Σάββατο, 07 Νοεμβρίου 2009

ΑΚΙΝΔΥΝΟΥ, ΕΛΠΙΔΟΦΟΡΟΥ, ΑΝΕΜΠΟΔΙΣΤΟΥ

ΑΚΙΝΔΥΝΟΥ, ΕΛΠΙΔΟΦΟΡΟΥ, ΑΝΕΜΠΟΔΙΣΤΟΥ

Τώρα, στη βάρκα όπου κι αν μπεις άδεια θα φτάσει
Εγώ αποβλέπω• σ' έναν μακρύ θαλασσινό Κεραμεικό
Με Κόρες πέτρινες και που κρατούν λουλούδια. Θα 'ναι νύχτα και
Αύγουστος
Τότε που αλλάζουν των αστερισμών οι βάρδιες. Και τα βουνά
ελαφρά
Γιομάτα σκοτεινόν αέρα στέκουν λίγο πιο πάνω απ' τη γραμμή του
ορίζοντα
Οσμές εδώ ή εκεί καμένου χόρτου. Και μια λύπη άγνωστης γενεάς
Που από ψηλά
κάνει ρυάκι πάνω στην αποκοιμισμένη θάλασσα
Λάμπει μέσα μου κείνο που αγνοώ. Μα ωστόσο λάμπει
Αχ ομορφιά κι αν δεν μου παραδόθηκες ολόκληρη ποτέ
Κάτι κατάφερα να σου υποκλέψω. Λέω: κείνο το πράσινο κόρης
οφθαλμού που πρωτο-
Εισέρχεται στον έρωτα και τ' άλλο το χρυσό, που όπου κι αν το
τοποθετείς ιουλίζει.
Τραβάτε τα κουπιά οι στα σκληρά εθισμένοι. Να με πάτε κει που
οι άλλοι παν
Δε γίνεται. Δεν εγεννήθηκα ν' ανήκω πουθενά
Τιμαριώτης τ' ουρανού κει πάλι ζητώ ν' αποκατασταθώ
Στα δίκαιά μου. Το λέει κι ο αέρας
Από μικρό το θαύμα είναι λουλούδι και άμα μεγαλώσει θάνατος

Αχ ομορφιά συ θα με παραδώσεις καθώς ο Ιούδας
Θα 'ναι νύχτα και Αύγουστος. Πελώριες άρπες που και που
θ' ακούγονται και
Με το λίγο της ψυχής μου κυανό η Όξω Πέτρα μέσ' από τη μαυρίλα
Θ' αρχίσει ν' αναδύεται. Μικρές θεές, προαιώνια νέες
Φρύγισσες ή Λυδές με στεφάνι ασημί και με πρασινωπά πτερύγια
γύρω μου άδοντας θα συναχτούν
Τότε που και του καθενός τα βάσανα θα εξαργυρώνονται
Χρώματα βότσαλου πικρού: τόσα
Με περόνες πόνου όλες σου οι αγάπες: τόσα
Του βράχου η τύρφη και του άφραχτου ύπνου σου η φρικαλέα
ραγισματιά: δυο φορές τόσα

Ώσπου κάποτε, ο βυθός μ' όλο του το πλαγκτόν κατάφωτο
Θ' αναστραφεί πάνω από το κεφάλι μου. Κι άλλα ως τότε
ανεκμυστήρευτα
Σαν μέσ' από τη σάρκα μου ιδωμένα θα φανερωθούν
Ιχθείς του αιθέρος, αίγες με το λιγνό κορμί κατακυμάτων
κωδωνοκρουσίες του Μυροβλήτη
Ενώ μακριά στο βάθος θα γυρίζει ακόμα η γη με μια βάρκα μαύρη
κι άδεια χαμένη στα πελάγη της.

Τετάρτη, 04 Νοεμβρίου 2009

Αυτό το αστέρι είναι για όλους μας

Αυτό το αστέρι είναι για όλους μας


Πολύ πριν σε συναντήσω, εγώ σε περίμενα.
Πάντοτε σε περίμενα.
Σαν ήμουνα παιδί και μ’ έβλεπε λυπημένο η μητέρα,
έσκυβε και με ρωτούσε, «Τι έχεις αγόρι;»
Εγώ δεν μίλαγα, μονάχα έβλεπα πίσω απ’ τον ώμο της
έναν κόσμο άδειο από 'σένα.
Κι όταν έπαιρνα το παιδικό κοντύλι,
ήταν για να μάθω να σου γράφω τραγούδια,
όταν κοίταγα στο τζάμι τη βροχή,
ήταν που αργούσες ακόμα,
κι όταν χτύπαγε η πόρτα μου και άνοιγα,
δεν ήταν κανείς, κάπου όμως μες στον κόσμο
ήταν η καρδιά σου που χτυπούσε.
Έτσι έζησα πάντοτε.
Κι όταν βρεθήκαμε για πρώτη φορά
-Θυμάσαι;-
Μου άπλωσες τα χέρια τόσο τρυφερά
σαν να με γνώριζες χρόνια.
Μα και βέβαια με γνώριζες.
Γιατί πολύ πριν μπεις μες στη ζωή μου
είχες ζήσει μες στα όνειρά μου Αγαπημένη μου!
Στην πιο μικρή στιγμή μαζί σου, έζησα όλη τη ζωή!

Από τη συλλογή Αυτό το αστέρι είναι για όλους μας (1953)

Δευτέρα, 02 Νοεμβρίου 2009

Άλντα Μερίνι

Απεβίωσε η ποιήτρια Άλντα Μερίνι

Mεγάλη συγκίνηση προκάλεσε στην Ιταλία, ο θάνατος της Μιλανέζας ποιήτριας Άλντα Μερίνι, σε ηλικία 78 χρόνων. Η Μερίνι ήταν από τις πλέον πρωτοπορειακές δυνατές «πένες» του 20ου αιώνα και είχε επιλέξει τη ζωή σε συνθήκες απόλυτης απλότητας, οι οποίες, σύμφωνα με πολλούς, άγγιζαν τα όρια της ένδειας.

Είχε εισαχθεί επανειλημμένως σε δημόσια ψυχιατρεία, εμπειρία που είχε σημαδεύσει βαθύτατα τη συγγραφική της παρουσία.

Οι κάτοικοι της ιταλικής συμπρωτεύουσας καλούνται να αποτίσουν τον ύστατο φόρο τιμής στη Μερίνι, στο δημαρχιακό μέγαρο της πόλης, Παλάτσο Μαρίνο, που διατέθηκε με απόφαση της δημάρχου, Λετίτσια Μοράττι.

Το 1996 η Άλντα Μερίνι είχε προταθεί για το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας από την Γαλλική Ακαδημία και η υποψηφιότητά της είχε υποστηριχθεί και από τον θεατρικό συγγραφέα και ηθοποιό Ντάριο Φο, ο οποίος έλαβε, στη συνέχεια, τη μεγάλη αυτή διάκριση.

«Χάσαμε μια εμπνευσμένη και καθαρή ποιητική φωνή», δήλωσε ο πρόεδρος της ιταλικής Δημοκρατίας, Τζώρτζιο Ναπολιτάνο, ενώ οι φραγκισκανοί καλόγεροι της Ασσίζης, μόλις πληροφορήθηκαν την είδηση για την απώλεια, προσευχήθηκαν για την ψυχή της Μερίνι, την οποία είχαν γνωρίσει από κοντά.

Η Μερίνι είχε δημοσιεύσει την πρώτη της ποιητική συλλογή σε ηλικία 16 μόλις χρόνων και συναναστράφηκε από πολύ νωρίς «ιερά τέρατα» της ιταλικής ποίησης, όπως οι Κουασίμοντο, Μοντάλε και Μανγκανέλλι. Πριν δυο χρόνια, ο τραγουδοποιός Λούτσιο Ντάλλα, είχε μελοποιήσει στίχους της αντικονφορμίστριας αποσπώντας τους επαίνους των κριτικών και του κοινού.

Σε παλαιότερη συνέντευξή της στην εφημερίδα «Λα Ρεπούμπλικα», η Άλντα Μερίνι είχε εξομολογηθεί: «Κατά βάθος, ο ποιητής φέρει μέσα του και κάτι που συνδέεται με την παραφροσύνη. Γι αυτό το λόγο, το τρελοκομείο ήταν για μένα το μεγάλο ποιήμα της αγάπης και του θανάτου. Κάποιες φορές, το βλέπω στα όνειρά μου. Είμαι, λέει, μέσα σε έναν κλειστό χώρο και αναζητώ τα κλειδιά για να μπορέσω να βγώ. Ίσως, διανοητικά, είμαι ακόμη μέσα στο χώρο εκείνο, που με δολοφόνησε και με ξαναγέννησε...».

Κυριακή, 01 Νοεμβρίου 2009

Οι ποιητές δουλεύουν μέσα στη νύχτα

Οι ποιητές δουλεύουν μέσα στη νύχτα

τότε που ο χρόνος δεν τους βιάζει

τότε που καταλαγιάζει η ανθρώπινη βουή

και σταματάει το μαστίγωμα των ωρών.

Οι ποιητές δουλεύουν μες στο σκοτάδι

σαν νυχτοπούλια ή αηδόνια

με γλυκό κελάηδισμα

και φοβούνται μήπως δυσαρεστήσουν τον Θεό.

Μα οι ποιητές, μες στη σιωπή τους

κάνουν περισσότερο θόρυβο

κι από έναν χρυσαφένιο τρούλο γεμάτον αστέρια.


[Άλντα Μερίνι,
Διαθήκη,
Εκδόσεις Κροτσέττι,
Μιλάνο 1988]

ΔΙΑΡΚΕΙΑ

ΔΙΑΡΚΕΙΑ

Μια καταιγίδα μία μόνο
από ορίζοντα σε ορίζοντα
κα πάνω σ΄ όλη τη γη
για να σκουπίσει τη σκόνη
τις μυριάδες τα ξερά φύλλα
για να απογυμνώσει όλα τα δέντρα
για να ερημώσει τις καλλιέργειες
για να καταρρίψει τα πουλιά
για να διασκορπίσει τα κύματα
να καθαρίσει τις αναθυμιάσεις
για να καταστρέψει την ισορροπία
του ήλιου του πιο ζεστού
διώχνοντας μάζες αδυναμίας
κόσμος που δεν ζυγίζει τίποτα
κόσμος αρχαίος που μ αγνοεί
ίσκιος ξετρελλαμένος
δεν θα είμαι πια ελέυθερος παρά μέσα στ άλλα χέρια .

Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2009

ΤΟ ΦΩΣ

ΤΟ ΦΩΣ

Καθώς περνούν τα χρόνια
πληθαίνουν οι κριτές που σε καταδικάζουν~
καθώς περνούν τα χρόνια και κουβεντιάζεις με λιγότερες
φωνές,
βλέπεις τον ήλιο μ' άλλα μάτια~
ξέρεις πως εκείνοι που έμειναν, σε γελούσαν,
το παραμίλημα της σάρκας, ο όμορφος χορός
που τελειώνει στη γύμνια.
Οπως, τη νύχτα στρίβοντας στην έρμη δημοσιά,
άξαφνα βλέπεις να γυαλίζουν τα μάτια ενός ζώου
που έφυγαν κιόλας, έτσι νιώθεις τα μάτια σου~
τον ήλιο τον κοιτάς, έπειτα χάνεσαι μες στο σκοτάδι~
ο δωρικός χιτώνας
που αγγίξανε τα δάχτυλά σου και λύγισε σαν τα βουνά,
είναι ένα μάρμαρο στο φως, μα το κεφάλι του είναι στο
σκοτάδι.
Κι αυτούς που αφήσαν την παλαίστρα για να πάρουν τα
δοξάρια
και χτύπησαν το θεληματικό μαραθωνοδρόμο
κι εκείνος είδε τη σφενδόνη ν' αρμενίζει στο αίμα
v' αδειάζει ο κόσμος όπως το φεγγάρι
και να μαραίνουνται τα νικηφόρα περιβόλια~
τους βλέπετς μες στον ήλιο, πίσω από τον ήλιο.
Και τα παιδιά που κάναν μακροβούτια απ' τα μπαστούνια
πηγαίνουν σαν αδράχτια γνέθοντας ακόμη,
σώματα γυμνά βουλιάζοντας μέσα στο μαύρο φως
μ' ένα νόμισμα στα δόντια, κολυμπώντας ακόμη,
καθώς ο ήλιος ράβει με βελονιές μαλαματένιες
πανιά και ξύλα υγρά και χρώματα πελαγίσια~
ακόμη τώρα κατεβαίνουνε λοξά
προς τα χαλίκια του βυθού
οι άσπρες λήκυθοι.

Αγγελικό και μαύρο, φως,
γέλιο των κυμάτων στις δημοσιές του πόντου,
δακρυσμένο γέλιο,
σε βλέπει ο γέροντας ικέτης
πηγαίνοντας να δρασκελίσει τις αόρατες πλάκες
καθρεφτισμένο στο αίμα του
που γέννησε τον Ετεοκλή και τον Πολυνείκη.
Αγγελική και μαύρη, μέρα~
η γλυφή γέψη της γυναίκας που φαρμακώνει το φυλακι-
σμένο
βγαίνει απ' το κύμα δροσερό κλωνάρι στολισμένο στάλες.
Τραγούδησε μικρή Αντιγόνη, τραγούδησε, τραγούδησε...
δε σου μιλώ για περασμένα, μιλώ για την αγάπη~
στόλισε τα μαλλιά σου με τ' αγκάθια του ήλιου,
σκοτεινή κοπέλα~
η καρδιά του Σκορπιού βασίλεψε,
ο τύραννος μέσα απ' τον άνθρωπο έχει φύγει,
κι όλες οι κόρες του πόντου, Νηρηίδες, Γραίες
τρέχουν στα λαμπυρίσματα της αναδυομένης~
όποιος ποτέ του δεν αγάπησε Θ' αγαπήσει,
στο φως~
και είσαι
σ' ένα μεγάλο σπίτι με πολλά παράθυρα ανοιχτά
τρέχοντας από κάμαρα σε κάμαρα, δεν ξέροντας από που
να κοιτάξεις πρώτα,
γιατί Θα φύγουν τα πεύκα και τα καθρεφτισμένα βουνά
και το τιτίβισμα των πουλιών
Θ' αδειάσει η θάλασσα, Θρυμματισμένο γυαλί, από βοριά
και νότο
Θ' αδειάσουν τα μάτια σου απ' το φως της μέρας
πως σταματούν ξαφνικά κι όλα μαζί τα τζιτζίκια.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ

Παρασκευή, 30 Οκτωβρίου 2009

Σημειώσεις σε μια χαρτοπετσέτα στο Charbon

Σημειώσεις σε μια χαρτοπετσέτα στο Charbon

Υπάρχει ένας δρόμος στην καρδιά του Παρισιού που τον διασχίζουν γαλάζια όνειρα
Oπως σ' ένα ποίημα του Απολλιναίρ δεν ξέρω ποιος ονειρεύεται ούτε και το μυστικό του
Μονάχα κάποιες σημειώσεις στην πίσω όψη μιας παρατημένης χαρτοπετσέτας
Και αυτό το τόσο τραχύ κρασί που πίνω στα τραπεζάκια έξω στο Charbon
(έχουν περάσει τόσα χρόνια που μοιάζει με όνειρο ή μ' ένα ξεστράτισμα της μνήμης
η ματιά σου να διασταυρώνεται με τη δικιά μου: λευκή ομίχλη πάνω από μαύρο ποταμό)
Υπάρχει και τον διασχίζουν άυπνοι πεζοί ένας δρόμος στην καρδιά του Παρισιού
που τον λένε Rue Ménil Montant πολύ κοντά πια στην πόλη των νεκρών
Οριοθετημένη από Αραβες που σπαταλούν τη ζωή τους σε κοινότοπες συζητήσεις
ενώ πίνουν έναν καφέ. Eγώ λέω στον σερβιτόρο: «Αυτό το κρασί είναι πολύ καλό»
Αυτός αποκρίνεται: «Βοσνιακό. Τι περιμένατε;», και στέκει να κοιτά
τον δρόμο που ανηφορίζει αργά και τη σελήνη τόσο διακριτική τέτοιαν ώρα και λέω:

Η πόλη είναι γαλάζια όπως σ' ένα ποίημα του Απολλιναίρ
Γαλάζια σαν τη σελήνη στον πάτο του ποτηριού της νύχτας
ή σ' ένα πεζό του Βιγιέ ντε λ'Ιλ Αντάμ
Γαλάζιο συμβατικά γαλάζιο όπως τα βάτα στο χωράφι της αποθυμιάς
που με σέρνει ακόλαστο πίσω από τα γοργά και προσεχτικά βήματά σου
ω Παναγιά μου του Θανάτου


Υπάρχει ένας δρόμος στην καρδιά του Παρισιού που τον διασχίζουν γαλάζια όνειρα
Oπως σ' ένα ποίημα του Απολλιναίρ δεν ξέρω ποιος ονειρεύεται ούτε και το μυστικό του
Μονάχα κάποιες σημειώσεις στην πίσω όψη μιας παρατημένης χαρτοπετσέτας
Και αυτό το τόσο τραχύ κρασί που πίνω στα τραπεζάκια έξω στο Charbon
(έχουν περάσει τόσα χρόνια που μοιάζει με όνειρο ή μ' ένα ξεστράτισμα της μνήμης
η ματιά σου να διασταυρώνεται με τη δικιά μου: λευκή ομίχλη πάνω από μαύρο ποταμό)
Υπάρχει και τον διασχίζουν άυπνοι πεζοί ένας δρόμος στην καρδιά του Παρισιού
που τον λένε Rue Ménil Montant πολύ κοντά πια στην πόλη των νεκρών
Οριοθετημένη από Αραβες που σπαταλούν τη ζωή τους σε κοινότοπες συζητήσεις
ενώ πίνουν έναν καφέ. Eγώ λέω στον σερβιτόρο: «Αυτό το κρασί είναι πολύ καλό»
Αυτός αποκρίνεται: «Βοσνιακό. Τι περιμένατε;», και στέκει να κοιτά
τον δρόμο που ανηφορίζει αργά και τη σελήνη τόσο διακριτική τέτοιαν ώρα και λέω:

Η πόλη είναι γαλάζια όπως σ' ένα ποίημα του Απολλιναίρ
Γαλάζια σαν τη σελήνη στον πάτο του ποτηριού της νύχτας
ή σ' ένα πεζό του Βιγιέ ντε λ'Ιλ Αντάμ
Γαλάζιο συμβατικά γαλάζιο όπως τα βάτα στο χωράφι της αποθυμιάς
που με σέρνει ακόλαστο πίσω από τα γοργά και προσεχτικά βήματά σου
ω Παναγιά μου του Θανάτου

Τα νέα ρόδα

Τα νέα ρόδα

Ενώ πίνεις έναν καφέ
στο Saint-Martin-in-the fields
νιώθεις την απέραντη θλίψη
της γης.
Είναι πια απόγεμα
κι είναι Αύγουστος και το σούρουπο αργεί να πέσει
στη ζωή της Trafalgar Square.

Κι ακόμα νιώθεις
τον γλυκό ρυθμικό κυματισμό κάποιων χειλιών
που προσκαλούν στον γλυκό θάνατο
του νέου κρασιού.
Παράξενα λόγια
σε παράξενη γλώσσα
(δεν την ξέρεις καλά ακόμη).

Συζητάς για κοινότοπα πράγματα.

Λένε πως από δω πέρασε ο Λόρδος Βύρων.

Εσύ απαντάς:

Ο ίσκιος αυτός που κοιμάται στην κρύπτη αυτή
να φυλάει άραγε το όνειρο των χρόνων που περνούν,
τη δύσκολη μνήμη των παιδιών;

Και προσθέτεις:

Πιο πολύ θα ταίριαζε να παραθέσει κανείς Πάουντ.
Δεν θα νιώσουν την απουσία μας
τα νέα ρόδα.

Η νύχτα στο σπίτι

Η νύχτα στο σπίτι

Είμαι το απόγεμα εκείνο ανάμεσα σε πολλά απογέματα,
εκείνο που κρύβει από την παιδική ηλικία
έναν λαβύρινθο από βροχή και ήλιο.
Είμαι η σιωπή μιας κάμαρης,
εδώ και χρόνια, όπου γράφω ανώφελα.
Είμαι όλες οι μέρες που πέρασα προσμένοντας
μακριά, πολύ μακριά απ' τη θάλασσα.
Είμαι το ξερό φύλλο που εγώ ο ίδιος μάζεψα,
εκείνο που μετά λησμόνησα,
ανάμεσα στις σελίδες ενός άγραφου βιβλίου.
Είμαι κάποιοι στίχοι του Ζεράρ ντε Νερβάλ,
δικαιολογία σήμερα για τη ζωή μου.
Είμαι το ρόδο που μούσκεψε η βροχή,
μυστικό κι εφήμερο, απόμακρο.
Είμαι η φωνή του ποταμού, κρυμμένη
πίσω από τις φλαμουριές της παιδικής ηλικίας.
Είμαι η ματιά, τρομερή και ξένη,
του Βίνσεντ Βαν Γκογκ.
Είμαι τα πράγματα που φεύγουν,
αυτά που δεν μένουν.
Είμαι, φευγαλέα, οι στίχοι ετούτοι.
Κι είμαι και εσύ κι εκείνος ο τρίτος
που θα διορθώνει αύριο ετούτους τους στίχους.
Είμαι το συμβολικό και θλιμμένο αυτό απόγεμα,
αυτό που για πάντα φυλάει
τη νύχτα στο σπίτι.

Μάγια

Μάγια

Οδηγημένα από το κρυφό χέρι του ανέμου
πορεύονται στον δρόμο, αργά,
τα βόδια του ήλιου.
Είναι καλοκαίρι
και νυχτώνει.
Από την πυκνή τη σιγαλιά
αναδύονται νεανικές και σχολικές φωνές.
Αυτός ο τέλειος τόνος της δίψας
(δεν ακούς το ποτάμι που κυλάει μακριά;)
συνοδεύει σήμερα τα λόγια μου.
Τίποτα πια δεν διαταράσσει τις ώρες που περνούν,
τον χρόνο που σιγοκαίει γλυκά
χρυσά άχυρα και ξεραμένο χώμα.
Στο μεταξύ περνάς,
κρατώντας το ποδήλατο,
γελάς και χαιρετάς με χαρά.
Ξανακλείνω
τα δεκαπέντε χρόνια μου και συ τα δεκατρία.

Πέμπτη, 29 Οκτωβρίου 2009

ΜΙΣΟΤΕΛΕΙΩΜΕΝΟ ΠΟΙΗΜΑ

ΜΙΣΟΤΕΛΕΙΩΜΕΝΟ ΠΟΙΗΜΑ

Εγώ, που δεν πιστεύω πια σε ό,τι γράφω,
που λέω ψέματα όταν μιλώ για την απόχρωση
αυτών που έχουν σημασία, εγώ, στα εικοσικαιβάλε
χρόνια της ζωής μου, στο Οβιέδο, δηλώνω
πως δίκιο έχουν τα πράγματα που ξεφεύγουν,
ο καπνός του τσιγάρου, ο αέρας που αναπνέω,
η ζωή που μου φεύγει μέσα απ’ τα χέρια
σα νερό σε πανέρι.
Εγώ, που κρυώνω απόψε
και μαντεύω εκεί μακριά, απομονωμένο,
το φως σ’ ένα παράθυρο κάποιας που δεν με περιμένει,
εγώ, που έκανα όλα όσα ήθελα,
και έκανα όλα όσα δεν ήθελα,
εγώ έχω για προορισμό μου το άγνωστο
και για παρελθόν τη νοσταλγία
όσων δεν έζησα.
Σιωπηλά έφερα τη σκέψη μου στη σιωπή.
Την επίφοβη και σκεφτική σιωπή, αμείλικτη
όταν κάποιος περιμένει μια λέξη από μένα
(εγώ δε σκέφτομαι τίποτα, κοιτώ το ταβάνι, αποκοιμιέμαι
και ονειρεύομαι τις απίθανες ζωές που διαισθάνομαι).
Σιωπηλά έφερα τη σκέψη μου σε σένα και στη ζωή μου
σε σένα, γιατί σε χάνω και τραγουδώ
εκείνο που πρόσμενα να έχω και δεν έχω.
Το ξέρω εγώ το φως σε ένα παράθυρο, τη νύχτα,
και το πλάσμα που βρίσκει απάγκιο στο φως αυτό, γλυκό
και ξανθό σαν το φως του ήλιου στο σιτάρι.
Την ξέρω εγώ τη δειλία που φέρνουν τα χρόνια
και το πόδι που σκοντάφτει στα χαλιά
και το ον που άστοχα, άκαιρα, μπαίνει εντός μου
και δε θέλει πια να βγει ποτέ. Εγώ, ο Ζουάν Μπέγιο,
που έχω περάσει τη ζωή μου διαβάζοντας βιβλία
που θέλησα να ζήσω απ’ αυτή την πλευρά του καθρέφτη
(εδώ πια ζωή δεν υπήρχε),
εγώ, που γνωρίζω τη θάλασσα απ’ αυτά που γράφω,
και το φως της ημέρας απ’ αυτά που έχουν γράψει άλλοι,
εγώ υπήρξα ευτυχής και υπήρξα δυστυχής, με αγάπησαν και
αγάπησα
και έναν έρωτα που πλέκει μεταξύ τους ματιές με έννοιες.
Περπατώ στο δρόμο και κοιτώ τα πρόσωπα του κόσμου.
Τα πρωινά, στα μικρομάγαζα του Pumarín
(όπου μπορείς να αλλάξεις δυο κουβέντες για ένα σκόντο
πέντε τοις εκατό)
μίλησα όλο ευγένεια, καλούς τρόπους, ζήτησα να μην είναι
επώδυνη η ζωή.
Όμως το σούρουπο μπήκε καλπάζοντας στη ζωή μου
σα γέρικο άλογο που τρέχει για να μη σταματήσει,
το σούρουπο μπήκε με γκρίζα φώτα και δίχως ψιχάλα.
Το σούρουπο έφερε μοναξιά, παλιούς ξαναδιαβασμένους
στίχους
με πάθος πια προσποιητό. Μουχλιασμένους στίχους παλιούς
που επαναλαμβάνω εδώ
προσποιούμενος πάθος, προσποιούμενος έρωτα,
προσποιούμενος πως είμαι
τα λόγια που λέω.
Υπήρξαν πλοία που είδα στο λιμάνι χωρίς ποτέ να
επιβιβαστώ.
Υπήρξαν έρημοι που διέσχισα, στους χάρτες, με το δάχτυλο.
Υπήρξαν γυναίκες που αγάπησα, με έναν έρωτα βουβό,
και που συνέχισαν να τραβούν το δρόμο τους,
δίχως να με δουν

Xuan Bello
Μετ. Νίκος Πρατσίνης

Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2009

ΤΣΑΡΛΣ ΜΠΟΥΚΟΦΣΚΙ

πράσινο

έχω μεθύσει μπροστά σε σπασμένους καθρέπτες μπάνιου
στις Νότιες πολιτείες του πουθενά
κρατώντας ένα κοφτερό μαχαίρι δίπλα στην φλέβα του λαιμού
και μ’ένα χαμόγελο στο στόμα.
ήταν τότε που έμαθα ότι η θεατρική σκηνή
είναι ένα σπουδαίο υποκατάστατο της
πραγματικότητας
η μόνη διαφορά ανάμεσα στο να κάνεις και
στο να υποκρίνεσαι ότι κάνεις
είναι αυτή η λεπτή γραμμή
της επιλογής μια επιλογή
ανάμεσα στο τίποτα και
το τίποτα.

να ξυπνάς το πρωί, για να
βρεις μια
δουλειά
όπου οι εργάτες έχουν αποδεχθεί τα πάντα
εκτός από το όνειρο της
απόδρασης.
υπήρξαν τόσο πολλά μέρη
σαν αυτό.
ήταν μια δουλεία στη Louisiana
όπου έφευγα κάθε βράδυ
κουρασμένος και άκεφος
για μια ακόμη νύχτα
να γεμίζω ποτήρια και
να κοιτάζω έξω απ’
το παράθυρο και
να σκέπτομαι μια κοπέλα
στη δουλειά
ντυμένη με μια πράσινη φόρμα που δεν της ταίριαζε
που έβριζε συνέχεια για
σχεδόν τα πάντα.
ήθελα μόνο να την πηδήξω
μια φορά και να
φύγω από την
πόλη.
το μόνο που τελικά έκανα ήταν να φύγω από την πόλη,
που σημαίνει ότι διάλεξα ανάμεσα στο
να μείνω στο πουθενά και να
πάω στο πουθενά,
και φαντάζομαι εάν είναι ακόμα ζωντανή
θα βρίζει ακόμη
για κάτι
αλλά δεν κρατάω πια το κοφτερό μαχαίρι
κοντά στη φλέβα του λαιμού-
το τέλος πλησιάζει
από μόνο του.




σημείωση

πνίξτε τους κύκνους στα βρωμόνερα,
κατεδαφίστε τις πινακίδες,
δοκιμάστε τα δηλητήρια,
χωρίστε τις αγελάδες
απ’ τους ταύρους,
τα φυτά απ’τον ήλιο,
πάρτε τα φιλιά λεβάντας απ’τη νύχτα μου,
βγάλτε τις ορχήστρες συμφωνικής μουσικής στους δρόμους
σα ζητιάνους,
ακονίστε τα νύχια,
μαστιγώστε τις πλάτες των αγίων,
ετοιμάστε τα βατράχια και τα ποντίκια για τις γάτες,
κάψτε τους μαγευτικούς πίνακες,
κατουρίστε το χάραμα,
η αγάπη μου
είναι νεκρή.




τύχη

κάποτε
ήμασταν νέοι
σε αυτή
τη μηχανή…
πίνοντας
καπνίζοντας
χτυπώντας τη γραφομηχανή

ήταν η πιο
θαυμάσια
μαγευτική
εποχή

ακόμα
είναι

μόνο που τώρα
αντί
να προχωράμε εμείς
προς τον
χρόνο
εκείνος
προχωρά
προς εμάς

κάνει την κάθε λέξη
να τρυπά
βαθιά
το χαρτί

ξεκάθαρα

γρήγορα

σκληρά

να κλείνει
ένα κενό
που όλο στενεύει.




ηλιοβασίλεμα

κανείς δε λυπάται που φεύγω
ούτε ακόμα κι εγώ
όμως θα πρέπει να υπάρξει κάποιος τροβαδούρος
ή τουλάχιστον ένα ποτήρι κρασί.

ενοχλεί πιστεύω τους νεώτερους κυρίως•
ένας μη βίαιος, αργός θάνατος,
κι όμως κάνει τον κάθε άνθρωπο να ονειρεύεται•
εύχεσαι να υπήρχε ένα παλιό καράβι
με πανιά άσπρα απ’ τ΄αλάτι
και η θάλασσα να σκορπά υπαινιγμούς αθανασίας.

θάλασσα στη μύτη
θάλασσα στα μαλλιά
θάλασσα στο μεδούλι, στα μάτια
και ναι, εκεί στο στήθος

θα μας λείψει άραγε
η αγάπη της γυναίκας, η μουσική, το φαγητό,
ή το χοροπήδημα του μεγάλου μειώδους αλόγου
να κλωτσά λάσπη και πεπρωμένα
ψηλά και μακριά
σε μια μόνο στιγμή
την ώρα της δύσης;

όμως τώρα είναι η σειρά μου
και δεν υπάρχει τίποτα το μεγαλειώδες σ’αυτό
γιατί δεν υπήρχε τίποτα το μεγαλειώδες
πιο πριν

και σε κανένα μας, όπως τα σκουλήκια
που τα’χουν απομακρύνει απ’ το μήλο,
δεν του αξίζει καμιά αναστολή,

ο θάνατος εισέρχεται στο στόμα μου
και σα φίδι τυλίγεται στα δόντια μου
κι αναρωτιέμαι εάν με τρομάζει
ο σιωπηλός αλύπητος θάνατος
που μοιάζει με τριαντάφυλλο
που ξεραίνεται.

Τετάρτη, 21 Οκτωβρίου 2009

Βοσκός Προβάτων

Βοσκός Προβάτων

Υπάρχουν ποιητές που 'ναι τεχνίτες
Και δουλεύουνε τους στίχους
Όπως οι μαραγκοί το ξύλο!

Τί λυπηρό να μη ξέρεις ν' ανθίζεις!
Να 'χεις να βάζεις στίχο σε στίχο,
όπως αυτός που χτίζει ένα τοίχο
Και βλέπει αν στέκει καλά
Και τον γκρεμίζει αν δε στέκει!

Αλλά, το μόνο έργο τέχνης είναι η Γη μας
Που αλλάζει και πάντα η ίδια είναι και πάντα ωραία...

Το σκέφτομαι, όχι όπως ο οποιοσδήποτε σκέφτεται,
Αλλά όπως αυτός που αναπνέει.
Κοιτάζω τα λουλούδια και γελώ...
Δε ξέρω αν με καταλαβαίνουν
ούτε κι εγώ αν τα καταλαβαίνω.

Γνωρίζω όμως ότι η αλήθεια μαζί τους και μαζί μου
είναι στη κοινή μας θεότητα
Που μας αφήνει να φύγουμε,
να ζήσουμε για τη Γη,

Ευτυχισμένοι, στα χέρια τις εποχές να σηκώνουμε
Ν' αφήνουμε τον άνεμο να μας αποκοιμίζει
Και στα όνειρά μας, όνειρα να μην έχουμε.

Όποιος έχει λουλούδια
ανάγκη τον Θεό δεν έχει.

...

Ποτέ δε φύλαξα πρόβατα,
μα είναι σα να το 'χω κάνει.
Η ψυχή μου είναι σαν το βοσκό.
Ξέρει κι από αέρα κι από ήλιο
περπατώντας χέρι-χέρι με τις Εποχές
παρατηρώντας κι ακολουθώντας...

F.PESSOA - ΑΠΟ ΤΟ "ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΛΜΠΕΡΤΟ ΚΑΕΪΡΟ

F.PESSOA - ΑΠΟ ΤΟ "ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΛΜΠΕΡΤΟ ΚΑΕΪΡΟ

VI

Σκέφτομαι το Θεό σημαίνει δείχνω ανυπακοή στο Θεό,
γιατί ο Θεός θέλησε να μην τον γνωρίσουμε,
γι΄αυτό δε μας παρουσιάστηκε.
Ας είμαστε απλοί κι ήρεμοι
όπως οι νεροσυρμές και τα δέντρα
κι ο Θεός θα μας αγαπήσει, κάνοντάς μας
όμορφους σαν τα δέντρα και τις νεροσυρμές
και θα μας δώσει πράσινο την Άνοιξη του
κι ένα ποτάμι όπου θα πρέπει να πάμε όταν τελειώσουμε! ...

ΦΕΡΝΑΝΤΟ ΠΕΣΣΟΑ
(μετάφραση Φ.Δ. ΔΡΑΚΟΝΤΑΕΙΔΗΣ)

Κυριακή, 18 Οκτωβρίου 2009

ΩΔΗ ΣΤΟ ΦΕΔΕΡΙΚΟ ΓΚΑΡΘΙΑ ΛΟΡΚΑ

ΩΔΗ ΣΤΟ ΦΕΔΕΡΙΚΟ ΓΚΑΡΘΙΑ ΛΟΡΚΑ

Αν μπορούσα να κλάψω από φόβο σ' ένα έρημο σπίτι,
αν μπορούσα να ξεριζώσω τα μάτια μου και να τα φάω,
θα το 'κανα, για τη φωνή σου από μαυροντυμένη πορτοκαλιά
και για την ποίηση σου που αναδύεται ξεστομίζοντας κραυγές.

Για σένα βάφονται γαλάζια τα νοσοκομεία
και πληθαίνουν τα σχολεία κι οι συνοικίες των ναυτικών,
και στολίζονται με φτερά οι πληγωμένοι άγγελοι,
και σκεπάζονται με λέπια τα γαμήλια ψάρια,
και πετούν στον ουρανό οι αχινοί:
για σένα τα ραφτάδικα με τις μαύρες μεμβράνες τους
γεμίζουν κουτάλια κι αίμα
και σχισμένες καταπίνουν κορδέλες, και σκοτώνονται με φιλιά,
και ντύνονται στ' άσπρα.

Όταν πετάς ντυμένος στο ροδάκινο,
όταν γελάς μ' ένα γέλιο καταιγισμένου ρυζιού,
όταν για να τραγουδήσεις δονείς αρτηρίες και δόντια,
δάχτυλα και λαιμό,
θα πέθαινα για τη γλύκα σου,
θα πέθαινα για τις κόκκινες λίμνες
όπου ζεις στο μεσοφθινόπωρο
μ' ένα πεσμένο άτι κι έναν αιμόφυρτο θεό,
θα πέθαινα για τα νεκροταφεία
που κυλούν σε σταχτιά ποτάμια
με νερά και μνήματα,
τη νύχτα, ανάμεσα σε πνιγμένες καμπάνες:
κατάμεστα ποτάμια σαν κοιτώνες
με άρρωστους οπλίτες, που ξάφνου ξεχειλίζουν
προς το θάνατο, με μαρμαρένιους αριθμούς
σάπια στεφάνια και λάδια νεκρικά:
θα πέθαινα για να σε δω νύχτα
να κοιτάς τους πλημμυρισμένους σταυρούς που διαβαίνουν,
ολόρθος και κλαίγοντας,
γιατί κλαις στο ποτάμι μπροστά του θανάτου,
ασταμάτητα, σπαραχτικά,
κλαις κλαίγοντας, με τα μάτια γεμάτα
δάκρυα, δάκρυα, δάκρυα.

Αν μπορούσα τη νύχτα, μόνος, κατάμονος,
να σωριάσω λησμονιά και καπνό και ίσκιο
πάνω από τρένα και καράβια,
μ' ένα μαύρο χουνί,
δαγκώνοντας τις στάχτες,
θα το έκανα, για το δέντρο που πάνω του μεγαλώνεις,
για τις φωλιές των μαλαματένιων νερών που συνάζεις,
και για την περικοκλάδα που σου σκεπάζει τα κόκαλα
λέγοντας σου το μυστικό της βραδιάς.
Πολιτείες με οσμή βρεγμένου κρεμμυδιού
καρτερούν να διαβείς τραγουδώντας βραχνά,
και χελιδόνια πράσινα φωλιάζουν στα μαλλιά σου,
και σιωπηλά σε κυνηγούν σπερματικά καράβια,
κι ακόμα, σαλιγκάρια και βδομάδες,
ξάρτια κουλουριασμένα και κεράσια
κυκλοφορούν οριστικά όταν φανερώνεται
το χλωμό κεφάλι σου με δεκαπέντε μάτια
και το στόμα σου βουτηγμένο στο αίμα.

Αν μπορούσα να γεμίσω το δημαρχείο με καπνιά
και, μ' αναφιλητά, να γκρεμίσω ρολόγια,
θα το 'κανα, για να δω πότε στο σπίτι σου
έρχεται το καλοκαίρι με τα ραγισμένα χείλη,
έρχονται τόσοι άνθρωποι, μ' επιθανάτιο ένδυμα,
έρχονται περιοχές θλιβερής μεγαλοπρέπειας,
έρχονται άροτρα νεκρά και παπαρούνες,
έρχονται καβαλάρηδες και νεκροθάφτες,
έρχονται ματωμένοι χάρτες και πλανήτες,
έρχονται βουτηχτές σκεπασμένοι με στάχτη,
έρχονται προσωπιδοφόροι τραβώντας κοπέλες
τρυπημένες από μεγάλα μαχαίρια,
έρχονται ρίζες, φλέβες, νοσοκομεία,
βρυσοπηγές και μυρμήγκια,
έρχεται η νύχτα μ' ένα κρεβάτι που πάνω του
ξεψυχά ολομόναχος ένας ουσάρος μες στις αράχνες,
έρχεται ένα ρόδο μίσους και βελονιών,
έρχεται ένα πλοίο κιτρινωπό,
έρχεται μια ανεμόδαρτη μέρα μ' ένα παιδί,
έρχομαι εγώ με τον Ολιβέριο, το Νόραχ,
το Βιθέντε' Αλειχάντρε, την Ντέλια,
τη Μαρούκα, τη Μάλβα Μαρίνα, τη Μαρία Λουίζα ύ Λάρκο,
το λά Ρουμπία, το Ραφαέλ Ουγκάρτε,
το λά Ρουμπία, το Ραφαέλ Αλμπέρτι,
τον Κάρλος, τον Μπέμπε, τον Μανόλο' Αλτολαγκουίρε,
το Μολινάρι,
τη Ροζάλες, την Κόντσα Μέντεθ,
κι άλλους που τους ξεχνώ.

Ζύγωσε να στεφανώσω, έφηβε της υγείας
και της πεταλούδας, έφηβε αγνέ
σα μαύρη αστραπή ελεύθερη παντοτινά,
κι έτσι ως μιλούμε συναμεταξύ μας,
τώρα, που κανένας δεν απόμεινε ανάμεσα στα βράχια,
ας μιλήσουμε απλά, όπως είσαι κι όπως είμαι:
τι χρειάζονται τα ποιήματα, παρά για τη δροσιά;
Τι χρειάζονται τα ποιήματα, παρά για τη νύχτα εκείνη
που μας κεντρίζει με πικρό εγχειρίδιο, για τη μέρα εκείνη,
για εκείνο το σούρουπο, για εκείνη τη σπασμένη γωνιά
όπου η χτυπημένη καρδιά του ανθρώπου προετοιμάζεται για
θάνατο;
Πάνω απ' όλα τη νύχτα,
τη νύχτα έχει άστρα πολλά,
όλα μέσα σ' ένα ποτάμι,
σε μια κορδέλα σιμά στα παραθύρια
των σπιτιών που είναι γεμάτα από φτωχούς.
Κάποιος απ' αυτούς έχει πεθάνει, ίσως
να χάσαν τη δουλειά τους στα γραφεία,
στα νοσοκομεία, στους ανελκυστήρες
στα ορυχεία,
υποφέρουν οι άνθρωποι βαριά πληγωμένοι
κι υπάρχει σκοπός και θρήνος σ' όλα τα μέρη,
καθώς τα' αστέρια ροβολούν μέσα σ' ένα ατελείωτο ποτάμι
υπάρχει πολύς θρήνος στα παράθυρα,
τα κατώφλια λιώσαν απ' το θρήνο,
τα δωμάτια μούσκεψαν από το θρήνο
που έρχεται κυματιστά για να δαγκώσει τα χαλιά.

Φεδερίκο,
βλέπεις τον κόσμο, τους δρόμους,
το ξύδι,
τους αποχαιρετισμούς στους σταθμούς
όταν ο καπνός υψώνει τους αποφασιστικούς τροχούς του
προς τα εκεί που δεν υπάρχει τίποτε άλλο
από μερικά λιθάρια, σιδεροτροχιές και μισεμούς.

Είναι τόσο πολλοί οι άνθρωποι που ρωτούν
σ' όλα τα μέρη.
Είναι ο αιμόφυρτος τυφλός, κι ο μανιακός, κι ο αποθαρρημένος,
κι ο άθλιος, το δέντρο με τα νύχια,
ο ληστής με το φθόνο στους ώμους.

Έτσι είναι η ζωή , Φεδερίκο, έχεις όλα
όσα μπορεί να σου χαρίσει η φιλία μου
ενός άντρα μελαγχολικού κι αρσενικού.
Ξέρεις πια μόνος σου τόσα πράματα
κι άλλα θα μάθεις σιγά με τον καιρό.

Πέμπτη, 15 Οκτωβρίου 2009

ΦΕΡΝΑΝΤΟ ΠΕΣΣΟΑ

* Κι εγώ ειλικρινά, είμαι το κέντρο που δεν υφίσταται παρά μόνο σα συνθήκη στη γεωμετρία της αβύσσου· είμαι το τίποτα που γύρω του περιστρέφεται αυτή η κίνηση...

* Ό,τι έκανα, σκέφτηκα ή υπήρξα, δεν είναι παρά μια υποταγή, είτε σ' ένα τεχνητό ον που εξέλαβα ως εαυτό μου, διότι δρούσα ξεκινώντας απ' αυτό προς τα έξω, είτε στο βάρος των περιστάσεων, όπου συμπεριέλαβα ακόμη και τον αέρα που ανέπνεα.


* Εννοείται πως αγνοώ αν είναι αυτοί που δεν υπάρχουν ή μήπως ο ανύπαρκτος είμαι γω: σε κάτι τέτοιες περιπτώσεις δε πρέπει να 'μαστε δογματικοί.

* Όσο περισσότερο μεγαλώνω, τόσο λιγότερο είμαι. Όσο πιο πολύ με βρίσκω, τόσο περισσότερο χάνομαι. Όσο περισσότερο δοκιμάζομαι, τόσο περισσότερο συνειδητοποιώ πως είμαι λουλούδι και πουλί κι αστέρι και σύμπαν. Όσο περισσότερο καθορίζω τον εαυτό μου, τόσο λιγότερα όρια έχω. Ξεπερνώ τα πάντα, κατά βάθος είμαι ίδιος με το Θεό.

* Ποιός έκανε καυσόξυλα τη κούνια των παιδικών μου χρόνων;
Ποιός έφτιαξε σφουγγαρόπανα από τα παιδικά μου σεντονάκια;

* Με τον ίδιο τρόπο που πλένουμε το κορμί μας, θα 'πρεπε να πλένουμε και το πεπρωμένο μας, ν' αλλάζουμε ζωή, όπως αλλάζουμε ρούχα -όχι για λόγους επιβίωσης, όπως κάνουμε όταν τρώμε ή κοιμόμαστε, μα με κείνο το σεβασμό που 'χουμε σα τρίτοι απέναντι στον εαυτό μας.

* Ενυπάρχει κάποιες φορές μεγάλη αισθητική απόλαυση στο ν' αφήνεις να περνά, χωρίς να την εκφράζεις, μια συγκίνηση που το πέρασμά της απαιτεί λέξεις. Ουδείς ποιητής έχει το δικαίωμα να φτιάχνει στίχους επειδή νιώθει την ανάγκη.

* Υπάρχουν μόνο δυο τύποι σταθερής πνευματικής κατάστασης μέσα στους οποίους αξίζει να ζει κανείς: η ευγενής αγαλλίαση μιας θρησκείας ή το ευγενές άλγος για την απώλειά της.

* Στην απίθανη περίπτωση που ένα σκυλί άρχιζε να σκέφτεται όπως εμείς, το σκυλί αυτό θα 'τανε τελειότερο απ' όλα τ' άλλα -κι ωστόσο, το πιθανότερο είναι, ότι κείνα θα το σκοτώνανε, παίρνοντάς το για τρελό.

* Μη φοβάστε, δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος να καταρρεύσει η κοινωνία από υπερβολικόν αλτρουισμό.

* Μπορώ να φανταστώ τα πάντα γιατί δεν είμαι τίποτα.

* Πόσο δύσκολο αλήθεια, να 'σαι ο εαυτός σου και να μη βλέπεις παρά μόνο τ' ορατό!

* Η λογοτεχνία, όπως και κάθε μορφή τέχνης, ισοδυναμεί μ' ομολογία πως η ζωή δεν αρκεί. Στη ζωή, η μόνη πραγματικότητα είναι η αίσθηση. Στη τέχνη, η μόνη πραγματικότητα είναι η συνείδηση της αίσθησης.

* Η τρέλα όχι απλώς δεν είναι ανωμαλία, μα είναι συνηθισμένη ανθρώπινη συνθήκη. Αν δεν έχεις συναίσθηση της τρέλας σου κι αν δεν είναι μεγάλη, είσαι ο κοινός άνθρωπος. Αν δεν έχεις κι είναι μεγάλη, είσαι τρελός. Αν έχεις κι είναι μικρή, είσαι χωρίς ψευδαισθήσεις. Αν έχεις κι είναι μεγάλη, είσαι ιδιοφυΐα.

Τέσσερις Ωδές



Nα θέλεις λίγα: θα τα 'χεις όλα.
Tίποτε να μη θέλεις: θα 'σαι λεύτερος.
O ίδιος ο έρωτας που νιώθουν
για μας, μας απαιτεί, μας καταπιέζει.

Για να 'σαι μεγάς, να 'σαι ακέριος:
Tίποτε δικό σου να μην υπερβάλλεις
ή να μη διαγράφεις.

Nα 'σαι όλα σε κάθε πράγμα.
Nα βάζεις όσα είσαι
Kαι στο ελάχιστο που κάνεις.

Eτσι σε κάθε λίμνη ολάκερη η σελήνη
λάμπει, γιατί ζει ψηλά.

Aναρίθμητοι ζουν μέσα μας,
Aν σκέφτομαι ή αν νιώθω, αγνοώ
ποιος μέσα μου σκέφτεται ή νιώθει.

Eίμαι μονάχα ο τόπος
όπου νιώθουν ή σκέφτονται.
Eχω περισσότερες από μια ψυχές.
Yπάρχουν περισσότερα εγώ
από το ίδιο το εγώ μου.

Yπάρχω ωστόσο
Aδιάφορος για όλους
Tους κάνω να σιωπούν: εγώ μιλάω.

Oι διασταυρωμένες παρορμήσεις
Όσων νιώθω ή δε νιώθω
Πολεμούν μες σ' αυτό που 'μαι.
Tις αγνοώ.
Tίποτε δεν υπαγορεύουν
σ' αυτό που γνωρίζω πως είμαι: εγώ γράφω.

O θεός Πάνας δε πέθανε,
Σε κάθε κάμπο που δείχνει
Στα χαμόγελα του Aπόλλωνα
τα γυμνά στήθη της Δήμητρας
Aργά ή γρήγορα θα δείτε
Nα εμφανίζεται κει
O θεός Πάνας, ο αθάνατος.

Όχι δε σκότωσε άλλους θεούς
O θλιμμένος χριστιανός θεός.
O Xριστός είναι ένας ακόμη θεός,
Ίσως ένας που 'λειπε.

O Πάνας συνεχίζει να δίνει
Tους ήχους από τον αυλό του
Στ' αφτιά της Δήμητρας
που καμαρώνει στους κάμπους.

Oι θεοί είναι οι ίδιοι,
Πάντα λαμπροί και γαλήνιοι,
Γεμάτοι αιωνιότητα
και περιφρόνηση για μας,
φέρνοντας τη μέρα και τη νύχτα
και τις χρυσαφένιες σοδειές.

Όχι για να μας δώσουνε
Tη μέρα και τη νύχτα και το στάρι
Mα γι' άλλονε και θείο
τυχαίο σκοπό.

Εδώ σ αγαπω..

Εδώ σ αγαπω..

Εδώ σ’ αγαπώ.
Μέσα στα σκιερα πευκα ξετυλιγεται ο ανεμος
Φωσφοριζει το φεγγαρι πανω στα φευγαλεα νερα.
Διαβαίνουν οι μέρες ομοιες κυνηγωντας η μια την άλλη.

Σε ξετυλίγει η ομίχλη μέσα σε ορχηστρικες μορφες.
Ενας ασημενιος γλαρος ξεκρεμιεται απ’ το ηλιοβασίλεμα.
Μερικές φορές ένα ιστίο. Ψηλά ψηλά αστέρια.

Ω! ο μαυρος σταυρος ενός καραβιού. Μονος
Κι η ψυχη μου είναι υγρη.
Ονειρέψου ξανα και ξανα την μακρυνη θάλασσα.
Αυτό είναι ένα λιμανι.
Εδώ σ’ αγαπω.

Εδώ σ αγαπω και μάταια σε κρυβει ο οριζοντας.
Σ αγαπω ακομα και μεσα σ αυτά τα ψυχρα πραγματα.
Μερικες φορες πηγαινουν τα φιλια μου σ αυτά τα βαρεια καραβια,
Που τρεχουν μεσα στην θαλασσα ως εκει που δεν φτανουν.

Εγω πια βλέπω τον εαυτο μου ξεχασμενο σαν αυτές τις παλιες αγκυρες.
Είναι πιο θλιβερα τα μουραγια όταν δενεται η νυχτα.
Κουραζεται η ζωη μου ανωφελα πεινασμενη.
Αγαπω ο,τι δεν εχω. Εσυ εισαι τοσο αλαργινη.
Ο κορεσμος μου παλευει με τα αργα σουρουπα.
Όμως η νυχτα φτανει κι αρχιζει να μου τραγουδαει.
Το φεγγαρι στροβιλιζει τον κυκλο του ονειρου του.
Με κοιταζουν με τα ματια τους τ αστερια πιο μεγαλα.
Και όπως εγω σ αγαπαω τα πευκα μες τον ανεμο
Θελουν να τραγουδησουν τ ονομα σου με τα συρματινα φυλλα τους.

ΠΑΜΠΛΟ ΝΕΡΟΥΝΤΑ

Απ' το ρετσίνι σουρωμένος...

Απ' το ρετσίνι σουρωμένος...

Απ' το ρετσίνι σουρωμένος κι από τ' ατέλειωτα φιλιά,
είμαι - κατακαλόκαιρο - και κουμαντέρνω
τη βαρκούλα των ρόδων
και τήνε πάω εκεί όπου το γάρμπος χάνεται της μέρας,
και στη φερέγγυα παραφορά των νερών την ασφαλίζω.

Πελιδνός και δεσμώτης στα λαίμαργα κύματά μου
σκίζω πέρα δώθε τα μπρούσκα χνώτα
του αναπεπταμένου στερεώματος,
φορώντας ακόμα τη φόρμα μου, ντυμένος πικρούς αντίλαλους,
κι έχοντας το κεφάλι τυλιγμένο με κάτι κουρέλια της αφρής.

Πάω, στα πάθη μου μέσα στητός,
καβάλα στη ράχη του μονάκριβου μου κύματος,
φεγγαρίσιος, ηλιοτραφής, πυρίκαυστος και μπουζιασμένος εγώ,
κι αποκοιμιέμαι τον νήδυμο
στο φαράγγι με τα φιλντισένια νησιά
των μακάρων, που είναι γλυκά σα φρέσκα πρωινά καπούλια.

Στη νύχτα μέσα την υγρή
τρεμουλιάζει το ρούχο μου ραμμένο με τα ρίγη
των φιλιών και φορτισμένο ξέφρενα με ηλεκτρικές εκκενώσεις,
με ηρωικά δε εξάμετρα διαμερισμένο σε ενύπνια
και σε μεθυστικά τριαντάφυλλα που ανοίγουν μέσα μου.

Όρτσα στα νερά,
όπου με χτυπούνε κύματα θεόψηλα, πλευρικά,
κι εγώ βαστώ
το παράλληλο σώμα σου στα στιβαρά μου μπράτσα
σαν ψαράκι που όλο το πιάνω και το ξαναπιάνω
στην απόχη της ψυχής μου
(τη μια γοργό την άλλη αργό)
σε τούτον κάτω εδώ τον υποσέληνο κόσμο.

Τετάρτη, 14 Οκτωβρίου 2009

ΟΛΑ ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ

ΟΛΑ ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ

Υποκρίσου
Πως είσαι η άνθινη σκιά των λουλουδιών
Που κρέμονται την άνοιξη
Η μέρα η πιο σύντομη του έτους και η νύχτα η εσκιμώα
Η αγωνία των οραματιστών του φθινοπώρου
Των ρόιδων το άρωμα το σοφό έγκαυμα της τσουκνίδας
Άπλωσε διάφανα βαμβακερά
Στων ματιών σου το ξέφωτο
Δείξε τις λεηλασίες της φωτιάς τα εμπνευσμένα τους έργα
Και τον παράδεισο της τέφρας της
Το αφηρημένο φαινόμενο
Που παλεύει με τους δείχτες του εκκρεμούς
Τις πληγές της αλήθειας τα άκαμπτα κηρύγματα
Τον εαυτό σου δείξε

Μπορείς να εξέλθεις με μιάν εσθήτα κρυστάλλινη
Το κάλλος σου διαρκεί και συνεχίζεται
Τα μάτια σου στάζουν δάκρυα θωπείες χαμόγελα
Τα μάτια σου δεν έχουν μυστικό
Δεν έχουν όρια

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Ποίημα 20

Ποίημα 20

Μπορώ να γράψω τους πιο θλιμμένους στίχους απόψε.

Να γράψω για παράδειγμα: "Η νύχτα είναι αστροφώτιστη,
και τρεμοπαίζουν, γαλάζια, τ' αστέρια, στα μάκρη".
Ο άνεμος της νύχτας περιστρέφεται στον ουρανό και τραγουδάει.

Μπορώ να γράψω τους πιο θλιμμένους στίχους απόψε.
Την αγάπησα, κι ήταν φορές που κι εκείνη μ' αγάπησε.

Σε νύχτες σαν κι αυτή την είχα στην αγκαλιά μου.
Τη φίλησα τόσες φορές κάτω απ' τον άπειρο ουρανό.

Εκείνη με αγάπησε, κι ήταν φορές που και εγώ την αγαπούσα.
Πώς να μην αγαπήσω τα μεγάλα ορθάνοιχτα μάτια της.

Μπορώ να γράψω τους πιο θλιμμένους στίχους απόψε.
Να σκεφτώ πως δεν την έχω. Να αισθανθώ πως την έχασα.

Ν' ακούσω την απέραντη νύχτα, πιο απέραντη δίχως εκείνη.
Κι ο στόχος πέφτει στην ψυχή σαν τη δροσιά στα χόρτα.

Τι σημασία έχει που η αγάπη μου δεν μπόρεσε να την κρατήσει.
Η νύχτα είναι αστροφώτιστη κι εκείνη δεν είναι μαζί μου.

Αυτό είναι όλο. Μακριά κάποιος τραγουδάει. Μακριά.
Η ψυχή μου λυπάται που την έχει χάσει.

Σαν για να την πλησιάσω η ματιά μου την ψάχνει.
Η καρδιά μου την ψάχνει, κι εκείνη δεν είναι μαζί μου.

Η ίδια η νύχτα που κάνει ν' ασπρίζουν τα ίδια δέντρα.
Εμείς, εκείνοι του τότε, δεν είμαστε πια οι ίδιοι.

Δεν την αγαπώ πια, είναι βέβαιο, αλλά πόσο την αγάπησα.
Η φωνή έψαχνε τον άνεμο για ν' αγγίξει την ακοή της.

Σε άλλον. Θα ανήκει σε άλλον. Όπως και πριν από τα φιλιά μου.
Η φωνή της, το φωτεινό σώμα της. Τα άπειρα μάτια της.

Δεν την αγαπώ πια, είναι βέβαιο, αλλά μπορεί και να την αγαπώ.
Πόσο διαρκεί η αγάπη, πόσο διαρκεί η λησμονιά.

Επειδή σε νύχτες σαν κι αυτή που την είχα στην αγκαλιά μου,
η ψυχή μου λυπάται που την έχει χάσει.

Ακόμα κι αν αυτός είναι ο τελευταίος μου πόνος που μου δίνει,
κι αυτοί είναι οι τελευταίοι στίχοι που γράφω.