Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Τρίτη, 28 Οκτωβρίου 2014

ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΘΕΣΗ





'Εμαθα να σου γράφω απ΄την ίδια θέση
μπροστά στο ανοιχτό παράθυρο
όλα μπορούν να συμβούν
Τα παιδιά ήδη έπαψαν να στοχεύουν στο τέρμα
τώρα που οι λέξεις κατάντησαν προσβάσιμες
κι ένα ύποπτο μακό
κρεμασμένο στον ξύλινο πάσαλο
απειλεί το φεγγάρι
Κι ο μεθυσμένος σκέφτεται δυνατά
πως ν΄αγαπήσει τον πρώτο τυχόντα
πουλώντας το τελευταίο χάδι
που κάποιος ξέχασε στον ώμο του
σε τιμή ευκαιρίας
Ναι συνέβη κι αυτό
το νυχτολούλουδο γέμισε αμυχές
των περαστικών τις ανάσες
θαρρώ ο κόσμος άλλαξε για λίγο
σωπαίνοντας βαθιά κάτω απ΄το ίδιο δέντρο
μπροστά στο αδέσποτο που εκποίησε τα τραύματά του
για λόγους τιμής
Έμαθα να σου γράφω απ΄την ίδια θέση
μπροστά στο ανοιχτό παράθυρο
όλα μπορούν να συμβούν
μονάχα να ξέρεις
στα σημεία στίξης χαμηλώνω το φως ...

http://varelaki.blogspot.gr/

[Ξανά Και Ξανά]



Πηγαίνετε τραγούδια μου στον μοναχικό και τον ανικανοποίητο, 
Πηγαίνετε επίσης στον νευροπαθή,
πηγαίνετε στον σκλαβωμένο απ’ τη συμβατικότητα, 
Χαρίστε τους την περιφρόνησή μου για τους καταπιεστές τους. 
Πηγαίνετε, σαν ένα μεγάλο κύμα ψυχρού νερού, 
Φέρτε την περιφρόνησή μου για τους καταπιεστές. 
Μιλήστε ενάντια στην ασυνείδητη καταπίεση, 
Μιλήστε ενάντια στην τυραννία εκείνου που δεν έχει φαντασία, 
Μιλήστε ενάντια στους δεσμούς. 
Πηγαίνετε στην αστή που πεθαίνει από την πλήξη της, 
Πηγαίνετε στις γυναίκες των προαστίων, 
Πηγαίνετε στους κακοπαντρεμένους, 
Πηγαίνετε σε εκείνους που η αποτυχία τους είναι κρυμμένη, 
Πηγαίνετε στα κακότυχα ζευγάρια, 
Πηγαίνετε στη γυναίκα που αγοράστηκε, 
Πηγαίνετε και σε κείνη με την προίκα. 
Πηγαίνετε σ’ αυτούς που έχουν ντελικάτους πόθους, 
Πηγαίνετε σ’ αυτούς που οι ντελικάτες τους επιθυμίες γκρεμίζονται, 
Πηγαίνετε σαν φθορά στη νωθρότητα του κόσμου. 
Πηγαίνετε με την κόψη σας εναντίον του, 
Δυναμώστε τις λεπτές χορδές, 
Φέρτε εμπιστοσύνη στα φύκια και στις κεραίες της ψυχής. 
Πηγαίνετε με φιλικό τρόπο, 
Πηγαίνετε με ανοιχτό λόγο. 
Λαχταρήστε να βρείτε νέα δαιμόνια και νέα αγαθά, 
Εναντιωθείτε σε κάθε μορφή καταπίεσης. 
Πηγαίνετε σε κείνους που χόντρυναν μόλις γίναν μεσόκοποι, 
Σε κείνους που έχασαν το ενδιαφέρον τους. 
Πηγαίνετε στους εφήβους που καταπνίγονται από την οικογένεια, 
Ω! Πόσο απαίσιο είναι
Να βλέπεις τρεις γενιές σ’ ένα σπίτι να ‘ναι όλες μαζί! 
Όπως ένα γέρικο δέντρο με βλαστάρια, 
Και με μερικά κλαδιά σαπισμένα και πεσμένα. 
Πηγαίνετε μακριά και προκαλέστε την κοινή γνώμη, 
Πηγαίνετε ενάντια σ’ αυτή τη νερόβραστη δουλεία του αίματος, 
Εναντιωθείτε σε κάθε είδους ιδιοκτησία.   
 
 
[Μετάφραση : Κλείτου Κύρου]
 
http://www.bibliotheque.gr/archives/42214

Κυριακή, 26 Οκτωβρίου 2014

Θαλερό





Φλογάτη, γελαστή, ζεστή, ἀπὸ τ᾿ ἀμπέλια ἀπάνωθεν
ἐκοίταγε ἡ σελήνη -
κι ἀκόμα ὁ ἥλιος πύρωνε τὰ θάμνα, βασιλεύοντας
μὲς σὲ διπλὴ γαλήνη·
βαριὰ τὰ χόρτα, ἱδρώνανε στὴν ἀψηλὴν ἀπανεμιὰ
το θυμωμένο γάλα,
κι ἀπὸ τὰ κλήματα τὰ νιά, ποὺ τῆς πλαγιᾶς ἀνέβαιναν
μακριὰ-πλατιὰ τὴ σκάλα,
σουρίζανε οἱ ἀμπελουργοὶ φτερίζοντας, ἐσειόντανε
στον ὄχτο οἱ καλογιάννοι,
κι ἅπλων᾿ ἀπάνω στὸ φεγγάρι ἡ ζέστα ἀραχνοΰφαντο
κεφαλοπάνι...
Στὸ σύρμα, μὲς στὸ γέννημα, μονάχα τρία καματερά,
τό ῾να ἀπὸ τ᾿ ἄλλο πίσω,
τὴν κρεμαστή τους τραχηλιὰ κουνώντας, τὸν ἀνήφορο
ξεκόβαν τὸ βουνίσο·
σκυφτό, τὴ γῆς μυρίζοντας, καὶ τὸ λιγνὸ λαγωνικό,
με γρήγορα ποδάρια,
στοῦ δειλινοῦ τὴ σιγαλιὰ βράχο τὸ βράχο ἐπήδαγε
ζητώντας μου τὰ χνάρια·
καὶ κάτου ἀπ᾿ τὴν κληματαριὰ τὴν ἄγουρη μ᾿ ἐπρόσμενε,
στο ξάγναντο τὸ σπίτι,
σωστὸ τραπέζι πόφεγγε, λυχνάρι ὀμπρὸς τοῦ κρεμαστό,
το φῶς τοῦ Ἀποσπερίτη.
Ἐκεῖ κερήθρα μὄφερε, ψωμὶ σταρένιο, κρύο νερὸ
η ἀρχοντοθυγατέρα,
ὁποὖχε ἀπὸ τὴ δύναμη στὸν πετρωτό της τὸ λαιμὸ
χαράκι ὡς περιστέρα·
ποὺ ἡ ὄψη της, σὰν τῆς βραδιᾶς τὸ λάμπο, ἔδειχνε διάφωτη
τῆς παρθενιᾶς τὴ φλόγα,
κι ἀπ᾿ τὴ σφιχτή της ντυμασιὰ στὰ στήθια της τ᾿ ἀμάλαγα,
χώριζ᾿ ὁλόρτη ἡ ρώγα·
ποὺ ὀμπρὸς ἀπὸ τὸ μέτωπο σὲ δυὸ πλεξοῦδες τὰ μαλλιὰ
πλεμένα εἶχε σηκώσει,
σὰν τὰ σκοινιὰ τοῦ καραβιοῦ, ποὺ δὲ θὰ μπόρει᾿ ἡ φούχτα μου
νὰν τῆς τὰ χερακώσει.
Λαχανιασμένος στάθη ἐκεῖ κι ὁ σκύλος π᾿ ἀγανάχτησε
στα ὀρτὰ τὰ μονοπάτια,
κι ἀσάλευτος στὰ μπροστινά, μὲ κοίταγε, προσμένοντας
μιὰ σφήνα, μὲς στὰ μάτια·
ἐκεῖ τ᾿ ἀηδόνια ὡς ἄκουγα, τριγύρα μου, καὶ τοὺς καρποὺς
γευόμουν ἀπ᾿ τὸ δίσκο,
εἶχα τὴ γέψη τοῦ σταριοῦ, τοῦ τραγουδιοῦ καὶ τοῦ μελιοῦ
βαθιά στὸν οὐρανίσκο.
Σὰ σὲ κυβέρτι γυάλινο μέσα μου σάλευε ἡ ψυχή,
πασίχαρο μελίσσι,
ποὺ ὅλο κρυφὰ πληθαίνοντας γυρεύει σμάρια ὡσὰν τσαμπιὰ
στὰ δέντρα ν᾿ ἀμολήσει.
Κι ἔνιωθα κρούσταλλο τὴ γῆ στὰ πόδια μου ἀποκάτωθε
καὶ διάφανο τὸ χῶμα
γιατὶ πλατάνια τριέτικα τριγύρα μου ὑψωνόντανε
μ᾿ ἁδρό, γαλήνιο σῶμα.
Ἐκεῖ μοῦ ἀνοῖξαν τὸ παλιὸ κρασί, ποὺ πλέριο εὐώδισε
μὲς στὴν ἱδρένια στάμνα,
σὰν τὴ βουνίσια μυρουδιά, σύντας βαρεῖ κατάψυχρη
νύχτια δροσιὰ τὰ θάμνα...
Φλογάτη, γελαστή, ζεστή, ἐκεῖ ἡ καρδιά μου δέχτηκε
ν᾿ ἀναπαυτεῖ λιγάκι
πὰ σὲ σεντόνια εὐωδερὰ ἀπὸ βότανα, καὶ γαλανὰ
στὴ βάψη ἀπὸ λουλάκι.


(Άγγελος Σικελιανός ἀπὸ τὸ Λυρικὸς Βίος, B´, Ἴκαρος 1968)




...και μια ιστορία των στίχων 25-36


Το όμορφο Θαλερό το επισκεπτόταν πολύ συχνά στις αρχές του αιώνα (1915) ο μεγάλος μας ποιητής Άγγελος Σικελιανός. Εκεί εμπνεύστηκε ένα από τα αριστουργήματά του, το "ΘΑΛΕΡΟ". Το μικρό αυτό χωριό έγινε χάρη στον Σικελιανό γνωστό σ’ όλο τον πολιτισμένο κόσμο και κέρδισε την αιωνιότητα. Πολλά μπορούν να αλλάξουν, να χαθούν, στα χρόνια που έρχονται. Πάντα όμως θα υπάρχει ένας ποιητής να απαγγέλλει με θαυμαστή φωνή το "ΘΑΛΕΡΟ" του Άγγελου Σικελιανού. Το ποίημα αναφέρει και μια πανέμορφη κοπέλα του χωριού. Την αρχοντοθυγατέρα (Μαρία Παύλου).
Τα Χριστούγεννα του 1978, ο φίλος Γιώργος Αμάραντος, συνάντησε την κυρία Μαρία Παύλου, η οποία του μίλησε για τα χρόνια εκείνα, που ο Σικελιανός επισκεπτόταν το Θαλερό και αυτή ήταν η αρχοντοθυγατέρα του ποιήματος.


"Η ΑΡΧΟΝΤΟΘΥΓΑΤΕΡΑ"
ΤΟΥ ΑΓΓΕΛΟΥ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΥ
Εξήντα περίπου χρόνια πέρασαν από τότε, όταν για πρώτη φορά είδε το φως της δημοσιότητας στο φύλλο μιας επαρχιακής εφημερίδας της Κορινθίας το ποίημα του Άγγελου Σικελιανού "ΘΑΛΕΡΟ". Και σήμερα για μια ακόμη φορά ακούγεται και πάλι ο λυρικός λόγος του Σικελιανού εμπνευσμένος από το Θαλερό και την αρχοντοθυγατέρα του Μαρία Παύλου.
ΘΑΛΕΡΟ
Φλογάτη, γελαστή, ζεστή, από τ’ αμπέλια απάνωθεν
εκοίταγε η σελήνη
.............................................................
.............................................................
Εκεί κερήθρα μόφερε, ψωμί σταρένιο, κρύο νερό
η αρχοντοθυγατέρα,
οπούχε από τη δύναμη, στον πετρωτό της το λαιμό
χαράκι ως περιστέρα,
που η όψη της σαν της βραδιάς το λάμπο, έδειχνε διάφωτη
της Παρθενιάς τη φλόγα,
κι’ απ’ τη σφιχτή της ντυμασιά στα στήθη της τ’ αμάλαγα
χώριζ’ ολόρτη η ρόγα,
που ομπρός από το μέτωπο σε δυο πλεξούδες τα μαλλιά
πλεμένα είχε σηκώσει,
σαν τα σκοινιά του καραβιού, που δε θα μπόρειε η φούχτα μου
ναν της τα χερακώσει.
Χριστούγεννα 1978. Καθισμένη δίπλα στο τζάκι, στο σπίτι του Σωτήρη Αμάραντου, μια ψηλόλιγνη φιγούρα με πλούσια γκρίζα μαλλιά "πλεμένα" σε κοτσίδα, η αρχοντοθυγατέρα του Σικελιανού κοιτάζει τις κόκκινες γλώσσες της φωτιάς να γλύφουν με λαιμαργία τα κούτσουρα από πεύκο, και ξαναθυμάται. Συγκινημένη από τη χειρονομία του νεαρού ποιητή να της απαγγείλει τους στίχους του Σικελιανού, "τους δικούς της στίχους", ξαναγυρίζει το πρόσωπό της προς το παρελθόν, φανερά σφραγισμένο από τις μνήμες των χαμένων ευκαιριών να ξετυλίγονται αργά, αργά από την ανέμη του χρόνου και να καλπάζουν ανάερα ολονυχτίς μέσα στις άδειες ώρες και στην αστροφεγγιά της Χριστουγεννιάτικης νύχτας.
Ένας βαθύς αναστεναγμός βγαλμένος από τα βάθη της ψυχής, μια ωχρότητα στο ρυτιδωμένο πρόσωπο από τα χρόνια και την έντονη συγκίνηση και η διήγηση της αρχοντοθυγατέρας αρχίζει δισταχτικά, λες και ο φόβος της γνώσης πετρώνει τον λόγο στ’ απολιθωμένα χείλη.
"Βρισκόμαστε περίπου στα 1916. Ήμουν τότε 14 έως 15 ετών. Όπως κάθε φορά που ο Σικελιανός ανέβαινε από τη βίλα του στη Συκιά Κορινθίας στο Θαλερό, έτσι και σήμερα όλοι οι Θαλερίτες έτρεξαν να τον προϋπαντήσουν και να τον καλωσορίσουν. Ανέβαινε συχνά θυμάμαι στο Θαλερό. Αγαπούσε το χωριό μας γιατί εμπνεόταν. Κυρίως του άρεσε να γράφει στο "ξάγναντο", κάτω από τον μεγάλο πεύκο, με θέα όλη την πεδινή περιοχή, τον Κορινθιακό και πέρα τ’ αχνόφεγγα βουνά της Ρούμελης.
Και κάτου από την κληματαριά την άγουρη, μ’ επρόσμενε
στο ξάγναντο το σπίτι
στρωτό τραπέζι πούφεγγε λυχνάρι ομπρός του κρεμαστό,
το φως του αποσπερίτη.
Ήταν νομίζω απόγευμα καλοκαιριού. Εκείνη την ημέρα εφούρνιζα στην αυλή του σπιτιού μου και δεν μπόρεσα να βγω στο δρόμο για να τον χαιρετήσω.
Κάθε φορά που ο Άγγελος, ο όμορφος καβαλάρης, ανέβαινε στο Θαλερό συνοδευόταν από την γυναίκα του την Εύα, ντυμένη με αρχαίες χλαμύδες και από πολλές κοπέλες των καλυτέρων οικογενειών της περιοχής. Κάποτε έπαιρναν μαζί τους και τον Γλαύκο, τον μικρό γιο του Σικελιανού και της Εύας.
Εγνώριζα πολλά από τα κορίτσια που συνόδευαν τον Σικελιανό. Με πολλές ήμουν φίλη και συμμαθήτρια, και πάντοτε περνούσαν από το σπίτι μου για να με χαιρετήσουν ή να μου ζητήσουν κάτι. Θυμάμαι μια φορά μου εζήτησαν ένα σεντόνι για να ξαπλώσουν κάτω από τον πεύκο.
Φλογάτη, γελαστή, ζεστή, εκεί η καρδιά μου δέχθηκε
ν’ αναπαυτή λιγάκι
Πά’ σε σεντόνια ευωδερά από βότανα και γαλανά
στη βάψη από λουλάκι!…
Εκείνη την ημέρα λοιπόν ήμουν απασχολημένη με το ψήσιμο του ψωμιού, όταν πέρασαν να με χαιρετήσουν η Έλλη Μαργαρίτη και η Άννα Μιχαλοπούλου.
Γεια σου Μαρία, τι βλέπουμε! Φουρνίζεις; Θα μας φιλέψεις μια λαγάνα;
Μ’ όλη μου την καρδιά κορίτσια, ελάτε αργότερα όταν ψηθούν να σας φιλέψω. Καθίστε όμως να σας ψήσω καφέ! Όχι τώρα Μαρία, η παρέα μας προχώρησε και θα τους χάσουμε, όταν ξαναπεράσουμε για τις λαγάνες θα πιούμε και το καφεδάκι μας.
Απασχολημένη με τις δουλειές του σπιτιού ούτε κατάλαβα πώς πέρασε η ώρα, όταν ξαφνικά είδα να μπαίνουν στην αυλή του σπιτιού μου ο Σικελιανός, η Εύα και όλη η παρέα τους.
Φτερούγισε η καρδιά μου από την ταραχή, κι εφλογίσθηκαν τα μάγουλά μου από την αμηχανία. Τους έβαλα να καθίσουν ολόγυρα στην αυλή, τους επρόσφερα ζεστή λαγάνα και ανοίγοντας το ντουλάπι στο κατώι έβγαλα κερήθρες, σπάνιο γλύκισμα για την εποχή εκείνη.
Εκεί τ’ αηδόνια ως άκουγα τριγύρα μου και τους καρπούς
γευόμουν απ’ το δίσκο
είχα τη γέψη του σταριού, του τραγουδιού και του μελιού
βαθιά στον ουρανίσκο.
Όλοι έφαγαν με όρεξη μα πιο πολύ ο Άγγελος ο οποίος μ’ ευχαρίστησε χαϊδεύοντας τις δυο χοντρές πλεξούδες μου.
Να! Έτσι ακριβώς, σαν να ήταν τώρα".
Και τα μάτια της γριάς κυρίας βουρκώνουν και θαμπώνουν το κρύσταλλο των γυαλιών της. Περνά λίγη ώρα, βυθισμένη στις σκέψεις της, και η διήγηση ξαναρχίζει μ’ ένα τόνο περισσότερο πονετικό, περισσότερο νοσταλγικό.
"Πέρασαν αρκετές ημέρες από τότε, σχεδόν το είχα ξεχάσει όταν ο Βλάσης ο Γαρέζος μου χτύπησε μια μέρα το φεγγίτη και μου έδωσε να διαβάσω το φύλλο μιας εφημερίδας, νομίζω της "ΣΙΚΥΩΝ". Μαρία, διάβασε το ποίημα που έγραψε ο Σικελιανός για το Θαλερό!
Όταν διαβάζοντας έφθασα στους στίχους που ανέφεραν εμένα, τις πλεξούδες μου, το λαιμό μου, τα στήθη μου, ένοιωσα βεβαίως μια απέραντη ευχαρίστηση, όμως τρόμαξα μήπως και το αντιληφθεί ο πατέρας μου, γι’ αυτό και το’ σκισα γρήγορα. Άραγε τι θα έλεγε ο κόσμος διαβάζοντας αυτούς τους στίχους; Ευτυχώς εκείνη την εποχή λίγοι διάβαζαν εφημερίδα κι έτσι γι’ αρκετό καιρό δεν συνέβη τίποτα.
Πέρασαν τα χρόνια, εγώ παντρεύτηκα, ο Σικελιανός άρχισε τις προετοιμασίες για τις Δελφικές γιορτές του 1926, οι φίλες μου σκορπίσανε. Δυστυχώς όμως δεν τον βοήθησαν όπως του άξιζε, και έπαθε οικονομική καταστροφή. Αλλά, τι τα θυμόμαστε τώρα πια! Έχουν περάσει τόσα χρόνια, όλα ξεθώριασαν στο μυαλό μου. Σ’ ευχαριστώ όμως παιδί μου που μ’ έκανες να ξαναθυμηθώ τόσα γεγονότα, ένιωσα πάλι νέα και όμορφη όπως ήμουν και τότε".
Και η αναπόληση των περασμένων τελειώνει μ’ ένα κόμπο στο λαιμό, ένα αίσθημα λάθους, μέσα σε μια αβάσταχτη σιωπή, σχεδόν μεταφυσική, που πότε πότε διακόπτεται από τον κρότο που κάνουν οι φλούδες του πεύκου καθώς τινάζονται από το αναμμένο τζάκι.

http://poiitariato.blogspot.gr/

Πέμπτη, 23 Οκτωβρίου 2014

Μπαρμπαρά



Θυμήσου Μπαρμπαρά
Έβρεχε χωρίς σταματημό στη Βρέστη εκείνη την ημέρα
Και περπατούσες χαμογελαστή
Χαρούμενη ευτυχισμένη μουσκεμένη
Μέσα στη βροχή
Θυμήσου Μπαρμπαρά
Έβρεχε χωρίς σταματημό στη Βρέστη
Και σε συνάντησα στην οδό Σιάμ
Χαμογελούσες
Κι εγώ χαμογελούσα
Θυμήσου Μπαρμπαρά
Εσένα που δεν σε ήξερα
Εσύ που δεν με ήξερες
Θυμήσου
Θυμήσου εκείνη την ημέρα
Μην ξεχνάς
Ένας άντρας προφυλαγόταν κάτω από ένα πρόθυρο
Και φώναξε το όνομά σου Μπαρμπαρά
Κι έτρεξες προς το μέρος του μέσα στη βροχή
Μουσκεμένη ευτυχισμένη χαρούμενη
Και ρίχτηκες στην αγκαλιά του
Θυμήσου τό Μπαρμπαρά
Και μη μου θυμώνεις αν σου μιλάω στον ενικό
Μιλάω στον ενικό σε όλους όσους αγαπώ
Ακόμα κι αν δεν τους έχω δει παρά μια μόνη φορά
Μιλάω στον ενικό σε όλους όσους αγαπιούνται
Ακόμα κι αν δεν τους ξέρω
Θυμήσου Μπαρμπαρά
Μην ξεχνάς
Αυτήν την ήρεμη κι ευτυχισμένη βροχή
Πάνω στο ευτυχισμένο πρόσωπό σου
Πάνω σ’ αυτήν την ευτυχισμένη πόλη
Αυτήν τη βροχή πάνω στη θάλασσα
Πάνω απ’ τον ναύσταθμο
Πάνω απ’ το πλοίο τ’ Ουεσάν[1]
Ω Μπαρμπαρά
Τι σαχλαμάρα ο πόλεμος
Τι απέγινες τώρα
Μέσα σ’ αυτή τη βροχή σίδερου
Φωτιάς ατσαλιού και αίματος
Κι αυτός που σ’ έσφιγγε στην αγκαλιά του
Ερωτευμένα
Μήπως είναι νεκρός εξαφανισμένος ή ακόμα ακόμα ζωντανός
Ω Μπαρμπαρά
Βρέχει χωρίς σταματημό στη Βρέστη
Όπως έβρεχε πριν
Αλλά δεν είναι το ίδιο κι όλα καταστράφηκαν
Είναι μια πένθιμη βροχή τρομερή και λυπητερή
Δεν είναι πια η καταιγίδα
Φωτιάς ατσαλιού αίματος
Απλών νεφελωμάτων
Που ψοφάνε σαν τα σκυλιά
Σκυλιά που εξαφανίζονται
Στα νερά της Βρέστης
Και πάνε να σαπίσουν μακριά
Μακριά πολύ μακριά απ΄ τη Βρέστη
Που απ’ αυτήν δεν μένει πια τίποτα.
[1] Ουεσάν, βραχώδης νήσος βορειοδυτικά της Βρέστης, το δυτικότερο σημείο της Γαλλίας. Εκεί κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου υπήρξε ναύσταθμος, όπου τα γερμανικά στρατεύματα κατασκεύαζαν τα πλοία τους.

Posted by Το κόσκινο on September 19, 2014




Τρίτη, 21 Οκτωβρίου 2014

Joyce Mansour,

Εγωιστικά μ’αγαπάει εκείνη,
της αρέσει που πίνω τα νυχτερινά της σάλια
της αρέσει που περπατώ τ’αλατισμένα χείλια μου
πάνω στις άσεμνες γάμπες της,
πάνω στα πεσμένα στήθια της
της αρέσει που θρηνώ της νιότης μου τις νύχτες
ενώ αυτή στερεύει τα μούσκλα
που απ’τις άνομες επιθυμίες της αγανακτούνε
Δεν είναι από λάθος μου αν τα νύχια σου μακραίνουν
Δεν είναι από λάθος μου αν τα μαλλιά σου μεγαλώνουν
Δεν είναι από λάθος μου αν κανείς δεν σ’έκλαψε
Δεν είναι από λάθος μου αν πάγωσες αγαπημένε
Δεν προσδόκησα το θάνατό σου
**
Ναι έχω δικαιώματα πάνω σου
Σε είδα να στραγγαλίζεις τον κόκορα
Σε είδα να ξεπλένεις τα μαλλιά σου μέσα στο βρωμόνερο
των υπονόμων
Σε είδα μεθυσμένο από την μπόχα των σφαγείων
το στόμα γεμάτο κρέας
τα μάτια πλημμυρισμένα μ’ όνειρα
να βαδίζεις κάτω από το βλέμμα ανθρώπων ξεπνοϊσμένων
Μ’ αρέσει να παίζω με τα μικροπράγματα
Τ’αγέννητα πράγματα ρόδινα στα μάτια μου της τρέλας
ξύνω, σουβλίζω, σκοτώνω, γελώ.
Νεκρά τα πράγματα δεν σαλεύουν πια
κι’εγώ νοσταλγώ τον πυρετό μου της τρέλας
λυπάμαι τα εκφυλισμένα γονικά μου
θα’θελα ν’αφανίσω των ονείρων μου το αίμα
καταργώντας έτσι τη μητρότητα.
**
Αφού σε προκαλούν τα στήθια μου
θέλω τη λύσσα σου
θέλω να δω τα μάτια σου να βαραίνουν
τα μάγουλά σου να ρουφιούνται να χλωμιάζουν
θέλω τ’ ανατριχιάσματά σου
θέλω ανάμεσα στα σκέλια μου να γενείς κομμάτια
πάνω στο καρπερό του κορμιού σου χώμα
οι πόθοι μου χωρίς ντροπή να εισακουστούνε
Τα βίτσια των αντρών είναι η επικράτειά μου
οι πληγές τους τα γλυκίσματά μου
αγαπάω να μασώ τις χαμερπείς τους σκέψεις
γιατί η ασκήμια τους κάνει την ομορφιά μου.
**
Το μπηγμένο καρφί στον ουράνιο μάγουλό μου
τα κέρατα που βλασταίνουν πίσω απ’τ’αυτιά μου
οι πληγές μου που δεν γιατρεύονται ποτές
το αίμα μου που γίνεται νερό που διαλύεται που ευωδιάζει
τα παιδιά μου που στραγγαλίζω εισακούοντας τις ευχές τους
όλα ετούτα με κάνουν Κύριό σας και Θεό σας
**
Άσε με να σ’αγαπώ
αγαπώ τη γεύση απ’το παχύ σου αίμα
το κρατώ καιρό μέσα στο δίχως δόντια στόμα μου
η πυράδα του μου καίει το λαρύγγι
αγαπώ τον ιδρώτα σου
μ’αρέσει να χαϊδεύω τις μασχάλες σου
περίρρυτες από χαρά
άσε με να σ’αγαπώ
άσε με να γλείφω τα κλειστά σου μάτια
άσε με να τα τρυπήσω με τη σουβλερή μου γλώσσα
και τη γούβα τους να γεμίσω με το θριαμβευτικό μου
σάλιο
άσε με να σε τυφλώσω.


*Απόδοση: Έκτωρ Κακναβάτος
**Αναδημοσίευση από το 



Γράφε Μες Την Καρδιά Σου

[Γράφε Μες Την Καρδιά Σου] Του Στρατή Παρέλη

On 21 October, 2014 by BIBLIOTHEQUE
 
 
OLYMPUS DIGITAL CAMERA
 
 
 
 
 
 
 
Τυχερό παιδί,
τρέχοντας με την φαντασία του από πόλη σε πόλη!
Κι όταν βραδιάζει,
αποκοιμιέται κάτω από τις νεραντζιές και τα χρυσά λεμόνια.
Η ώρα έξη το πρωί, ξυπνά και λούζεται
στην θάλασσα,
εξαγνισμένο.
Αγαπά μια μελαχρινή που ζει μακριά, στα βόρεια
της κουρασμένης του μελαγχολίας.
Τραγουδά ολομόναχο παίζοντας στου γιαλού τα πόδια
φλογέρα και ένα βότσαλο πετάει να χοροπηδήσει
επάνω στα σαράντα κύματα
του πόντου..
 
 
 
 
 
 
Ania-Swiatlowska_22maly
 
 
 
 
 
 
 
Θέλγεσαι από τρυφερά τριαντάφυλλα κι ο χρόνος σου ανταποδίδει
ευωχία.
Ο κήπος σφάλισε τα σύνορά του και για άλλα κόπτεται
ανθεστήρια.
Μίσχος πλάι στον μίσχο μυστικό επιφανές και αμετάκλητο
διεκδικεί το ορμέμφυτο της ψυχούλας σου.
Πουθενά δεν ανήκεις:-
Ει μη μόνο
στου απείρου μια ένδοξη φυλακή που κανείς δεν δραπέτευσε.
Γράφε μες την καρδιά σου..
Σαν
να μην τέλειωσε ο πόλεμος των αδικούντων-
κι εσύ να τάσσεσαι αλληλέγγυος σε ένα πολίτευμα
που δεν υπάρχει..
 
 
 
 
 
 
a._6_dzien_z_bolem_glowy__godz_10
 
 
 
 
 
 
 
Ο μαγνήτης ήλιος αποφέρει ένα κέρδος θερμό
Αποταμιευμένο πάνω στα διδυμάκια των ανθών και του πρωινού την χολέρα.
Οι δρόμοι έκλεισαν από τις καταλήψεις. Συνουσιαζόμενοι
Πολιτικοί βρωμοδουλέυουν για ίδιον όφελος.
Κομματάρχες καθορίζουν την τιμή που θα έχει το μαζικό μας ξεπούλημα.
Να αντιδράσεις!
Στο μαύρο σχέδιό τους που θέλει
να μην σου φτάνει για να ζήσεις αξιοπρεπώς η αναπνοή.
Α ελληνικό ξινισμένο κρασί που μ’ αυτό πια κανείς δεν μεθάει!
Έμεινε ο αμφορέας άδειος και σπασμένος σε μία γωνιά
ανασκαφών Κεραμικού και Πλάκας στα γεμάτα χλόη χωράφια.
Η Ακρόπολη καγχάζει- εσύ μένεις να κοιτάς
Που η ακριβή ζωή φτηναίνει και ο θάνατος προσφέρεται
Καπιταλιστικώς δωρεάν.
 
 
 
 
 
 
 
8a0d04856e76422e2e6fb212002bd90b
 
 
 
 
 
 
 
Καπνίζεις κι ένα σύννεφο καπνού τυλίγει τον ορίζοντα-
Σαν να κοροϊδεύει την πλάνη που έχουμε για τα πράγματα και την ροή των γεγονότων.
Καπνίζεις και ο υπερσυντέλικος προβιβάζεται σε καυτό ενεστώτα
Που αλχημεί επάνω στα υγρά φωνήεντα της φαντασίας σου.
Στέκομαι στο μικρό τετραδιάκι που γράφω.
Δεν χωράς σε καμία παράγραφο.
Πώς έγινε έτσι ο έρωτας και δεν βολεύεται με τα λίγα
που δίνουν οι άνθρωποι;
Διαβάζω την ύβρη τους ανάποδα- την ξεκοκαλίζω.
Η αρχιτεκτονική της σκέψης τους έναν εμφύλιο ακαταλόγιστο έχει.
Κι εσύ κι εγώ που τον καταλαβαίνουμε πονάμε
Και κρατάμε την ποιητική μελαγχολική τρομερή μας απόσταση..
  
http://www.bibliotheque.gr/archives/29555

Σάββατο, 18 Οκτωβρίου 2014

Μ’ ΕΚΕΙΝΗΝ







Έτσι σκληρός που είναι τούτος ο καιρός, περίμενέ με:
Θα τον ζήσουμε με κέφι.
Δώσ’ μου το μικρό χέρι σου.
Θ’ ανεβούμε και θα υποφέρουμε.
Θα πηδήσουμε και θα πονέσουμε.

Είμαστε ξανά το ζευγάρι
που έζησε σε μέρη δασιά,
στις άγριες σπηλιές των βράχων.
Έτσι μακρύς που είναι τούτος ο καιρός, περίμενέ με
μ’ ένα πανέρι, με το φτυάρι σου,
με τα παπούτσια και τα ρούχα σου.

Τώρα χρειαζόμαστε ο ένας τον άλλο,
όχι μονάχα για τα γαρίφαλα,
όχι μονάχα για να βρούμε το μέλι:
χρειαζόμαστε τα χέρια μας,
για να πλύνουμε και ν’ ανάψουμε φωτιά.
Και τότε ας τολμήσει ο σκληρός χρόνος
να προκαλέσει την απεραντοσύνη
τεσσάρων χεριών και τεσσάρων ματιών.



Μετάφραση: Δανάη Στρατηγοπούλου

Σάββατο, 11 Οκτωβρίου 2014

Charles Dobzynski, Ποιήματα



Απόσπασμα από το ' Χρονικό της εποχής που έρχεται “

Έχασα το δρόμο μου
τον καιρό της αδράνειας
και γύρευα ανάσα
στα στενά της αναμονής ,
σκόρπιος μεταξύ ανθρώπων,
δεξαμενών και καταιγίδων,
ζώντας από σταθμό σε σταθμό,
στα υπόγεια, στις κοιλότητες
της βροχής και των χαμόγελων`
ο πόλεμος, όμως, αρουραίος,
με ακολουθούσε στους υπονόμους
των πιο μυστικών στιγμών.
Έχασα το δρόμο μου
κάποτε σε σταυροδρόμι.
Έσπασα
της ζωής την πυξίδα.
Πανικόβλητα
μεθυσμένα γρανάζια οι δρόμοι,
στις καρδιές και στα βιβλία`
Κανένα θαύμα,
να ανακαλύψω χρειαζόμουν
ένα πάθος πολιτικό,
την υπερηφάνεια της ανθρωπιάς
να μάθω - ταινία να γίνω
προβαλλόμενη σε άλλες ζωές.
Και άκουγα κάποιον να λέει`
Η συνείδηση, η επίγνωση,
δεν είναι μια γη του πουθενά,
όπου δεν ακούγεται η φωνή σου`
Οι λέξεις φύλλα βαραίνουν
από δασικές ουλές,
από ακούραστα βήματα,
από χυμούς που ρέουν απαλά
στην κλεψύδρα των κέδρων.
Σταμάτα, ηρέμησε, ησύχασε, πάψε
να παίζεις με τον άνεμο`
η νιότη είναι υπόσχεση,
η θέση σου είναι στην άνοιξη.
© Ένωση Συγγραφέων
`
*
Extrait de « Chronique du temps qui vient »
J’avais perdu mon chemin
en ce temps de déshérence
et je cherchais mon courant
dans les détroits de l’attente,
égaré parmi les êtres,
et les tanks et les tempêtes,
je vivais de gare en gare,
dans les caves, dans les creux
de la pluie et des sourires ;
mais la guerre me suivait
comme un rat, dans les égouts
des instants les plus secrets.
J’avais perdu mon chemin
quelque temps à la croisée
des chemins. J’avais brisé
la boussole de la vie.
Tous les chemins s’affolaient
comme des rouages ivres,
dans les cœurs et dans les livres ;
Il n’y avait pas de miracles,
Il me fallait découvrir
une passion politique
pour apprendre la fierté
d’être un homme - d’être un film
projeté dans d’autres vies.
Et j’écoutais quelqu’un dire ;
ta conscience, ta conscience,
ce n’est pas un no man’s land,
et l’on n’entend pas ta voix ?
Tes mots de feuille sont lourds
de cicatrices sylvestres,
de pauvres pas sans répit,
de sèves coulant tout doux
dans la clepsydre des cèdres.
Cesse, cesse, cesse, cesse,
de jouer avec le vent;
la jeunesse est ta promesse,
ta place est dans le printemps.
© Les Écrivains Réunis
`
***************
Το εργαστήριο
Κάτω από τα γυάλινα υπόστεγα, ο ορίζοντας
φτιάχνει βιτρό από κρυφό νερό που λικνίζει
μια προβλήτα από σύννεφα νεκρά
όπου ακόμα κι ο ήλιος επισκευάζεται.
Το εργαστήριο ζει, τρυπώντας τη σιωπή
και μειώνοντας τις στριγγιές των ήχων
στα ανεμοδαρμένα τους συντρίμμια.
Κάθε μηχάνημα θηρίο σε επιφυλακή
χορτασμένο από αστραπές, ουσίες διαιρεμένες,
ένας άπληστος για ενέργεια Μινώταυρος.
Και μέσα σε εργαστήρια μαντεύεις
σπασμένες κραυγές αόρατων ζώων.
Έλικες νεύρων όπου μια σκέψη δονείται:
έναν οργανισμό νανοσωματιδίου
που τον συνέλαβαν κι έπειτα τον τεμάχισαν
κάτω από το αιφνίδιο νυστέρι θα μπορούσε να υποφέρει.
`
*
Le chantier
Sous les hangars de verre, l’horizon
Forme un vitrail d’eau furtive qui berce
un appontement de nuages morts
où le soleil lui-même est au radoub.
Le chantier vit, perforant le silence
et réduisant la stridence des sons
à leurs copeaux, balayés par le vent.
Chaque machine est un fauve à l’affût
gorgé d’éclairs, de substance fissile,
un minotaure avide d’énergie.
Et l’on perçoit dans les laboratoires
des cris brisés d’animaux invisibles.
Vrilles de nerfs où vibre une pensée:
un organisme nain de particule
que l’on a saisi puis que l’on dissèque
sous le scalpel soudain pourrait souffrir.
`
***********************
Ο Ουρανός Και Η Πόλη
Ο ουρανός αδιόρατα εκδικείται
Την πόλη που τον καταπίνει.
Ύπουλος, μια στέγη αρπάζει
Και σαν καρύδι τραγανίζει.
Στην καπνοδόχο που καπνίζει
Φυσώντας κρύωμα χαρίζει.
Στρείδια παράθυρα ανοίγει,
Μόνο την άκρη τους αφήνει.
Πύργους ψηλούς τους στεφανώνει
Με ένα σύννεφο αμπαζούρ.
Μες τους δρόμους κυνηγά
Γκρίζων γερανών αρμούς.
Μαλλιαρή προβιά, τη νύχτα,
Στα σπίτια επάνω ξεδιπλώνει.
Παίζει κρυφτό στην καταχνιά
Με της σελήνης τη ματιά.
Τον ουρανό εμποδίζει η πόλη
Μες τις σήραγγες να τρέξει.
Μπλάβος από οργή αυτός
Βγάζει απ΄το κλουβί το μετρό.
Λεκέδες μελάνι, κηλίδες λάδι
Στον ουρανό την πόλη φτύνουν.
Μα, εκείνος με βροχή τις πλένει,
τα πλακόστρωτα συνέχεια ραίνει.
`
*
Le Ciel Et La Ville
Le ciel peu à peu se venge
De la ville qui le mange.
Sournois, il attrape un toit,
Le croque comme une noix,
Dans la cheminée qui fume
Il souffle et lui donne un rhume.
Il écaille les fenêtres.
N’en laisse que les arêtes.
Il coiffe les hautes tours
D’un nuage en abat-jour.
Il chasse le long des rues
Les squelettes gris des grues.
La nuit, laineuse toison,
Il la tend sur les maisons.
Il joue à colin-maillard
Avec les lunes du brouillard.
La ville défend au ciel
De courir dans ses tunnels.
Mais le ciel tout bleu de rage
Sort le métro de sa cage.
Taches d’encre, taches d’huile
Sur le ciel crachent la ville.
Mais le ciel pour les laver
Pleut sans fin sur les pavés.
`
********************
Το ρολόι
Το δρύινο ρολόι πλέκει
με βελόνες σιδερένιες
ένα αόρατο πουλόβερ
κι ο καιρός είναι πελότα.
Βελονιά καλή και ανάποδη,
ξεγλιστρά απ΄τα δάχτυλα ο χρόνος,
υφάδι του χιονιού για μέρες κρύες
νήμα από γρασίδι για τις πράσινες.
Μια ώρα μαύρη, μια λευκή,
πλέκει αδιάκοπα, σταυρώνει,
του ονείρου το κουβάρι και της νύχτας
στων κλαδιών την άκρη απλώνει.
Ποιος θα βάλει αυτό το ρούχο
που επιδέξια υφαίνει,
το απαλό μαλλί του χάδι
ποιου χειμώνα και ποιας άνοιξης;
Υφαίνει, γιατί ο χρόνος το πιέζει,
πλέξη λευκή πάνω στη μαύρη,
μα αγνοεί ότι η μνήμη
θα νικήσει ό,τι πλέκει.
Μάταια δένει και ενώνει
νήμα που χάνεται και σπάει,
κανείς δεν μπόρεσε ποτέ να βάλει
το μάλλινο του χρόνου που κυλάει.
`
*
L’horloge
L’horloge de chêne tricote
avec ses aiguilles de fer
un invisible pull-over
et le temps lui sert de pelote.
Maille à l’endroit, maille à l’envers,
le temps lui file entre les doigts,
fil de neige pour les jours froids
et fil d’herbe pour les jours verts.
Une heure noire, une heure blanche,
crochetées et croisées sans trêve,
l’écheveau des nuits et des rêves
se dévide au bout de ses branches.
Qui portera ce vêtement
qu’elle tisse avec tant d’adresse,
sa laine douce est la caresse
de quel hiver, de quel printemps ?
Elle tisse car le temps presse,
maille blanche sur maille noire,
en ignorant que la mémoire
défera les fils qu’elle tresse.
Elle a beau nouer et lier
le fil qui se perd et se casse,
nul jamais n’a pu s’habiller
de la laine du temps qui passe.
`
*******************************************************


(μτφρ-επίμετρο: Ανδρονίκη Δημητριάδου)

ΕΠΙΜΕΤΡΟ
Ο Charles Dobzynski γεννήθηκε το 1929 στη Βαρσοβία και ζει στη Γαλλία από το 1930. Μετά τις σπουδές του που διακόπτει εξαιτίας του πόλεμου (1942) και ξαναρχίζει στη συνέχεια σε μια σχολή Ραδιοφώνου το 1945, γίνεται δημοσιογράφος το 1950, κριτικός κινηματογράφου και λογοτεχνίας, ποιητής και μεταφραστής, συντάκτης των Γαλλικών Γραμμάτων 1954-1972, έπειτα αρχισυντάκτης του περιοδικού «Ευρώπη» του οποίου συνεχίζει να είναι υπεύθυνος και αρθρογράφος ποίησης.
Το βραβείο Goncourt για την ποίηση τού απονεμήθηκε για το σύνολο του έργου του το 2005.

http://www.poiein.gr/archives/27138/index.html#more-27138


Κυριακή, 5 Οκτωβρίου 2014

ΣΙΩΠΗΛΟ ΕΓΚΩΜΙΟ




         (Στα 75χρονα του Αραγκόν)



Αυτός με μιά κόμη από άσπρη φωτιά, με την ακραία κομψότητα

του αρνούμενου,   

με τις πολύτιμες αντανακλάσεις φωταγωγημένων αεροδρομίων

σε κάθε νύχι του χεριού του – Πού πας έτσι μόνος – είπε ο άλλος –

σε τούτη την ατέλειωτη όχθη, κάτω απ’ τους σταυρούς

ξεγυμνωμένων δέντρων,   

πλάι στο μαύρο ποτάμι, προσεχτικός, απρόσεχτος, ταΐζοντας με

μεγάλα διαμάντια   

βιαστικά, ανυποψίαστα ψάρια; – εσύ που έσμιξες όλα τ’ αντίθετα

στον έναν ρυθμό. Πού πας, λοιπόν,   

έτσι μονάχος, παρασημοφορημένος, μες στη θλίψη μακρινών

επευφημιών; Το ξέρω   

μέσα στην τσέπη του καινούργιου βελούδινου σακακιού σου

(γι’ αυτό πιο    λυπημένου)

κρατάς κρυμμένο όχι το μέτρο του αρχαίου Ξυλουργού, αλλά το ένα

ατσάλινο πτυσσόμενο φτερό του. Το δεύτερο δεν κρύβεται· αυτό

σου σκιάζει τα δύο τρίτα του προσώπου σου και το μαβί

πουκάμισό σου   

κάτω απ’ τους προβολείς της αγέρωχης νύχτας. Απ’ τον ίσκιο

αυτού ακριβώς του φτερού σ’ αναγνωρίζουν τ’ αγάλματα, οι

ποιητές, οι φοιτητές, η επανάσταση κι εγώ. Όμως εγώ   

καλύτερα απ’ όλους σε γνωρίζω, απ’ το πρώτο, πτυσσόμενο,

το κρυμμένο φτερό.   


                 Αθήνα, 27.Χ.72




Από την ποιητική συλλογή: «Γραφή τυφλού» (1972).

Από το βιβλίο: Γιάννης Ρίτσος, «Ποιήματα, 1972-1974», τ. ΙΑ΄, Κέδρος, Αθήνα 1993, σελ. 88.
http://alonakitispoiisis.blogspot.gr/

Τετάρτη, 1 Οκτωβρίου 2014

Παρίσι 1968





Επιμένω να πιστεύω
Ότι η θέση ενός ποιητή αυτή τη στιγμή
Είναι ο δρόμος
Πρέπει να επιτεθείς
Στους πύργους από ελεφαντοστούν
Ισοπεδώνοντάς τους
Κηρύσσοντας
Κατάσταση έκτακτης ανάγκης
Όταν αφήνομαι
Να μυξοκλαίω για τη μιζέρια μου
Εάν αυτή η μιζέρια
Δεν είναι δική σου
Τότε αναγνώστη
Χτύπα με
Δεν υπάρχει άλλη
Απούσα ποίηση
Τόσο βιαστικά γραμμένη στον τοίχο.



*Ποίημα ανωνύμου για τα γεγονότα του Γαλλικού Μάη του 1968.
Μετάφραση Δημήτρης Τρωαδίτης.
http://tokoskino.wordpress.com/






Κυριακή, 28 Σεπτεμβρίου 2014

Η κουζίνα σε καιρό πολέμου



Σκέφτομαι τις γυναίκες του Γιάννη Ρίτσου
που βαδίζουν προς την κουζίνα στην πρώτη φήμη του πολέμου
Σκέφτομαι τη μυλόπετρα της γιαγιάς στο Jersey City,
μια μηλόπετρα που δεν θα μπορούσα ποτέ να παράξω, ενώ προχωρώ
με βήμα βελούδινο για να τρίψω το βασιλικό που μεγάλωσε
πέρυσι, βουρτσίσμα της γάτα, κόψιμο του σκόρδου
για να καρυκεύσεις τη σαλάτα.
Ασχολίες σκοπιμως ήσυχες, αν και θα μπορούσα να ξεκινήσω
να πετώ τις κατσαρόλες όπως η μητέρα μου, μπορώ να σου πω
που θα μπορούσα να κάνω μια τέτοια φασαρία που θα αναρωτηθείτε ποιος
έχει τρελαθεί, και είναι ο κόσμος
στις φωτογραφίες που δεν θα φέρω στο σπίτι,
στην μοχθηρή, χλεβαστική στάση ενός προέδρου
απατεώνα, τοποθετημένο εκεί από μια χούφτα των εταιρειών
Θα μπορούσα να σου δείξω πώς τα δάκρυα έσκαψαν στην καρδιά
μια τρύπα τόσο βαθιά όσο οι παντόφλες
όπου εκείνη βύθιζε τα πόδια της τα κρύα πολωνικά πρωινά
Έγινα ότι η γυναίκα babushka
μαρτυρας του μακελειού, κάθε αστείο είναι εκτός
τόπου, καθόλου αστεία σχετικά με σπασμένα παιδιά ή μητέρες
που ουρλιάζουν, οι νεκροί στρατιώτες είναι οι ίδιοι παιδιά
Καθόλου αστεία για παιδιά, τα παιδιά του καθενός
δεν χάνουν την σφαγή τους
το πετρελαίο τα όπλα ο χρυσός σε ψηλούς σωρούς όσο αυτό το σπίτι
δεν μπορούν να αγοράσουν το γελιο τους, δεν μπορουν να θάψουν τις κραυγές τους
τη νύχτα, εγώ κατηγορώ τους λευκούς γέρους πνίγμένη στην απληστία
των φονικών τους, θα παλέψω για κάθε κατσαρόλα και τηγάνι
που έχω στην κατοχή μου για έναν κόσμο απαλλαγμένο από τα χέρια τους.


Willow, Νέα Υόρκη, Απρίλιος 2003.

Μετάφραση στα Ιταλικά: Raffaella Marzano
Μετάφραση στα Ελληνικά: Κωνσταντίνος Κοκολογιάννης
Πηγή: http://www.casadellapoesia.org/
http://logoskaitexni.blogspot.gr/

Πέμπτη, 25 Σεπτεμβρίου 2014

Η ΠΝΙΓΜΕΝΗ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ



Πεταλούδα ψυχαρπαγμένη στο υφάδι, στεγνή εσάρπα
που αρπίζει απλωμένη στο δέντρο, έντρομη κόρη
στο ουράνιο μπουγάζι να πνίγεται, ψυχή καταβάσα
με βροχές μαζί και με σπιλιάδες,
μόνη, κατάμονη και γενικώς συμπαγής,
με τα ράκη των ρούχων της, με κόμη γινωμένη κομμάτια
και με κέντρα που αέρηδες τά ΄φαγαν. Ασάλευτη·
αντίσταση καμμιά στις βραχνές του χειμώνα σακοράφες,
στο ποτάμι με τ’ άγρια νερά που καρτέρι σού στήνουν.
Ουράνια σκιά, περιστερόκλαδο φίνο
που νύχτα ετσακίστη ανάμεσα στα ψόφια λουλούδια. -
Εδώ! Εγώ εδώ σταματάω, γιατί πονώ, όταν
σαν ήχος αργόσυρτος γιομάτος παγωνιές, γιομάτος μπούζια
αφήνεις ανοιχτή από παντού την κόκκινη λάμψη σου
να δέρνεται, να κοπανιέται απ’ όλα τα νερά της θαλάσσης.

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.




Δευτέρα, 22 Σεπτεμβρίου 2014

Όμορφος κόσμος ηθικός, ιδιωτικά πλασμένος!


omorfo
Για να καταλάβεις τι φασιστολόι κρύβει κάποιος πρέπει να του αναστατώσεις λίγο τις ιδέες και τον τρόπο που βιοπορίζεται. Ο λεγόμενος ιδιώτης βγάζει αγκάθια. Κρατά εσόδων εξόδων κι έχει μίσος για το υπαλληλίκι. Η ύπαρξή του συνοψίζεται στα πλήκτρα της ταμειακής μηχανής. Θεωρεί πως είναι ο μαστός που δίνει γαλατάκι στην κοινωνία. Η κιτσαρία της σεμνότητάς του έχει υψηλό βαθμό πολλαπλότητας. Παραληρεί όταν η κουβέντα έρχεται στις νόρμες και τα κεκτημένα κατακτήσεων. Οι αγώνες, οι μάχες, οι εμφύλιοι πρέπει να μείνουν ως στάμπες σε μπλουζάκια η ως στεγνωμένες ουτοπίες σε ντι βι ντι. Ο ιδιώτης έχει την ιδιωτία κορώνα στο κεφάλι του και την αγορά θυγατέρα, έτοιμος να την προστατέψει με τη ζωή του απ’ τους κακόβουλους δούλους εργάτες. Ψάχνει τον αντίπαλο αλλού. Όχι στον καθρέφτη του. Βγάζει σπυριά όταν ακούει για παροχές κοινοτισμό και μεθυσμένους κατωτέρων τάξεων. Αυτός διαχειρίζεται τον αλκοολισμό του στο ρετιρέ ή στη μεζονέτα κι όχι στα ουζερί και τις πάμπες. Έχει πάντα μαζί του ραβίνο συνεργάτη για να κρατιέται δημόσια και να δίνει εικόνα οργανωμένου βαθιά. Έχει έμβλημα το λογότυπο της επιχείρησης. Το πηγαίο τσιτάτο του διαφημιστικού. Θέλει πελάτες για να χτίσει το σωβινισμό της μοναδικής του περίπτωσης. Το μέτρο της διαφορετικότητάς του είναι τα φράγκα. Περίτεχνο σπίτι, έργα τέχνης, υπονοούμενα, συμμαχίες για να ξεχωρίζει από πλέμπα, μαστόρια, μισθωτούς, χαμάληδες. Είναι ο στρατός του Λοβέρδου και του Βορίδη. Ο χαϊδεμένος των καθεστώτων. Ο πατριάρχης της συναλλαγής. Ο ακομμάτιστος αλλά βαθύτατα κομματικός που μπερδεύει δολίως την ελευθερία του ανθρώπου με την ελευθερία της αγοράς. Το σκέλεθρο που θέλει να ξεχαρβαλώσει την εργασία. Που δίνει εφτά ευρώ την ώρα στον υπάλληλο καθηγητή τού φροντιστηρίου του ή δεν επιτρέπει στην πωλήτρια τού μαγαζιού του να καθίσει σε καρέκλα. Όλα κρίνονται. Όλα αξιολογούνται. Αξία έχει ότι φέρνει κέρδος. Μαθαίνω με τα λεφτά μου. Γαμώ με τα λεφτά μου. Χύνω με τα λεφτά μου. Τα λεφτά μου για να αγοράσω λίγη άβυσσο βαρβαρότητας. Για να λαδώσω, να βάλω άλλους να μου ξεσκατίσουν το παιδί και το γέρο. Η δουλεία δεν είναι ντροπή αλλά εσύ κερατά γύφτε θα μου μαζεύεις τα σκουπίδια. Εσύ βουλγάρα σκύλα θα με ξεκαβλώνεις. Εσύ νέγρο χιμπατζή θα με διασκεδάζεις. Τώρα πια τέλειωσαν οι κομουνιστικές σας μαλακίες, τα εφάπαξ, οι αποζημιώσεις, τα θωρηκτά Ποτέμκιν, ο Σοστακόβιτς. Τώρα δουλεία και σκυλάδικο. Ζήτω το υγιές πασόκ, η Μάργκαρετ Θάτσερ, ο Καρατζαφέρης. Ζήτω η αμερικανική πρεσβεία. Οι γερμανοί που θα μας βάλουν σειρά. Ζήτω το Νατο που θα φέρει δημοκρατία και φτηνό πετρέλαιο στα ρεζερβουάρ του πολιτισμού. Ο Εβραίος νερουλάς που πάει να ξεδιψάσει τα ορφανά της Λιβύης. Ζήτω η Άννα, ο Αντρέας, οι στελεχάρες. Οι χαφιέδες με τα λεφτά του μπαμπά. Ζήτω οι γενίτσαροι, οι προϊστάμενοι, τα υποπόδια, οι διευθυντές, οι σύμβουλοι. Ζήτω οι μή κυβερνητικές της κυβέρνησης. Ζήτω ένδοξε ελληνικέ λαέ θυμωμένε αγανακτισμένε που αγανακτείς και θυμώνεις μετά τη δουλειά αφού υπηρετήσεις τη μισθωτή σου σκλαβιά.

Δευτέρα, 15 Σεπτεμβρίου 2014

CÉSAR CANTONI




ΕΛΕΓΕΙΑ ΣΤΟ ΛΕΟΝΤΟΧΡΩΜΟ ΠΟΤΑΜΙ


    Πρωτότοκη εσύ θυγατέρα του λαμπρού Λα Πλάτα

    προς τα’ ανατολικά σου βλέπεις ήλιον ανοιγμένο,

    ενώ στα ουράνιά σου ρείθρα ιδού συσπειρωμένο

    κυλάει το μεγάλο λεοντόχρωμο ποτάμι.

        Λεοπόλδο Λουγόνες, Στο Μπουένος Άιρες



1. ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΕΝΑΝ ΠΑΛΛΑΜΠΡΟ ΟΥΡΑΝΟ



Κάτω από έναν πάλλαμπρο ουρανό ο ποταμός αργοσέρνεται.

Και σπρώχνει η παλίρροια πάνω νερά ‑ κάτω νερά στις όχθες,

όπου η άμμος, μαύρη απ’ το πετρέλαιο,

βρωμάει πετρελαιίλα, ζέχνει ψόφια ψάρια.

Μέρα ζεστή, την πολιορκούνε μύγες.

Αγόρια με τατουάζ στο κορμί και κορίτσια με μπικίνι

κάνουν ηλιοθεραπεία σε κάτι νησίδες λιγδιάρικες.



2. ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΑ ΓΥΡΩ ΠΕΡΙΧΩΡΑ



Έρχονται από τα γύρω περίχωρα και κατασκηνώνουν δίπλα

  στο ποτάμι.

Κουβαλούν σακίδια με τρόφιμα, ένα ράδιο, μιαν ομπρέλα

  για τον ήλιο.

Διασκεδάζουν ξάπλα στην άμμο με ανέκδοτα

ξεφυλλίζοντας τσαλακωμένα περιοδικά ή παίζοντας χαρτιά.

Ο αέρας είναι ως συνήθως βαρύς

και το νερό φαίνεται να βράζει σε λιμνούλες ή μικρούλικα

  ρυάκια.

Όσο ο ήλιος του απογεύματος είναι ακόμα ψηλά,

τα κορίτσια φτιάχνουν τα σάντουιτς, τ’ αγόρια ανοίγουν τις

  μπύρες.

Ύστερα τρώνε, πίνουν, μεθάνε.

Κάποιος ανοίγει το ράδιο, βάζει μουσική·

χορεύουν όλοι με ρυθμό λουσμένοι στον ιδρώτα.



3. ΕΝΑΣ ΣΚΥΛΟΣ ΠΕΡΝΑΕΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΛΑΖ



Σουρουπώνει. Ένας σκύλος περνάει από τη μοναχική πλαζ.

Το νερό αντανακλά στις όχθες τη θλίψη από τις κλαίουσες.

Ψαράδες που ’χανε μπει έφιπποι στον ποταμό

γυρίζουν τώρα με τα δίχτυα τους φίσκα: γλανίδια και

  πέστροφες.

Εξαχνωμένος πάνω από τις στέγες της φτώχειας ο ήλιος

είναι μάτι ψαριού που κάτι ρωτάει τον θεό και περιμένει

  απάντηση.



4. ΙΣΑ-ΙΣΑ ΦΩΤΙΖΕΙ Ο ΠΥΡΣΟΣ ΤΗΣ ΣΕΛΗΝΗΣ



Η νύχτα είναι βαθιά και σκοτεινή μες στο ποτάμι.

Ίσα-ίσα φωτίζει ο πυρσός της σελήνης το ρεύμα.

Μια πιρόγα, φαγωμένη στο πλάι, σαρακιασμένη,

έχασε το δρόμο της και πέφτει συνέχεια πάνω σε κάτι

  σκόπελους.



5. ΜΕ ΑΔΑΜΑΣΤΗ ΛΥΣΣΑ



Πολλές φορές ο ποταμός είναι τέρας τρομερό,

Λεβιάθαν που σφίγγει και συντρίβει ό,τι συναντάει:

ράμπες, πέτρινα αναχώματα, μουχλιασμένες αποβάθρες…

Με αδάμαστη λύσσα ξεριζώνει κολόνες και στύλους,

πνίγει τους δρόμους, πλημμυρίζει των χωρικών τα

  σπιτάκια,

παρασέρνει ζώα, στρώματα, παντόφλες,

τα όνειρα του κόσμου, την ελπίδα…

Στο τέλος μπαίνει χωρίς να βιάζεται στην κοίτη του

και γίνεται ξανά ζώο οικόσιτο.

Και τότε ξερνάει τους πνιγμένους.



6. ΤΙΣ ΗΜΕΡΕΣ ΤΗΣ ΑΙΘΡΙΑΣ



Από εδώ τις ημέρες της αιθρίας

μπορείς να δεις την Κολωνία, μου έλεγε η μητέρα μου.

Κάποιοι διηγούνταν ότι την είδαν. ‘Η πίστευαν ότι την

  είδαν

τόσες φορές που είπαν και ξανάπαν τη φανταστική τους

  ιστορία.

Κολωνία: πόλη σε απόσταση αναπνοής δια του ονείρου

για τον κόσμο τον απλό σ’ αυτές εδώ τις όχθες

που επικοινωνούν με όλα τα θρυλικά λιμάνια.



7. ΤΑ ΠΑΙΔΙΚΑ ΜΟΥ ΧΡΟΝΙΑ ΤΑ ΒΑΦΤΙΣΑ



Τα παιδικά μου χρόνια τα βάφτισα σε τούτο το ποτάμι.

Σ’ αυτόν τον ποταμό αγάπησα μια γυναίκα πιο μεγάλη

  από τον πόθο.

Λες νά ’ναι γι’ αυτό η φωνή μου θολή

σαν τα νερά που ξορκίζουνε τώρα τη μνήμη;


http://alonakitispoiisis.blogspot.com/
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


Σάββατο, 6 Σεπτεμβρίου 2014

Το Πρωτοβρόχι





Σκυμμένοι από το παραθύρι…
Kαι του προσώπου μας οι γύροι
η ίδια μας ήτανε ψυχή.
H συννεφιά, χλωμή σα θειάφι,
θάμπωνε αμπέλι και χωράφι·
ο αγέρας μέσ' από τα δέντρα
με κρύφια βούιζε ταραχή·
η χελιδόνα, με τα στήθη,
γοργή, στη χλόη μπρος-πίσω εχύθη·
κι άξαφνα βρόντησε, και λύθη
κρουνός, χορεύοντα η βροχή!
H σκόνη πήρ' ανάερο δρόμο…
K' εμείς, στων ρουθουνιών τον τρόμο,
στη χωματίλα τη βαριά
τα χείλια ανοίξαμε, σα βρύση
τα σπλάχνα νά μπει να ποτίσει
(όλη είχεν η βροχή ραντίσει
τη διψασμένη μας θωριά,
σαν την ελιά και σαν το φλόμο).
κι ο ένας στ' αλλουνού τον ώμο
ρωτάαμε: "T' είναι πόχει σκίσει
τον αέρα μύρο, όμοιο μελίσσι;
Aπ' τον πευκιά το κουκουνάρι,
ο βάρσαμος ή το θυμάρι,
η αφάνα ή η αλυγαριά;"
Kι άχνισα - τόσα ήταν τα μύρα -
άχνισα κ' έγινα όμοια λύρα,
που χάιδευ' η άσωτη πνοή…
Mου γιόμισ' ο ουρανίσκος γλύκα·
κι ως τη ματιά σου ξαναβρήκα,
όλο μου το αίμα ήταν βοή!…
K' έσκυψ' απάνω από τ' αμπέλι
που εσειόνταν σύφυλλο, το μέλι
και τ' άνθι ακέριο να του πιω·
- βαριά τσαμπιά και οι λογισμοί μου,
βάτοι βαθιοί οι ανασασμοί μου -
κι όπως ανάσαινα, απ' τα μύρα
δε μπόρεια να διαλέξω ποιο!
Mα όλα τα μάζεψα, τα πήρα,
και τά 'πια, ωσάν από τη μοίρα
λύπη απροσδόκητη ή χαρά.
Tά 'πια· κι ως σ' άγγιξα τη ζώνη,
το αίμα μου γίνηκεν αηδόνι,
κι ως τα πολύτρεχα νερά!…


Τετάρτη, 3 Σεπτεμβρίου 2014

ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΓΙΑ ΜΑΣ ΤΟΥΣ ΠΟΙΗΤΕΣ



Κύριε, τι ανταμοιβή θα δώσεις σε μάς τους ποιητές;
Κοίτα, δεν έχουμε τίποτα, ούτε καν δική μας ζωή·
είμαστε οι αγγελιοφόροι σε κάτι που δεν καταλαβαίνουμε.
Το κορμί μας το καίει μια φλόγα ουράνια·
αν παρατηρούμε, είναι μόνο για να το βγάλουμε σε φωνή.

Δεν μπορούμε να κόψουμε ούτε λουλούδι από ένα φράχτη
για να είναι δικό μας και τίποτ' άλλο παρά δικό μας,
ούτε να κρατηθούμε ήρεμοι εν μέσω των πραγμάτων,
χωρίς σκέψη, να τα απολαύσουμε στην παρουσία τους μόνο.
Ποτέ δεν θα ξέρουμε πώς είναι πραγματικά τα βράδια,
ελευθερωμένη απ' την αγωνία μας η γυμνή ομορφιά τους·
ποτέ δε θα γνωρίσουμε αυτό που είναι μια γυναίκα
στα βαθιά δάση της, όπου πρέπει να μπεις σιωπηλός.
Εσύ δεν μάς έδωσες τον κόσμο για να τον απολαύσουμε,
Εσύ μάς τον πρόσφερες για να τον κάνουμε λέξη.
Και κατόπιν για να έχει η γη φωνή μέσα από μάς
απομείναμε χωρίς αυτήν, με μόνη τη μεγαλοψυχία...

Ήδη βλέπεις ότι μέσα από μάς έχει ήχο η ζωή,
ακριβώς όπως γίνεται απ' τις πέτρες το κρύσταλλο του ποταμού.
Εσύ δεν έφτιαξες τη Δημιουργία σου για να τη βυθίσεις στη σιωπή,
στη σιωπή που δραπετεύει ενός κόσμου που μοχθεί·
για να την ζήσει μόνο, χωρίς να σταματήσει να την παρατηρεί...
Γι αυτό μάς έχεις βάλει στην άκρη του δρόμου
με τη μόνη υποχρέωση να κραυγάζουμε έκθαμβοι.
Σε μας αναπαύεται των ανθρώπων η βιάση.
Γιατί, αν δεν υπήρχαμε, για ποιον θα ήταν τόσα πολλά πράγματα
ανώφελα και όμορφα, που ο Θεός δημιούργησε,
τόσα κόκκινα ηλιοβασιλέματα, και τόσα άκαρπα δέντρα,
και τόσα λουλούδια, και τόσα πουλιά περιπλανώμενα;
Μόνο εμείς νιώθουμε το δώρο σου
και σ' ευγνωμονούμε γι αυτό με φωνές έκστασης.
Εσύ χαμογελάς, Κύριε, νιώθοντας ξεπληρωμένος
με την σύνθλιψή μας από δέος και θαυμασμό.

Αυτό που μάς εξυψώνει μπορεί να είναι δικό σου μόνο.
Μόνο εκείνος που μας δημιούργησε μπορεί να μάς καταστρέψει έτσι
στην αγκαλιά μιας φλόγας τόσο σκληρής και μαγευτικής.

Εσύ που φροντίζεις τα πουλιά που μεταφέρουν το μήνυμά σου,
σώσε στον θάνατο τις κουρασμένες καρδιές μας,
Δώσε τους ειρήνη, αυτή την ειρήνη που στη ζωή τους αρνήθηκες,
Σβήσ' τους τις οδυνηρές, αδυσώπητες σκέψεις.
Εσύ θα μάς δώσεις σε Σένα το Όλο που αναζητάμε·
θα δοθείς σε μάς τους ίδιους, αφού θα σ' έχουμε
για μάς μονο, κι όχι για να σε υμνούμε.


Μετ. Μαριάννα Τζανάκη
http://uperaspisitispoiisis.blogspot.gr/

Κυριακή, 31 Αυγούστου 2014

Μνημόνια έρωτος








Μνημονεύω μνημόνια
έρωτος και βάζω το χέρι
μου στη σχισμένη μου
τσέπη. Αδιόρθωτος, θα
το γυρίσω πάλι στην
ποίηση, θα βάλω στο
μούσκιο την καρδούλα
σου, ερωμένη που χάθηκες
στο υπερπέραν και
παντρεύτηκες χασάπη
εργολάβο ιατρό κι άφησες
αξέσχιστο εμένα στην
υστεροφημία μου, με όση
ανεκπλήρωτη τρομάρα
αντιστοιχεί στη φωνή μου,
με όση ληθαργική έκσταση
αποκοιμίζει το νυχτοφύλακα
σπασμό. Μνημονεύω
μνημόνια έρωτος, σαν
κύκνος μπροστά στο σκιερό
καθρέφτη του θανάτου, τώρα
που ξέπεσα στις τέχνες και
τα γράμματα και το μαύρο
χιούμορ, τώρα που βλάστησα
ξέφρενη τρέλα και απαιτώ
επίδομα αλητείας απ’ το κράτος
και καύλα ασύστολη απ’ την
κυρία υπουργό του τουρισμού,
με τα φοβερά ταγιέρ και το
γαλανόλευκο ζουμάκι με τα
υπέροχα μαλλιαρικά ελληνικά,
τα ξαναμμένα υπερκόσμια
βυζάκια, που φέρνουν ξένους
στους Δελφούς και στην Πυθία.
Τα πλοία της γραμμής που μετα-
φέρουν γαλλιδούλες ώριμες στις
Κυκλάδες, που δεν καταλαβαίνουν
γρι ελληνικά, λογοτεχνία, ποίηση,
αντάρτικο. Χούντα, μεταπολίτευση,
απλήρωτη εργασία.

Πέμπτη, 28 Αυγούστου 2014

Δύο Ποιήματα-Ezra Pound





Ένα κορίτσι

Το δέντρο μπήκε μέσα στα χέρια μου,
Ο χυμός ανέβηκε στα μπράτσα μου,
Το δέντρο μεγάλωσε μέσα στο στήθος μου-
Κάτω,
Τα κλαδιά βλαστάνουν από πάνω μου, σαν μπράτσα.

Δέντρο είσαι,
Βρύο είσαι,
Είσαι βιολέτες, κι από πάνω τους ο άνεμος.
Ένα παιδί – τόσο ψηλό – είσαι,
Κι όλα αυτά είναι μια τρέλα για τον κόσμο!



A Girl
The tree has entered my hands,
The sap has ascended my arms,
The tree has grown in my breast -
Downward,
The branches grow out of me, like arms.

Tree you are,
Moss you are,
You are violets with wind above them.
A child - so high - you are,
And all this is folly to the world.



Αλάβαστρο

Αυτή η κυρία με τη ρόμπα του μπάνιου που
την λέει πενιουάρ,
είναι για την ώρα η φιλενάδα του φίλου μου,
και τα ντελικάτα λευκά πόδια του μικρού λευκού
πεκινουά της
Δεν είναι τόσο ντελικάτα όσο εκείνη,
Κι ούτε ο Γκωτιέ θα περιφρονούσε το κοντράστο
των λευκών
Όπως κάθεται στη μεγάλη πολυθρόνα
Ανάμεσα στα δυο νωθρά κεριά



Albatre

This lady in the white bath-robe which she calls a
peignoir,
Is, for the time being, the mistress of my friend,
And the delicate white feet of her little white dog
Are not more delicate than she is,
Nor would Gautier himself have despised their contrasts
in whiteness
As she sits in the great chair
Between the two indolent candles.


Σάββατο, 23 Αυγούστου 2014

Ψιθυριστά



Δεν αγαπώ τους ανθρώπους που φτύνουν στη σούπα
Δεν αγαπώ τους ανθρώπους που άλλο δεν κάνουν απ’ το να μιλάν
Ή να χαμογελάν
Δεν αγαπώ τους ανθρώπους που γλείφουν τις σελίδες των βιβλίων
Με το πρόσχημα πως τις γυρνάν
Δεν αγαπώ τους ανθρώπους που συνέχεια με ρωτάν
Που έχω σκοπό να περάσω το βράδυ μου

Δεν αγαπώ τους ανθρώπους

Δεν αγαπώ τους ανθρώπους που κλάνουν
Ιδίως όσους κλάνουν διανοητικά
Δεν αγαπώ τους ανθρώπους που ζέχνουνε το σκόρδο
Τους βυρσοδέψες και τους μοναχούς
Τα φράγκα τα σκατά την προθυμία
Δεν αγαπώ τους ανθρώπους που παραπατούν κοιτώντας τις γυναίκες
Κάπως υπερβολικά επιδεικτικά

Δεν αγαπώ τους ανθρώπους

Που υποκρίνονται πως νομοθετούν και κανονίζουν τη ζωή μου
Το χρόνο μου τα γούστα μου τα εκφραστικά μου λάθη
Που ενώ δεν τολμούν να κοροϊδέψουν την ακατάσχετη φλυαρία
Ενός κυρίου του κόσμου με ευγένεια
Βρίσκουν κακή ακόμα και την πιο ταπεινή
Από τις σκέψεις μου
Δεν αγαπώ τους ανθρώπους σας λέω

Δεν αγαπώ τους ανθρώπους

Γιατί είν’ ανυπόφορα περιορισμένοι και χαζοί
Γιατί γευματίζουν και δειπνούν σε προκαθορισμένες ώρες
Από τους γονείς τους γιατί πηγαίνουν στο θέατρο στο σχολείο
Στην επιθεώρηση της δεκάτης τετάρτης Ιουλίου
Γιατί παντρεύονται ταξιδεύουν για το μήνα του μέλιτος
Σπέρνουν νόμιμα παιδιά
Που θα καταχωρηθούν στο ληξιαρχείο την ορισμένη μέρα
Θα γίνουν στρατιώτες πουτάνες κατά παραγγελία
Δημόσιοι υπάλληλοι
Συνοδοί της ανάγκης στα πιο διαφορετικά σαλέ
Γιατί μόλις τελειώσουν όλα αυτά τα ξαναρχίζουν
Γιατί απ’ όλα τ’ ανεγκέφαλα αισθήματα
Το αίσθημα της οικογένειας δεν είναι μονάχα
Το πιο διαδεδομένο μα και το πιο
Αηδιαστικό και μπορώ να σε γαμώ μπορώ να σε χτυπώ
Και παρόλ’ αυτά να είναι τόσο ευγενικό εμπρός παιδιά
Δεν πα να λένε έπειτα
Σκαρώνουν πνευματώδη λόγια και φάρσες
Μαθαίνουν πότε χρειάζεται το παραμύθι πότε το κομπλιμέντο
Διότι όλοι αυτοί οι κουραμπιέδες
Όταν μου τη βιδώνει να μην κάνω τίποτα με τον τρόπο τους
Επιχειρηματολογούν κι εκπλήσσονται
Επειδή τους ξερνάω κατάμουτρα
Επειδή σηκώνω τους ώμους αδιάφορα
Μπροστά στους βόες των γυναικών τους
Στα στεφάνια των κανακάρηδων τους
Στα διαμερίσματα της μπάκας τους
Επειδή εγώ δεν τα ‘χω καλά με το δήμαρχο ούτε με την πατρίδα
Επειδή εγώ δεν κρύβω τον τρόμο που μου προκαλούν
Επειδή

Δεν αγαπώ τους ανθρώπους

Παρασκευή, 22 Αυγούστου 2014

Μεταφυσική



Να με συγχωρέσουν
το φύλλο χωρίς παράθυρο
αυτός ο αναμμένος γάτος στην ταράτσα
ο μπερδεμένος γρύλος
ο ασβέστης των τοίχων
η βασανισμένη σκιά του τελευταίου κομήτη
και ο καθηγητής μου της φιλοσοφίας
νευριασμένος και ψιχαλισμένος απ’ τη βροχή

Αλλά πιο πέρα από ένα απ’ τα φιλιά σου
από εκείνα τα μικρά πουλιά
που ξεπήδησαν πετώντας απ’ τα μάτια σου
απ’ τα πολύ κοντά σου μαλλιά
απ’ την ανιαρή διαμάχη στις συναντήσεις
απ’ τη σκοτεινή μυγδαλιά του στήθους σου
πιο πέρα
δεν υπάρχει η αντικειμενική πραγματικότητα
Μόνο εσύ και η πράσινη ανατριχίλα του τίποτα 

Ο Βίκτορ Ροντρίγκεθ Νούνιεθ (Αβάνα, 1955) είναι ποιητής, κριτικός και μεταφραστής. 
Η μετάφραση δημοσιεύεται για πρώτη φορά.

Μετάφραση: Δημήτρης Αγγελής 

Τρίτη, 19 Αυγούστου 2014

Καθρέφτης



 
Είμαι ασημένιος και σωστός. Χωρίς προκαταλήψεις.
Ό,τι κι αν δω το καταπίνω αμέσως
Έτσι όπως είναι, αθάμπωτο από αγάπη ή απέχθεια.
Δεν είμαι σκληρός, μονάχα ειλικρινής-
Το μάτι ενός μικρού θεού, τετρα-γωνιασμένο.
Τον πιο πολύ καιρό στοχάζομαι στον τοίχο απέναντι.
Είναι ρόδινος, με πιτσιλιές. Τον έχω δει τόσο πολύ
Που λέω ότι είναι μέρος της καρδιάς μου. Μα τρεμολάμπει.
Πρόσωπα και σκοτάδι μας χωρίζουν πάλι και πάλι.
 
Μια λίμνη είμαι τώρα. Μια γυναίκα σκύβει πάνω μου,
Ψάχνοντας στις εκτάσεις μου αυτό που πράγματι είναι.
Στρέφει μετά σ’ αυτούς τους ψεύτες, το φεγγάρι ή τα κεριά.
Βλέπω τη ράχη της, και πιστά την καθρεφτίζω.
Με δάκρυα μ’ ανταμείβει κι ένα τρέμουλο χεριών.
Είμαι γι’ αυτήν σημαντική. Έρχεται και φεύγει.
Κάθε πρωί παίρνει η μορφή της του σκοταδιού τη θέση.
Μέσα μου έχει πνίξει αυτή ένα κορίτσι, και μέσα μου
     μια γριά
Μέρα με τη μέρα ορθώνεται εμπρός της, σαν ψάρι τρομερό.
 
 [απο το: Sylvia Plath, Ποιήματα, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΡΩΠΙΑ]
 

 by BIBLIOTHEQUE