Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Σάββατο 12 Νοεμβρίου 2022

Το ξανθό της ποιήσης αγόρι

 


Πως γράφονται τα ποιήματα με είχες ρωτήσει
όταν σε πρωτοσυνάντησα κάτω από τις κληματαριές 
και τα αγιοκλήματα.
Νοέμβρης ήταν και στο πέτρινο αλώνι του χρόνου 
είχε σκοτωθεί ο καλοκαιρινός ήλιος κι οι οργασμικοί 
χτύποι του φωτός είχαν πεθάνει κάτω από την βίτσα 
του θυμού και του πάθους.
Από μια λέξη του καημού γράφονται τα ποιήματα  
σου είχα πει κι εσύ σαν αλιέας χωρίς δίχτυα με αμφιβολία 
με κοίταζες.
Έπινες το ποτό σου κι εγώ κοιλοπονούσα του στίχου
το αρχαϊκό αλφάβητο.

Επέμενα κι εσύ με τα πετραδάκια της έπαρσης με 
πετροβολούσες, ιδίως κάτω από την μέση.
Καημό μεγάλο είχες στην καρδιά και στα χέρια μετρούσες  
με το κεχριμπαρένιο κομπολόγι της μοναξιάς
το δυσθεώρητο μπόι.
Ένοχα σιωπούσες μπροστά στο θάμβος των οραμάτων
και των επικλήσεων.
Ανοιγόσουν στης φαντασίας το λιβυκό πέλαγος χωρίς 
να βρέχεις ούτε το μικρό σου δαχτυλάκι.
Σε παρακολουθούσα κι οι πόνοι μου όλο και πιο πολύ 
με έσφιγγαν και με παίδευαν.
Αργούσε ο τοκετός κι η γριά μαμή αναστατωμένη 
δεήσεις έκανε στους αγγέλους για το ανυπεράσπιστο παιδί.

Έβγαινες στη στεριά και ξανά την ίδια ερώτηση 
μου έκανες.
Μάζευα στοιχεία για να σε πείσω κι αλληγορίες 
έφτιαχνε ο νους για να περιγράψει το άφατο.
Ένα δίχρονο ξανθό αγόρι σου είπα που ακόμα δεν 
έχει μιλήσει κάτω από την γλώσσα του κρατά τις 
λέξεις των ποιημάτων.
Αυτό ο φορέας τους, 
αυτό το ουράνιο τόξο της ελπίδας.
Χρόνια πολλά το φροντίζω και χατίρι δεν του χαλνώ.
Γάλα το ποτίζω από το αγκαθάκι Του Χριστού που 
στην αβρή ράχη του Απρίλη φυτρώνει.
Δεν μεγαλώνει.
Δεν περπατά.
Δεν γνωρίζει το κλάμα.
Άγνωρο είναι στο πλήθος κι οι μύστες μόνο προσεχτικά 
το ντύνουν με πυγολαμπίδες έτσι που να χαμογελά και 
λέξεις νέες να εφευρίσκει. 

Σαν μουμιοποιημένο σώμα το κρατώ σφιχτά στην αγκάλη.
Καίγομαι μα δεν διαμαρτύρομαι στιγμή.
Την πυρά αγαπώ και στο αλάτι των αλυκών προσεύχομαι. 
Γελούσες παρατεταμένα κι έσκιζες το ποίημα 
που είχα γράψει με την συνδρομή του δικού μου παιδιού.
Κακοκαρδίστηκα και σε μάλωσα.
Ήταν το καλύτερο ποίημα μου, το πιο σαρκώδες σαν λόγχη
παχιά αλόης έμοιαζε.
Του έρωτα σκοτεινά είχε λόγια κι απ' τις βαθιές μαχαιριές 
του πόθου ήταν πληγωμένο μα δεν θρηνούσε.

Άφηνες τα πελάγη και με τις λεύκες ακατανόητο 
έπιανες διάλογο, δεν με άκουγες, χανόσουν.
Δεν σε καταλάβαινα και με λευκά σεντόνια ντυνόμουν.
Ακόμα και σήμερα πεισματικά το δάφνινο πατάς στεφάνι 
που την κόμη του παιδιού στολίζει και για μπάρκα προς 
το αχανές προετοιμάζεσαι να πας.
Εγώ εδώ να κοιλοπονώ το ξανθό αγόρι , να το
προστατεύω από τις σαϊτιές της λήθης και τα βαθιά πηγάδια.
Το μολύβι του ξύνω.
Τα καταφέρνω με την ανάσα μου κομμένη.
Αναμάρτητη στην κλίνη μου ξαπλώνω και ζεστό χώρο 
σου κρατώ μην με καταδιώκεις, έλα, κρασί διαλεχτό 
έχει ο αμφορέας μου.

Παρασκευή 4 Νοεμβρίου 2022

Παραπλανημένη σελήνη



Υπάκουα, η σελήνη σέρνεται, πάνω στη τροχιά 
του Ήλιου.
Αυτός, μεγαλοπρεπής. Αλάνθαστος. Εκείνη,
βλέφαρο μισόκλειστο,
αργοπορεί να γεμίσει το μπακιρένιο ταψί της
με όνειρα μάταια.

Αρχαίες οι μνήμες, ασφυκτυούν για την αμόλυντη ανάσα
των επερχόμενων εορτών.
Ανήσυχος ο άνεμος, κακο-ορθογραφεί τα λάθη. Επιδεικτικά σφυρίζει τραγούδια ανείπωτα, διασκεδάζοντας σε ένα χορό πολύχρωμων, ξεσπιτωμένων φύλων...

Οι λευκές μαργαρίτες, της καρδιάς αλκυόνες, 
σκορπούν τα πέταλά τους
καταγράφοντας ευαίσθητες επιθυμίες 
σε ντροπαλές ώρες.

Άπειρο συναίσθημα η ζεστασιά των χειλιών σου.
Προμηνύει φθινοπωρινή ηρεμία 
στα μισά του Νοέμβρη.



Πέμπτη 3 Νοεμβρίου 2022

ΤΑ Χ Ε Λ Ι Δ Ο Ν Ι Α Ε Π Ι Σ Τ Ρ Ε Φ Ο Υ Ν ...

 



Κυλά ο χρόνος ανεμπόδιστος. Το ρολόι του,

δεν επαναφέρει τα σπασμένα όνειρα. 

Φτεροκοπούν, σαν τρομαγμένα χελιδόνια,

στο βάθος το απύθμενο, στην αγκαλιά 

της νύχτας, της απύθμενης.

Τα χελιδόνια, μόνο στα προσωρινά όνειρα

επιστρέφουν ...



 Γιώτα Στρατή 

Κυριακή 16 Οκτωβρίου 2022

Γουόλτ Γουίτμαν

 

Κατερίνα Ηλιοπούλου: Η ποιητική ταυτότητα του Γουόλτ Γουίτμαν (συνέντευξη στον Γιάννη Ν.Μπασκόζο)

2
1027

 

συνέντευξη στον Γιάννη Ν.Μπασκόζο

 

H Κατερίνα Ηλιοπούλου και η Ελένη Ηλιοπούλου παρουσίασαν σχετικά πρόσφατα ένα σπουδαίο έργο μεταφράζοντας τα Φύλλα Χλόης του Γουόλτ Γουίτμαν (1819-1892). O εθνικός ποιητής των ΗΠΑ επηρέασε πλειάδα λογοτεχνών από τον Έλιοτ έως τον Μπόρχες και εξακολουθεί να  επηρεάζει ακόμα και σήμερα. Το έργο του παραμένει ένα σώμα – “ένα πνευματικό σχέδιο προσβάσιμο από τον καθένα το οποίο οδηγεί τη συνείδησή μας στην αυτογνωσία, διευρύνει την αντίληψή μας και αποτελεί βαθύτατη σωματική και πνευματική εμπειρία”. Η Κατερίνα Ηλιοπούλου  δίνει στη συνέντευξη που ακολουθεί βασικά στοιχεία της ποιητικής φυσιογνωμίας του Γουίτμαν.

 

Θεωρείται ο ποιητής του αμερικάνικου έθνους. Ποιο είναι το προσωπικό του στίγμα;

Η απόδοση του χαρακτήρα του εθνικού ποιητή σε κάποιον είναι μια τιμή στην οποία ελλοχεύει ο κίνδυνος της διαμεσολαβημένης ως και διαστρεβλωμένης μερικές φορές πρόσληψης του έργου. Ο διεθνιστής Γουίτμαν, ο κριτικός του διαχωρισμού των τάξεων, ο υπέρμαχος του συλλογικού οράματος και υμνητής του ομοφυλόφιλου έρωτα, υποχωρεί μπροστά στην εθνική εικόνα του Αμερικανού Αδάμ. Ο μηχανισμός αυτών των κατασκευών είναι πάντα επιλεκτικός στοχεύοντας να αναδείξει τα χαρακτηριστικά εκείνα του έργου που εξυπηρετούν τον σκοπό του.  Πάντως εφόσον πολιτιστικές μας δομές χρειάζονται σύμβολα ναι είναι ένας εθνικός ποιητής με τεράστια επιρροή, ένας γκέι ποιητικός πατέρας, αποσυνάγωγος, αυτοδίδακτος, αντιφατικός, επαναστάτης. Ο γιός του Μανχάταν είναι ένας παράδοξος υπερβατικός ουμανιστής, πρωτομοντερνιστής και υπέρμαχος του ελεύθερου στίχου, ο οποίος καταδιώχθηκε σε όλη τη ζωή του σχεδόν από τις συντηρητικές δυνάμεις της εποχής του για τον τρόπο που μιλούσε στην ποίησή του για την σεξουαλικότητα, τα φύλα, την δουλεία και την εξουσία, αλλά και την ίδια τη μορφή του έργου του, την χρήση του ελεύθερου στίχου και την “βάρβαρη” προφορική του γλώσσα. Μέσα στην ποίηση του Γουίτμαν η Αμερική αναδύεται ως ένας καινούργιος κόσμος γεμάτος δυνατότητες, με μια καινούργια γλώσσα απαλλαγμένη από τους περιορισμούς της ασφυκτικής παράδοσης, αναδύεται η πολλαπλότητα των φυλών, ο ορίζοντας ενός φωτεινού μέλλοντος. Ο ίδιος έγραφε εκτεταμένες εισαγωγές στις εκδόσεις των βιβλίων του και στόχος του είναι να δημιουργήσει μια ποίηση καθαρά Αμερικανική που να είναι η φυσική έκφραση του δημοκρατικού πνεύματος, ένα αρμονικό μίγμα μεταξύ του παραδοσιακού και του μοντέρνου, του λόγιου και του καθημερινού. Το ολοποιητικό όραμα του Γουίτμαν  είναι ταυτόχρονα το όραμα της δημοκρατίας και της Αμερικής ως τόπου πραγμάτωσής της, είναι ποίηση του ξεκινήματος. Ο πηγαίος ιδεαλισμός του προοιωνίζεται έναν κόσμο ελευθερίας και ισότητας που χωράει τους πάντες και διαπνέεται από το πνεύμα της προόδου και της εξέλιξης. Αυτά τα κομμάτια της ποιήσής του διαβάζονται ως ελεγεία σήμερα, αλλά ακόμα και τότε ο Γουίτμαν ζούσε σε έναν κόσμο ήδη διαλυμένο από την λογική της αγοράς και της ταξικής διαφοράς, των διακρίσεων και της εκμετάλλευσης των πολλών από τους λίγους. Χρειάζεται να τον δούμε ως οραματιστή, όπως γράφει ο Μπόρχες, μιας ανθρώπινης κοινωνίας συντρόφων, μιας ποιητικής δυνατότητας για το τι θα μπορούσε να. Παρόλο που αρχικά ο ίδιος πίστεψε στην δύναμη πειθούς του ποιητικού του έργου, σε μεταγενέστερα πολιτικά γραπτά του ομολογεί την διάψευση των ιδεών του και στηλιτεύει την υποκρισία της δημοκρατίας και των πολιτικών, ενώ ο εμφύλιος πόλεμος που ξέσπασε τον συγκλονίζει.

 

 

Ποια είναι η θέση του σήμερα στην αμερικάνικη αλλά και στην παγκόσμια λογοτεχνία;

Το έργο του Γουίτμαν μοναδικό στη σύλληψη και την εμβέλειά του, επηρέασε με ποικίλους τρόπους όλη την ποίηση που ακολούθησε μετά από αυτόν και οι κύκλοι αυτής της επιρροής εξακολουθούν να δονούνται σε όλο και μεγαλύτερες τροχιές. Σε πολλά ποιήματά του απευθύνεται σε μέλλοντες αναγνώστες και ποιητές και οι αμερικανοί μοντερνιστές όπως ο  ο Φώκνερ, ο T.S. Eliot, ο  Hart Cran, ο Wallace Stevens και ακόμα ο Langston Hughes, η Muriel Rukeyser, ο William Carlos Willams και ο Robert Creeley, ανέπτυξαν με το έργο του ένα δημιουργικό διάλογο, ακόμα και διαφωνώντας και ασκώντας κριτική στο πολύπλευρο και δημοκρατικό μέλλον της Αμερικής που υποσχέθηκε. Ο ριζοσπαστισμός και ο πλούτος του ποιητικού του έργου τόσο από πλευράς θεματολογίας όσο και μορφής αποτελεί ένα ανεξάντλητο ορυχείο όπου ο καθένας μπορεί να περιπλανηθεί να ανακατέψει τα υλικά και να παράξει νέα. Οι μπιτ συγγραφείς όπως ο Allen Ginsberg ο Jack Kerouak ή ο Lawrence Ferlinghetti, εμπνεύστηκαν από την ελευθερία που προτείνει, τα ανθρωπιστικά ιδεώδη, την σωματική έκφραση ενώ και πιο σύγχρονοι ποιητές όπως  Adrienne Rich και ο Gary Snyder εξακολουθούν να συνομιλούν μαζί του.

Ο ποιητικός αυτός διάλογος εξαπλώθηκε εκτός συνόρων εδώ και 150 χρόνια με την επιρροή που άσκησε στους Γάλλους ποιητές του τέλους του 19ου αιώνα, στους Ρώσους φουτουριστές  καθώς και πολλούς άλλους  ποιητές διαφόρων γλωσσών και εθνοτήτων όπως ο Federico García Lorca, ο Jorge Luis Borges, ο Pablo Neruda, ο Cesare Pavese, ο Czeslaw Milosz, και ακόμα ο Fernando Pessoa, και ο D.H. Lawrence, καθώς η ποίησή του διασχίζει σύνορα και γλώσσες, φυλές, έθνη, ποιητικές παραδόσεις και ηπείρους. Το έργο του εμπνεύσει καλλιτέχνες διαφόρων μέσων στη λογοτεχνία, το σινεμά, την αρχιτεκτονική, το χορό, τη μουσική, τη ζωγραφική και τη φωτογραφία σε πολλά μέρη του κόσμου και υπήρξε ιδιαίτερα σημαντικός σε συγγραφείς που ανήκουν σε μειονότητες.

O Whitman έχει παρομοιαστεί με «προφήτη», «αμερικάνο Ιησού», οραματιστή κλπ. Ο μέντοράς του Έμερσον είχε δει σε αυτόν έναν σαμάνο, κάτι κοντά στο θείο.  Πώς διακρίνεται αυτό στην ποίησή του; Ο Μπόρχες όπως και ο κριτικός Χάρολντ Μπλουμ τονίζουν ότι ο ίδιος ο Γουίτμαν είναι ο κεντρικός χαρακτήρας των Φύλλων Χλόης , τον συγκρίνουν μάλιστα με τον Δον Κιχώτη και τον Άμλετ. Τι αντιπροσωπεύει λοιπόν αυτός ο ποιητικός ήρωας στα μάτια του αναγνώστη και μεταφραστή του; Ο Whitman διαθέτει μια βιωματική πρόσληψη της πραγματικότητας και πολλές φορές αναφέρεται στον εαυτό του. Πόσο διακρίνεται και πόσο επηρεάζει αυτό το σύνολο του έργου του;

Ποιος είναι αυτός ο γιος του αλκοολικού ξυλουργού; Γεννημένος στο Λονγκ Άιλαντ το 1819, μέλος μιας πολυπληθούς οικογένειας με πολλά προβλήματα, ο Γουίτμαν αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το σχολείο από τα έντεκα χρόνια του και να δουλέψει αρχικά ως κλητήρας και αργότερα ως τυπογράφος, δάσκαλος και ως ελεύθερος δημοσιογράφος στο Μπρούκλυν. Έκανε ένα ταξίδι ως τη Νέα Ορλεάνη, ρουφούσε γνώση από βιβλιοθήκες (Άγγλους ρομαντικούς ποιητές, αμερικανική ποίηση και φιλοσοφία, αρχαίους και Σαίξπηρ, γερμανική φιλοσοφία, ιστορία, εκλαϊκευμένα επιστημονικά  βιβλία), περιπλανιόταν στο Μανχάταν και στο Μπρούκλυν  απολαμβάνοντας την αστική ζωή και τα πλήθη και τέλος το 1855, σε ηλικία 35 ετών προέκυψε η πρώτη έκδοση των Φύλλων Χλόης που τύπωσε και διένειμε ο ίδιος.

Στο έργο του ερχόμαστε σε επαφή με το μεγαλείο ενός πνεύματος που υπερβαίνει την βιογραφία και ενώ αναδύεται κάπου κάπου ένα βιωματικό υλικό, ο εαυτός, αυτός που εκφέρει το εγώ μπορεί να καταλαμβάνει διαφορετικές θέσεις, να είναι άντρας και γυναίκα, νέγρος σκλάβος και ταξιδευτής, πυροσβέστης και αγρότης, προφήτης και ποιητής, να περιέχει τα πλήθη επινοώντας μια ρητορική ισχύος χωρίς αυθεντία, χωρίς ιεραρχία, χωρίς βία. Όπως γράφει ο Μπόρχες ο Γουίτμαν “με μια κίνηση λυσσαλέας τρυφερότητας θέλησε να ταυτιστεί με όλους τους ανθρώπους”.Με μια τεράστια κίνηση βιωματικής πρόσληψης της πραγματικότητας υπερβαίνει το κοινωνικό εγώ του και ανυψώνεται σε μια θέση που συμπεριλαμβάνει τους πάντες. Είναι δεκάδες οι αναφορές του σε ποικίλα υποκείμενα, άντρες και γυναίκες, ανθρώπους διαφορετικών φυλών και κοινωνικών τάξεων με τους οποίους ταυτίζεται και μιλάει με τη φωνή τους.

Το λέει από την αρχή: Γιατί κάθε μόριο που μου ανήκει, ανήκει και σε σένα.

Αυτό το Εγώ του Γουίτμαν είναι κάποιος που νομιμοποιεί και περιέχει πολλούς εαυτούς, δικούς του και άλλους, εαυτούς συνειδητούς αλλά και λανθάνοντες.

Αντιφάσκω άραγε; / Καλώς, λοιπόν, αντιφάσκω, / (Είμαι ευρύς, περιλαμβάνω τα πλήθη). Και αλλού: Ποιος προχωράει εκεί; Έμπλεος πόθου, άξεστος, μυστικιστής, γυμνός;…Σε όλους τους ανθρώπους βλέπω τον εαυτό μου, τίποτα περισσότερο / μα ούτε κι έναν κόκκο λιγότερο.

Το έργο του Γουίτμαν αποτελεί εξαιρετικό παράδειγμα για να μιλήσουμε για την κατασκευή εαυτού μέσα από την ποίηση και την αναζήτηση της ταυτότητας επειδή η ποίηση απελευθερώνει την εμπειρία από την οριστικότητα του γεγονότος και την καθιστά αντικείμενο συνομιλίας. Μέσα στην ποίηση συναντάμε τον άλλον, αλλά  και τον εαυτό μας ως άλλον. Αυτό που αντιλαμβανόμαστε μέσω της ποίησης του Γουίτμαν λοιπόν δεν είναι, ούτε η ταυτότητα ούτε η διαφορά, αλλά η πολλαπλή δυνατότητα των εμπειριών μας και μια διαδικασία αυτογνωσίας. Στην ποίηση του Γουίτμαν ας μην ψάχνουμε τον Γουίτμαν αλλά τον εαυτό μας.

Ο Μπόρχες σε ένα δοκίμιό του για τον Γουίτμαν παραθέτει τα λόγια του Σερ Έντμουντ Γκρόσι: “Δεν υπάρχει αληθινός Γουόλτ Γουίτμαν….Ο Γουίτμαν είναι λογοτεχνία σε κατάσταση πρωτοπλάσματος: ένας διανοητικός οργανισμός που αντικατοπτρίζει όσους τον πλησιάζουν”.  Και στη συνέχεια την δική του άποψη: “Σχεδόν όλα όσα έχουν γραφτεί για τον Γουίτμαν, στιγματίζονται από δυο ανεπανόρθωτα λάθη: το πρώτο είναι η χονδροειδής ταύτιση του Γουίτμαν λογοτέχνη με τον Γουίτμαν -ημίθεο ήρωα τον Φύλλων Χλόης, όπως ο Δον Κιχώτης είναι του Δον Κιχώτη. Το άλλο η ανόητη υιοθέτηση (από κριτικούς) του ύφους και του λεξιλογίου των ποιημάτων του, δηλαδή του ίδιου εκπληκτικού φαινομένου που επιχειρούν να εξηγήσουν.” Αναφερόμενος στο θέμα της αθανασίας του ποιητή γράφει πως ο  Γουίτμαν δεν το κάνει ούτε από ματαιοδοξία ούτε από εκδίκηση όπως άλλοι αλλά “για να συνάψει προσωπικές σχέσεις με κάθε μελλοντικό αναγνώστη. Συγχέεται μ’ αυτόν και συνδιαλέγεται με τον άλλον, τον Γουίτμαν: Τι ακούς Γουόλτ Γουίτμαν; (“Salut au monde”). Έτσι αναδιπλασιάστηκε στον αιώνιο Γουίτμαν, σε αυτόν τον φίλο που είναι ένα γηραλέος Αμερικανός ποιητής του 19ου αιώνα αλλά και ο θρύλος του, αλλά και καθένας από εμάς, αλλά και η ευτυχία. Το έργο ήταν τεράστιο και σχεδόν υπεράνθρωπο. Το ίδιο και η νίκη.”  (Χόρχε Λούις Μπόρχες, Δοκίμια, μετφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης)

 Πώς συνομιλεί με μας σήμερα;  Τι βρίσκει ο καθένας στον Γουίτμαν;

Το έργο του Γουίτμαν αποτελεί μια τομή άνευ προηγουμένου στην αγγλόφωνη αλλά και την παγκόσμια ποίηση, είναι μια διακήρυξη πίστης στην ίδια την ποίηση, ως μια φυσική δύναμη και μια μοναδική μορφή γνώσης. Μέσω της ποίησης καταστρώνει και προτείνει ένα πνευματικό σχέδιο προσβάσιμο από τον καθένα το οποίο οδηγεί τη συνείδησή μας στην αυτογνωσία, διευρύνει την αντίληψή μας και αποτελεί βαθύτατη σωματική και πνευματική εμπειρία.

Ο Γουίτμαν αντλεί από κάθε δυνατή περιοχή του ορατού και του αόρατου για να δημιουργήσει το ιδιαίτερο ποιητικό του σύμπαν που χωράει τα πάντα. Την αστική ζωή και την άγρια φύση, τη θάλασσα και την πορεία των άστρων, σκέψεις για τον χρόνο, τη θνητότητα, τον έρωτα και το σεξ, τον αυτοερωτισμό, το ανθρώπινο μεγαλείο και τη χυδαιότητα, τον πόλεμο και τον ηρωισμό, την φτώχεια και τα βάσανα, την αρρώστια, την υποκρισία των πολιτικών, τα ζώα, τα επαγγέλματα και την οικογενειακή ζωή, τη συντροφικότητα, τις θρησκείες και τη δημοκρατία.

Το ποιητικό εγώ εμφανίζεται πανίσχυρο, πολλαπλό, αντιφατικό, επικυρώνοντας όλες τις πλευρές του μέσα στο ποίημα, διευρύνεται ώστε να περιλαμβάνει όλους και όλα. Γιορταστικό, χειραφετημένο, ελεύθερο μας καλεί να γίνουμε μέσα από την ποίησή του κι εμείς ποιητές, ο καθένας ποιητής του εαυτού του. Πάμπολλες φορές μας απευθύνεται, το you του ποιήματος είναι πάντα σχεδόν στον ενικό, όλη η ποίηση του Γ. είναι μια απεύθυνση, πρόκληση, πρόσκληση, υπόσχεση και προτροπή σε ένα “Εσύ” και αυτό το εσύ είναι ο καθένας. Δεν είναι καν απεύθυνση, αλλά το ποίημα προϋποθέτει το εσύ με το οποίο βρίσκεται σε μια στοιχειακή σύνδεση έως και συγχώνευση. Άλλωστε πολλά από τα σημαντικότερα ποιήματά του έχουν σαν τίτλο το τραγούδι αλλά και ο ίδιος όταν αναφέρεται σε αυτά τα ονομάζει τραγούδια. Πράγμα πολύ σημαντικό επειδή το τραγούδι είναι πάντα συλλογικό. Αυτό το συλλογικό σώμα είναι το ίδιο το βιβλίο μέσα από το οποίο μας αγγίζει, ο θωπευτής της ζωής, όπως αποκαλεί τον εαυτό του, μας κρατάει το χέρι, μας κουβαλάει και μας φορτίζει.

Μας παρασέρνει με την αμεσότητα της γλώσσας του, μας εκπλήσσει με την δύναμη και την πρωτοτυπία των λυρικών του εξάρσεων, προκρίνει τη συμπόνια και την αγάπη ως κινούσα δύναμη του κόσμου/ -αποκαλεί την αγάπη –εσωτρόπιο της πλάσης-και τη συμπόνοια- Εγώ είμαι ο υπερασπιστής της συμπόνιας, / (Πώς θα μπορούσα να φτιάξω τον κατάλογο με τα αντικείμενα του σπιτιού και να παραλείψω το σπίτι που τα στεγάζει;) Και αλλού μας λέει:

Camerado, αυτό δεν είναι ένα βιβλίο, / Όποιος αγγίζει αυτό αγγίζει έναν άνθρωπο,

Αυτός ο σύντροφος μέσα από τις σελίδες του απέραντου βιβλίου του παραμένει πάντα σύγχρονος, είναι ένα χέρι που σφίγγει το δικό σου μέσα στη νύχτα, ένα μπράτσο γύρω από τους ώμους σου όταν περπατάς στην πόλη ή την εξοχή, ένα βλέμμα αναγνώρισης μέσα στο πλήθος κι ένας ψίθυρος που σου λέει “προχώρα” όπως στο Τραγούδι του ανοιχτού δρόμου:  Allons!

 

Λέγεται ότι παραγνωρίστηκαν στο έργο του η θεματολογία γύρω από τον  ερωτισμό, τον αυτοερωτισμό και την ομοφυλοφιλία …αληθεύει, γιατί;  Ποια είναι η σχέση σώματος / ψυχής στην ποίηση του;

Φωτογραφία σε στούντιο του Γουίτμαν με τον φίλο του (και πιθανό εραστή του ) Πίτερ Ντόυλ (1865)

Μέσα στην ποίηση του Γ. το ανθρώπινο σώμα εμφανίζεται όπως ποτέ πριν με όλη την υλική του φυσικότητα και τρωτότητα, με τις αισθήσεις, τις οσμές και τους χυμούς του. Είμαι θεϊκός και μέσα και έξω, και καθιστώ ιερό οτιδήποτε αγγίζω ή με αγγίζει, / Η μυρωδιά αυτής της μασχάλης άρωμα πιο εκλεπτυσμένο από την προσευχή, / Αυτό το κεφάλι ανώτερο από εκκλησίες, βίβλους κι όλα τα δόγματα.

Το σώμα στον Γουίτμαν συνιστά μια αισθησιακή, συγκινησιακή ευφυΐα την οποία αναδεικνύει σε συγκλονιστικό βαθμό κάνoντάς μας κοινωνούς αυτής της ασύλληπτης ευαισθησίας και διαπερατότητας που το χαρακτηρίζουν. Εάν λατρέψω κάτι περισσότερο απ’ όλα τ’ άλλα θα είναι το κορμί μου ολόκληρο, ή κάποιο του κομμάτι, / Διάφανο καλούπι μου θα είσαι εσύ!

Στο έργο του Γουίτμαν το σώμα και η ψυχή ταυτίζονται και η πιο βαθιά εκδήλωση του σώματος είναι η ερωτική. Ο θωπευτής της ζωής γράφει για το σεξ, την ερωτική επιθυμία, την ερωτική απόλαυση και τον αυτοερωτισμό, απροκάλυπτα και απενοχοποιημένα. Η ευφορία και η σεξουαλική χαρά, ο ερωτισμός, διαχέονται πέρα από το ανθρώπινο και φορτίζουν ερωτικά όλη τη φύση. Η γυναίκα στον Γουίτμαν είναι επίσης παρούσα, δεν είναι μούσα ούτε θύμα, ούτε προβολή της αντρικής επιθυμίας, είναι ο εαυτός της, μέρος του οποίου είναι ο ερωτικός εαυτός της, η επιθυμία και η απόλαυση.

Η αγάπη μεταξύ αντρών είναι κεντρικό θέμα στην ποίηση του Γουίτμαν και εκφράζεται σαν ένας ιδιαίτερος δεσμός συντροφικότητας αλλά (και) ως απροκάλυπτα ερωτική σχέση. Πλήθος είναι οι αναφορές σε εραστές και αγαπημένους. Κι όταν σκέφτηκα πως ο αγαπημένος μου φίλος ο εραστής μου θα ερχόταν σύντομα κοντά μου, Ω τότε ήμουν ευτυχισμένος,/ Ω τότε κάθε ανάσα μου είχε γεύση πιο γλυκιά, και ολόκληρη τη μέρα εκείνη η τροφή μου ήταν πιο θρεπτική και πέρασε καλά η όμορφη ημέρα. Η συλλογή των ποιημάτων “Κάλαμος” περιέχει μερικά από τα πιο όμορφα ποιήματα με αυτό το θέμα, ενώ πολλά από τα μικρότερα ποιήματα αυτής της συλλογής θυμίζουν έντονα την ερωτική ποίηση του Καβάφη. Η ρίζα του κάλαμου, αυτής της υδρόβιας λυγαριάς  του βάλτου, γίνεται το σύμβολο της αγάπης των συντρόφων. Και αυτό, Ω αυτό, θα γίνει από δω και στο εξής το ενθύμιο των συντρόφων, ο κάλαμος, / Ανταλλάξτε τον νέοι ο ένας με τον άλλο! Και μην αφήσετε κανέναν να τον δώσει πίσω!). Τόσο για τα “ομοερωτικά” ποιήματά του όσο και για τα “άσεμνα” ποιήματα που  αναφέρονται στον γυναικείο ερωτισμό δέχτηκε δριμεία κριτική σε όλη τη διάρκεια της καριέρας του, κατηγορήθηκε για προσβολή δημοσίας αιδούς και ανηθικότητα, διώχθηκε από την εργασία του, απειλήθηκε με φυλάκιση ενώ η έκδοση του έργου του παρακωλύθηκε και σε μία περίπτωση αποσύρθηκε.

Τραγουδώ το ηλεκτρικό κορμί,/ Οι στρατιές εκείνων που αγαπώ με περιζώνουν, όπως τους περιζώνω/ κι εγώ,/ Δεν θα με ελευθερώσουν ώσπου να δεχτώ το κάλεσμά τους, να πάω/ μαζί τους,/ Και να τους εξαγνίσω, και να τους φορτίσω ολόκληρους με το φορτίο/ της ψυχής./ Υπάρχει αμφιβολία ότι αυτοί που διαφθείρουν το ίδιο τους το σώμα/ αποκρύπτουν τον εαυτό τους;/ Και μήπως αυτοί που βεβηλώνουν τους ζωντανούς δεν είναι τόσο κακοί όσο κι αυτοί που βεβηλώνουν τους νεκρούς;/ Και μήπως το σώμα δεν κάνει ακριβώς όλα όσα κάνει η ψυχή;/ Κι αν το σώμα δεν είναι η ψυχή, τότε τι είναι η ψυχή;»

(«Τραγουδώ το ηλεκτρικό κορμί»)

 

 Η μουσικότητα και η ρυθμικότητα του των ποιημάτων του σας δυσκόλεψε στην ελληνική τους απόδοση κι πώς ξεπεράσατε τον σκόπελο; Πώς ξεπεράσατε τη μικτή γλώσσα που χρησιμοποιεί ο ποιητής που είναι ανάμικτη με λαϊκές και λόγιες λέξεις;

Στο ποιητικό έργο του Γουίτμαν έχουμε έναν χείμαρρο μουσικότητας χωρίς συγκεκριμένο μέτρο που απλώνεται συχνά σε εκτενέστατες προτάσεις, οι οποίες συνδέονται μεταξύ τους με κόμματα, και σπάνε σε δεκάδες δευτερεύουσες προτάσεις  που τρέχουν ασυγκράτητες χωρίς να χάνεται το νόημα και η σύνδεση. Ο κατακλυσμιαίος ρυθμός αναγκάζει τον αναγνώστη να λαχανιάζει, να ανεβάζει ρυθμούς, που και που να κοντοστέκεται με απορία ή θαυμασμό, και πάλι να παρασύρεται σε αυτό το ποτάμι του λόγου που καταλήγει να κυλάει σιγά σιγά μέσα στο σώμα του με τη φυσικότητα ενός φαινομένου. Πολλές εργασίες και πειράματα έχουν γίνει από μελετητές και πανεπιστημιακά εργαστήρια να κατατάξουν μετρικά τα ποιήματα, ανακαλύπτοντας τροχαϊκούς ρυθμούς, κρυμμένες ομοιοκαταληξίες, μετρώντας συλλαβές και όλοι συμφωνούν για την ανομοιομορφία και την ρυθμική αναρχία της ποίησής  του που δεν μπαίνει σε μετρικά καλούπια και διεκδικεί την δική της μοναδική μουσικότητα. Προσπαθήσαμε λοιπόν να μεταφέρουμε το ρυθμικό παιχνίδι του ποιήματος χωρίς να παραχαράξουμε τον ακανόνιστο ρυθμό του, τον “βαρβαρικό ρεκασμό” του, τις παράτονες στιγμές του, την πεζότητα ορισμένων χωρίων και τις αλλόκοτες εκφράσεις άλλων, χωρίς να παρασυρθούμε σε οικείες ρυθμικές λύσεις. Η εναλλαγή των ρυθμών και η στοιχειακή σωματικότητα της γλώσσας του Γουίτμαν που εξακολουθεί να παραμένει συναρπαστική ως σύγχρονη ποίηση ήταν ένα από τα κεντρικά στοιχήματα της μεταφραστικής δουλειάς μας.

Η γλώσσα του Γουίτμαν κινείται στη βάση μιας αντινομίας, μιας εσωτερικής σύγκρουσης αλλά και συγχώνευσης και συνύπαρξης αντιθέτων που αποτελεί και τη γοητεία της. Από τη μια η καθομιλουμένη, η γλώσσα του πεζοδρομίου, the blab of the pave, η γλώσσα των απλών ανθρώπων της πόλης και της εξοχής, των εργατών και των αγροτών, αυτών που ο ίδιος διακηρύσσει πως προτιμά ως συντρόφους, που του δίνει τη δυνατότητα να μιλήσει με τέτοια αμεσότητα. Από την άλλη  ένα λόγιο λεξιλόγιο εξευγενισμένο έως και επιτηδευμένο και σε στιγμές εξεζητημένο, το οποίο απηχεί τα ποικίλα διαβάσματά του και την δημοσιογραφική του εμπειρία. Σε αυτό μπλέκονται επιστημονικοί όροι, ξενικές και λατινογενείς λέξεις, αρχαϊσμοί, νεολογισμοί και κοντά σε αυτές η αργκό της πόλης και τα συντεχνιακά ιδιώματα, δημιουργούν μια πυκνή γλωσσική υφή, ένα μικτό ιδίωμα όπου εγγράφεται το υψηλό και το ταπεινό αξεδιάλυτα. Άλλωστε το ίδιο το Εγώ του ποιήματος λαμβάνει πολλές ιδιότητες και μιλάει εξ αυτών. Το γλωσσικό πείραμα του Γουίτμαν συνιστά την απόλυτα συνειδητή καλλιτεχνική του πρόθεση που αντιμετωπίζει την ίδια τη γλώσσα ως μια ουσία που δύναται να επεξεργαστεί και να μορφοποιηθεί. Εξαντλεί λεξικά και λεξιλόγια αλλά και τις ηχητικές δυνατότητες των λέξεων. Η ποίησή του είναι γεμάτη συνηχήσεις και παρηχήσεις, γεμάτη σύμφωνα που συγκρούονται και φωνήεντα που τραγουδούν. Χρειάζεται μια σωματική ή στοιχειακή εξοικείωση με τον κόσμο του ποιητή και με το ίδιο το κείμενο για να αρχίσει να ξεδιαλύνεται και αυτό δεν είναι δυνατόν παρά μόνον (και πάλι όχι σίγουρα) όταν αυτόν τον κόσμο τον έχεις μάθει απέξω και ανακατωτά, τον έχεις κατανοήσεις βαθιά, τον έχεις αποδομήσει και ξανασυνθέσει. Όταν κοιμάσαι και ξυπνάς πλέον με αυτόν μέσα στο κεφάλι και το σώμα σου σαν ένα τραγούδι που παίζει από μόνο του ρυθμικά μέσα στο μυαλό σου.

Πέρα από την ευθύνη και τον μόχθο μιας τέτοιας μεταφραστικής εργασίας, είναι επίσης όπως λέει και ο Γουίτμαν “τύχη καλή”, να βυθιστείς, όπως μόνο ένας μεταφραστής μπορεί, στο έργο ενός τέτοιου πνεύματος, ενός τέτοιου έργου, να γίνεις κοινωνός και φορέας του. Η μεγάλη λογοτεχνία άπαξ και σε αγγίξει σε αλλάζει για πάντα και πάντα προς το καλύτερο. Γίνεσαι, ή τουλάχιστον αισθάνεσαι ότι μπορείς να γίνεις λίγο πιο συνειδητός, λίγο πιο ανοιχτόμυαλος, λίγο πιο συμπονετικός. Η μεγάλη λογοτεχνία είναι αυτή ακριβώς η δυνατότητα, δεν μπορεί να το κάνει για σένα αλλά σου δείχνει τον δρόμο.

 

Στον τάφο του είναι γραμμένο  αυτό. Μπορείτε να μας το σχολιάσετε;  

Το βάθρο μου είναι σφηνωμένο και στεριωμένο σε γρανίτη,

Γελώ με αυτό που αποκαλείτε αφανισμό,

Και γνωρίζω το εύρος του χρόνου.

(“Τραγούδι του εαυτού μου”)

Ο Γουίτμαν οραματίζεται συχνά τον θάνατό του και προτείνει την αθανασία μέσω της ποίησης για τον συγγραφέα αλλά και για τον αναγνώστη, ενώ βάζει τον εαυτό του να μας μιλά από το επέκεινα σαν ένα παλιός φίλος ήδη από τα πρώτα ποιήματά του Όταν τα διαβάσεις, εγώ που ήμουν ορατός θα έχω γίνει αόρατος, / Τώρα είσαι εσύ συμπαγής και ορατός, αντιλαμβάνεσαι τα ποιήματά μου, εσύ με αναζητάς,(“Γεμάτος ζωή τώρα”), αλλά και από το πολύ συγκινητικό “Εχε γεια!” : Σύντροφε, αυτό δεν είναι ένα βιβλίο, όποιος αγγίζει αυτό αγγίζει έναν άνθρωπο, / (Είναι νύχτα; Είμαστε μόνοι εδώ οι δυο μας;) / Εγώ είμαι που κρατάς και αυτός που σε κρατάει, / Μέσα απ’ τις σελίδες πηδώ στην αγκαλιά σου/ ο θάνατος με καλεί. Και  “Αντίο φαντασία μου!” όπου απευθύνεται στον πιο πολύτιμό του σύντροφο, την ίδια τη φαντασία του: Όμως ας μην είμαι τόσο βιαστικός, / Πολύ καιρό πράγματι ζήσαμε, κοιμηθήκαμε, απορροφήσαμε, συγχωνευθήκαμε και γίναμε ένα· / Επομένως αν πεθάνουμε, θα πεθάνουμε μαζί, (ναι, θα παραμείνουμε ένα,) / Αν πάμε κάπου θα πάμε μαζί για να συναντήσουμε ό,τι μας μέλλεται,

Ο θάνατος είναι ο άλλος πυλώνας της ποίησης του Γουίτμαν, πάντα παρών σε κάθε του μορφή χωρίς ο ίδιος ποτέ να αποστρέφει το βλέμμα από αυτόν. Αντίθετα, με την απόλυτη αποδοχή που του επιφυλάσσει, θεωρεί τον θάνατο μια συνέχεια της ορμής της ζωής πέρα από το ανθρώπινο. Στο έργο του η σκέψη για το θάνατο παρόλο τον θρήνο της απώλειας, διευρύνεται και βαθαίνει σε τέτοιο βαθμό που φτάνει στην εξύψωση και την εξύμνηση του θανάτου ως κάτι πολύτιμο που νοηματοδοτεί τη ζωή.

 

 

info: Γουόλτ Γουίτμαν, Φύλλα Χλόης, Επιλογή, μετάφραση, επίμετρο, χρονολόγιο, σημειώσεις: Ελένη Ηλιοπούλου και Κατερίνα Ηλιοπούλου, εκδόσεις Κέδρος

 https://www.oanagnostis.gr/katerina-iliopoyloy-i-poiitiki-taytotita-toy-goyolt-goyitman-synenteyxi-ston-gianni-n-mpaskozo/


Πέμπτη 22 Σεπτεμβρίου 2022

ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ,

 


✔ Άγγελος Σικελιανός- Ελληνοκεντρική θεώρηση  του ποιητικού του έργου

Γράφει η Ελένη Χωρεάνθη //

 

 

 

                         “Ομπρός, βοηθάτε, να σηκώσουμε τον ήλιο πάνω από τον κόσμο!”

 

Ο Άγγελος Σικελιανός είναι ένας από τους κορυφαίους Νεοέλληνες ποιητές. Το μεγαλεπήβολο ποιητικό του έργο αγκαλιάζει ολόκληρη την έννοια της Ελλάδας/Πατρίδας: Φύση, Λαό, Θρησκεία, Μύθους, Ιστορία, Πολιτισμό. Είχε απόλυτη “Συνείδηση της Γης, της Φυλής, της Γυναίκας, της Πίστης και της Προσωπικής Δημιουργίας. Γεννημένος και μεγαλωμένος στη Λευκάδα, σ’ ένα από τα ομορφότερα ελληνικά νησιά, του δόθηκε η χάρη να ζήσει κοντά στη φύση και στους απλούς ανθρώπους. Κι από κει πήρε όλα τα στοιχεία που του χρειάζονταν για να οικοδομήσει το μεγάλο έργο. Από μικρός έστηνε το αυτί του κι άκουγε τον ήχο του νερού, το κελάηδημα των πουλιών, έβλεπε “το χόρτο πώς ανθεί, το κρίνο πώς αυξαίνει”, ήξερε τα χρώματα και τα ονόματα των πουλιών, των φιδιών, των ζώων και των φυτών, που τρέφει η γη μας. Ανάπνεε τις ευωδιές των μυριστικών φυτών και των λουλουδιών που έχουν ξεχωριστή θέση στην ποίησή του. Στεκόταν κι αφουγκραζόταν την καρδιά της ελληνικής φύσης, για να συλλάβει και το παραμικρό σκίρτημά της. Είχε αγγίξει με τα δάχτυλά του τα κάτασπρα χαλίκια του Λευκάτα, στρογγυλεμένα και γλυμμένα απ’ την αρμύρα:

“…καθάρια

τελειωμένα από το κύμα σαν αυγά περιστεριού…”

 

 

Άγγελος Σικελιανός

 

 

Η ποίηση του Σικελιανού και μέσα από τα βαθύτερα νοήματά της και πίσω από τους σοβαρούς προβληματισμούς της, μοσχοβολάει Ελλάδα, έχει πάντα τη γεύση του μελιού και του κρασιού, τη μυρωδιά του φλόμου και της ρίγανης, την καθαρότητα του νερού, την απέραντη γαλήνη, αλλά και την τρικυμιώδη μανία της θάλασσας, την αγνότητα του ξάστερου γαλανού ουρανού, τη φωτεινότητα και την αθώα ανταύγεια του άδολου ελληνικού τοπίου. Είναι ίσως ο μοναδικός ποιητής που στάθηκε σε κάθε σπιθαμή της γης μας τρεμάμενος, μυρίζοντας όπως το ζώο, ρωτώντας την κρυφά, σκάβοντας με το νου, που χώθηκε σαν το σπόρο μες στα σπλάχνα  της, που αγάπησε και ύμνησε το χώμα της και το κατάκτησε, όπως λέει ο ίδιος:

“… Ω, χώματα της γης μου,

χώμα λευκαδίτικο,

πρωτόχωμα,

τιτάνια ζύμη του κορμιού μου,

του ίδιου μου του ακοίμητου μυαλού.

 

Ω γη μου,

για να σε γνωρίσω μες στα σπλάχνα μου

εσταμάτησα σε κάθε σπιθαμή σου,

όλως τρεμάμενος, μυρίζοντας, ρωτώντας,

σκάβοντας

όσο που στέρεα διάφανη εγίνηκες για μένα…”

Αυτή η επαφή του με τη φύση έχει μια εφηβική δροσιά, μια ζωηράδα και μια νεανική ορμή, είναι γεμάτη φως, χαρά, ζεστασιά, ζωή:

“…Ήλιος φωτάει δεξιά ζερβά μου

από παντού με ζώνει ανατολή

και το τραγούδι μου άγριος ποταμός…”

Παντού υπάρχει διάχυτη ομορφιά και τρυφερότητα, μια λάμψη, ένας παλμός ζωής, μια μέθη, μια ιερή ένωση γης και ουρανού, μια φλόγα ζωής κι όλα κολυπμούν μέσα σ’ ένα άπλετο, ζωντανό φως. Παρακολουθεί πώς αντιδρούν τα ζωντανά, όταν νιώθουν το φως, τον ήχο, τη θερμότητα, τον κάθε εριθισμό, προσέχει την κάθε κίνησή τους, που υπακούει σε κάποια μυστική, κρυφή δύναμη, στη δύναμη του ενστίκτου. Αντικρύζει την ελληνική φύση σαν για πρώτη φορά, σαν να βγήκε μόλις από τα χέρια του Δημιουργού της:

“…Φλογάτη, γελαστή, ζεστή, από τ’ αμπέλια απάνωθεν

εκοίταγε η σελήνη

κι ακόμα ο ήλιος πύρωνε τα θάμνα βασιλεύοντας

μες σε διπλή γαλήνη.

 

(…)Φλογάτη, γελαστή, ζεστή, εκεί η καρδιά μου εδέχτηκε

ν’ αναπαυτεί λιγάκι

πα σε σεντόνια ευωδερά από βότανα και γαλανά

στη βάψη από λουλάκι…”

 

 

Δεν αποχωρίστηκε ποτέ τη φύση της Λευκάδας, ριζωμένης στο πολύβουο διάστημα του νησιού του. Η γη με τα χαμηλά φτωχικά, σπιτάκια, με τους απλούς ανθρώπους της, “…που ευώδαε σαν το λιόφυλλο, ξερό και το χορτάρι…” τον ακολουθεί παντού και πάντα και στο νου του, στην καρδιά και στην ψυχή του όλα: “…του Ιόνιου τα νησιά ευωδάγανε σαν κρίνα..!”

Στην ποίηση του Σικελιανού όλα τα στοιχεία που συνθέτουν την έννοια της Πατρίδας και του Ελληνισμού, είναι συνταιριασμένα, όλα βρίσκουν δικαίωση κι από παντού ξεπηδάει παλαίμαχος κι ακούραστος, κυβερνητής και διαφεντευτής, ο δουλευτής Λαός-Λαός Ξωμάχος, προστάτης και καλλιεργητής, αργάτης της γης του της ευλογημένης και ποτισμένης με τον ιδρώτα των προγόνων του:

“… Ολούθε ο ιδρομέτωπος

κυβέρναε χωριάτης.

 

Παντού ο λαός. Και λάτρεψα

και στη λαχτάρα μου είπα:

“Βάλε το αυτί στα χώματα”

κι εφάνη μου πως η καρδιά

της γης βαριά αντιχτύπα… “

Σαν τον Ανταίο, από τη γη αντλεί τη δύναμή του:

“… Βόηθα με, γη, το μόχτο σου στο μόχτο μου στραγγίζω,

σαν τον Ανταίο αν λύγισα, καθώς αυτός σε αγγίζω…”

Ο Σικελιανός πίστευε στο αίμα της ελληνικής Φυλής. Κι αυτή την πίστη του την εκφράζει με στίχους δυνατούς, αδάμαστους, θα έλεγε κανείς:

“… Μαύρο, ανεπίβατο άτι,

ω αίμα της Φυλής μου!

 

(…)Δίχως φτερά σαν πίσσα,

και σαν χελιδόνι γλήγορο κι αστραφτερό..!”

Αλλά μετά τις βιβλικές καταστροφές, που δεν γνώρισε και λίγες η πολύ

παθη πατρίδα μας, συλλογίζεται θλιμμένα ο ποιητής:

“…Έτσι βαμμένοι απ’ των παιδιών σου το αίμα

οι ποταμοί κι η θάλασσά σου

σ’ έζωσαν από παντού… “

Ο Άγγελος Σικελιανός, ο πανέμορφος στο σώμα και στην ψυχή μεγάλος Νεοέλληνας ποιητής σπούδασε τον Ελληνισμό. Η αδάμαστη πνευματική του δίψα τον έσπρωξε ως τις πηγές της γνώσης και της αλήθειας. Είχε μελετήσει εκτός από τη φύση και τη ζωή στον ελληνικό χώρο, την Ελληνική Μυθολογία, τα Ορφικά και τα ελευσίνια Μυστήρια, τη Βυζαντινή και τη Νεότερη Ιστορία, ολόκληρη την Ελλάδα, φυσική και πνευματική, μυθολογική, ιστορική και πάντα σε σχέση με τον άνθρωπο και τη μοίρα του μέσα στους αιώνες της. Μα πιο πολύ αγάπησε και σπούδασε τη Γλώσσα μας. Αφιέρωσε μια ολόκληρη ζωή για να μάθει τη γλώσσα του λαού κοντά στην πηγή της, στο λαό. Δεν προλάβαινε, λέει, να μάθει ξένες γλώσσες, δεν είχε καιρό. Είχε να μάθει Ελληνικά! Αυτή την υπέροχη γλώσσα, που σήμερα κακοποιείται και λεηλατείται βάναυσα από απαίδευτους νεόκοπους, που καμώνονται τους μοντέρνους και τους προοδευτικούς… Πίστευε στη γλώσσα και στη δύναμή της, όπως στη γη και στη φυλή. Στη γλώσσα μας που είναι μία κι αξεχώριστη και ομοούσια τριάδα: Αρχαία αλεξανδρινή και Νέα.

Το Σικελιανό τον απασχόλησε και η θρησκευτική ζωή και η πίστη του ελληνικού λαού. Η ποίησή του στο σύνολό της θα μπορούσε να παραλληλιστεί με μια Ελληνική Μεγάλη Εβδομάδα. ΄Εχει τα Πάθη της και την Ανάστασή της, τα Πάθη του ελληνικού λαού και την Ανάστασή του.  Ο ποιητής είναι ταυτισμένος με το Λαό του. Σε όλες τις εθνικές περιπέτειες πάσχει μαζί με τον ελληνικό λαό. Αισθάνεται σαν ένα πονεμένο μέλος του πάσχοντα ελληνικού οργανισμού. Θλίβεται αντικρύζοντας τη ρημαγμένη μετακατοχική Ελλάδα: “Είδα ολοτρόγυρα τη γη μου /έρμη /οκνή /ένα βάλτο(…) / Απ’ άκρη σ’ άκρη,  στη γην όλη, /όλο το σήμερα φωτιά…”

Όμως τίποτα δεν χάνεται. Η Ελλάδα είναι προορισμένη να ζήσει και θα ζήσει μέσα από την Ιστορία και τον πολιτισμό της. Μέσα από τα μεγάλα έργα των ηρώων του λόγου. Είναι ο στάχυς ο ιερός της ελευσίνας, που θάβεται στη γη για να ριζοβολήσει και να βλαστήσει πάλι και ν’ αναστηθεί και θ’ ανεβεί στα γαλανά μεσούρανα ελεύθερη και δυνατή κι ωραία!Και το βλέπει κιόλας το όραμα:

“Μα ήρθεν η μέρα που οι νεκροί κι οι ζωντανοί, σιμά μου,

καθώς οι βάτοι πιάνονταν από το φόρεμά μου.

Και μοναχός μου απόμεινα στα ράκη μέσα ατός μου

κι είπα: “Καιρός και μένανε να φέξει ο σκελετός μου”….”

Στην κηδεία του Εθνικού Ποιητή Κωστή Παλαμά, όταν οι χιτλερικές μπότες και τα κανόνια όργανωναν τον τόπο και καταπατούσαν τα ιερά και τα όσιά μας, κι όλος οκόσμος έμενε βουβός μπροστά στο δράμα του Ελληνισμού, ο Σικελιανός ύψωσε το γιγάντιο ανάστημά του, αψηφώντας τη φοβέρα του κατακτητή μπροστά στο φέρετρο και βροντοφώνησε:

“Ηχήστε οι σάλπιγγες…Καμπάνες βροντερές,

δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα…

Βογκήστε, τύμπανα πολέμου…Οι φοβερές

σημαίες, ξεδιπλωθείτε στον αέρα!

 

Σ’ αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα! ΄Ενα βουνό

με δάφνες αν υψώσουμε ως το Πήλιο κι ως την ΄Οσσα,

κι αν το πυργώσουμε ως τον έβδομο ουρανό,

ποιον κλει, τι κι αν το πει η δικιά μου γλώσσα;

 

Μα εσύ, λαέ, που τη φτωχή Σου τη μιλιά,

΄Ηρωας , την πήρε και τη ύψωσε ως τ’ αστέρια,

μεράσου τώρα τη θεϊκή φεγγοβολιά

της τέλειας Δόξας Του, ανασήκωσ’ τον στα χέρια

 

γιγάντιο φλάμπουρο, κι απάνω κι από μας

που τον υμνούμε, με καρδιά αναμμένη,

πες μ’ ένα μόνο ανασασμόν: “ο Παλαμάς!”

ν’ αντιβογκήξει τ’ όνομά του η Οικουμένη!

 

Σ’ αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα! Ένας λαός,

(…)

Ηχήστε οι σάλπιγγες…Καμπάνες βροντερές

δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα…

Βόγκα, παιάνα! Οι σημαίες οι φοβερές,

στης Λευτεριάς ξεδιπλωθείτε στον αέρα!

 

 

Ο Εμφύλιος σπαραγμός που ακολούθησε τη Γερμανική Κατοχή και οδηγούσε σταθερά στην αλληλοεξόντωση τους ΄Ελληνες, τον συγκλόνισε. Πάσχισε με όλες του τις δυνάμεις να τους ενώσει και να συμφιλιώσει τα αντίθετα, ταγμένος με τον τρόπο του στην πλευρά των προοδευτικών δυνάμεων του κόσμου και κρίνοντας από τη σκοπιά του μοναχικού ανθρώπου. Για το Σικελιανό μόνο η Δημικρατία, η ελεύθερη, δηλαδή θέληση του συνόλου των πολιτών, είναι εκείνη που πρέπει και μπορεί να ρυθμίζει το Πολίτευμα.

Με το δικό του τρόπο πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση. Τα ποιήματά του της περιόδου, που η Ελλάδα σύσσωμη ξεσηκωμένη, ζωντανοί και νεκροί στην αποθέωση του αγώνα της, μάχεται ολόρθη πάνω στα βουνά για την ελευθερία της, είναι αντάξια των συνταρακτικών γεγονότων:

“Δεν είναι τούτο πάλεμα στα μαρμαρένια αλώνια,

εκεί να στέκει ο Διγενής και μπρος να στέκει ο Χάρος.

Εδώ σηκώνετ’ όλ’ η γη με τους αποθαμένους

και με τον ίδιο θάνατο πατάει το θάνατό της.

 

Κι απάνω απάνω στα βουνά, κι απάνω στις κορφές τους

φωτάει με μιας ανάσταση, ξεσπάει αχός μεγάλος…

Η ελλάδα σέρνει το χορό ψηλά με τους αντάρτες,

-χιλιάδες δίπλες ο χορός, χιλιάδες τα τραπέζια-

κι είν’ οι νεκροί στο ξάγναντο πρωτοπανηγυριώτες!”

Και σε στιγμές εθνικής έξαρσης καλεί όλους τους ΄Ελληνες σ’ έναν άλλοξεσηκωμό, βλέποντας την Πατρίδα του να βουλιάζει στη λάσπη και στο αίμα και στην αδιαφορία του κόσμου όλου, μ’ ένα εγερτήριο σάλπισμα, το “Πνευματικό του εμβατήριο”. Και τους αποκαλεί αδερφούς του και αδερφούς του ήλιου. Καλεί τον απλό λαό, αλλά και τους δημιουργούς που θα βάλουν τα θεμέλια της καινούργιας Ελλάδας και θα σηκώσουν τον ήλιο, το πνευματικό της ανάστημα, τον πολιτισμό της να λάμψει πάνω από την οικουμένη όλη:

 

“Ομπρός, βοηθάτε να σηκώσουμε τον ήλιο πάνω απ’ την Ελλάδα,

ομπρός βοηθάτε να σηκώσουμε τον ήλιο πάνω από τον κόσμο!

Τι, ιδέτε, εκόλλησεν η ρόδα του βαθιά στη λάσπη,

κι α, ιδέτε, χώθηκε τ’ αξόνι του βαθιά μες στο αίμα!

Ομπρός, παιδιά, και δε βολεί μονάχος του ν’ ανέβει ο ήλιος,

σπρώχτε με γόνα και με στήθος, να τον βγάλουμε απ’ τη λάσπη,

σπρώχτε με στήθος και με γόνα, να τον βγάλουμε απ’ το γαίμα.

‘Δέστε, ακουμπάμε απάνω του ομοαίματοι αδερφοί του!

Ομπρός, αδέρφια, και μας έζωσε με τη φωτιά του,

ομπρός, ομπρός κι η φλόγα του μας τύλιξε, αδερφοί μου!

 

Ομπρός, οι δημιουργοί! Την αχθοφόρα ορμή Σας

στυλώστε με κεφάλια και με πόδια, μη βουλιάξει ο ήλιος!

 

[……….] Ομπρός, συντρόφοι,

βοηθάτε να σκωθεί, να γίνει ο ήλιος Πνέμα!”

 

 

 

Χίος, 1970, Παλαιό Φάληρο,  Ιούλιος,  2020

 

 

____________________

* 1. Μέρος ομιλίας μου με τίτλο “Ελληνοκεντρική θεώρηση του ποιητικού έργου

του Άγγελου Σικελιανού. Πρωτοδιαβάστηκε στη Χίο (1970) σε εκδήλωση του Συλλόγου

Δασκάλων και Νημιαγωγών Χίου, στην Εστία Νέας Σμύρνης (1987), στο Δημοτικό θέατρο

Πειραιώς (1988), παρουσία της κ. Άννας Σικελιανού, κ.α. σε εκδηλώσεις για τον ποιητή.

 

2. Με τίτλο: “Η ελληνοκεντρική θεώρηση στο ποιητικό έργο του Άγγελου Σικελιανού, δημοσιεύθηκε στην Τρίμηνη περιοδική έκδοση Εστίας Νέας Σμύρνης, τ. 53-54, 1988.

 

 

 https://www.fractalart.gr/aggelos-sikelianos-afieroma/

 

Κυριακή 10 Ιουλίου 2022

Η ΠΟΡΤΑ

 PABLO NERUDA


Πόσο μὰ πόσο κρατάει αὐτὸς ὁ αἰώνας!
Ρωτᾶμε:
Πότε θὰ πέσει; Πότε θὰ φάει τὰ μοῦτρα του
στὸ συμπαγές; στὸ κενό;
Στὴ λατρεμένη ἐπανάσταση;
Ἢ στὸ ὁριστικὸ
πατριαρχικὸ ψεῦδος;
Τὸ βέβαιο πάντως εἶναι
ὅτι δὲν τὸν ἐζήσαμε τόσο
ὅσο θὰ θέλαμε νὰ τόνε ζήσουμε.
Ἀνέκαθεν ψυχομαχοῦσε•
ἀνέκαθεν ἦταν ὁσονούπω νὰ πεθάνει•
ξημέρωνε μὲ φῶς καὶ τὴ νύχτα ἤτανε αἷμα•
ἔβρεχε τὸ πρωί, τὸ σούρουπο ἔκλαιγε.
Οἱ νεόνυμφοι ἀνακάλυψαν
ὅτι ἡ γαμήλια τούρτα εἶχε πληγὲς
σὰν ἐγχείριση σκωληκοειδίτιδος.
Ἄνθρωποι διαστημικοὶ ἀνέβαιναν
μιὰ πύρινη σκάλα
καὶ ὅταν πιὰ ἀκουμπήσαμε
τῆς ἀλήθειας τὰ πόδια,
ἐκείνη εἶχε φύγει γι᾽ ἄλλον πλανήτη.
Κι ἐμεῖς κοιτάζαμε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον μὲ μίσος•
πιὸ σοβαροὶ οἱ καπιταλιστὲς δὲν ἤξεραν τί νὰ κάνουνε•
ἦσαν κουρασμένοι μὲ τὸ χρῆμα,
ἐπειδὴ ἀκριβῶς ἤτανε τὸ χρῆμα κουρασμένο,
κι ἔτσι ἔφευγαν τ᾽ ἀεροπλάνα ἄδεια,
καὶ δὲν εἶχαν ἔλθει ἀκόμα οἱ καινούργιοι ἐπιβάτες.
Στὴν ἀναμονὴ βρισκόμασταν ὅλοι
ὅπως γίνεται στοὺς σταθμοὺς τὶς χειμωνιάτικες νύχτες•
περιμέναμε τὴν εἰρήνη
κι ἐρχόταν ὁ πόλεμος.
Κανεὶς δὲν ἤθελε νὰ πεῖ τίποτα• οἱ πάντες
φοβοῦνταν μὴν τυχὸν δεσμευθοῦν μὲ ὑποσχέσεις•
στοὺς ἀνθρώπους βάθαινε, ἀπ᾽ τὸν ἕναν στὸν ἄλλον, ἡ ἀπόσταση,
οἱ δὲ γλῶσσες ἔγιναν τόσο διαφορετικές,
ποὺ τὸ πράγμα κατέληξε ἢ νὰ σωπαίνουν ὅλοι
ἢ νὰ μιλᾶνε ὅλοι μαζί.
Μόνο τὰ σκυλιὰ συνέχισαν τὸ γάβγισμά τους
μὲς στὴν ἄγρια νύχτα τῶν φτωχῶν λαῶν.
Καὶ ὁ μισὸς αἰώνας ἐγίνηκε σιωπή•
κι ὁ ἄλλος μισὸς ἦταν οἱ σκύλοι ποὺ γάβγιζαν
μέσα στὴν ἄγρια νύχτα.
Τὸ πικρὸ τὸ δόντι δὲν ἔλεγε νὰ πέσει.
Νὰ μᾶς πονάει συνέχιζε.
Μᾶς ἄνοιγε μιὰ πόρτα, μᾶς ἀκολουθοῦσε
μὲ οὐρὰ χρυσοῦ κομήτη,
μᾶς ἔκλεινε ἄλλη πόρτα, μᾶς κοπάναγε
στὴν κοιλιὰ μὲ κοντάκι ὅπλου,
μᾶς ἐλευθέρωνε ἕναν φυλακισμένο καὶ ὅταν
τὸν σηκώναμε ψηλὰ στοὺς ὤμους μας,
τὰ μπουντρούμια χαύανε ἕνα ἑκατομμύριο,
ἐνῶ ἄλλο ἕνα ἑκατομμύριο ἐτράβαγε στὴν ἐξορία,
κι ἔπειτα ἄλλο ἕνα ἑκατομμύριο ἔμπαινε στὸν φοῦρνο
καὶ γινότανε στάχτη.
Ἐγὼ εἶμαι στὴν πόρτα μονίμως ὑπ᾽ ἀτμὸν
καὶ παραλαμβάνω αὐτοὺς ποὺ φτάνουν.
Ὅταν ἔπεσε ἡ Βόμβα
(ἄνθρωποι, ἔντομα, ψάρια — τὰ πάντα κάρβουνο)
σκεφτήκαμε νὰ πάρουμε τὰ μπογαλάκια μας
καὶ νὰ τοῦ δίνουμε,
ν᾽ ἀλλάξουμε ἄστρο καὶ φυλή.
Ἄλογα θέλαμε νὰ γίνουμε, ἄλογα, ἀθῶα ἄλογα.
Νὰ φύγουμε ἀπὸ ᾽δῶ θελήσαμε.
Μακριὰ ἀπὸ ᾽δῶ, πολὺ μακριὰ.
Ὄχι μόνο λόγῳ τοῦ ἀφανισμοῦ,
δὲν ἐπρόκειτο μόνο γιὰ τὸν θάνατο
(ὁ φόβος ὑπῆρξε ὁ ἄρτος ἡμῶν ὁ ἐπιούσιος),
ἀλλὰ ἦταν ποὺ δὲν μπορούσαμε νὰ περπατᾶμε ἄλλο
μὲ δύο πόδια. Ἦταν βαριὰ τούτ᾽ ἡ ντροπή
νὰ εἴμαστε
τὸ ἴδιο ἄνθρωποι
καὶ ὁ ξεπαστρευτὴς καὶ ὁ ἀπανθρακωμένος.
Καὶ πάλι, καὶ ξανά, καὶ πάλι.
Καὶ ἴσαμε πότε τοῦτο τὸ πάλι καὶ ξανά;
Ἔμοιαζε ἤδη πεντακάθαρη ἡ αὐγὴ
μὲ τόση λήθη ποὺ τὴν εἴχαμε καθαρίσει,
ὅταν μὲ σκοτωμοὺς ἐδῶ καὶ σκοτωμοὺς ἐκεῖ
ἀσυναίσθητα συνέχιζαν
οἱ χῶρες
νὰ παράγουν ἀπειλὲς καὶ νὰ τὶς ἀποθηκεύουν
στοῦ θανάτου μέσα τὸ κελάρι.
Ναί, ἐλύθη τὸ θέμα, εὐχαριστοῦμε:
μᾶς ἀπομένει ἡ ἐλπίδα.
Γι᾽ αὐτὸ κι ἐγώ, στὴν πόρτα, περιμένω
αὐτοὺς ποὺ φτάνουν σ᾽ αὐτὸ ἐδῶ τὸ τέλος τῆς γιορτῆς,
σὲ τούτη ᾽δῶ τὴ συντέλεια τοῦ κόσμου,
Μπαίνω κι ἐγὼ μαζί τους κι ἂς γίνει ὅ,τι γίνει.
Πάω μὲ ὅσους φεύγουνε
καὶ ἐπιστρέφω.
Χρέος μου ἔχω νὰ ζῶ, νὰ πεθαίνω, νὰ ζῶ.
Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.