Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Κυριακή, 1 Φεβρουαρίου 2015

ΣΟΛΩΜΟΥ ΣΥΝΤΡΙΒΗ ΚΑΙ ΔΕΟΣ

                   
Μισόβγαινε απ' τον ύπνο η πολιτεία. Των καμπαναριών αιχμές
Κοντοί σημαιών και κάτι πρώτα πρώτα τριανταφυλλιά
Στου μικρού παραθύρου σου -που ακόμη φώταγε- το μαρμαράκι
                                                    Α κει μονάχα να 'ταν
Ένα κλωνάρι με δαφνόκουκα να σου άφηνα για καλημέρα
Που τέτοιας νύχτας την αγρύπνια πέρασες. Και τη γνωρίζω
Πάνω σ' άσπρα χαρτιά πιο δύσβατα κι απ' του Μεσολογγιού
        τις πλάκες

Ναι. Γιατί σ' είχε ανάγκη κάποτε τα χείλη σου χρύσωσε ο Θεός

Και τι μυστήριο να μιλάς κι οι φούχτες σου ν' ανοίγονται
Που κι η πέτρα να ποθεί ναού νέου να 'ναι το αγκωνάρι
Και το κοράλλι θάμνους λείους να βγάνει για ν' απομιμηθεί
        το στέρνο σου

Όμορφο πρόσωπο! Καμένο στης λαλιάς που πρωτάκουσες
        την αντηλιά και ανεξήγητα τώρα
Γινωμένο μέσα μου δεύτερη ψυχή. Τη στιγμή που η πρώτη
Σε μια γη μπλε της βιολέτας μ' άγριες χαίτες τρικυμίας
Όστρακα κι άλλα του ήλιου ευρήματα να γυαλίζει καταγίνονταν
Ωσάν τα εκμαγεία του νου σου να μην είχαν κιόλας
Φύση βγάνει περασμένη απ' όλες του θυμού των θεών τις αστραψιές
Ή για λίγο να μην είχε από δική σου χάρη μέσα μου
Μισανοιχτό μείνει το Ακοίταχτο!
Αλλ' ο λέων περνάει σαν ήλιος. Οι άνθρωποι μόνο ιππεύουν
Κι άλλοι πεζοί πάνε· ώσπου μέσα στις νύχτες χάνονται. Παρόμοια

Κείνα που σκυφτός επάνω στο γραφείο μου ζητούσα να διασώσω
        αλλ'
Αδύνατον. Πώς αλλιώς. Που και μόνο η σκέψη σου γινομένη από
        καιρό ουρανός
Και μόνο η σκέψη σου μου 'καψε όλα τα χειρόγραφα
Και μια χαρά που η δεύτερη ψυχή μου
Πήρε σκοτώνοντας την πρώτη κίνησε με τα κύματα να φεύγει
Ο άγνωστος που υπήρξα πάλι ο άγνωστος να γίνω
Φοβερά μαλώνοντας οι άνεμοι
Ενώ του ήλιου η λόγχη πάνω στο σφουγγαρισμένο πάτωμα όπου
Σφάδαζα

               μ'αποτελείωνε.

Σάββατο, 31 Ιανουαρίου 2015

Εκτη ελεγεία



Έχουν τρεις εποχές οι αναμνήσεις.
Κι η πρώτη μοιάζει σαν ημέρα χθεσινή.
Κάτω από τον ευλογημένο θόλο τους είναι η ψυχή
Κι ευφραίνεται το σώμα στη σκιά τους.
Δεν έσβησε το γέλιο ακόμη, τα δάκρυα κυλούν,
Η μελανιά στο τραπέζι δεν ξεθώριασε
Και σαν σφραγίδα στην καρδιά είναι το φιλί,
Μοναδικό, του αποχαιρετισμού, αλησμόνητο...
Μα αυτό όλο δεν βαστά πολύ...
Πια θόλος δεν υπάρχει πάνωθέ μας
Μα κάπου απόκεντρα ένα σπίτι μονάχο
Όπου είναι κρύοι οι χειμώνες και καυτά τα καλοκαίρια,
Όπου έχει αράχνες και παντού κάθεται σκόνη,
Όπου σαπίζουν γράμματα όλο φλόγα,
Αθόρυβα αλλάζουν τα πορτρέτα,
Κι οι άνθρωποι εκεί πηγαίνουν σαν σε μνήμα,
Κι όταν γυρίζουν πλένουνε τα χέρια με σαπούνι
Κι αποτινάζουν ένα δάκρυ βιαστικό
Από τα κουρασμένα βλέφαρα - κι αναστενάζουν...
Μα ο χρόνος τρέχει, η μια άνοιξη
Την άλλη ακολουθεί, ο ουρανός ροδίζει,
Αλλάζουν τα ονόματα των πόλεων,
Και μάρτυρες των γεγονότων δεν υπάρχουν,
Με ποιον να κλάψεις και με ποιον να θυμηθείς.
Και ξεμακραίνουν από μας οι σκιές αργά,
Αυτές οι σκιές που πια δεν τις καλούμε,
Που θα 'ταν τρομερός για μας ο γυρισμός τους.
Και κάποτε ξυπνώντας βλέπουμε πως έχουμε ξεχάσει
Ακόμη και τον δρόμο για το έρημο εκείνο σπίτι,
Κι από ντροπή πνιγμένοι και θυμό
Τρέχουμε προς τα κει, μα (όπως στα όνειρα συμβαίνει)
Όλα είναι αλλιώτικα: Οι άνθρωποι, τα πράγματα, οι τοίχοι,
Κι εμάς κανείς δεν μας γνωρίζει - είμαστε ξένοι.
Σε λάθος μέρος φτάσαμε... Θεέ μου!
Και φτάνει τότε η πιο πικρή στιγμή:
Νιώθουμε πως δεν θα γινόταν να χωρέσουμε
Τούτο το παρελθόν στα όρια της ζωής μας,
Και πως για μας είναι σχεδόν το ίδιο ξένο
Όσο και για τον γείτονα στο διπλανό μας σπίτι,
Πως κείνους που πεθάναν δεν θα τους αναγνωρίζαμε,
Κι εκείνοι που ο Θεός τους χώρισε από μας,
Δίχως μας μια χαρά τα καταφέραν - κι ακόμη
Πως όλα πήγαν στο καλύτερο...

[5 Φεβρουαρίου 1945, Φοντάνκα]

ΠΑΡΑΠΟΜΠΗ: http://exceptindreams.livejournal.com/503927.html

Απόσπασμα από την προσεχή έκδοση της συλλογής Ελεγείες του βορρά,
 μτφρ.: Ασπασία Λαμπρινίδου, στις (.poema..) εκδόσεις http://www.poema.gr

Δευτέρα, 26 Ιανουαρίου 2015

ΠΟΙΗΤΙΚΗ



Υπάρχουν επίσης στιγμές που αφήνουμε
τα λόγια του έρωτα και τις σιωπές
να μιλήσουν για ποίηση.
Εσύ ξεκουράζεις τη φωνή στο παρελθόν
και θυμάσαι τον τίτλο ενός βιβλίου,
την ιστορία μερικών στίχων,
τη νεανική νύχτα κάποιων τραγουδοποιών,
τη σημασία που έχουν
οι ποιητές και οι σημαίες στη ζωή σου.
Εγώ σου μιλώ για κόμματα και κεφαλαία,
για εικόνες που πλεονάζουν ή που λείπουν
για την ανάγκη να επιτευχθεί ένας ρυθμός
που να συγκρατεί την ιστορία,
ακριβώς όπως με τα χέρια συγκρατείται
η υγρασία και τα τείχη ενός κάστρου στην άμμο.
Θυμάμαι, επίσης, κάποιους στίχους
τις νύχτες όπου κόμματα και κεφαλαία,
μεταφορές και ρυθμοί,
ζέσταιναν το σπίτι μου,
μου έκαναν συντροφιά,
ήξεραν να με πείθουν
με την ίδια εξουσία μιας αποπλάνησης.

Ξέρω πια ότι άλλοι ποιητές
ντύνονται ποιητές,
πάνε στα γραφεία της σιωπής,
διαχειρίζονται τις τράπεζες της λάμψης,
υπολογίζουν με τις μυρωδιές
το ισοζύγιο των εσωτερικών τους κεφαλαίων
είναι η δάδα βασιλέων και θεών
ή είναι η γλώσσα της κόλασης.

Θα είναι που έχουν ψυχή.
Εγώ αρκούμαι με το να έχω εσένα
και με το να έχω συνείδηση.

Luis García Montero
Μετ. Μαριάννα Τζανάκη 

http://uperaspisitispoiisis.blogspot.gr/


Κυριακή, 25 Ιανουαρίου 2015

με την Τοκογλυφία, Κάντο XLV








Με την τοκογλυφία,
δεν φτιάχνουν σπίτια οι άνθρωποι γερά:
η κάθε πέτρα λαξεμένη και βαλμένη στη θέση της σωστά
να στρώσει απάνω ο σοβάς, να δέσει
ο σκελετός, να κάτσουν τα στολίδια.

Με την τοκογλυφία
δεν ζωγραφίζουν οι άνθρωποι
παράδεισους στις εκκλησίες
μετά βαΐων και κλάδων,
την παναγιά να δέχεται τον άγγελο εξ ουρανών
κι απάνω εκεί στο πρόχειρο μολύβωμα να λάμπει
το φωτοστέφανό της.

Με την τοκογλυφία
δεν αξιώνονται οι άνθρωποι Γκονζάγα,
κληρονόμους, παλλακίδες,
δεν φτιάχνονται οι εικόνες για ν’ αντέξουν
στον χρόνο και να μας αντέξουν
φτιάχνονται για να πουληθούν αμέσως
και πουλιούνται

Με την τοκογλυφία,
κρίμα μεγάλο κι άδικο ενάντια την φύση,
κάτι μπαγιάτικα αποφάγια το ψωμί σου
χάρτινο το ψωμί σου,
χωρίς το στάρι των βουνών και το σκληρό αλεύρι.

Με την τοκογλυφία χοντραίνει η μολυβιά.

Με την τοκογλυφία ξεχαλινώνονται οι γραμμές
κι οι άνθρωποι δεν βρίσκουν τόπο να φωλιάσουν.
Η πέτρα τρώει το λιθοξόο
κι ο αργαλειός τον υφαντή.

ΜΕ ΤΗΝ ΤΟΚΟΓΛΥΦΙΑ
δεν φτάνει το μαλλί στην αγορά
και δεν αφήνει κέρδος το κοπάδι με την τοκογλυφία.
Μάστιγα, μάστιγα μεγάλη αυτή η τοκογλυφία
στομώνει τη βελόνα στο χέρι της κυράς
και σταματά το ακούραστο αδράχτι.
Δεν γίνεται Πιέδρο Λομπάρδο
ούτε κρασί με την τοκογλυφία.
Ντούτσιο δεν γίνεται ούτε Πιερ ντελά Φρανσέσκα
και Χουάν Μπελίν και Λα Καλούνια
ζωγραφιστή με την τοκογλυφία.
Αντζέλικο δεν γίνεται, δεν γίνεται Αμπρότζιο Πρέντις,
ούτε εκκλησία πέτρινη,
κι απάνω από την πύλη σμιλεμένο: Αγαπάτε Αλλήλους.

Άγιο Τρόφιμο… όχι, ασφαλώς, με την τοκογλυφία.

Και Άγιο Ιλαρίωνα… όχι, βεβαίως, με την τοκογλυφία.

Σκουριάζει η σμίλη με την τοκογλυφία.
Σκουριάζει η τέχνη κι ο τεχνίτης,
τρώει το νήμα ο αργαλειός,
κανείς δεν ξέρει πια να κάνει τα χρυσοκεντητά ,
έχει λεκέδες το γαλάζιο, σκορπίζεται το κρεμεζί,
Μέμλινκ δεν βρίσκει πια το σμαραγδί.

Έσφαξε η τοκογλυφία μες τη μήτρα το παιδί,
στόμωσε του νέου την ορμή,
την άνοια, την παράλυση έφερε στο κρεβάτι,
πήγε και ξάπλωσε ανάμεσα στη νύφη
και τον γαμπρό της

ΠΑΡΑΦΥΣΗ

Έφεραν πόρνες στην Ελευσίνα,
σερβίρουν πτώματα…

έτσι προστάζει η τοκογλυφία.


http://www.poiein.gr/archives/2889
(μτφρ: Γιώργος Μπλάνας)

Παρασκευή, 23 Ιανουαρίου 2015

Ο ΠΕΣΜΕΝΟΣ ΑΝΕΜΟΔΕΙΧΤΗΣ


Η σκληρή καρδιά του ανεμοδείχτη

μες στου χρόνου το βιβλίο.

(Ένα φύλλο του είναι η γη·

ο ουρανός είν’ άλλο φύλλο.)

Θλιμμένη πατικώθηκε στα γράμματα

που φτιάχνουν στέγες γερασμένες.

Λουλούδι λυρικό σαν πύργος έμμετρος

και σαν σελήνη των ανέμων όλων,

εγκαταλείπει το στημόνι του σταυρού

και τ’ ανθοπέταλά του σκόρπια στέλνει

να πέσουνε στις παγωμένες πλάκες

φαΐ να γίνουνε καλό της κάμπιας

των ήχων και των αντιλάλων.



Έχεις πέσει κάτω από μιάν ακακία.

Ενθύμιο πια!

Παλμούς δεν είχες

γιατί ήσουν από σίδερο…

Το σχήμα ωστόσο τό ’χες –

σ’ αυτό, λοιπόν, αρκέσου!

Και χώσου κάτω από τη λάσπη

την πράσινη

τη δόξα σου να πας και νά ’βρεις

την πύρινη,

κι ας σε καλούνε λυπημένα

τα κάστρα από μακριά σου

κι ακούς σε ανεμοδείχτες άλλους

τον σάλο των τριγμό τους.

Απ’ το σεντόνι κάτω χώσου

το πράσινο του κρεβατιού σου.

Γιατί ούτε η καλογριούλα η άσπρη

ούτε το σκυλί

ούτε το χάσικο φεγγάρι

ούτε το άστρο

ούτε του μοναστηριού

ο νεωκόρος

θα θυμηθούνε τις κραυγές σου

του χειμώνα.

Σιγά-σιγά εσύ εκεί χώσου,

γιατί μετά

οι άνθρωποι θα σε πετάξουν

στα παλιοσίδερα.

Αχ, να δυνόμουν να σου δώσω

για σύντροφό σου νά ’χεις

ετούτη την καρδιά μου

που ούτε ξέρει πού πηγαίνει!



Δεκέμβρης του 1920, Μαδρίτη.
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
http://alonakitispoiisis.blogspot.gr/

Πέμπτη, 22 Ιανουαρίου 2015

Γιάννης Κοντός...

 (απόσπασμα)
Από τη συλλογή «Τα οστά» (1982)
 
 
6
 
Πολλοί άνθρωποι άσπρισαν
γύρω μου. Γίνανε ασβέστης.
– Με την κιμωλία τους
γράφω ποιήματα –
 

8
 
Τα ρούχα μας μπερδεμένα
στην καρέκλα, μοιάζουν
φίδια σε οργασμό.
 
 
9
 
Αυτές οι βυζαντινές κοπέλες
που βλέπω κάθε μέρα
επαληθεύουν τους εσπερινούς
και τα κυπαρίσσια.
 
 
21
 
Πρωί πρωί χιλιάδες μικρά κορίτσια
με ποδήλατα τρέχουν σε κατηφόρες
ανεμίζοντας ποιήματα του Ανδρέα Εμπειρίκου
 
 
  
40
 
Τυλιγμένη στην εσάρπα σου
μοιάζεις με ψάρι σε δίχτυ.
– Από τα τελευταία της αποξηραμένης
λίμνης, με τα πράσινα νερά –
 
 
 
51
 
                                                         στον Γιώργο Χειμωνά
 
Τρέχεις, σε κυνηγάνε εικόνες πήλινες.
Σπάζεις τον καλαμένιο φράχτη
και βρίσκεσαι σε άλλη χώρα.
Όπου άλλοι άνθρωποι, άλλα
ονόματα, άλλη γραφή –χάλκινη.
 
66
 
Θα κόψω αρχαίο νόμισμα
με το κεφάλι σου, Μετά
στα εργαστήρια θα ψάχνουν
για δυναστείες, χρονολογίες και τα συναφή.
Φαγωμένες όλες οι ενδείξεις από το χώμα,
από το θειάφι – μόνο το ένα μάτι
κάτι θα θυμίζει από τα παλιά –
Εγώ δε θα ζω για να δώσω εξηγήσεις.
Έτσι στη βιτρίνα θα μείνεις μεταλλική
κραυγή αναπάντητη.
 
 
 
93
 
Ξύπνησα με κοντά παντελονάκια.
Κρατούσα με σπάγκο τον ουρανό
και πήγαινα και έκλαιγα.
 
 
 
121
 
Τα λόγια μου αρνιά
που γίνονται πέτρες
βόσκοντας το χόρτο
της επιθυμίας σου.
 
http://www.bibliotheque.gr/article/38011

 
 
 
 

 

Τετάρτη, 21 Ιανουαρίου 2015

ΖΕΙΣ


ΖΕΙΣ μες στην τύρβη ακούγοντας προσεκτικά,
Θαμνίτης, νιφετώδης.
Πήγαινε στον Σπρέε, πήγαινε στον Χάβελ,
Πήγαινε στων χασάπηδων τους γάντζους,
Στους κόκκινους πασσάλους
 με τα μήλα τα σουηδικά-

Έρχεται το τραπέζι με των εορτών τα δώρα,
Γυρίζει γύρω από μια Εδέμ-
Κόσκινο έκαναν τον  άνδρα, η γυναίκα
Χρειάστηκε  να κολυμπήσει, η σκρόφα,
Για την ίδια, για  τον ουδένα,  τον καθένα-

Το κανάλι Λαντβέρ δεν θα κελαρύσει.
Τίποτε
Δεν θα σταματήσει.

Μετφρ: Ιωάννα Αβραμίδου


Στο ποίημα γίνεται λόγος για τον πνιγμό της Λούξεμπουργκ και το γάζωμα με σφαίρες του Λίμπκνεχτ, ο Τσελάν ενσωματώνει φράσεις των φονιάδων της Λούξεμπουργκ όπως «σκρόφα» και μια φράση ενός συντρόφου του Λίμπκνεχτ «έγινε κόσκινο από τις σφαίρες».  Την Λούξεμπουργκ την είχαν πετάξει στο κανάλι, από τη γέφυρα Λάντβερ. Επίσης, πριν τους δολοφονήσουν, τους είχαν μεταφέρει στο ξενοδοχείο Εδέμ. Το νερό δεν θα κελαρύσει, δεν θα μιλήσει για τον πνιγμένο, θα συνεχίσει σιωπηλό την ροή του, όπως και η γλώσσα που δεν θα σταματήσει να μιλά για το γεγονός.
Αναφέρεται επίσης στη γιορτή των Χριστουγέννων. Στις 23 Δεκέμβρη , ο Τσελάν με τον φίλο του Βάλτερ Γκεόργκι, επισκέφτηκαν το μέρος όπου εκτελέστηκαν  οι πρωτεργάτες της απόπειρας δολοφονίας του Χίτλερ,  στις 20 Ιουλίου 1944, και κατόπιν πήγαν σε χριστουγεννιάτικο παζάρι, όπου υπήρχαν χριστουγεννιάτικα στεφάνια, φτιαγμένα  από σουηδικό ξύλο, στολισμένα με μήλα.  Το τραπέζι με τα δώρα που γυρίζει γύρω από μια (κι όχι την) Εδέμ, είναι, κατά την άποψή μου, τα διαψευσμένα πολιτικά ιδανικά .
Θαμνίτης , νιφετώδης: Στα γερμανικά δεν υπάρχουν τα ρήματα που φτιάχνει ο Τσελάν από τις λέξεις θάμνος, νιφάδα και μέσα στο ποίημα χρησιμοποιεί τις μετοχές umbuscht, umflockt). Προτίμησα να χρησιμοποιήσω τα δόκιμα αρχαιοελληνικά επίθετα  που σημαίνουν «όμοιος με θάμνος», «όμοιος με  νιφάδα». (βλπ. Liddell+Scott). Εδώ βέβαια αναφέρεται στο πυκνό χιόνι που τον είχε σκεπάσει εκείνη την ημέρα.
Ο Τσελάν χρησιμοποιεί 2 λέξεις που εμπεριέχουν μέσα τη λέξη Eden (Εδέμ): Schw-eden, (Σουηδία) j-eden (καθέναν), είναι αδύνατον να παραμείνει η λέξη εντός των ελληνικών λέξεων «Σουηδία», «καθέναν», εδώ χρειάζονται σημειώσεις.

 

ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΓΙΑ ΜΑΣ ΤΟΥΣ ΠΟΙΗΤΕΣ



Κύριε, τι ανταμοιβή θα δώσεις σε μάς τους ποιητές;
Κοίτα, δεν έχουμε τίποτα, ούτε καν δική μας ζωή·
είμαστε οι αγγελιοφόροι σε κάτι που δεν καταλαβαίνουμε.
Το κορμί μας το καίει μια φλόγα ουράνια·
αν παρατηρούμε, είναι μόνο για να το βγάλουμε σε φωνή.

Δεν μπορούμε να κόψουμε ούτε λουλούδι από ένα φράχτη
για να είναι δικό μας και τίποτ' άλλο παρά δικό μας,
ούτε να κρατηθούμε ήρεμοι εν μέσω των πραγμάτων,
χωρίς σκέψη, να τα απολαύσουμε στην παρουσία τους μόνο.
Ποτέ δεν θα ξέρουμε πώς είναι πραγματικά τα βράδια,
ελευθερωμένη απ' την αγωνία μας η γυμνή ομορφιά τους·
ποτέ δε θα γνωρίσουμε αυτό που είναι μια γυναίκα
στα βαθιά δάση της, όπου πρέπει να μπεις σιωπηλός.
Εσύ δεν μάς έδωσες τον κόσμο για να τον απολαύσουμε,
Εσύ μάς τον πρόσφερες για να τον κάνουμε λέξη.
Και κατόπιν για να έχει η γη φωνή μέσα από μάς
απομείναμε χωρίς αυτήν, με μόνη τη μεγαλοψυχία...

Ήδη βλέπεις ότι μέσα από μάς έχει ήχο η ζωή,
ακριβώς όπως γίνεται απ' τις πέτρες το κρύσταλλο του ποταμού.
Εσύ δεν έφτιαξες τη Δημιουργία σου για να τη βυθίσεις στη σιωπή,
στη σιωπή που δραπετεύει ενός κόσμου που μοχθεί·
για να την ζήσει μόνο, χωρίς να σταματήσει να την παρατηρεί...
Γι αυτό μάς έχεις βάλει στην άκρη του δρόμου
με τη μόνη υποχρέωση να κραυγάζουμε έκθαμβοι.
Σε μας αναπαύεται των ανθρώπων η βιάση.
Γιατί, αν δεν υπήρχαμε, για ποιον θα ήταν τόσα πολλά πράγματα
ανώφελα και όμορφα, που ο Θεός δημιούργησε,
τόσα κόκκινα ηλιοβασιλέματα, και τόσα άκαρπα δέντρα,
και τόσα λουλούδια, και τόσα πουλιά περιπλανώμενα;
Μόνο εμείς νιώθουμε το δώρο σου
και σ' ευγνωμονούμε γι αυτό με φωνές έκστασης.
Εσύ χαμογελάς, Κύριε, νιώθοντας ξεπληρωμένος
με την σύνθλιψή μας από δέος και θαυμασμό.

Αυτό που μάς εξυψώνει μπορεί να είναι δικό σου μόνο.
Μόνο εκείνος που μας δημιούργησε μπορεί να μάς καταστρέψει έτσι
στην αγκαλιά μιας φλόγας τόσο σκληρής και μαγευτικής.

Εσύ που φροντίζεις τα πουλιά που μεταφέρουν το μήνυμά σου,
σώσε στον θάνατο τις κουρασμένες καρδιές μας,
Δώσε τους ειρήνη, αυτή την ειρήνη που στη ζωή τους αρνήθηκες,
Σβήσ' τους τις οδυνηρές, αδυσώπητες σκέψεις.
Εσύ θα μάς δώσεις σε Σένα το Όλο που αναζητάμε·
θα δοθείς σε μάς τους ίδιους, αφού θα σ' έχουμε
για μάς μονο, κι όχι για να σε υμνούμε.

Jose Maria Valverde (1926-1996)
Μετ. Μαριάννα Τζανάκη
http://uperaspisitispoiisis.blogspot.gr/

Έφυγε από τη ζωή ο ποιητής Γιάννης Κοντός










Μια από τις πιο δυναμικές και πρωτοποριακές φωνές των ελληνικών γραμμάτων, ο διακεκριμένος ποιητής και λογοτέχνης Γιάννης Κοντός, έφυγε από τη ζωή τα ξημερώματα της Τετάρτης σε ηλικία 72 ετών. Τους τελευταίους μήνες νοσηλευόταν στο Αττικό Νοσοκομείο.


Η κηδεία του θα γίνει το Σάββατο στις 12.30 μ.μ. από το νεκροταφείο Παπάγου.


Αφήνοντας το δικό του αποτύπωμα στα ελληνικά γράμματα για σχεδόν μισό αιώνα, μια εξέχουσα μορφή της «γενιάς του 1970», ο Γιάννης Κοντός εξέδωσε ποιητικές συλλογές, βιβλία με πεζά κείμενα και τρία βιβλία για παιδιά. Ελαβε πολλές διακρίσεις και το 1998 τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης για την ποιητική συλλογή «ο αθλητής του τίποτα».


Στις αρχές του 2014 παρέδωσε έναν τόμο με πεζά κείμενα για πρόσωπα, για τη ζωγραφική, για το θέατρο, για βιβλία - ο τίτλος του είναι «Μυστικά Τοπία» (εκδ. Τόπος) - ενώ η συνολική ποιητική σοδειά του συγκεντρώνεται στο «Τα Ποιήματα (1970-2010)», πάλι στις εκδ. Τόπος.


Ο Γιάννης Κοντός γεννήθηκε στο Αίγιο το 1943. Σπούδασε οικονομικά και εργάστηκε ως ασφαλιστής. Μεταξύ 1971-1976 διατήρησε, μαζί με τον Θανάση Νιάρχο, το βιβλιοπωλείο «Ηνίοχος», σημείο συνάντησης λογοτεχνών και διανοούμενων κατά τα τελευταία χρόνια της δικτατορίας.


Στα γράμματα πρωτοεμφανίστηκε με ποίηση το 1965, και με το πρώτο του βιβλίο, το 1970. Το 1973 έλαβε τη χορηγία του Ιδρύματος Φορντ. Επί σειρά ετών ήταν συνεργάτης του ραδιοφώνου καθώς και των εκδόσεων «Κέδρος».


«Τρία-τέσσερα βιβλιοπωλεία είχε η δική μου γενιά: Εστία, Ικαρο, Ελευθερουδάκη, Κέδρο. Ο Κέδρος ήταν το αριστερό με έναν τρόπο. Εκεί πήγα στα τέλη του 1976 και άρχισα να εργάζομαι. Το σύμπαν του Κέδρου βέβαια ήταν η χαρισματική Νανά Καλλιανέση, με βαθύ ένστικτο. Εγώ έπαιρνα τα εισερχόμενα δοκίμια και τα διάβαζα, όμως όπως πάντα τον τελευταίο λόγο τον έχει ο εκδότης, χρειάζεται μια διπλωματία σ’ αυτό εξαιρουμένων των γνωστών ονομάτων. Τότε δεν κλέβανε συγγραφείς, όπως την τελευταία δεκαετία, ενώ συγγραφείς και ποιητές όπως ο Τσίρκας ή ο Ρίτσος έδιναν απλά τον λόγο τους χωρίς συμβόλαια, έναν λόγο, έναν κώδικα συγκινητικό» είχε διηγηθεί ο ίδιος σε συνέντευξή του τον περασμένο Ιούλιο στο Βιβλιοδρόμιο των «ΝΕΩΝ» και στον Δημήτρη Μανιάτη.


Το 1980 κυκλοφόρησε δίσκος με μελοποιημένα ποιήματά του από τον συνθέτη Νίκο Καλλίτση, με τον τίτλο «Απόπειρα». Έχει γράψει κείμενα για σύγχρονους έλληνες ζωγράφους.


Τον Απρίλιο του 1992 εκδόθηκε μια επιλογή ποιημάτων του με τίτλο «Όταν πάνω από την πόλη ακούγεται ένα τύμπανο», σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων, εικονογραφημένη από τον ζωγράφο Δημήτρη Μυταρά.


Το ενδέκατο βιβλίο του, «Πρόκες στα σύννεφα», 1999, είναι μια ανθολόγηση όλων των ποιητικών του βιβλίων, που έκανε ο ζωγράφος Γιάννης Ψυχοπαίδης, την οποία συμπλήρωσε με 20 χαρακτικά.


Το 2009 τιμήθηκε με το Βραβείο του Ιδρύματος Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών για το σύνολο του ποιητικού του έργου.


Ο Κοντός γνώρισε από κοντά τον αφρό της ελληνικής διανόησης. Στην ίδια συνέντευξή του στο Βιβλιοδρόμιο των «ΝΕΩΝ» έλεγε συνοπτικά: «Ο Τσίρκας ήταν κοσμοπολίτης, ένας Ρωμιός της Διασποράς με έντονο μελαχρινό δέμας, πολύ έξυπνος, που κατόρθωσε να κάνει την Τριλογία του ευαγγέλιο της μεταπολεμικής πεζογραφίας. Εγώ δύο ανθρώπους έχω γνωρίσει πολύ ευγενείς: τον Ρίτσο και τον Εμπειρίκο. Ο Ελύτης που πήγαινα σπίτι του μέχρι να ‘ρθει σε επικοινωνία μαζί σου ήταν παγωμένος και είχε μιαν απόσταση, όπως κι ο Αλέξανδρος Κοτζιάς. Αν όμως σε αγαπούσαν...».


Ο Γιάννης Κοντός ήταν ένας άνθρωπος που ξεχώριζε. Εγραφε πεισματικά με μολύβι - «για λόγους αντιστάσεως» έλεγε. Δεν είχε κινητό τηλέφωνο ούτε αυτοκίνητο - «αυτό που βλέπουμε κάθε μέρα, οι πάντες με ένα τηλέφωνο στο αυτί να λένε σχεδόν βλακείες, είναι φλυαρία» είχε πει σε συνέντευξή του το 2008 στο bookbar.gr. Στην ίδια είχε περιγράψει σχεδόν προφητικά τα συμπτώματα που θα οδηγούσαν στην κρίση:


«Το απαισιόδοξο είναι ότι οι συμπολίτες μας μεταπολεμικά, καταναλώνουν τρελά, αγοράζουν συνεχώς αυτοκίνητα, κάνουν ταξίδια άνευ λόγου και αιτίας. Εξ ου και αυτά τα δάνεια των Χριστουγέννων. Ποια είναι η υπαρξιακή αγωνία ενός μέσου ή και κατώτερα αμειβόμενου να παίρνει δάνειο και να πηγαίνει στη Χονολουλού; Να κάνει τι; Καταλήγει κωμικό. Δηλαδή ο μπακάλης με τη μπακάλισσα, που είναι κατά τα άλλα αξιοπρεπέστατοι άνθρωποι, να πηγαίνουν στη Χονολουλού!… Να κάνουν τι;»


http://www.tanea.gr/news/culture/article/5201065/pethane-o-poihths-giannhs-kontos/




Κίνδυνος στην πόλη

Απόψε δεν γράφονται ποιήματα.

Ο τρελός ξέφυγε μ’ ένα όπλο

και ρίχνει στο ψαχνό.

Όλα τον δείχνουν – αλλά

κανείς δεν βλέπει.


Τρέχω – τρέχουμε.

Σκοντάφτω στον εαυτό μου.


Ο ποιητής παριστάνει

το οπωροφόρο δέντρο για να

γλιτώσει τον ξυλοκόπο.



ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/anthology/226#ixzz3PWUxsRlx





Στίχοι:
Γιάννης Κοντός
Μουσική:
Νίκος Καλλίτσης


Αφροδίτη Μάνου






Πίσω από τα καθημερινά τα πράγματα

Υπάρχει ένα καθημερινό όνειρο

Να πάρεις το λεωφορείο

Να πιεις καφέ ν’αποστρέψεις τα μάτια


Από ψεύτικους ουρανούς

Πολιτικές εξουσίες

Εξουσίες ξυράφια

Από ψεύτικους ουρανούς


Η λέξη στο μαχαίρι

Τα μυστικά στους δρόμους


Βρίσκεσαι σπίτι και προσπαθείς να στηρίξεις

Το ταβάνι με τους καπνούς του τσιγάρου

Γυρνάς την τσέπη σου ανάποδα

Και προσπαθείς να αποστρέψεις τα μάτια












Η δόξα του ποιητή



Δαιμόνιε αδελφέ μου, όμοιέ μου,
Σε είδα χλομό, εκκρεμή σαν την πρωινή σελήνη
Στον ουρανό, κρυμμένο σ' ένα σύννεφο
Μέσα στα τρομερά βουνά.
Είχες μια φλόγα με όψη λουλουδιού στο όμορφο, μικρό αφτί σου
Και βλαστημούσες, γεμάτος άγνοια ευτυχισμένη,
Σαν το παιδί που τραγουδά την προσευχή του,
Και χλεύαζες σκληρά την κούρασή μου με τα εγκόσμια.

Αθάνατή μου αγάπη, εσύ δεν πρέπει να γελάς
Με αυτό μου τ' όνειρο, με την αδυναμία, με αυτή την πτώση
Γιατί είμαστε σπίθες από την ίδια φωτιά
Και η ίδια ανάσα μας έριξε στα σκοτεινά κύματα
Μιας παράξενης πλάσης, όπου οι άνθρωποι
Σβήνουν σαν σπίρτα, καθώς ανηφορίζουν
Τα χρόνια μιας ζωής που τους εξουθενώνει.

Η σάρκα σου, όπως η δική μου, λαχταρά
Τον ήλιο, το νερό, κι ύστερα το άγγιγμα της σκιάς˙
Ο λόγος μας ποθεί τον νέο άντρα
Που μοιάζει με κλαδί ανθισμένο
Και πλέκει τις χάρες των αρωμάτων και των χρωμάτων του
Με τον ζεστό αέρα του Μαΐου˙
Τα μάτια μας ποθούν τη μονότονη θάλασσα, που διαρκώς αλλάζει,
Κατοικημένη από τις φωνές γκρίζων πουλιών στην καταιγίδα,
Τα χέρια μας όμορφους στίχους, να σκορπούν στην καταφρόνια των ανθρώπων.

Γνωρίζεις τους ανθρώπους, αδελφέ μου˙
Κοίταξε, πώς ισιώνουν το αόρατο στέμμα τους
Και χάνονται στις σκιές αγκαλιά με τις γυναίκες τους,
Μ' εκείνο το ασυνείδητο φορτίο ανωτερότητας,
Κρατώντας, στη σωστή απόσταση από το στήθος,
– όπως κρατούν οι Καθολικοί ιερείς
τη μορφή του λυπημένου θεού τους –
Τα παιδιά, που απόκτησαν στα λίγα λεπτά που έκλεψαν από τον ύπνο
Για ν' αφιερώσουν στη συνύπαρξη, μες στο πυκνό συζυγικό σκοτάδι
Του λημεριού τους, σκαρφαλώνοντας ο ένας πάνω στον άλλο.

Κοίταξέ τους, χαμένους στη φύση
Πώς αρρωσταίνουν, κάτω από χαριτωμένες καστανιές και μπανανιές αμίλητες
Πώς σηκώνουν με απληστία το πηγούνι
Νιώθοντας έναν φόβο σκοτεινό να τους δαγκώνει τις φτέρνες˙
Κοίταξε πώς εγκαταλείπουν τη δουλειά τους, την ορισμένη έβδομη ημέρα
Κι αφήνουν το ταμείο, τη βιτρίνα, την κλινική, το γραφείο, την υπηρεσία
Ερμαια στον άνεμο που σιωπηλά φυσά στ' άδεια δωμάτια.

Ακουσέ τους ν' αγορεύουν με λέξεις ατέλειωτες,
Με άρωμα βίαιης ευκολίας,
Ζητώντας πανωφόρι για ένα παιδί αλυσοδεμένο κάτω από τον θεϊκό ήλιο
Ή ένα χλιαρό ποτό, βελούδινο, για να καταπραΰνει
Το ιδιαίτερο κλίμα των οισοφάγων τους
Που απειλείται από το δροσερό νερό.

Ακουσε τις άκαμπτες ιδέες τους, φτιαγμένες από μάρμαρο,
Περί του χρήσιμου, του ωραίου, του φυσιολογικού˙
Ακουσέ τους να υπαγορεύουν τον νόμο στον κόσμο, να φυλακίζουν τον έρωτα, να επινοούν κανόνες για την άφατη ομορφιά
Ενώ μεγάφωνα παραληρούν κι εκείνοι ευφραίνονται˙
Στοχάσου το παράξενο μυαλό τους
Που θέλει, γιο με τον γιο, να εγείρει ένα περίπλοκο κτίσμα από άμμο
Και θ' αρνιόταν, με προσωπείο χλομό και σκυθρωπό, τη λαμπερή ειρήνη των άστρων.

Μ' αυτά τα πλάσματα, αδελφέ μου
Πεθαίνω μόνος,
Με τούτα τα φαντάσματα, που κάποια μέρα θ' αναδείξουν
Τον σοβαρό διανοούμενο, μάντη σοφό των λόγων μου για ξένους μαθητές,
Και θα του χαρίσουν φήμη
Κι ένα μικρό εξοχικό στην πολύπαθη οροσειρά, δίπλα στην πρωτεύουσα,
Ενώ εσύ, χαμένος σε ιριδίζουσα ομίχλη
Χαϊδεύεις τις μπούκλες των μαλλιών σου
Κι αφηρημένα, από το ύψωμά σου, θεωρείς
Αυτή τη βρόμικη γη, όπου ο ποιητής ασφυκτιά.

Ξέρεις, ωστόσο, ότι η φωνή μου είναι δική σου
Δικός σου ο έρωτάς μου˙
Αφησε, αχ, άσε το ζεστό και σκοτεινό σου σώμα
Το ελαφρύ σαν παλμό
Για μιαν ατέλειωτη νύχτα, να γλιστρήσει
Κάτω από το δικό μου, που έγινε μούμια της ανίας, θαμμένη σε ανώνυμο τάφο,
Και την αστείρευτη πηγή των φιλιών σου
Να με γεμίσει πυρετό και θανάσιμο πάθος˙
Επειδή με κουράζει η μάταιη εργασία των λέξεων,
Οπως κουράζουν το παιδί οι γλυκές πετρούλες
Που ρίχνει στη λίμνη, για να δει τη γαλήνη να ταράζεται
Από την αντανάκλαση ενός μεγάλου, μυστηριώδους φτερού.

Είναι πια ώρα, ήρθε ο καιρός
Τα χέρια σου να φέρουν στη ζωή μου
Το πικρό, ζηλευτό μαχαίρι του ποιητή˙
Να το βυθίσεις, μ' ένα μόνο καθαρό χτύπημα
Σ' αυτό το στήθος που αντηχεί και πάλλεται, ίδιο με λαούτο
Οπου μονάχα ο θάνατος
Μονάχα ο θάνατος
Μπορεί να τραγουδήσει τη μελωδία της επαγγελίας.


Ο Λουίς Θερνούδα (Luis Cernuda) ανήκει στην περίφημη «γενιά του 1927», με προεξάρχοντα τον Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα, η οποία βίωσε τον κυνισμό και τις σκληρές συνέπειες του Ισπανικού Εμφυλίου. Ο ποιητής, γεννημένος στη Σεβίλλη αλλά ήδη κάτοικος της Μαδρίτης στη χρονική φάση της εμφύλιας κορύφωσης, υποχρεώθηκε να αυτοεξοριστεί αρχικά στη Σκοτία και, κατόπιν, στις Ηνωμένες Πολιτείες. Αργότερα μετοίκησε στο Μεξικό όπου παρέμεινε έως τον θάνατό του. Το ποιητικό έργο του εξελίχθηκε μέσα σ' αυτές τις προσωπικές και συλλογικές αντιξοότητες με έντονες αποχρώσεις ενός ιδιαίτερου συναισθηματικού κόσμου με λυρικές προεκτάσεις: απομόνωση και μοναξιά, υποδόριος ερωτισμός, νοσταλγία των παιδικών χρόνων, αναρωτήσεις για τον ορίζοντα του τόπου και των ανθρώπων στη μητέρα πατρίδα.

Η προηγούμενη χρονιά αποτέλεσε το επίσημο «Ετος Θερνούδα» για τον ισπανόφωνο κόσμο, με αφορμή τα πενήντα χρόνια από την αποδημία του (1902-1963)˙ αποτέλεσε μια ακόμη υπενθύμιση της ποιητικής ταυτότητάς του, στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής ποίησης κατά τον εικοστό αιώνα, αφού το έργο του δεν ευτύχησε να διαδοθεί όπως του άρμοζε. Στα καθ' ημάς ποιητικά, η ποίηση του Θερνούδα έχει μεταφραστεί κατ' ελάχιστον, μόλις τα τελευταία χρόνια.


μτφρ.: Λένα Καλλέργη
http://www.e-poema.eu/poem.php?id=520&pid=

FRIEDRICH HOLDERLIN


*


Απιδιές χρυσοκίτρινες

Αγριοτριαντάφυλλα

Μέσα στη λίμνη αποκρεμιούνται,

Κύκνοι εσείς με τη χάρη σας,

Και μεθυσμένοι από φιλήματα

Το κεφάλι βουτάτε

Στ' αγιασμένο νηφάλιο νερό.


Οϊμέ πού θα βρω τα λουλούδια,

Χειμώνα καιρό, πού θα βρω

Τη λιακάδα

Και τον ίσκιο της γης;

Αμίλητοι στέκουν οι τοίχοι

Και παγεροί, στον αγέρα χτυπούν

Οι ανεμοδείχτες.


http://www.e-poema.eu/index_gr.php

Σάββατο, 17 Ιανουαρίου 2015

Τι Είπε Ο Κεραυνός


 
Ύστερα από το φως του πυρσού κόκκινο σε ιδρωμένα πρόσωπα
Ύστερα από την παγερή σιωπή μέσα στους κήπους
Ύστερα από την αγωνία σε τόπους πετρωτούς
Τις κραυγές και τους αλαλαγμούς
Τη φυλακή το παλάτι και τ’ αντιφέγγισμα
Του ανοιξιάτικου κεραυνού πάνω από μακρινά βουνά
Εκείνος που ήταν ζωντανός είναι τώρα πεθαμένος
Εμείς που ζούσαμε τώρα πεθαίνουμε
Με λίγη υπομονή
Δεν έχει εδώ νερό παρά μονάχα βράχια
Βράχια χωρίς νερό κι ο άμμος του δρόμου
Του δρόμου που ξετυλίγεται στα βουνά
Που είναι βραχόβουνα χωρίς νερό
Αν είχε νερό εδώ-πέρα θα στεκόμασταν να πιούμε
Μέσα στα βράχια πώς να σταθούμε πώς να στοχαστούμε
Ξερός ο ιδρώς και τα πόδια μες στον άμμο
Αν είχε τουλάχιστο νερό στο βράχο
Στόμα νεκρό του βουνού με σάπια δόντια που δεν μπορεί να φτύσει
Εδώ κανείς δεν μπορεί να σταθεί ούτε να πλαγιάσει ούτε να καθίσει
Δεν έχει μηδέ σιωπή μέσα στα βουνά
Μόνο ο ξερός κεραυνός στείρος χωρίς βροχή
Δεν έχει μηδέ μοναξιά μέσα στα βουνά
Μόνο κόκκινα πρόσωπα βλοσυρά σαρκάζουν και γρυλίζουν
Μέσα απ’ τις πόρτες ξεροσκασμένων λασποκαλυβιών
 
 

Αν είχε νερό
Χωρίς τα βράχια
Αν ήταν τα βράχια
Μαζί με νερό
Και νερό
Μια πηγή
Μια γούρνα μες στα βράχια
Αν ήταν ήχος μοναχά νερού
Όχι ο τζίτζικας
Και το ξερό χορτάρι τραγουδώντας
Μα ήχος νερού πάνω από βράχο
Εκεί που η τσίχλα κελαηδεί μέσα στα πεύκα
Βριξ βροξ βριξ βροξ βροξ βροξ βροξ
Αλλά δεν έχει νερό
Ποιος είναι ο τρίτος που περπατεί πάντα στό πλάι σου;
Όταν μετρώ, είμαι μονάχα εγώ και συ μαζί μου
Μα όταν κοιτάζω εμπρός τον άσπρο δρόμο
Υπάρχει πάντα κάποιος που περπατεί στο πλάι σου
Γλιστρώντας τυλιγμένος σε καστανό μανδύα, κουκουλωμένος
Αν είναι άντρας αν είναι γυναίκα δεν το ξέρω
– Μ’ αυτός εκεί ποιος είναι απ’ τ’ άλλο πλάι σου;
Ποιος είναι αυτός ο ήχος ψηλά στον αέρα
Μουρμούρισμα μητρικού ολολυγμού
Ποιες είναι αυτές οι κουκουλωμένες ορδές που μερμηγκιάζουν
Πάνω σ’ ατέλειωτους κάμπους, σκοντάφτοντας στη σκασμένη γης
Ζωσμένες από τον ορίζοντα το χαμηλό μονάχα
Ποια είναι η πολιτεία πέρα απ’ τα βουνά
Σκάζει, ξαναγεννιέται, θρουβαλιάζεται μες στο μενεξεδένιο αέρα
Πύργοι πέφτουν
Ιερουσαλήμ Αθήνα Αλεξάντρεια
Βιέννη Λόντρα
Ανύπαρχτες
Μια γυναίκα έσυρε τη μακριά μαύρη της κόμη τεντωμένη
Κι έπαιξε ψίθυρο μουσικής πάνω σ’ αυτή τη χορδή
Και νυχτερίδες με πρόσωπα μωρών μέσα στο φως το μενεξεδένιο
Σφύριξαν και πετάρισαν μια στιγμή
Και σύρθηκαν με τo κεφάλι κάτω στη ρίζα ενός καψαλιασμένου τοίχου
Κι ήτανε πύργοι ανάστροφοι κι ανάεροι
Που σήμαιναν τις ώρες χτυπώντας καμπάνες θυμητικές
Και φωνές τραγουδούσαν μέσα από ξεροπήγαδα και στέρνες αδειανές.
Στη ρημαγμένη τούτη γούβα μέσα στα βουνά
Κάτω απ’ τα’ αχνό φεγγαρόφωτο, τραγουδάει το χορτάρι
Πάνω σ’ αφανισμένους τάφους, γύρω στην εκκλησιά
Εκεί είναι η αδειανή εκκλησία, του αγέρα μόνο κατοικία.
Χωρίς παράθυρα, κι πόρτα παίζει,
Τα ξερά κόκαλα κανένα δεν πειράζουν.
Μόνο ένας κόκορας στάθηκε στο μεσοδόκι
Κου κου ρικου κου κου ρικου
Μέσα στο φέγγος αστραπής Τότες μια νοτερή πνοή
Φέρνοντας τη βροχή
Φύρανε ο Γάγγης, τα πλαδαρά τα φύλλα
Προσμέναν τη βροχή, ενώ τα μαύρα σύννεφα
Συνάχτηκαν μακριά, πάνω απ’ το Χίμαβαντ.
Η ζούγκλα ζάρωσε, κουβαριασμένη σιωπηλά.
Μίλησε τότε ό κεραυνός
 
 
 
  
ΝΤΑ
Ντάττα: τι έχουμε δώσει;
Φίλε μου, τραντάζει το αίμα την καρδιά μου
Η φοβερή τόλμη μιaς στιγμής παραδομού
Που η εποχή της φρόνησης πότες δε θ’ αναιρέσει
Μ’ αυτή, μόνο μ’ αυτήν, έχουμε υπάρξει
Που κανείς δε θα βρει μες στις νεκρολογίες μας
Μήτε σε θύμησες από την ελεητικήν αράχνη σκεπασμένες
Η κάτω από σφραγίδες που έσπασε ο στεγνός δικηγόρος
Στις άδειες κάμαρές μας
ΝΤΑ
Ντάγιαντβαμ: Άκουσα το κλειδί
Στην πόρτα να γυρίζει μια φορά μια φορά μόνο
Σκεπτόμαστε το κλειδί, καθένας μες στη φυλακή του
Με τη σκέψη του κλειδιού, καθένας βεβαιώνει τη φυλακή του
Μονάχα όταν βραδιάζει, αιθέρια ψιθυρίσματα
Για μια στιγμή ξαναζωντανεύουν έναν τσακισμένο Κοριολανό
ΝΤΑ
Ντάμυατα: Το πλοίο ανταποκρίθηκε
Χαρούμενα, στο χέρι το δεξιό και στο πανί και στο κουπί
Η Θάλασσα ήταν ήσυχη, θα ’χε ανταποκριθεί η καρδιά σου
Χαρούμενα, στην πρόσκληση, πάλλοντας υπάκουη
Σε κυρίαρχα χέρια
 Κάθισα στην όχθη
Ψαρεύοντας, και πίσω μου o ξερός κάμπος
Τάχα θα βάλω πια τις χώρες μου σε τάξη;
Της Λόντρας το γιοφύρι πέφτει παει και πέφτει πάει και πέφτει
Poi s’ ascose nel foco che gli affina
Quando fiam uti chelidon – Ω χελιδόνι χελιδόνι
Le Prince d’ Aquitaine à la rour abolie
Με τα συντρίμμια αυτά στύλωσα τα ερείπια μου
Ωραία, θα σας κανονίσω. Πάλι τρελός ο Ιερώνυμος.
Ντάττα. Ντάγιαντβαμ. Ντάμυατα.
Σάντι σάντι σάντι
 
 


[μετάφραση: Γιώργου Σεφέρη]
http://www.bibliotheque.gr/