο- στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό. Ωστόσο, ο ποιητής βρέθηκε στη Θεσσαλονίκη ύστερα από πρόσκληση της Ιρλανδικής Πρεσβείας και του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου (Διεθνής 'Εκθεση Βιβλίου, 25-28 Μαΐου 2006) για να παρουσιάσει, από κοινού με τη μεταφράστρια Αμυ Μιμς, το έργο του ποιητή Patrick Cavanagh («Η μεγάλη πείνα», εκδόσεις «Καστανιώτης» 1999 και «28 ποιήματα», εκδόσεις «Οδός Πανός» 2006) αλλά και για ν' αναφερθεί στην πνευματική προσφορά του Samuel Beckett στον 20ό αιώνα, με την ευκαιρία της επετείου των 100 χρόνων από τη γέννησή του.


Ο Macdara Woods έχει ασχοληθεί εκτενώς με την επεξεργασία του ποιητικού λόγου σε συνδυασμό με τη μουσική, συνεργαζόμενος με διάφορους Ιρλανδούς και Αμερικανούς συνθέτες. 'Εχει μεταφράσει το έργο του Λιβανέζου Redwan Abuswesha TheKingoftheDeadandotherLibyanTales (Martin Brian & O'Keefe, London 1978), ενώ από το 1975 διευθύνει το λογοτεχνικό περιοδικό «Cyphers». Δικά του ποιήματα κυκλοφορούν σε δώδεκα γλώσσες.






Ανάμεσα στα νησιά

Η παραλία μες στην πρωινή βροχή
ήταν κατάφωτη από τα χρώματα της ίριδας

Κι ενώ σκόρπιζε ο πρώτος ήλιος
στο απώτερο άκρο του κόσμου:

Ταξίδευα ολόκληρη την ημέρα
στο σκοτάδι

Ισορροπούσα
ενώ κατέβαινα την κοιλάδα όλο το βράδυ

Από τους Δελφούς
φέρνοντας το δρεπάνι του φεγγαριού

Και μνήμες πέτρας να γλυκαίνουν
τη θάλασσα από κάτω

'Ολ' αυτά - ο ομφαλός
στην πλαγιά του λόφου

Και ό,τι καλύτερο θυμάμαι από τη μαγεία:
εικόνες σ' ένα βιβλίο

Η γαλανή πύλη της Αστάρτης στο μυαλό μου
από τα παιδικά μου χρόνια

Εγώ χαμένος μέσα της στη λάμψη της φλόγας
ταύροι και δράκοι στο δέρμα μας

Μα και τούτο λαθεύει
επινόημα που κάπου αλλού οδηγεί

Η δούκισσα
και το περιδέραιο από διαμάντια

Τι αξία έχει ο πνιγμός μέσα σε κάσσια
ο λιθοβολισμός μέχρι θανάτου με μαργαριτάρια:

Μπορούμε - είναι χρέος μας
να ξαναζήσουμε την ίδια την προκαθορισμένη μας τύχη

Ας καταλήξουμε λοιπόν στην απλότητα
της συνάντησης σε κάποιο νησί

Αγναντεύεις το πέλαγος μια ημέρα
και ιδού -

Το θαλασσοδαρμένο καράβι
με κόκκους και σπόρους

'Αραξε μέσα στη νύχτα
έπιασε στεριά

Οι ταξιδιώτες αλλοπαρμένοι
μέσα στο σπίτι σου

Πουθενά η γαλανή πύλη
μόνον εσύ τελικά

Αυτό που είσαι
μια πραγματικότητα από δέρμα κι ό,τι αυτό περιβάλλει

Ούτε καταιγίδα από χρυσά νομίσματα
ούτε φτερουγίσματα

Και να πώς
η θεά απέκτησε παιδί από αυτόν:

Μα επιστρέφοντας
αφήνουμε ίχνη στην άμμο

Καταστρέφουμε άραγε τον γυμνό βράχο
όταν τον σημαδεύουμε

Με μνήμες -
η πρώτη τομή στον χάρτη:

Καταστρέφει την ουτοπία
ακουμπώντας την -

Τις πιθανότητες του κενού
πληρώντας το



Το άπιαστο σημείο

Τούτο το σημείο μέσα στο πλαίσιο
όπου σμίγουν όλες οι γραμμές

Σήμερα είδα το δημαρχείο του Rathmines
τυλιγμένο σε ύφασμα από πλαστικό

Σαν καραβόπανο που φουσκώνει
τραβώντας τα σχοινιά

'Ενα σήμα
'Οτι είμαι ένα με την Ευρυδίκη -

Στα βάθη της λήθης για πάντα
Πίσω στο παρελθόν

Χαμένη φιγούρα
σε μια πλάνη σαράντα χρόνων

Παγιδεύτηκε εδώ
όπου σμίγουν όλες οι προοπτικές:

Κι αν δεις τη θεά
στην πλαγιά του λόφου

Θύμισέ της εμένα:
πράσινα πορτοκάλια

Και παγωμένα σταφύλια
που ταξίδεψαν μαζί μου στο σπίτι

Μάρτυρες υπήρξαν
της αλήθειας ότι ήμουνα εκεί

Μια στιγμή στο φως
ο χρόνος ενεστώτας

Ζήτησέ της να ονομάσει πάλι τον τόπο
να εντοπίσει τους ήχους

Τα νησιά όπου συναντηθήκαμε -
ίσως συναντηθούν:

Με την ίδια ολόκληρη από αγάπη και αοριστία
να κυβερνάει το φεγγάρι

Να της ανήκουν
τ' αστέρια της μέρας και της νύχτας

Τα πιεστήρια και το λάδι
και το νερό που κυλάει από τον βράχο

Τα οπωροφόρα στη βουνοπλαγιά
το πρόβειο γάλα και το μέλι

Δικά της - όλα δικά της
τα κρυφά μονοπάτια μέσα στα έλη:

'Ενα θραύσμα με βρήκε
εδώ σήμερα

Και από μόνο του πόσο υπέροχο
ήταν αυτό

Για τον
ξαναμμένο αέρα τον γεμάτο κελαηδίσματα

Τον καπνό από ξύλα και τους αετούς
τη θαλασσινή σιωπή



Συνέχεια

Οι γέροντες σκύβουν
στο τείχος της πόλης

Φορούν
καπέλα μπέισμπολ ασπίδα στον ήλιο

Να κοιτάξουν προς τα κάτω τη λίμνη και το νησί
να δουν τον εαυτό τους

Τις αναμνήσεις τους το πώς ξεκινούν
ασημάδευτοι

Στα δεκαεννιά
και περπατούν γυμνοί μέσα στα πεύκα:

Είναι μόνο το νησί του βυθού
λέω στον εαυτό μου -

Οι ροδιές
που μεγαλώνουν στο πλάι του δρόμου

Οι τεμπέλικες μύγες
που κατακλύζουν τ' απομεσήμερο:

Η σοφία της σιβυλλικής πέτρας ώσπου
ν' αποσυρθεί

Στο δώμα μόνη της τον χειμώνα
εκεί πάνω ψηλά

Ο δρόμος που ξεδιπλώνεται
μπήκα στην κόλαση γιατί κοίταξα κάτω

Γιατί την παρακολουθούσα
μια γυναίκα να κολυμπάει στ' ανοιχτά

σχήμα λευκού αμφιβίου να γλιστράει
όλο και πιο μακριά -

Τα χρόνια του χλευασμού
διαπέρασαν το άδειο δωμάτιο

'Ενα άδειο δωμάτιο δίχως τζάκι
'Εναν χώρο απουσίας

Και τον πάγο και την ηλικία
και όλη αυτή τη λαχτάρα της σάρκας

Και μέσα σε μια νύχτα
μια ζωή γέρασα κλεισμένος στη σπηλιά:

Εδώ που έφτασα σήμερα
πυγολαμπίδες μ' έχουν φέρει

Ενεστώτας χρόνος δίχως στολίδια -
μπορώ να το πιστέψω

'Ενα νήμα από τον Αχέροντα - πώς
από ψηλά

Οι αμπελώνες μοιάζουν με θάλασσα:
και όντας εδώ

Υφίστανται το τώρα - το χωρίς πρόβα προς το παρόν-
όλα ώς έχουν

Την αυγή
ο φασιανός στην ομίχλη κάτω από τη φυλλωσιά

Ο λαγός
στο ψηλό τρυφερό χορτάρι

Στον ταπεινό καθημερινό αγρό
κατά μήκος του δρόμου

Ο ασβός
που ανοίγει το ορεινό μονοπάτι

Ο χοίρος κάτω από το παράθυρο
στο σκοτάδι:

'Αραγε έχω πάει εκεί
έχω δει το μέρος που θ' αναπαυτώ -

Και σήμερα εκεί ψηλά
ένα ζευγάρι γεράκια ν΄ανακτά τον ουρανό



Πατατόσποροι Ιρλανδίας

1.
Δεν ευδοκιμούν εκεί μου είχε πει ο γείτονας
τον Απρίλη - τίποτε ξένο
δεν πρόκειται να φυτρώσει στο χώμα της Ουμβρίας

Ο Ρωμαίος είχε προσπαθήσει και του είπαμε -
εξάλλου είναι πολύ νωρίς για εδώ
να φυτέψεις πατάτες

Κι επιπλέον το φεγγάρι γεμίζει:
δεν πιάνει ο σπόρος
αν δεν φυτευτεί στη χάση του

2.
Αρχές Μαϊου και κοντοστέκομαι
στη δροσιά μετά τον κεραυνό
να καμαρώσω τους λεπτούς-πράσινους κορμούς

Που φουντώνουν δίπλα στους αμπελώνες - σκέφτομαι
την Ιρλανδία και προσπαθώ ν' ανακαλέσω
ένα μήνυμα προς τον πατέρα μου

Που ξεκίνησε όταν ήρθαμε πρόσωπο με πρόσωπο
στο Achill στο σπίτι του Heinrich Böll
πριν από δώδεκα μήνες τον περασμένο Μάρτιο

Ξεκίνησε μα χάθηκε στη διαδρομή από εκεί -
στο Δουβλίνο Μόσχα εδώ
όπου κουβαλώ αυτές τις σελίδες

Και επαναλαμβάνω τον διάλογο με το παρελθόν
προσπαθώ να κρατήσω λαμπερή την παράσταση
όπως το φως της θάλασσας κάτω από το γυαλί

3.
Ώσπου σήμερα βρίσκομαι επιτέλους
δίπλα σ' ένα όργωμα
να διαβάζω την ανθολογία του Thomas Kinsella

Και από τα λιγοστά βλαστάρια μόνη μου παρηγοριά
να διακρίνω τις διαφορές - ωστόσο πάντοτε
εξόριστος και στον ίδιο τον εαυτό μου ξένος

Σαν να μην έκανα τη θητεία μου
καταφεύγοντας στις ρωγμές των βράχων
στους λασπωμένους λόφους τους ανήλιαγους

Βήχοντας μες στην πρωινή ομίχλη των φορτηγών πλοίων
υπηρετώντας σε ξένους τόπους
και πετώντας στο σπίτι με κάθε αφορμή

Αρκεί να είμαι εδώ τώρα και να προσπαθώ να γράψω
ένα μήνυμα προς τον περιπλανώμενο πατέρα μου
σε όποια γλώσσα κι αν ταιριάζει -

Σ' αυτό και στο ίδιο το ταξίδι:
στα πειναλέα φορτία στα φέρετρα-καράβια
και τον θάνατο από εξάντληση του Goll Mac Morna



Ο κλειδαράς

Απόκρυφα σήματα
είναι χαραγμένα στην αψίδα
της πύλης

'Οπου
οι καλόγριες θα ξεπερνούσαν
τα προσαρμοσμένα σάβανα

Προτού
κλείσουν τη συμφωνία
προχωρώντας παρακάτω

Το πάρκο παραμένει:
η σιδηροδρομική γραμμή Harcourt
έχει αποκατασταθεί

Οι γείτονές μου
έχουν απομονωθεί
πίσω από ηλεκτρικές καγκελόπορτες

'Ερχεται και φεύγει
είμαστε όλοι αιχμάλωτοι της καρδιάς
κατά βάση

Το ποίημά μου ζωντανεύει όταν
ο σύρτης μπαίνει
στη θέση του



'Ανθρωπος στο κατώφλι
(με αφορμή τις δολοφονίες από τη SAS στο Γιβραλτάρ, 1988)

Μου χτυπάει την πόρτα τη νύχτα
Η μαινόμενη θύελλα έχει πάρει μορφή
Οργιάζει μέσα μου σαν συνείδηση
Βγες έξω λέει βγες έξω
Βγες έξω και δες τις τρύπες στον δρόμο
Τις τρύπες στον δρόμο στη βροχή
Βρέχει ακατάπαυστα γύρω μας
Τρύπες γεμάτες νερό για να πέφτουν μέσα τα παιδιά
Και έχει δίκιο -
Δεν παίρνει πάνω από πέντε λεπτά
Και πέντε να πάνε στους πρόποδες του λόφου
Ν' αντικρίσουν μες στη βροχή τους τάφους των παιδιών

Μα εγώ δεν μπορώ έξω να βγω
Γιατί κρατώ πραγματικά ζωντανό παιδί
Είμαι πατέρας παιδιού
Που τρώει και κοιμάται και πάει σχολείο
Πετάει αετούς και μου φέρνει ζωγραφιές
Και κρατάει καθαρά τα περιθώρια στην άκρη της σελίδας
'Η όσο τέλος πάντων καταφέρνει πιο κοντά στα πεντέμισι χιλιοστά
Που δεν είναι προς το παρόν άστεγο
Και στηρίζεται σ' εμένα για να μείνει έξω η νύχτα

Tá bran ar scoil
Tá Micí ag gaire Tá Lúlú ag gol

'Οχι δεν μπορείς να βγεις έξω λέει ο άνθρωπος
Μα μπορείς να πας στην καταραμένη Ουμβρία -
Εσύ τι θα κάνεις λοιπόν γι' αυτή τη
μεταμφίεση του φασισμού σε αναρχία;
Τι θα κάνουν γι' αυτό οι καλλιτέχνες της Ιρλανδίας;

Θωράκισε την αξιοπρέπειά σου

'Ημουν εδώ το πρωί στο ίδιο μέρος
στο ίδιο αυτό μέρος σήμερα - όπου
εκείνος μπήγει τη φτέρνα του στο ραγισμένο πεζοδρόμιο -
και είπα σ' έναν Ινδό γιατρό
έναν Ινδό γιατρό από το Κολλέγιο των Χειρουργών
πώς μπορούν οι άνθρωποι να ζουν σ' αυτή
σ' αυτή την πόλη σε αποσύνθεση
βλέποντας τα ίδια χάλια μέρα με τη μέρα και κάθε μέρα
με τρεμάμενο κεφάλι σαν τον John O' Gaunt
Τα ίδια χάλια και τίποτ' άλλο
Αρκετά είπε είπε ο γιατρός -
Δεν καταλαβαίνεις
'Οτι στην Ευρωβουλή
'Ολη η Ευρώπη γελάει μαζί μας;
Οι Γερμανοί γελάνε μαζί μας
Οι Ιταλοί και οι Γάλλοι
Οι Ελληνες και οι Ισπανοί γελάνε
Γελάνε στις συσκευές μετάφρασης
Γελάνε σαν σιφόνια
Σαν τη βροχή που πνίγει το Δουβλίνο γελάνε
Και οι Βρετανοί μάς πυροβολούν

Υποχωρεί μέσα στη νύχτα -
Θωρακίστε την αξιοπρέπειά σας με Cess-Clean
Προσθέτει και η διαφήμιση από τον κρατικό ραδιοσταθμό



Ο Κάβανα στην Ουμβρία

Τον είχα δει εδώ τον Νοέμβριο
γυρίζοντας σπίτι μες στο σκοτάδι
πάνω στο τρακτέρ
μ' ένα κομμάτι ύφασμα
στους ωμούς του ριγμένο
ασπίδα στη χειμωνιάτικη ομίχλη
κουλουριασμένο
ανάμεσα σε αόρατους ελαιώνες
και στα γυμνά κλαδιά των αμπελώνων
έξοχα μεταφρασμένο
μα δίχως να 'χει μεταφραστεί
από 'κει που είναι:
άγρια λιβάδια ξεκαμωμένα κοπάδια
ωχρός ο Νοέμβριος
και η καταχνιά εκεί όπου η Γένεσις αρχίζει



Ρασκόλνικοφ

Επιστρέφοντας σπίτι από το Rathmines
Προσέχω
Τη σκάλα και τους κουβάδες και τους τενεκέδες με μπογιά ακόμη εκεί
Σ' ένα σπίτι που κάποτε δούλευα

Αυτός ο τρόπος παρατήρησης άρχισε
'Ενα καλοκαίρι που πέρασα από
'Ενα μπλοκ μπετόν της δεκαετίας του εξήντα
'Οπου έσκαβα στο Hyde Park Lane

Τώρα γερασμένος και λεκιασμένος
Και φθαρμένος και μουδιασμένος:
Με όλα τα μισοτελειωμένα δωμάτια να περιμένουν
Κάτι το απομεσήμερο

Το πιο ξεκάθαρο απ' όλα
Συνέβη στην Αγία Πετρούπολη - καθώς ατένιζα
Στην άλλη όχθη του καναλιού
Ενώ οι καμπάνες ηχούσαν από ψηλά

Το ίδιο εκείνο σπίτι:
Τη σκάλα και τους κουβάδες και τους τενεκέδες με μπογιά ακόμη εκεί
Το έγκλημα που δεν είχε ακόμη συμβεί
Και τον φοιτητή να κοντοστέκεται στα σκαλοπάτια



Ερωδιός

Κάθησε εδώ και κοίταξε
πώς όλα
αλλάζουν κάποτε

'Ενας ερωδιός
ασάλευτος μες στα βούρλα
σαν ρόμβος

Μια ζωή ξοδεμένη
ως σφαιρική μορφή
ανθρώπου και πουλιού

Σε υγρού φωτός
την αντανάκλαση
από την έσχατη πλευρά του

Γεμίζει εκείνος
την ατάραχη σιωπή
του εαυτού του

Το αδειανό πάρκο
τη μικρή αύρα πάνω
από τη λίμνη

Και τη σιωπή:
στη δική του διάσταση
πουλιού και ψαριού

Και πουλιού μονάχα
να κάνει
τη διαφορά

--------------------
Rathmines: συνοικία του Δουβλίνου
Achill: νησί στη βορειοδυτική πλευρά της Ιρλανδίας
ThomasKinsella: Ιρλανδός ποιητής, μεταφραστής κι εκδότης
GollMacMorna: μυθική μορφή της ιρλανδικής παράδοσης
SAS στο Γιβραλτάρ, 1988: αναφορά στον θάνατο τριών μελών του IRA από άνδρες του βρετανικού στρατού
«Tá branarscoil/Tá Micí aggaireTá Lúlú aggol»: κέλτικα στο πρωτότυπο

isminir@e-poema.eu

Δευτέρα, 14 Ιουλίου 2014

ΠΡΑΓΜΑ



Σπας το θρόισμα του αέρα
Α, πεισματάρα μικρή!
Λες όχι στον άνεμο
Στη καταχνιά και το νερό
Κόβεις τον άνεμο
Ανοίγεις τη καταχνιά
Σκίζεις το νερό
Αρνιέσαι το βαθύτατο φώς
Το απορρίπτεις
Τώρα χρωματισμένο από σένα: πράσινο, κίτρινο
-νικημένο ήδη- γκρι, κόκκινο, ασημένιο.
Και φυλάς από τη νύχτα
Την επίπονη
Νύχτα τρόμου από τα κουφά σωθικά σου.
Όταν το χέρι προσπαθεί να σε αποκτήσει,
Αισθάνεται το δέρμα τα όρια σου:
Τα τείχη, το σκάψιμο
Από την εχθρική πίστη σου, πάντα σε επιφυλακή
Όνομα σου έδωσα, σε μάρκαρε το σίδερο μου:
«κύλικας», «χαλινός», «γαρύφαλλο», «μπορντούρα», «πούπουλο»…
(ήταν η σκιά σου αυτό που φυλάκιζα)
Το ενδόμυχο αίσθημα
Κάλεσα εναντίον σου.
Και, ώ κυνική
Διαλύθηκες σε σχήμα και σε χρώμα
Σε βάρος ή σε μυρωδιά
Ποτέ εσύ: εσύ, αφθονία, εσύ, ασύλληπτη
Α, μικρή πεισματάρα,
Α, θέληση της ύπαρξης, παρουσία εχθρική,
Όριο ψυχρό στο δικού μας έρωτα!
Α, θολή
Κτήνος από σκιά
Που σπαρταράς τώρα μέσα στα δάχτυλα μου
Που επαναλαμβάνεις τώρα μέσα στα δάχτυλα μου
Τη σκληρή άρνηση του παράσιτου!


Μεταφραστικό Εργαστήρι
http://www.poiein.gr/

Κυριακή, 13 Ιουλίου 2014

ΠΑΡΑΛΛΗΛΙΣΜΕΝΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ





Με τη γλώσσα του κομμένη
και τα μάτια του ορθάνοιχτα
το αηδόνι στο τείχος

Μάτια με θλίψη μαζεμένη
και φτέρωμα με αίματα
το αηδόνι στο τείχος

Φτερά με αίματα και ξάναμμα βραχύ
νερό πρόσφατο και στο λαιμό γεννημένο
το αηδόνι στο τείχος

Νερό που τρέχει ερωτευμένο
νερό που ’χει φτερούγες
το αηδόνι στο τείχος

Ανάμεσα στις μαύρες πέτρες και στη λευκή φωνή
του ερωτευμένου νερού
το αηδόνι στο τείχος

Με τη γλώσσα του κομμένη τραγουδάει
αίμα πάνω στην πέτρα
το αηδόνι στο τείχος



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής


****************************************


COSANTE

Con la lengua cortada
y los ojos abiertos
el ruiseñor en la muralla

Ojos de pena acumulada
y plumaje de sangre
el ruiseñor en la muralla

Plumas de sangre y breve llamarada
agua recién nacida en la garganta
el ruiseñor en la muralla

Agua que corre enamorada
agua con alas
el ruiseñor en la muralla

Entre las piedras negras la voz blanca
del agua enamorada
el ruiseñor en la muralla

Con la lengua cortada canta
sangre sobre la piedra
el ruiseñor en la muralla



 http://alonakitispoiisis.blogspot.gr/

Σάββατο, 12 Ιουλίου 2014

ΤΟ ΦΙΛΙ

 


ANNE SEXTON (1928-1974)



Το στόμα μου ανθίζει σαν πληγή.
Πέρασα όλη τη χρονιά αδικημένη, κουραστικά
αργόσυρτες
   
οι νύχτες, άδειες, σκληροί αγκώνες μόνο
και στοίβες χαρτομάντιλα που φώναζαν
 «κλαψιάρα,
   
κλαψιάρα, τί χαζή που είσαι!».

Άχρηστο το κορμί μου μέχρι χθες.
Σήμερα σκίζονται οι ορθές του γωνίες.
Σήμερα σκίζει τα ρούχα τα σεμνότυφα
κόμπο τον
    κόμπο
και κοίτα – με τρυπούν ολόκληρη καρφιά
ηλεκτρισμένα.
   
Σβιιινιν! Ανάσταση!

Κάποτε το κορμί μου ήτανε βάρκα, σκέτο ξύλο
σε αχρηστία, με δίχως θάλασσα από κάτω,
με την μπογιά της ξεφτισμένη. Ένας σωρός σανίδες,
τίποτ’ άλλο. Όμως εσύ με σήκωσες, μ’ αρμάτωσες.
Έγινα η εκλεκτή σου.

Τα νεύρα μου έχουν τεντωθεί. Τ’ ακούω σαν
μουσικά όργανα. Στη θέση της παλιάς σιωπής
ασταμάτητα χτυπούν τα τύμπανα, οι χορδές. Δικό σου
έργο είναι.
   
Ιδιοφυΐα στην πράξη. Αγάπη μου, ο συνθέτης έπεσε
στη φωτιά.
   



Μετάφραση: Δήμητρα Σταυρίδου.
Από το βιβλίο: Anne Sexton, «Ποιήματα», εισαγωγή – μετάφραση Δήμητρα Σταυρίδου, Εκδόσεις Printa, Αθήνα 2010, σελ. 129.

 

Παρασκευή, 11 Ιουλίου 2014

Τώρα



Τώρα

Κοίτα.Η λάμπα ρυθμίστηκε.το σταχτοδοχείο
τό΄χε σπάσει αδέξια η υπηρέτρια.
Κι όμως ,μπαλόνια που λένε αγάπα με ,αγάπα με 
επιπλέουν απο πάνω μας στο ταβάνι.
Πρωινές προσευχές ειπώθηκαν σαν καθίσαμε 
γόνατο με γόνατο.Τέσσερα φιλιά μόνο γι αυτό!
Καί γιατί να πρέπει ,που να πάρει ,να μας νοιάζει 
το ρολόι?Αναποδογύρισέ με απο το δώδεκα 
στο έξι.τότε θα έχεις γεύση απο ωκεανό.
Μιά μέρα κουλουριάστηκες σ΄ενα κουβάρι πένθους,
σε πέταξαν στη γωνιά σαν μαθητούδι.
Ω! έλα με το σφυρί σου,το μαστίγιό σου
και τόν τροχό σου.Ελα με τη μύτη της βελόνας σου.
Πάρε τον καθρέφτη μου και τίς πληγές μου
και φτιάξ΄τα.Αμα σβήσεις το φώς
τότε ολόκληροι θα γίνουμε μαύρη ταπετσαρία.

Τώρα ήρθε η ώρα να επικεντρωθούμε 
στο κρεβάτι μας,ένα δάσος απο δέρμα
όπου σπόροι εκρήγνυνται σαν σφαίρες.
Είμαστε στο δωματιό μας.Είμαστε 
σε ένα κουτί παπουτσιών.Είμαστε σε ενα κουτί αίματος.
Είμαστε τρυφερά μωλωπισμένοι ,ομως δεν είμαστε 
ούτε γέροι ούτε θνησιγενείς.
Είμαστε εδώ σε μιά σχεδία,εξόριστοι απ το χώμα.
Η μυρωδιά της γής εχει φύγει.Η μυρωδιά 
του αίματος είναι εδώ,και η λεπίδα και η βολίδα της.
ο χρόνος είναι εδώ και θα σε πάρει το ποτάμι του.
ο πνεύμονάς σου περιμένει στο εμπόριο του θανάτου.
το πρόσωπό σου δίπλα μου θα μεγαλώνει αδιάφορο.
Αγάπη μου ,θα παραδώσεις τελικά την κοιλιά σου και 
θα σε αδειάσουν σαν μήλο. ο λεπρός θά ΄ρθει
και θα πάρει τα ονόματά μας και θα αλλάξει  το ημερολόγιο.
ο παπουτσής θά ρθει  και θα ξαναχτίσει 
τούτο δώ το δωμάτιο.Θα ξαπλώσει στο κρεβάτι σου
και θα κατουρήσει,και τίποτα δεν θα υπάρχει.
τώρα είναι η ώρα.Τώρα!

Ανν Σέξτον

Ερωτικά Ποιήματα
μετάφραση Ευτυχία Παναγιώτου

εκδόσεις Μελάνι,2010