Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Τρίτη, 11 Αυγούστου 2020

Ντῖνος Χριστιανόπουλος - Ποιήματα Ντῖνος Χριστιανόπουλος (γεν. 1931): ψευδώνυμο τοῦ Κωνσταντίνου Δημητριάδη. Ποιητής, πεζογράφος, φιλόλογος καὶ κριτικὸς ἀπὸ τὴ Θεσσαλονίκη.

 

Ὁ Φωτογράφος

Σ᾿ αὐτὴν ἐδῶ τὴ γειτονιὰ
σ᾿ αὐτὰ ἐδῶ τὰ μερὴ
ὁ φωτογράφος θά ῾πρεπε
νὰ ἤτανε ξεφτέρι
νά ῾ταν τεχνίτης, μερακλὴς
κι ἀπ᾿ ὀμορφιὰ νὰ ξέρει.

Σ᾿ αὐτὴν ἐδῶ τὴ γειτονιὰ
ἂς ἤμουν φωτογράφος
νὰ ὑπηρετῶ τὴν ὀμορφιὰ
μὲ τέχνη καὶ μὲ πάθος.

Νά ῾ρχοντ᾿ ὀμορφοκόριτσα
καὶ λαϊκὲς παρέες
νὰ παίρνουν πόζες ὄμορφες
καμαρωτὲς κι ὡραῖες
γιὰ εἰκοσιτετράωρες
καὶ ἑβδομαδιαῖες.

 


ΤΙ ΝΑ ΤΑ ΚΑΝΩ ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΣΑΣ

Τί νὰ τὰ κάνω τὰ τραγούδια σας
ποτὲ δὲ λένε τὴν ἀλήθεια
ὁ κόσμος ὑποφέρει καὶ πονᾷ
κι ἐσεῖς τὰ ἴδια παραμύθια

Τί νὰ τὰ κάνω τὰ τραγούδια σας
εἶναι πολὺ ζαχαρωμένα
ταιριάζουν σὲ σοκολατόπαιδα
μὰ δὲ ταιριάζουνε γιὰ μένα

 

Ποιήματα
ἔκδ. Διαγώνιος, Θεσσαλονίκη, 1992


ΜΕ ΚΑΤΑΝΥΞΗ

Ἔλα νὰ ἀνταλλάξουμε κορμὶ καὶ μοναξιά.
Νὰ σοῦ δώσω ἀπόγνωση, νὰ μὴν εἶσαι ζῷο,
νὰ μοῦ δώσεις δύναμη, νὰ μὴν εἶμαι ράκος.
Νὰ σοῦ δώσω συντριβή, νὰ μὴν εἶσαι μοῦτρο,
νὰ μοῦ δώσεις χόβολη, νὰ μὴν ξεπαγιάσω.
Κι ὕστερα νὰ πέσω μὲ κατάνυξη στὰ πόδια σου,
γιὰ νὰ μάθεις πιὰ νὰ μὴν κλωτσᾶς.

 


ΟΤΑΝ ΣΕ ΠΕΡΙΜΕΝΩ

Ὅταν σὲ περιμένω καὶ δὲν ἔρχεσαι,
ὁ νοῦς μου πάει στοὺς τσαλακωμένους,
σ᾿ αὐτοὺς ποὺ ὧρες στέκονται σὲ μία οὐρά,
ἔξω ἀπὸ μία πόρτα ἢ μπροστὰ σ᾿ ἕναν ὑπάλληλο,
κι ἐκλιπαροῦν μὲ μία αἴτηση στὸ χέρι
γιὰ μία ὑπογραφή, γιὰ μία ψευτοσύνταξη.
Ὅταν σὲ περιμένω καὶ δὲν ἔρχεσαι,
γίνομαι ἕνα με τοὺς τσαλακωμένους.

 



[Ιστορία αγάπης] Του Αντώνη Αντωνάκου


Όλο μένος αφροδίσιο
Η μαμά ξερνά βολβούς ο μπαμπάς νύστα
Είναι ένα κορίτσι με κινητήρα
Είναι ένα κορίτσι με βυζιά
Ένα κορίτσι με σάλια
Μπαίνει στη θάλασσα
Στα σάπια ευτυχισμένα γαλανόλευκα νερά
Οι μηχανές στο φουλ
Γκαζώνει για τ’ ανοιχτά
Κι εκεί τη γαμεί ένα ψάρι
Σφυροκοπημένο απ’ τα λέπια του
γυρνά το κορίτσι στην αμμουδιά
Η μαμά κι ο μπαμπάς ροχαλίζουν
μες στο κρύο σπέρμα τους
Ένα καβούρι γελά
Μια θεούσα μέδουσα ψυχορραγεί και τρέμει
Το κορίτσι κλειδώνεται στα όνειρά του
μα αφήνει λίγο απ’ το πυρακτωμένο χείλος του
στην άκρη του γκρεμού του βλέμματός μου

Σάββατο, 25 Ιουλίου 2020

“Ξωθιά του δάσους”

Ποίηση: “Ξωθιά του δάσους”

Γράφει ο Κωνσταντίνος Γεωργίου // *





Ξωθιά του δάσους

Πάντα, όταν σ’ έβλεπα να χορεύεις ανάλαφρα
πάνω στα φύλλα των δέντρων
θυμόμουνα τις νεράιδες των παραμυθιών
που μου ‘λεγε η γιαγιά μου πριν κοιμηθώ
κρυστάλλινες γλώσσες ανέμων
λυγερά καμώματα άρρυθμων πνοών
κρούουν τις θύρες των ματιών σου
μέσα στο δάσος γλυκός ανασασμός
της απλωμένης ξεγνοιασιάς
της ακοίμητης ευαισθησίας
της ξέπλεκης λευτεριάς
κυνήγημα φοβισμένων δορκάδων
σε δαγκωμένα χείλη εύγευστων φρούτων
οπλές ατίθασων αλόγων δονούν την γη
με την κίνηση αχαλίνωτης ορμής
στην χλόη περήφανος καλπασμός
βαρέων σημάντρων ταλαντευόμενων
ανάμεσα σε δυο λόφους άνοιξης
σμήνη πουλιών σε χορδές κίτρινων φύλλων
ξύλινων τετραδίων καθώς κυλούσε
μελωδικό άκουσμα ποταμού ανάμεσό τους
πιάνοντας με το ράμφος τους
ένα κλωναράκι νότες ανθισμένες
κι έτρεχες ανάερα γυμνή Άρτεμη
πάνω στο σουραύλι του Πανός
γάργαρη μέσα στα ξυπόλητα βάτα
που χάιδευαν άγρια τα δυο σου στήθη
κάτω από την σκιερή βελανιδιά του Δία
χιτώνας θωπείας καλλίγραμμων γοφών
εφηβικά εσχηματισμένων μαστών
ρωμαλέα μορφοποιημένων μηρών
με το χνουδωτό φύσημα του αγέρα
στους μίσχους θροϊσμάτων λυγαριάς
βρέχοντας την άγουρη όψη
πολύκλωνης μυρμηγκοφωλιάς
στο ξέφωτο των νερών της επιθυμίας
γρικούσες εσύ μόνη την φωνή
των φρέσκων καρπών
στα δροσάτα χέρια των δέντρων
του πυκνόφυλλου σκοτεινού δάσους.



*Ο Κωνσταντίνος Γεωργίου γεννήθηκε το 1976 στο Αγρίνιο. Το 1998 αποφοίτησε από την Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Ζει στο Αγρίνιο και εργάζεται ως εκπαιδευτικός στη Μέση εκπαίδευση. Είναι εραστής και θεράπων του ποιητικού λόγου.


Κυριακή, 19 Ιουλίου 2020

[ΕΛΑΦΡΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ] Του Θεόδωρου Μπασιάκου









[ ΠΛΑΤΕΙΑ ΜΠΑΣΙΑΚΟΥ ]
Λοιπόν, τα τινάξω. Και τότες
τ’ άγαλμά μου θα στήσουν
Και πλατεία Μπασιάκου θα πουν
την πλατεία Αμερικής.
«- Καλέ, τ’ είναι τούτος;»
«- Ποιητής!»
«- Τί μου λες!» – τα χαμίνια
θα μου ’χουν λέει τη μύτη κόψει
φτερά θα μ’ έχουν λέει γαλοπούλας στολίσει.
Κι’ ωϊμέ, ωϊμένα, χώρια από την καλή μου
την Ωραία Κοιμωμένη
Οι στεναγμοί μου θα ραγίζουν την πέτρα.
Λοιπόν, το σκάσω.
Μια νύχτα
του φεγγαριού θα πάρω τη στράτα.
Να λείπει η δόξα!
Στ’ απαυτά μου η Αμερική!
Εγώ – την Ωραία Κοιμωμένη μου και… ξερό ψωμί.










[ ΕΝΑ ΓΑΛΛΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ: JE M’EN FOUS! ]
Ξάπλα, έτσι μου γουστάρει
στο δείλι:
Τα ποδάρια μου απλωμένα ίσια στο άπειρο!
Η κάλτσα τρύπια, γυμνό το μεγάλο μου δάχτυλο!
Τσιγαράκι, να φουμάρω
τώρ’ ανάβω:
Με τον καπνό δαχτυλίδια ωραία σου φκιάνω!
Για τα νέα του χρηματιστηρίου, μήτε καπίκι τσακιστό!











[ ΜΕ ΤΟ ΠΑΣΟ ΜΟΥ ]
Τραβάω πάντα κουτουρού (άλα της, στα κουτουρού)
Δίχως σκοπό πηγαίνω, μα πες από ένστιχτο
λάθος κατεύθυνση πάντα διαλέγω.
Άμα σκοντάφτουν πάνω μου (άλα της, πάνω μου πέφτουν)
Συγγνώμην Κύριε! με λεν, κι’ ας φταίω εγώ
οπότε αναγκαστικώς τους χέζω.
Στραβά τη σκούφια μου φορώ (άλα της, στραβά η σκούφια)
Κι’ αν κατά λάθος μου ισιώνει πότε-πότε
έννοια σου, κιόλας τη στράβωσα.












[ ΤΑ ΜΑΓΙΑ ]
Έχω μια πίπα από κότσαλο σκαλιστό
κι’ ένα ζευγάρι αφτιά γαϊδάρου άλφα-άλφα.
– Υ-υ-ααά! μερακωμένος γκαρίζω,
κι’ από πέρα εσύ αποκρίνεσαι όλο νάζι: Ό ϊ ν κ !
Μι’ αγκαλιά γαϊδουράγκαθα μάζεψα
και πάω τώρα τη γκόμενα ν’ ανταμώσω.
– Υ-υ-ααά! σου κρένω (στη γλώσσα των πρωτοπλάστων)
και μ’ αποκρίνεσαι εσύ: Όϊνκ! – Υ-ά α α! – Όϊνκ!












[ ΑΝ ΗΘΕΛΑ… ]
Αν ήθελα (αν ήθελα) νάχω λεφτά πολλά και καταθέσεις
Αν ήθελα να ζω μ’ όλες τις σύγχρονες ανέσεις
Ε! Τότε ένας αστός θε να ’μουν ευυπόληπτος
όχι φτωχός κι’ άσημος καλλιτέχνης.
Αν ήθελα (αν ήθελα) τίμια το ψωμί μου να κερδίζω
Αν ήθελα καλούς απόγονους ν’ αφίσω πίσω
Ε! Τότες μπάτσος θα ’μουν…
ή τεχνοκριτικός…
κι’ όχι φτωχός κι’ άσημος καλλιτέχνης.











[ ΤΖΕΝΗ – ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΤΗΣ ΠΙΣΩ ΠΟΡΤΑΣ ]
Κι’ όμως, τονε βρήκε
τον πρίγκιπα π’ ονειρευότανε
η Τζένη.
Κι’ όμως, κι’ είναι πλέον
κυρία του κυρίου
η Τζένη.
Κι’ όμως, στην πόρτα ακόμα εκείνος
με έχει κιόλας μπάσει εμέ απ’ το παράθυρο
με ποτίζει
κονιακάκι 7*
με ταΐζει
γιουβαρλάκια απ’ τα χεράκια της
με ξαπλώνει
στο κρεβάτι της
(καμμιά φορά και στο χαλί)
με διώχνει ύστερα
πάλι απ’ το παράθυρο
η Τζένη.
Εκείνος σα γυρνά
Αχ! πώς λάμπει από ευτυχία
η Τζένη.
Στην οποία αποδίδεται η ρήση:
«- Ο άντρας που θα με γδύσει πρέπει πρώτα να με ντύσει».
Κι’ όμως, επειδή καλοπαντρεύτηκε
η Τζένη
όχι πως δεν ξέρει κιόλας ν’ αγαπάει.












[ SOMBRERO ]
Αραχτός στη σκιά μιανού δέντρου μέσ’ στο κατακαλόκαιρο
– ίδιος μεξικάνος.
Σκέφτομαι ότι: η γη γυρίζει
μία περιστροφή περί τον ήλιο ανά 365 μέρες
περί δε τον άξονά της μια φορά το 24ωρο.
Και λοιπόν,
ξημερώνει-βραδυάζει
Κι’ οι εποχές εναλλάσσονται (δις)
κι’ εγώ τώρα δα τ’ αχαμνά μου αερίζω σε τούτ’ τη σκιά.
Πόσο βλακώδη βρίσκω την έ(γ)νοια της ιδιοκτησίας!
Περιφράξεις και σύνορα, πόσο μάταια κι’ ανώφελα όλ’ αυτά!
Πατρίδα ο μεξικάνος δεν έχει:
Μια σκιά το καλοκαίρι (το χειμώνα μια λιαχτίδα)
είναι η πατρίδα του, το σπίτι του, το έχει του όλο κι’ όλο.












[ ΦΡΕΓΑΔΑ ΜΟΥ! ]
(μνήμη Μίμη Φωτόπουλου)
Στραβός να ’μουν!
Αόμματος!
Με τα σέα μου
(μαύρα γυαλιά, μπαστουνάκι)
Στο γνωστό πόστο – οδός Ακαδημίας / και Πουλόπουλος γωνία.
Από μπροστά μου να περνάς
Εσύ –
και για μια στιγμούλα να ξαναβρίσκω το φως μου.













[ ΤΟ ΨΩΝΙΣΤΗΡΙ ]
Σα πέφτει η νύχτα
η ποίησή μας
Κοκότα
σωστή με τα όλα της
με το απαραίτητο τσιγάρο στα χείλη
με το εξίσου απαραίτητο τσαντάκι στον ώμο
σινάμενη βαμμένη στολισμένη
κόβει βόλτες στο στέκι της
στην πολύ φιλολογική μας οδό Σόλωνος
και τα γύρω στενά…
Ήταν κάποτε μι’ αθώα παιδούλα.
Κι’ εμείς – αγόρια
άβγαλτα μαθές ακόμα, δεν δείχναμε και τόσο «μούτρα».
*
( Για τους τύπους: )
Η κοινή ανάγνωση πάει 5 ευρώ
Αν μου θέλετε τίποτε σχόλια φιλολογικά και κολπάκια, 10 ευρώ αλλά πού ‘στε, ό,τι γουστάρετε εκτός από φιλί στο στόμα.











[ ΚΑΡΒΟΥΝΑ – ΣΤΙΧΑΚΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΤΟΥ ΥΠΑΙΘΡΙΟΥ ΠΟΡΤΡΕΤΙΣΤΑ
Ο κ. ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ
Ένα δεν ξέρει:
Ότι τίποτα δεν ξέρει.
Ο ΕΘΝΙΚΟΣ ΕΥΕΡΓΕΤΗΣ
Η προτομή του
Δημόσιο WC (κοινώς αποχωρητήριο)
για τα φτωχά μας σπουργίτια.
Ο ΜΙΚΡΟΑΣΤΟΣ
Όπως λεν κι’ οι γιατροί:
«Σοβαρά περίπτωσις»:
αυτός δεν θα πεθάνει ποτέ.
Ο ΣΤΟΥΡΝΑΡΑΣ
Τρώει βλήτα:
Σωστός καννίβαλος!












[ ΜΑΝΤΑΜ ΣΟΥΞΕ ]
Στο σπίτι της με κάλεσε
η κυρία επιτυχία.
Δεν πάω! είπα αλλά πήγα.
Πήγα. Κι’ έκανα μαζί της
ό,τι έπρεπε να κάνω
(Όλα εκείνα τα ακροβατικά
που αρέσουν στις κυρίες).
Μα έφυγα πριν το ξημέρωμα
με ελαφρά πηδηματάκια
και μην τον είδατε τον Παναή…
5 πούρα Αβάνας και 2 Γαλλικές σαμπάνιες
τα λάφυρα της περιπέτειάς μου:
Με τους φίλους απόψε, τους κοπρίτες, θα το κάψομε!












[ ΣΤΟ ΣΟΥΠΕΡ ΜΑΡΚΕΤ ]
Πόσο ψεύτικη που είναι η λάμψη των σούπερ μάρκετ!
Τί λίγη, αν την συγκρίνεις με τα παλιά λούνα-παρκ!
Δεν έχουν άδικο όσοι λένε ότι πάμε από το κακό στο χειρότερο…
Εξαίρεση: τα κορίτσια στ’ αλλαντικά. Όπως κόβουν το σαλάμι είναι
λες και σου οπλίζουν το φλόμπερ στο παλιό σκοπευτήριο
Ίδιες οι κόρες που ζωγράφιζε ο Γιώργος ο Σικελιώτης!
Αλλ’ οι κάμερες ασφαλείας – ξενέρωμα:
Ουδεμία σχέση με τους παλιούς καλούς καχύποπτους μπασκίνες των λούνα-παρκ.













[ ΑΣΤΕΡΙ ΜΟΥ ]
Πόσο μάταια που καίει τ’ αστέρι…
Κανέναν δεν φωτάει
Κανείς δεν το κυττάζει
Μάταια λοιπόν καίει τ’ αστέρι;
Έτσι μάταια κι’ εγώ σπαταλιέμαι
Έτη κι’ έτη φωτός μακρυά σου
Για σένα –
Απλώς μοναχά ένα φως αχαμνό εκεί πάνω…;


Σημειώσεις:
Αυτό το τελευταίο, το «Αστέρι μου» είναι από τα πιο παλιά
κι’ ίσως τα πιο λυπητερά μου κομμάτια.
Αφιερωμένο, φυσικά, στην Μαριάνθη.

Στο πρώτο ποίημα, αυτό με τα αγάλματα: Η πρώτη μορφή
της ρομάντζας μας χρονολογείται παλαιόθεν, απ’ τη δεκ. ’80.
Τον καιρό εκείνο το είχαν συνήθειο τα φρικιά να «περιποιούνται»
τα αγάλματα στο κέντρο των Αθηνών, προς αγανάκτηση
των φιλήσυχων αστών. Εγώ βεβαίως το καταφχαριστιόμαν.
Αυτού αναφέρεται η στροφή με τα χαμίνια…



 http://www.bibliotheque.gr/article/64824 

Σάββατο, 18 Ιουλίου 2020

Φραντσέσκο Πετράρκα - Πετράρχης (20 Ιουλίου 1304 - 19 Ιουλίου 1374)


Ο Φραντσέσκο Πετράρκα (Francesco Petrarca, 20 Ιουλίου 1304 - 19 Ιουλίου 1374), εξελληνισμένα Φραγκίσκος Πετράρχης, ήταν Ιταλός λόγιος, ποιητής και ένας από τους παλαιότερους Ουμανιστές της Αναγέννησης.

Βάσει των έργων του Πετράρχη και, σε μικρότερο βαθμό, του Δάντη και του Βοκκάκιου, ο Πιέτρο Μπέμπο τον 16ο αιώνα δημιούργησε το μοντέλο για τη σύγχρονη ιταλική γλώσσα.

Ο Πετράρχης έγινε γνωστός για την ανάπτυξη των σονέτων του σε τέτοιο βαθμό τελειότητας, ώστε παρέμειναν αξεπέραστα μέχρι σήμερα και η χρήση τους επεκτάθηκε και σε άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες: κατά την Αναγέννηση, αποτέλεσαν αντικείμενο θαυμασμού, αλλά και μίμησης σε όλη την Ευρώπη. Το έργο του Canzoniere με 365 ερωτικά ποιήματα, αφιερωμένα στη Λάουρα, επηρέασε όλη τη μετέπειτα λυρική ποίηση, δημιουργώντας το γνωστό ρεύμα του «πετραρχισμού».

Νεανικά χρόνια και σπουδές

Ο Φραντσέσκο Πετράρκα γεννήθηκε στο Αρέτσο της Ιταλίας. Ο πατέρας του, με τη φιλοδοξία να τον αντικαταστήσει κάποτε στο επάγγελμά του, τον έστειλε σε ηλικία 15 ετών να σπουδάσει νομική στο Μονπελιέ. Όπως ο Οβίδιος και πολλοί άλλοι ποιητές, έτσι κι ο Πετράρχης δεν ήταν λάτρης της νομικής, αλλά ήταν αποφασισμένος να γίνει λόγιος και άνθρωπος των γραμμάτων παρά δικηγόρος.

Το 1323, μετακόμισε στη Μπολόνια, "έδρα" της νομικής μόρφωσης, και έμεινε μαζί με τον αδερφό του, Γκεράρντο, μέχρι και το 1326, ως το θάνατο του πατέρα του, οπότε και επέστρεψε στην Αβινιόν. Η πατρική περιουσία δεν ήταν ποτέ ιδιαίτερα μεγάλη για τους δυο κληρονόμους: το πιο πολύτιμο απομεινάρι της κληρονομιάς ήταν ένα αυθεντικό χειρόγραφο του Κικέρωνα. Μόνη επιλογή για τον Πετράρχη ήταν να ενδυθεί το σχήμα του κλήρου με την άφιξή του στην Προβηγκία.

Λάουρα

Στις 6 Απριλίου 1327, συνέβη το πιο γνωστό περιστατικό στην ιστορία του Πετράρχη: είδε τη Λάουρα για πρώτη φορά στην εκκλησία της Αβινιόν. Η πραγματική ταυτότητα της γυναίκας αυτής παραμένει άγνωστη, καθώς οι πηγές που αναφέρονται στην ταυτότητα και την οικογενειακή της κατάσταση βασίζονται κυρίως στην παράδοση και σε ατεκμηρίωτα στοιχεία. Αν γίνει δεκτό ότι δεν αποτέλεσε αποκύημα της φαντασίας του Πετράρχη, τα ποιήματά του υποδεικνύουν μια παντρεμένη γυναίκα, με την οποία μοιραζόταν μια σεβαστή, αλλά όχι ιδιαίτερα στενή φιλία.

Ταξίδια

Τόπος κατοικίας του παρέμεινε η Αβινιόν μέχρι το 1333, οπότε και έκανε το πρώτο του μεγάλο ταξίδι, κατά το οποίο επισκέφτηκε το Παρίσι, τη Γάνδη, τη Λιέγη και την Κολωνία, γνωρίζοντας λόγιους άνδρες και αντιγράφοντας χειρόγραφα κλασικών συγγραφέων. Με την επιστροφή του στην Αβινιόν, ασχολήθηκε με τις δημόσιες υποθέσεις και, μεταξύ άλλων, απηύθυνε δυο ποιητικές επιστολές στον Πάπα Βενέδικτο ΙΒ΄. Η ρητορική του δεινότητα κέρδισε τους τυράννους της Βερόνα κι έτσι απέκτησε τη φιλία του πρεσβευτή τους, Άτσο ντι Κορέτζιο.

Λίγο καιρό αργότερα, ο Πετράρχης πραγματοποίησε το πρώτο του ταξίδι στη Ρώμη, όπου του έκαναν τεράστια εντύπωση τα ερείπια της πόλης. Γύρω στο 1337 αποφάσισε να αφιερωθεί στη μοναχική μελέτη, κάτι που τον ξεχώριζε σε μεγάλο βαθμό από τους υπόλοιπους λογίους του Μεσαίωνα. Απέκτησε ένα γιο, τον Τζοβάνι, το 1337 και μια κόρη, την Φραντσέσκα, το 1343 (το όνομα της μητέρας παραμένει άγνωστο και στις δυο περιπτώσεις).

Στέψη

Εν τω μεταξύ, η φήμη του ως ποιητής της λατινικής και άλλων γλωσσών σταδιακά όλο και αυξανόταν, ειδικά μετά την έκδοση του έπους του Africa, με αποτέλεσμα να διακηρύσσεται πως κανείς δεν άξιζε περισσότερο το δάφνινο στεφάνι από τον ίδιο τον Πετράρχη. Ο ίδιος επιθυμούσε τη δόξα και εξάντλησε την επιρροή του, προκειμένου να λάβει την τιμή δημόσιας στέψης. Πράγματι, την 1η Σεπτεμβρίου 1340, έλαβε δυο προσκλήσεις: από το Πανεπιστήμιο των Παρισίων και το βασιλιά Ροβέρτο της Νάπολης.

Αποδεχόμενος την τελευταία πρόσκληση, ταξίδεψε στη Νάπολη το Φεβρουάριο του 1341 και μετά από συζητήσεις σχετικά με την τέχνη του ποιητή, στάλθηκε με εξαίσιες συστάσεις στη Ρώμη. Εκεί, τον Απρίλιο ο Πετράρχης έλαβε το στέμμα του ποιητή στο Καπιτώλιο από τον Ρωμαίο γερουσιαστή και υπό τις επευφημίες του κόσμου και των πατρικίων. Ο ρητορικός λόγος που εκφώνησε βασιζόταν στα λόγια του Βιργιλίου:

Sed me Parnassi deserta per ardua dulcis Raptat amor..
Αλλά ο πόθος έρχεται και με βρίσκει πάνω από τις απόκρημνες κορφές του Παρνασσού.

Μετά τη στέψη του στη Ρώμη, άνοιξε νέο κεφάλαιο στη ζωή του, καθώς θεωρούνταν ρήτορας και ποιητής ευρωπαϊκής κλίμακας και υπήρξε προσκεκλημένος πριγκίπων και ευγενών στις βασιλικές αυλές.

Αναγνώριση

Στα επόμενα χρόνια, ο αδελφός του, Γκεράρντο, μπήκε σε μοναστήρι, ενώ ο ίδιος απέρριψε επανειλημμένες προσφορές μιας γραμματειακής θέσης δίπλα στον Πάπα, ένα από τα υψηλότερα αξιώματα, καθώς δεν ήθελε να αμελήσει τις σπουδές του και τη δόξα που του προσέφεραν για εκκλησιαστικές φιλοδοξίες. Τον Ιανουάριο του 1343 πέθανε ο Ροβέρτος της Νάπολης και στάλθηκε ως μέρος της παπικής πρεσβείας στον διάδοχό του, Ιωάννη. Από το ταξίδι του στη Νάπολη άφησε ενδιαφέρουσες πηγές, κι ίσως είναι εδώ που συναντήθηκε για πρώτη φορά με τον Βοκκάκιο.

Το 1347 ο Πετράρχης έχτισε την κατοικία του στην Πάρμα, όπου ήλπιζε να ασχοληθεί με ηρεμία με την ποίηση και την πολιτική, καθότι ιδεαλιστής. Ωστόσο, τα επόμενα δυο χρόνια έφεραν δυστυχίες: η Λάουρα πέθανε από την πανώλη στις 6 Απριλίου 1348, όπως και πολλοί άλλοι στενοί φίλοι του. Το γεγονός αυτό άλλαξε εσωτερικά τον Πετράρχη: άρχισε να σκέφτεται την εγκατάλειψη των εγκοσμίων και κατάστρωσε ένα σχέδιο για την ίδρυση ενός είδους ουμανιστικού μοναστηριού, όπου θα αφιερωνόταν σε περισσότερες σπουδές και θα βρισκόταν σε κοντινή επαφή με το Θεό.

Αν και κάτι τέτοιο δεν πραγματοποιήθηκε, η επιρροή του γεγονότος αυτού παρατηρείται στα γραπτά του, τα οποία πλέον έχουν πιο θλιμμένο και θρησκευτικό τόνο. Αν και στηλίτευε την πολιτική των διαφόρων δυναστών ιταλικών πόλεων, υποστηρίζοντας τη ρωμαϊκή δημοκρατία, αποδεχόταν τη φιλοξενία τους: από την πλευρά τους, εκείνοι έδειχναν να κατανοούν την ιδιοσυγκρασία του και αναγνώριζαν τις πολιτικές του θεωρίες ως μη πρακτικά εφαρμόσιμες. Εξάλλου, από εκείνη την περίοδο ξεκίνησε και η τάση των Ιταλών πριγκίπων κατά τη διάρκεια της Αναγέννησης να τιμούν και να προστατεύουν τους ανθρώπους των γραμμάτων και των τεχνών.

Το ιωβηλαίο του 1350, ο Πετράρχης μετέβη για προσκύνημα στη Ρώμη, περνώντας και από τη Φλωρεντία, όπου απέκτησε στενή φιλία με το Βοκάκιο: ο τελευταίος το θαύμαζε μέχρι λατρείας, ενώ ο Πετράρχης τον αντάμοιβε με συμπάθεια, συμβουλές στις γραμματειακές σπουδές και ηθική υποστήριξη. Το 1351, ο Βοκάκιος μετέφερε στον Πετράρχη, που έμενε στην Πάδοβα, την πρόσκληση του άρχοντα της Φλωρεντίας να γίνει πρύτανης του νεοσυσταθέντος πανεπιστημίου, την οποία, ωστόσο αρνήθηκε.

Το 1353, έφυγε από την Αβινιόν για τελευταία φορά και μετέβη στη Λομβαρδία, κατευθυνόμενος στο Μιλάνο, όπου μπήκε στην αυλή του αρχιεπισκόπου Τζοβάνι Βισκόντι, μετά το θάνατο του οποίου παρέμεινε στη βασιλική αυλή της οικογένειας ως διπλωμάτης, ρήτορας και συγγραφέας δημόσιων λόγων τους.

Τελευταία χρόνια-Θάνατος

Ο γιος του, Τζοβάνι, είχε ήδη πεθάνει από την πανώλη και η κόρη του, Φραντσέσκα, είχε ήδη παντρευτεί, όταν το 1362 εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Πάδοβα, αν και την ίδια χρονιά έκανε ένα ταξίδι στη Βενετία. Εκεί, ο Βοκάκιος τον γνώρισε στον Έλληνα Λεόντιο Πιλάτο: ο Πετράρχης δεν κατείχε την ελληνική γλώσσα, αν και προσπάθησε να μάθει τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Κατείχε ένα χειρόγραφο από τον Όμηρο και ένα απόσπασμα του Πλάτωνα, ενώ είχε διαβάσει την Ιλιάδα από τη μετάφραση του Βοκάκιου στη λαϊκή λατινική.

Οι παλαιοί του φίλοι πέθαναν σταδιακά. Ημερομηνία θανάτου του φερόταν το έτος 1365, ωστόσο έζησε για άλλη μια περίπου δεκαετία. Το 1369, αποτραβήχτηκε στην Άρκουα, ένα μικρό χωριό, όπου συνέχισε τις μελέτες του. Όλα αυτά τα χρόνια, διατηρούσε και ενδυνάμωνε τη φιλία του με το Βοκκάκιο. Στις 18 Ιουλίου 1374, βρέθηκε νεκρός ανάμεσα στα βιβλία και έγγραφα της βιβλιοθήκης της κατοικίας του.

Ο Πετράρχης θεωρείται ιδρυτής του ουμανισμού και της Αναγέννησης στην Ιταλία. Ήταν ο πρώτος που δημιούργησε συλλογές βιβλίων σε βιβλιοθήκες, συγκέντρωνε νομίσματα και διατηρούσε χειρόγραφα, αντιγράφοντας ιδιοχείρως όσα δεν μπορούσε να αγοράσει, ενώ ταυτόχρονα είχε μισθωμένους αντιγραφείς και προέτρεπε τους συγχρόνους του στη συλλογή αρχαίων εγγράφων και στη μελέτη της κλασικής ελληνικής και ρωμαϊκής λογοτεχνίας. Οι κλασικοί Έλληνες και Λατίνοι συγγραφείς γι' αυτόν ήταν ακόμα ζωντανοί, εξ ου και κρύβουν σεβασμό και συμπάθεια οι ρητορικές του επιστολές προς τον Κικέρωνα, τον Σενέκα ή τον Βάρρωνα. https://el.wikipedia.org/

Ο Francesco Petrarca και η Laura de Noves (ή Laure de Sade, από το επίθετο του συζύγου της). 'Εργο της Βενετσιάνικης Σχολής. 

Ἡ "Ὠδή" τοῦ Πετράρχη

Chiare, fresche e dolci acque

Νερά  καθαροφλοίσβιστα,
Γλυκύτατα και κρύα,
Ποῦ μέσα ἀναγαλλιάζετο
Ἡ ἀσύγκριτη ὀμορφία·
Χλωρόκλαδα, ὅπου ἀκούμπησε
Τ' ὡραῖο της το πλευρὸ
(Μ' ἀνοίγεται ἡ ἐνθυμούμενη
Καρδιά με  στεναγμό)·

Κ' ἐσεῖς ποῦ ἀπό το   μόσχο σας,
Δροσό χορτα, δροσάνθη,
Ὁ κόλπος τοῦ φορέματος
Ὁ ἀγγελικός εὐφράνθη·
Ἀέρα, ἱερέ, ποῦ μ' ἔσφαξαν
Τα  μάτια τα λαμπρά·
Ἀκούστε τα παράπονα
Ποῦ κάνω ὑστερινά.

Ἄν να κλεισθοῦν οἱ μέραις μου
Δακρύζοντας μοῦ μέλλῃ
Ἀπό το  πάθος το ἄπειρο,
Κι' ὁ οὐρανός το θέλῃ,
Μια  χάρην ἡ βαρειόμοιρη
Ψυχή μου ἐπιθυμεῖ,
Να λάβῃ ἐδῶ τον τάφο της,
Κι' ὁλόγυμνη να βγῇ.

Πικρός, πικρός ὁ θάνατος!
Ἁλλά δεν  εἶναι τόσο,
Ἄν τέτοια ἐπλίδα τῆς ψυχῆς
Ἐγώ μπορῶ να δώσω·
Γιατί ποῦ ναὔρη ἡ δύστυχη
Περσότερη ἡσυχιά,
Για να  γδυθῇ τα κόκκαλα,
Τα μέλη τ' ἀχαμνά;

Ἴσως καιροί θε νἄλθουνε
Ποῦ δε θα με μισήσῃ
Ἡ ὡραιότης ἡ ἄσπλαχνη·
Και θα   ξαναγυρίσῃ
'Σ τον τόπο, ποῦ μ' ἀπάντησε
Τη μέρα  με την   ἱερά,
Και θα με   ἰδοῦν τα μάτια της
Θα δείξῃ ἐπιθυμιά·

Ἀλλά, 'ς ταῖς πέτραις βλέποντας
Το ὑστερινό μου χῶμα,
Θ' ἀνοίξῃ ἀναστενάζοντας
Ἔτσι γλυκά το   στόμα,
Ὁποῦ για κάθε ἁμάρτημα
Θε να   συγχωρεθῶ,-
Στενεύοντας με  δάκρυα
Ὡραῖα τον Οὐρανό.

Ἄνθια, θυμοῦμαι, ἐπέφτανε
Ἀπ' τα κλωνάρια πλῆθος,
Συρμένα ἀπό τον Ἔρωτα
'Σ το μαλακό το   στῆθος·
Κ' ἔστεκε με ταπείνωση
Σε τόσην δόξα αὐτή,
Ὁλόλαμπρη, ὁλοστόλιστη,
Ἁπ' την ἀνθοβολή.

Και ποιό από  τ' ἄνθια ἡσύχαζε
Ἀπάνου 'ς την ποδιά της,
Ποιος τα μαργαριτόπλεχτα
Λαμπρόξανθα μαλλιά της·
'Σ την ὄψη ποιο τοῦ ρεύματος
Τοῦ λιβαδιοῦ, και ποιό
Λες κ' ἔλεε ἀεροπλέοντας·
Ὁ Ἔρως εἶν' ἐδῶ.

Πόσαις φοραῖς το πνεῦμα μου
Ἀπό  τρομάρα ἐπιάσθη,
Και, τούτη, τούτη, ἐφώναξα,
'Σ τον Οὐρανόν ἐπλάσθη!
Γιατὶ ὅλα τότε μοῦ καναν
Τα φρένα ἐκστατικά,-
Το σῶμα, το γλυκόγελο,
Το πρόσωπο, ἡ λαλιά·

Καί τόσο αυτά  μοῦ κρύβανε
'Σ τα μάτια την ἀλήθεια,
Ποῦ λεα· Καὶ πότε ἀνέβηκα,
Ποιός μοῦ δωκε βοήθεια;-
Θαρρῶντας ὁπῶς ἔλαβα
Οἰκια ς τόν Οὐρανό·
Κ' ἐγώ  ἀπό τότε ἀνάπαψη
Δε βρίσκω παρά δῶ.

Και σύ, και σύ, τραγοῦδι μου,
Ἄν εἶχε ὁ νοῦς μου φθάσῃ
Να σε  στολίσῃ ὡς ἤθελα,
Τώρ' ἄφινες τα δάση.
Κ' ἐπρόβανες τα λόγια σου
'Σ τόν κόσμο θαρρετά·
Ἀλλά μήν πᾷς, κι' ἀπόμεινε
Μ' ἐμέ 'ς τήν ἐρημιά.
Μεταφραστής: Διονύσιος Σολωμός


❀    ❀     ❀     ❀

Σονέτο

Στα ποιήματά του ο Πετράρχης εξυμνεί την αγαπημένη του Λάουρα, όταν ζούσε και μετά το θάνατό της, περιγράφοντας με άγνωστη ως τότε λεπτότητα την αγάπη του γι' αντήν. Για τον ποιητή η Λάουρα δεν είναι ένα φιλοσοφικό σύμβολο, όπως η Βεατρίκη για το Δάντη στη Θεία Κωμωδία. Ούτε θυμίζει την απρόσιτη δέσποινα της ιπποτικής λυρικής ποίησης. Είναι μια γυναίκα γήινη, για την οποία αισθάνεται μια εντελώς ανθρώπινη αγάπη. Αυτήν ακριβώς εκφράζει και το σονέτο που παραθέτουμε.


Τάχα σε ποιο ουρανό βρήκεν η Φύση
το αχνάρι, για να πλάσει τη θωριά της,
με ιδανική χάρη την ομορφιά της
την αιθέρια στη γη να παραστήσει;

Ποια Νύμφη στις πηγές ή Θεά στη Χτίση
είχε τα ολόξανθα πυκνά μαλλιά της;
και ποια καρδιά τόσες, σαν την καρδιά της,
μυστικές αρετές μπορεί να κλείσει;

Κάλλος θεϊκό στη γη μάταια ζητάει
όποιος το βλέμμα εκείνο δε γνωρίζει
με ποια χάρη σεμνή γλυκοκοιτάζει...

Ο Έρωτας πώς γιατρεύει, πώς κεντρίζει,
δε νιώθει όποιος δεν είδε πώς στενάζει
και πώς μιλεί και πώς χαμογελάει
(μτφρ. Μ. ΣΙΓΟΥΡΟΣ)


❀    ❀     ❀     ❀

ΣΟΝΕΤΤΟ 82 [ΝΑ Σʼ ΑΓΑΠΩ ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΜΕ ΚΟΥΡΑΖΕΙ, ΔΟΝΝΑ]

Να σʼ αγαπώ ποτέ δεν με κουράζει, Δόννα,
κι ούτε θα με κουράσει για όσο θʼ ανασαίνω·
πλην έχω πια τον εαυτό μου μισημένο,
των δε δακρύων μου τα λούκια ώς το γόνα

μού φτάνουν. Σʼ έναν τάφο θέλω να με χώνα-
νε, και στο μάρμαρό του νά ʼχει χαραγμένο
ποιός μʼ έβαλε στο χώμα σκέλεθρο λυωμένο
και θύμα αγώνα ερωτικού εις τον αιώνα.

Αν, όθεν, μια καρδιά πιστή να βλέπεις χάμου
ποθείς (μα δίχως να την τυραννάς), σου μένει
-και πάρʼ την να τη λυπηθείς, Κυρά- η καρδιά μου.

Μα αν, πάλι, η περιφρόνησή σου δεν χορταίνει
με αυτό τον τρόπο, τότε ξέχνα τη δικιά μου –
στον Έρωτα θε νά ʼναι και σʼ εμέ δοσμένη.
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής

❀    ❀     ❀     ❀

178 [: ΒΑΣΤΩΝΤΑΣ ΜΟΥ ΤΑ ΓΚΕΜΙΑ Ο ΕΡΩΤΑΣ ΜΕ ΣΠΙΡΟΥΝΙΖΕΙ]

  Βαστώντας μου τα γκέμια ο Έρωτας με σπιρουνίζει·
τρομάζει, καλοπιάνει την καρδιά μου· την παγώνει
και τη φλογίζει· με καλεί, με σπρώχνει· με σιμώνει,
με διώχνει· πότε φόβο, πότε ελπίδες με γεμίζει·
  επάνω με ανεβάζει και κάτω με σφεντονίζει,
σαν χάσω πια τα χνάρια και το δρόμο. Σαν αγχόνη
φοβάμαι το δεσμό της ζωής που πνίγει και σκοτώνει
τον όλβο, πριν καν γεννηθεί. Στον νου μου τριγυρίζει
  μια σκέψη φιλική, που διασκεδάζει την απάτη
και θέλει να διαβώ ροές ρυάκων που σχηματιστήκαν
από δακρύων ρανίδες για τον αιώνιο βίο. Ωθώντας
  τα βήματά μου σθένη αλλούτερα, στο ρεύμα μπήκαν·
μα εγώ διαλέγω ένʼ άλλο να διαβώ, άγριο μονοπάτι –
αργό κι επώδυνο να ρθεί το τέλος μου ποθώντας.
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής

❀    ❀     ❀     ❀

292 [: ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΠΟΥ ΜΕ ΤΟΣΟ ΠΑΘΟΣ ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΣΑ]

  Τα μάτια, που με τόσο πάθος τραγουδούσα·
τα μπράτσα και τα χέρια και τα πόδια και η όψη
που μʼ είχαν (και μαζί και μόνα) στα δύο κόψει
και ξένος μες στον φίλιο κόσμο επερπατούσα·
  η κόμη (ο χρυσαφένιος ρύακας) που εκοιτούσα·
του αγγελικού της γέλιου η αστραπή, στα σώψυ-
χα μέσα που τον ουρανό έφερνέ μου σό-
ψιον, λίγη στάχτη είναι πια: η Καλλονή είναι α π ο ύ σ α.
  Εγώ όμως ζω, στον πόνο μέσα και στη θλίψη·
χωρίς το φως, που τόσο ελάτρευα, έχω μείνει
– με σάπιο ξύλο σε φουρτούνα μόνος. Τα ύψη
  της λύρας τής ερωτικής τα καταπίνει
ο θρήνος, που έως τρυγός τη φλέβα μού έχει στύψει
– απότιστο το πνεύμα, και άμουσο πια, σβήνει.
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής



Παρασκευή, 17 Ιουλίου 2020

Ἡ ἔναστρη φωτεινότητα



Ὁ ἄνθρωπος ποὺ εἰσόρμησε πιὰ στὴν ἀπώτερη θλίψη
μὲ δίχως ἔστω ἕνα τριαντάφυλλο
μ᾿ ἐκεῖνα τ᾿ ἀκατέργαστα στὴν ὤχρα μιασμένα μάτια
στὸ μισοσκέπαστο ἐρημόκκλησο σέρνοντας
τὴ μεγάλη ἀνάπηρη σιωπὴ στὸ καροτσάκι τῆς ὁμιλίας
ἀνέκαθεν ἤξερε τὴν ἄσωστη κατάσταση-: πὼς εἴμαστε
καθημαγμένοι ἐρασιτέχνες τοῦ Πραγματικοῦ
μ᾿ ἕνα μυστήριο ποὺ βεβηλώνει τὴ διάνοια διχάζοντας
πρὶν ἡ δορὰ τῆς θάλασσας σηκώσει τὸ ἀνάστημα τοῦ Ἅδη.
Πολύκρουνη ἡ θύελλα σπάζει τὰ ματογυάλια της κι ὁ μέγας
τρόμος ἀδράχνει τὰ μελλούμενα
σχηματίζοντας ἀποστήματα στὴ μνήμη.
Κατάχαμα τῆς ἀσίγαστης σιγῇς ἕνα κινούμενο
κειμήλιο-σκουλῆκι.
Ἡ ζωὴ ποὺ μικραίνει: ἡ μεγάλη ἀλήθεια.
Στὸν ὁποὺ πιάνει τὸ τσαπὶ γίνεται τσάπισμα
στὸν ὁποὺ πίνει τὸ νερὸ γίνεται πιόμα.
Ἔρχεται ἔαρ ἀειπάρθενο προφέροντας ἀρώματα
κρατεῖ μία κατάμαυρη λεπτότατη κλωστὴ
στὰ ὕπαιθρα τῆς νύχτας
τὸ σημεῖο τοῦ γκιώνη ποὺ εἶν᾿ ἄγνωστο πέρα...

Τετάρτη, 15 Ιουλίου 2020

ΛΕΥΚΕΣ ΝΟΤΕΣ


Νότες λευκές
ρυθμός αργός σαν καταιγίδα.
Τον ίδιο αέρα ανασαίνουμε
εν κενώ
σ’ ένα διαμέρισμα μέσα, μια νύχτα
σε μέγεθος φυσικό.
Ο κατάλογος τελειώνει κοντά στον τοίχο
όπου έχεις γράψει των απόντων τα ονόματα.
Τα μάτια σου πονάνε, τα μάτια σου
περνάνε στον άλλο κόσμο.
Συγκεντρώνομαι στα σύκα που είναι στο τραπέζι.
Σκέφτομαι στη γλώσσα των λίθων.
Δες πού πας, πού θα περιπλανιέσαι.
Δες πού, σε ποιό μέρος εγώ σε γύρευα.
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Κυριακή, 12 Ιουλίου 2020

Τσεζάρε Παβέζε Κόκκινη γη και 6 ακόμη ποιήματα




Είσαι σαν κάποια γη

Είσαι σαν κάποια γη
που κανένας ποτέ δεν ονόμασε.
Δεν περιμένεις τίποτα
μόνο τη λέξη
που θ’ αναβλύσει απ’ το βάθος
σαν καρπός στα κλαριά.
Ένας άνεμος σε προλαβαίνει.
Στεγνά και μαραμένα πράγματα
σε κατακλύζανε και φεύγουν με τον άνεμο.
Μέλη και λόγια αρχαία. Τρέμεις
μέσα στο καλοκαίρι.


Το θλιμμένο κρασί



Το δύσκολο είναι να την αράξεις στη γωνίτσα σου δίχως να σε προσέξουν.
Τα υπόλοιπα έρχονται μόνα τους. Τρεις γουλίτσες
και σου ξανάρχεται η όρεξη να χάνεσαι στις σκέψεις σου.
Ορθώνεται ένα μακρινό κύμα με ξεχασμένους ψιθύρους,
τα πάντα θολώνουν, και είναι σαν θαύμα
να υπάρχεις για να χαζεύεις το ποτήρι. Η δουλειά
(γιατί οι άντρες δεν μπορούν να μη σκέφτονται τη δουλειά)
ξαναγίνεται το ανέκαθεν μοιραίο: ότι
είναι ωραίο να υποφέρεις
για να μπορείς να χάνεσαι στον πόνο. Μετά, τα μάτια
ατενίζουν το κενό, σαν πονεμένα μάτια τυφλού.

Αν αυτός ο άντρας σηκωθεί, τραβώντας σπίτι για ύπνο
θα μοιάζει μ’ έναν στραβό που ‘χασε το δρόμο. Ο καθένας
μπορεί να ξεμπουκάρει απ’ τη γωνιά και να τον αρχίσει στις γροθιές.
Μπορεί να εμφανιστεί μια γυναίκα, όμορφη και νέα,
αγκαζέ μ’ έναν άντρα, ανθίζοντας.
Όπως κάποτε μια γυναίκα άνθιζε μαζί του.
Μα δεν βλέπει. Δεν μπορεί να δει. Τραβάει σπίτι για ύπνο
και η ζωή του δεν είναι παρά ένας ψίθυρος σιγής.

Σαν τον γδύσεις, θα βρεις σαραβαλιασμένα μέλη
και την επιδερμίδα, καταφαγωμένη. Ποιος να έλεγε
ότι τον διατρέχουν άθερμες φλέβες
εκεί που άλλοτε ζεμάταγε η ζωή; Κανείς δεν θα πίστευε
πως κάποτε μια γυναίκα γέμιζε χάδια και φιλιά εκείνο το κορμί,
που, λουσμένο στα δάκρυα, τρέμει,
τώρα που έφτασε σπίτι για να κοιμηθεί,
μα δεν τα καταφέρνει, και αντί να κοιμάται, ανθίζει.


Το πρωί γυρίζεις πάντα

Η πρώτη αχτίδα της αυγής
ανασαίνει με το στόμα σου
στο βάθος των έρημων δρόμων .
Γκρίζο φως τα μάτια σου
γλυκές σταγόνες της αυγής
πάνω στους σκοτεινούς λόφους .
Το βήμα σου κι η αναπνοή σου
πλημμυρίζουν τα σπίτια
σαν τον άνεμο της αυγής .
Η πόλη ριγεί ,
ευωδιάζουν οι πέτρες -
είσαι η ζωή , το ξύπνημα .


Άστρο χαμένο
στο φως της αυγής
ψίθυρος αύρας ,
θαλπωρή , ανάσα -
τελείωσε η νύχτα .


Είσαι το φως και το πρωί .




Τη νύχτα που κοιμήθηκες

Ακόμα κι η νύχτα σου μοιάζει ,
η μακρινή νύχτα που κλαίει
βουβά , βαθιά στην καρδιά ,
και τ΄ άστρα περνούν κουρασμένα .
Κάποιο μάγουλο αγγίζει άλλο μάγουλο -
είναι ένα παγωμένο ρίγος , κάποιος
παλεύει , σ' ικετεύει , μόνος ,
χαμένος μέσα σου , μέσα στον πυρετό σου .

Η νύχτα υποφέρει , λαχταρά την αυγή ,
φτωχή καρδιά που τρέμεις .
Ω , κλειστό πρόσωπο , σκοτεινή αγωνία ,
πυρετέ που πικραίνεις τ' αστέρια ,
υπάρχει κάποιος που σαν κι εσένα
λαχταρά την αυγή
γυρεύοντας το πρόσωπο σου στη σιωπή .
Απλώθηκες κάτω απ' τη νύχτα
σαν ένας κλειστός , πεθαμένος ορίζοντας
Φτωχή καρδιά που τρέμεις ,
κάποτε ήσουν η αυγή .

Εσύ δεν ξέρεις



Εσύ δεν ξέρεις τους λόφους
εκεί που χύθηκε το αίμα.
Όλοι μας φεύγαμε
όλοι μας ρίξαμε
το όπλο και τ’ όνομά μας. Μια γυναίκα
μας κοιτούσε που φεύγαμε.
Ένας μονάχα από μας
στάθηκε εκεί με σφιγμένη γροθιά,
είδε τον άδεια ουρανό,
έσκυψε το κεφάλι και πέθανε
μπροστά στον τοίχο, σωπαίνοντας.
Τώρα, ένα αιμάτινο κουρέλι
και τ’ όνομά του. Μια γυναίκα
μας περιμένει στους λόφους.

Κόκκινη γη

Κόκκινη γη μαύρη γη,
εσύ έρχεσαι απ’ τη θάλασσα,
απ’ τη φρυγμένη βλάστηση,
όπου λέξεις αρχαίες
κι αιμάτινος μόχθος
και γεράνια στα βράχια-
δε γνωρίζεις τι φέρνεις
από θάλασσα λέξεις και μόχθο,
εσύ, πλούσια σαν μνήμη,
σαν τ’ άνυδρα χώματα,
συ σκληρή και γλυκύτατη
λέξη, αρχαία από αίμα
συσσωρευμένο στα μάτια˙
νεαρή, σαν καρπός
που εποχή είναι και μνήμη-
αναπαύεται η ανάσα σου
κάτω απ’ τον αυγουστιάτικο τον ουρανό,
το βλέμμα σου ελιές
που γλυκαίνουν τη θάλασσα,
και συ ζει ξαναζείς
δίχως έκπληξη, σίγουρη
σαν τη γη σκοτεινή
σαν τη γη, πατητήρι
των ονείρων και των εποχών
που αναδύεται μες στο φεγγάρι
πανάρχαιο, όπως
τα χέρια της μάνας σου
η χύτρα της τζάκι.


Οι γάτες θα το ξέρουν

Ακόμα θα πέφτει η βροχή
στα γλυκά σου λιθόστρωτα
μια σιγανή βροχή
σαν φύσημα ή σαν βήμα.
Ακόμα η αύρα και η αυγή
θ' ανθίζουν απαλά
σαν κάτω από το βήμα σου,
όταν εσύ θα ξαναγυρίζεις.
Ανάμεσα στα λουλούδια και στα πρεβάζια
οι γάτες θα το ξέρουν.

Θά 'ρθουν άλλες μέρες
θά 'ρθουν άλλες φωνές.
Θα χαμογελάς μονάχη σου.
Οι γάτες θα το ξέρουν.
Θ' ακούς λέξεις παλιές
λέξεις κουρασμένες και άδειες
όπως τα παρατημένα ρούχα
της χθεσινής γιορτής.
Θα κάνεις χειρονομίες
θ' απαντάς με λέξεις'
πρόσωπο της άνοιξης
θα κάνεις και συ χειρονομίες.

Οι γάτες θα το ξέρουν,
πρόσωπο της άνοιξης,
και η σιγανή βροχή,
η αυγή με τα χρώματα των υακίνθων
που κομματιάζουν την καρδιά
εκείνου που δεν ελπίζει πλέον σε σένα,
είναι το λυπημένο χαμόγελο
που χαμογελάς μονάχη σου.
Θά 'ρθουν άλλες μέρες,
άλλες φωνές και ξυπνήματα.
Την αυγή θα υποφέρουμε,
πρόσωπο της άνοιξης.


Σάββατο, 23 Μαΐου 2020

Φαλλού Μουνόλογος


20160604_asc 644_L'ectoplasme captif (Bound by terms of contract)_ ...
Να πως με θες τυφλό σαν αιμοβόρο άντρα
Να πως με θες τσιμπούρι στο βρεγμένο σου αγρό
Να πως με θες
νύχτα στη νύχτα των χωρίς έρωτα νυχτών σου
Να πως με θες
να αφρίζω σαν σαπούνι στα πνευμόνια των νεκρών σου ασπασμών
Να πως με θες
μνημείο ανατριχίλας και χυσιάς
την πρώτη νύχτα γάμου
Να πως με θες χωριάταρο επιβήτορα
Να πως με θες ωρομίσθιο κρετίνο οργασμών
Να πως με θες εσταυρωμένο να τινάζομαι
επάνω στους πιστούς λυγμούς
Να πως με θες
να σβήνω ο άπειρος στο τεντωμένο σου μηδέν

Τετάρτη, 20 Μαΐου 2020

Το Όνομα της Πατρίδας,


Η πατρίδα μου είναι πανύψηλη.
Δεν μπορώ να γράψω ένα γράμμα μην ακούγοντας
τον άνεμο που έρχεται απ' το όνομά της.
Η ακανόνιστη μορφή της την κάνει πιο ωραία
γιατί προκαλεί πόθους να τη σχηματίσεις, να την κάνεις
σαν ένα μωρό που του μαθαίνουν να μιλάει,
να λέει λόγια τρυφερά κι αληθινά
σε κείνους που του δείχνουν τους κινδύνους του κόσμου.
Η πατρίδα μου είναι πανύψηλη.
Γι αυτό λέω πως τ' όνομά της διαλύεται
σ' εκατομμύρια πράγματα για να τη θυμάμαι.
Το έχω ακούσει να ηχεί στα σαλιγκάρια τ' ασταμάτητα.
Ερχότανε με τα άλογα και τις φωτιές
που τα μάτια μου είχαν δει και θαυμάσει.
Το έφερναν τα όμορφα κορίτσια στη φωνή
σε μια κιθάρα.
Η πατρίδα μου είναι πανύψηλη.
Δεν μπορώ να τη φανταστώ κάτω από τη θάλασσα
ή να κρύβεται κάτω από την ίδια τη σκιά της.
Γι αυτό και λέω πως πέρα από τον άνθρωπο,
απ' την αγάπη που μας δίνουνε με κουταλιές,
από την ζωντανή παρουσία του πτώματος
καίει συνέχεια το όνομα της πατρίδας.

Μετ. Βασίλης Λαλιώτης..

Παρασκευή, 15 Μαΐου 2020

M’ αρέσεις όταν σωπαίνεις




Μ’ αρέσεις όταν σωπαίνεις, γιατί είσαι σαν ν’ απουσιάζεις,
Και μ’ ακούς από μακρυά, η φωνή μου δεν σ’ αγγίζει.
Μοιάζει σαν τα μάτια σου να έχουν πετάξει
Και μοιάζει σαν ένα φιλί να σου κλείνει το στόμα.
Όπως όλα τα πράγματα είναι γεμάτα απ’ την ψυχή μου
Αναδύεσαι απ’ τα πράγματα γεμάτη από την ψυχή μου.

mermaid
Πεταλούδα του ονείρου μοιάζεις με τη λέξη μελαγχολία.
Μ’ αρέσεις όταν σωπαίνεις σαν να ‘σαι αλαργινή
Σαν να παραπονιέσαι, πεταλούδα που τιτιβίζει.
Και μ’ ακούς από μακρυά, κι η φωνή μου δεν σε φτάνει.
Άφησε με να σωπαίνω με την δική σου σιωπή.
Άφησέ με ακόμα να σου μιλώ με την σιωπή σου
Φωτεινός σαν μια λάμπα, απλός σαν κρίκος.

Είσαι σαν την νύχτα, σιωπηλή κι έναστρη.
Η σιωπή σου είναι αστέρινη, τόσο μακρινή κι απλή.
Μ’ αρέσεις όταν σωπαίνεις γιατί είναι σαν ν’ απουσιάζεις.
Μακρινή κι αξιολύπητη σαν να είχες πεθάνει.
Μια λέξη τότε ένα χαμόγελο φτάνουν.

Και είμαι χαρούμενος που δεν είναι έτσι.



Μετάφραση: ΑΝΝΑ ΒΑΛΒΗ

http://anthologion.gr/2016/11/06/pablo-neruda-m-%CE%B1%CF%81%CE%AD%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%82-%CF%8C%CF%84%CE%B1%CE%BD-%CF%83%CF%89%CF%80%CE%B1%CE%AF%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CF%82/

Δευτέρα, 11 Μαΐου 2020

Αναστάσης Βιστωνίτης: In memoriam A.T., 2






Κάποιο πρωί θα ξυπνήσουμε δίχως πρωί,
θα μπούμε από τη μια στην άλλη νύχτα.
Στα όμορφα χρόνια που θα ’ρθουν,
κάτω απ’ το παλιωμένο δέρμα
τα τρίμματα μιας ανάμνησης που αναβοσβήνει.

Είναι παράλογος ο θάνατος
και πιο παράλογη η πράξη που τον αποφασίζει,
όμως το συμβόλαιο πρέπει να τηρηθεί,
το γερασμένο σύμβολο μιας παλιάς γιορτής
που κανείς πια δεν τη θυμάται.

Η ζωή που χρεώνεται στους άλλους
είναι μια σκοτεινή κυψέλη,
ένα φως που μαυρίζει αργά,
όπως τώρα που μες στις εποχές μας χαιρετάς
χωρίς καν να σαλεύεις τα μάτια.

Μ’ ένα φονικό μυαλό,
με μια δαιμονική εξίσωση,
στην απόλυτη σιωπή που δοξάζει τον Άδη
το τελευταίο ξόρκι ατελέσφορο
κι εσύ σ’ ένα τενεκεδένιο τοτέμ φυλακισμένος.
Πάνω απ’ τα δέντρα το φεγγάρι
κι από το βάθος τ’ ουρανού ο Μινώταυρος,
το αθάνατο φίδι,
ο χρησμός που διαβάστηκε ανάποδα,
και στη σιωπή
ο πάπυρος που ξεδιπλώνεται –
ένα παλίμψηστο η ζωή σου.

Με σίδερο και φως ύφανε η Θεά
το μαυσωλείο των άστρων,
το άφωνο ανάκτορο με τα τυφλά παράθυρα,
κι οι τέσσερις πλευρές του να κοιτούν τις εποχές
που λαχταρούσες τόσα χρόνια ν’ αγγίσεις.

Από τη συλλογή Οι κήποι της Σελήνης (1990)