Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Κυριακή, 16 Σεπτεμβρίου 2018

Τωρινές υπομνήσεις



τα μηνύματα που εξακοντίζει
ο αγέρας της άνοιξης
είναι κάλπικα
δεν φτάνουν στις ακρογιαλιές σου
το σώμα σου βολοδέρνει
αιωρείται σε πελάγη
αισθήσεων με αιθαλομίχλη
βάφεται κόκκινη η καρδιά σου
ελάχιστοι ανακυκλωμένοι ορίζοντες
πελαγοδρομούν σαν αντίκες
σε μπλάβες ανταύγειες
και υπολείμματα μνήμης

οι ανάσες σου μορφές ακαθόριστες
νησιά ανεξερεύνητα
με ονόματα που δεν ξέρεις
δεν μπορείς καν να τα προφέρεις
δεν υπάρχει ούτε ένα ανανήψαν νεκροταφείο
οι παλιοί μεγαλοπρεπείς σταυροί εξαφανίστηκαν
μεταμορφώθηκαν σε ψαράκια του γλυκού νερού
που εμφανίζονται κάθε τόσα χρόνια
γεμίζοντας φωσφόρο τα βλέφαρά σου
και σκόνη τα πνευμόνια σου

https://tokoskino.me

Σάββατο, 15 Σεπτεμβρίου 2018

ΡΟΝΤΑ









ΡΟΝΤΑ


Το Ισλάμ –που ήτανε σπαθιά
που ερήμαξαν ανατολή και δύση
και επιγείων στρατιωτικών δυνάμεων αχός
και αποκάλυψη και πειθαρχία
και η εκμηδένιση των ειδώλων
και η μετατροπή όλων των πραγμάτων
σε Θεό τρομερό, έναν και μοναδικό,
και το ρόδο και ο οίνος του σούφι
και του Κορανίου η έμμετρη πρόζα
και ποτάμια που επαναλαμβάνουν μιναρέδες
και η απέραντη γλώσσα της άμμου
και τούτη η άλλη γλώσσα, η άλγεβρα,
και τούτος ο μεγάλος κήπος, οι Χίλιες και Μία Νύχτες,
και άνθρωποι που σχολίασαν τον Αριστοτέλη
και δυναστείες που είναι τώρα ονόματα θαμμένα στη σκόνη
και ο Ταμερλάνος και ο Ομάρ, που χάλαγαν και γκρέμιζαν–
είναι εδώ, στη Ρόντα,
στο απαλό της τυφλότητας μισοσκόταδο,
μια κοίλη σιωπή από μεσαυλές φτιαγμένη,
μια σχόλη γιασεμένια
κι ένα μούρμουρο υποτονικό νερών που εξόρκιζαν
ερήμων μνήμες.






Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.









https://alonakitispoiisis.blogspot.com/

Παρασκευή, 14 Σεπτεμβρίου 2018

ΛΥΠΙΟΥ



Προοίμιο
Τα ποιήματα αποτυχαίνουν
όταν αποτυχαίνουν οι έρωτες.
Μην ακούτε τι σας λένε
θέλει ερωτική θαλπωρή
το ποίημα για ν’ αντέξει
στον κρύο χρόνο…
Έναν τόπο επινόησα
για να πηγαίνω όταν είμαι βαθιά λυπημένη,
λυπημένη ως τους άλιωτους πάγους μέσα μου,
ώς τα κρυσταλλωμένα δάκρυα,
ώς να βγουν οι νοσταλγίες, πανθηρούλες λευκές
που δαγκώνουν και τσούζούν οι δαγκωματιές τους.
Λυπιού λέω τον τόπο που επινόησα
για να πηγαίνω όταν είμαι βαθιά λυπημένη,
μια κατάσταση που εντείνεται ακατάπαυστα
αφού όλα τα ωραιοποιημένα τοπία του τέλους
αρχίζουν να μυρίζουν μουχλιασμένα νερά
και καρπούς σάπιους.
Στη Λυπιού φτάνεις χωρίς αναστεναγμό
μόνο μ’ ένα σφίξιμο ελαφρό
που θυμίζει τον έρωτα σαν στέκεται
αναποφάσιστος στο κατώφλι του σπιτιού.
Έχει ιεροβάμονες ποιητές εδώ
ποιητές με μεγάλη έφεση για ουρανό,
πανύψηλους, που μ’ ένα τίναγμα της κεφαλής
σημαίνουν το «όχι... όχι... λάθος»
ή και το «τι κρίμα, τώρα είναι αργά!»
ενώ ένας επαίτης στη γωνιά συνέχεια μουρμουρίζει:
«Το καλό με τον πόθο
είναι πως όταν χάνεται
χάνεται κι η αξία του αντικειμένου του μαζί».
Εδώ όλες οι αποτυχίες της νιότης
γίναν σιωπηλές πλατείες
τα κουτσουρεμένα πάθη, σύδεντρα σκοτεινά
κι οι τελευταίοι κακόμοιροι έρωτες
σκύλοι κακοταϊσμένοι που πλανιόνται στα σοκάκια.
Κάτι χειρότερο από γερατειά,
η χώρα τούτη κατοικείται από νιάτα αμεταχείριστα.
Στη Λυπιού κλαίω συνέχεια
από τότε που μου ’δειξες την αξία της λύπης.
Όχι, δεν είναι το αρνητικό της γονιμότητας
αλλά το θετικό της απουσίας...
Έλεγες και το προφίλ σου με τάραζε
σαν να το ’χαν σκαλίσει στον πιο σκληρό βράχο,
τα μάτια σου σαν να ’ταν από θειάφι
αλαφιασμένα, μ’ αλάφιαζαν.
Ας κλαίμε, λοιπόν, κι ας το λέμε χαρά
χαρά γιατί είμαστε ακόμη εδώ υποφέροντας. .
Με το ξημέρωμα θα μπούμε σ’ άλλο λιμάνι
όπως σ’ ένα καινούργιο ποίημα
και μες στην πάχνη θα κρατώ
τον τελευταίο στίχο μιας ανείπωτης ερωτικής ιστορίας.
Η φωνή, το ύψος του κορμιού, η γραμμή του αυχένα
αιώνιες επαναλήψεις του ακόρεστου φόβου.
Κοιτάζοντας σε ανακάλυψα την ενδοχώρα
του αισθήματος.
Ο πιο όμορφος άντρας της Λυπιού
βρήκε μια μαύρη πεταλούδα νεκρή στα σεντόνια του.
Ήταν γυμνούλης, λίγο ιδρωμένος και γυάλιζε
αλλά όχι τόσο όσο εκείνη μ’ όλο το φως τ’ απροσμέτρητο
που ’βγαίνε απ’ το θάνατο.
Το φτερωτό σύμβολο της επιπολαιότητας, η πεταλούδα,;
ακίνητη, ντυμένη τα χρώματα της νύχτας
βρέθηκε ξαπλωμένη σαν να την είχε γλεντήσει ο χάρος
κι αμέσως μετά να την είχε απαρατήσει.
Ή σαν να ξεκουραζόταν πριν αρχίσει το δύσκολο
δρόμο της απ' το μαύρο στο τέλειο.
Η πιο νέα γυναίκα στη Λυπιού είμαι γω
που κοιτώ, κοιτώ και δεν πιστεύω
πώς τόσος κουρνιαχτός συσσωρεύεται
στην οδό της χαράς.
Λέω: κάποιο λάθος έγινε δω
και δεν ακολούθησα το δρόμο του μεταξιού
ούτε άγγιξα ποτέ τον ήρωα του ποιήματος στο στήθος.
Την καρδιά του μόνο φαντάστηκα να στέκεται,
σαν κάτι Τράπεζες που περνάμε απ’ έξω και λέμε:
«Για φαντάσου πόσα εδώ, πόσα φυλάσσονται!»
Ό,τι χάνεις μένει μαζί σου για πάντα
κι η Λυπιού είναι μια χώρα που έφτιαξα
για να ’μαι πάντα ένα μ’ αυτά που’ χω χάσει
όταν πιάνουν εκείνα τ’ αβάσταχτα σούρουπα
κείνα τα άφωνα ξημερώματα
κι είναι σαν να περιμένεις το κουδούνι του σχολείου
να χτυπήσει, το μάθημα πάλι ν’ αρχίσει
μια ακόμη άσκηση πάνω σε άγνωστο θέμα.
Κοιτάς χάμω της αυλής το τσιμέντο, τα χαλίκια
τινάζεις τα ψίχουλα απ’ το κουλούρι στην μπλε ποδιά
και μπαίνεις στην τάξη
μπαίνεις στη μονοτονία του άγευστου χρόνου
στην αοριστία της ύπαρξης
που ξέρω, λίγο αλλοιωμένη,
τη συναντάς πάλι προς το τέλος.
Η θρησκεία στη Λυπιού
είναι μια Έννοια Ακέφαλη.
Το άγαλμα της κάθεται φρόνιμα
στις αδελφές της δίπλα:
την Αρετή, την πιο ωραία, και τη Σοφία
με τις πιο σωστές αναλογίες.
Η Έννοια όμως λατρεύεται χωρίς κεφαλή
κι όταν εκείνος που θ’ αγαπούσα εάν…
έρχεται να προσκυνήσει, φοράει πουκάμισο ροζ
και βρίσκεται σε διέγερση
γιατί κάθε έννοια γι’ αυτόν σημαίνει κάτι
όπως και τ’ αντίθετο της.
Εδώ ο έρωτας κι ο θάνατος γίνηκαν ένα σώμα
και το χορτάρι που φυτρώνει
ανάμεσα στα ανάσκελα μέλη των αγαλμάτων
τα κάνει σαν ζωντανές ψυχές να μοιάζουν
που θλίβονται μες στο πράσινο και ναυαγούν
σε ξένα μάτια κι ερωτευμένες υποφέρουν.
Στη Λυπιού λατρεύεται ο έρωτας-θάνατος
σαν έννοια μία, ακέφαλη γιατί χωρίς ελπίδα.

Πέμπτη, 13 Σεπτεμβρίου 2018

ΕΤΣΙ OΠΩΣ ΔΙΑΒΑΣΤΗΚΕ ΣΤΗΝ ΠΑΛΑΜΗ ΜΟΥ ΚΑΙ ΣΚΟΝΤΑΨΑ ΣΤ´ ΑΛΗΘΕΙΑ



Τόσες περιστροφές
κι όμως ο ιστός του κόσμου
μιας σπίθας υπόθεση
να ανοίξουν οι ασκοί
να γίνουν όλα Β´ γραμμική
και τυραννία της στάχτης 
 
Η όραση θα αρχίσει ξανά 
 
το φως συνδράμει
όσο και το σκοτάδι 
 
μιας σπίθας υπόθεση η ζωή 
    
αλλού η ζωή 
            κι αλλού η σπίθα 
 
N¢ αφήσεις την επίλυση στον άνεμο 
                            ή 
            φρόντισε με τα θαύματα 
            να γίνεσαι χαρτοκλέφτρα 
            να είναι ο έρωτας 
                                         το Δέκα του Χαμού 
            και να σε θέλει 
  
                             *
Εγώ το χρόνο μου 
            
             χρακ και χρακ 
 
μ¢ ένα τσεκούρι πισώπλατα
Τα υπόλοιπα 
            θα τα πουν στις εφημερίδες 
 
Ποίησις είναι η κορυφή του παγόβουνου 
            και από κάτω
πανστρατιά οι βλαστήμιες 
            Αλλά εσύ
κοίτα να φτάσεις στην αγάπη
χωρίς τις βαλίτσες σου 
 
κοίτα

                                        Γιάννης Στίγκας

Κι όπως μ αγκαλιάζεις σφιχτά

Κι όπως μ αγκαλιάζεις σφιχτά
η μελωδία της σιωπής ζεσταίνει τα βλέμματα
Τα τραγούδια μιλούν με τα χείλη μας
Κάθε φθόγγος τους κι ενα χρώμα στα μάτια
Στροβλίζομαι στη δίνη της αγάπης
κι ειναι το στόμα μου ρόδο
που ξεχειλίζει έρωτα
Τα χέρια σου κουπιά που σπάν
τα κύματα της καρδιάς μου
Ταξιδιάρικα πουλιά τα φιλιά
που αγγίζουν τα κύταρρα της
Κι εγω που σωπαίνω στην ανάσα σου
πόσες φορές .. να σ αγαπώ !



http://lenagalaxias.blogspot.com/

Τρίτη, 11 Σεπτεμβρίου 2018

EVERNESS





Μονάχα ένα δεν υπάρχει πράγμα. Η λήθη.
Το μέταλλο ο Θεός και τη σκουριά του σώζει,
και στην προφητική του μνήμη προσαρμόζει
μελλούμενα φεγγάρια με ό,τι προηγήθη.

Τα πάντα εδώ είναι πια. Τ’ αντιφεγγίσματα όλα
που ανάμεσα στον όρθρο και στην αμφιλύκη
εσκόρπισε η όψη σου σε τζάμια ακτινοβόλα,
που κι ό,τι γεννηθεί, κι εκείνο εκεί θ’ ανήκει.

Τα πάντα ως μέρη κάποιου πολυποίκιλου ήμπαν
κρυστάλλου αυτής εδώ της μνήμης, που ’ν’ το σύμπαν.
Οι διάδρομοι άπειροι – πώς να τους παρακάμψεις;

Κι οι πόρτες κλείνουν πίσω σου, σαν τις περάσεις.
Στο verso μόνο της εσπέρας θα διαβάσεις
των Αρχετύπων και των Θαυμασίων λάμψεις.
`

@ http://alonakitispoiisis.blogspot.com/
 (μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής)
http://www.poiein.gr/archives/39678/index.html#more-39678

ΣΙΔΕΡΕΝΙΟΙ ΣΤΡΑΤΙΩΤΕΣ



Είμαστε σιδερένιοι στρατιώτες,

οι χάρτες μας είναι χάρτες άλλης γης.
Εδώ, ούτε γι’ αγάλματα μας θέλουν
ούτε για σκιάχτρα.


Φταίμε γιατί ήταν φτηνό το μέταλλό μας,
γιατί το σπέρμα μας
σκουριά πλημμύρισε τις μήτρες,
γιατί πιο άγονο απ’ τη σκουριά
δεν έχει σπέρμα.

9 Μαρτίου 2017


http://vorias.blogspot.com/
Από την ποιητική συλλογή
"Στιγμές από το ρεπερτόριο του θανάτου"
ιδιωτική έκδοση - 2018

Κυριακή, 9 Σεπτεμβρίου 2018

Η ΨΥΧΗ



Βραδιά βελούδο πέφτει γλυκιά βροχή στον κήπο.
Σκοτάδι κατεβαίνει στους μεγάλους δρόμους.
Τρεμοπαίζει ο λύχνος μας, δεν τον τραβάει τίποτα
στο φως· χαμηλώνει, πά’ να σβήσει εντός μας.
Κυματίζει η φλογίτσα του, καλεί
εσπευσμένως και εις μάτην την προ πολλού χαμένη ψυχή,
την τόσο αδύναμη, εύθραυστη και λυγερή
σα σκύβει να ικετέψει κάποιον Κύριο
και η λύτρωσή της φεύγει, χάνετ’ η σωτηρία της…
του σεληνόφωτος διαφάνεια με νέφη απαλά – το σάβανό της.
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Σάββατο, 8 Σεπτεμβρίου 2018

Ο ΙΧΝΗΛΑΤΗΣ ΧΑΝΕΤΑΙ ΠΑΝΤΑ ΠΡΩΤΟΣ









Γιατί και η ποίηση επαιτεία είναι
αλλά στο τέλος


Ι.

Μπορώ να σας μιλάω απλά
μπορώ και με βελόνες

Γνωρίζω που γεννούν τα αβγά τους οι υλακές

όλα στο στήθος σύρριζα

αν αγαπήσεις τους γκρεμούς
σε βγάζουν συντομότερα
και μην ακούς τις κατακόκκινες μηλιές
και μην ακούς τις παλαβές πυξίδες
πως θα χαθείς
και πως η Παναγιά
φραγγέλει τους επαίτες

Αφού σου το ¢πε και στον ύπνο σου:

«Αυτούς που ορθώσαν όνειρο
παντός καιρού κι ανόθευτο

Αυτούς που ανοίξανε τα σκέλια τους
στο φως

κυρίως

αυτούς που φεγγαρώθηκαν

εγώ θα τους βυζάξω»



ΙΙ.

Εδώ που φτάσαμε
λιγνεύει ο αέρας

Πρέπει να μάθεις να αναπνέεις
όπως το ποίημα

ειδάλλως γύρνα πίσω

και μη γελάς

αυτή η γειτνίαση με το τίποτα
θα μας φάει






Γιάννης Στίγκας

Πέμπτη, 6 Σεπτεμβρίου 2018

Θοδωρής Βοριάς, «Στιγμές από το ρεπερτόριο του θανάτου», e-book, Θεσσαλονίκη, 2018






ΣΕΠ 07Κατηγορία: Αφίξεις, καταχώρηση από: Σπύρος Αραβανής





`

στ΄



Ἐπιστροφὴ στὰ χαλάσματα

Τότε, στὸ σπίτι μας, ἒπιανα ἓνα μεγάλο καρφί,
ἀπὸ τὰ «δεκάρια» κι ἓνα σφυράκι
κι ἀντέγραφα τὰ ἒργα τῶν μεγάλων.
Εἶχα γιὰ ἐκσκαφέα τὸ σφυρὶ μὲ τὸ καρφί·
λίγο λίγο χαλνοῦσα τὸν σάπιο σουβὰ τοῦ τοίχου μας
τὶς μέρες ποὺ γκρεμίζανε
κάποιο χαμόσπιτο στὴ γειτονιά.
`
*
θ΄



Δρομολόγια μὲ τὴν πανσέληνο

Βλέπεις ἐκεῖνον μὲ τὸ πιστόλι;
Θέλει νὰ πεθάνει.
Ψάχνει στὶς τσέπες του γιὰ σφαῖρες
λὲς καὶ ψάχνει γι’ ἀναπτήρα.
Βλέπεις τὸν ἂλλον;
Βάζει τὸ χέρι του στὴ μέσα τσέπη τοῦ μπουφὰν
καὶ τραβάει τὴν καρδιά του.
Τὴν κοιτάζει προσεχτικὰ στὸ φεγγαρόφωτο,
τὴν παραδίνει στὸν ἀστυφύλακα
γιὰ νὰ ἐξακριβώσει τὰ στοιχεῖα.


`
*
ια΄

Φύσηξε ἀπὸ τὴ μεριὰ τῆς Παλαιστίνης.
Τὰ σύννεφα ἔφεραν πόλεμο
στὴ νυσταγμένη πολιτεία μας.
Πρῶτα ψιχάλιζε δάκρυα
καὶ τώρα βρέχει αἷμα.
Ἂν τὸ γυρίσει σὲ χαλάζι,
ὁ θεὸς νὰ φυλάξει
τοὺς νυχτερινοὺς διαβάτες
ποὺ δὲ θά ’χουν
ἀλεξίσφαιρες ὀμπρέλες.
`
*

ιβ΄

Πρῶτα σκοτώσανε τὰ δέντρα·
οἱ πεθαμένοι κορμοὶ
δὲ γίνεται νὰ συμπονέσουν τοὺς μελλοθάνατους
κι οἱ ρίζες τους δὲ θὰ ρουφήξουν
αἷμα ἐκτελεσμένων.
`
*
ιε΄
Σιδερένιοι στρατιώτες
Εἴμαστε σιδερένιοι στρατιῶτες,
οἱ χάρτες μας εἶναι χάρτες ἄλλης γῆς.
Ἐδῶ οὔτε γι’ ἀγάλματα μᾶς θέλουν
οὔτε γιὰ σκιάχτρα.
Φταῖμε γιατὶ ἦταν φτηνὸ τὸ μέταλλό μας,
γιατὶ τὸ σπέρμα μας σκουριὰ πλημμύρισε τὶς μῆτρες,
γιατὶ πιὸ ἄγονο ἀπ’ τὴ σκουριὰ δὲν ἔχει σπέρμα.

`
*
κ΄

Τὸ ρεπερτόριο τοῦ θανάτου

Κάθε ἐποχὴ ὁ θάνατος
ἔχει τὸ δικό του ρεπερτόριο.
Εἶναι κι οἱ φιλόμουσοι,
ποὺ ξεχωρίζουν τὴ μουσικὴ τῆς κάθε σφαίρας.
Ποὺ ξεχωρίζουν τὸ μοναδικὸ ἐμβατήριο
τοῦ δικοῦ τους θανάτου
μέσα ἀπὸ τὶς χιλιάδες, πιστὲς
στὸ στόχο τους βολίδες.
Εἶναι κι οἱ ἄλλοι ποὺ ἀναστενάζουν,
ἀνασφαλεῖς γιὰ τὴ ζωή τους,
ἐξαρτημένοι ἀπὸ τὶς δειλές,
τὶς ἄστοχες σφαῖρες,
ἐκεῖνες ποὺ προτίμησαν νὰ ἐξοστρακιστοῦν
πάνω στὸ ἄψυχο μπετόν,
ἐκεῖνες τὶς παράφωνες
σφαῖρες τοῦ οἴκτου.
`
*******************************************************************
O Θοδωρὴς Βοριᾶς gεννήθηκε τὸ 1970 στὴ Θεσσαλονίκη. Ἐξέδωσε τὶς ποιητικὲς συλλογές: «Τὸ τρὺπιο ταβάνι» (Ἐρωδιὸς 2005), «Νυχτερινὲς ἐπιπλοκὲς» (Ἐρωδιὸς 2008), «Πυγολαμπίδες» (Ὀκτασέλιδο τοῦ Μπιλιέτου 2011), «Χαμένες ψηφίδες» (ἰδιωτικὴ ἒκδοση 2012), «Στιγμὲς ἀπὸ τὸ ρεπερτόριο τοῦ θανάτου» (ἰδιωτικὴ ἒκδοση 2018) καὶ δύο βιβλία σὲ ψηφιακὴ μορφή: «Εὐριπίδης [Ἀνδρομάχη]» (ἰδιωτική ἒκδοση 2009) μὲ 18 ἀποσπάσματα τοῦ ἒργου, καὶ «Εὐριπίδης [Μήδεια]» (ἰδιωτικὴ ἒκδοση 2010) μὲ 21 ἀποσπάσματα, σὲ ἐλεύθερη ἀπόδοση, διαθέσιμα στὸ διαδίκτυο. Ποιήματα τῶν συλλογῶν του ἒχουν μεταφραστεῖ στὰ ἰταλικά, στὰ ἰσπανικά, στὰ πολωνικὰ καὶ στὰ ρουμάνικα. Διατηρεῖ στὸ διαδίκτυο τὸ ἠλεκτρονικὸ περιοδικὸ «Λογοτεχνικὰ Ἐπίκαιρα» (http://logotexnika-epikaira.blogspot.com) καὶ τὴν ἱστοσελίδα «Τὸ Ἐργαστήρι» (http://vorias.blogspot.com). Ὑπῆρξε ὑπεύθυνος σύνταξης τοῦ μηνιαίου ψηφιακοῦ περιοδικοῦ «Λογοτεχνικὰ Σημειώματα» ποὺ κυκλοφόρησε ἐλεύθερα στὸ διαδίκτυο μέσω τῆς ἱστοσελίδας «Λογοτεχνικὰ Ἐπίκαιρα» ἀπὸ τὸν Σεπτέμβριο τοῦ 2010 μέχρι τὸν Ἰανουάριο τοῦ 2012. Ποιήματά του ἒχουν δημοσιευτεῖ στὰ περιοδικά: Νέα Εὐθύνη, Πλανόδιον, Μπιλιέτο, Τὰ Ποιητικά, Ρωγμές, Ἐνδοχώρα, Νέα Σκέψη, Σύγχρονη Σκέψη, Σοδειὰ, Diario de Avisos (Ἰσπανία), Pro Libris (Πολωνία), Steaua Dobrogei (Ρουμανία) καὶ στὶς ποιητικὲς ἀνθολογίες: Δεκαεννέα Ποιητὲς τῆς «Καλῆς μεριᾶς», Κι ἐγὼ θὰ σ’ ἀγαπάω κάθε μέρα, Ποιητικὸ Ἡμερολόγιο, Ξένων αἱμάτων τρύγος, Poesia Neogreca (ἰταλικὴ ἒκδοση). Ποιήματά του δημοσιεύτηκαν στὰ λογοτεχνικὰ περιοδικὰ τοῦ διαδικτύου: Ποιεῖν, Στάχτες, Βακχικόν, Περὶ Γραφῆς κ.α

http://www.poiein.gr/archives/39651/index.html#more-39651

Δευτέρα, 20 Αυγούστου 2018

ΣΟΥΣΑΝΑ ΒΟΜΒΑΛ



Ψηλή το σούρουπο, υπεροπτική και ευλογημένη,
τον άμωμο διασχίζει κήπο και στο φως προβάλλει
το ακριβές της αμετάκλητης και αμιγούς στιγμής
που μας δωρίζει ο κήπος τούτος και η ψηλή και αμίλητη
δική της όψη. Τη βλέπω εδώ και τώρα,
τη βλέπω όμως και σ’ έν’ αρχαίο
λυκόφωτο στην Ουρ, την πόλη των Χαλδαίων,
είτε κατεβαίνοντας τ’ αργόσυρτα σκαλάκια
κάποιου ναού, που έχει γίνει σκόνη κι εσκορπίστη
στον πλανήτη, μα που ξανάγινε και πέτρα
μαζί και μεγαλείο και ύβρις,
είτε αποκρυπτογραφώντας τη μαγική αλφάβητο
των αστεριών σε μήκη και σε πλάτη άλλα αλλού
είτε μυρίζοντας κάποιο ρόδο στην Αγγλία.
Είναι όπου υπάρχει μουσική, είναι στο γλυκό απαλό
γαλάζιο, στον ελληνικό δακτυλικό εξάμετρο,
στις μοναξιές μας που όλο την αναζητούν,
στον καθρέφτη των νερών του κεφαλόβρυσου,
στο μάρμαρο του χρόνου, σε μια σπάθη,
στη γαλήνη μιας ταράτσας
που βάζει χωριστά κηπάρια και ηλιοβασιλέματα.
Και πίσω από τους μύθους και τα προσωπεία –
Η ψυχή, που είναι μόνη, ολομόναχη.

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Παρασκευή, 17 Αυγούστου 2018

Αρχαιότητες




Θάψαμε τους τάφους
μην πέσουν σε χέρια βέβηλα
τα κορμιά.
Διαμορφώσαμε το τοπίο
αδιάφορο,
να περνούν οι τουρίστες
χωρίς στάση.
Μονώσαμε με ποιήματα
το Ιερό μας
μην οι οργασμοί
ξυπνήσουν τα θηρία.

Κυκλικά αόρατες σκοπιές.
Κάθε που πλησιάζεις
ζητώ ταυτότητα
μην και άλλαξες στρατόπεδο
σε ψηλαφώ
μην κουβαλάς εκρηκτικά
σε ανακρίνω
μην και έμαθες να ψεύδεσαι
σε χαϊδεύω
μην και άρχισες να μ' αγαπάς.

Όταν όλα πιστοποιηθούν
γνώριμα κατά τους χρησμούς
τραβώ στην άκρη τις κουρτίνες
και σού αποκαλύπτω τα  παλιά σχήματα
τις δυνάμεις
και τα μυστικά.

Παύω να υποκρίνομαι τη νοικοκυρά
την κυρία
την οικοδέσποινα.
Κάτω από το παρκέ
φυλάω τις σκοτωμένες μου ηρωίδες
πάνω από το ταβάνι
τις έκπτωτες θεές μου.
Μία φωτιά σιγοκαίει στο σαλόνι
με προσάναμμα τ' αρχαία μας βιβλία.
Να εισπνέεις βαθιά
να φτάνουν ως το κόκκαλο οι εξιστορήσεις.

Δε μάς φτάνει μία ζωή
να διαβάσουμε τους τόμους.
Την Ιστορία ή τη διαβάζεις
ή τη γράφεις.
Σ' αυτό μας το σημείο
εξαντλήσαμε τους χρησμούς.
Περνάω στο άλλο στρατόπεδο
ντύνεσαι εκρηκτικά
παύω να ψεύδομαι
αρχίζεις να μ' αγαπάς
και δεν υπάρχει λόγος πια
να κρύβουμε τους τάφους μας.


Πέμπτη, 16 Αυγούστου 2018

Στη Διστακτική μου ερωμένη -



Αν είχαμε Χρόνο και Κόσμο αρκετό μπροστά μας
Δεν θα ’ταν έγκλημα κυρά μου οι δισταγμοί σου
Θα αποφασίζαμε πού θα πηγαίναμε να περάσουμε
Την Ατέλειωτη Μέρα της Αγάπης μας
Εσύ στου Ινδού Γάγγη ποταμού την όχτη
Θα ψάρευες Ρουμπίνια. Εγώ στην άμπωτη
Του Άμπερ θα θρηνούσα. Θα σ’ αγαπούσα
Δέκα χρόνια πριν απ’ τον Κατακλυσμό.
Κι εσύ αν ήθελες θα μ’ αρνιόσουνα
Ίσαμε των Εβραίων τη Βάπτιση
Η φυτική αγάπη θα μεγάλωνε
Μεγαλύτερη από Αυτοκρατορία και πιο αργή.
Εκατό χρόνια θα πήγαιναν σ’ επαίνους
Των Ματιών σου και το Μέτωπό σου
Να θωρώ. Άλλα διακόσια να Λατρεύω
Το κάθε σου Βυζί και τριάντα
Χιλιάδες χρόνια για όλα τα υπόλοιπα.
Μια εποχή για κάθε μέρος του κορμιού σου
Και η Τελευταία Εποχή θα ’δειχνε την Καρδιά σου
Γιατί Κυρά μου μια τέτοια Θέση σου αξίζει.
Δεν θα σ’ αγαπούσα για μια φθηνότερη Τιμή
Μα πίσω από την πλάτη μου διαρκώς ακούω
Του Χρόνου το δρεπανηφόρο άρμα γρήγορα
Να καλπάζει κι απέραντη μπροστά μας
Ν’ απλώνεται η Έρημος της Αιωνιότητας.
Η ομορφιά σου ποτέ πια δεν θα ξαναγίνει
Ούτε στα μαρμάρινό σου μνήμα θ’ αντηχήσει
Το τραγούδι μου. Τότε τα σκουλήκια θα γευτούν
Την τόσο ζηλότυπα φυλαγμένη Παρθενιά σου
Κι η πολύτιμη Τιμή σου θα ’ναι σκόνη.
Κι ο δικός μου ολόκληρος ο Πόθος στάχτη.
Ο Τάφος είναι μια πολύ ωραία και ήσυχη γωνιά
Μα κανείς μέσα εκεί θαρρώ δεν αγκαλιάζει.

Τώρα λοιπόν όσο το ζωηρό χρώμα της νιότης
Ροδίζει στο δέρμα σου όπως η πρωινή δρόσος
Κι ενόσω η πρόθυμη ψυχή σου βγάζει
Από τον κάθε πόρο σου έντονες φωτιές
Ας απολαύσουμε ακόμα όσα προλάβουμε

Και τώρα αμέσως σαν όρνια ερωτικά
Ας καταβροχθίσουμε το Χρόνο Εντελώς
Ας μην αργοπορούμε στις αργές δαγκάνες του
Ας τυλίξουμε όλη τη ζωτικότητα
Και τη γλύκα μας σε μια Σφαίρα
Ο ένας τον άλλο ηδονικά σκίζοντας
Μια άγρια πάλη μες στις Σιδερένιες
Πόρτες της Ζωής. Έτσι και αν δεν καταφέρουμε
Να σταματήσει ο Ήλιος, θα τον υποτάξουμε


(από την ποιητική συλλογή «Γραμματοκιβώτιον Ανεπίδοτων Επιστολών», Ποιήματα 2002-2006, Ύψιλον/ Βιβλία Αθήνα 2010)

Κυριακή, 12 Αυγούστου 2018

Μια γυναίκα ανάμεσα στις πολλές.


Μια γυναίκα ανάμεσα στις πολλές.
Μια γυναίκα συνηθισμένη.
Όμως στων βημάτων της την αστάθεια
ένας άνεμος έτρεξε στην αγκαλιά της.
Χρειάστηκε να παραμείνει μοναχική
καθώς τόλμησε να ισχυριστεί πως υπάρχουν
άνεμοι που κινούνται με κορδέλες.
Εκείνη, μια γυναίκα συνηθισμένη
έλυσε την κορδέλα των μαλλιών της.
Η τελευταία της κίνηση έριξε τα φύλλα
από το σώματα.
Ποιος θα μπορούσε να ζητήσει περισσότερα;

Παρασκευή, 10 Αυγούστου 2018

Οκτάβιο Πάζ, Η Πέτρα του Ήλιου (Ηλιόπετρα)




Μεξικό, 1957



Μιά ιτιά κρυστάλλινη, μιά λεύκα από νερό,
ένα ψηλό σιντριβάνι γερμένο από τον άνεμο,
ένα δέντρο καλοφυτεμένο αν και χορεύοντας,
προχωρεί, πισωδρομίζει, στρέφεται
και πάντα καταφθάνει:
                                                     μιά ειρηνική τροχιά
άστρου ή άνοιξης χωρίς βιασύνη,
νερό σφαλισμένων βλεφάρων
που οι προφητείες τους αναβλύζουν όλη νύχτα,
παρουσία ομόφωνη σαν φουσκωμένη θάλασσα,
κύμα στο κύμα ωσότου σκεπαστούν ξανά τα πάντα,
πράσινη ηγεμονία χωρίς δειλινό
σαν τα φτερά που αστράφτουν
καθώς ανοίγονται στον ουρανό, 
ένα πέρασμα ανάμεσα στους θάμνους
προσεχών ημερών και το πένθιμο
ξέσπασμα της δυστυχίας παρόμοιο με το πουλί
που πετρώνει το δάσος με το τραγούδι του
και οι επικείμενες ευτυχίες
ανάμεσα στους λιποθυμισμένους κλάδους,
ώρες φωτός τσιμπημένες κιόλας από τα πουλιά,
οιωνοί δραπετεύοντας ανάμεσα στα δάχτυλα

μιά παρουσία σαν ένα τραγούδι ξαφνικό,
σαν τον άνεμο που ψέλνει μες στην πυρκαγιά,
ένα βλέμμα που κρατάει μετέωρο
τον κόσμο με τις θάλασσες και τα βουνά του,
σώμα φωτεινό που ένας αχάτης φιλτράρει,
κνήμες φωτεινές, κοιλιά από φως, κόλποι,
ηλιακός βράχος, σώμα σε χρώμα σύννεφου
σε χρώμα μέρας ραγδαίας που πηδάει,
ώρα που παίρνει σώμα αστράφτοντας,
ο κόσμος είναι τώρα ορατός μες στο κορμί σου,
διάφανος μες στην διαφάνεια σου

βαδίζω μέσα στις στοές των ήχων,
ρέω ανάμεσα στις παρουσίες που αντηχούν,
σαν τον τυφλό διασχίζω τις διαφάνειες,
ένας κατοπτρισμός μ' εξαφανίζει,
γεννιέμαι μέσα σ' έναν άλλον,
ω δάσος με τους μαγεμένους κίονες,
κάτω απ' τα τόξα του φωτός διεισδύω
σε διαδρόμους φθινωπόρου διάφανου

πηγαίνω στο κορμί σου καθώς πάω με τον κόσμο,
η κοιλιά σου ειν' ενας τόπος ηλιόλουστος,
τα βυζιά σου δυό εκκλησιές όπου το αίμα
δοξολογεί τα παράλληλα μυστήριά του,
τα βλέμματά μου σε σκεπάζουν όπως ο κισσός,
είσαι μιά πόλη πολιορκημένη από τη θάλασσα,
ένα τείχος χωρισμένο από το φως
σε δυό μισά, χρώμα ροδάκινου,
ένας τόπος αλατιού, βράχων και πουλιών,
κάτω απ' το νόμο της συσπειρωμένης μεσημβρίας

ντυμένη το χρώμα των πόθων μου
σαν τη σκέψη μου πηγαίνεις γυμνή,
μέσα στα μάτια σου βαδίζω όπως στο νερό,
οι τίγρεις πίνουνε στα μάτια σου νερό.
το κολίμπρι καίγεται σ'αυτές τις φλόγες,
πάω στο μέτωπο σου όπως στο φεγγάρι,
όπως το σύννεφο στη σκέψη σου,
πάω ακολουθώντας την κοιλιά σου όπως στα όνειρά σου
η φούστα σου από αραποσίτι κυματίζει
και τραγουδάει,
η φούστα σου από κρύσταλλο,
η φούστα σου από νερό,
τα χείλη, τα μαλλιά, τα βλέμματά σου,
είσαι βροχή όλη τη νύχτα, όλη μέρα
ανοίγεις το στήθος μου με τα νερένια σου δάχτυλα,
κλείνεις τα μάτια μου με το υδάτινο σου στόμα,
στα κόκκαλά μου στέλνεις τη βροχή, στο στήθος μου
ένα υγρόδεντρο βυθίζει τις νερόριζές του,
ακολουθώ το ανάστημα σου όπως έναν ποταμό,
στο σώμα σου βαδίζω όπως μέσα σ'ένα δάσος,
όπως στο βουνό, σ' ένα μονοπάτι
που απολήγει ξάφνου σε μιάν άβυσσο,
ακολουθώ τις σκόρπιες σου σκέψεις
και στην έξοδο του άσπρου σου μετώπου
η διωγμένη σκιά μου θρυμματίζεται,
μαζεύω τα κομμάτια μου ένα-ένα
και συνεχίζω δίχως σώμα, ψάχνω ψηλαφώντας,
διάδρομοι της μνήμης χωρίς τέλος,
πόρτες ανοιχτές σ' ένα σαλόνι άδειο
όπου σαπίζουνε όλα τα καλοκαίρια,
στο βάθος λάμπουν τα κοσμήματα της δίψας,
πρόσωπο λιποθυμισμένο μόλις το θυμάμαι,
χέρι που χάνεται αν το αγγίξω,
μαλλιά αράχνης αναστατωμένα
πάνω στα χαμόγελα τού κάποτε

στην έξοδο του μετώπου μου, ψάχνω
ψάχνω δίχως να βρίσκω, ψάχνω για μιά στιγμή,
ένα πρόσωπο απο αστραπή και θύελλα
τρέχοντας ανάμεσα στα νυχτερινά δέντρα,
πρόσωπο βροχής μέσα σ' έναν κήπο σκοτεινό,
επίμονο νερό κυλώντας στο πλευρό μου,

ψάχνω δίχως να βρίσκω, γράφω μες στη μοναξιά,
δεν υπάρχει κανείς,
η μέρα τελειώνει, η χρονιά πέφτει,
πέφτω με τη στιγμή, πέφτω στο βάθος,
αόρατος δρόμος σε καθρέφτες
που επαναλαμβάνουν τη θρυμματισμένη μου εικόνα,
βαδίζω πάνω στις μέρες, στις περασμένες στιγμές,
βαδίζω πάνω στις σκέψεις της σκιάς μου,
ποδοπατώ τη σκιά μου αναζητώντας μιά στιγμή,
ψάχνω μιά ημερομηνία ζωντανή σαν ένα πουλί,
ζητώ τον ήλιο στις πέντε το απόγευμα
χλιαρό από τους τοίχους του tezontle*:
η ώρα ωρίμαζε τις αρμαθιές της
κι όταν άνοιγε οι κοπέλες έβγαιναν
από τα ρόδινα σωθικά της και χυνόντουσαν
στις πλάκες της αυλής του κολλεγίου,
ψηλή σαν το φθινόπωρο, προχωρούσε,
ντυμένη φως κάτω από την αψίδα
και ο χώρος, ζώνοντας την, την έντυνε
μ' ένα δέρμα ολόχρυσο και διάφανο,

τίγρη φωτόχρωμη, μελαχρινό ελαφάκι
στα περίχωρα της νύχτας,
κορίτσι μισοκοιταγμένο, σκύβοντας
από τα πράσινα μπαλκόνια της βροχής,
πρόσωπο εφηβικό και αναρίθμητο,
ξέχασα τ' όνομά σου, Μελουζίνα,
Λάουρα, Ισαβέλλα, Περσεφόνη, Μαρία,
έχεις όλα τα πρόσωπα, δεν έχεις κανένα,
έχεις όλες τις ώρες και δεν έχεις καμία,
μοιάζεις στο δέντρο και το σύννεφο,
είσαι όλα τα πουλιά μαζί κι ακόμα ένα αστέρι,
μοιάζεις με του σπαθιού την κόψη
και στο ποτήρι του δήμιου γεμάτο αίμα,
κισσός που προχωρεί, ζώνει και ξεριζώνει
την ψυχή κα τη χωρίζει απ' τον εαυτό της,

γραφή της φωτιάς πάνω στον έβενο,
ραγισματιά στο βράχο, βασίλισσα των ερπετών,
ατμού κολώνα, πηγή μέσα στην πέτρα,
σελήνης τσίρκο κι αετοκορφή
σησαμόσπορε, ελάχιστο αγκάθι
και θνητή που αθάνατες ποινές μοιράζει,
οδηγήτρια σε υποβρύχιες κοιλάδες
και φυλάχτρα της κοιλάδας των νεκρών,
κληματίδα που κρέμεσαι στο βράχο του ιλίγγου,
αναρριχητικό φυτό, φυτό δηλητηριώδες,
λουλούδι της ανάστασης, σταφύλι της ζωής,
κυρία της φλογέρας και της αστραπής,
ταράτσα με τα γιασεμιά, αλάτι μέσα σε πληγή,
μπουκέτο τριαντάφυλλα για τον τουφεκισμένο,
χιόνι αυγουστιάτικο, φεγγάρι της κρεμάλας,
γραφή της θάλασσας επάνω στον βασάλτη,
γραφή του ανέμου μες στην έρημο,
διαθήκη του ήλιου, ρόδι και στάχυ,

πρόσωπο από φλόγες, πρόσωπο καταβροχθισμένο,
πρόσωπο έφηβο και κατατρεγμένο,
χρόνια φαντάσματα, κυκλικές μέρες
βγαίνοντας στην ίδια αυλή, μπροστά στον ίδιο τοίχο,
καίει η στιγμή
και τα διαδοχικά πρόσωπα της φλόγας
δεν είναι παρά το ίδιο πρόσωπο
όλα τα ονόματα είν' ένα μόνο όνομα,
όλα τα πρόσωπα ένα πρόσωπο,
όλοι οι αιώνες μιά σκέτη στιγμή
και για τους αιώνες των αιώνων
ένα ζευγάρι μάτια φράζει το δρόμο για το μέλλον

δεν υπάρχει τίποτα μροστά μου πάρεξ μιά στιγμή
εξαγορασμένη αυτή τη νύχτα μ' ένα όνειρο
με εικόνες ζευγαρωμένες στ' όνειρο,
σκληρά λαξεμένες μες στον ύπνο,
βγαλμένες από το κενό αυτής της νύχτας,
σηκωμένες με του χεριού τη δύναμη γράμμα με γράμμα,
ενώ απ'έξω βιάζεται ο καιρός
και στις πόρτες της ψυχής μου χτυπάει
ο κόσμος με το σαρκοβόρο του ωράριο,

μόλις μιά στιγμή ενώ πόλεις,
τα ονόματα, οι χάρες και όσα ζήσαμε
καταρρέουν στο τυφλό μου μέτωπο,
ενώ η βαριά σκιά της νύχτας
ταπεινώνει τη σκέψη και το σκελετό μου
και το αίμα μου προχωράει πιό αργά
και τα δόντια μου βγάζουν τα παπούτσια τους
και τα μάτια μου θαμπωνονται
και οι μέρες και τα χρόνια
συγκεντρώνουν τις άδειες τους τρομάρες,
ενώ ο καιρός κλείνει το ριπίδι του
και πίσω απ' τις εικόνες του δεν υπάρχει τίποτα,
η στιγμή καταστρέφεται κι επιπλέει,
περικυκλωμένη θάνατο, απειλημένη
από τη νύχτα, από το πένθιμο χασμουρητό της,
απειλημένη από τον σάλο
τού ζωντανού και μασκαρεμένου θανάτου,
η στιγμή καταστρέφεται και διεισδύει στον εαυτό της
όπως κλείνει μιά γροθιά, όπως ένας καρπός

που ωριμάζει προς το εσωτερικό τού εαυτού του
κι ο ίδιος πίνεται κι απλώνει,
η διάφανη στιγμή κλείνει
και ωριμάζει προς τα μέσα, πετάει ρίζες,
φουντώνει μέσα μου, με κυρεύει ολόκληρο,
το τρελλό της φύλλωμα μ' εξόριζει,
οι σκέψεις μου δεν είναι παρά τα πουλιά της,
το θειάφι της κυκλοφορεί στις φλέβες μου,
δέντρο νοητικό, καρποί με γεύση χρόνου,
ω ζωή που θα ζήσεις, που την έζησες κιόλας,
καιρός που επιστρέφει σαν μιάν άμπωτη
κι αποσύρεται δίχως να στρέψει το πρόσωπο,
αυτό που πέρασε, δεν ήταν, αλλά έρχεται
και σιγανά προβάλλει
σε μιάν άλλη στιγμή που λιποθυμάει

μπροστά στο βράδυ του νίτρου και της πέτρας,
οπλισμένη μ' αόρατα μαχαίρια
μιάς κόκκινης ανεξιχνίαστης γραφής,
γράφεις στο δέρμα μου, και οι πληγές
σαν ένα ένδυμα από φλόγες με σκεπάζουν,
φλέγομαι δίχως να καίγομαι, ζητώ το νερό,
και στα μάτια σου δεν υπάρχει νερό,
είναι από πέτρα,
και τα βυζιά, η κοιλιά, οι λαγόνες σου
είναι από πέτρα, το στόμα σου έχει μιά γεύση σκόνης,
το στόμα σου έχει τη γεύση του δηλητηριασμένου χρόνου,
το σώμα σου έχει γεύση πηγαδιού χωρίς διέξοδο,
διαδρόμου με καθρέφτες που επαναλαμβάνουν
τα μάτια του διψασμένου, διάδρομος
που συνεχώς ξαναγυρίζει στο σημείο της αφετηρίας του,
και συ με οδηγείς, τυφλό, απο το χέρι,
διασχίζοντας αυτές τις επίμονες στοές
προς το κέντρο του κύκλου και ορθώνεσαι
σαν μιά λάμψη που συμπυκνώνεται σε τσεκούρι,
σαν ένα φως που γδέρνει, μαγευτική
όπως το ικρίωμα για τον κατάδικο
ευλύγιστη σαν το μαστίγιο κι ευκίνητη
σαν ένα όπλο δίδυμο της σελήνης,
και τα σκόρπια σου λόγια σκάβουν
το στήθος μου, μ' ερημώνουν και μ' αδειάζουν,
μία-μία μού αποσπάς τις αναμνήσεις μου,
ξέχασα τ' όνομά μου, και οι φίλοι μου
γρυλλίζουν ανάμεσα στους χοίρους, ή σαπίζουν
φαγωμένοι από τον ήλιο σ' ένα χαντάκι,
δεν υπάρχει τίποτα μέσα μου πάρεξ μιά πληγή μεγάλη,

ένα άδειο που κανείς δεν περιτρέχει πιά
παρόν χωρίς παράθυρο,
σκέψη που επιστρέφει,
επαναλαμβάνεται, αντικατοπτρίζεται
και χάνεται στην ίδια της τη διαφάνεια,
συνείδηση διάτρητη από ένα μάτι
που κοιτάζει το ίδιο του το βλέμμα ώσπου να χαθεί
από διάυγεια:
                                            είδα το φριχτό σου κέλυφος,
Μελουζίνα, την αυγή, να γυαλίζει πρασινωπό,
κοιμόσουνα πνιγμένη στα σεντόνια,
ξυπνωντας κραυγάσες σαν το πουλί
κι έπεσες δίχως τέλος, σπασμένη και άσπρη,
από σένα δεν απόμεινε παρά η κραυγή σου,
κι ύστερα από αιώνες να 'μαι πάλι
βήχοντας και με όραση κακή, ανασκαλεύοντας
παλιές φωτογραφίες:
                                            δεν υπάρχει κανείς, δεν είσαι κανείς,
ένας λοφίσκος στάχτη κι ένα σάρωθρο,
ένα μαχαίρι στομωμένο κι ένα φτερό,
ένα πτώμα κρεμασμένο σε κόκκαλα,
ένα τσαμπί στεγνό κιόλας, μιά μαύρη τρύπα
και στο βάθος τής τρύπας τα δυό μάτια
ενός παιδιού πνιγμένου εδώ και χίλια χρόνια,
βλέμματα θαμμένα σ' ένα πηγάδι,
βλέμμματα που μας βλέπουν από την αρχή,
βλέμμα παιδί της γριάς μάννας
που βλέπει στο μεγάλο της γιό έναν πατέρα νέο,
βλέμμα μητέρα της εγκαταλελειμμένης κόρης
που βλέπει στον πατέρα της ένα παιδί αρσενικό,
βλέμματα που μας κοιτούν από το βάθος
της ζωής κι είναι του θανάτου παγίδες
- ή το αντίθετο: να πέσεις μέσα σ'αυτά τα μάτια
μήπως θα πει να ξανάρχεσαι στην αληθινή ζωή;

να πέφτω, να ξανάρχομαι, να με ονειρεύομαι
και να με ονειρεύονται
άλλα μάτια μελλοντικά, μιά ζωή άλλη,
άλλα σύννεφα, και να πεθαίνεις έναν άλλο θάνατο!
- αυτή η νύχτα μού αρκεί, κι αυτή η στιγμή
που δεν παύει ν' ανοίγεται και να μου αποκαλύπτει
πού ήμουνα, ποιός υπήρξα, πώς ονομάζεσαι,
πώς εγώ ονομάζομαι:
                                                                                 έκανα σχέδια
για το καλοκαίρι - και για όλα τα καλοκαιριά -
στην Cristopher Street, εδώ και δέκα χρόνια,
με την Phyllis που είχε δυό λακκάκια
όπου τα σπουργίτια έπιναν φως;
στο Paseo de la Reforma, η Κάρμεν μού έλεγε
«ο αέρας δεν έχει βάρος, εδώ είναι πάντα Οκτώβρης»
ή το είπε σ' έναν άλλο που έχασα
ή το εφεύρα και δε μου το 'πε κανείς;
τάχατες βάδιζα τη νύχτα στην Oaxaca,
τεράστιος και βαθυπράσινος σαν ένα δέντρο,
μιλώντας μόνος σαν τον τρελλό άνεμο
και φτάνοντας στο δωμάτιό μου
- πάντοτε ένα δωμάτιο-
οι καθρέφτες δεν με αναγνώρισαν;
από το ξενοδοχείο Vernet είδαμε την αυγή
να χορεύει με τις καστανιές - «είναι αργά»
έλεγες καθώς χτενιζόσουνα κι έβλεπα
κηλίδες στους τοίχους χωρίς να λέω λέξη;
ανεβήκαμε μαζί στην κορυφή τπυ πύργου,
είδαμε το βράδυ να πέφτει από τα βράχια;
φάγαμε σταφύλια στου Bidart;
αγοράσαμε γαρδένιες στου Perote;
                                                                            ονόματα, χώροι,                       
δρόμοι και δρόμοι, πρόσωπα, πλατείες, δρόμοι,
σταθμοί, ένα πάρκο, δωμάτια μοναχικά,
κηλίδες στον τοίχο, κάποιος χτενίζεται,
κάποιος τραγουδάει κοντά μου, κάποιος ντύνεται,
δωμάτια, χώροι, δρόμοι, ονόματα, δωμάτια, 
its rediscovery, the Calendar Stone was mounted on an exterior wall of the Cathedral, where it remained until 1885.
it remained until 1885.

Μαδρίτη, 1937,
στην πλατεία του Αγγέλου οι γυναίκες
κεντούσαν και τραγουδούσαν με τα παιδιά τους
μετά χτύπησε συναγερμός κι ακούστηκαν φωνές,
σπίτια γονατισμένα μες στη σκόνη,
πύργοι σκισμένοι, μέτωπα λερωμένα με φτυσιές,
κι ο λαίλαπας των κινητήρων συνεχώς:
κι οι δυό τους γδύθηκαν κι αγαπηθήκανε
για να υπερασπίσουν το αιώνιο μερτικό μας,
το μερτικό μας σε καιρό και σε παράδεισο,
ν' αγγίξουμε τη ρίζα μας
και να την ξανακαταχτήσουμε,
να ξαναβρούμε την κληρονομιά μας ξεριζωμένη
από κλέφτες της ζωής εδώ και χίλιους αιώνες,
και οι δύο γδύθηκαν και φιληθήκανε
γιατί οι αγκαλιασμένες γυμνότητες
διασχίζουν τον χρόνο κι είναι άτρωτες,
τίποτα δεν τις αγγίζει, ξαναγυρίζουν στην αρχή,
δεν υπάρχει εσύ ούτε εγώ,
αύριο ούτε χτες ούτε ονόματα,
ούτε διπλή αλήθεια μέσα σ' ένα μόνο σώμα,
μιά μόνη ψυχή,
ακέραιο Είναι...
                                                                δωμάτια συμπτωματικά
ανάμεσα σε πόλεις που κυλάνε,
δωμάτια και δρόμοι, ονόματα σαν πληγές,
το δωμάτιο με τα παράθυρα που δίνουν
σ' άλλα δωμάτια
με το ίδιο ξεθωριασμένο χαρτί,
όπου ένας άντρας με πουκάμισο διαβάζει εφημερίδα
όπου μιά γυναίκα σιδερώνει: το διαυγές δωμάτιο
που το επισκεπτονται οι κλάδοι της ροδακινιάς·
το άλλο δωμάτιο: απ' έξω πάντα βρέχει
κι υπάρχει μιά αυλή και τρία παιδάκια σκουριασμένα·
δωμάτια που είναι πλοία και ανεμίζουν
σ' έναν κόλπο φωτός: δωμάτια υποβρύχια:
η σιωπή απλώνεται σε πράσινα κύματα,
κι ό,τι αγγίζουμε φωσφορίζει·
πολυτελή μαυσωλεία, πορτραίτα
ήδη φθαρμένα, χαλιά μεταχειρισμένα,
παγίδες, κελλιά σπήλαια μαγεμένα,
κουτούκια και δωμάτια αριθμημένα,
όλα μεταμορφώνονται, όλα πετούν,
κάθε καλούπι είν' ένα σύννεφο, κάθε πόρτα
βλέπει στη θάλασσα, τα χωράφια, ο αέρας,
κάθε τραπέζι είν' ένα συμπόσιο·
κλειστά σαν αχιβάδες,
ο χρόνος τα πολιορκεί ματαίως,
δεν υπάρχει χρόνος ούτε τοίχος: χώρος, χώρος,
άνοιξε το χέρι σου, θέρισε αυτόν τον πλούτο,
πάρε τους καρπούς, φάε τη ζωή,
ξαπλώσου στις ρίζες του δέντρου, πιές νερό!
όλα μεταμορφώνονται, όλα είναι ιερά,
κάθε δωμάτιο είναι το κέντρο του κόσμου,
είναι η πρώτη νύχτα, η πρώτη μέρα,
ο κόσμος γεννιέται όταν αυτή κι αυτός φιλιούνται,
σταγόνα φωτός σε διαφανή εντόσθια
η κάμαρα ωσάν καρπός μισοανοίγει
ή εκρήγνυται σαν ένα άστρο σκοτεινό
κι οι νόμοι φαγωμένοι από τους αρουραίους,
τα κάγκελα των τραπεζών κι οι φυλακές,
οι γρίλλιες από χαρτί και τα συρματοπλέγματα,
τα γραμματόσημα, τ' αγκάθια, τα καρφιά,
ο μονόχορδος όρκος των όπλων,
ο μελίρρυτος σκορπιός με την ταινία,
ο τίγρης με το ψηλό καπέλο προέδρος
τού Club των φυτοφάγων και του Ερυθρού Σταυρού,
ο γάιδαρος παιδαγωγός, ο κροκόδειλος
παίζοντας τον εξαγοραστή, ο πατέρας των λαών,
ο Αρχηγός, ο καρχαρίας, ο αρχιτέκτονας
του μέλλοντος, το εν στολή γουρούνι
ο εκλεκτός υιός της Εκκλησίας
που πλένει τα μαύρα του δόντια σ' αγιασμό
και παίρνει μαθήματα αγγλικων και δημοκρατίας,
τ' αόρατα χωρίσματα, οι σαπισμένες μάσκες
που χωρίζουν τον άνθρωπο απ'τους ανθρώπους,
τον 'ανθρωπο από τον εαυτό του
                                                                       καταρρέουν
για μιά στιγμή πελώρια και μισοβλέπουμε
τη χαμένη μας ενότητα, τη συμφορά
του Είναι, τη δόξα τού να είμαστε ακόμη,
το μοίρασμα του ψωμιού, ο ήλιος, ο θάνατος,
το σάστισμα-λησμονημένο- τού να ζεις·

ν' αγαπάς θα πει να μάχεσαι, ο κόσμος αλλάζει

όταν δυό εραστές φιλιούνται, οι πόθοι ενσαρκώνονται,
η σκέψη ενσαρκώνεται, φτερούγες φυτρώνουν
στους ώμους του σκλάβου, ο κόσμος
είναι πραγμαγματικός και χειροπιαστός, το κρασί είναι κρασί,
το ψωμί ξαναβρίσκει τη γεύση του, το νερό είναι νερό,
ν' αγαπάς θα πει να μάχεσαι, ν' ανοίγεις πόρτες,
να παύεις να είσαι ένα πρωτοκολλημένο φάντασμα
καταδικασμένο στην αιώνια αλυσίδα
από έναν κύριο απρόσωπο·
                                                              ο κόσμος αλλάζει
όταν δυό όντα κοιτάζονται κι αναγνωρίζονται,
ν' αγαπάς θα πει να γδύνεσαι τ' όνομα σου:
«να μου επιτρέψεις να 'μαι η πουτάνα σου»
είναι τα λόγια της Ελοΐζας,
αλλά αυτός υπέκυψε στους νόμους,
την πήρε για σύζυγο και για ανταμοιβή
ευνουχίστηκε·
                                             πιό πολύ αξίζει το έγκλημα,
οι εραστές που αυτοκτονούν, η επιμειξία
αδελφού κιαι αδελφής, καθρέφτες
ερωτευμένοι με την ομοιότητά τους,
πιο καλά αξίζει να φας ψωμί δηλητηριασμένο,
η μοιχεία σε κρεβάτια στάχτης,
έρωτες σκληροί, παραλήρημα,
ο δηλητηριώδης κισσός, ο σοδομίτης
που, σαν ένα γαρύφαλλο στη μπουτονιέρα
φοράει μιά ροχάλα, καλύτερα να πετροβοληθείς
σε δημόσιες πλατείες
παρά να γυρίζεις το μαγγανοπήγαδο
που εκφράζει την ουσία της ζωης,
μεταφράζει την αιωνιότητα σε άδειες ώρες,
τις στιγμές σε φυλακές, τον χρόνο
σε χρήμα και σε σκατά αφηρημένα·

καλύτερα αξίζει η αγνότητα, άνθος αόρατο

που ζυγιάζεται στους μίσχους της σιωπής,
το δύσκολο διαμάντι των αγίων
που φιλτράρει τους πόθους, χορταίνοντας τον χρόνο,
γάμοι της κίνησης και της γαλήνης,
η μοναξιά τραγουδάει στο κέλυφος της,
κάθε ώρα κρυστάλλινο πέταλο,
ο κόσμος γδύνεται τις μάσκες του,
και στο κέντρο του, διαφάνεια τρέμουσα,
αυτό που λέμε Θεό, το Είναι δίχως όνομα,
κοιτάζεται μες στο κενό, το Είναι δίχως πρόσωπο
προκύπτει από τον εαυτό του, ήλιος των ήλιων,
πληρότητα της παρουσίας και των ονομάτων·

συνεχίζω το παραλήρημα μου, δωμάτια δρόμοι,

στους διαδρόμους του καιρού προχωρώ ψηλαφώντας
κι ανεβοκατεβαίνω τις βαθμίδες του
αγγίζω τα τοιχώματα και μένω ακίνητος,
γυριζω εκεί απ' όπου άρχισα, ψάχνω το πρόσωπό σου,
πορεύομαι από τους δρόμους του εαυτού μου
κάτω από έναν ήλιο δίχως ηλικία,
και δίπλα μου εσένα
προχωρείς σαν ένα δέντρο, σαν ένας ποταμός,
προχωρείς και μου μιλάς σαν ένας ποταμός,
σαν ένα στάχυ αναπτύσσεσαι στα χέρια μου,
σαν ένας σκίουρος ανατριχιάζεις μες στα χέρια μου,
πετάς σαν χίλια πουλιά, το γέλιο σου
με σκεπάζει με αφρούς, το κεφάλι σου
είν' ένα μικρό άστρο μες στα χέρια μου,
ο κόσμος ξαναπρασινίζει αν χαμογελάσεις
τρώγοντας ένα πορτοκάλι
                                                              ο κόσμος αλλάζει
όταν δυό εραστές, ιλιγγιώδεις και αγκαλιασμένοι,
πέφτουν στην χλόη· ο ουρανός κατεβαίνει,
τα δέντρα υψώνονται, ο χώρος
δεν είναι παρά φως και σιωπή, χώρος
ανοιχτός στον αϊτό του ματιού,  
περνάει την άσπρη φυλή των σύννεφων,
το σώμα σπάζει τα δεσμά του,
η ψυχή σηκώνει άγκυρα,
χάνουμε τα ονόματά μας και πετάμε
στην τύχη ανάμεσα σε μπλε και πράσινο,
χρόνος ακέραιος όπου τίποτα δεν συμβαίνει
εκτός απ' την ευτυχισμένη του ροή,

δεν συμβαίνει τίποτα, σωπαίνεις,

τα βλέφαρά σου παίζουν
(σιωπή: ένας άγγελος διέσχισε αυτή τη στιγμή
ψηλός σαν τη ζωή χιλίων ήλιων)
δεν υπάρχει τίποτα παρά ένα παίξιμο βλεφάρων;
- και το συμπόσιο, η εξορία, το πρώτο έγκλημα,
και του γαϊδάρου η σιαγών, ο σκοτωμένος θόρυβος
και το δύσπιστο βλέμμα του νεκρού
πέφτοντας στην σταχτιά πεδιάδα,
ο Αγαμέμνονας και το πελώριο του μουγκρητό
και της Κασσάνδρας η επαναλαμβανόμενη κραυγή
πιό δυνατή απ' τις κραυγές των κυμάτων,
ο δέσμιος Σωκρατης (ο ήλιος προβάλει,
να πεθαίνεις είναι να ξυπνάς: « Κρίτων
έναν κόκορα για τον Ασκληπιό γιατί γιατρεύτηκα από
τη ζωή»),
το τσακάλι που πλανιέται ανάμεσα στα ερείπια
τής Νινευί, η σκιά που είδε ο Βρούτος
πριν από τη μάχη, ο Μοντεζούμα
μέσα στης αϋπνίας του τ' αγκάθινο κρεβάτι,
το ταξίδι προς τον θάνατο μέσα στο κάρο
- το ατέλειωτο ταξίδι του Ροβεσπιέρου
μετρημένο λεφτό με λεφτό
με το σαγόνι του σπασμένο ανάμεσα στα χέρια του -
ο Churruca μες στο βαρέλι του σαν θρόνο
πορφυρό, τα βήματα κιόλας μετρημένα
του Lincoln πηγαίνοντας στο θέατρο,
του Troski ο ρόγχος κι οι οιμωγές του
σαν αγριογούρουνου, στο βλέμμα του Madero
κανένας δεν απάντησε: γιατί με σκοτώνετε;
τα «για τ' όνομα του Θεού», οι οιμωγές, οι σιωπές
του εγκληματία, του αγίου, του φτωχού διαβόλου,
κοιμητήρια φράσεων κι ανεκδότων
που ανασκαλεύουνε οι σκύλοι της ρητορικής,
το παραλήρημα, το χλιμίντρισμα, ο θόρυβος ο σκοτεινός
που κάνουμε πεθαίνοντας και το λαχάνιασμα
της ζωής όταν γεννάει
και των σπασμένων κοκκάλων ο κρότος σε καβγά
και του προφήτη το αφρισμένο στόμα
και η κραυγή του και του δήμιου η κραυγή
και η κραυγή του θύματος...
                                                                            τα μάτια
είναι φλόγες και φλόγες είναι ό,τι κοιτάζουν,
μιά φλόγα τ' αυτί, μιά φλόγα ο ήχος,
κάρβουνα αναμμένα τα χείλη, εμπρησμός η γλώσσα,
το άγγιγμα κι ό,τι αγγίζει,
η σκέψη κι ό,τι σκέφτεται,
φλόγα είναι όποιος σκέπτεται
όλα καίγονται, ο κόσμος είναι φλόγα,
και καίει το ίδιο το μηδέν που τίποτα δεν είναι
πάρεξ μιά φλογισμένη σκέψη, καπνός τελικά:
ούτε δήμιος υπάρχει ούτε θύμα,...
                                                                   και η κραυγή,
το βράδυ της Παρασκευής; κι η σιωπή
που σκεπάζεται από νεύματα,
η σιωπή που λέει χώρις να λέει τίποτα, δε λέει τίποτα;
οι ανθρώπινες κραυγές δεν είναι τίποτα;
δεν τρέχει τίποτα όταν περνάει ο χρόνος;
-τίποτα δεν περνάει παρά στα βλέφαρα του ήλιου
ένα παίξιμο, μόλις μιά κίνηση, τίποτα,
δεν υπάρχει εξαγορά, ο χρόνος δεν γυρίζει πίσω,
και οι νεκροί καρφωμένοι στον θάνατό τους
δεν πεθαίνουν άλλο θάνατο
ανέγγιχτοι, καρφωμένοι στην ίδια τους την κίνηση,
από την μοναξιά τους, από τον θάνατο τους,
δίχως γιατρειά, χωρίς να μας κοιτάζουν μας κοιτούν,
ο θάνατος τους είναι κιόλας το άγαλμα της ζωής τους,
μιά αιωνιότητα κιόλας μηδενισμένη,
κάθε στιγμή δεν είναι τίποτα για πάντα,
ένας βασιλιάς φάντασμα κυβερνάει τους παλμούς σου
και πλάθει
την τελική σου κίνηση, το σκληρό προσωπείο
στην όψη σου που αλλάζει:
είμαστε το μνημείο μιάς ζωής
ξένης, άζηστης, μόλις δικής μας


- η ζωή πότε ήτανε αληθινά δική μας,

πότε είμαστε αληθινά αυτό που είμαστε;
αληθινά, μονάχοι μας, δεν είμαστε, δεν είμαστε ποτέ
παρά ίλιγγος και χάος,
γριμάτσες στον καθρέφτη, τρόμος και ναυτία,
ποτέ η ζωή δεν είναι δικήμας, είναι των άλλων,
η ζωή δεν είναι κανενός, η ζωή είμαστε όλοι
ψωμί του ήλιου για τους άλλους,
όλους τους άλλους που είμαστε-
είμαι άλλος όταν είμαι, οι πράξεις μου
είναι πιόδικές μου όταν είναι επίσης όλων,
για να μπορέσω να είμαι, πρέπει να είμαι ένας άλλος,
να βγω απ' τοΕγώ, να ψάχνω ανάμεσα στους άλλους,
τους άλλους που δεν είναι αν δεν υπάρχω,
τους άλλους που μου δίνουν ύπαρξη,
δεν υπάρχει Εγώ, πάντα είμαστε άλλοι,
η ζωή είναι άλλη, πάντα εδώ κάτω, πάρα πέρα,
έξω από σένα, από μένα, πάντα ορίζοντας,
ζωή που μας πλανάει και μας χωρίζει
από έμας τους ίδιους,
που μας επινοεί ένα πρόσωπο και το φθείρει,
πείνα τού Είναι, ω θάνατε, ψωμί των πάντων,

Ελοϊζα, Περσεφόνη, Μαρία,

δείξε επί τέλους το πρόσωπο σου για να δω
το αληθινό μου πρόσωπο, αυτό του άλλου,
το αλλότριο πρόσωπο μας ολόκληρο δικό μας
πρόσωπο δέντρου και φούρναρη,
σωφέρ και σύννεφου και ναυτικού,
πρόσωπο του ήλιου και του χαντακιού,
του Πέτρου και του Παύλου,
πρόσωπο του μοναχικού συλλογικού,
ξύπνα, να που γεννιέμαι:
                                                               ζωή και θάνατος
συμφιλιώνονται μέσα σου, κυρία της νύχτας,
πύργε της διαύγειας, βασίλισσα της αυγής,
σεληνιακή παρθένα, μάννα της νερομάννας,
σώμα του κόσμου, σπίτι του θανάτου,
πέφτω χωρίς τέλος από τη γέννησή μου,
πέφτω μέσα μου χωρίς ν'αγγίζω το βυθό μου,

μάζεψε με στα μάτια σου, μάζεψε τη σκόνη

τη διασκορπισμένη και συμφιλίωσε τις στάχτες μου,
δέσε τα χωρισμένα μου κόκκαλα,
φύσα στο Είναι μου,
θάψε με στη γη σου
ώστε η σιωπή σου να δώσει ειρήνη στη σκέψη
που ξεσηκώθηκε εναντίον του εαυτού της·
                                                                   άνοιξε το χέρι,
κυρία των σπόρων που είναι μέρες,
η μέρα είναι αθάνατη, υψώνεται, αυγατίζει,
γεννάει και δεν τελειώνει ποτέ,
κάθε μέρα είναι γέννηση, και γέννηση
κάθε αυγή, και ξυπνώ
ξυπνάμε όλοι, ο ήλιος
υψώνεται, πρόσωπο του ήλιου, ο Γιάννης σηκώνεται
με το πρόσωπο του Γιάννη πρόσωπο όλων μας


πόρτα τού Είναι, ξύπνα με, γίνε πρωί,

άσε με να δω το πρόσωπο αυτής της μέρας,
άσε με να δω το πρόσωπο αυτής της νύχτας,
όλα επικοινωνούν και μεταμορφώνονται,
πύλη του αίματος, γέφυρα των παλμών,
οδήγησέ με στην άλλη όχθη αυτής της νύχτας,
όπου είμαι εσύ, όπου είμαστε όλοι άλλοι,
στο βασίλειο των αγκαλιασμένων ονομάτων


πόρτα τού Είναι, άνοιξε το Είναι σου, ξύπνα!

μάθε κι εσύ να είσαι, λάξεψε το πρόσωπο σου
δούλεψε τα χαρακτηριστικά σου, βρές τα μάτια σου
γαι αν κοιτάξεις το πρόσωπο μου που σε αντικρίζει,
για ν'α ατενίσεις τη ζωή ως τον θάνατο
θαλασσινή μορφή, από ψωμί, βράχο, πηγή,
πηγή που διαλύει τις μορφές μας
στο πρόσωπο χωρίς όνομα, το Είναι δίχως πρόσωπο,
ανείπωτη παρουσία των παρουσιών...


θέλω να συνεχίσω να πάω μακρύτερα

μα δεν μπορώ:
η στιγμή βιάστηκε να γίνει άλλη κι άλλη,
κοιμήθηκα τα όνειρα μιάς πέτρας που δεν ονειρεύται
και στο βάθος χρόνων όμοιων με πέτρες
άκουσα να τραγουδάει το αιχμάλωτο αίμα μου,
η αλασσα τραγούδουσε με μιά βουή φωτός,
ένα προς ένα πέφτανε τα τείχη,
όλες οι πόρτες γκρεμιζόντουσαν,
κι ο ήλιος κουρσευτής έτρεχε
κάτω από το μέτωπο μου,
ξεκολλούσε τα κλειστά μου βλέφαρα,
ξεχώριζε το Είναι μου απ' το περίβλημά του,
με τραβούσε από τον εαυτό μου,
με χώριζε από τον βάρβαρο ύπνο μου
των πέτρινων αιώνων
και η μαγεία του καθρεφτίζοντας έκανε να ξαναζεί
μιά ιτιά κρυστάλλινη, μιά λεύκα από νερό,
ένα ψηλό σιντριβάνι γερμένο από τον άνεμο,
ένα δέντρο καλοφυτεμένο αν και χορεύοντας,
το πέρασμα του ποταμού που ελίσσεται,
προχωρεί, πισωδρομίζει, στρέφεται
και πάντα καταφθάνει:


*Οκτάβιο Πάζ:

«Όταν έγραφα το ποίημα, διάβαζα αρχαιολογική μελέτη σχετικά με το ημερολόγιο των Αζτέκων. Μου ήρθε, λοιπόν, στο μυαλό να το αποκαλέσω Ηλιόπετρα. Πρόσθεσα ή αφαίρεσα –δεν θυμάμαι- τρείς ή τέσσερις στίχους ώστε το ποίημα να συμπίπτει με τις 584 μέρες της σύζευξης Αφροδίτης-Ηλιου. Ο χρόνος τού ποιήματός μου δεν είναι ο τελετουργικός χρόνος της αζτέκικης κοσμογονίας, αλλά αφορά στον ανθρώπινο, βιογραφικό χρόνο, ο οποίος είναι γραμμικός. »