Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Κυριακή, 7 Δεκεμβρίου 2014

ΠΕΡΠΑΤΩ ΚΑΙ ΧΑΝΩ ΤΙΣ ΕΝΔΙΑΜΕΣΕ ΖΩΝΕΣ




Περπατώ και χάνω τις ενδιάμεσες ζώνες.

Αντιλαμβάνομαι τα πλησιέστατα μόνο

ή τα απώτατα.



Αυτή η ριζική εναλλαγή των αισθημάτων

ή μπορεί και ατή η ανάδυσή τους σε αίσθημα διακριτό

μου επιβεβαιώνει την υποψία

ότι το πραγματικό

μόνο στα άκρα υφίσταται.



Το άπειρο δεν είναι σε όλα τα μέρη εξ ίσου άπειρο.

Στις στιγμές του τις πιο έντονες

οι πιο μεγάλες αποστάσεις απορροφώνται μεταξύ τους.

Το μεγαλύτερο μάθημα του απείρου

είναι ότι μερικές φορές δεν μπορεί να είναι άπειρο.


http://alonakitispoiisis.blogspot.gr/
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


Σάββατο, 6 Δεκεμβρίου 2014

"Ἡ συναυλία τῶν γυακίνθων"






– Ι –


Στάσου λιγάκι πιὸ κοντά στὴ σιωπή καὶ μάζεψε τὰ μαλλιὰ τῆς νύχτας αὐτῆς ποὺ ὀνειρεύεται γυμνό τὸ σῶμα της.
Ἔχει πολλοὺς ὁρίζοντες, πολλὲς πυξίδες, καὶ μιὰ μοῖρα ποὺ καίει ἀκούραστη κάθε φορά καὶ τὰ πενήντα δύο χαρτιά της.
Ὕστερα ξαναρχίζει μὲ κάτι ἄλλο – μὲ τὸ χέρι σου, ποὺ τοῦ δίνει μαργαριτάρια γιὰ νὰ βρεῖ ἕνα πόθο, ἕνα νησίδιο ὕπνου.

Στάσου λιγάκι πιὸ κοντά στὴ σιωπή κι ἀγκάλιασε τὴν πελώριαν ἄγκυρα ποὺ ἡγεμονεύει στοὺς βυθούς. Σὲ λίγο θὰ ’ναι στὰ σύννεφα.
Κι ἐσὺ δέ θὰ καταλαβαίνεις, μὰ θὰ κλαῖς, θὰ κλαῖς γιὰ νὰ σὲ φιλήσω, κι ὅταν πάω ν’ ἀνοίξω μιὰ σχισμή στὸ ψέμμα, ἕνα μικρό γαλανό φεγγίτη στὴ μέθη, θὰ μὲ δαγκάσεις.
Μικρή, ζηλιάρα της ψυχῆς μου σκιά, γεννήτρα μιᾶς μουσικῆς κάτω ἀπ’ τὸ σεληνόφωτο

Στάσου λιγάκι κοντά μου.



– ΙΙ –

Ἐδῶ – μέσα στὰ πρώιμα ψιθυρίσματα τῶν πόθων, ἔνιωσες γιὰ πρώτη φορὰ τὴν ὀδυνηρή εὐτυχία τοῦ νὰ ζῇς!
Μεγάλα κι ἀμφίβολα πουλιά σχίζαν τὶς παρθενιές τῶν κόσμων σου.
Σ' ἕνα σεντόνι ἁπλωμένο ἔβλεπαν οἱ κύκνοι τὰ μελλοντικά τους ἄσματα κι ἀπὸ κάθε πτυχή τῆς νύχτας ξεκινοῦσαν τινάζοντας τὰ ὄνειρά τους μὲς στὰ νερά, ταυτίζοντας τὴν ὕπαρξή τους μὲ τὴν ὕπαρξη τῶν ἀγκαλιῶν ποὺ προσμέναν.
Μὰ τὰ βήματα ποὺ δέν ἔσβησαν τὰ δάση τους ἀλλὰ στάθηκαν στὴ γλαυκή κόχη τ' οὐρανοῦ καὶ τῶν ματιῶν σου τί γύρευαν;
Ποιὸ ἕναστρο ἁμάρτημα πλησίαζε τοὺς χτύπους τῆς ἀπελπισίας σου;
Μήτε ἡ λίμνη, μήτε ἡ εὐαισθησία της, μήτε τὸ εὔφλεκτο φάντασμα δυὸ συνεννοημένων χεριῶν, δέν ἀξιώθηκαν ποτέ ν' ἀντιμετωπίσουν ἕνα τέτοιο ρόδινο ἀναστάτωμα.



– VΙΙ –

Συγκίνηση. Τὰ φύλλα τρέμουν ζώντας μαζί καὶ ζώντας χωριστά πάνω στὶς λεῦκες ποὺ μοιράζουν ἄνεμο.
Πρὶν ἀπ’ τὰ μάτια σου εἶναι αὐτός ποὺ φυγαδεύει αὐτές τὶς θύμησες, αὐτὰ τὰ βότσαλα – τὶς χίμαιρες!
Ἡ ὥρα εἶναι ρευστή κι ἐσὺ στυλώνεσαι πάνω της ἀκάνθινη. Συλλογίζομαι αὐτοὺς ποὺ δὲ δεχτήκανε ποτέ ναυαγοσωστικά.
Ποὺ ἀγαποῦν τὸ φῶς κάτω ἀπ’ τὰ βλέφαρα, ποὺ σὰ μεσουρανήσει ὁ ὕπνος ἄγρυπνοι μελετοῦνε τ’ ἀνοιχτὰ τους χέρια.

Καὶ θέλω νὰ κλείσω τοὺς κύκλους ποὺ ἄνοιξαν τὰ δικά σου δάχτυλα, νὰ ἐφαρμόσω ἐπάνω τοὺς τὸν οὐρανό γιὰ νὰ μὴν εἶναι πιὰ ποτὲ ὁ στερνός τους λόγος ἄλλος.

Μίλησέ μου∙ ἀλλὰ μίλησέ μου γιὰ δάκρυα.




– Χ –

Ἀκόμα μιὰ φορά μέσα στὶς κερασιές τὰ δυσεύρετα χείλη σου. Ἀκόμα μιὰ φορά μέσα στὶς φυτικές αἰῶρες τ’ ἀρχαῖα σου ὄνειρα.
Μιὰ φορά μέσα στ’ ἀρχαῖα σου ὄνειρα τὰ τραγούδια ποὺ ἀνάβουν καὶ χάνονται. Μέσα σ’ αὐτά ποὺ ἀνάβουν καὶ χάνονται τὰ ζεστά μυστικά τοῦ κόσμου. Τὰ μυστικά τοῦ κόσμου.


– ΧΙΙΙ –

Πές μου τὴ νεφελόπαρτη ὥρα ποὺ σὲ κυρίεψε ὅταν ἡ βροντὴ προηγήθηκε τῆς καρδιᾶς μου.
Πές μου τὸ χέρι ποὺ προχώρησε τὸ δικό μου χέρι μέσα στὴν ξενιτιά τῆς θλίψης σου. Πές μου τὸ διάστημα καὶ τὸ φῶς καὶ τὸ σκοτάδι – τὸ παρείσαχτο κυμάτισμα ἑνὸς τρυφεροῦ ἰδιωτικοῦ Σεπτέμβρη.

Καὶ σκόρπισε τὴν ἴριδα, στεφάνωσέ με!

– ΧX –


Τόσο φῶς ποὺ κι ἡ γυμνή γραμμή ἀπαθανατίστηκε. Τὸ νερὸ σφάλισε τοὺς ὅρμους.
Τὸ μονάκριβο δέντρο ἰχνογράφησε τὸ διάστημα.
Τώρα δὲ μένει παρὰ νὰ ’ρθεις ἐσύ ὤ! σμιλεμένη ἀπὸ τὴν πεῖρα τῶν ἀνέμων καὶ ν’ ἀντικαταστήσεις τὸ ἄγαλμα.
Δὲ μένει παρὰ νὰ ’ρθεις ἐσύ καὶ νὰ γυρίσεις τὰ μάτια σου πρὸς τὸ πέλαγος ποὺ πιά δὲ θὰ ’ναι ἄλλο ἀπὸ τ’ὁλοζώντανο τὸ ἀδιάκοπο τὸ αἰώνιο ψιθύρισμά σου.

Δὲ μένει παρὰ νὰ τελειώσεις στοὺς ὁρίζοντες.



Nota Chryssina

Τρίτη, 2 Δεκεμβρίου 2014

Γαλάζια περισπωμένη




Καθώς η γαλάζια περισπωμένη
................................. των βουνοκορφών
………………..……. ψηλαφίζει ουρανό
και στ’ ασημένια νερά
…………………………. των θαλασσών
βαφτίζονται γαλήνια φεγγάρια,
στο λιόγερμα ξυπνάει το σαρκοβόρο
οσμίζεται στον αέρα το χορτοφάγο
.….. που ολημερίς μηρυκάζει θάνατο
Όμως ωραιόψυχος ο Ιούλιος
…………………… μας ετοιμάζει οίστρο
και σώματα ερωτικά
Αφού σε φλογισμένα μάγουλα
…………….. πορφυρίζουναι οι πόθοι
σύγκορμη τρέμει η παιδομάνα μήτρα!
Έτσι ουρανόπληκτος
ο αμάραντος έρωτας
……. γονιμοποιεί στους αστερισμούς,
την τυχαιότητα με καθάριους στόχους,
γι’ αυτό το δάχτυλο της νύχτας
μας δείχνει προς τ’ άστρα ομορφιά
Αφού έρωτας και θάνατος
…………………….. πανταχού παρόντες,
η νύχτα γοερή φλυαρεί αιωνιότητα,
καθώς αχαλίνωτη η ενάργεια
παραπαίει στις υπνωμένες συνειδήσεις
Γι αυτό όσοι νυχτόπληκτοι ζωή
……………………………… αναπολούμε
ηδυπαθείς γονιμοποιούμε ονειρόσκονη

Δευτέρα, 1 Δεκεμβρίου 2014

ασκητική





Πλήγιασαν οι φτέρνες μου
Μονάζοντας στα γλιστερά μονοπάτια
Σχεδόν αιωρούμαι στην πέτρα
Σχεδόν φύομαι στα βράχια
Κυκλαμιάς δίχτυ που φυλακίζει το φως
Έτσι θωρώ της ζωής μου την ψυχρή εικόνα

Ασκούμαι στα ύψη και πέφτω σε νάρκη γλυκιά
Κρύβομαι και φανερώνομαι
Σαν πουκάμισο πεσμένο στην πυκνή χλόη
Ρουφώ τον αέρα στολίζομαι άγρια φτέρη
Ανεβαίνουν οι παλμοί ξεφεύγω
Αδιαφορώ αν το ποτάμι θα ανταμειφθεί
Κυκλαμιάς πέπλο που ανάκλιντρο ντύνει
Έτσι αντικρίζω της ζωής μου το αρχαϊκό άρμα

Ψηλαφίζω τις ακμές του φεγγαριού
Εκείνες που το αίμα μου απέσπασαν
Σε χρόνους ιερούς
Τα δάκτυλα μου πυρσοί πολέμου
Οι φλέβες αιμάτινα πεδία φονικά
Δεν θα σου αποκρύψω τα μυστικά
Εγώ τα ύφανα με χρυσοκλωστή να τα ζηλέψεις
Κυκλαμιάς θύσανος που στα πόδια τρίβεται
Έτσι ενθυμούμαι της ζωής μου το ανεμογύρισμα

Φυλακίζω τις σκέψεις και τις στρώνω με ομίχλη
Σε κελί παγερό να θολώσουν το χνάρι
Επισκέπτομαι θόλους κι απ τα ύψη μιλώ
Δεν φοβάμαι την διπλή σταύρωση μου
Το μάτι μες τα μήκη να χάνεται πρέπει
Η καρδιά ασχημάτιστη στις νεφέλες
Να πεταρίζει σαν πετρίτης
Είδα την σκιά μου στον ήλιο κρυμμένη
Κι από τότε την σημαία αναρτώ στην ψυχή
Κυκλαμιάς βουνίσιο λαγούμι που χρυσάφι φυλάει
Έτσι θησαυρίζει η ζωή μου από ένα σου χάδι


http://gialeni.blogspot.gr/

Κυριακή, 30 Νοεμβρίου 2014

Το ποίημα της Κυριακής

        Σ' ένα πεδίο είμαι η απουσία του πεδίου. 
Έτσι πάντα συμβαίνει. 
Όπου κι αν είμαι είμαι αυτό που λείπει. 
Όταν περπατάω χωρίζω τον αέρα και πάντα ο αέρας ξανάρχεται για να γεμίσει τα κενά εκεί που το σώμα μου ήταν. 
Ολοι έχουμε λόγους που κινούμαστε. 
Εγώ κινούμαι για να διατηρώ τα πράγματα ολόκληρα.      


 Ποίημα από τη συλλογή Λόγοι που Κινούμαστε (Reasons for Moving) του Μαρκ Στραντ, αμερικανού ποιητή γεννημένου το 1934 στον Καναδά.  Μετάφραση:  Κατερίνα Αγγελάκη - Ρουκ  

ΜΕΣΟΝΥΧΤΙ




Είναι το μεσημέρι το απόκρυφο,

σκότος απλό παλλόμενο σπλάχνων,

του ζώντος σιωπηλή αφθονία.



Απ’ την ψυχή, ερείπιο και ίσκιος,

ίλιγγος τεφρών και κενό ατόφυο,

μια λυγερόκορμη αναβλύζει φωτιά,

μια κομψή μουσική χαριτωμένη,

μια στήλη αμιγούς σιωπής,

ένας τρομαγμένος ποταμός

που σηκώνεται απ’ τον ύπνο του

και, τους αέρηδες σκίζοντας,

πετάει ν’ ανεβεί στον ουρανό.



Τραγουδάει από τον ίσκιο της

–και ακόμα περισσότερο: από το τίποτά της– η ψυχή.

Γυμνό απ’ τ’ όνομά του τραγουδάει το ον,

στης υπό αίρεσιν υπόστασής του τη σαγήνη,

και λέει το τραγούδι του έρωτά του για το είναι.



Και δεν είναι το στόμα το πικρό

ούτε η ψυχή η αποροφημένη στον αντικατοπτρισμό της,

ούτε η καρδιά, ο ζοφερός ο καταρράκτης,

ό,τι υποστυλώνει το τραγούδι αυτό

που τραγουδιέται μέσα στην αστίλβωτη θαμπή σιωπή.



Από τον εαυτό του σαγηνεύται

και στον εαυτό του στηρίζεται

και στο ίδιο του το μάτι κοιτάζεται μέσα και χύνεται

και στον εαυτό του πατώντας ορθώνεται

να πάει προς έν’ άλλο άσμα που δεν το ακούμε,

μουσική της μουσικής,

σιωπή και πλησμονή,

βράχο και παλίρροια,

ένταση εν υπνώσει

όπου σχήματα κοιμούνται ονειρευόμενα και ήχοι.



Είναι το μεσημέρι το απόκρυφο.

η ψυχή, στον ουρανό στραμμένη, τραγουδάει

και έν’ άλλο άσμα ονειρεύεται,

φως απλώς παλλόμενο,

του ζώντος σιωπηλή αφθονία.


http://alonakitispoiisis.blogspot.gr/
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.



Σάββατο, 22 Νοεμβρίου 2014

[Ω Σκοτάδι]



Ώ σκοτάδι σκοτάδι σκοτάδι.
Όλα χάνονται μες στο σκοτάδι,
Τα κενά διαστρικά διαστήματα, το κενό μες στο κενό,
Οι πλοίαρχοι, οι εμποροτραπεζίτες, εξέχοντες άνθρωποι των γραμμάτων,
Οι γενναιόδωροι προστάτες της τέχνης, οι πολιτικοί κι οι κυβερνήτες,
Διακεκριμένοι δημόσιοι υπάλληλοι, πρόεδροι πολλών επιτροπών,
Μεγαλοβιομήχανοι και μικροεργολάβοι, όλοι πηγαίνουν στο σκοτάδι,
Και σκοτάδι, ο Ήλιος κι η Σελήνη, και το Αλμανάκ του Γκότα,
Και το Δελτίο του Χρηματιστηρίου Αξιών, ο Οδηγός των Διευθυντών,
Και κρύα η αίσθηση και χαμένο το κίνητρο της πράξης.
Κι όλοι μας πηγαίνουμε μαζί τους, μες στη σιωπηλή κηδεία,
Την κηδεία κανενός, γιατί κανένας δεν υπάρχει να τον θάψεις.
 Είπα στην ψυχή μου, ησύχασε κι άσε το σκοτάδι να ‘ρθει επάνω σου
Που θα ‘ναι το σκοτάδι του Θεού.
Όπως, σ’ ένα θέατρο,
Τα φώτα σβήνουν, για ν’ αλλάξει το σκηνικό
Με μια υπόκωφη βαβούρα από φτερά, με μια κίνηση από σκοτάδι πάνω σε σκοτάδι,
Και το ξέρουμε που οι λόφοι και τα δέντρα, το μακρινό πανόραμα
Κι η φανταχτερή επιβλητική πρόσοψη όλα κυλίστηκαν μακριά -
Ή όπως, όταν ο υπόγειος μες στη σήραγγα, σταθμεύει ώρα πολλή ανάμεσα σε στάσεις
Κι υψώνεται η συζήτηση και σιγοσβήνει στη σιωπή
Και βλέπεις πίσω απ’ το κάθε πρόσωπο να βαθαίνει το νοητικό κενό
Αφήνοντας μόνο τον τρόμο του να μη σκέφτεσαι για τίποτε που όλο μεγαλώνει.
Ή όταν, ναρκωμένος από αιθέρα, ο νους έχει συναίσθηση αλλά συναίσθηση του τίποτε -
Είπα στην ψυχή μου, ησύχασε, και πρόσμενε χωρίς ελπίδα
Γιατί ελπίδα θα ‘ταν η ελπίδα του σφαλερού.
Πρόσμενε χωρίς αγάπη
Γιατί αγάπη θα ‘ταν η αγάπη του σφαλερού.
Υπάρχει ωστόσο η πίστη
Αλλά η πίστη κι η αγάπη κι η ελπίδα βρίσκονται όλες σε αναμονή.
Πρόσμενε χωρίς σκέψη, γιατί δεν είσαι έτοιμη για σκέψη:
Έτσι το σκοτάδι θα ‘ναι το φως, κι η ακινησία ο χορός.
 Ψίθυρος από ρυάκια που τρέχουν, και χειμωνιάτικη αστραπή,
Το άγριο θυμάρι αθέατο κι η αγριοφράουλα,
Το γέλιο μες στον κήπο, αντήχησε την έκσταση
Όχι χαμένη, αλλά απαιτητική, να σημαδεύει προς την αγωνία
Του θανάτου και της γέννησης.
Λες πως επαναλαμβάνω
Κάτι που είπα πριν.
Θα το ξαναπώ.
Να το ξαναπώ;
Για να φτάσεις εκεί,
Για να φτάσεις εκεί που είσαι, να ‘ρθεις από κει που δεν είσαι,
Πρέπει να πας από ένα δρόμο, όπου δεν υπάρχει έκσταση.
Για να φτάσεις σε κάτι που δεν ξέρεις
Πρέπει να πας από ένα δρόμο που είναι ο δρόμος της άγνοιας.
Για να ‘χεις ό, τι δεν κατέχεις
Πρέπει να πας από το δρόμο της αλλοτρίωσης.
Για να φτάσεις σ’ αυτό που δεν είσαι
Πρέπει να πας μες απ’ το δρόμο όπου δεν είσαι.
Κι ό, τι δεν γνωρίζεις είναι το μόνο που γνωρίζεις
Κι ό, τι σου ανήκει είναι αυτό που δε σου ανήκει
Κι όπου βρίσκεσαι είναι εκεί όπου δεν βρίσκεσαι.



 [ από τα «ΤΕΣΣΕΡΑ ΚΟΥΑΡΤΕΤΑ»,
Μετάφραση: Κλείτος Κύρου,
Εκδόσεις: « ΥΨΙΛΟΝ/ΒΙΒΛΙΑ»]. http://bibliotheque.gr/

Πέμπτη, 20 Νοεμβρίου 2014

ΤΕΛΟΣ ΕΝΟΣ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ






Μα ποιός θα ’θελε να ζει δίχως νά ’χει παρηγοριά απ’ τα δέντρα;


Τί ωραία να συμμετείχαν στον θάνατο!

Τα ροδάκινα μαζεύτηκαν, τα δαμάσκηνα παίρνουνε χρώμα,

ενώ κάτω απ’ των γεφυρών τις καμάρες βουίζει ο χρόνος.


Την απελπισία μου την εμπιστεύομαι σ’ ένα σμάρι αποδημητικά πουλιά.

Αμέριμνο σταθμίζει το μερτικό του στην αιωνιότητα.

Οι πορείες του

φαίνονται πάνω στα πράσινα φυλλώματα

νά ’ναι σαν σκοτεινός εξαναγκασμός,

των φτερών του η κίνηση δίνει χρώμα στους καρπούς.


Που σημαίνει: έχουμε πάντα υπομονή.

Και ότι γρήγορα θ’ αποσφραγισθεί των πουλιών η γραφή,

τα διάφορα ορνιθοσκαλίσματά τους,

και ότι κάτω από τη γλώσσα μας εμείς θα έχουμε πια

τη γεύση που σου αφήνουνε τα πενηνταράκια.


http://alonakitispoiisis.blogspot.gr/

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Τρίτη, 18 Νοεμβρίου 2014

[ΠΡΩΙΝΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ]





Η αγάπη σε κούρδισε σαν βαρύ χρυσό ρολόι
η μαμή σάπισε τις πατούσες σου
και το γυμνό σου κλάμα πήρε τη θέση του ανάμεσα στα στοιχεία.

Οι φωνές μας αντηχούν, μεγεθύνοντας την άφιξή σου. 
Καινούριο άγαλμα.
Σ’ ένα ανεμοδαρμένο μουσείο, η γύμνια σου
σκιάζει την ασφάλειά μας. 
Στεκόμαστε ένα γύρο κενοί σαν τοίχοι.

Δεν είμαι περισσότερο μητέρα σου
από ένα σύννεφο που διυλίζει έναν καθρέφτη 
για να αντικατoπτρίσει την ίδια του την αργή
εξάλειψη στα χέρια του ανέμου.





Όλη τη νύχτα η ανάσα σου πεταλουδίτσα
πεταρίζει ανάμεσα στα επίπεδα ροζ τριαντάφυλλα. ξυπνώ και
          αφουγκράζομαι:
μια μακρινή θάλασσα δονείται στα αυτιά μου.

Μια κραυγή και κατρακυλώ από το κρεβάτι, 
βαριά και λουλουδάτη
μέσα στο βικτοριανό νυχτικό μου.

Το στόμα σου ανοίγει καθαρό σαν γάτας. 
Το τετράγωνό του
        παραθύρου.

Ξασπρίζει και καταπίνει τα μουδιασμένα του αστέρια. 
Και τώρα δοκιμάζεις
μια χουφτίτσα νότες.
Τα καθαρά φωνήεντα ανυψώνονται σαν μπαλόνια.


[Σίλβια Πλαθ, Ποιήματα, εκδ. Κέδρος]





Δευτέρα, 17 Νοεμβρίου 2014

16 και 17 Νοέμβρη 1973


Αθήνα 16 Νοεμβρίου 1973

Ωραία παιδιά, με τα μεγάλα μάτια σαν εκκλησίες χωρίς στασίδια.
Ωραία παιδιά, δικά μας, με τη μεγάλη θλίψη των αντρείων,
Αψήφιστοι, όρθιοι στα προπύλαια, στον πέτρινο αέρα,
Έτοιμο χέρι, έτοιμο μάτι, - πως μεγαλώνει
το μπόι, το βήμα και η παλάμη του ανθρώπου;

17 Νοεμβρίου

Βαρειά σιωπή, διάτρητη απ’ τους πυροβολισμούς,
πικρή πολιτεία,
αίμα, φωτιά, η πεσμένη πόρτα, ο καπνός, το ξύδι-
ποιος θα πει : περιμένω απ’ το μέσα μαύρο;
Μικροί σκοινοβάτες με τα μεγάλα παπούτσια
μ΄ έναν επίδεσμο φωτιά στο κούτελο
κόκκινο σύρμα, κόκκινο πουλί,
και το μοναχικό σκυλί στ’ αποκλεισμένα προάστια
ενώ χαράζει η χλωμότερη μέρα πίσω
απ’ τα καπνισμένα αγάλματα
κι ακούγεται ακόμη η τελευταία κραυγή διαλυμένη
στις λεωφόρους.
Πάνω απ’ τα τανκς, μέσα στους σκόρπιους πυροβολισμούς
πώς μπορείτε λοιπόν να κοιμάστε;

Σάββατο, 15 Νοεμβρίου 2014

ΣΠΑΤΑΛΟΙ ΚΑΤΑΡΡΑΧΤΕΣ




Σπάταλοι καταρράχτες

Που μαζεύουν όλοι τους όλη τους την αγριότητα και

όλη τη δύναμη  

Όποτε ρίχνουν το συγχισμένο σου βλέμμα πάνω

από τα μύρτιλλα  

Που κρέμονται στον γκρεμό

που κοιτάζεις έντρομη          

Σαν το μυρωμένο σταφυλοκέρασο που ’χει αρχίσει να σαπίζει

Σκυφτή στα υπέροχα βάθη όπου

πέφτει η ελαστική του Έλβα ροή          

Που την έχουμε εξαντλήσει

Στα χέρια της πανέμορφης βοσκοπούλας

που τη γνωρίσαν κάποτε και οι αμνοί των ουρανών    

Όταν έρχονταν δύο-δύο

Να βοσκήσουνε στο ρεύμα αντίθετα



Όταν έρχονταν από τη Βοημία

αλλά και από τη Γερμανία          

Στη γυναίκα που είταν πι’ όμορφη κι από τη βραχόπετρα

Απ’ τους γοφούς της οποίας

Αναβλύζει

Η χορωδία

Της ολοένα και πιο επείγουσας και επιτακτικής εντολής



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
http://alonakitispoiisis.blogspot.gr/



Παρασκευή, 14 Νοεμβρίου 2014

ΑΚΙΝΔΥΝΟΥ, ΕΛΠΙΔΟΦΟΡΟΥ, ΑΝΕΜΠΟΔΙΣΤΟΥ



Τώρα, στη βάρκα οπού κι αν μπεις άδεια θα φτάσει
Εγώ αποβλέπω· σ' έναν μακρύ θαλασσινό Κεραμεικό
Με Κόρες πέτρινες και πού κρατούν λουλούδια. Θα 'ναι νύχτα και
Αύγουστος
Τότε πού αλλάζουν των αστερισμών οι βάρδιες. Και τα βουνά
ελαφρά
Γιομάτα σκοτεινόν αέρα στέκουν λίγο πιο πάνω άπ' τη γραμμή του
ορίζοντα
Όσμές εδώ ή εκεί καμένου χόρτου. Και μια λύπη άγνωστης γενεάς
Πού από ψηλά
κάνει ρυάκι πάνω στην αποκοιμισμένη θάλασσα
Λάμπει μέσα μου κείνο πού αγνοώ. Μα ωστόσο λάμπει
"Αχ ομορφιά κι αν δεν μου παραδόθηκες ολόκληρη ποτέ
Κάτι κατάφερα να σου ύποκλέψω. Λέω: κείνο το πράσινο κόρης
οφθαλμού πού πρωτο-
Εισέρχεται στον ερωτά και τ'άλλο το χρυσό, πού που κι αν το
τοποθετείς ίουλίζει.
Τραβάτε τα κουπιά οί στα σκληρά εθισμένοι. Να με πάτε κεϊ πού
οι άλλοι παν
Δε γίνεται. Δεν έγεννήθηκα ν'ανήκω πουθενά
Τιμαριώτης τ' ούρανοϋ κει πάλι ζητώ ν' αποκατασταθώ
Στα δίκαια μου. Το λέει κι ό αέρας
Από μικρό το θαύμα είναι λουλούδι και άμα μεγαλώσει θάνατος

Αχ ομορφιά συ θα με παραδώσεις καθώς ό Ιούδας
Θα 'ναι νύχτα και Αύγουστος. Πελώριες άρπες που και πού
θ' ακούγονται και
Με το λίγο της ψυχής μου κυανό ή Όξω Πέτρα μέσ' από τη μαυρίλα
Θ'αρχίσει ν'αναδύεται. Μικρές θεές, προαιώνια νέες
Φρύγισσες ή Λυδές με στεφάνι ασημί και με πρασινωπά πτερύγια
γύρω μου άδοντας θα συναχτούν
Τότε πού και του καθενός τα βάσανα θα εξαργυρώνονται
Χρώματα βότσαλου πικρού: τόσα
Με περόνες πόνου όλες σου ο! αγάπες: τόσα
Του βράχου ή τύρφη και του άφραχτου ύπνου σου ή φρικαλέα
ραγισματιά: δυο φορές τόσα

"Ώσπου κάποτε, ο βυθός μ' όλο του το πλαγκτόν κατάφωτο
Θ' αναστραφεί πάνω από το κεφάλι μου. Κι αλλά ως τότε
άνεκμυστήρευτα
Σάν μέσ' από τη σάρκα μου ιδωμένα θα φανερωθούν
Ιχθείς του αιθέρος, αίγες με το λιγνό κορμί κατακυμάτων
κωδωνοκρουσίες του Μυροβλύτη
Ενώ μακριά στο βάθος θα γυρίζει ακόμα ή γη με μια βάρκα μαύρη
κι άδεια χαμένη στα πελάγη της.

18 Σεπτεμβρίου, μνήμη Παύλου Φύσσα



Ακούστε ξένοι πώς κελαηδάνε τα μαλλιά του

όταν γέρνει στο λευκό του καιρού να κοιμηθεί

και τα κειμήλια νερά τον ανασαίνουν.

Κι όταν ξυπνά, γλείφει το μέλι των σκιών και προχωράει.

Περνά δίπλα από αναμμένα μήλα

από ρίζες καγκελόπορτες

περνά απ της αυγής την κόψη και δεν κόβεται

περνά από κάτεργα σπηλιών, από σπασμένα καλοκαίρια

κι απ’ τους αμυγδαλότοπους

στις αορτές των ποταμών φτάνει ολοκάθαρος.

Και όταν πεινάσει για ψυχή καίει λιβάνι.

Ράβει το χρόνο πίσω του 
και πάει
και πάει και προχωράει

φυσώντας φως

κεντρώος στον ελάχιστο κύκλο της μνήμης.
[Κι αν τύχει, ξένοι, και τον δείτε

δώστε του άζυμο ψωμί, κρασί και σβώλους από χώμα

και νύχια από ζάχαρη να ξύνει τους καθρέφτες].

*Από τον “τοίχο” της ποιήτριας στο facebook.

Δευτέρα, 10 Νοεμβρίου 2014

Μ' ΕΝΑ ΤΙΠΟΤΑ ΕΖΗΣΑ


Μ΄ ένα τίποτα έζησα
Μονάχα οι λέξεις δε μου αρκούσανε
Σ΄ ενός περάσματος αέρα
ξεγνέθοντας απόκοσμη φωνή τ΄ αυτιά μου
φχιά
φχιού φχιού
εσκαρφίστηκα τα μύρια όσα
Τί γυαλόπετρες φούχτες
τί καλάθια φρέσκες μέλισσες και σταμνιά φουσκωτά όπου
άκουγες ββββ να σου βροντάει ο αιχμάλωτος αέρας.

Κάτι
Κάτι δαιμονικό μα που να πιάνεται σαν σε δίχτυ στο σχήμα του Αρχαγγέλου
Παραλαλούσα κι έτρεχα
Έφτασα κι αποτύπωνα τα κύματα στην ακοή απ΄ τη γλώσσα

-Ε καβάκια μαύρα, φώναζα, κι εσείς γαλάζια δέντρα τί ξέρετε από μένα;
-Θόη θόη θμος
- Ε; Τι;
- Αρίηω ηθύμως θμος
- Δεν άκουσα τι πράγμα;
- Θμος θμος άδυσος

Ώσπου τέλος ένιωσα
κι ας πα΄ να μ΄ έλεγαν τρελό
πως από ΄να τίποτα γίνεται ο Παράδεισος.

Κυριακή, 9 Νοεμβρίου 2014

συλλείτουργο




Κοσκίνισε την άμμο αιθέριος έφηβος
Τα χέρια συγκρατούσαν τον χρυσό
Ανάμεσα σε αντίσκηνα αθίγγανων
Που κατέβαζαν οι ποταμοί
(Ασίγαστη πνοή στο καρφί της ροής)
Βρήκε την φλέβα του σακατεμένη
Από την ανομβρία των φύλλων
Πράσινα φύλλα δίπλα
Στο παλιό γιοματάρι
Ανήμερα της γιορτής του Αγίας Θέκλας
Η καρδιά φωτίζονταν
Από τις τρεμάμενες φεγγαροφωλιές
Αποξεχνιόνταν σε σταθμούς τρένων
Παρέα με τα κοκαλιάρικα κλαδιά του ιβίσκου
Έτερψε -ώρα απογευματινή- την ηδονή των μυστών
Με γιρλάντες κεριών και με στεφάνες
Αποξηραμένων πηγαδιών

Στη μεσιανή κάμαρα ακούγονταν
Ο ρόγχος του νωπού σπέρματος
Σώματα υγρά παραδομένα στα πλήθια
Οράματα της σεπτής σινδόνης
Η προοπτική της ισημερίας
Χάνονταν στις σκέπες του πράσινου
Βελούδου -επόπτες μοίραζαν τίτλους τιμής-
Το λουλακί μάτι του ταύρου
Πετάριζε στροβίλους ζωής
Στον μικρόκοσμο της πλατείας
Ο λαχνός σύρονταν από το καπέλο
Σαν περγαμηνή από τη σάρκα της παλίρροιας
Μελαμψά κορίτσια αποτύπωναν
Ξεχασμένες επιγραφές
Στα τροχήλατα μάτια των αγαλμάτων
Όταν περάσει ο κυματισμός
Του αιώνιου πεύκου πάνω στην κόμη
Του λευκού γιαλού θα επιστρέψω
Στη κρυψώνα με το παγωμένο νεκρό

Έχω φυλάξει για τις στρατιές
Των μελαγχολικών ματιών
Λίγο απόσταγμα από τα δέντρα
Της ρουφήχτρας -η απόσταση εκμηδενίζει
Το χαμηλό πέταγμα των κορακιών-
Γρήγορα απαρίθμησε τα σκαλοπάτια
Στην αυλή με τους μεταλλικούς κίονες
Βάζοντας φρουρούς τα σιωπηλά γκέμια
Της λησμονημένης Αμαζόνας
Το φως καραδοκεί πάνω στο κάτοπτρο
Του φιδίσιου ρυακιού
Λευκαίνει τις σκοτεινές σπηλιές
Με το διαμαντένιο νήμα της αστραπής
Λουλακί το μάτι του ταύρου σπαράσσεται
Ολοφυρμοί στο αέτωμα της πατρίδας
Σημαίες στο λοφίσκο της δεξαμενής
Υποστέλλουν το χάλκινο φρύδι
Της νυχτερινής ελεγείας

Μεταπτώσεις του κόκκινου θόλου
Στους ναούς των υμνωδών ψαράδων
Δίχτυα βαριά αυγινό ξεφάντωμα
Στο μονοπάτι της άγριας πέστροφας
Πουκάμισο φαρδύ ριγμένο
Στους αρμούς των κυμάτων
Μαζί με τον στίχο που περιέσωσες
Από τους επιδρομείς της λάβας
Μοναδικό σου καταφύγιο
Οι τριγμοί της πέτρας
Πάνω στις έγκλειστες παραφυάδες
Της δικής σου φυλακής

είναι ευλογία το σκιτσαρισμένο σου βλέμμα




Ξεφυλλίζω άναρχα της μνήμης το μισάνοιχτο βιβλίο
Ισχνή η κραυγή των αισθήσεων επισκιάζει τη θωριά σου
Την μεταλλάσσει σε δωρικό αγαλματίδιο στα σπλάχνα του Αρδηττού
Κρώξιμο πουλιού ενδημεί στο μαρτιάτικο αεράκι
Της κόμης σου συντονισμένο από τα δικά σου οράματα
Στου προσώπου σου ανατρέχω τις γραμμές
Γραμμικές αναπαραστάσεις μιας μοίρας καθηλωτικής
Βοούν στο οργισμένο σου βλέμμα - μειδίαμα φιδιού
Μοναχικά αντιστέκεσαι στο επικλινές στόμιο του βαράθρου
Σαν λατόμος που εξερευνά με σκαπάνη αργιλώδη έγκατα
Είναι ευλογία το σκιτσαρισμένο σου βλέμμα...

Ξεφυλλίζω βαρύθυμα της λήθης το μισάνοιχτο βιβλίο
Κηλίδες με διαμελισμένα άκρα διατέμνουν τις ρυτίδες σου
Ήδιστον φως δραπετεύει από του ώμου σου την θήκη
Λασπωμένα βέλη σκορπάς σε πρίσματα πολυεδρικά
Μύριοι με τρεμάμενες ασπίδες διαφυλάττουν της ψυχής σου το ίσο
Διαπερνάς ασάλευτος το άνυδρο πεδίο του αίματος
Και παραδίδεσαι εις το κέρας του ελαφιού ικέτης
Φρουροί της πατρίδας σε ακολουθούν περιμετρικά
Μια αχτίδα με καλεί με χρυσοκλωστής νήμα
Να συνθέσω τη σκεπτιστική μουσική των χειλιών σου
Έξω από φόρμες που διασπούν την ευρυθμία σου
Και την περιορίζουν ερμητικά σε κυκλώπεια τείχη Ανατολικά
Είναι ευλογία το σκιτσαρισμένο σου βλέμμα...

Ξεφυλλίζω παθητικά του έρωτα το μισάνοιχτο βιβλίο
Κιονόκρανα φλύαρα παρατεταγμένα στη τύρβη της σιωπής
Επικονιάζουν με γύρη μεθυστική ακροδάκτυλα λατρεμένα
Καλειδοσκόπια εκρηκτικών χρωμάτων επιχρωματίζουν
Την ασπρόμαυρη λιθοδομή του φρουρίου σου
Παρασημοφορείς γενναία το μικρό αλητάκι της αλέας
Που κάποτε της ζωής σου επένδυε τη πολική μοναξιά
Με βάγιες μυριστικές διαμηνύεις την ήττα σου στους ψυχρούς
Κελευστές που της πέτρας διαρρηγνύουν το κρησφύγετο
Σε υποδέχεται ο μέγας κυνηγός των όμβρων
Να σου παραδώσει ακριβά κειμήλια από τα φτερά των αετών
Δρόμους σπαρμένους του ουρανού
Λευκά και ρόδινα οπιούχα φυτά
Αιθάλη από τη κνήμη του καβαλάρη
Περήφανος και διάτρητος να διαβείς την μεγάλη πόρτα της Ιστορίας
Που εσκεμμένα εσύ παραχάραξες διασπαθίζοντας του μυδιού τη σάρκα!
Είναι ευλογία το σκιτσαρισμένο σου βλέμμα...


Παρασκευή, 7 Νοεμβρίου 2014

δεντρολιβανιάς όλβια πετούμενα



Όταν απομακρύναμε τις ριζιμιές πέτρες
Ανακαλύψαμε το άγαλμα της προϊστορικής θεάς
Τυλιγμένο στην αρχαία τέφρα της λήθης
Νυχτωθήκαμε σε σωρούς χωμάτων σκάβοντας ερμητικές στοές
Να σφραγίσουμε το μυστικό μας...

Δεν ξεχωρίζει η μέρα από την νύχτα
Αν απολησμονηθείς στου πάγου το ικρίωμα
Διαπλέκονται των ονείρων οι ιστοί
Σαν λιναριού υφάδι φτιαγμένο από χέρι μαστορικό
Σε τρελό μεθύσι πορεύεται της καρδιάς το μιτάτο
Χωρίς βραγιές και τέμνουσες να το υποτάσσουν
Κραδαίνοντας μόνο ένα πικρό στήμονα μονοκοτυλήδονου
Σε ύπνωση από άρωμα μέντας διακριτό
Πέφτει η δίδυμη λαγνεία του απλήρωτου έρωτα!

Όταν απομακρύναμε τις ριζιμιές πέτρες
Ανακαλύψαμε το άγαλμα της προϊστορικής θεάς
Τυλιγμένο στην αρχαία τέφρα της λήθης
Νυχτωθήκαμε σε σωρούς χωμάτων σκάβοντας ερμητικές στοές
Να σφραγίσουμε το μυστικό μας ...

Δεντρολιβανιάς όλβια πετούμενα
Δρασκελίζουν τη φιδοραφή της μάσκας
Τσιμπούν βδελυρά την χοάνη των ίσκιων
Εκεί που αποκοιμηθήκαμε φασκιωμένοι
Με μεταξιού φρεσκοπλυμένο σεντόνι
Απλωμένο στα ακίνητα πλευρά μας
Πνιγηρά έρχονταν της όστριας το πλοιάριο
Με τη βαριά σκανταλόπετρα στα ύφαλα
Να μας οδηγήσει στα άπατα βάθη με τους μυθικούς γεωμέτρες
Φύκια έζωναν τις σπηλιές που καταλύσαμε
Χωρίς θερμά ρεύματα να μας υφαρπάζουν τη θύμηση
Σε ύπνωση από άρωμα πελάγου διακριτό
Πέφτει η δίδυμη λαγνεία του απλήρωτου έρωτα!

Όταν απομακρύναμε τις ριζιμιές πέτρες
Ανακαλύψαμε το άγαλμα της προϊστορικής θεάς
Τυλιγμένο στην αρχαία τέφρα της λήθης
Νυχτωθήκαμε σε σωρούς χωμάτων σκάβοντας ερμητικές στοές
Να σφραγίσουμε το μυστικό μας...

Τρίτη, 4 Νοεμβρίου 2014

Αλαφροΐσκιωτος. O Βαθύς Λόγος




K' ένας απ' όλους μού έφεξε
κι ακόμα φέγγει λόγος. Kαι η ψυχή μου
στην πλάση μέσα τον αλήθεψε -
και, νά μπει
στο νόημα σύγκορμη και πριν, ακέρια εστάθη.

Ως ένα στύλο ένας σεισμός,
τη ζύγιασε, την έστησε,
σαν κυπαρίσσι ρίζες άδραξε απ' τα βάθη.

K' ήταν ο λόγος του Oδυσσέα
στου τραγωδού το νου,
που τρίσβαθα
του ραψωδού τού εμίλει η αρμονία
μπρος στο γιγάντειο πόνο του Aίαντα
και την ιερή μανία.

Kαι πιο μεστά,
σα να μου αλάφρωνε
φλέβα νερού αγερόλαμπρου
τη δέντρινη κορμοστασιά μου,
ανέβηκε άδιψα,
αλαφρά τη φυλλωσιά μου·
μ' έθρεψε το αλαφρό νερό
και το αλαφρό το χώμα,
και ίσια
η Bούλησή μου απάνω υψώθηκε,
σαν τα μεστά, τα εφτάψηλα,
με τα κυπαρισσόμηλα
γεμάτα κυπαρίσσια !

"Eίδωλα είμαστε και ίσκιοι."
Tο λόγο που αχνίζει την πράξη,
για νύχτες, για μέρες,
ψηλά στα βουνά,
όπου απάτητοι δρόμοι,
στον βαθιόν ελαιώνα
που οι άγραφοι νόμοι
πάντα αστράφταν μπροστά μου,
τον έφερα. H τρίσβαθη γνώμη
τώρα αντρίζει βαθιά τα ήπατά μου.

Aνέβηκα - φίλος
ανήφορων - όλες
τις κορφές που αγναντεύουν τα πέλαγα,
γαληνή άγγιξε όλα η ορμή μου :
το γεράκι που επέρνα,
το σύννεφο στον αγέρα,
το διάστημα
που είχε ζώσει βαθιά το κορμί μου.
Πόσο φως εποτίστηκεν
η κρυφή δύναμή μου !

Kαι - όχι καύχημα ανίερο -
σε πηγές δαφνοσκέπαστες
ήπια εγώ, και στη στέρνα.
Tη ματιά και τη ράχη μου
λαιμός βέβαιος
και βέβαιο
το ποδάρι εκυβέρνα.

Kαι είπα, όλα γύρω βλέποντας :
"Nησί,
αβασίλευτη στο πέλαο δόξα,
ω ριζωμένο
στο πολύβοο διάστημα,
και στου Oμήρου το στίχο
λουσμένο,
βυθισμένο στον ύμνο !

Δάσο όλο δρυ στην κορφή σου,
σιδερόχορδη ανάβρα
που αχνίσαν τα σπλάχνα μου απάνω
ολοκαύτωμα θείο,
και η άκρη σου τρέμει σα φύλλο,
μέσα βροντάει ο Λευκάτας,
μαζώνεται η μπόρα,
ξεσπάει μες στο θείον ελαιώνα,
τρικυμίζει το πέλαο,
νησί μου·
άλλη θροφή από τη θροφή μου
δε θα βρω,
απ' την ψυχή μου άλλη ψυχή,
άλλο κορμί από το κορμί μου.

Aλλού οι ναοί κι αλλού οι θεοί.
Mου αστράφτει γύρω των ηρώων η μοίρα.
Tη μοναξιά στη δύναμή μου υπόταξες.
Tης γλαυκομάτας η έγνοια μού είναι κλήρα !

Tου νου το νόμο στα βουνά,
στον κάμπο, ολούθε βρήκες.
Nα, η αγριλίδα ξεπηδάει
κλαδιά για όλες τις άγνωρες
και τις μεγάλες νίκες !"










RANO RARAKU





Τι ωραίος που είναι ο κόσμος

Ελλάς ουδέποτε υπήρξε

No pasarán – Δεν θα περάσουνε

Το άλογό μου συντυχαίνει στον κρατήρα μέσα το ράμφισμά του

Άνθρωποι-πουλιά κολυμβητές καμπύλοι

Γυρνοβολούν οληώρα στο κεφάλι μου επειδή

Είμαι κι εγώ

Αυτός που είμαι εκεί

Κατά τα τρία τέταρτα χωμένος κάπου

Να κατευχαριστιέμαι με τους εθνολόγους

Μες στη φιλική νυχτιά του Νότου

Δεν θα περάσουνε – No pasarán

Ο κάμπος είναι απέραντος

Αυτοί που προελαύνουν είναι γελοίοι

Οι ψηλές εικόνες έχουν πλέον καταπέσει



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
http://alonakitispoiisis.blogspot.gr/


Κυριακή, 2 Νοεμβρίου 2014

ΕΠΕΤΕΙΟΣ

                       
                      ...even the wearist river
             winds somewhere safe to sea!

Έφερα τη ζωή μου ως εδώ
Στο σημάδι ετούτο που παλεύει
Πάντα κοντά στη θάλασσα
Νιάτα στα βράχια επάνω, στήθος
Με στήθος προς τον άνεμο
Που να πηγαίνει ένας άνθρωπος
Που δεν είναι άλλο από άνθρωπος
Λογαριάζοντας με τις δροσιές τις πράσινες
Στιγμές του, με νερά τα οράματα
Της ακοής του, με φτερά τις τύψεις του
Α, Ζωή
Παιδιού που γίνεται άντρας
Πάντα κοντά στη θάλασσα όταν ο ήλιος
Τον μαθαίνει ν' ανασαίνει κατά κει που σβήνεται
Η σκιά ενός γλάρου.

Έφερα τη ζωή μου ως εδώ
Άσπρο μέτρημα μελανό άθροισμα
Λίγα δέντρα και λίγα
Βρεμένα χαλίκια
Δάχτυλα ελαφρά για να χαϊδέψουν ένα μέτωπο
Ποιο μέτωπο
Κλάψαν όλη τη νύχτα οι προσδοκίες και δεν είναι πια
Κανείς δεν είναι
Ν' ακουστεί ένα βήμα ελεύθερο
Ν' ανατείλει μια φωνή ξεκούραστη
Στο μουράγιο οι πρύμνες να παφλάσουν γράφοντας
Όνομα πιο γλαυκό μες στον ορίζοντά τους
Λίγα χρόνια λίγα κύματα
Κωπηλασία ευαίσθητη
Στους όρμους γύρω απ' την αγάπη.

Έφερα τη ζωή μου ως εδώ
Χαρακιά πικρή στην άμμο που θα σβήσει
- Όποιος είδε δυο μάτια ν' αγγίζουν τη σιωπή του
Κι έσμιξε τη λιακάδα τους κλείνοντας χίλιους κόσμους
Ας θυμίσει το αίμα του στους άλλους ήλιους
Πιο κοντά στο φως
Υπάρχει ένα χαμόγελο που πληρώνει τη φλόγα -
Μα εδώ στο ανήξερο τοπίο που χάνεται
Σε μια θάλασσα ανοιχτή κι ανέλεη
Μαδά η επιτυχία
Στρόβιλοι φτερών
Και στιγμών που δέθηκαν στο χώμα
Χώμα σκληρό κάτω από τ' ανυπόμονα
Πέλματα, χώμα καμωμένο για ίλιγγο
Ηφαίστειο νεκρό.

Έφερα τη ζωή μου ως εδώ
Πέτρα ταμένη στο υγρό στοιχείο
Πιο πέρα απ' τα νησιά
Πιο χαμηλά απ' το κύμα
Γειτονιά στις άγκυρες
- Όταν περνάν καρίνες σκίζοντας με πάθος
Ένα καινούριο εμπόδιο και το νικάνε
Και μ' όλα τα δελφίνια της αυγάζ' η ελπίδα
Κέρδος του ήλιου σε μι' ανθρώπινη καρδιά -
Τα δίχτυα της αμφιβολίας τραβάνε
Μια μορφή από αλάτι
Λαξεμένη με κόπο
Αδιάφορη άσπρη

Που γυρνάει προς το πέλαγος τα κενά των ματιών της
Στηρίζοντας το άπειρο.

Σάββατο, 1 Νοεμβρίου 2014

Ο ιερόσυλος θρίαμβος του ερωτισμού



1122
Μέσα στην κοσμική άβυσσο οδύνης και πόνου, ο ποιητής, το άθλιο τέκνο της Αφροδίτης, πλέκει δόλους. Αφροδίσιους δόλους. Διότι ο δόλος στον έρωτα γιγαντώνει την αβεβαιότητα και τη συμμετοχή τού ερωτευμένου σ’ αυτόν. Δολώνω την ομορφιά με λέξεις που τις βάζω να δουλεύουν αλλιώς. Κι έτσι θα ανδραγαθήσω στην μάχη προς τα νυφοπάζαρα. Τα ζωογόνα νυφοπάζαρα των αγρών. Εκεί που δεν φτάνει το πύον της χριστιανικής σαβούρας και οι μύξες της πολιτικής ορθότητας. Όταν οι υπάλληλοι της αρχιεπισκοπής μαγάρισαν την ερωτική πνοή και κακολόγησαν το γαμήσι άρχισαν οι αρρώστιες να παίρνουν κεφάλια. Και για να βγεις απ’ την αρρώστια δεν χρειάζονται φάρμακα και σανατόρια αλλά ανατροπή των συνηθειών. Ανυπακοή σε κάθε κλουβίσια αυταπάτη. Σε όλες τις κανιβαλικές ευχές της νοικοκυροσύνης. Εκεί που ο ηθικός θρίαμβος του έρωτα παίρνει κεφάλι, αφού αυτός ο σατανάς κι αυτός ο μέθυσος θεός της δημιουργίας, μπορεί να τρυπώσει ακόμα και στα πιο σιδερόφραχτα κατηχητικά. Ο ερωτισμός παραγκωνίζει τις εξουσίες. Τοποθετεί το αρσενικό και το θηλυκό στο αιώνιο βάθρο τους. Ο ερωτισμός δεν χρειάζεται τις καμπάνες καμιάς εκκλησίας για να ξυπνήσει απ’ το λήθαργο των καταναγκασμών. Ούτε το γλωσσίδι του ιεροκήρυκα που κοπανά τις ευαίσθητες καρδούλες με σιδερένια μοχθηρία. Ο ερωτισμός είναι εχθρός της μονογαμίας και του βολεμένου νοικοκύρη. Ο ερωτισμός προσφέρει ξανά στη γυναίκα τα ερωτικά της σκήπτρα. Αυτά που της έκλεψαν οι φθονεροί άγιοι της αγαμίας. Οι θεούσες του άστεως που καταδίκασαν τις καυλωμένες χωριατοπούλες στην κακογαμία. Οι ατσίδες που μετέτρεψαν τη γυναίκα σε κουνέλα για να τροφοδοτεί τα κανόνια και τις μηχανές. Ω ναι, η γυναίκα ήταν πάντα το πρόβλημα. Αυτή ήταν ο καταραμένος όφις που κάρφωσε ο Αι Γιώργης ο πουτσαράς. Αυτή λείπει απ’ τις ιερατικές σχολές, το Άγιον Όρος, το Θιβέτ, το Βατικανό. Αυτή είναι το μίασμα όλων των περιούσιων διαστροφών. Η γυναίκα. Αυτή πολέμησε ένας ολόκληρος στρατός Αγίων και αγιογδυτών. Αυτή τη γυναίκα φόρτωσε με νευρώσεις ο ηγεμόνας. Αυτή τη γυναίκα καταρράκωσε ο διαφημιστής. Ο ποιητής της ήττας. Ο λογοτέχνης της συμφοράς. Ο προικοθήρας μεταφραστής κάθε ξεθυμασμένης αμερικανιάς και κάθε κλιματιζόμενης νεκροφιλίας. Αυτή τη γυναίκα έκλεισε στο διαμέρισμα ο καπιταλιστής κάνοντάς την πουτάνα, μαγείρισσα, γκουβερνάντα εντός της ασφαλούς οικίας. Κάνοντάς την οικόσιτη καρδερίνα που τραγουδά τα σπαράγματα του κυρίαρχου λόγου της αρπαχτής και της πλαστής ευτυχίας. Αυτή τη γυναίκα έρχεται να ξεσκεπάσει απ’ τα πέπλα υποκρισίας ο ιερόσυλος ερωτισμός. Ένας ερωτισμός που ξέρει πως η ευχαρίστηση είναι επαναστατική πράξη και ο έρωτας κοινωνικό αγαθό. Ένας ερωτισμός που δεν μπορεί να είναι μισαλλόδοξος, δεξιός, εαυτούλης. Ένας ερωτισμός που κλάνει στα μούτρα πατρίδες, εταιρίες και αυτοδημιούργητους που γαμούν και δέρνουν με τα λεφτά τους. Ένας ερωτισμός που δεν κρατάει όσο ένα χύσιμο αλλά όσο μια αιωνιότητα.