Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Τετάρτη, 26 Απριλίου 2017

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ

Δημήτρης Λιαντίνης, Νικολίτσα Γεωργοπούλου - Λιαντίνη




ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ



(Από την ποιητική του Συλλογή «ΟΙ ΩΡΕΣ ΤΩΝ ΑΣΤΡΩΝ, Αθήνα 2006»)





ΗΡΙΔΑΝΟΣ



Ποτάμι στον οὐρανό σέ τύλιξε καί σέ μαστιγώνει.

Τί νά γίνεται τάχατες στό Αἰγαῖο!

Ἀστράφτει ἀκόμα ἡ γύμνια τῆς θάλασσας;

Κελαϊδοῦν τά πουλιά στίς πράσινες δεντροστοιχίες τῶν βυθῶν;

Ποιός παίρνει τήν αρμύρα τῆς δίψας σου μέ δύο φτερά

στούς ὁρίζοντες,

μέ μία χαρούμενη φρίκη στά πυρωμένα μπράτσα τοῦ ἥλιου

καί τή φέρνει ὡς ἐδῶ

στῶν δασῶν τήν ὀμίχλη καί τό μουρμουρητό τοῦ ξένου.

Στή Νάξο, πέρα κεῖ στίς ἀλαργινές γειτονιές τῶν χρωμάτων,

σούς ἀτελείωτους δρόμους τῆς θάλασσας καί τῆς θύμισης.

Νοιώθω τή φτέρνα σου γυμνή ἀπάνου στήν καυτή ἄμμο

πού κάτωθέ της γλυστράει καί φεύγει

καθώς ὁ μαΐστρος στό χνοῦδι τοῦ χεριοῦ σου.

Ἕνα θρόϊσμα μνήμης στό ζαλισμένο κοχύλι τῶν αὐτιῶν σου.

Βλέπω ἀέρινη τή σιλουέττα σου μέ κινήματα θεληματικά

νά χωνεύει στό πύρωμα τοῦ μεσημεριοῦ

ὅπως τό κρύο νερό λυώνει καί λύνεται στήν ἀγκαλιά τοῦ ἥλιου.

Περπατᾶς στά βήματα τῆς παλιᾶς Ἀριάδνης

μέ τήν ἀναμονή πού ὅλο καί πιό βαθειά σέ κυριεύει.

Συντροφιασμένη τήν ἀπουσία τοῦ ἀναμενόμενου θεοῦ.

Ἐκείνου τοῦ κισσοστεφανωμένου ἀλήτη

πού ἔφτασε κάποτε νά σ’ ἀνεβάσει στ’ ἀστέρι.

Καί νά μιλήσει μαζί σου στά μεθυσμένα χαλίκια τοῦ

καλοκαιριοῦ. Στά κεντητά σπαθάκια τῶν πεύκων.

Ὕστερα σέ δίπλωσε ὁ λεβάντες στό σπειρωτό

χιτῶνα τῆς βιάσης του και σ’ ἔφερε ὡς τήν Κέρκυρα.

Ἀξεδίψαστη πάντα

δακρυσμένη ἀνάμεσα σέ χίλια εὐλογημένα χαμόγελα.

Ἐδῶ ἦταν πού μέ πρόφταξες νά σέ καρτερῶ

’ακουμπισμένος στή ράχη τοῦ σούρουπου. Κρατώντας στά χέρια

τόν ἥσυχο περίπατο τῶν πορτοκαλιῶν καί δέκα ἐλεγεῖα βροχῆς.

Μέ βρῆκες καί μέ κράτησες νά σοῦ μιλῶ μέ τίς ὧρες

τήν πικρή ἱστορία τπων βοσκῶν. Ἄκουσε τά βήματα τοῦ θεοῦ,

τά περιστέρια πού πετοῦν πιό ψηλά ἀπ’ τόν τρόμο τους

καί τό πολύ κανόνισμα στά κάστρα τοῦ θανάτου.

Νυχτοφυλακίες, τοῦ σπουργίτη σύνεση, ρεσάλτα τῶν ἀνέμων.

Τριγυρίζεις δίπλα μου μέ σκισμένο τό γέλιο σου

μέ τό ροῦχο σου πάνω ἀπ’ τά γόνατα

καθώς οἱ ἀρχαῖες νύφες, πού σκηνώναν στίς πηγές τῶν νερῶν

καί τραγουδοῦσαν.

Ἔτσι συντελεῖς τό θάμα τῆς μεταμόρφωσης.

Καί γίνεται ὁ ἄλικος πόθος κίνηση στά μακρυά σου δάχτυλα.

Φωνή στό μουσικό σου ξύλο. Καθισμένη σέ βλέπω νά παίζεις

νά μερεύεις τ’ ἀγρίμια καί νά ξαγριεύεις τά ζώδια.

Ὕστερα ἀποκοιμίζεις τόν Ὕπνο στίς ἀνοιχτές σου παλάμες.

Ὥρα πού οἱ καταρράχτες τῆς νύχτας

γίνονται σιωπηλοί γαλαξίες.



Το ποίημα ΗΡΙΔΑΝΟΣ από την ποιητική του Συλλογή «ΟΙ ΩΡΕΣ ΤΩΝ ΑΣΤΡΩΝ" του καθηγητή Δημήτρη Λιαντίνηδημοσιεύεται στο δικτυακό τόπο τοβιβλίο.net κατόπιν αδείας της συζύγου του και καθηγήτριας φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Αθηνών Νικολίτσας Γεωργοπούλου - Λιαντίνη, η οποία είναι κάτοχος των πνευματικών δικαιωμάτων. Περισσότερα για τον Δημήτρη Λιαντίνη μπορείτε να βρείτε στην επίσημη ιστοσελίδα liantinis.gr.




https://tovivlio.net/%CE%97%CE%A1%CE%99%CE%94%CE%91%CE%9D%CE%9F%CE%A3/

Δευτέρα, 24 Απριλίου 2017

"Λέξεις"



Να είστε προσεκτικοί με τις λεξεις,
Ακόμα και με τις θαυμαστές.
Για τις θαυμαστές βάζουμε τα δυνατά μας.
Μερικές φορές μαζεύονται σαν έντομα
Κι αφήνουν όχι ένα κεντρί αλλά ένα φιλί.
Μπορούν να είναι τόσο καλές όσο τα δάχτυλα.
Μπορούν να είναι τόσο πιστές όσο ο βράχος
Που πάνω του στρογγυλοκάθεσαι.
Αλλά μπορούν να είναι και μαργαρίτες και μελανιές.
Ωστόσο είμαι ερωτευμένη με τις λέξεις.
Είναι περιστέρια που αποσπώνται απ' το ταβάνι.
Είναι έξι ιερά πορτοκάλια καθισμένα στα γόνατά μου.
Είναι τα δέντρα, τα πόδια του καλοκαιριού,
ΚΙ ο ήλιος, το παθιασμένο του πρόσωπο.
Ωστόσο συχνά με απογοητεύουν.
Έχω τόσα πολλά που θέλω να πω,
Τόσες πολλές ιστορίες, εικόνες αποφθέγματα, κ.τ.λ.
Αλλά οι λέξεις δεν είναι αρκετά καλές,
Οι λανθασμένες με φιλάνε.
Μερικές φορές πετώ σαν ένας αετός
Αλλά με τις φτερούγες του τρωγλοδύτη.
Όμως προσπαθώ να τις φροντίζω
Και να είμαι ευγενική μαζί τους.
Οι λέξεις και τ' αυγά πρέπει να χειρίζονται προσεχτικά:
Μια φορά αν σπάσουν, είναι πράγματα
Που είναι αδύνατον να επισκευαστούν.


(μετάφραση, Κώστας Λιννός)

Κυριακή, 23 Απριλίου 2017

ΤΟΝ ΑΕΡΑ ΘΥΜΑΜΑΙ




Στον θλιμμένο άνεμο (λεπτό κοράλλι λεπτότατο)
τα φώτα τσακίζει το βράδυ
και από ’να έρημο τραγούδι αδειάζει όλος ο κόλπος:
σε βάρκες νεκρές
γέρνουν ήρεμα όλοι οι ίσκιοι
όπως σελήνη εσπερινή στις στέγες πάνω
που αργά-αργά φωτίζεται, ενώ μια οσμή
κάμαρας ψυχρής γελά στον διάφανο χειμώνα.

Νύχτα με φεγγάρι στ’ οκνηρό κατρακυλάει τ’ όνειρο
και μες στη μνήμη σοβατίζει άσπρους
δρόμους απόμακρους – στη γαλήνη μέσα ανοίγουν
τα απολωλότα ουράνια.
Στα τζάμια
κρούει ο γιαλός στροφές αρμονικές
και αναβλύζει σε μοιρολόγια παρατημένα στα βάθη –
στης νύχτας τα βάθη της θαλασσινής.

Φαντάζομαι θάνατο να μυρίζει στα χορτάρια
και να μουρμουράει στον ύπνο·
τη χλιαρή άμμο εικάζω της ανατολής σε ώρες
ηρεμίας μεγάλης στη θάλασσα.
Από χιόνι ροδαλό και εκ νεκρών αναστημένο
περνάει ο κόλπος στον καπνό του ηφαιστείου,
στην ανάμνηση του αέρα, και φαίνεται ήχος νά ’ναι
και γυαλένιος φιόγκος η αυγή από μακριά σαν την κοιτάζεις.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


Σάββατο, 22 Απριλίου 2017

Andrew McMillan






[πρωὶ]

ἡ νύχτα συννεφιάζει
δέντρα ρίχνουν τὴ σκιά τους στὸ νυχτερινὸ τραῖνο
τὸ Μάντσεστερ μᾶς πλησιάζει ὅλο καὶ μεγαλύτερο

ἡ νύχτα βρέχει
πεδιάδες ἁπλώνονται ἀκίνητες
κάνε σὰν νὰ μὴν περιμένεις τίποτε

ἡ νύχτα λάμπει μόνο γιὰ λίγο
ἄγρια δέντρα ἀγκαλιάζουν τὸ ἄδειο σπίτι
τὰ γενέθλια τῶν νεκρῶν γίνονται ἀνάρμοστα

ἡ νύχτα δὲν συννεφιάζει τελικὰ ἡ νύχτα θάβει τὸν ἑαυτό της





[ἀποκαλύψεις]

ὅλοι οἱ καινούριοι ποὺ ἐρωτευόσουν κάθε φορὰ
ἦταν σὰν νὰ ἐρωτευόσουν ξανὰ τὸν πρῶτο σου
μπορεῖ νὰ εἶχαν πιὸ κοντὰ ἢ βαμμένα μαλλιὰ ἢ παραπάνω κιλὰ
ἀλλὰ ὅπως κάποιοι ταπεινοὶ ἅγιοι ποὺ μετατρέπουν
τὴ λατρεία ἑνὸς ἀνώνυμου θεοῦ σὲ κάτι πιστευτό, ἔτσι κι αὐτοὶ ἄνοιγαν
ἕνα παράθυρο κι ἔβλεπες τὸν πρῶτο σου ἐραστὴ κι ὅταν τοὺς φώναζες
ἐκεῖνον φώναζες καὶ τοῦ ζητοῦσες νὰ προκαλέσει αὐτὸ ποὺ οἱ πιστοὶ
ἀποκαλοῦν ἔλευση τῆς χάριτος καὶ ἂν ποτὲ ἐρχόταν
ἡ συμφιλίωση
θὰ χάνονταν τὰ ἄλλα πρόσωπα θὰ ἐμφανιζόταν τὸ δικό του
τὸ πρόσωπο τοῦ ἔρωτα ποὺ σὲ ἔκανε νὰ κλάψεις
τοῦ Ἁγίου Γκάβιν τοῦ Ἁγίου Τζὲντ τοῦ Ἁγίου Ἀγνώστου
στὴ γκαρσονιέρα στὸ Μάντσεστερ ἦταν ἁπτὴ ἡ παρουσία του
ἦταν τὰ βιβλία μὲ τὰ ὁποῖα γέμιζες τὰ κενὰ
τῆς ἀπουσίας του τὰ βιβλία ποὺ ἦταν γεμάτα ἀπὸ ἱστορίες
ποὺ ἦταν ἡ δική σου ἱστορία
που εἶναι πάντα ἡ ἱστορία τοῦ ἄντρα ποὺ ἔφυγε
καὶ ἐκείνου ποὺ ὀφείλει νὰ περιμένει τὴν ἐπιστροφή του





[τελικὰ]

θὰ ἔρθει μιὰ μέρα ποὺ
θὰ σὲ ξυπνήσει τὸ ξυλόφωνο
ποὺ παίζουν οἱ μισόκλειστες γρίλλιες
καὶ θὰ καταλάβεις

πὼς ἡ παραλία δὲν ἦταν ὁ τόπος
ὅπου τ᾽ ἄλογα σκίζανε κομμάτια
τὴν ἄμμο

πὼς τὸ ἄρωμά του ἔχει σβήσει
κι ἀπὸ τὸ τελευταῖο σεντόνι
πὼς δὲν θὰ ξανάρθει

πὼς δὲν ἔχει βρέξει
κι ἂς προσποιοῦνται τὰ πουλιὰ πὼς ἔβρεξε
γιὰ νὰ μπορέσουν νὰ κελαηδήσουν














[πνιγμὸς]

ἔτσι δὲν πρέπει νὰ κάνεις ὅταν εἶσαι πραγματικὰ καλός;
νὰ ἐξωθεῖς τὸ σῶμα σου ὣς τὸ σημεῖο ὅπου
σχεδὸν διαλύεται καὶ νὰ ἐπιστρέφεις
μὲ ἀποκαταστημένη τὴν πίστη σου
στὸ θαῦμα ποὺ ἀποτελεῖ
ὁ εὔθραυστος ἑαυτός σου
τὴ νύχτα ποὺ σχεδὸν σὲ χώρισα
μὲ ἔφεραν πίσω οἱ λυγμοί σου
μιλήσαμε ὥσπου νὰ τὰ ξαναβροῦμε
καὶ τὴν ἄλλη μέρα μὲ τὸ χέρι σου σφιγμένο ἀκόμη
γύρω ἀπ᾽ τὸ λαιμό μου κατάλαβα πὼς ἀγωνιζόμουν
νὰ καταπιῶ κάθε γουλιὰ
ἦταν ἕνας ἄθλος μοῦ ἀποκαλύφθηκε
ἡ μηχανικὴ τοῦ ἴδιου τοῦ ὀργανισμοῦ μου
εἶχα ἐπίγνωση ἐσωτερικῶν λειτουργιῶν ποὺ συνήθως
δὲν ἀντιλαμβάνεται κανεὶς
ἀφοῦ τὸ χέρι σου ἔσφιξε τὸ λαιμό μου
ἔμαθα τὴν ἡδονὴ νὰ ἔχει κανεὶς
δυνατότητες ποὺ ποτὲ
δὲν ἀξιοποιοῦνται ἐντελῶς σχεδὸν σὰν νὰ ἔχει διαλυθεῖ κανεὶς
σχεδὸν σὰν νὰ πεθαίνει κανεὶς ἀλλὰ νὰ ἀποφασίζει
τὴν τελευταία στιγμὴ νὰ προσπαθήσει πιὸ σκληρὰ

http://www.bibliotheque.gr/article/63181

Δευτέρα, 17 Απριλίου 2017

ΑΓΡΥΠΝÍΑ ΜΕ ΦΟΛΙΔΕΣ





Ένα ψάρι διασχίζει κάθε βράδυ τον ύπνο μου
Και ανοίγει μια σήραγγα λιβανωτού στα μαξιλάρια,
Πάνω στο γυαλί που είναι δέρμα, που κόβει τον αέρα·
Ανοιγοκλείνει μετά τα βλέφαρά του και ακούει: τα νερά
με κυκλώνουν
Από τον έναν ίσαμε τον άλλο τοίχο νιώθω που τρέμουν
τα κρυστάλλινα φύλλα τους.


Είναι όλα εδώ; Απάντα μου! Κύμα της κοιλιάς
Σκοτεινό, σημάδια που σκιτσάρει κάποιοι κάπου πέρα εκεί
στο βάθος
Σα σφήνες του ίδιου πάντοτε καθρέφτη
Αν βγαίνουμε απ’ το ψάρι, από τα κόκαλο που ζεματάει
Που λυγίζει για ν’ ανοίξει μες στ’ αγκάθια του, αν δεν
υπάρχει πουθενά έλεος
Αν τα δίχτυα περνούν απ’ τη λιμνούλα μέρα με τη μέρα,
Πού είναι τότε τα μάτια που μας κοιτάζουν;… πού η ρίζα
Τούτου του θρήνου;… η θράκα της αγρυπνίας στα βράγχια
Που φουσκώνουν, μακραίνουν, γυρεύουνε νά ’βρουν
κάποιο μέταλλο ψυχρό επί τέλους;

Από τούτη τη χώρα που θρηνώντας αναρριχάται στους
ξερούς
Τοίχους της μέρας και οι εβδομάδες έρχονται να
παραλάβουν από μένα τις φολίδες,
Ανασηκώνομαι μέσ’ απ’ τις πληγές, γυρεύω φίλους
Που δεν υπάρχουν, που έχουνε γίνει σκόνη αλεσμένη
απ’ τη βροχή,
Ζυγίζω κάθε κομμάτι χωριστά, ζυγίζω κάθε μερίδα
της ψυχής που θυμάμαι.

Είσ’ εκεί; Ρωτάω. Είσ’ εκεί; Αόρατες
Χτυπούν οι βελόνες στον αργαλειό τον διψασμένο
Της εικόνας, σπάζουν και τα γυαλιά, σκληραίνουν
Πάνω στην ουλή του ρεύματος. Βλέπω δάκρυα να
στέφουν
Την τελική όψη, το ψάρι που επιστρέφει κάθε βράδυ
ματωμένο
Που ανασαίνει στο μαξιλάρι μου, που καίει μέσα
στο οξυγόνο μου
Κι έπειτα ξυπνάει…
Ύστερ’ από το γυαλί είμαι μόνος,
Ίσως σε κάποιο άλλο όνειρο μέσα, και συνέχεια
μόνος μου φωνάζω.




Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Πέμπτη, 13 Απριλίου 2017

-«Τίποτα δεν αγγίζει τις απριλιάτικες βιολέτες; τίποτα-: μονάχα ο ακάνθινος Ιησούς.»


«Χάθηκε αυτός ο οδοιπόρος.
Είχε συνάξει λίγα φύλλα
ένα κλαδί γεμάτο φως
είχε πονέσει.
Και τώρα χάθηκε…
Αγγίζοντας αληθινά πουλιά στο έρεβος
αγγίζει νέους ουρανούς
η προσευχή του μάχη.
Έαρ μικρό έαρ βαθύ έαρ συντετριμμένο.»


«
Με τι βιασύνη προχωρεί ο Ιησούς εφέτος
προς την Ανάσταση
παραμερίζει πανέρια τεράστια
γιομάτα βιολέτες
σπρώχνει τους αέναους παπάδες
τινάζει νευρικά προς τα πίσω τη μαλλούρα του
το γεγονός είναι ολοφάνερο: βαρέθηκε».

-«Τίποτα δεν αγγίζει τις απριλιάτικες βιολέτες; τίποτα-: μονάχα ο ακάνθινος Ιησούς.»
 
 
Το άφθαρτο ξύλο: Ο σταυρός είναι δυο επιθυμίες. Η μια επιθυμία που ερωτεύτηκε τα ουράνια σμίγει και σταυρώνεται με την επιθυμία καθώς διασχίζει τη γη. Κι ο Χριστός στο Έαρ Σταυρωμένος.» 
 
 
 
 
(Ν. Καρούζος, Ποιήματα Α’ και Β’)
 http://apotipomata.com/index.php/2017/04/13/ihsous-karouzou-nikou/

Δευτέρα, 10 Απριλίου 2017

ΚΑΜΙΑ ΦΟΡΑ ΞΕΧΝΩ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ



Καμιά φορά ξεχνώ την αγάπη
όπως ξεχνώ και το χέρι μου.
Μόνο τούτα τα δύο μπορούν να πιάσουν τον κόσμο
να τον βάλουνε μπροστά μου
να μπορώ να τον αγγίζω,
δεν μου θυμίζουν όμως και τί ακριβώς κάνουνε.


Το να ξεχνάω την αγάπη και το χέρι μου
μου επιτρέπει να θυμάμαι τα πράγματα
μα και τον εαυτό μου.
Αν αντιθέτως ξέχναγα τα πάντα
δεν θα ξεχνούσα
ούτε το χέρι μου ούτε την αγάπη.

Επίσης ζω σημαίνει ξεχνάω ότι ζούμε.
Και αγαπώ ξεχνώ ότι αγαπάμε.


Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Κυριακή, 9 Απριλίου 2017

«Πάσχα των Ελλήνων»


mantis10.4.17
fav_separator
Ψυχή, που, κι αλαφρότερηαπό αφημένο μήλο,
στα μπλαβά απάνω κύματα, γαλήνια τώρα, πλες
σαν το νησί π’ αρμένιζε μονάχο, η άγια Δήλο∙
Ψυχή, που θείες σε ζώσανε δυνάμεις σιωπηλές,
στο μυστικόν ολάκερη μαγνήτη γυρισμένη,
πέρ’ απ’ των πάγων τα βουνά, το ξέρεις, μαντική,
των υπερβόρειων η χαρά παρθένων σε προσμένει,
των κύκνων των χιονοφώτων η δόξα, η Μουσική.
Όση μας έμεινε πνοή, την κυβερνάει μια τάξη∙
Όλος μας γίνη ο κάματος αθάνατη θροφή∙
Κι ως το σκουλήκι, ολάκερο π’ αδειάζει απ’ το μετάξι,
την άξιαν ετοιμάζοντας στο σώμα του ταφή,
δε μας εμόλεψε καημός η σάρκα αν θα βαστάξει∙
αλλ’ ως την επλημμύρισε του απέραντου η αφή
και πόνεσε και πάσχισεν ακέρια να πετάξει,
α, ποια λαχτάρα αμίλητη την έτρωε και κρυφή!
Κανένας πια το σύντροφο δε δύνονταν να κρίνει∙
τι, σμίγοντας τα πρόσωπα στους δείπνους τη βραδιά,
τα πρόσωπά μας έφεγγαν ως φέγγουν όμοιοι οι κρίνοι,
κι ως από μιαν ανέβαινεν η ανάσα μας καρδιά.
«Ποιος αύριον» ελογιάζαμε βουβοί «θε να προστάξει;»
«Τίνος ο πόνος, άμετρος, στο πέλαο θα στραφεί;»
«Το δοιάκι ποιος, στον άδηλον αγώνα, θα βαστάξει;»
Κι όλων τα μάτια ελέγανε, κρυφά: «Εγώ, αδερφοί!»
Χαράζει τάχα, ω σύντροφοι, μπροστά μας, ή βραδιάζει;
Το φως που μπήκαμε έμοιασε βαθύ, παντοτινό∙
κι όλη μας νιώθουμε η καρδιά σα μια σπονδή ν’ αδειάζει,
από κρατήρα ατίμητο, μπροστά στον ουρανό.
[Απόσπασμα από την ενότητα «Το τραγούδι των Αργοναυτών»]
Το«Πάσχα των Ελλήνων» είναι μια εκτενέστατη ποιητική σύνθεση με την οποία ο Άγγελος Σικελιανός επιχείρησε να συνδέσει τα σύμβολα της χριστιανικής θρησκείας με αυτά της αρχαιοελληνικής. Ο ίδιος ο ποιητής είχε αναφέρει τα εξής σχετικά με τον τίτλο του ποιήματος: «Με τον τίτλο «Πάσχα των Ελλήνων» δεν εννοούσα τίποτα εθνικιστικό, όπως άστοχα νομίσανε πολλοί, αλλά το Πνευματικό εκείνο Πάσχα του Ηλιακού και του παγκόσμιου -τέλεια πλέον ωριμασμένου στην εποχή μας- Λόγου, στον οποίον η Ελλάδα δικαιούνταν να καλέσει μια ώρα όλους τους λαούς της γης.»
«Ψυχή, που, κι αλαφρότερη από αφημένο μήλο,
στα μπλαβά απάνω κύματα, γαλήνια τώρα, πλες
σαν το νησί π’ αρμένιζε μονάχο, η άγια Δήλο∙»
Ο ποιητής προσφωνεί την ψυχή -τη συλλογική ψυχή των Αργοναυτών- που έχοντας βιώσει τις δοκιμασίες του ταξιδιού κι έχοντας αντλήσει από αυτές πρωτόγνωρη δύναμη είναι έτοιμη πια να ξεπεράσει την ατομικότητά της και να αφεθεί στη λυτρωτική συνένωση με την ψυχή του άλλου∙ του συντρόφου. Εξαγνισμένη και αποδεσμευμένη από τη δύναμη του φόβου, η Ψυχή πλέει τώρα απολύτως γαλήνια πάνω στα σκούρα κύματα, όπως θα έπλεε ένα μήλο που παρασύρεται από τη δύναμη του νερού, χωρίς το ίδιο να έχει καμία ανησυχία για το που οδηγείται, αφού τίποτε δεν κλονίζει την εμπιστοσύνη του στη γνώση και την πρόνοια της φύσης.
Η Ψυχή πλέει γαλήνια, όπως αρμένιζε άλλοτε μονάχο του το άγιο νησί της Δήλου∙ το νησί που δέχτηκε πάνω του τη γέννηση του Απόλλωνα, του θεού του φωτός, της μουσικής και της μαντικής τέχνης. Μια παρομοίωση ιδιαίτερης νοηματικής σημασίας για το ποίημα, εφόσον το ταξίδι των Αργοναυτών αποκτά εδώ ως απώτερο προορισμό του τη μυθική χώρα των Υπερβόρειων, απ’ όπου αντλούσε την καταγωγή του ο Απόλλωνας και όπου, σύμφωνα με την παράδοση, κατέφευγε συχνά. Είναι, άλλωστε, σημαντικό να ληφθεί υπόψη πως ο Σικελιανός επιχειρεί να συνδέσει την παλιά με τη νέα θρησκεία, αναζητώντας τα στοιχεία εκείνα που διατρέχουν διαχρονικά το θρησκευτικό αίσθημα των ανθρώπων.
Ο ίδιος ο Σικελιανός είχε σημειώσει σχετικά: «Το «Πάσχα των Ελλήνων» είναι η πρώτη αυθόρμητή μου απόπειρα, λοιπόν, καθολικής μου, μ’ ένα τρόπο, επαφής με το θρησκευτικό αυτό «υποσυνείδητο» -και που μονάχα ως τέτοιο εγκλείει ακόμα για τον άνθρωπο μια αιώνια σημασία- κι όπως το εκφράζονταν για μένα τότε, όχι το δόγμα ή η οργάνωση, αλλά ο γνήσιος Μύθος του Χριστιανισμού. Μύθος που οι ρίζες του βυθίζονται στην ιστορία ολόκληρης της Ανθρωπότητας: μες σε όλες ανεξαίρετα τις τραγικές της περιπέτειες, μες σ’ όλο της τον προαιώνιο πόνο, και μες σ’ όλη τη βαθύτερην ελπίδα της κι απαντοχή.»
«Ψυχή, που θείες σε ζώσανε δυνάμεις σιωπηλές,
στο μυστικόν ολάκερη μαγνήτη γυρισμένη,
πέρ’ απ’ των πάγων τα βουνά, το ξέρεις, μαντική,
των υπερβόρειων η χαρά παρθένων σε προσμένει,
των κύκνων των χιονοφώτων η δόξα, η Μουσική.»
Η Ψυχή περνά τη δοκιμασία του ταξιδιού -τη δοκιμασία της ζωής- διατηρώντας την εσωτερική της γαλήνη, διότι συναισθάνεται και προμαντεύει την ύπαρξη μιας επάξιας ανταμοιβής για τους κόπους και τις οδύνες της. Έχει, έτσι, στραφεί προς το μυστικό εκείνο μαγνήτη, που της υποδεικνύει τον τελικό της προορισμό, όπου θα γευτεί όλα τα δώρα του Απόλλωνα. Πέρα από τα βουνά των πάγων, εκεί που βρίσκεται η χώρα των Υπερβόρειων, η ψυχή θα βιώσει εκ νέου τη χαρά της αγνότητας και θα ευφρανθεί με τα θεσπέσια άσματα των κύκνων -των ιερών πτηνών του Απόλλωνα- πλήρως δοσμένη στη λυτρωτική δύναμη της Μουσικής.
Η Ψυχή θα λάβει στο τέλος του ταξιδιού την ανταμοιβή της, βιώνοντας μια εξιδανικευμένη κατάσταση ευδαιμονίας, η οποία μας παραπέμπει τόσο στις Νήσους των Μακάρων, της αρχαιοελληνικής μυθολογίας, όπου μετέβαιναν οι ψυχές των ηρώων, όσο και στον Παράδεισο της χριστιανικής -αλλά και της ισλαμικής- θρησκείας, όπου θα εγκατασταθούν οι ψυχές των πιστών μετά θάνατον. Πρόκειται για μια ισχυρή προσδοκία δικαίωσης που διατρέχει διαχρονικά την ανθρώπινη σκέψη και προσφέρει δύναμη κι απαντοχή στους ανθρώπους απέναντι στις ποικίλες δυσκολίες της ζωής.
«Όση μας έμεινε πνοή, την κυβερνάει μια τάξη∙
Όλος μας γίνη ο κάματος αθάνατη θροφή∙
Κι ως το σκουλήκι, ολάκερο π’ αδειάζει απ’ το μετάξι,
την άξιαν ετοιμάζοντας στο σώμα του ταφή,
δε μας εμόλεψε καημός η σάρκα αν θα βαστάξει∙»
Οι Αργοναύτες χάρη στην εμπειρία των αρχικών δοκιμασιών του ταξιδιού τους, έχουν αποκτήσει μια ακλόνητη αίσθηση σκοπού, που προσδίδει πλέον νόημα σε κάθε τους πράξη. Ο σωματικός και πνευματικός κάματος του καθημερινού μόχθου τρέπεται αίφνης μέσα τους σε αθάνατη τροφή που ισχυροποιεί την ψυχή τους και την προετοιμάζει για την επερχόμενη διαδικασία της μετάβασης. Η αίσθηση πως το ταξίδι αυτό είναι κάτι πολύ περισσότερο από μια απλή περιπέτεια∙ η αίσθηση πως ό,τι γίνεται αποτελεί την προετοιμασία της ψυχής για να περάσει πια στον πνευματικό χώρο της δικαίωσής της, ισχυροποιεί τη θέλησή τους και δεν αφήνει καμία σκέψη για το αν μπορεί το σώμα τους ν’ αντέξει τόσους κόπους να μιάνει την πρόθεσή τους να αφοσιωθούν πλήρως σ’ αυτή τους την προσπάθεια. Μάχονται και ξοδεύουν κάθε σωματική τους δύναμη, όπως ο μεταξοσκώληκας παράγει -εξαντλώντας τον ίδιο του τον εαυτό- το μετάξι που θα αποτελέσει τον επάξιο χώρο ταφής του σώματός του.
«αλλ’ ως την επλημμύρισε του απέραντου η αφή
και πόνεσε και πάσχισεν ακέρια να πετάξει,
α, ποια λαχτάρα αμίλητη την έτρωε και κρυφή!»
Η Ψυχή αποκτά μια προνομιακή πρόγευση της ευδαιμονίας που την προσμένει, βιώνοντας τη βαθιά αίσθηση πληρότητας που της προσφέρει η επίγνωση πως σύντομα θα συνενωθεί με τη συνολική ουσία που διατρέχει ολόκληρο το σύμπαν, κι αυτό την εξωθεί να επιδιώξει την πρόωρη απόσπασή της από το σώμα. Η Ψυχή βιώνει μια συγκλονιστική λαχτάρα να αποδεσμευτεί από τη σωματική της υπόσταση και να πετάξει ελεύθερη, καθώς αδημονεί να γνωρίσει την απόλυτη εκείνη ελευθερία που θα της επιτρέψει να γίνει ένα με καθετί γύρω της∙ την απόλυτη εκείνη ελευθερία που θα της επιτρέψει ν’ αγγίξει και να γνωρίσει διαμιάς τον κόσμο στην ολότητά του.
«Κανένας πια το σύντροφο δε δύνονταν να κρίνει∙
τι, σμίγοντας τα πρόσωπα στους δείπνους τη βραδιά,
τα πρόσωπά μας έφεγγαν ως φέγγουν όμοιοι οι κρίνοι,
κι ως από μιαν ανέβαινεν η ανάσα μας καρδιά.»
Η κοινή εμπειρία του ταξιδιού κι η από κοινού αντιμετώπιση όλων των δυσκολιών εδραιώνει μεταξύ των Αργοναυτών μια άρρηκτη σχέση εμπιστοσύνης και αδελφότητας, η οποία προχωρά, μάλιστα, ως το σημείο της πλήρους ταύτισης. Κανένας δεν μπορεί πια να κρίνει το σύντροφό του, αφού όλοι γνωρίζουν και το νιώθουν πως δεν αποτελούν πια μεμονωμένα άτομα, αλλά μία αδιάσπαστη ενότητα. Το βλέπουν, άλλωστε, όταν μαζεύονται τα βράδια για το δείπνο τους, ότι τα πρόσωπά τους φέγγουν όπως φέγγουν όμοιοι μεταξύ τους οι κρίνοι, και το νιώθουν πια πως η ανάσα τους είναι σαν να βγαίνει από μία καρδιά.
Χάρη σ’ αυτό το ταξίδι μύησης που τους οδηγεί από τη βίωση της επίμοχθης καθημερινής προσπάθειας σε μια πρόγευση του θανάτου και στην επίγνωση πως πέρα από τις κοπιώδεις επιδιώξεις της ζωής βρίσκεται ένα κοινό για όλους πέρασμα σε μια άλλη ευδαιμονική πραγματικότητα, οι Αργοναύτες αποκτούν μια συνολικότερη θέαση του ανθρώπινου βίου. Μαθαίνουν να εκτιμούν βαθύτερα την αξία του συντρόφου τους και συνειδητοποιούν πως η πορεία τους στη ζωή δεν χρειάζεται να είναι μοναχική, αφού μέσα από τη συναδέλφωση και την αρμονική συνύπαρξη με τους άλλους, μπορούν να λάβουν κάθε αναγκαίο στήριγμα στην πάλη τους με τις συνεχείς δοκιμασίες που καλούνται να αντιμετωπίσουν.
Η άρση της ατομικότητας δίνεται εδώ ιδιαιτέρως εμφατικά από τον Σικελιανό, κάτι που μας φέρνει στη σκέψη το γεγονός πως όταν το 1918 ο ποιητής ξεκινούσε να συνθέτει το «Πάσχα των Ελλήνων» η Ελλάδα είχε μόλις βγει από την περιπέτεια του Εθνικού Διχασμού -της διένεξης ανάμεσα στον Ελευθέριο Βενιζέλο και τον Κωνσταντίνο Α΄-, που είχε οδηγήσει τη χώρα στη δίνη μιας καταστροφικής διχόνοιας και τις συνέπειες του οποίου θα βίωναν οι πολίτες για αρκετά χρόνια ακόμη. Έτσι, το «Πάσχα (= πέρασμα) των Ελλήνων» λαμβάνει, υπό μία έννοια, μια ακόμη νοηματική διάσταση, αφού τρέπεται στο «Πέρασμα» των Ελλήνων από την οδυνηρή κατάσταση της διχόνοιας και του διχασμού, στη συνειδητοποίηση της αξίας που έχει η συναδέλφωση των ανθρώπων και η αδιαπραγμάτευτη διάθεση για αρμονική συνεργασία και συνύπαρξη.
«Ποιος αύριον» ελογιάζαμε βουβοί «θε να προστάξει;»
«Τίνος ο πόνος, άμετρος, στο πέλαο θα στραφεί;»
«Το δοιάκι ποιος, στον άδηλον αγώνα, θα βαστάξει;»
Κι όλων τα μάτια ελέγανε, κρυφά: «Εγώ, αδερφοί!»
Το ταξίδι των Αργοναυτών -το ταξίδι της ζωής- λειτουργεί τελικά σαν ένα μάθημα ταπεινοφροσύνης και συντροφικότητας. Ο εγωκεντρισμός παραμερίζεται και ο πόνος του άλλου γίνεται αίφνης πόνος κοινός που αντιμετωπίζεται έτσι πιο αποτελεσματικά, αφού τον μοιράζονται όλοι. Καθένας από τους συντρόφους είναι πρόθυμος να αναλάβει δύσκολες ευθύνες για χάρη των άλλων και καθένας είναι πρόθυμος να θυσιάσει την ατομικότητά του προκειμένου να απαλυνθεί η κοινή αγωνία.
Στο ερώτημα ποιος θα επωμιστεί την ευθύνη για την πορεία που ακολουθεί το κοινό τους ταξίδι∙ ποιος θα αντέξει να κρατά το τιμόνι σ’ αυτόν τον ακαθόριστο και σκοτεινό αγώνα που έχουν κληθεί να δώσουν, εμφανίζονται όλοι τους πρόθυμοι να παλέψουν από κοινού, με μια ομοψυχία που γεννήθηκε από τη βαθιά εκτίμηση και αγάπη που απέκτησαν ο ένας για τον άλλον.
«Χαράζει τάχα, ω σύντροφοι, μπροστά μας, ή βραδιάζει;
Το φως που μπήκαμε έμοιασε βαθύ, παντοτινό∙
κι όλη μας νιώθουμε η καρδιά σα μια σπονδή ν’ αδειάζει,
από κρατήρα ατίμητο, μπροστά στον ουρανό.»
Καθώς οι Αργοναύτες προσεγγίζουν το χώρο της κυριαρχίας του Απόλλωνα και περνούν συμβολικά στην περιοχή του θανάτου, ο ποιητής αποδίδει με έξοχο τρόπο την απορία που γεννιέται στην ψυχή τους για το αν τελικά ολοκληρώθηκε το ταξίδι τους ή αν μόλις τώρα ξεκινά γι’ αυτούς μια νέα περιπέτεια. Το φως που τους κυκλώνει μοιάζει αινιγματικά αμφίσημο, όπως το λυκόφως μπορεί να θυμίσει τα χρώματα τ’ ουρανού ακριβώς την ώρα που ξημερώνει. Έτσι, οι Αργοναύτες δεν είναι βέβαιοι για το αν ό,τι αντικρίζουν μπροστά τους είναι το χάραμα μιας νέας ημέρας ή το τέλος μιας άλλης. Το λυκαυγές συγχέεται με το λυκόφως, όπως τα όρια της ζωής συγχέονται εύλογα με τα όρια του θανάτου, αφού το τέλος της ζωής δεν είναι παρά το πέρασμα σε μια άλλη μορφή ύπαρξης∙ παντοτινής και αναλλοίωτης πλέον.
Οι Αργοναύτες αφήνονται σε μια ολόψυχη βίωση του αιώνιου φωτός που κυριαρχεί γύρω τους, νιώθοντας την καρδιά τους ν’ αδειάζει, όπως ακριβώς θα συνέβαινε αν προσέφεραν μια σπονδή στον θεϊκό ουρανό από έναν κρατήρα ανεκτίμητης αξίας. Η αγωνία κι όλος τους ο πόνος, μα κι ο θαυμασμός τους κι η ευγνωμοσύνη τους, όλα τα συναισθήματα που συγκρατούσε για καιρό η καρδιά τους, προσφέρονται τώρα στο γιόρτασμα αυτό του ουράνιου φωτός, που σηματοδοτεί το «πέρασμά» τους σε μια νέα κατάσταση πνευματικής ύπαρξης∙ το πέρασμά τους στο χώρο του Παραδείσου.
*

Ηλιόπετρα .


...
μια ιτιά κρυστάλλινη, μια υδρόεσσα λεύκα,
ένα ανεμοδαρμένο σιντριβάνι,
ένα δέντρο βαθύ που όμως χορεύει,
το πέρασμα ενός ποταμού που ελίσσεται,
μακραίνει, αναποδίζει, αλλάζει κοίτη
και πάντα εκβάλλει:
μία πορεία γαλήνια 
άστρου ή άνοιξης που δεν επείγει,
νερό που με τα βλέφαρα κλεισμένα
όλη τη νύχτα μαντικό αναβλύζει, 
μια ομόφωνη ροή κύμα το κύμα 
ώσπου να κρύψει η τρικυμία τα πάντα,
μια πράσινη επικράτεια δίχως δύση 
όπως η λάμψη η άγρια των φτερούγων
σαν ξεδιπλώνουν στ' ουρανού τη μέση,
μία πορεία ανάμεσα απ' τις λόχμες
των ημερών που θά 'ρθουν κι η μοιραία
λάμψη της δυστυχίας σαν τραγούδι
ενός πουλιού που απολιθώνει δάση
και κείνες οι ευτυχίες απ' το μέλλον
μες στα κλαδιά που ξεθωριάζουν,
ώρες φωτός που ήδη πουλιά ραμφίζουν,
οιωνοί που δραπετεύουν απ' τα χέρια,
μια παρουσία σαν έξαφνο τραγούδι,
σαν άνεμος που τραγουδά στις φλόγες,
δυο μάτια που τον κόσμο μετεωρίζουν
μ' όλα τα πέλαγα και τα βουνά του,
σώμα από φως που φίλτραρε ο αχάτης,
μηροί από φως, κοιλιά από φως, οι κόλποι, 
οι βράχοι του ήλιου, ένα κορμί στο χρώμα
του σύννεφου, στο χρώμα άλτριας μέρας,
η ώρα σπινθηρίζει, παίρνει σώμα,
είναι ορατός στο σώμα σου ήδη ο κόσμος,
διάφανος μες στη διαφάνειά σου [...]
γραφή φωτιάς επάνω στον νεφρίτη,
άνασσα των φιδιών, σχισμή στον βράχο,
στήλη του ατμού, πηγή μέσ' απ' την πέτρα,
αυλή του φεγγαριού, αετοράχη,
σπέρμα γλυκάνισου, θανάτου αγκάθι
ελάχιστο που δίνει αθάνατα άλγη, 
ποιμένισσα κοιλάδων υποβρύχιων,
επόπτρια μες στην κοιλάδα του Άδη,
λιάνα πιασμένη απ' τους γκρεμούς του ιλίγγου,
φυτό που αναρριχάται όλο φαρμάκι,
λουλούδι ανάστασης, ζωής σταφύλι,
κυρά της αστραπής και της φλογέρας,
βραγιά των γιασεμιών, στο τραύμα αλάτι,
μπουκέτο ρόδα στον τουφεκισμένο,
σελήνη της αγχόνης, χιόνι Αυγούστου,
γραφή θαλάσσης πάνω στον βασάλτη,
πάνω στην έρημο η γραφή του ανέμου,
μια διαθήκη του ήλιου, ρόδι, στάχυ,
όψη καμένη, καταφαγωμένη,
όψη εφηβική, κατατρεγμένη,
χρόνια φαντάσματα, κύκλιες ημέρες
που σ' ίδια αυλή οδηγούν, στον ίδιο τοίχο,
καίει η στιγμή, κι είναι μια όψη μόνο
οι όψεις οι διαδοχικές της φλόγας,
ένα όνομα όλα τα ονόματα είναι,
όλα τα πρόσωπα είναι ένα μόνο,
μονάχα μια στιγμή όλοι οι αιώνες,
και πάντα στους αιώνες των αιώνων
θα φράζουν του αύριο την οδό δυο μάτια,
τίποτα εμπρός μου, μια στιγμή μονάχα
ανακτημένη απόψε, ονειρεμένη
πέρ' απ' του ονείρου τις μεικτές εικόνες,
στ' όνειρο επάνω βίαια λαξεμένη,
απ' το μηδέν βγαλμένη αυτής της νύχτας,
με τα δικά μου χέρια αναστημένη
γράμμα το γράμμα, ενώ έξω επείγει ο χρόνος
και της ψυχής μου κρούει σκαιά τις πόρτες
ο κόσμος με ωράριο σαρκοβόρο [...]
▬▬▬▬▬▬▬
Οκτάβιο Πας
31 Μαρτίου 1914 - 19 Απριλίου 1998.



Πέμπτη, 6 Απριλίου 2017

Κέντημα...




Αγέννητη ακόμα
άρχισα να ράβω
αυτό το πάνινο σώμα μου
και σαν απ' το σκοτάδι
ξεπρόβαλλα
άδειασα τη διάφανη ψυχή μου
στο ύφασμα
όπου ιδρωμένη
αγκομαχούσε
η ζωή μου να σχηματιστεί.

Με εκμαίευσα
απ' το κενό της ανυπαρξίας μου
και πλέον
υπάρχω μικρή
μα σταθερή
μ' αυτές τις διαστάσεις μου
απέναντι στο χρόνο
δουλεμένη τόσο
ώστε να μη φοβάμαι
τη φθορά
ή τη συρρίκνωση.

Δε μεγαλώνω πια.
Δεν έχω λόγο να θέλω
η σκιά μου να υψωθεί
πάνω απ' τα πράγματα
μόνο βαθαίνω μέσα μου
κι όσο βαθαίνω
μεγαλώνει το κενό μου
κι αρχίζει πάλι
να μοιάζει
στο αρχικό κενό
της ανυπαρξίας μου
και με κυοφορούν και πάλι
τα σκοτάδια
μα αυτή τη φορά
ράβω με φως το σεντόνι
και το μαξιλάρι
όπου θα ξαπλώσει η μάνα μου
να με γεννήσει ξανά
πιο μικρή
μα πιο βαριά από την πρώτη φορά
σαν το φωνήεν που κατάπιε
η ψυχή μου
στο πρώτο της κλάμα
να περιέχει
το σπαραγμό και την ευτυχία
όλης μου της εργόχειρης
Ύπαρξης.




Παρασκευή, 31 Μαρτίου 2017

Από τη συλλογή ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ. Γιώργος Σεφέρης




Ε'
Δεν τους γνωρίσαμε 
ήταν η ελπίδα στο βάθος που έλεγε
πως τους είχαμε γνωρίσει από μικρά παιδιά.
Τους είδαμε ίσως δυο φορές κι έπειτα πήραν τα καράβια,
φορτία κάρβουνο, φορτία γεννήματα, κι οι φίλοι μας
χαμένοι πίσω από τον ωκεανό παντοτινά.
Η αυγή μας βρίσκει πλάι στην κουρασμένη λάμπα
να γράφουμε αδέξια και με προσπάθεια στο χαρτί
πλεούμενα γοργόνες ή κοχύλια
το απόβραδο κατεβαίνουμε στο ποτάμι
γιατί μας δείχνει το δρόμο προς τη θάλασσα,
και περνούμε τις νύχτες σε υπόγεια που μυρίζουν κατράμι.
Οι φίλοι μας έφυγαν
ίσως να μην τους είδαμε ποτές, ίσως
να τους συναπαντήσαμε όταν ακόμη ο ύπνος
μας έφερνε πολύ κοντά στο κύμα που ανασαίνει
ίσως να τους γυρεύουμε γιατί γυρεύουμε την άλλη ζωή,
πέρα από τ' αγάλματα.



Δευτέρα, 27 Μαρτίου 2017

ΣΕ ΚΑΘΕ ΠΟΡΤΑ ΠΟΥ ΧΤΥΠΑΝΕ



Πρωί Κυριακής. Οι πάστορες
διασχίζουν τους δρόμους της γειτονικής παραγκούπολης
κουβαλώντας τη σωτηρία από σπίτι σε σπίτι.
Σε κάθε πόρτα που χτυπάνε αφήνουν
έντυπα με τη γεωγραφία του ουρανού
και συνταγές προσευχής και ανακούφισης από τις αμαρτίες,
ενώ τα σκυλιά τούς δοκιμάζουνε την κατηγορική τους πίστη.
(Ετούτα είναι η αλήθεια των Γραφών
σε τούτο ’δω το προάστιο του πλανήτη
όπου η φτώχια είναι τιμωρία καθημερινή.)
Μετά, με ήσυχη συνείδηση, με γαλήνη
ότι έχουν διακονήσει τον Κύριο, απομακρύνονται
εν μέσω αναγγελμάτων καταστροφής επικειμένης
και αλυχτημάτων που καθόλου δεν τους εγγυώνται
την επιστροφή τους ποτέ εκεί.


Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
http://alonakitispoiisis.blogspot.gr/

Τετάρτη, 22 Μαρτίου 2017

ΕΙΣ ΤΑ ΠΕΡΙΧΩΡΑ ΤΟΥ ΑΜΣΤΕΛΟΔΑΜΟΥ ΜΕ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΚΑΙ ΠΟΤΑ


Σαστίσαμε εις την νοτιοανατολικήν απόληξι
της ευρωπαϊκής ηπείρου, όταν μάθαμε τα νέα καμώματα
του δεινού εκείνου Γερουνίου Δάισελβλουμ,
ευρωγρουπίου Ηρακλέους και ευπαιδεύτου εργατικού,
που, καθώς διαβάζω,
ήβγε σε ΜΜΕ Αλαμανών τε και Τεδέσκων
και –επί λέξει–
τες χώρες του Νότου κατηγόρησε
ότι εξόδεψαν τα χρήματά τους
σε γυναίκες και ποτά
και έρχονται και ζητούν εκ των υστέρων
από τας χώρας του Βορρά
βοήθεια.
Όχι δεν θέλει να μας πει ο υπέροχος αυτός άνθρωπος
και συνάμα αισθητής
ότι οι χώρες του Νότου πάνε με γυναίκες
ούτε ότι μεθοκοπούν και μπεκρουλιάζουνε, όχι!
Ας μην είμεθα επί τέλους
εδώ κάτου
τόσον κολλημένοι ωσάν τα στρείδια
στο γράμμα το στενό του ρήματος.
Άλλο υπονοούσε ο άνθρωπος – κάτι μετρίως κρυπτικόν! Ότι
οι νότιοι άντρες είναι ακόλαστοι στην κλινοπάλη
και εμμανείς οινόφλυγες, και ότι
του Νότου αι γυναίκες τυγχάνουν εγκρατείς, οικονόμες,
το παράπαν νηφάλιες: νοικοκυροκόριτσα τουτέστιν!
Και ότι βεβαίως
το ακριβώς αντίθετον συμβαίνει εις τον Βορράν: εκεί ζουν
άνδρες χαλκέντεροι στην ηθική, που όχι μόνο δεν μεθάνε,
αλλά και ποτέ τα χείλη τους δεν έβρεξε αλκοόλ,
ενώ οι βόρειες κυρίες γίνονται, με το συμπάθιο κιόλας, τσούλες
(εκτός της κοινώς καλουμένης αιδοιοπροθήκης και)
όποτε κατηφορίζουνε στον Νότο
και πίνουν μια μπυρίτσα, ένα ουζάκι –
έστω και αν αυτός ο Νότος είναι
ένα χιλιόμετρο πιο κάτω από το Μάαστριχτ.
Τον πόνο του ήθελε να πει ο άνθρωπος – τον είπε.
Το ουσιώδες είναι που έσκασε εν Αμστελοδάμω…
Από την υπό διαμόρφωση ποιητική συλλογή μου με τίτλο «Πάει σύννεφο».

Κυριακή, 19 Μαρτίου 2017




[ λιμναίον ]
ήταν τότε που
περπατήσαμε
στη λιμνοθάλασσα
τότε σου είπα
πόσο άκαρδη ήμουν
με κομματιασμένη
καρδιά ζω
σου είπα
κουρελάκια ξεφτισμένα
η καρδιά μου
σαν αυτά
που κρέμονται
απ’ τα μοναχά κλαδιά
στη λάσπη
κι αν θες ν’ αγαπήσεις
γυναίκα
αγάπησε το αιδοίο της
μόνο εκείνο
ξέρει
να ελεημονεί
γ.φ.

Τετάρτη, 15 Μαρτίου 2017

“Ακόμα και σε άκρως «ποιητικές» εποχές, οι γνήσιοι ποιητές ήταν απόκληροι”


Συνέντευξη στην Ελένη Γκίκα //


Με φιλοδοξία του να ενώσει τον Σολωμό με τον Καβάφη, ξεκίνησε να γράφει ποίηση, βραβεύτηκε και ξαναβραβεύτηκε, αγαπήθηκε σαν ποιητής. Με ό,τι κι αν καταπιάστηκε ο Στρατής Πασχάλης, θέατρο, μεταφράσεις, παιδικό, παιδική ποίηση, σεμινάρια ποίησης τώρα στον Ιανό, ένα παραμένει ωστόσο: Ποιητής.
Η Ποίηση είναι πάντοτε το ζητούμενο, πέρα από μόδες, φωνές, εποχές γιατί «Η ποίηση έχει και δεν έχει σχέση με τις εποχές. Ακόμα και σε άκρως «ποιητικές» εποχές, οι γνήσιοι ποιητές ήταν απόκληροι. Γι’ αυτό κι εμένα δεν με ενδιαφέρει καθόλου η σημερινή υποχώρηση του ενδιαφέροντος για την ποίηση. Έχει  συμβεί το ίδιο και στο παρελθόν. Πάντα όμως θα υπάρχουν κάποιοι πρόθυμοι να συναντηθούν μαζί της, ακόμα και σήμερα που η τεχνολογική σκληρότητα σκοτώνει κάθε ευαισθησία, κάθε απόχρωση. Δεν πειράζει. Ο Πλωτίνος έγραφε τις αγγελικές Εννεάδες ενώ γύρω οργίαζε η Ρωμαϊκή παρακμή….»


-Κύριε Πασχάλη, πότε πρωτογράψατε ποίηση; Πρώτο σας βιβλίο η “Ανακτορία” το 1977, σας απασχολούσαν τα ίδια θέματα πάντα, από τότε έως αυτήν εδώ την εποχή;
Ξεκίνησα να γράφω το 1973, μετά από μια τυχαία ανάγνωση στίχων του Σολωμού. Δεν συμβιβάστηκα ποτέ με την ιδέα μιας ποίησης που εκφράζει «βιώματα». Τα βιώματα τα είδα πάντα σαν ενεργειακό υλικό. Σαν καύσιμο, όχι σαν επίκεντρο. Εκείνο που με τράβηξε ήταν η δυνατότητα να φτιάξω μικρά κείμενα από στίχους που δημιουργούν έναν μαγικό «αντικειμενικό» κόσμο πάνω στη σελίδα, και που αυτός ο κόσμος αιφνιδιάζει τον αναγνώστη και τον παρασύρει σε άγνωστες περιοχές, περιοχές της εικόνας και της ονειρικής γλώσσας. Η δική μου ποίηση πάντως δεν είναι μονολιθική. Πρέπει να διαβάσει κανείς όλα μου τα βιβλία για να με καταλάβει, γιατί χαρακτηριστικό μου είναι η αλλαγή. Όσο κι αν τα βασικά γνωρίσματα παραμένουν ίδια, κάθε φορά νιώθω την ανάγκη να πειραματίζομαι με διαφορετικά υλικά. Φιλοδοξία μου όταν άρχισα να γράφω ήταν να ενώσω τον Σολωμό με τον Καβάφη, τις δύο εκ διαμέτρου αντίθετες Σχολές της ελληνικής ποίησης, σε ένα μείγμα. Δεν ξέρω αν το πέτυχα, πάντως νιώθω κάποιες φορές πως ακόμα αυτό προσπαθώ.
          Επίσης, πίστευα πάντα και πιστεύω πως ο ποιητής που εκφράζει μια εποχή μπορεί να μην είναι αυτός που την εκφράζει υπηρετώντας τη θεματική της. Οι καταραμένοι ποιητές στη Γαλλία του 19ου αιώνα ήταν μια περιθωριακή μειονότητα. Ποιος περίμενε πως θα εκφράσουν τόσες γενιές από τότε μέχρι σήμερα. Στην εποχή τους δέσποζαν εντελώς άλλοι ποιητές συγχρονισμένοι με το γούστο της μόδας… Επειδή με ρωτάτε για το σήμερα θα έλεγα πως πράγματι ο κόσμος έχει αλλάξει δραματικά, όμως το αίτημα σήμερα νιώθω πως είναι να ειπωθούν όλα σαν να μην ειπώθηκαν ποτέ. Το αντίθετο απ’ αυτό που ίσως θα υποστήριζε η σημερινή διακειμενική αντίληψη της λογοτεχνίας. Όλες αυτές οι σκέψεις με απασχολούν σ’ ένα βιβλίο που πρόκειται να εκδοθεί σε λίγο καιρό με τίτλο «Ποίηση σε μικρόψυχους καιρούς» από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης.

-Στο μεταξύ, «Ανασκαφή», «Βυσσινιές στο σκοτάδι», «Άνθη του νερού», η μεγάλη ποιητική σύνθεση «Μιχαήλ», «Κωμωδία», «Κοιτάζοντας δάση», «Εποχή παραδείσου» (βραβείο ποίησης περιοδικού «Διαβάζω» 2009), η συγκεντρωτική έκδοση «Στίχοι ενός άλλου: ποιήματα 1977-2002», τι έχει αλλάξει από την πρώτη ως την τελευταία ποιητική συλλογή όσον αφορά τη φόρμα, την αναζήτηση ή την συλλογιστική;
Όπως σας είπα, κάθε φορά το ερέθισμα, ο κόσμος, τα υλικά, η εμπειρία είναι διαφορετικά, αλλά πάντα η ουσία μου είναι ίδια. Λόγου χάρη, στην ποίησή μου υπάρχει και η φύση και η πόλη, και η διάνοια και ο λυρισμός, και η μυστικοπάθεια και η λογική διαφάνεια… Αυτό βέβαια δεν το έκανα εσκεμμένα. Έτσι προκύπτει. Καμιά φορά αισθάνομαι πως ενώ έχω ακόμα και «κατηγορηθεί» ότι γράφω σα να μην άλλαξε τίποτα στον σύγχρονο κόσμο, με την ίδια «γαλήνη» που έγραφε κι ένας  λυρικός άλλης εποχής, ωστόσο η ποίησή μου παρουσιάζει έναν διαρκή και ανήσυχο πειραματισμό. Αφού κάθε συλλογή είναι κάπως σχιζοφρενικά διαφορετική από την προηγούμενη. Ένα μπορώ να πω με σιγουριά : Δεν μου αρέσουν οι μόδες. Ίσως γι’ αυτό ψάχνω την αυθεντικότητα ακόμα και μέσα στην αυτό-αμφισβήτηση και την ανατροπή κάθε δικής μου βεβαιότητας, παραμένοντας ωστόσο κλασικός και ευθύς. Ακόμα κι όταν γίνομαι σιβυλλικός. Αυτό νομίζω είναι μία ελληνική αρετή που την επιδιώκω.
         
-Έχει γραφτεί «Η έκφρασή του χαρακτηρίζεται από μουσικότητα, έντονη μεταφυσική ανησυχία, μυστικιστική υποβολή αλλά και από αμεσότητα και εμμονή στο γνήσιο και το συγκεκριμένο», η ποίηση, η δημιουργία είναι ο προσωπικός μας γρίφος και η προσωπική μας εμμονή; Το ίδιο ψάχνουμε γράφοντας μια ζωή;
Την ποίηση ψάχνουμε.  Η ποίηση είναι πάντα το ζητούμενο. Γιατί δεν αρκεί κανείς να γράφει καλούς στίχους, να πείθει, να έχει αναγνώστες, να βραβεύεται. Θα πρέπει να είναι πολύ κουτός για να νομίζει πως έτσι έχει «καπαρώσει» την ποίηση. Πάντα υπάρχει ένα ποσοστό μέσα μας αβεβαιότητας και ανάγκης να καταπιαστούμε πάλι μαζί της περικυκλώνοντάς την. Το αν εν τέλει την είχαμε αγγίξει, κι είχαμε κάτι διασώσει από αυτήν, δυστυχώς θα κριθεί όταν δεν θα υπάρχουμε. Γιατί βλέπετε είναι άλλο η δεξιότητα στην ποιητική τέχνη, κι άλλο η ειδική αυτή ποιότητα που κάνει μια έκφραση να είναι μοναδική και καταλυτική ποίηση για πάντα. Και δυστυχώς, μόνο αυτή μένει…. Και δυστυχώς αυτό πάντα ζητάμε χωρίς να’ μαστε ποτέ βέβαιοι πως το κατακτήσαμε.

-Η ενασχόλησή σας με το θέατρο έχει αλλάξει κάτι στο ύφος σας όσον αφορά την ποίηση ή την συλλογιστική;
Όχι, καθόλου. Η ενασχόλησή μου με το θέατρο με βοηθά να εκτονώνω τη δημιουργική μου ενέργεια και να νιώθω υγιής κάνοντας κάτι που έχει άμεση απήχηση και λειτουργικότητα. Άλλωστε, τα θεατρικά κείμενά μου, ακόμα και την καθαρή πρόζα, επιμένω να τα μπολιάζω με την ποιητική πνοή.
Το θέατρο άλλωστε είναι άμεσα δεμένο με τον ποιητικό λόγο, εφόσον από τον ποιητικό λόγο ξεκίνησε.


-Έχετε βραβευτεί όχι μόνο για την ποίησή σας (Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Ποιητή Μαρίας Ράλλη, Βραβείο Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών, Βραβείο Διαβάζω) αλλά και για τις μεταφράσεις σας (Κρατικό Βραβείο Μετάφρασης, Βραβείο Μεταφρασμένης Ποίησης Άρης Αλεξάνδρου), η Μετάφραση είναι μια διαρκής σπουδή;
Η μετάφραση είναι μια άλλη τέχνη, ερμηνευτική. Μια τέχνη συνυφασμένη με την άσκηση. Θεωρώ μεγάλο προσόν να έχει ένας ποιητής, ένας συγγραφέας, ασχοληθεί με τη μετάφραση. Μαθαίνει πράγματα, και κυρίως, «διαβάζει» πολύ βαθιά το έργο που μεταφράζει. Γιατί η μετάφραση είναι κατ’ ουσία η πιο ουσιαστική ανάγνωση. Άρα και η πιο καλή μαθητεία.

-Μεταφράζεται η ποίηση, κύριε Πασχάλη; Και κατά πόσο το μεταφραστικό αποτέλεσμα ανήκει στον ποιητή ή στον μεταφραστή;
Οι γνώστες της γαλλικής λογοτεχνίας όταν αρθρώνουν το όνομα Πόε σκέπτονται αμέσως τον Μπωντλαίρ, τον Μαλλαρμέ. Όταν λένε Σαίξπηρ ο νους τους πάει αυτόματα στον Ζιντ.. Όταν μιλάνε για την Ορέστεια αυτόματα έρχεται στα χείλη τους ο Κλωντέλ. Τους ποιητές-μεταφραστές δηλαδή που ασχολήθηκαν με τους συγκεκριμένους ξένους συγγραφείς. Όπως κι εμείς, που όταν μιλάμε για τον Έλιοτ, ο Σεφέρης μπλέκεται μοιραία στην κουβέντα, κι όταν αναφερόμαστε στον Λόρκα, ο Γκάτσος είναι αναγκαστικά παρών. Νομίζω πως αυτό απαντά στο ερώτημά σας. Το αποτέλεσμα είναι παιδί και των δύο , και του ποιητή και του μεταφραστή, αλλά ανήκει μόνο στον εαυτό του, όπως κάθε αληθινό έργο τέχνης που γίνεται στο τέλος ανώνυμο. Νομίζω πως αυτό για τη μετάφραση ισχύει πιο πολύ απ’ ό,τι για την πρωτότυπη τέχνη.

-Θα πρέπει κάποιος να είναι ποιητής για να μεταφράσει ποίηση;
Όχι απαραίτητα. Μπορεί να είναι εραστής της ποίησης, ή λανθάνων ποιητής που βρήκε τον τρόπο να γράψει ποίηση…. Υπάρχουν εξαιρετικές μεταφράσεις ανθρώπων που δεν είναι ποιητές.


-Η παιδική ποίηση είναι σπάνια, παλιά, ή πολύ αυστηρή. «Το ασημένιο ρομποτάκι με το κόκκινο φωτάκι» ήταν μια όαση, τι πρέπει κανείς να προσέξει κάνοντας ποίηση παιδική;
Το «Ρομποτάκι» ήταν μια αθώα χειρονομία, πολύ πηγαία, όταν η Μαρία Ναυπλιώτου μου πρότεινε πριν χρόνια να μετάσχω στην προσπάθεια της ομάδας Το Διαφορετικό παιδί. Μου έδωσαν το θέμα, κι εγώ έγινα σαν παιδί και είπα με στίχους ένα παραμύθι με θετικό μήνυμα. Δεν νομίζω πως υπάρχει συνταγή. Το ίδιο έκανα και στο θέατρο. Έγραψα πριν μερικά χρόνια μια έμμετρη διασκευή του παραμυθιού των αδερφών Γκριμ «Οι τρεις βασιλοπούλες που λιώναν τα γοβάκια τους», έτσι, σα να έβγαινε από μέσα μου ένα ποτάμι. Δεν υπάρχει συνταγή. Νομίζω πως τα παιδιά δεν είναι διαφορετικά από τους μεγάλους. Εγώ τα αντιμετωπίζω με την ίδια σοβαρότητα. Και με την ίδια ευθύνη. Τα παιδιά καταλαβαίνουν περισσότερα απ’ ό,τι εμείς. Είναι ξεκάθαρα και άμεσα. Δεν διστάζουν να δείξουν ότι βαριούνται. Και δεν τους αρέσει η ψευτιά και η πόζα. Εμείς νομίζω πως θα’ ναι καλό να τους καλλιεργούμε το καλό γούστο, τον γλωσσικό πλούτο και την ουσιαστική γνώση. Για να γίνουν ελεύθεροι άνθρωποι.

-«Ο άνθρωπος του λεωφορείου» ποιος είναι; Και πώς αποφασίζει να γράψει μυθιστόρημα ένας ποιητής;
Ο άνθρωπος του λεωφορείου είναι ο τυχαίος καθημερινός άγνωστος που μας προσπερνά και δεν θα τον ξαναδούμε ποτέ στη ζωή μας. Από νέος είχα προσέξει πως τέτοιοι άνθρωποι σε κρίσιμες στιγμές στέκονται απέναντί μας με την πιο μεγάλη αλήθεια τους, σε αντίθεση με άλλους, γνωστούς, κολλητούς, συγγενείς, συνεργάτες που παίζουνε μόνο ρόλους. Έτσι, κατέληξα πως οι αληθινοί άγγελοι της ζωής μας είναι αυτοί οι άγνωστοι που μας περιβάλλουν χαμένοι στο πλήθος.  Έτοιμοι να μας σώσουν ή να ενεργήσουν πάνω μας μ’ έναν τρόπο συγκλονιστικό. Έτσι, με αυτή τη σκέψη, άρχισα να γράφω ένα αφήγημα, αποτυπώνοντας εμπειρίες εξωτερικές και εσωτερικές. Ιστορίες τυχαίων συναντήσεων με αγνώστους, παράλληλα με μια υποτυπώδη «δράση» που αφορά τον κύκλο των καλλιτεχνών-λογοτεχνών και τα «παιχνίδια» τους, μέσα στο πλαίσιο της τότε παγκοσμιοποιημένης ευημερίας της δεκαετίας του’ 90-2000, με τις αποχρώσεις ενός ανατέλλοντος φασισμού που σήμερα τον βλέπουμε πια εντελώς ξεκάθαρα. Όλα συμπλέκονται σε μια ασφυκτική περιοχή χωρίς διέξοδο, σαν ημερολογιακό χρονικό, δοκίμιο, «ποιητική τέχνη», ταξιδιωτικές εντυπώσεις, χρονογράφημα…. Η φαντασία παίζει τον κυριότερο ρόλο… Ο ήρωας της ιστορίας όμως, μολονότι αφηγούμαι σε πρώτο πρόσωπο, δεν είμαι εγώ. Αυτός είναι και ο βασικός, αινιγματικός χαρακτήρας. Το παράξενο είναι πως ό,τι φαίνεται ρεαλιστικό σε αυτό το αφήγημα είναι τελείως φανταστικό, ενώ αυτό που μοιάζει παράδοξο και ονειρικό είναι πραγματικότητα.
Πολλοί ποιητές έχουν γράψει αφηγήματα, μυθιστορήματα. Γνώμη μου είναι πως η καθαρότητα των ειδών είναι μια εμμονή της γενιάς του ‘ 30, κάπως ξεπερασμένη σήμερα. Ένας ποιητής πρέπει να τολμά και το πεζογράφημα. Γιατί μόνο έτσι καταπολεμά τον ναρκισσισμό και τον αυτισμό του «ποιητικισμού».


-Έχετε ανθολογήσει Καραγάτση και Παπαδιαμάντη, υπήρξαν δική σας επιλογή;
Όχι, ήταν παραγγελίες. Έκανα πρώτα τις «Ιστορίες αμαρτίες κι αγιοσύνης», μια συλλογή διηγημάτων του Καραγάτση, που την τιτλοφόρησα έτσι γιατί παρατήρησα πως η συναίρεση αυτών των δύο στοιχείων χαρακτηρίζουν τον κόσμο των διηγημάτων του.  Αμέσως έγινε ευπώλητο. Αυτό προκάλεσε την παραγγελία για τη δεύτερη ανθολογία. Με αφορμή το έτος Παπαδιαμάντη, τα «Σκοτεινά παραμύθια», μια επιλογή αφηγημάτων του μεγάλου Σκιαθίτη όπου κυριαρχεί το μυστήριο, η νύχτα, η δεισιδαιμονία, ο φόβος, ο θρύλος, η κατάνυξη, η ποίηση. Είχε απήχηση και αυτή. Το περίεργο είναι πως η πρώτη ανθολογία και η θεματική της (αγιοσύνη, αμαρτία) έχουν ως επίκεντρο ένα διήγημα του Καραγάτση για τον Παπαδιαμάντη. Λες και η πρώτη ανθολογία γέννησε τη δεύτερη, όμως αυτό δεν ήταν σκόπιμο αλλά τυχαίο…

-Οι αγαπημένοι σας μετά από τόσες μεταφράσεις, ποιοι είναι; Αλλάζουν τα γούστα μας αναλόγως με τα χρόνια και την εποχή; Υπάρχουν δημιουργοί που θεωρείτε ότι είναι συγγενικοί;
Ο Ρακίνας και ο Ρεμπώ είναι οι δύο ποιητές που τελικά νομίζω πως συνδέονται μοιραία με τη δουλειά μου. Παραδόξως είναι οι δύο αντίποδες της Γαλλικής ποίησης, όπως ο Σολωμός και ο Καβάφης για μας. Κι εγώ τους μετέφρασα και τους δύο. Ίσως αυτή η σύνδεση των δύο άκρων, που σας είπα και πιο πάνω, να με κυνηγά διαρκώς, δεν ξέρω…. Συγγενικοί με μένα ; Μπορεί. Ο Ρεμπώ σίγουρα με επηρέασε. Ο Ρακίνας μου άσκησε πάντα μια έλξη γιατί εκφράζει το ακατόρθωτο. Όχι τόσο γιατί είναι περίπλοκος αλλά γιατί είναι τόσο απλός και όμως τόσο αδύνατο να τον διασώσεις ως γλωσσική αύρα. Σαν μια κορυφή που κανείς δεν έχει ποτέ κατακτήσει.

-Το θέατρο τι έχει που δεν το έχει ούτε η ποίηση ούτε η πεζογραφία;
Τη συλλογικότητα. Το θέατρο το γράφεις μόνος, αλλά το ποιείς με άλλους. Εγώ μέχρι τώρα δεν έγραψα καθαρό θέατρο σαν διανοούμενος συγγραφέας. Έγραψα μέσα στη συνθήκη της παραγγελίας και της ανάγκης. Κι αντίθετα με τις λόγιες καταβολές μου, έκανα ακόμα και λαϊκό θέαμα. Αυτό είναι πολύ γοητευτικό. Επίσης, είναι μια τέχνη που , ό,τι και να πούνε οι ειδικοί, εν τέλει κρίνεται από το κοινό. Ενώ η ποίηση δεν μπορεί να έχει αυτή την άμεση επίδραση. Είναι πιο εξαρτημένη από τους διαμεσολαβητές.
Λόγου χάρη, η πρόσφατη εμπειρία μου με τη «Μεγάλη Χίμαιρα» είναι η πιο χαρακτηριστική. Όταν μου την πρότεινε ο Δημήτρης Τάρλοου, ξεκίνησα με πολύ φόβο… Είχα φτιάξει μερικές σκηνές, σχεδόν αυτοσχέδιες με ό,τι έβρισκα μπροστά μου, γιατί όπως θα ξέρετε το μυθιστόρημα αυτό δεν έχει ούτε δράση ούτε διαλόγους. Είναι μονόλογος σε πλάγιο λόγο. Ενώ ο Τάρλοου ήθελε ένα κανονικό κινηματογραφικό και θεατρικό έργο. Όταν είδε τις πρώτες σκηνές ενθουσιάστηκε. Κι αυτό μου έδωσε το έναυσμα να γίνω πιο τολμηρός. Δηλαδή πιο πιστός στο αυθεντικό αίσθημά μου. Χωρίς συμπλέγματα, άρχισα να φτιάχνω ένα κανονικό μελόδραμα, με αρκετά στοιχεία που αντλούσα από τη δική μου γλώσσα και εμπειρία, προσέχοντας όμως να μην προδώσω το σκοτεινό ψυχαναλυτικό βάθος που έχει ακούσια και το αφήγημα. Ήθελα η χιμαιρική μαγεία του κινηματογραφικού σεναρίου να έρχεται σε έντονη αντίθεση με το νατουραλισμό της σκηνικής πράξης. Δεν ήθελα με κανένα τρόπο η «λογοτεχνικότητα» να υπονομεύσει την γνήσια ποίηση των αντιθετικών εικόνων του «θεατρικού» σινεμά και του «κινηματογραφικού» θεάτρου. Είχα ανακαλύψει ένα σκηνικό στυλ, αφάνταστα ενδιαφέρον. Πολύ διακριτικά μπόλιασα το εγχείρημα με κάτι από τον γαλλικό κλασικισμό που ερχόταν και αυτό σε αντίθεση με το ρεαλισμό και τη «γραφικότητα» της ελληνικής ζωής του τότε.
Είχα την απόλυτη πεποίθηση ότι οι ειδικοί θα στέκονταν κάπως σκεπτικοί απέναντι στο εγχείρημα ενώ το κοινό θα ενθουσιαζόταν. Όπως και έγινε τελικά. Η τόσο μεγάλη επιτυχία δικαίωσε τη δουλειά μας εντελώς άμεσα, εντελώς ειλικρινά. Νομίζω πως το θέατρο είναι μια τέχνη όπου το κοινό είναι τελικά ο μόνος κριτής.

-Ποια είναι «Τα εικονίσματα» σήμερα;
Θα σας απαντήσω με ένα καίριο απόσπασμα από μια κριτική που γράφτηκε για τα «Εικονίσματα» και που αληθινά με εντυπωσίασε με την ακρίβειά της: «Τα Εικονίσματα δεν είναι παρά τα απαρνημένα ή αρνημένα κατηγορήματα, ο χρόνος και ο μη χρόνος, το διακείμενο που σπονδυλώνεται σε ποιητική ιδέα και ταυτοχρόνως αποσαθρώνεται και ματαιώνεται οριστικά, οι ψευδαισθήσεις και οι μη ψευδαισθήσεις, οι έννοιες και οι μη έννοιες, το ορατό και το μη ορατό. «Τα εικονίσματα» είναι οι όψεις αντιθέτων εννοιών και ζευγών σε μια προσπάθεια καθολικής, πραγματικής, εικονικής και εικαστικής αναπαράστασης του κόσμου, και γι΄αυτό ποιητικής… » (Ζαχαρίας Κατσακός, περιοδικό Κουκούτσι, τεύχος 9, Χειμ.’13-Άν. ’14.)

-Και ποια η σχέση της ποίησης με τη δική μας εποχή;
Η ποίηση έχει και δεν έχει σχέση με τις εποχές. Ακόμα και σε άκρως «ποιητικές» εποχές, οι γνήσιοι ποιητές ήταν απόκληροι. Γι’ αυτό κι εμένα δεν με ενδιαφέρει καθόλου η σημερινή υποχώρηση του ενδιαφέροντος για την ποίηση. Έχει  συμβεί το ίδιο και στο παρελθόν. Πάντα όμως θα υπάρχουν κάποιοι πρόθυμοι να συναντηθούν μαζί της, ακόμα και σήμερα που η τεχνολογική σκληρότητα σκοτώνει κάθε ευαισθησία, κάθε απόχρωση. Δεν πειράζει. Ο Πλωτίνος έγραφε τις αγγελικές Εννεάδες ενώ γύρω οργίαζε η Ρωμαϊκή παρακμή….

-Κύριε Πασχάλη, τι είναι η έμπνευση; Το ποίημα μας βρίσκει ή το βρίσκουμε εμείς;
Με κίνδυνο να φανώ πολύ ιδεαλιστής θα σας πω ότι «το ποίημα προϋπάρχει». Μας επιλέγει ως δέκτες. Και μας καλεί να του δώσουμε σάρκα και οστά.


-Εν τέλει, γεννιέται ή γίνεται ο ποιητής;
Γεννιέται. Αλλά και γίνεται, με την έννοια ότι προχωρεί και εξελίσσεται. Σκεφτείτε τον Καβάφη. Βρήκε τον εαυτό του μετά τα σαράντα. Μέχρι τότε ήταν «ατάλαντος».

-Η ποίηση είναι κάτι που μπορεί να διδαχτεί;
Η ποίηση δεν διδάσκεται. Απλώς, η ποιητική τέχνη έχει μυστικά και μονοπάτια που μπορείς να τα ανακαλύψεις συζητώντας με κάποιον που ασχολείται κι εκείνος με την ποίηση και που τον εμπιστεύεσαι. Γι’ αυτό κι εμένα δεν μου αρέσει ο όρος διδάσκω, αλλά συναντώ. Πάντως, εργαστήρια δημιουργικής γραφής της λογοτεχνίας γίνονται σε όλον τον κόσμο. Και σε αρκετές χώρες γίνονται σε πανεπιστημιακό επίπεδο.
Προσωπικά, αυτά τα σεμινάρια τα θεωρώ και τρόπους συμπληρωματικής επιμόρφωσης. 

-Σε ποιους απευθύνονται τα σεμινάρια στον Ιανό «Πρώτο βήμα στην ποίηση»;
Στον καθένα που έχει κάνει κάποιες απόπειρες να γράψει και θέλει να προχωρήσει …..Ή που διαβάζει ποίηση και θέλει να αποπειραθεί συντροφιά με άλλους καλοπροαίρετους συμμάχους…

-Τι οφείλει να γνωρίζει κάποιος προτού ασχοληθεί με την ποίηση αλλά και εφόσον ήδη ασχοληθεί;
-Να έχει διαβάσει ποίηση. Καλή ποίηση. Αυτό είναι κάτι πολύ βασικό. Εκτός κι αν έχει έμφυτο το χάρισμα και δεν χρειάζεται καμιά γνώση. Αλλ’ αυτό είναι πάρα πολύ σπάνιο.

-Άλλος τρόπος γραφής ταιριάζει στον καθένα μας και πώς μπορεί να αποκαλυφθεί ή να αναδυθεί;
Αυτό προσπαθώ στα σεμινάρια. Να βοηθήσω τον καθένα να βρει τον τρόπο γραφής που του πηγαίνει. Το ύφος του δηλαδή. Δεν υπάρχει μέθοδος γι’ αυτό. Απλώς είσαι ανοιχτός, δεν προσπαθείς να μεταδώσεις συνταγές και δεν μιλάς με προκαταλήψεις. Απλώς προσπαθείς να επεξεργαστείς το κάθε ύφος και να το οδηγήσεις εκεί που βλέπεις ότι θέλει να οδηγηθεί. Αυτό είναι όλη μου η προσπάθεια.


-Κύριε Πασχάλη, διδάσκοντας δημιουργική γραφή, είχατε εκπλήξεις;
Φυσικά. Πολλοί άνθρωποι που έρχονται στις συναντήσεις δεν δείχνουν εξαρχής την εντυπωσιακή πρόοδο που θα σημειώσουν στη εξέλιξη των σεμιναρίων…. Κάτι άλλο που στο τελευταίο σεμινάριο συνέβη και δεν το περίμενα ήταν η πραγμάτωση μιας επιθυμίας που είχα πάντα: να γράψω μαζί με άλλους ένα «συλλογικό» ποίημα. Κι αυτό το πετύχαμε μέσα από έναν πολύ ιδιαίτερο και γόνιμο πειραματισμό…

-Μπορεί να είναι «Εποχή παραδείσου» ή και να γίνει η δική μας εποχή;
Αυτός ο τίτλος είναι διφορούμενος. Ειρωνικός. Όπως και η εποχή μας που είναι πράγματι μια «εποχή παραδείσου». Ποτέ άλλοτε ο άνθρωπος δεν είχε τόσες δυνατότητες κάλυψης των περισσότερων αναγκών του. Αρκεί όμως μόνο αυτό για μια ουσιαστική πληρότητα που ν’ απαντά στα βαθιά ερωτήματά μας; Το βιβλίο μου έμμεσα το υπαινίσσεται. Ο «παράδεισός» μας είναι ένας εφιαλτικός παράδεισος που έχει φτάσει στα όριά του…. Στη Γαλλία, όπου μεταφράστηκε, η κριτική διέκρινε και επεσήμανε αυτή την υπαρξιακή και μεταφυσική αγωνία που εκφράζεται σαν μια παθιασμένη σύγχρονη αναζήτηση  λυτρωτικής λήθης ….. Στην Ελλάδα, μολονότι επαινέθηκε και βραβεύθηκε, δεν ξέρω πόσο έγινε αισθητή αυτή η πλευρά του.
 http://fractalart.gr/stratis-paschalis/