Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Κυριακή, 21 Μαΐου 2017

Η Πόλη τον Αύγουστο



Χαμηλώνει το αεροπλάνο επιτέλους,
κατεβαίνω στην πόλη του Αυγούστου.
Η σκιά των φτερών αφήνει ίχνη γαλάζια
πάνω στην ξεραμένη γη
και διατρέχει τις πεδιάδες μ' ένα τρεμούλιασμα
παλιάς ταινίας.
Κατεβαίνω, φτάνω
στην πόλη την αγκαλιασμένη από γυμνά χέρια,
φτάνω στη βραδύτητα των μουσείων,
στις βεράντες που βάζουν στα δέντρα
μια λάμψη μπύρας.
Βρίσκομαι στην πόλη της αντοχής στη ζέστη,
στην πόλη που ζει στο ρυθμό της μετακίνησης.
Οδός Αγίας Ισαβέλλας, αριθμός 19,
όπου τα ταξί καταφθάνουν με ματιά
κυνηγόσκυλου
και η σκάλα έχει θέληση
χεριού που κλείνει,
χεριού που κλείνει γιατί κρύβει
ένα κόσμημα για παράδειγμα,
ένα σμαράγδι μνήμης χρωματιστό,
ένα όνειρο που θέλουμε να υπερασπιστούμε,
όπως υπερασπίζονται δυο κορμιά
όταν είναι αγκαλιασμένα,
όπως δύο κορμιά που αγαπιούνται
με μια θέληση προσηλωμένη στην καταιγίδα,
δύο κορμιά που ήδη γνωρίζουν
την ώρα που ποτέ δεν θα ξεχάσουν,
την μεταλλική Καραϊβική των ανεμιστήρων,
τη σκιά των λεπίδων τους στην οροφή,
ή τα γαλάζια ίχνη,
των φτερών του αεροπλάνου που ξαναφεύγει,
στην πόλη του Αυγούστου,
σ' έναν δεύτερο όροφο,
σε μια γωνιά του ανέμου.

©Luis García Montero
Μετ. Μαριάννα Τζανάκη
Φωτό: Μαριάννα Τζανάκη, Αθήνα, Υμηττός

https://ghteytria.blogspot.gr/

Μια εποχή στην κόλαση


ΚΑΠΟΤΕ, ΕΑΝ ΕΝΘΥΜΟΥΜΑΙ ΚΑΛΩΣ
Κάποτε, αν θυμάμαι καλά, με συμπόσιο έμοιαζε η ζωή μου, όπου κάθε καρδιά ανοίχθηκε και κάθε λογής κρασί έτρεξε. 
Ένα βράδυ, κάθισα την Ομορφιά στα πόδια μου  -και τη βρήκα πικρή -και τη βεβήλωσα. 
Όρθωσα το ανάστημα μου ενάντια στη δικαιοσύνη. 
Τράπηκα σε φυγή. Ω Μάγισσες, Ω Δυστυχία, Ω Μίσος , είναι που σε σας τον θησαυρό μου εμπιστεύθηκα.
Κατάφερα να εξαφανίσω μέσα μου, όλη την ανθρώπινη ελπίδα. Με δρασκέλισμα αθόρυβο, κτήνους βαρύθυμου, έπνιξα κάθε ευχαρίστηση.
Κάλεσα τους δήμιους για να αφανιστώ, μασώντας τις κάνες των όπλων τους. Επικαλέστηκα τους λοιμούς για να με πνίξουν σ’ άμμο και αίμα. Η Δυστυχία ήταν ο Θεός μου.. Στη λάσπη ξάπλωσα στεγνώνοντας τη σάρκα μου με μιαρό αέρα. Υποδύθηκα τον ανόητο ως του σημείου παραφροσύνης.
Και η άνοιξη μου έφερε το τρομώδες γέλιο ενός ηλίθιου. 
Εντούτοις, όταν ήμουν έτοιμος να κοάξω! Σκέφτηκα στα παλαιά συμπόσια να ψάξω το κλειδί, μήπως και βρω ξανά την όρεξη μου.
Η Φιλανθρωπία είναι το κλειδί. Τούτη η έμπνευση καταδεικνύει ότι ονειρεύτηκα.
« Θα παραμείνεις Ύαινα, και όλα τα άλλα…» κραυγάζει ο δαίμονας που κάποτε με έστεψε με τέτοιας λογής όμορφες παπαρούνες. Ψάξε το Θάνατο με όλες τις κεφαλαιώδεις επιθυμίες σου, και τον εγωισμό σου ολάκερο, και μ΄ όλες σου τις αμαρτίες». 
 Α! Επαρκής είμαι απ’ αυτά: Αλλά, Αγαπημένε Σατανά, σας ικετεύω, μη δείχνεται τόσο ενοχλημένος·  και καθώς αναμένεται μερικά καθυστερημένα σημάδια δειλίας, δεδομένου ότι εκτιμάται σε έναν συγγραφέα την έλλειψη περιγραφικής ή διδακτικής ενόρμησης, σας επισυνάπτω τούτες τις ειδεχθείς σελίδες  από το ημερολόγιο μιας καταραμένης ψυχής.

ΒΡΟΜΙΚΟ ΑΙΜΑ
Απ’ τους προγόνους μου του Γαλάτες, κατέχω τα χλωμά γαλάζια μάτια μου, η στενοκεφαλιά και η αδεξιότητα μου στη μάχη. Τα ενδύματα μου είναι τόσο βαρβαρικά όσο και τα δικά τους. Tα μαλλιά μου όμως, αλίγδωτα τ’ αφήνω.
Οι Γαλάτες ήταν ζωογδάρτες και οι πιο αδέξιοι αχυροξηραντές της εποχής τους. 
Από αυτούς κληρονόμησα την ειδωλολατρία και την αγάπη μου για ανοσιουργήματα – Ω! και όλα τα είδη της βίας, το θυμό,  την  ακολασία- υπέροχη που’ ναι,  την απόλαυση: – και προ πάντων το ραχάτι και  την τεμπελιά. 
Κάθε είδους τέχνες με τρομοκρατούν.  Αφεντικά και εργάτες, όλοι τους χωριάτες, ταπεινής καταγωγής. Το χέρι που βαστά την πέννα είναι ισάξιο αυτού που κρατά τ’ αλέτρι. Τί χειρωνακτική εποχή! Ποτέ δεν θα χρησιμοποιήσω τα χέρια μου. Έτσι κι αλλιώς η νοικοκυροσύνη φαντάζει μακριά μου. Η εντιμότητα της ζητιανιάς με θλίβει. Οι εγκληματίες είναι τόσο αηδιαστικοί όσο και οι ευνούχοι· Παραμένω ανέγγιχτος, κι όλα το ίδιο μου κάνουν.
Αλλά ποιός κατέστησε τη γλώσσα μου τόσο αναξιόπιστη, ώστε μέχρι τώρα με καθοδήγησε και με κράτησε αδρανή;  Ούτε καν το ίδιο μου το σώμα δε χρησιμοποίησα για να τα καταφέρω, πιο αργόσχολος και από έναν φρύνο, έζησα παντού. Ούτε μια οικογένεια υπάρχει στην Ευρώπη που να μη γνωρίζω. Μιλώντας για οικογένειες εννοώ, φαμίλιες σα τη δική μου, που χρωστούν τα πάντα στη Διακήρυξη των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Με γιους πρωτότοκους κάθε φαμίλιας ξάπλωσα.
Εάν είχα έστω, κάποια ταύτιση, σε ένα οποιοδήποτε χρονικό σημείο της Γαλλικής ιστορίας.
Αλλά αντ’ αυτού, τίποτε.
Γνωρίζω καλά ότι ήμουν πάντα απόγονος μιας κατώτερης γενιάς. Έτσι δεν μπόρεσα να κατανοήσω την επανάσταση. Οι πρόγονοι μου ποτέ δεν εξεγέρθηκαν , εκτός του να λεηλατήσουν, του να κατασπαράξουν σα λύκοι, το κτήνος που δεν σκότωσαν. 
Αναθυμούμαι την ιστορία της Γαλλίας, πρεσβυτέρας κόρης της Εκκλησίας. Έπρεπε να ‘χω πάει, όπως ένας δουλοπάροικος, σταυροφόρος στους Άγιους Τόπους· το κεφάλι μου είναι γεμάτο μονοπάτια των πεδιάδων της Σουαβίας, απόψεων του Βυζαντίου, προμαχώνων της Ιερουσαλήμ, της λατρείας της Μαρίας, της θλιβερής σκέψης του Χριστού Εσταυρωμένου, στροφές στο κεφάλι μου με χίλιες γητειές βέβηλες .  – Κάθομαι σαν τον λεπρό απάνου σε  θρύψαλα δοχείων και τσουκνίδες, στα θεμέλια ενός διαβρωμένου από τον ήλιο τείχους.- Αργότερα, στρατιώτης του ιππικού, βρήκα προσωρινό καταφύγιο κάτω από τις γερμανικές νύχτες.
Α! Ένα πράγμα ακόμη· Χορεύω σε Σαββαταία τελετή σε κατακόκκινο ξέφωτο, χορεύω μαζί με γριές και παιδιά.
Δεν θυμάμαι καλά το παρελθόν τούτης της γης και τη Χριστιανοσύνη. Ποτέ δεν θα σταματήσω να βλέπω τον εαυτό μου σ’ αυτό το παρελθόν. Αλλά πάντα ολομόναχος, χωρίς οικογένεια, ποία γλώσσα τάχα χρησιμοποίησα για να μιλήσω;  Ποτέ δεν φάνηκα στα συμβούλια του Χριστού· Μήτε στα συμβούλια των Λόρδων, αντιπροσώπων του Χριστού. Τι να’ μουν άραγε στον περασμένο αιώνα: Ούτε ένα σημάδι δεν βλέπω στο παρόν μου. Όχι άλλοι περιπλανώμενοι, όχι άλλοι ασαφείς πόλεμοι πια. Η ταπεινή ράτσα  συγκάλυψε επαρκώς τα πάντα-τους ανθρώπους, καθώς λεει κάποιος, την αιτία· το έθνος και την επιστήμη.
 Α! Επιστήμη! Όλα έχουν ξαναγίνει. Το τούτο μου εστί το αίμα – το ύστατο μυστήριο-  έχουμε την Ιατρική και τη Φιλοσοφία- των αρχαίων γυναικών τα γιατροσόφια και τα λαϊκά τραγούδια παρήλθαν. Και οι πριγκιπικές διασκεδάσεις και τα απαγορευμένα των βασιλέων παιχνίδια. Γεωγραφία, Κοσμογραφία, Μηχανική, Χημεία!…
Επιστήμη, η νέα αριστοκρατία! Πρόοδος! Ο κόσμος προελαύνει!…Και γιατί να μην μπορεί ν’ αλλάξει τούτο;
Είναι τα οράματα των αριθμών. Κινούμαστε προς το Πνεύμα. Και ότι σας λέγω είναι βέβαιο, είναι προφητικό. Κατανοώ και δεδομένου ότι δεν μπορώ να εκφραστώ χωρίς λέξεις παγανιστικές, καλύτερα να παραμείνω σιωπηλός.
Αίμα ειδωλολατρικό επιστρέφει! Σιμώνουμε το Πνεύμα· γιατί ο Χριστός δεν μ’ ελεεί κληροδοτώντας την ψυχή μου με ευγένεια και ελευθερία;  Αλίμονο, το Ευαγγέλιο παρήλθε! Το Ευαγγέλιο! Το Ευαγγέλιο.
Αδηφάγος αναμένω το Θεό μου. Για την αιωνιότητα ολάκερη θα παραμένω ο γόνος μιας κατώτερης γενιάς.
Και τώρα είμαι εδώ, στις παραλίες της Βρετάνης. Αφήστε τις πόλεις να ανάψουν τις λάμπες τους τη νύχτα. Η ημέρα μου έσβησε· εγκαταλείπω την Ευρώπη. Ο θαλασσινός αγέρας θα καυτηριάσει τους πνεύμονες μου· τα τροπικά κλίματα θα μαυρίσουν τη σάρκα μου. Να κολυμπήσω, να λιώσω το χορτάρι, να κυνηγήσω, μα πιότερο να καπνίσω· να πιω οινοπνεύματα δυνατά σα σίδερο λιωμένο, όπως αυτά που συνήθιζαν να πίνουν οι αγαπημένοι μου πρόγονοι γύρω από φωτιές αναμμένες.
Θα επιστρέψω με σιδερένια μέλη, με μαυρισμένη σάρκα και μάτια λυσσασμένα. Και στη θέα ετούτη, ως  δυνατής γενεάς θα τους φανώ. Χρυσάφι θα κατέχω: Βάναυσος και νωθρός θα είμαι. Γυναίκες προστρέχουν τέτοιας λογής  σακάτηδες αγροίκους που γυρνούν από κλίματα αναμμένα. Θα αναμειχθώ με τα κοινά. Σώθηκα.
Τώρα είμαι καταραμένος. Απεχθάνομαι την πατρίδα μου. Το καλύτερο για μένα είναι ένας μεθυσμένος ύπνος , φυτεμένος σε κάποια ακρογιαλιά, μόνο αυτό αξίζει.
Μα κανείς δε φεύγει – Ας ξαναπιάσουμε εξ’ αρχής τους δρόμους μας – φορτωμένους με ανηθικότητα, μ’  ανηθικότητα που έθρεψε τις ρίζες του μαρτυρίου μου, από της λογικής την εποχή- στον ουρανό ανεβαίνει, χτυπώντας με, εκσφενδονίζοντας και σέρνοντας με.
Η τελική αθωότητα, η τελική δειλία. Καθώς έχει λεχθεί. Ας μη διασπείρω στον κόσμο την απέχθεια και τις προδοσίες μου.
Εμπρός! Η πορεία, τα φορτία, η ερημιά, πλήξη και οργή.
Σε ποιόν να πουληθώ; Ποιά κτήνη να λατρέψω; Ποιές ιερές εικόνες να καταστρέψει κάποιος; Ποιές καρδιές θα ραγίσω;  Ποιό ψέμα να κρατήσω – σε ποιό αίμα να πατήσω;
Καλύτερα να προφυλαχθώ απ’ τη δικαιοσύνη – η σκληρή ζωή, απλά κτηνώδης- Ν’ ανασηκώσω, με μια στεγνή γροθιά, το σκέπαστρο του φέρετρου, να ξαπλώσω μέσα, ασφυκτιώντας. Έτσι μήτε γηρατειά, μήτε κίνδυνοι: ο τρόμος δεν είναι Γάλλος
Α! Τόσο πολύ προλόγισα, που προσφέρω ανώφελα αυτό, που ένα θείο είδωλο το ωθεί στην τελειότητα.
Ω, Αυταπάρνηση μου, θαυμαστή φιλευσπλαχνία μου, ανιδιοτελή μου αγάπη! Ακόμα εδώ κάτω, για όλα αυτά.
Εκ Βαθέων, Κύριε, (De profundis, Domine) Τι αρχίδι που είμαι!
Μικρό παιδί ήμουν ακόμη, που θαύμασα τη σκληρή καταδίκη αυτών, που η πόρτα της φυλακής θα τους κρατήσει ισόβια δεσμώτες. Επισκέφθηκα πανδοχεία και δωμάτια νοικιασμένα,  από την παρουσία του, καθαγιασμένα. Αντίκρισα με το βλέμμα του τον γαλανό ουρανό και τον οργασμό των ανθών μες στα λιβάδια.  Στους δρόμους των πόλεων ακολούθησα το μοιραίο του άρωμα  Κι ήταν δυνατότερος από Άγιο, πιο διαισθητικός από στρατοκόπο- και αυτός, αυτός μόνο! ήταν μάρτυρας της δόξης και του σκοπού.
Σε άδειους δρόμους, τις χειμωνιάτικες νύχτες, άστεγος, παγωμένος και πεινασμένος, μια φωνή έσφιξε την παγωμένη μου καρδιά: «Αδυναμία ή Δύναμη: Υπάρχεις, τούτο είναι δύναμη. Δεν γνωρίζεις κατά που ή γιατί πορεύεσαι, προς πάσα κατεύθυνση να πορευθείς, απάντησε σε καθένα. Έτσι κι αλλιώς κανείς δεν θα σε βλάψει πιότερο, απ’ ότι σα νάσουν  πτώμα». Το πρωί η ματιά μου ήταν τόσο απλανής και το πρόσωπο μου έμοιαζε τόσο άδειο, που κι αυτούς που καταπρόσωπο συναπάντησα, ίσως μήτε να  μ’ αντιλήφθηκαν.
Ξάφνου, στις πόλεις, η λάσπη μου φάνηκε σα μίγμα κοκκινόμαυρο, όπως η αντανάκλαση της λάμπας στον καθρέφτη,  που μετακινείται στο διπλανό δωμάτιο, όπως ο θησαυρός στο δάσος! Καλή Τύχη ούρλιαξα, κι είδα μια θάλασσα από φλόγες και καπνός γέμισε τον ουρανό· και στ’ αριστερά, και στα δεξιά, κάθε αγαθό να εκρήγνυται όπως μυριάδες κεραυνοί.
Αλλά από τα όργια και τη συντροφιά των γυναικών όλα μου ήταν απαγορευμένα. Ούτε ακόμα ένας φίλος. Είδα τον εαυτό μου μπροστά σε έναν όχλο, να στέκει αντιμέτωπος με έναν πυροσβεστικό ουλαμό, κλαίγοντας με θλίψη που δεν μπορούσαν να με καταλάβουν, και ζήτησα συγχώρεση! – όπως η Ζαν Ντ’ Αρκ !- « Κληρικοί, Καθηγητές και Ιατροί, σφάλετε καθώς με παραδίδετε στα χέρια του νόμου. Ποτέ δεν ήμουν δικός σας· Ποτέ δεν ήμουν Χριστιανός· Ανήκω στη ράτσα που τραγούδησε στο ικρίωμα. Δεν καταλαβαίνω τους νόμους σας· Δεν έχω καμία ηθική, είμαι ένα κτήνος: Έχετε παραπλανηθεί…»
Ναι, σφαλίζω τα μάτια μου στο φως σας. Είμαι ένα κτήνος, ένας αράπης. Αλλά μπορώ να σωθώ. Σεις είστε ψευταράπαδες, μανιακοί, άγριοι, δυστυχείς, όλοι σας. Έμπορε, είσαι ένας σκυλάραπας· Δικαστή, είσαι ένας σκυλάραπας· Στρατηγέ, είσαι σκυλάραπας, Αυτοκράτορα, παλιά μου φαγούρα, είσαι σκυλάραπας· Μεθύσατε μ’ αφορολόγητο πιοτό, παραγωγής του Σατανά – αυτοί οι άνθρωποι εμπνέονται από τον πυρετό και τον καρκίνο. Ανάπηροι και γέροι είναι τόσο αξιοσέβαστοι που ζητούν να τους βράσουν – το καλύτερο πράγμα είναι να εγκαταλείψεις αυτή την ήπειρο, όπου η τρελή περιπλάνηση παρέχει καταφύγιο σε αυτούς τους τρισάθλιους. Εισέρχομαι στο αληθινό βασίλειο των παιδιών του Ham.
Κατανοώ τη φύση;  Κατανοώ τον εαυτό μου; Όχι άλλα λόγια. Θάβω τους πεθαμένους στην κοιλιά μου… Κραυγές, τύμπανα, χορός, χορός, χορός, χορός! Δεν βλέπω την ώρα που οι λευκοί θα αποβιβαστούν, θα περιέλθω στην ανυπαρξία. 
Δίψα και πείνα, κραυγές, χορός, χορός, χορός, χορός! 
Οι λευκοί αποβιβάζονται! Κανόνια! Τώρα πρέπει να βαφτιστούμε, να ντυθούμε και να αρχίσουμε τη δουλειά.
Η καρδιά μου διαποτίστηκε από επιείκεια. Α! Κι αυτό δεν το είχα προβλέψει.
Δεν έχω σε λάθος υποπέσει. Αλαφρές θα’ ναι οι μέρες μου, και άφεση θα μου δοθεί. Δεν θα υποφέρω τα βάσανα μιας ψυχής μισοπεθαμένης έναντι του Αγαθού, εκεί όπου φως ασκητικό επιστρέφει ως νεκρικών κεριών το φως. Η μοίρα ενός υιού πρωτότοκου, ένα πρόωρο φέρετρο σκεπασμένο αστραφτερά δάκρυα. Χωρίς αμφιβολία η ασωτία είναι ανόητη, η διαστροφή επίσης· κάποιος πρέπει να πετάξει τη σαπίλα μακριά. Μα το ρολόι θα πρέπει να σημάνει στις ώρες του απόλυτου πόνου. Άραγε μπορώ σα να ‘μουν παιδί να παίξω στον Παράδεισο, ξεχνώντας όλη αυτή τη δυστυχία; 
Γρήγορα! Υπάρχουν άλλες ζωές; Ο ύπνος για τους πλουσίους είναι αδύνατος. Τα πλούτη ήταν πάντοτε κοινό αγαθό.  Η Θεϊκή  Αγάπη παρέχει μόνο τα κλειδιά της γνώσης. Βλέπω ότι η φύση είναι μόνο μια επίδειξη ευγένειας. Αποχαιρετιστήριες χίμαιρες, ιδανικά και λάθη. 
Το μετρημένο άσμα των αγγέλων αναδύεται από το ναυαγοσωστικό πλοιάριο: Είναι η θεία αγάπη. Δύο αγάπες! Δύναμαι να πεθάνω από αγάπη γήινη, να πεθάνω από αφοσίωση. Άφησα πίσω μου ψυχές των οποίων η θλίψη θέριεψε στη αναχώρηση μου. Με επιλέγετε μεταξύ των ναυαγών, αυτοί που παραμένουν άραγε δεν είναι φίλοι μου;
Σώστε τους!
Ο σκοπός αναγεννήθηκε μέσα μου. Ο κόσμος είναι καλός. Θα ευλογήσω τη ζωή. Θα αγαπήσω τους αδελφούς μου. Δεν υπάρχουν πλέον οι υποσχέσεις της παιδικής ηλικίας. Μήτε η ελπίδα της διαφυγής των γηρατειών και του θανάτου. Ο Θεός είναι η δύναμή μου, και Τον δοξάζω. 
Η πλήξη δεν είναι πλέον η αγάπη μου. Η οργή, διαστροφή, τρέλα, των οποίων κάθε παρόρμηση και καταστροφή γνωρίζω – το φορτίο μου ολόκληρο κατέβασα. Με καθαρό το πνεύμα σας εκτιμήστε το μέγεθος της αθωότητας μου. Είμαι ανίκανος να ζητήσω της ήττας μου παρηγοριά. Δεν με φαντάζομαι να ξεκινώ για γάμο, και ο Ιησούς Χριστός να είναι πεθερός μου.
Δεν είμαι δεσμώτης του σκοπού μου. Έχω πει: Θεός. Θέλω ελευθερία στη σωτηρία: πώς θα την επιτύχω; Οι ελαφρές απολαύσεις μ’ αφήσανε. Καμία περαιτέρω ανάγκη για τη θεία αγάπη ή για την αφοσίωση στο καθήκον. Δεν μετανοώ για την εποχή των συγκινήσεων και των αισθημάτων. Κάθε τι έχει το σκοπό του, περιφρόνηση και ευσπλαχνία: Κρατώ τη θέση μου στην κορυφή της αγγελικής ιεραρχίας της καλής αίσθησης. 
Όσον αφορά στην εγκατεστημένη ευτυχία, εσωτερική ή όχι… όχι δεν δύναμαι. Είμαι τόσο άσωτος, τόσο αδύναμος. Τον ανθό της ζωής φουντώνει η εργασία, να μια παλιά ιδέα, όχι δική μου· η ζωή μου δεν ζυγίζει παρά ελάχιστα, παρασύρεται και περιπλανιέται πολύ πέρα από τη δράση, αυτό το αγαπημένο σημείο του κόσμου.  
Πώς έγινα γεροντοκόρη, για να βρω το κουράγιο και  να αγαπήσω το θάνατο! 
Αν ο Θεός μου κληροδοτούσε ηρεμία ουράνια, αιθερική, η προσευχή- όπως οι πρώτοι μάρτυρες- Άγιοι! Ισχυροί! Αναχωρητές, ενός είδους καλλιτέχνες πλέον δεν χρειαζόμαστε!
Τούτη η φάρσα δεν έχει τέλος! Η αθωότητά μου είναι αρκετή να με κάνει να δακρύσω. Η ζωή είναι η φάρσα που όλοι πρέπει να παίξουμε.
Αρκετά! Αυτό είναι η τιμωρία σας …. Εμπρός, Μαρς!
 A! Τα πνευμόνια μου καίγονται, τα μηλίγγια μου στριγκλίζουν! Η νύχτα κυλά στα μάτια μου, κάτω από αυτόν τον ήλιο! Η καρδιά μου… τα μέλη μου….
Πού πηγαίνουμε; Στη μάχη; Είμαι αδύναμος! οι άλλοι προχωρούν… Εργαλεία, όπλα…χρόνος!… 
Πυρ! Ρίχτε μου! Εδώ! ή παραδίνομαι -δειλοί! Θα σκοτωθώ! Θα ριχτώ κάτω από τις οπλές των αλόγων! 
 Aχ!… 
– Θα σε συνηθίσω 
Αυτός θα ήταν ο Γαλλικός τρόπος ζωής, το μονοπάτι της τιμής! 

  

https://poetrybookshop.wordpress.com

Σάββατο, 20 Μαΐου 2017

[ΕΞΑΡΧΕΙΑ 80]







Σαντέ σκέτα χωμένα
στο στρατιωτικό αμπέχονο
κι οι ευαισθησίες παντιέρες
σε τσιφτετέλι και ρέγγε
στην πλατεία των ολόφωτων
γυμνασμάτων του μέλλοντος
τα μαλλιά κι οι γενειάδες
σημαίες χωρίς κατάρτια
ξομπλιαστές στ’ αστραποβρόχια
της εκάστοτε κρατικής καταστολής
κι οι νυχτερινές κεραίες
να λικνίζονται σε ουζερί
και ταβέρνες ανά το χώρο
με τον μαύρο ποιητή απ’ το Σουδάν
στην πρωτεύουσα της αναλγησίας
όλοι υποψιασμένοι
για τούτο και για τ’ άλλο
τα περασμένα και τα παρόντα
και τα μελλούμενα να ’ρθούν
προφητικά παρελαύνοντας
απ’ της καρδιάς το πύρωμα
και τις βεβαιότητες της ιδεολογίας
σαν την ανατολή και τη δύση
που είναι σίγουρες
σε όποιο τόπο και χρόνο…



[μέσα από την ποιητική συλλογή
«Με μια κόκκινη ανάταση», 
εκδόσεις Στοχαστής 2016]

 http://www.bibliotheque.gr/article/64220




Πέμπτη, 18 Μαΐου 2017

[Έρημος Σαν Τη Βροχή]







Διαβαίνω αγιάτρευτος μες στ’ όνειρό μου
σε δίχτυ μόνος της πρώτης σιωπής
έδειξα τα πτηνά διχάζεται ο δρόμος
η αλήθεια φαρδαίνει πάντα την ορμή.
Κι η μοίρα των άστρων
θα είναι τέφρα θα είναι μια μεγάλη πυρική
τώρα μαθαίνω το αίμα μου
δίχως τους δροσερούς υακίνθους
τώρα σε βλέπω δρόμε του καλού σαν ειδοποίηση με κρίνους
έχοντας το σακούλι τ’ αναστεναγμού
κι όλο πηγαίνω
πηγαίνω
στις πηγές

http://www.bibliotheque.gr/article/64144

Παρασκευή, 5 Μαΐου 2017

Ο ΕΦΙΑΛΤΗΣ ΤΗΣ ΠΕΡΣΕΦΟΝΗΣ




Εκεί που φύτρωνε φλησκούνι και άγρια μέντα
κι έβγαζε η γη το πρώτο της κυκλάμινο
τώρα χωριάτες παζαρεύουν τα τσιμέντα
και τα πουλιά πέφτουν νεκρά στην υψικάμινο.
Εκεί που σμίγανε τα χέρια τους οι μύστες
ευλαβικά πριν μπουν στο τελεστήριο
τώρα πετάνε τ’ αποτσίγαρα οι τουρίστες
και το καινούργιο παν να δουν διυλιστήριο.
Εκεί που η θάλασσα γινόταν ευλογία
κι ήταν ευχή του κάμπου τα βελάσματα
τώρα καμιόνια κουβαλάν στα ναυπηγεία
άδεια κορμιά σιδερικά παιδιά κι ελάσματα.
Κοιμήσου Περσεφόνη
στην αγκαλιά της γης
στου κόσμου το μπαλκόνι
ποτέ μην ξαναβγείς.

Δευτέρα, 1 Μαΐου 2017

Γιάννης Ρίτσος



Ένα πρόσωπο (Γιάννης Ρίτσος)


Είναι ένα πρόσωπο φωτεινό, σιωπηλό, καταμόναχο
σαν ολόκληρη μοναξιά, σαν ολόκληρη νίκη
πάνω στη μοναξιά. Αυτό το πρόσωπο
σε κοιτάζει ανάμεσα από δυο στήλες ασάλευτο νερό.

Και δεν γνωρίζεις ποιο απ΄ τα δύο πείθει
Περισσότερο.




Παραδοχή (Γιάννης Ρίτσος)


Νικημένος απ’ το γαλάζιο
με το κεφάλι ακουμπισμένο στα γόνατα της σιωπής
πεθαμένος από ζωή
πεθαμένος από νιότη
βουλιαγμένος κάτου απ’ τη φωτιά του
με το φύκι σαλεύοντας στη μασκάλη του-

Το κύμα της μέρας δεν εύρισκε αντίσταση
μήτε σ’ ένα χαλίκι της σκέψης του.

Είταν έτοιμος πια για τον έρωτα
και για το θάνατο.




Ο ξένος XV (Γιάννης Ρίτσος)



Η αποστολή μου τέλειωσε
κι ακόμη αργοπορώ.
Αμφίρροπος ακόμη στέκω
στη γέφυρα που μου χτίζει το βλέμμα σου.
Ζητάς ν’ ακολουθήσεις τη σκιά μου
που χάνεται μέσα στο φως
σαν το σπαθί μέσα στη θήκη του.

Ο δρόμος είναι απέραντος
ο δρόμος είναι δύσκολος κ’ είναι γυμνός
σαν ένα χέρι που ποτέ δε χάιδεψε
και που ποτέ δεν συγχωρεί.

Ο δρόμος που οδηγεί κοντά μου βρίσκεται εντός σου.
Σκύψε βαθιά πολύ βαθιά σου
τόσο που να λυγίσεις όλος σ’ ένα τόξο
να σφεντονήσεις το βέλος στη σιωπή.
Εκεί ανατέλλει το φως μου που αγαπάς
το δικό σου φως
το φως όλου του κόσμου.




Η σονάτα τού σεληνόφωτος (Γιάννης Ρίτσος)


1

(Ανοιξιάτικο βράδυ. Μεγάλο δωμάτιο παλιού σπιτιού. Μια ηλικιωμένη γυναίκα, ντυμένη στα μαύρα, μιλάει σ’ έναν νέο. Δεν έχουν ανάψει φως. Απ’ τα δύο παράθυρα μπαίνει ένα αμείλικτο φεγγαρόφωτο. Ξέχασα να πω ότι η Γυναίκα με τα Μαύρα έχει εκδώσει δύο-τρεις ενδιαφέρουσες ποιητικές συλλογές θρησκευτικής πνοής. Λοιπόν, η Γυναίκα με τα Μαύρα μιλάει στον Νέο):



Άφησέ με να έρθω μαζί σου. Τι φεγγάρι απόψε!
Είναι καλό το φεγγάρι, – δε θα φαίνεται
που άσπρισαν τα μαλλιά μου. Το φεγγάρι
θα κάνει πάλι χρυσά τα μαλλιά μου. Δε θα καταλάβεις.
Άφησέ με να έρθω μαζί σου.
Όταν έχει φεγγάρι μεγαλώνουν οι σκιές μες στο σπίτι,
αόρατα χέρια τραβούν τις κουρτίνες,
ένα δάχτυλο αχνό γράφει στη σκόνη του πιάνου
λησμονημένα λόγια δε θέλω να τ ακούσω. Σώπα.
Άφησε με να έρθω μαζί σου
λίγο πιο κάτου, ως την μάντρα του τουβλάδικου,
ως εκεί που στρίβει ο δρόμος και φαίνεται
η πολιτεία τσιμεντένια κι αέρινη, ασβεστωμένη με φεγγαρόφωτο,
τόσο αδιάφορη κι άυλη
τόσο θετική σαν μεταφυσική
που μπορείς επιτέλους να πιστέψεις
πως υπάρχεις και δεν υπάρχεις
πως ποτέ δεν υπήρξες, δεν υπήρξε ο χρόνος κι η φθορά του.
Άφησε με να έρθω μαζί σου…..

2

Θα καθίσουμε λίγο στο πεζούλι, πάνω στο ύψωμα,
κι όπως θα μας φυσάει ο ανοιξιάτικος αέρας
μπορεί να φανταστούμε κιόλας πως θα πετάξουμε,
γιατί, πολλές φορές, και τώρα ακόμη,
ακούω τον θόρυβο του φουστανιού μου
σαν τον θόρυβο δύο δυνατών φτερών που ανοιγοκλείνουν,
κι όταν κλείνεσαι μέσα σ αυτόν τον ήχο του πετάγματος
νιώθεις κρουστό το λαιμό σου, τα πλευρά σου, τη σάρκα σου,
κι έτσι σφιγμένος μες στους μυώνες του γαλάζιου αγέρα,
μέσα στα ρωμαλέα νεύρα του ύψους,
δεν έχει σημασία αν φεύγεις ή αν γυρίζεις
κι ούτε έχει σημασία που άσπρισαν τα μαλλιά μου,
(δεν είναι τούτο η λύπη μου η λύπη μου
είναι που δεν ασπρίζει κι η καρδιά μου).
Άφησε με να έρθω μαζί σου
Το ξέρω πως καθένας μοναχός πορεύεται στον έρωτα,
μοναχός στη δόξα και στο θάνατο.
Το ξέρω. Το δοκίμασα. Δεν ωφελεί.
Άφησε με να έρθω μαζί σου….

3

Τούτο το σπίτι στοίχειωσε, με διώχνει θέλω να πω έχει παλιώσει
πολύ, τα καρφιά ξεκολλάνε,
τα κάδρα ρίχνονται σα να βουτάνε στο κενό,
οι σουβάδες πέφτουν αθόρυβα
όπως πέφτει το καπέλο του πεθαμένου
απ’ την κρεμάστρα στο σκοτεινό διάδρομο
όπως πέφτει το μάλλινο τριμμένο γάντι της σιωπής απ’ τα γόνατά της
ή όπως πέφτει μια λουρίδα φεγγάρι στην παλιά, ξεκοιλιασμένη πολυθρόνα.
Κάποτε υπήρξε νέα κι αυτή, – όχι η φωτογραφία που κοιτάς με τόση δυσπιστία
λέω για την πολυθρόνα, πολύ αναπαυτική,
μπορούσες ώρες ολόκληρες να κάθεσαι
και με κλεισμένα μάτια να ονειρεύεσαι ό,τι τύχει
– μιαν αμμουδιά στρωτή, νοτισμένη, στιλβωμένη από φεγγάρι,
πιο στιλβωμένη απ’ τα παλιά λουστρίνια μου που κάθε μήνα τα δίνω
στο στιλβωτήριο της γωνίας,
ή ένα πανί ψαρόβαρκας που χάνεται στο βάθος
λικνισμένο απ’ την ίδια του ανάσα,
τριγωνικό πανί σα μαντίλι διπλωμένο λοξά μόνο στα δύο
σα να μην είχε τίποτα να κλείσει ή να κρατήσει
ή ν’ ανεμίσει διάπλατο σε αποχαιρετισμό.
Πάντα μου είχα μανία με τα μαντίλια,
όχι για να κρατήσω τίποτα δεμένο,
τίποτα σπόρους λουλουδιών ή χαμομήλι μαζεμένο
στους αγρούς με το λιόγερμα
ή να το δέσω τέσσερις κόμπους σαν το αντικρινό γιαπί
ή να σκουπίζω τα μάτια μου, – διατήρησα καλή την όρασή μου,
ποτέ μου δεν φόρεσα γυαλιά. Μια απλή ιδιοτροπία τα μαντίλια….



4

Τώρα τα διπλώνω στα τέσσερα, στα οχτώ, στα δεκάξι
ν’ απασχολώ τα δάχτυλά μου. Και τώρα θυμήθηκα
πως έτσι μετρούσα τη μουσική σαν πήγαινα στο Ωδείο
με μπλε ποδιά κι άσπρο γιακά, με δύο ξανθές πλεξούδες
κρατημένη απ’ το χέρι μιας μικρής φίλης μου ροδακινιάς
όλο φως και ροζ λουλούδια,
(συγχώρεσέ μου αυτά τα λόγια κακή συνήθεια) –
κι οι δικοί μου στήριζαν μεγάλες ελπίδες στο μουσικό μου τάλαντο.
Λοιπόν, σου’ λεγα για την πολυθρόνα
ξεκοιλιασμένη φαίνονται οι σκουριασμένες σούστες, τα άχερα
έλεγα να την πάω δίπλα στο επιπλοποιείο,
μα που καιρός και λεφτά και διάθεση τι να πρωτοδιορθώσεις; –
έλεγα να ρίξω ένα σεντόνι πάνω της, – φοβήθηκα
τ’ άσπρο σεντόνι σε τέτοιο φεγγαρόφωτο. Εδώ κάθισαν
άνθρωποι που ονειρεύτηκαν μεγάλα όνειρα,
όπως κι εσύ κι όπως κι εγώ άλλωστε,
και τώρα ξεκουράζονται κάτω απ’ το χώμα
δίχως να ενοχλούνται απ’ τη βροχή ή το φεγγάρι.
Άφησε με να έρθω μαζί σου…

5

Θα σταθούμε λιγάκι στην κορφή της μαρμάρινης σκάλας του Αϊ-Νικόλα,
ύστερα εσύ θα κατηφορίσεις κι εγώ θα γυρίσω πίσω
έχοντας στ’ αριστερό πλευρό μου τη ζέστα
απ’ το τυχαίο άγγιγμα του σακακιού σου
κι ακόμη μερικά τετράγωνα φώτα από μικρά συνοικιακά παράθυρα
κι αυτή την πάλλευκη άχνα απ’ το φεγγάρι
που ‘ναι σα μια μεγάλη συνοδεία ασημένιων κύκνων
και δε φοβάμαι αυτή την έκφραση, γιατί εγώ
πολλές ανοιξιάτικες νύχτες συνομίλησα
άλλοτε με το Θεό που μου εμφανίστηκε
ντυμένος την αχλύ και την δόξα ενός τέτοιου σεληνόφωτος,
και πολλούς νέους, πιο ωραίους κι από σένα ακόμη, του εθυσίασα,
έτσι λευκή κι απρόσιτη ν’ ατμίζομαι μες στη λευκή μου φλόγα,
στη λευκότητα του σεληνόφωτος,
πυρπολημένη απ’ τ’ αδηφάγα μάτια των αντρών
κι απ’ τη δισταχτικήν έκσταση των εφήβων,
πολιορκημένη από εξαίσια, ηλιοκαμένα σώματα,
άλκιμα μέλη γυμνασμένα στο κολύμπι, στο κουπί, στο στίβο,
στο ποδόσφαιρο (που έκανα πως δεν τα ‘βλεπα)
–ξέρεις, καμιά φορά, θαυμάζοντας, ξεχνάς, ό,τι θαυμάζεις,
σου φτάνει ο θαυμασμός σου,–
θε μου, τι μάτια πάναστρα, κι ανυψωνόμουν
σε μιαν αποθέωση αρνημένων άστρων
γιατί, έτσι πολιορκημένη απ’ έξω κι από μέσα,
άλλος δρόμος δε μου ‘μενε παρά μονάχα
προς τα πάνω ή προς τα κάτω.
– Όχι, δε φτάνει.
Άφησε με να έρθω μαζί σου …

6

Το ξέρω η ώρα είναι πια περασμένη. Άφησέ με,
γιατί τόσα χρόνια, μέρες και νύχτες και πορφυρά μεσημέρια,
έμεινα μόνη, ανένδοτη, μόνη και πάναγνη,
ακόμη στη συζυγική μου κλίνη πάναγνη και μόνη,
γράφοντας ένδοξους στίχους στα γόνατα του Θεού,
στίχους που, σε διαβεβαιώ, θα μένουνε
σα λαξευμένοι σε άμεμπτο μάρμαρο
πέρα απ’ τη ζωή μου και τη ζωή σου,
πέρα πολύ. Δε φτάνει.
Άφησε με να έρθω μαζί σου.
Τούτο το σπίτι δε με σηκώνει πια.
Δεν αντέχω να το σηκώνω στη ράχη μου.
Πρέπει πάντα να προσέχεις, να προσέχεις,
να στεριώνεις τον τοίχο με το μεγάλο μπουφέ
να στεριώνεις τον μπουφέ με το πανάρχαιο σκαλιστό τραπέζι
να στεριώνεις το τραπέζι με τις καρέκλες
να στεριώνεις τις καρέκλες με τα χέρια σου
να βάζεις τον ώμο σου κάτω απ’ το δοκάρι που κρέμασε.
Και το πιάνο, σα μαύρο φέρετρο κλεισμένο. Δε τολμάς να τ’ ανοίξεις.
Όλο να προσέχεις, να προσέχεις, μην πέσουν, μην πέσεις. Δεν αντέχω.
Άφησε με να έρθω μαζί σου…..

7

Τούτο το σπίτι, παρ όλους τους νεκρούς του,
δεν εννοεί να πεθάνει.
Επιμένει να ζει με τους νεκρούς του
να ζει απ’ τους νεκρούς του
να ζει απ’ τη βεβαιότητα του θανάτου του
και να νοικοκυρεύει ακόμη τους νεκρούς του
σ’ ετοιμόρροπα κρεβάτια και ράφια.
Άφησε με να έρθω μαζί σου.
Εδώ, όσο σιγά κι αν περπατήσω μες στην άχνα της βραδιάς,
είτε με τις παντούφλες, είτε ξυπόλυτη,
κάτι θα τρίξει, – ένα τζάμι ραγίζει ή κάποιος καθρέφτης,
κάποια βήματα ακούγονται, – δεν είναι δικά μου.
Έξω, στο δρόμο μπορεί να μην ακούγονται τούτα τα βήματα, –
η μεταμέλεια, λένε, φοράει ξυλοπάπουτσα, –
κι αν κάνεις να κοιτάξεις σ’ αυτόν ή τον άλλον καθρέφτη,
πίσω απ’ την σκόνη και τις ραγισματιές,
διακρίνεις πιο θαμπό και πιο τεμαχισμένο το πρόσωπό σου,
το πρόσωπο σου που άλλο δε ζήτησες στη ζωή παρά να το κρατήσεις
καθάριο κι αδιαίρετο.
Τα χείλη του ποτηριού γυαλίζουν στο φεγγαρόφωτο
σαν κυκλικό ξυράφι πώς να το φέρω στα χείλη μου;
όσο κι αν διψώ, – πως να το φέρω; – Βλέπεις;
έχω ακόμη διάθεση για παρομοιώσεις, – αυτό μου απόμεινε,
αυτό με βεβαιώνει ακόμη πως δεν λείπω.
Άφησε με να έρθω μαζί σου….

8

Φορές-φορές, την ώρα που βραδιάζει, έχω την αίσθηση
πως έξω απ’ τα παράθυρα περνάει ο αρκουδιάρης
με τη γριά βαρειά του αρκούδα
με το μαλλί της όλο αγκάθια και τριβόλια
σηκώνοντας σκόνη στο συνοικιακό δρόμο
ένα ερημικό σύννεφο σκόνη που θυμιάζει το σούρουπο
και τα παιδιά έχουν γυρίσει σπίτια τους για το δείπνο
και δεν τ’ αφήνουν πια να βγουν έξω
μ’ όλο που πίσω απ’ τους τοίχους μαντεύουν
το περπάτημα της γριάς αρκούδας
κι η αρκούδα κουρασμένη πορεύεται μες στη σοφία της μοναξιάς της,
μην ξέροντας για πού και γιατί
έχει βαρύνει, δεν μπορεί πια
να χορεύει στα πισινά της πόδια
δεν μπορεί να φοράει τη δαντελένια σκουφίτσα της
να διασκεδάζει τα παιδιά, τους αργόσχολους, τους απαιτητικούς,
και το μόνο που θέλει είναι να πλαγιάσει στο χώμα
αφήνοντας να την πατάνε στην κοιλιά,
παίζοντας έτσι το τελευταίο παιχνίδι της,
δείχνοντας την τρομερή της δύναμη για παραίτηση,
την ανυπακοή της στα συμφέροντα των άλλων,
στους κρίκους των χειλιών της, στην ανάγκη των δοντιών της,
την ανυπακοή της στον πόνο και στη ζωή
με τη σίγουρη συμμαχία του θανάτου έστω κι ενός αργού θανάτου
την τελική της ανυπακοή στο θάνατο
με τη συνέχεια και τη γνώση της ζωής
που ανηφοράει με γνώση και με πράξη πάνω απ τη σκλαβιά της.
Μα ποιος μπορεί να παίξει ως το τέλος αυτό το παιχνίδι;
Κι η αρκούδα σηκώνεται πάλι και πορεύεται
υπακούοντας στο λουρί της, στους κρίκους της, στα δόντια της,
χαμογελώντας με τα σκισμένα χείλη της
στις πενταροδεκάρες που της ρίχνουνε
τα ωραία κι ανυποψίαστα παιδιά
(ωραία ακριβώς γιατί είναι ανυποψίαστα)
και λέγοντας ευχαριστώ. Γιατί οι αρκούδες που γεράσανε
το μόνο που έμαθαν να λένε είναι: ευχαριστώ, ευχαριστώ.
Άφησέ με να έρθω μαζί σου….

9

Τούτο το σπίτι με πνίγει. Μάλιστα η κουζίνα
είναι σαν το βυθό της θάλασσας.
Τα μπρίκια κρεμασμένα γυαλίζουν σα στρογγυλά,
μεγάλα μάτια απίθανων ψαριών,
τα πιάτα σαλεύουν αργά σαν τις μέδουσες,
φύκια κι όστρακα πιάνονται στα μαλλιά μου
δεν μπορώ να τα ξεκολλήσω ύστερα,
δεν μπορώ ν’ ανέβω πάλι στην επιφάνεια
ο δίσκος μου πέφτει απ’ τα χέρια άηχος, – σωριάζομαι
και βλέπω τις φυσαλίδες απ’ την ανάσα μου ν’ ανεβαίνουν, ν’ ανεβαίνουν
και προσπαθώ να διασκεδάσω κοιτάζοντές τες
κι αναρωτιέμαι τι θα λέει αν κάποιος βρίσκεται
από πάνω και βλέπει αυτές τις φυσαλίδες,
τάχα πως πνίγεται κάποιος ή πως ένας δύτης ανιχνεύει τους βυθούς;
Κι αλήθεια δεν είναι λίγες οι φορές που ανακαλύπτω εκεί,
στο βάθος του πνιγμού, κοράλλια και μαργαριτάρια
και θησαυρούς ναυαγισμένων πλοίων,
απρόοπτες συναντήσεις, και χτεσινά και σημερινά μελλούμενα,
μιαν επαλήθευση σχεδόν αιωνιότητας,
κάποιο ξανάσαμα, κάποιο χαμόγελο αθανασίας, όπως λένε,
μιαν ευτυχία, μια μέθη, κι ενθουσιασμόν ακόμη,
κοράλλια και μαργαριτάρια και ζαφείρια,
μονάχα που δεν ξέρω να τα δώσω όχι τα δίνω,
μονάχα που δεν ξέρω αν μπορούν να τα πάρουν
πάντως εγώ τα δίνω.
Άφησέ με να έρθω μαζί σου….

10

Μια στιγμή, να πάρω τη ζακέτα μου.
Τούτο τον άστατο καιρό, όσο να ‘ναι, πρέπει να φυλαγόμαστε.
Έχει υγρασία τα βράδια, και το φεγγάρι
δε σου φαίνεται, αλήθεια, πως επιτείνει την ψύχρα;
Άσε να σου κουμπώσω το πουκάμισο τι δυνατό το στήθος σου,
–τι δυνατό φεγγάρι, – η πολυθρόνα, λέω κι όταν σηκώνω
το φλιτζάνι απ’ το τραπέζι
μένει από κάτω μια τρύπα σιωπή, βάζω αμέσως την παλάμη μου επάνω
να μην κοιτάξω μέσα, – αφήνω πάλι το φλιτζάνι στη θέση του,
και το φεγγάρι μια τρύπα στο κρανίο του κόσμου
μην κοιτάξεις μέσα,
έχει μια δύναμη μαγνητική που σε τραβάει μην κοιτάξεις,
μην κοιτάχτε,
ακούστε με που σας μιλάω θα πέσετε μέσα.
Τούτος ο ίλιγγος ωραίος, ανάλαφρος θα πέσεις,–
ένα μαρμάρινο πηγάδι το φεγγάρι,
ίσκιοι σαλεύουν και βουβά φτερά, μυστηριακές φωνές δεν τις ακούτε;
Βαθύ-βαθύ το πέσιμο,
βαθύ-βαθύ το ανέβασμα,
το αέρινο άγαλμα κρουστό μες στ’ ανοιχτά φτερά του,
βαθειά-βαθειά η αμείλικτη ευεργεσία της σιωπής,–
τρέμουσες φωταψίες της άλλης όχθης,
όπως ταλαντεύεσαι μες στο ίδιο σου το κύμα,
ανάσα ωκεανού. Ωραίος, ανάλαφρος
ο ίλιγγος τούτος, – πρόσεξε, θα πέσεις.
Μην κοιτάς εμένα,
εμένα η θέση μου είναι το ταλάντευμα ο εξαίσιος ίλιγγος.
Έτσι κάθε απόβραδο έχω λιγάκι πονοκέφαλο, κάτι ζαλάδες…

11

Συχνά πετάγομαι στο φαρμακείο απέναντι για καμιάν ασπιρίνη,
άλλοτε πάλι βαριέμαι και μένω με τον πονοκέφαλό μου
ν’ ακούω μες στους τοίχους τον κούφιο θόρυβο που κάνουν οι σωλήνες του νερού,
ή ψήνω έναν καφέ, και, πάντα αφηρημένη,
ξεχνιέμαι κ ετοιμάζω δυο ποιος να τον πιει τον άλλον; –
αστείο αλήθεια, τον αφήνω στο περβάζι να κρυώνει
ή κάποτε πίνω και τον δεύτερο, κοιτάζοντας απ’ το παράθυρο
τον πράσινο γλόμπο του φαρμακείου
σαν το πράσινο φως ενός αθόρυβου τραίνου
που έρχεται να με πάρει
με τα μαντίλια μου, τα στραβοπατημένα μου παπούτσια,
τη μαύρη τσάντα μου, τα ποιήματα μου,
χωρίς καθόλου βαλίτσες τι να τις κάνεις;
Άφησέ με να έρθω μαζί σου….

12

Α, φεύγεις; Καληνύχτα. Όχι, δε θα έρθω. Καληνύχτα.
Εγώ θα βγω σε λίγο. Ευχαριστώ. Γιατί, επιτέλους, πρέπει
να βγω απ’ αυτό το τσακισμένο σπίτι.
Πρέπει να δω λιγάκι πολιτεία, – όχι, όχι το φεγγάρι
την πολιτεία με τα ροζιασμένα χέρια της,
την πολιτεία του μεροκάματου,
την πολιτεία που ορκίζεται στο ψωμί και στη γροθιά της
την πολιτεία που μας αντέχει στη ράχη της
με τις μικρότητες μας, τις κακίες, τις έχτρες μας,
με τις φιλοδοξίες, την άγνοιά μας και τα γερατειά μας, –
ν’ ακούσω τα μεγάλα βήματά της πολιτείας,
να μην ακούω πια τα βήματα σου
μήτε τα βήματα του Θεού, μήτε και τα δικά μου βήματα.
Καληνύχτα…

13

(Το δωμάτιο σκοτεινιάζει. Φαίνεται πως κάποιο σύννεφο θα έκρυψε το φεγγάρι. Μονομιάς, σαν κάποιο χέρι να δυνάμωσε το ραδιόφωνο του γειτονικού μπαρ, ακούστηκε μια πολύ γνωστή μουσική φράση. Και τότε κατάλαβα πως όλη τούτη τη σκηνή τη συνόδευε χαμηλόφωνα η «Σονάτα του Σεληνόφωτος», μόνο το πρώτο μέρος. Ο νέος θα κατηφορίζει τώρα μ’ ένα ειρωνικό κι ίσως συμπονετικό χαμόγελο στα καλογραμμένα χείλη του και μ’ ένα συναίσθημα απελευθέρωσης. Όταν θα φτάσει ακριβώς στον Άη-Νικόλα, πριν κατέβει τη μαρμάρινη σκάλα, θα γελάσει, – ένα γέλιο δυνατό, ασυγκράτητο. Το γέλιο του δε θ’ ακουστεί καθόλου ανάρμοστα κάτω απ’ το φεγγάρι. Ίσως το μόνο ανάρμοστο να είναι το ότι δεν είναι καθόλου ανάρμοστο. Σε λίγο ο Νέος θα σωπάσει, θα σοβαρευτεί και θα πει: «Η παρακμή μιας εποχής». Έτσι, ολότελα ήσυχος πια, θα ξεκουμπώσει πάλι το πουκάμισό του και θα τραβήξει το δρόμο του. Όσο για τη γυναίκα με τα μαύρα, δεν ξέρω αν βγήκε τελικά απ το σπίτι. Το φεγγαρόφωτο λάμπει ξανά. Και στις γωνίες του δωματίου οι σκιές σφίγγονται από μιαν αβάσταχτη μετάνοια, σχεδόν οργή, όχι
τόσο για τη ζωή, όσο για την άχρηστη εξομολόγηση. Ακούτε; Το ραδιόφωνο συνεχίζει.) …



Γιάννης Ρίτσος, Από τη συλλογή Η σονάτα τού σεληνόφωτος (1956)
https://yiannisritsos.wordpress.com/

Κυριακή, 30 Απριλίου 2017

ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΠΡΩΤΟΣ




Σα να μην υπήρξαμε ποτέ
κι όμως πονέσαμε απ’ τα βάθη.
Ούτε που μας δόθηκε μια εξήγηση
για το άρωμα των λουλουδιών τουλάχιστον.
Η άλλη μισή μας ηλικία θα περάσει
χαρτοπαίζοντας με το θάνατο στα ψέματα.
Και λέγαμε πως δεν έχει καιρό η αγάπη
να φανερωθεί ολόκληρη.
Μια μουσική
άξια των συγκινήσεων μας
δεν ακούσαμε.
Βρεθήκαμε σ’ ένα διάλειμμα του κόσμου
ο σώζων εαυτόν σωθήτω.
Θα σωθούμε από μια γλυκύτητα
στεφανωμένη με αγκάθια.
Χαίρετε άνθη σιωπηλά
με των καλύκων την περισυλλογή
ο τρόμος εκλεπτύνεται στην καρδιά σας.
Ενδότερα ο Κύριος λειτουργεί
ενδότερα υπάρχουμε μαζί σας.
Δεν έχει η απαλή ψυχή βραχώδη πάθη
και πάντα λέει το τραγούδι της υπομονής.
Ω θα γυρίσουμε στην ομορφιά
μια μέρα…
Με τη θυσία του γύρω φαινομένου
θα ανακαταλάβει, η ψυχή τη μοναξιά της.

ΠΥΛΕΣ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ








να σαλπάρεις για τα οξέα
να περαιώνεσαι στην άλλη πλευρά των γκριζωπών κιγκλιδωμάτων
να διασχίζεις και ν’ ακολουθείς τους στίβους αλμυράς ερήμου
να διαβαίνεις το γαλακτώδες λευκό του κενού
να ρίχνεσαι στον επικεκαλυμμένο των οριζόντων ορίζοντα
να βάζεις πυρκαγιά στο μέσον αμμώδους ανέμου
να γελάς με τους λυγμούς αυτής της πυρκαγιάς
να αναπτύσσεσαι στην καταιγίδα του Νεύτωνα των Βεδουίνων
να στιγματίζεσαι ώς το κόκαλο του αποτυπώματος πολυπληθών
   ηλίων
να ανεβαίνεις ν’ ανεβαίνεις πάντοτε ψηλότερα τραβώντας για του
   στοχασμού τον Νότο
να διευρύνεις το διάστημα του ταξιδιού δια του διαστήματος
   της αποδοχής
ν’ αποκτάς όλο το προσιτό εύρος της χαράς
και ύστερα, με βήματα μικρά, να προσεγγίζει τις πύλες, τις
   σιωπηλές τις πύλες


να προσεγγίζεις της πρώτης πύλης ρόδα και μελάνια
ν’ ακολουθείς τον βαμμένο στου σολομού το χρώμα τοίχο που
   γίνεται στο σκιόφως άσπρος
να οπισθοχωρείς μπροστά από τις προσόψεις που κατέρρευσαν
   από ’να χαμόγελο
ν’ αναγνωρίζεις την αυστηρότητα ενός ματιού από μπλε φαγιάντσα
και να βουτάς σαν να ζητάς να ψαρέψεις όμορφες οφθαλμαπάτες
και να ’ρχεσαι πίσω φέρνοντας απλώς των αρχαγγέλων θάμβη
εκείνες τις πύλες και επιβαίνοντας εκείνου του λυκόφωτος
εκείνους τους πίνακες και επιβαίνοντας του λυκαυγούς εκείνου
τα χρώματα να ξανακατεβαίνουν επί τέλους διαχεόμενα στη γη
και είναι όντως εκεί σαν το σημείο υποδοχής με του εξτρεμισμού
   το καλωσόρισες
κανείς δεν σας συγχέει με τίποτε άλλο
πύλες της ερήμου, πύλες της κυανής λεβάντας και του πράσινου
   μήλου
πύλες που επωμίζεστε και κουβαλάτε αστέρια
κανείς ζωγράφος δεν σας έχει ακόμα επινοήσει
και τις έχετε στο χέρι σας, της ερήμου ω άνθρωποι, που
   επανεπινοείτε τη ζωγραφική,
την πλέον ακραιφνή και ανελέητη, την πιο γλυκιά ζωγραφική
   του κόσμου


http://alonakitispoiisis.blogspot.gr/
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Τετάρτη, 26 Απριλίου 2017

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ

Δημήτρης Λιαντίνης, Νικολίτσα Γεωργοπούλου - Λιαντίνη




ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ



(Από την ποιητική του Συλλογή «ΟΙ ΩΡΕΣ ΤΩΝ ΑΣΤΡΩΝ, Αθήνα 2006»)





ΗΡΙΔΑΝΟΣ



Ποτάμι στον οὐρανό σέ τύλιξε καί σέ μαστιγώνει.

Τί νά γίνεται τάχατες στό Αἰγαῖο!

Ἀστράφτει ἀκόμα ἡ γύμνια τῆς θάλασσας;

Κελαϊδοῦν τά πουλιά στίς πράσινες δεντροστοιχίες τῶν βυθῶν;

Ποιός παίρνει τήν αρμύρα τῆς δίψας σου μέ δύο φτερά

στούς ὁρίζοντες,

μέ μία χαρούμενη φρίκη στά πυρωμένα μπράτσα τοῦ ἥλιου

καί τή φέρνει ὡς ἐδῶ

στῶν δασῶν τήν ὀμίχλη καί τό μουρμουρητό τοῦ ξένου.

Στή Νάξο, πέρα κεῖ στίς ἀλαργινές γειτονιές τῶν χρωμάτων,

σούς ἀτελείωτους δρόμους τῆς θάλασσας καί τῆς θύμισης.

Νοιώθω τή φτέρνα σου γυμνή ἀπάνου στήν καυτή ἄμμο

πού κάτωθέ της γλυστράει καί φεύγει

καθώς ὁ μαΐστρος στό χνοῦδι τοῦ χεριοῦ σου.

Ἕνα θρόϊσμα μνήμης στό ζαλισμένο κοχύλι τῶν αὐτιῶν σου.

Βλέπω ἀέρινη τή σιλουέττα σου μέ κινήματα θεληματικά

νά χωνεύει στό πύρωμα τοῦ μεσημεριοῦ

ὅπως τό κρύο νερό λυώνει καί λύνεται στήν ἀγκαλιά τοῦ ἥλιου.

Περπατᾶς στά βήματα τῆς παλιᾶς Ἀριάδνης

μέ τήν ἀναμονή πού ὅλο καί πιό βαθειά σέ κυριεύει.

Συντροφιασμένη τήν ἀπουσία τοῦ ἀναμενόμενου θεοῦ.

Ἐκείνου τοῦ κισσοστεφανωμένου ἀλήτη

πού ἔφτασε κάποτε νά σ’ ἀνεβάσει στ’ ἀστέρι.

Καί νά μιλήσει μαζί σου στά μεθυσμένα χαλίκια τοῦ

καλοκαιριοῦ. Στά κεντητά σπαθάκια τῶν πεύκων.

Ὕστερα σέ δίπλωσε ὁ λεβάντες στό σπειρωτό

χιτῶνα τῆς βιάσης του και σ’ ἔφερε ὡς τήν Κέρκυρα.

Ἀξεδίψαστη πάντα

δακρυσμένη ἀνάμεσα σέ χίλια εὐλογημένα χαμόγελα.

Ἐδῶ ἦταν πού μέ πρόφταξες νά σέ καρτερῶ

’ακουμπισμένος στή ράχη τοῦ σούρουπου. Κρατώντας στά χέρια

τόν ἥσυχο περίπατο τῶν πορτοκαλιῶν καί δέκα ἐλεγεῖα βροχῆς.

Μέ βρῆκες καί μέ κράτησες νά σοῦ μιλῶ μέ τίς ὧρες

τήν πικρή ἱστορία τπων βοσκῶν. Ἄκουσε τά βήματα τοῦ θεοῦ,

τά περιστέρια πού πετοῦν πιό ψηλά ἀπ’ τόν τρόμο τους

καί τό πολύ κανόνισμα στά κάστρα τοῦ θανάτου.

Νυχτοφυλακίες, τοῦ σπουργίτη σύνεση, ρεσάλτα τῶν ἀνέμων.

Τριγυρίζεις δίπλα μου μέ σκισμένο τό γέλιο σου

μέ τό ροῦχο σου πάνω ἀπ’ τά γόνατα

καθώς οἱ ἀρχαῖες νύφες, πού σκηνώναν στίς πηγές τῶν νερῶν

καί τραγουδοῦσαν.

Ἔτσι συντελεῖς τό θάμα τῆς μεταμόρφωσης.

Καί γίνεται ὁ ἄλικος πόθος κίνηση στά μακρυά σου δάχτυλα.

Φωνή στό μουσικό σου ξύλο. Καθισμένη σέ βλέπω νά παίζεις

νά μερεύεις τ’ ἀγρίμια καί νά ξαγριεύεις τά ζώδια.

Ὕστερα ἀποκοιμίζεις τόν Ὕπνο στίς ἀνοιχτές σου παλάμες.

Ὥρα πού οἱ καταρράχτες τῆς νύχτας

γίνονται σιωπηλοί γαλαξίες.



Το ποίημα ΗΡΙΔΑΝΟΣ από την ποιητική του Συλλογή «ΟΙ ΩΡΕΣ ΤΩΝ ΑΣΤΡΩΝ" του καθηγητή Δημήτρη Λιαντίνηδημοσιεύεται στο δικτυακό τόπο τοβιβλίο.net κατόπιν αδείας της συζύγου του και καθηγήτριας φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Αθηνών Νικολίτσας Γεωργοπούλου - Λιαντίνη, η οποία είναι κάτοχος των πνευματικών δικαιωμάτων. Περισσότερα για τον Δημήτρη Λιαντίνη μπορείτε να βρείτε στην επίσημη ιστοσελίδα liantinis.gr.




https://tovivlio.net/%CE%97%CE%A1%CE%99%CE%94%CE%91%CE%9D%CE%9F%CE%A3/

Δευτέρα, 24 Απριλίου 2017

"Λέξεις"



Να είστε προσεκτικοί με τις λεξεις,
Ακόμα και με τις θαυμαστές.
Για τις θαυμαστές βάζουμε τα δυνατά μας.
Μερικές φορές μαζεύονται σαν έντομα
Κι αφήνουν όχι ένα κεντρί αλλά ένα φιλί.
Μπορούν να είναι τόσο καλές όσο τα δάχτυλα.
Μπορούν να είναι τόσο πιστές όσο ο βράχος
Που πάνω του στρογγυλοκάθεσαι.
Αλλά μπορούν να είναι και μαργαρίτες και μελανιές.
Ωστόσο είμαι ερωτευμένη με τις λέξεις.
Είναι περιστέρια που αποσπώνται απ' το ταβάνι.
Είναι έξι ιερά πορτοκάλια καθισμένα στα γόνατά μου.
Είναι τα δέντρα, τα πόδια του καλοκαιριού,
ΚΙ ο ήλιος, το παθιασμένο του πρόσωπο.
Ωστόσο συχνά με απογοητεύουν.
Έχω τόσα πολλά που θέλω να πω,
Τόσες πολλές ιστορίες, εικόνες αποφθέγματα, κ.τ.λ.
Αλλά οι λέξεις δεν είναι αρκετά καλές,
Οι λανθασμένες με φιλάνε.
Μερικές φορές πετώ σαν ένας αετός
Αλλά με τις φτερούγες του τρωγλοδύτη.
Όμως προσπαθώ να τις φροντίζω
Και να είμαι ευγενική μαζί τους.
Οι λέξεις και τ' αυγά πρέπει να χειρίζονται προσεχτικά:
Μια φορά αν σπάσουν, είναι πράγματα
Που είναι αδύνατον να επισκευαστούν.


(μετάφραση, Κώστας Λιννός)

Κυριακή, 23 Απριλίου 2017

ΤΟΝ ΑΕΡΑ ΘΥΜΑΜΑΙ




Στον θλιμμένο άνεμο (λεπτό κοράλλι λεπτότατο)
τα φώτα τσακίζει το βράδυ
και από ’να έρημο τραγούδι αδειάζει όλος ο κόλπος:
σε βάρκες νεκρές
γέρνουν ήρεμα όλοι οι ίσκιοι
όπως σελήνη εσπερινή στις στέγες πάνω
που αργά-αργά φωτίζεται, ενώ μια οσμή
κάμαρας ψυχρής γελά στον διάφανο χειμώνα.

Νύχτα με φεγγάρι στ’ οκνηρό κατρακυλάει τ’ όνειρο
και μες στη μνήμη σοβατίζει άσπρους
δρόμους απόμακρους – στη γαλήνη μέσα ανοίγουν
τα απολωλότα ουράνια.
Στα τζάμια
κρούει ο γιαλός στροφές αρμονικές
και αναβλύζει σε μοιρολόγια παρατημένα στα βάθη –
στης νύχτας τα βάθη της θαλασσινής.

Φαντάζομαι θάνατο να μυρίζει στα χορτάρια
και να μουρμουράει στον ύπνο·
τη χλιαρή άμμο εικάζω της ανατολής σε ώρες
ηρεμίας μεγάλης στη θάλασσα.
Από χιόνι ροδαλό και εκ νεκρών αναστημένο
περνάει ο κόλπος στον καπνό του ηφαιστείου,
στην ανάμνηση του αέρα, και φαίνεται ήχος νά ’ναι
και γυαλένιος φιόγκος η αυγή από μακριά σαν την κοιτάζεις.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


Σάββατο, 22 Απριλίου 2017

Andrew McMillan






[πρωὶ]

ἡ νύχτα συννεφιάζει
δέντρα ρίχνουν τὴ σκιά τους στὸ νυχτερινὸ τραῖνο
τὸ Μάντσεστερ μᾶς πλησιάζει ὅλο καὶ μεγαλύτερο

ἡ νύχτα βρέχει
πεδιάδες ἁπλώνονται ἀκίνητες
κάνε σὰν νὰ μὴν περιμένεις τίποτε

ἡ νύχτα λάμπει μόνο γιὰ λίγο
ἄγρια δέντρα ἀγκαλιάζουν τὸ ἄδειο σπίτι
τὰ γενέθλια τῶν νεκρῶν γίνονται ἀνάρμοστα

ἡ νύχτα δὲν συννεφιάζει τελικὰ ἡ νύχτα θάβει τὸν ἑαυτό της





[ἀποκαλύψεις]

ὅλοι οἱ καινούριοι ποὺ ἐρωτευόσουν κάθε φορὰ
ἦταν σὰν νὰ ἐρωτευόσουν ξανὰ τὸν πρῶτο σου
μπορεῖ νὰ εἶχαν πιὸ κοντὰ ἢ βαμμένα μαλλιὰ ἢ παραπάνω κιλὰ
ἀλλὰ ὅπως κάποιοι ταπεινοὶ ἅγιοι ποὺ μετατρέπουν
τὴ λατρεία ἑνὸς ἀνώνυμου θεοῦ σὲ κάτι πιστευτό, ἔτσι κι αὐτοὶ ἄνοιγαν
ἕνα παράθυρο κι ἔβλεπες τὸν πρῶτο σου ἐραστὴ κι ὅταν τοὺς φώναζες
ἐκεῖνον φώναζες καὶ τοῦ ζητοῦσες νὰ προκαλέσει αὐτὸ ποὺ οἱ πιστοὶ
ἀποκαλοῦν ἔλευση τῆς χάριτος καὶ ἂν ποτὲ ἐρχόταν
ἡ συμφιλίωση
θὰ χάνονταν τὰ ἄλλα πρόσωπα θὰ ἐμφανιζόταν τὸ δικό του
τὸ πρόσωπο τοῦ ἔρωτα ποὺ σὲ ἔκανε νὰ κλάψεις
τοῦ Ἁγίου Γκάβιν τοῦ Ἁγίου Τζὲντ τοῦ Ἁγίου Ἀγνώστου
στὴ γκαρσονιέρα στὸ Μάντσεστερ ἦταν ἁπτὴ ἡ παρουσία του
ἦταν τὰ βιβλία μὲ τὰ ὁποῖα γέμιζες τὰ κενὰ
τῆς ἀπουσίας του τὰ βιβλία ποὺ ἦταν γεμάτα ἀπὸ ἱστορίες
ποὺ ἦταν ἡ δική σου ἱστορία
που εἶναι πάντα ἡ ἱστορία τοῦ ἄντρα ποὺ ἔφυγε
καὶ ἐκείνου ποὺ ὀφείλει νὰ περιμένει τὴν ἐπιστροφή του





[τελικὰ]

θὰ ἔρθει μιὰ μέρα ποὺ
θὰ σὲ ξυπνήσει τὸ ξυλόφωνο
ποὺ παίζουν οἱ μισόκλειστες γρίλλιες
καὶ θὰ καταλάβεις

πὼς ἡ παραλία δὲν ἦταν ὁ τόπος
ὅπου τ᾽ ἄλογα σκίζανε κομμάτια
τὴν ἄμμο

πὼς τὸ ἄρωμά του ἔχει σβήσει
κι ἀπὸ τὸ τελευταῖο σεντόνι
πὼς δὲν θὰ ξανάρθει

πὼς δὲν ἔχει βρέξει
κι ἂς προσποιοῦνται τὰ πουλιὰ πὼς ἔβρεξε
γιὰ νὰ μπορέσουν νὰ κελαηδήσουν














[πνιγμὸς]

ἔτσι δὲν πρέπει νὰ κάνεις ὅταν εἶσαι πραγματικὰ καλός;
νὰ ἐξωθεῖς τὸ σῶμα σου ὣς τὸ σημεῖο ὅπου
σχεδὸν διαλύεται καὶ νὰ ἐπιστρέφεις
μὲ ἀποκαταστημένη τὴν πίστη σου
στὸ θαῦμα ποὺ ἀποτελεῖ
ὁ εὔθραυστος ἑαυτός σου
τὴ νύχτα ποὺ σχεδὸν σὲ χώρισα
μὲ ἔφεραν πίσω οἱ λυγμοί σου
μιλήσαμε ὥσπου νὰ τὰ ξαναβροῦμε
καὶ τὴν ἄλλη μέρα μὲ τὸ χέρι σου σφιγμένο ἀκόμη
γύρω ἀπ᾽ τὸ λαιμό μου κατάλαβα πὼς ἀγωνιζόμουν
νὰ καταπιῶ κάθε γουλιὰ
ἦταν ἕνας ἄθλος μοῦ ἀποκαλύφθηκε
ἡ μηχανικὴ τοῦ ἴδιου τοῦ ὀργανισμοῦ μου
εἶχα ἐπίγνωση ἐσωτερικῶν λειτουργιῶν ποὺ συνήθως
δὲν ἀντιλαμβάνεται κανεὶς
ἀφοῦ τὸ χέρι σου ἔσφιξε τὸ λαιμό μου
ἔμαθα τὴν ἡδονὴ νὰ ἔχει κανεὶς
δυνατότητες ποὺ ποτὲ
δὲν ἀξιοποιοῦνται ἐντελῶς σχεδὸν σὰν νὰ ἔχει διαλυθεῖ κανεὶς
σχεδὸν σὰν νὰ πεθαίνει κανεὶς ἀλλὰ νὰ ἀποφασίζει
τὴν τελευταία στιγμὴ νὰ προσπαθήσει πιὸ σκληρὰ

http://www.bibliotheque.gr/article/63181

Δευτέρα, 17 Απριλίου 2017

ΑΓΡΥΠΝÍΑ ΜΕ ΦΟΛΙΔΕΣ





Ένα ψάρι διασχίζει κάθε βράδυ τον ύπνο μου
Και ανοίγει μια σήραγγα λιβανωτού στα μαξιλάρια,
Πάνω στο γυαλί που είναι δέρμα, που κόβει τον αέρα·
Ανοιγοκλείνει μετά τα βλέφαρά του και ακούει: τα νερά
με κυκλώνουν
Από τον έναν ίσαμε τον άλλο τοίχο νιώθω που τρέμουν
τα κρυστάλλινα φύλλα τους.


Είναι όλα εδώ; Απάντα μου! Κύμα της κοιλιάς
Σκοτεινό, σημάδια που σκιτσάρει κάποιοι κάπου πέρα εκεί
στο βάθος
Σα σφήνες του ίδιου πάντοτε καθρέφτη
Αν βγαίνουμε απ’ το ψάρι, από τα κόκαλο που ζεματάει
Που λυγίζει για ν’ ανοίξει μες στ’ αγκάθια του, αν δεν
υπάρχει πουθενά έλεος
Αν τα δίχτυα περνούν απ’ τη λιμνούλα μέρα με τη μέρα,
Πού είναι τότε τα μάτια που μας κοιτάζουν;… πού η ρίζα
Τούτου του θρήνου;… η θράκα της αγρυπνίας στα βράγχια
Που φουσκώνουν, μακραίνουν, γυρεύουνε νά ’βρουν
κάποιο μέταλλο ψυχρό επί τέλους;

Από τούτη τη χώρα που θρηνώντας αναρριχάται στους
ξερούς
Τοίχους της μέρας και οι εβδομάδες έρχονται να
παραλάβουν από μένα τις φολίδες,
Ανασηκώνομαι μέσ’ απ’ τις πληγές, γυρεύω φίλους
Που δεν υπάρχουν, που έχουνε γίνει σκόνη αλεσμένη
απ’ τη βροχή,
Ζυγίζω κάθε κομμάτι χωριστά, ζυγίζω κάθε μερίδα
της ψυχής που θυμάμαι.

Είσ’ εκεί; Ρωτάω. Είσ’ εκεί; Αόρατες
Χτυπούν οι βελόνες στον αργαλειό τον διψασμένο
Της εικόνας, σπάζουν και τα γυαλιά, σκληραίνουν
Πάνω στην ουλή του ρεύματος. Βλέπω δάκρυα να
στέφουν
Την τελική όψη, το ψάρι που επιστρέφει κάθε βράδυ
ματωμένο
Που ανασαίνει στο μαξιλάρι μου, που καίει μέσα
στο οξυγόνο μου
Κι έπειτα ξυπνάει…
Ύστερ’ από το γυαλί είμαι μόνος,
Ίσως σε κάποιο άλλο όνειρο μέσα, και συνέχεια
μόνος μου φωνάζω.




Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Πέμπτη, 13 Απριλίου 2017

-«Τίποτα δεν αγγίζει τις απριλιάτικες βιολέτες; τίποτα-: μονάχα ο ακάνθινος Ιησούς.»


«Χάθηκε αυτός ο οδοιπόρος.
Είχε συνάξει λίγα φύλλα
ένα κλαδί γεμάτο φως
είχε πονέσει.
Και τώρα χάθηκε…
Αγγίζοντας αληθινά πουλιά στο έρεβος
αγγίζει νέους ουρανούς
η προσευχή του μάχη.
Έαρ μικρό έαρ βαθύ έαρ συντετριμμένο.»


«
Με τι βιασύνη προχωρεί ο Ιησούς εφέτος
προς την Ανάσταση
παραμερίζει πανέρια τεράστια
γιομάτα βιολέτες
σπρώχνει τους αέναους παπάδες
τινάζει νευρικά προς τα πίσω τη μαλλούρα του
το γεγονός είναι ολοφάνερο: βαρέθηκε».

-«Τίποτα δεν αγγίζει τις απριλιάτικες βιολέτες; τίποτα-: μονάχα ο ακάνθινος Ιησούς.»
 
 
Το άφθαρτο ξύλο: Ο σταυρός είναι δυο επιθυμίες. Η μια επιθυμία που ερωτεύτηκε τα ουράνια σμίγει και σταυρώνεται με την επιθυμία καθώς διασχίζει τη γη. Κι ο Χριστός στο Έαρ Σταυρωμένος.» 
 
 
 
 
(Ν. Καρούζος, Ποιήματα Α’ και Β’)
 http://apotipomata.com/index.php/2017/04/13/ihsous-karouzou-nikou/

Δευτέρα, 10 Απριλίου 2017

ΚΑΜΙΑ ΦΟΡΑ ΞΕΧΝΩ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ



Καμιά φορά ξεχνώ την αγάπη
όπως ξεχνώ και το χέρι μου.
Μόνο τούτα τα δύο μπορούν να πιάσουν τον κόσμο
να τον βάλουνε μπροστά μου
να μπορώ να τον αγγίζω,
δεν μου θυμίζουν όμως και τί ακριβώς κάνουνε.


Το να ξεχνάω την αγάπη και το χέρι μου
μου επιτρέπει να θυμάμαι τα πράγματα
μα και τον εαυτό μου.
Αν αντιθέτως ξέχναγα τα πάντα
δεν θα ξεχνούσα
ούτε το χέρι μου ούτε την αγάπη.

Επίσης ζω σημαίνει ξεχνάω ότι ζούμε.
Και αγαπώ ξεχνώ ότι αγαπάμε.


Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Κυριακή, 9 Απριλίου 2017

«Πάσχα των Ελλήνων»


mantis10.4.17
fav_separator
Ψυχή, που, κι αλαφρότερηαπό αφημένο μήλο,
στα μπλαβά απάνω κύματα, γαλήνια τώρα, πλες
σαν το νησί π’ αρμένιζε μονάχο, η άγια Δήλο∙
Ψυχή, που θείες σε ζώσανε δυνάμεις σιωπηλές,
στο μυστικόν ολάκερη μαγνήτη γυρισμένη,
πέρ’ απ’ των πάγων τα βουνά, το ξέρεις, μαντική,
των υπερβόρειων η χαρά παρθένων σε προσμένει,
των κύκνων των χιονοφώτων η δόξα, η Μουσική.
Όση μας έμεινε πνοή, την κυβερνάει μια τάξη∙
Όλος μας γίνη ο κάματος αθάνατη θροφή∙
Κι ως το σκουλήκι, ολάκερο π’ αδειάζει απ’ το μετάξι,
την άξιαν ετοιμάζοντας στο σώμα του ταφή,
δε μας εμόλεψε καημός η σάρκα αν θα βαστάξει∙
αλλ’ ως την επλημμύρισε του απέραντου η αφή
και πόνεσε και πάσχισεν ακέρια να πετάξει,
α, ποια λαχτάρα αμίλητη την έτρωε και κρυφή!
Κανένας πια το σύντροφο δε δύνονταν να κρίνει∙
τι, σμίγοντας τα πρόσωπα στους δείπνους τη βραδιά,
τα πρόσωπά μας έφεγγαν ως φέγγουν όμοιοι οι κρίνοι,
κι ως από μιαν ανέβαινεν η ανάσα μας καρδιά.
«Ποιος αύριον» ελογιάζαμε βουβοί «θε να προστάξει;»
«Τίνος ο πόνος, άμετρος, στο πέλαο θα στραφεί;»
«Το δοιάκι ποιος, στον άδηλον αγώνα, θα βαστάξει;»
Κι όλων τα μάτια ελέγανε, κρυφά: «Εγώ, αδερφοί!»
Χαράζει τάχα, ω σύντροφοι, μπροστά μας, ή βραδιάζει;
Το φως που μπήκαμε έμοιασε βαθύ, παντοτινό∙
κι όλη μας νιώθουμε η καρδιά σα μια σπονδή ν’ αδειάζει,
από κρατήρα ατίμητο, μπροστά στον ουρανό.
[Απόσπασμα από την ενότητα «Το τραγούδι των Αργοναυτών»]
Το«Πάσχα των Ελλήνων» είναι μια εκτενέστατη ποιητική σύνθεση με την οποία ο Άγγελος Σικελιανός επιχείρησε να συνδέσει τα σύμβολα της χριστιανικής θρησκείας με αυτά της αρχαιοελληνικής. Ο ίδιος ο ποιητής είχε αναφέρει τα εξής σχετικά με τον τίτλο του ποιήματος: «Με τον τίτλο «Πάσχα των Ελλήνων» δεν εννοούσα τίποτα εθνικιστικό, όπως άστοχα νομίσανε πολλοί, αλλά το Πνευματικό εκείνο Πάσχα του Ηλιακού και του παγκόσμιου -τέλεια πλέον ωριμασμένου στην εποχή μας- Λόγου, στον οποίον η Ελλάδα δικαιούνταν να καλέσει μια ώρα όλους τους λαούς της γης.»
«Ψυχή, που, κι αλαφρότερη από αφημένο μήλο,
στα μπλαβά απάνω κύματα, γαλήνια τώρα, πλες
σαν το νησί π’ αρμένιζε μονάχο, η άγια Δήλο∙»
Ο ποιητής προσφωνεί την ψυχή -τη συλλογική ψυχή των Αργοναυτών- που έχοντας βιώσει τις δοκιμασίες του ταξιδιού κι έχοντας αντλήσει από αυτές πρωτόγνωρη δύναμη είναι έτοιμη πια να ξεπεράσει την ατομικότητά της και να αφεθεί στη λυτρωτική συνένωση με την ψυχή του άλλου∙ του συντρόφου. Εξαγνισμένη και αποδεσμευμένη από τη δύναμη του φόβου, η Ψυχή πλέει τώρα απολύτως γαλήνια πάνω στα σκούρα κύματα, όπως θα έπλεε ένα μήλο που παρασύρεται από τη δύναμη του νερού, χωρίς το ίδιο να έχει καμία ανησυχία για το που οδηγείται, αφού τίποτε δεν κλονίζει την εμπιστοσύνη του στη γνώση και την πρόνοια της φύσης.
Η Ψυχή πλέει γαλήνια, όπως αρμένιζε άλλοτε μονάχο του το άγιο νησί της Δήλου∙ το νησί που δέχτηκε πάνω του τη γέννηση του Απόλλωνα, του θεού του φωτός, της μουσικής και της μαντικής τέχνης. Μια παρομοίωση ιδιαίτερης νοηματικής σημασίας για το ποίημα, εφόσον το ταξίδι των Αργοναυτών αποκτά εδώ ως απώτερο προορισμό του τη μυθική χώρα των Υπερβόρειων, απ’ όπου αντλούσε την καταγωγή του ο Απόλλωνας και όπου, σύμφωνα με την παράδοση, κατέφευγε συχνά. Είναι, άλλωστε, σημαντικό να ληφθεί υπόψη πως ο Σικελιανός επιχειρεί να συνδέσει την παλιά με τη νέα θρησκεία, αναζητώντας τα στοιχεία εκείνα που διατρέχουν διαχρονικά το θρησκευτικό αίσθημα των ανθρώπων.
Ο ίδιος ο Σικελιανός είχε σημειώσει σχετικά: «Το «Πάσχα των Ελλήνων» είναι η πρώτη αυθόρμητή μου απόπειρα, λοιπόν, καθολικής μου, μ’ ένα τρόπο, επαφής με το θρησκευτικό αυτό «υποσυνείδητο» -και που μονάχα ως τέτοιο εγκλείει ακόμα για τον άνθρωπο μια αιώνια σημασία- κι όπως το εκφράζονταν για μένα τότε, όχι το δόγμα ή η οργάνωση, αλλά ο γνήσιος Μύθος του Χριστιανισμού. Μύθος που οι ρίζες του βυθίζονται στην ιστορία ολόκληρης της Ανθρωπότητας: μες σε όλες ανεξαίρετα τις τραγικές της περιπέτειες, μες σ’ όλο της τον προαιώνιο πόνο, και μες σ’ όλη τη βαθύτερην ελπίδα της κι απαντοχή.»
«Ψυχή, που θείες σε ζώσανε δυνάμεις σιωπηλές,
στο μυστικόν ολάκερη μαγνήτη γυρισμένη,
πέρ’ απ’ των πάγων τα βουνά, το ξέρεις, μαντική,
των υπερβόρειων η χαρά παρθένων σε προσμένει,
των κύκνων των χιονοφώτων η δόξα, η Μουσική.»
Η Ψυχή περνά τη δοκιμασία του ταξιδιού -τη δοκιμασία της ζωής- διατηρώντας την εσωτερική της γαλήνη, διότι συναισθάνεται και προμαντεύει την ύπαρξη μιας επάξιας ανταμοιβής για τους κόπους και τις οδύνες της. Έχει, έτσι, στραφεί προς το μυστικό εκείνο μαγνήτη, που της υποδεικνύει τον τελικό της προορισμό, όπου θα γευτεί όλα τα δώρα του Απόλλωνα. Πέρα από τα βουνά των πάγων, εκεί που βρίσκεται η χώρα των Υπερβόρειων, η ψυχή θα βιώσει εκ νέου τη χαρά της αγνότητας και θα ευφρανθεί με τα θεσπέσια άσματα των κύκνων -των ιερών πτηνών του Απόλλωνα- πλήρως δοσμένη στη λυτρωτική δύναμη της Μουσικής.
Η Ψυχή θα λάβει στο τέλος του ταξιδιού την ανταμοιβή της, βιώνοντας μια εξιδανικευμένη κατάσταση ευδαιμονίας, η οποία μας παραπέμπει τόσο στις Νήσους των Μακάρων, της αρχαιοελληνικής μυθολογίας, όπου μετέβαιναν οι ψυχές των ηρώων, όσο και στον Παράδεισο της χριστιανικής -αλλά και της ισλαμικής- θρησκείας, όπου θα εγκατασταθούν οι ψυχές των πιστών μετά θάνατον. Πρόκειται για μια ισχυρή προσδοκία δικαίωσης που διατρέχει διαχρονικά την ανθρώπινη σκέψη και προσφέρει δύναμη κι απαντοχή στους ανθρώπους απέναντι στις ποικίλες δυσκολίες της ζωής.
«Όση μας έμεινε πνοή, την κυβερνάει μια τάξη∙
Όλος μας γίνη ο κάματος αθάνατη θροφή∙
Κι ως το σκουλήκι, ολάκερο π’ αδειάζει απ’ το μετάξι,
την άξιαν ετοιμάζοντας στο σώμα του ταφή,
δε μας εμόλεψε καημός η σάρκα αν θα βαστάξει∙»
Οι Αργοναύτες χάρη στην εμπειρία των αρχικών δοκιμασιών του ταξιδιού τους, έχουν αποκτήσει μια ακλόνητη αίσθηση σκοπού, που προσδίδει πλέον νόημα σε κάθε τους πράξη. Ο σωματικός και πνευματικός κάματος του καθημερινού μόχθου τρέπεται αίφνης μέσα τους σε αθάνατη τροφή που ισχυροποιεί την ψυχή τους και την προετοιμάζει για την επερχόμενη διαδικασία της μετάβασης. Η αίσθηση πως το ταξίδι αυτό είναι κάτι πολύ περισσότερο από μια απλή περιπέτεια∙ η αίσθηση πως ό,τι γίνεται αποτελεί την προετοιμασία της ψυχής για να περάσει πια στον πνευματικό χώρο της δικαίωσής της, ισχυροποιεί τη θέλησή τους και δεν αφήνει καμία σκέψη για το αν μπορεί το σώμα τους ν’ αντέξει τόσους κόπους να μιάνει την πρόθεσή τους να αφοσιωθούν πλήρως σ’ αυτή τους την προσπάθεια. Μάχονται και ξοδεύουν κάθε σωματική τους δύναμη, όπως ο μεταξοσκώληκας παράγει -εξαντλώντας τον ίδιο του τον εαυτό- το μετάξι που θα αποτελέσει τον επάξιο χώρο ταφής του σώματός του.
«αλλ’ ως την επλημμύρισε του απέραντου η αφή
και πόνεσε και πάσχισεν ακέρια να πετάξει,
α, ποια λαχτάρα αμίλητη την έτρωε και κρυφή!»
Η Ψυχή αποκτά μια προνομιακή πρόγευση της ευδαιμονίας που την προσμένει, βιώνοντας τη βαθιά αίσθηση πληρότητας που της προσφέρει η επίγνωση πως σύντομα θα συνενωθεί με τη συνολική ουσία που διατρέχει ολόκληρο το σύμπαν, κι αυτό την εξωθεί να επιδιώξει την πρόωρη απόσπασή της από το σώμα. Η Ψυχή βιώνει μια συγκλονιστική λαχτάρα να αποδεσμευτεί από τη σωματική της υπόσταση και να πετάξει ελεύθερη, καθώς αδημονεί να γνωρίσει την απόλυτη εκείνη ελευθερία που θα της επιτρέψει να γίνει ένα με καθετί γύρω της∙ την απόλυτη εκείνη ελευθερία που θα της επιτρέψει ν’ αγγίξει και να γνωρίσει διαμιάς τον κόσμο στην ολότητά του.
«Κανένας πια το σύντροφο δε δύνονταν να κρίνει∙
τι, σμίγοντας τα πρόσωπα στους δείπνους τη βραδιά,
τα πρόσωπά μας έφεγγαν ως φέγγουν όμοιοι οι κρίνοι,
κι ως από μιαν ανέβαινεν η ανάσα μας καρδιά.»
Η κοινή εμπειρία του ταξιδιού κι η από κοινού αντιμετώπιση όλων των δυσκολιών εδραιώνει μεταξύ των Αργοναυτών μια άρρηκτη σχέση εμπιστοσύνης και αδελφότητας, η οποία προχωρά, μάλιστα, ως το σημείο της πλήρους ταύτισης. Κανένας δεν μπορεί πια να κρίνει το σύντροφό του, αφού όλοι γνωρίζουν και το νιώθουν πως δεν αποτελούν πια μεμονωμένα άτομα, αλλά μία αδιάσπαστη ενότητα. Το βλέπουν, άλλωστε, όταν μαζεύονται τα βράδια για το δείπνο τους, ότι τα πρόσωπά τους φέγγουν όπως φέγγουν όμοιοι μεταξύ τους οι κρίνοι, και το νιώθουν πια πως η ανάσα τους είναι σαν να βγαίνει από μία καρδιά.
Χάρη σ’ αυτό το ταξίδι μύησης που τους οδηγεί από τη βίωση της επίμοχθης καθημερινής προσπάθειας σε μια πρόγευση του θανάτου και στην επίγνωση πως πέρα από τις κοπιώδεις επιδιώξεις της ζωής βρίσκεται ένα κοινό για όλους πέρασμα σε μια άλλη ευδαιμονική πραγματικότητα, οι Αργοναύτες αποκτούν μια συνολικότερη θέαση του ανθρώπινου βίου. Μαθαίνουν να εκτιμούν βαθύτερα την αξία του συντρόφου τους και συνειδητοποιούν πως η πορεία τους στη ζωή δεν χρειάζεται να είναι μοναχική, αφού μέσα από τη συναδέλφωση και την αρμονική συνύπαρξη με τους άλλους, μπορούν να λάβουν κάθε αναγκαίο στήριγμα στην πάλη τους με τις συνεχείς δοκιμασίες που καλούνται να αντιμετωπίσουν.
Η άρση της ατομικότητας δίνεται εδώ ιδιαιτέρως εμφατικά από τον Σικελιανό, κάτι που μας φέρνει στη σκέψη το γεγονός πως όταν το 1918 ο ποιητής ξεκινούσε να συνθέτει το «Πάσχα των Ελλήνων» η Ελλάδα είχε μόλις βγει από την περιπέτεια του Εθνικού Διχασμού -της διένεξης ανάμεσα στον Ελευθέριο Βενιζέλο και τον Κωνσταντίνο Α΄-, που είχε οδηγήσει τη χώρα στη δίνη μιας καταστροφικής διχόνοιας και τις συνέπειες του οποίου θα βίωναν οι πολίτες για αρκετά χρόνια ακόμη. Έτσι, το «Πάσχα (= πέρασμα) των Ελλήνων» λαμβάνει, υπό μία έννοια, μια ακόμη νοηματική διάσταση, αφού τρέπεται στο «Πέρασμα» των Ελλήνων από την οδυνηρή κατάσταση της διχόνοιας και του διχασμού, στη συνειδητοποίηση της αξίας που έχει η συναδέλφωση των ανθρώπων και η αδιαπραγμάτευτη διάθεση για αρμονική συνεργασία και συνύπαρξη.
«Ποιος αύριον» ελογιάζαμε βουβοί «θε να προστάξει;»
«Τίνος ο πόνος, άμετρος, στο πέλαο θα στραφεί;»
«Το δοιάκι ποιος, στον άδηλον αγώνα, θα βαστάξει;»
Κι όλων τα μάτια ελέγανε, κρυφά: «Εγώ, αδερφοί!»
Το ταξίδι των Αργοναυτών -το ταξίδι της ζωής- λειτουργεί τελικά σαν ένα μάθημα ταπεινοφροσύνης και συντροφικότητας. Ο εγωκεντρισμός παραμερίζεται και ο πόνος του άλλου γίνεται αίφνης πόνος κοινός που αντιμετωπίζεται έτσι πιο αποτελεσματικά, αφού τον μοιράζονται όλοι. Καθένας από τους συντρόφους είναι πρόθυμος να αναλάβει δύσκολες ευθύνες για χάρη των άλλων και καθένας είναι πρόθυμος να θυσιάσει την ατομικότητά του προκειμένου να απαλυνθεί η κοινή αγωνία.
Στο ερώτημα ποιος θα επωμιστεί την ευθύνη για την πορεία που ακολουθεί το κοινό τους ταξίδι∙ ποιος θα αντέξει να κρατά το τιμόνι σ’ αυτόν τον ακαθόριστο και σκοτεινό αγώνα που έχουν κληθεί να δώσουν, εμφανίζονται όλοι τους πρόθυμοι να παλέψουν από κοινού, με μια ομοψυχία που γεννήθηκε από τη βαθιά εκτίμηση και αγάπη που απέκτησαν ο ένας για τον άλλον.
«Χαράζει τάχα, ω σύντροφοι, μπροστά μας, ή βραδιάζει;
Το φως που μπήκαμε έμοιασε βαθύ, παντοτινό∙
κι όλη μας νιώθουμε η καρδιά σα μια σπονδή ν’ αδειάζει,
από κρατήρα ατίμητο, μπροστά στον ουρανό.»
Καθώς οι Αργοναύτες προσεγγίζουν το χώρο της κυριαρχίας του Απόλλωνα και περνούν συμβολικά στην περιοχή του θανάτου, ο ποιητής αποδίδει με έξοχο τρόπο την απορία που γεννιέται στην ψυχή τους για το αν τελικά ολοκληρώθηκε το ταξίδι τους ή αν μόλις τώρα ξεκινά γι’ αυτούς μια νέα περιπέτεια. Το φως που τους κυκλώνει μοιάζει αινιγματικά αμφίσημο, όπως το λυκόφως μπορεί να θυμίσει τα χρώματα τ’ ουρανού ακριβώς την ώρα που ξημερώνει. Έτσι, οι Αργοναύτες δεν είναι βέβαιοι για το αν ό,τι αντικρίζουν μπροστά τους είναι το χάραμα μιας νέας ημέρας ή το τέλος μιας άλλης. Το λυκαυγές συγχέεται με το λυκόφως, όπως τα όρια της ζωής συγχέονται εύλογα με τα όρια του θανάτου, αφού το τέλος της ζωής δεν είναι παρά το πέρασμα σε μια άλλη μορφή ύπαρξης∙ παντοτινής και αναλλοίωτης πλέον.
Οι Αργοναύτες αφήνονται σε μια ολόψυχη βίωση του αιώνιου φωτός που κυριαρχεί γύρω τους, νιώθοντας την καρδιά τους ν’ αδειάζει, όπως ακριβώς θα συνέβαινε αν προσέφεραν μια σπονδή στον θεϊκό ουρανό από έναν κρατήρα ανεκτίμητης αξίας. Η αγωνία κι όλος τους ο πόνος, μα κι ο θαυμασμός τους κι η ευγνωμοσύνη τους, όλα τα συναισθήματα που συγκρατούσε για καιρό η καρδιά τους, προσφέρονται τώρα στο γιόρτασμα αυτό του ουράνιου φωτός, που σηματοδοτεί το «πέρασμά» τους σε μια νέα κατάσταση πνευματικής ύπαρξης∙ το πέρασμά τους στο χώρο του Παραδείσου.
*