Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Κυριακή, 26 Απριλίου 2015

ΕΖΡΑ ΠΑΟΥΝΤ



Συμπληρώθηκαν την 30η Οκτωβρίου 120 χρόνια από την γέννηση, στις ΗΠΑ, του κατά κοινή ομολογία μεγαλύτερου
ποιητή του 20ου αιώνα, του Έζρα Πάουντ.

Παρ' όλο όμως που δίκαια έχει αυτόν τον χαρακτηρισμό είναι αποσιωπημένος σήμερα και λίγοι είναι αυτοί που έχουν
ακούσει γι' αυτόν ή έχουν διαβάσει ποίημά του.
Στα σχολεία από τα οποία όλοι σε διαφορετικούς χρόνους, με διαφορετικούς υπουργούς παιδείας περάσαμε,
ποτέ δεν μας μίλησαν γι' αυτόν.
Αλλά αυτό δεν συμβαίνει μόνο στην Ελλάδα:
σε όλον τον κόσμο ο μεγαλύτερος ποιητής αποσιωπάται, ένα είδος ανίερης συμμαχίας τον κρατάει ανεπισήμως απαγορευμένο.
Του αποδίδεται μεν ο τίτλος του καλύτερου ποιητή - χάρη κυρίως στην αναγνώρισή του από άλλους, μεγάλους συγγραφείς-
αλλά κατά τ' άλλα επιβάλλεται σιωπή, σιωπή που τον καθιστά ένα είδος βασιλιά χωρίς βασίλειο.
Η αιτία; Οι ιδέες του: Ο εθνικισμός του, ο αντιεβραϊσμός του, ο φυλετισμός του.
Και το σπουδαιότερο: η ανυποχώρητη πίστη και αφοσίωση στις ιδέες του παρ' όλες τις απάνθρωπες διώξεις που υπέστη.
Για τον Έζρα Πάουντ θα μπορούσε να μιλήσει κανείς χρησιμοποιώντας στίχους από τα ποιήματά του.
Ήθελε να αναβιώσει το Έπος έχοντας και ο ίδιος επική ψυχή κάτι που απέδειξε πολλές φορές στην πολυτάραχη ζωή του.
Έτσι λοιπόν όπως είπε εμμέσως και ο ίδιος για τον εαυτό του και χρησιμοποιώντας συχνά ελληνικές και αρχαίες ελληνικές λέξεις:


« αγωνίστηκε να ξαναζωντανέψει την νεκρή τέχνη της ποίησης-να διατηρήσει «το υψηλόν» με την παλιά έννοια. Λάθος εξ αρχής.»

Γιατί όμως ήταν λάθος; Ίσως γιατί: «ήταν ασυντόνιστος με την εποχή του» αφού μάλιστα «είχε γεννηθεί σε μίαν ημιάγρια χώρα παράκαιρα-
αποφασισμένος κρίνα να βγάλει από το βελανίδι..»
(Χιου Σέλγουιν Μώμπερλυ)


Ήταν λοιπόν παράκαιρος και παράταιρος ο Έζρα Πάουντ. Και γι' αυτό ξεχωριστός.
Ήταν παράκαιρος γιατί δεν υιοθετούσε την αντίληψη της εποχής του και των συγχρόνων του για την τέχνη.
Μιλάμε για τα πρώτα χρόνια του 20ου αιώνα και μάλιστα στην Αμερική, στην Αμερική της δημοκρατίας, της ισότητας,
της βιομηχανικής ανάπτυξης, της τεχνολογικής εξέλιξης,
των εβραίων εκδοτών και τραπεζιτών,
της ταχύτητας, του χρήματος- της τεχνικής αλλά όχι της τέχνης, όχι της Ομορφιάς και της Χάρης με την κλασσική έννοια:
Αλλά και για την μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο Αγγλία στην οποία μετακόμισε το 1908 και στις υποκριτικές αξίες που επικρατούσαν τότε εκεί,
στις οποίες αντιτίθεται:


«Η εποχή απαιτούσε μια εικόνα
του επιταχυνόμενου της μορφασμού,
κάτι για την σύγχρονη σκηνή,
όχι πάντως χάρη αττική.
Όχι, όχι βέβαια, τους σκοτεινούς ρεμβασμούς της ενόρασης
Καλύτερα ψευδολογίες
παρά κλασσικούς σε παράφραση!


Η «εποχή απαιτούσε» κυρίως ένα γύψινο εκμαγείο
φτιαγμένο δίχως απώλεια χρόνου
μια πρόζα κινηματογραφική, όχι, ασφαλώς όχι,
αλάβαστρο ή το λάξευμα της ρίμας».



Αυτήν την εποχή και την κοινωνία της δύσης δεν την ήθελε ο Έζρα.Πάουντ,
την θεωρούσε εκφυλισμένη και παρακμιακή χαρακτηριζόμενη
από την πτώση και αντιστροφή των παραδοσιακών αξιών.
Και ανοιχτά με θάρρος και αλαζονεία την επέκρινε συγκρίνοντας την με τις εποχές «των ονείρων του»:


«τα πάντα ρεί


λέει ο σοφός Ηράκλειτος


μα μια κακόγουστη φτήνια


θα επιβιώσει μετά τις μέρες μας


Ακόμη κι η Χριστιανική Ομορφιά


αποστατεί μετά τη Σαμοθράκη


βλέπουμε το καλόν


θεσπισμένο στην αγορά


.. ίσοι κατά το νόμο οι πάντε


απαλλαγμένοι από τον Πεισίστρατο


επιλέγουμε έναν απατεώνα ή έναν ευνούχο


να μας κυβερνήσει» (Χ.Σ.Μ)







Η αντιστροφή των αξιών είναι πλήρης: η εποχή είναι γεμάτη κακέκτυπα. Αυτό κάνει τον ποιητή να αναφωνήσει απελπισμένα και επιθετικά:


« Ώ λαμπρέ Απόλλωνα


τιν' άνδρα, τιν' ήρωα, τίνα θεόν,


Σε ποιον θεό, ήρωα ή άνδρα


τσίγκινο ένα στεφάνι να φορέσω;»



-Δεν είναι μηδενιστής και δεν του ταιριάζουν τα κλαψουρίσματα. Αντιδρά με το ξίφος του λόγου του και των λόγων του.
Είναι άνθρωπος της δράσης: Ζει ήδη στο Λονδίνο, εκδίδει ποιητικές συλλογές, μελέτες, δοκίμια.
Γνωρίζεται με τους διασημότερους συγγραφείς της εποχής, συνεργάζεται με περιοδικά, ταξιδεύει,
ηγείται του καλλιτεχνικού κινήματος του Εικονισμού (Imagism)-
και συνεχίζει τον επιθετικό χλευασμό του για την κρατούσα τότε ηθική και αξίες.
Δεν είναι ένας εκκεντρικός καλλιτέχνης- ένα είδος πολύ γνωστό και στις μέρες μας- που κρίνει την εποχή του υποκριτικά,
στο βάθος λαχταρώντας να ενταχθεί στα καλλιτεχνικά σαλόνια
που επικρίνει-:
ο Πάουντ είναι ένας αμετανόητος θαυμαστής του Κλασσικού Ιδεώδους, απαλλαγμένος
πλήρως από το άγχος και την αγωνία
της προβολής και πολύ ειλικρινής, έντιμος και ξεκάθαρος σ' ό,τι αγαπά και σ' ό,τι αρνείται.
Είναι απόλυτος. Αλαζών και επιθετικός με αυτούς που αποδοκιμάζει αλλά και
ιδιαίτερα γενναιόδωρος και ενθαρρυντικός με τους «δικούς του»,
όπως με τον Έλιοτ και τον Τζόυς.
Μάλιστα λέγεται ότι ένας από τους λόγους για τους οποίους ο Πάουντ στράφηκε κατά της αγγλικής κοινωνίας μετά τον Α' Παγκόσμιο
Πόλεμο στο αριστουργηματικό του
έργο Χιου Σέλγουιν Μώμπερλυ ήταν διότι η Αγγλία ετοιμαζόταν εκείνη την εποχή να απαγορεύσει το έργο του Τζέιμς Τζόυς «Οδυσσέας».
Ακόμη, στην πνευματική του επίδραση επί του Έλιοτ αποδίδονται και οι αντιεβραϊκές αναφορές στο έργο του τελευταίου.
Η πίστη του στο κλασσικό ιδεώδες ίσως είναι αυτή που τον κάνει να παραμένει στην Ευρώπη. Μετά το Λονδίνο πηγαίνει στο Παρίσι και τον βρίσκουμε από το 1924 στην Ιταλία.
Παραμένει εκεί και τα επόμενα χρόνια και κυριολεκτικά μαγεύεται από το φασιστικό καθεστώς αλλά και από το εθνικοσοσιαλιστικό στην Γερμανία.
Βλέπει την «αναβίωση του έπους» στην πολιτική. Δεν ξεχνάει την πατρίδα του την οποία επισκέπτεται το 1939.
Και είναι η αγάπη προς την πατρίδα του και ο φυλετισμός του που τον κάνουν να νιώθει πληγωμένος και γι' αυτό να γίνεται συχνά επιθετικός,
λίγο αργότερα για τον πραγματικό εμφύλιο πόλεμο –
τον ευρωπαϊκό αλλά και για την προοπτική της ένταξης της Αμερικής στον πόλεμο κατά του Άξονος.
Αντιτίθεται σε αυτήν την ανίερη συμμαχία ανοιχτά με ραδιοφωνικές εκπομπές κατά των Συμμάχων στο ραδιοφωνικό σταθμό της
Ρώμης από το 1941 έως το 1944.
Οι εκπομπές του αυτές οδηγούν το 1943 στο να του απαγγελθεί στην Ουάσιγκτον ενώ αυτός βρίσκεται στην Ρώμη, κατηγορία για προδοσία.

Το 1945 ο Πάουντ συλλαμβάνεται από τα αμερικανικά στρατεύματα λόγω του ότι εκκρεμεί αυτή η κατηγορία εναντίον του και προκειμένου
να μεταφερθεί στην Αμερική και να δικαστεί.
Όμως δεν μεταφέρεται αμέσως. Και εδώ συμβαίνει το πρωτοφανές,
η απίστευτη αθλιότητά των νικητών, μία πρώτη απόδειξη και αποκάλυψη του δήθεν ανθρωπισμού τους και του τι πραγματικά
θα ήταν ο κόσμος και η εποχή που ανέτελλε, αυτή των νικητών:
σε μία επίδειξη βαρβαρότητας που επαξίως συναγωνιζόταν αυτή των Σοβιετικών οι δήθεν υπερασπιστές της ελεύθερης σκέψης, του ελεύθερου λόγου,
των γραμμάτων και της τέχνης φυλακίζουν τον Έζρα Πάουντ όχι σε κάποιο άβολο, μικρό ή σκοτεινό κελί,
αλλά για έξι μήνες τον φυλακίζουν, αυτόν, τον μεγαλύτερο ποιητή, σε ένα υπαίθριο σιδερένιο κλουβί, 1,80 Χ 1,95,
στην Πίζα, με στέγη από πισσόχαρτο, για κρεβάτι το τσιμέντο και για τουαλέτα έναν μικρό τενεκέ!
Κι όμως: εκεί στο κλουβί και ενώ οι διώκτες περίμεναν από αυτόν να μετανοήσει, να τρελαθεί ή να αυτοκτονήσει,
αυτός γαλήνια παραμένει πιστός και αντιδρά στην ταπεινωτική του δίωξη δημιουργικά.
Χρησιμοποιώντας τα βράδια την γραφομηχανή του ιατρείου, μέσα στο κλουβί, γράφει κάποια από τα καλύτερα ποιήματά του: τα Κάντος της Πίζας
Παρ' ότι τα γράφει φυλακισμένος και η προοπτική του ήταν η εκτέλεση, αφού σ' αυτά τα κλουβιά φυλάκιζαν όσους επρόκειτο να εκτελέσουν,
η ποίησή του εκφράζει τον αντισιωνισμό του και τον θαυμασμό του για τον φασισμό.
Δεν φοβάται. Μεταφέρεται τελικά μετά από 6 μήνες στην Ουάσιγκτον για να δικαστεί για προδοσία που κατηγορείτο ότι τέλεσε με τις εκπομπές του –
πάνω από 300- στο ιταλικό ραδιόφωνο.
Είναι ήδη 60 ετών. Συμβούλιο ιατρών που τον εξετάζει αποφαίνεται ότι είναι διανοητικά ακατάλληλος για την δίκη διότι
«δεν αντιλαμβάνεται την θέση του αφού επιμένει ότι οι εκπομπές του δεν ήταν προδοτικές!».
Η έντονη αντισιωνιστική προπαγάνδα που έκανε μέσα από τις εκπομπές του και η επίμονη υπεράσπιση αυτών των ιδεών ακόμη και όταν ήταν στα πρόθυρα της φυλακής ή και της εκτέλεσης είναι ικανά για να οδηγήσουν το Ιατρικό Συμβούλιο στο συμπέρασμα ότι είναι φρενοβλαβής!
Τελικά με αυτόν τον χαρακτηρισμό εγκλείεται σε ψυχιατρείο για 13 περίπου χρόνια.
Στην αρχή, σε ένα μεγάλο θάλαμο χωρίς παράθυρα και έπιπλα με αρκετούς ψυχοπαθείς, αργότερα σε έναν μικρότερο και τελικά σε ένα πολύ
μικρό δωμάτιο όπου όμως μπορούσε να γράφει, πράγμα που έκανε.
Η γυναίκα του όλα αυτά τα χρόνια τον επισκεπτόταν καθημερινά.
Ενώ βρίσκεται στο ψυχιατρείο τα «Κάντος της Πίζας» βραβεύονται, γεγονός που από τη μια ικανοποίησε τους πολυπληθείς θαυμαστές του
και από την άλλη ήγειρε πολλές αντιδράσεις.
Όπως ειπώθηκε:
«η ποίηση που εκφράζει κακές ιδέες δεν πρέπει να βραβεύεται»! Πάντως όσο περνούν τα χρόνια πληθαίνουν οι φωνές που αντιδρούν στον
εγκλεισμό και ζητούν την απελευθέρωσή του.
Ο ιδεολογικά αντίθετος, πλην όμως θαυμαστής του Πάουντ, Έρνεστ Χεμινγουέι το 1954 βραβεύεται με το Νόμπελ Λογοτεχνίας και όταν τον
ρωτούν τι έχει να πει για την βράβευσή του απαντά: «το Νόμπελ έπρεπε να το πάρει ο Πάουντ».
Ο Πάουντ ήταν ουσιαστικά φυλακισμένος χωρίς να έχει προηγηθεί δίκη, χωρίς να του έχει δοθεί η δυνατότητα να ασκήσει το δικαίωμά
του να υπερασπιστεί τον εαυτό του.
Αρκετοί από αυτούς που ζητούσαν την απελευθέρωσή του το έκαναν πέραν του θαυμασμού για το έργο του διότι φοβούνταν ότι
θα πέθαινε μέσα στο ψυχιατρείο και αυτό θα στιγμάτιζε την Αμερική.
Από την άλλη πλευρά το Κράτος επεδίωκε με αυτόν τον τρόπο, με τον εγκλεισμό, αυτού, ενός υγιούς στο ψυχιατρείο και υπό αυτές τις συνθήκες, την φυσική του εξόντωση.
Η φυλάκισή του στο ψυχιατρείο δεν ήταν για τους διώκτες του παρά μία αργή, παρατεταμένη και γι αυτό βασανιστική εκτέλεση.
Μία άμεση εκτέλεση, όταν τον έφεραν από την Ιταλία, υπήρχε ο φόβος ότι θα οδηγούσε στην ηρωοποίησή του και στο ενδιαφέρον για τις ιδέες του.
Έτσι επελέγη αυτός, ο πιο ύπουλος τρόπος.
Αλλά δεν υπολόγισαν σωστά- το φρόνημα και το ηθικό του Πάουντ δεν μπορούσε να καμφθεί με τίποτα. Απτόητος συνέχιζε να γράφει.
Μετέφρασε μάλιστα και μία τραγωδία του Σοφοκλή.
Οι εκκλήσεις για απελευθέρωσή του συνεχίζονται.
Είναι χαρακτηριστικό των συνθηκών υπό τις οποίες ζούσε στο ψυχιατρείο ότι το δωμάτιο του ήταν γνωστό ως «ντουλάπι που περιέχει
έναν εθνικό σκελετό»! Όμως αντέχει, δεν λυγίζει.

Το 1958 απελευθερώνεται. Λίγο μετά επιστρέφει στην Ιταλία. Το πλοίο με το οποίο ταξιδεύει πλησιάζει στην Νάπολη.
Στο λιμάνι πλήθος δημοσιογράφων τον περιμένουν ανυπόμονα.
Περιμένουν μετά από χρόνια διώξεων, να τον δουν αλλαγμένο, μισότρελο ίσως ή έστω κουρασμένο, «συνετισμένο»…
Ας μην ξεχνάμε ότι είναι πια 73 ετών κι έχει περάσει τα τελευταία 13 χρόνια σε ψυχιατρείο χωρίς να έχει ψυχική πάθηση.
Περιμένουν σίγουρα να τον δουν μετανοημένο.
Ανυπομονούν να καταγράψουν μία δήλωση μετανοίας. Κι αυτός, αντικρίζοντάς τους, για άλλη μία φορά αμετανόητος,
σαν να μην τον άγγιξε το μαρτύριο που πέρασε, τους χαιρετά φασιστικά και είναι αυτή η δική του δήλωση Πίστης.
Όταν δε τον ρωτούν για τα χρόνια στο άσυλο, εκείνος ήρεμα τους απαντά πως «όλη η Αμερική είναι ένα άσυλο».

Παραμένει στην Ιταλία και από εκεί ταξιδεύει και σε άλλες χώρες. Το 1965 έρχεται στην Ελλάδα, στην Αθήνα.
Προσκυνά την Ακρόπολη εκπληρώνοντας έτσι ένα όνειρό του.
Πεθαίνει στην Βενετία την 1η Νοεμβρίου 1972.
Ζει πάντα στις καρδιές αυτών που από τις ψευδολογίες προτιμούν τους «σκοτεινούς ρεμβασμούς της ενόρασης»

Ήταν ένας ηρωικός άνθρωπος. Τα εμπόδια που συνάντησε στην ζωή του και που εύκολα πολλούς άλλους θα τους τσάκιζαν,
αυτόν ήταν σαν να μην τον άγγιζαν.
Ήταν ένα κομμάτι της μεγάλης περιπέτειας της ζωής του. Λατρεύτηκε όσο λίγοι, μισήθηκε όσο λίγοι, διώχτηκε όσο λίγοι, άντεξε όσο λίγοι.
Με την υπερήφανη και αταλάντευτη στάση του και πίστη στα ιδανικά του δίνει διαρκώς ένα μάθημα Τιμής. Δεν παζάρεψε ποτέ τίποτα.
Ο αγώνας τον μάγευε. Το είχε άλλωστε δηλώσει από παλιά:


«Τότε μονάχα ζω αληθινά όταν τα σπαθιά συγκρούονται»


Όπως προαναφέρθηκε η βασική επιδίωξη αυτών που από την αρχή τον πολεμούσαν ήταν να τον σταματήσουν είτε αλλάζοντάς τον,
είτε οδηγώντας τον στην αυτοκτονία ή στην τρέλλα.
Δεν το κατάφεραν παρ' ότι προσπάθησαν λυσσαλέα. Αγνοούσαν προφανώς αυτό που σε ηλικία 29 ετών, πολύ πριν συμβούν τα δραματικά
γεγονότα της ζωής του, είχε γράψει.
Τότε, το 1914, όταν κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί τι θα ακολουθούσε και όλα ήταν πολύ μακρινά, εκείνος προβλέποντας τι θα του συνέβαινε,
προεξόφλησε και την δική του στάση:


« Είναι παλιά σας συνήθεια να ξεκάνετε τους καλούς συγγραφείς/


εσείς ή τους τρελλαίνετε / ή κλείνετε τα μάτια σαν αυτοκτονούν/


ή πάλι βρίσκετε δικαιολογίες για τα ναρκωτικά τους / και μιλάτε για παραφροσύνη και μεγαλοφυία/


Όμως εγώ δεν θα τρελλαθώ για να σας ευχαριστήσω/


δεν θα σας κολακέψω με έναν πρόωρο θάνατο/


Ώ όχι, εγώ θα αντέξω ως το τέλος /


θα νιώσω τα μίση σας να γλιστρούν στα πόδια μου


σαν ευχάριστο γαργάλημα/


να τα κοιτάζουν κοροϊδευτικά/


ενώ πολλοί κινούνται ύποπτα


και φοβούνται να πουν πως σας μισούν/


η γεύση της αρβύλας μου;


Ορίστε η γεύση της αρβύλας μου


χαϊδέψτε την/


βγάλτε και το βερνίκι με την γλώσσα σας»




ΕΠΙΛΟΓΗ ΑΠΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ



ΙΤΕ


Πηγαίνετε τραγούδια μου, ζητήστε τον έπαινό σας από τους νέους


κι απ' τους αδιάλλακτους


κινηθείτε ανάμεσα στους εραστές της τελειότητας μόνο.


Ζητήστε πάντοτε να αναμετρηθείτε με το σκληρό Σοφόκλειο φως


ευχάριστα υπομένοντας τις πληγές σας από εκείνο





Ο ΕΡΧΟΜΟΣ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ: ΑΚΤΑΙΩΝ


Εικόνα Λήθης,

και τα χωράφια


γεμάτα από αμυδρό φως


μα χρυσαφένιο,


γκρίζοι γκρεμοί,


και από κάτω


μια θάλασσα


πιο σκληρή κι απ' τον γρανίτη,


ανήσυχη, ποτέ δεν γαληνεύει-


υψηλές μορφές


με την κίνηση των Θεών,


επικίνδυνη θέα,


κι ένας είπε:


«Να ο Ακταίων»


Ο Ακταίων με τα χρυσά περικνήμια!


Πάνω από ωραία λειβάδια,


πάνω από την δροσερή όψη εκείνου του χωραφιού,


ανήσυχα, αεικίνητα


πλήθη αρχαίου λαού,


η σιωπηλή πομπή.







«PHASELLUS ILLE"


Αυτό το papier- maché που βλέπετε φίλοι μου


ισχυρίζεται πως ήταν ο πιο άξιος εκδότης.


Η σκέψη του διαμορφώθηκε στη "δεκαετία του εβδομήντα"


Κι από τότε δεν λέει ν' αλλάξει εκείνο το ανακάτωμα.


Εργάζεται δια την εκπροσώπησιν εκείνης της σχολής της σκέψεως


της φερούσης την έδραν των τριχίνων ενδυμάτων εις τοιαύτην τελειότητα,


κι ούτε οι φοβερές απειλές του Μπέρναρ Σω


ταράζουν την ακύμαντη λιμνούλα των αρχών του.


Μα κι ούτε αν η αθάνατη φωνή όλου του κόσμου


ζητούσε ακόμα μια φορά, μιλώντας του, έστω να τον κεντρίσει,


ρούπι δεν θα κουνούσε πάλι προς τα δεξιά από τ' αριστερά.






Ομορφιά, ανυπόδητη απ' τις Κυκλάδες,,


Εσύ που θα ' βρισκες ένα μοντέλο για τον Άγιο Αντώνιο


Έλα σ' αυτού του πράγματος την σίγουρη κοινωνική ευπρέπεια


και συμπεριφορά











SURGIT FAMA


Ανακωχή έχουνε κάνει οι Θεοί


Η Κόρη επρόβαλε στο Βορρά,


περιφέρεται στην γκριζογάλανη θάλασσα


με χρυσό και μαυροκόκκινο μανδύα.


Το στάρι βρήκε πάλι τη μάνα του, κι αυτή, η Λευκονόη,


που ποτέ δεν παραμέλησε τις γυναίκες,


ούτε τη γη παραμελεί τώρα.






Ο κατεργάρης Ερμής βρίσκεται εδώ.


Μ΄ ακολουθεί


έτοιμος ν' αρπάξει τα λόγια μου,


έτοιμος να τα διαδώσει.


Να τους προσθέσει τις παραλλαγές του,


πανούργες κι έξυπνες..


να τ' αλλάξει όπως εκείνος θέλει.


Όμως εσύ πες την αλήθεια, ακόμη και κατά γράμμα:






«Ακόμη μια φορά στην Δήλο, ακόμη μια φορά ταράσσεται ο βωμός


ακόμη μια φορά ακούγεται ο ψαλμός,


ακόμη μια φορά οι κήποι που δεν εγκαταλείφθηκαν ποτέ,


είναι γεμάτοι ψιθυρίσματα και παλιές ιστορίες».





CODA


Ω τραγούδιά μου,


Γιατί ψάχνετε τόσο αχόρταγα και τόσο περίεργα τα πρόσωπα των ανθρώπων,


μήπως και βρείτε ανάμεσά τους τον χαμένο σας νεκρό;

http://clubs.pathfinder.gr/THULE/1026755



Pound, Ezra Loomis, 1885-1972



 
Ο Ezra Pound γεννήθηκε στο Hailey του Αϊντάχο (1885), μεγάλωσε στο Wyncote της Πενσυλβανίας και φοίτησε στο κολέγιο του Χάμιλτον και στο Πανεπιστήμιο της Πενσυλβανίας. Δίδαξε για λίγο γαλλικά και ισπανικά στο Κολέγιο Wabash της Ιντιάνα και απολύθηκε γιατί ένα βράδυ πρόσφερε στέγη σε μια απένταρη χορεύτρια. Αμέσως ξενιτεύτηκε στην Ευρώπη (1907). Έμεινε ένα χρόνο στη Βενετία, όπου τύπωσε (1908) την πρώτη του συλλογή "A lune spento" . Τον ίδιο χρόνο εγκαταστάθηκε στο Λονδίνο και άρχισε να εμφανίζεται με προκλητική εμφάνιση στα καλλιτεχνικά σαλόνια. Εκεί τύπωσε τις συλλογές του: "Personae" και "Exultations" (1909), πρωτοστατώντας στο αμερικάνικο ποιητικό κίνημα του "εικονισμού" που καθιέρωνε μια ποίηση λιτή, απέριττη αντικειμενική και ελλειπτική. Το 1914 παντρεύτηκε τη Dorothy Shakespear, απόχτησε από το γάμο του ένα γιο (1926) κι αργότερα την εγκατέλειψε για να συνδεθεί εως το τέλος της ζωής του με την πιανίστα Όλγα Rudge, ερωμένη και πιστή του φίλη. Καρπός του δεσμού τους υπήρξε η κόρη του πριγκήπισσα Mary de Rachewiltz. Στα χρόνια που προηγήθηκαν του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου πρωτοστάτησε στα κινήματα του ιμαζισμού και του βορτισισμού, ενώ συντέλεσε με την επιρροή του ώστε να έρθουν στο προσκήνιο έργα σπουδαίων συγγραφέων, όπως του Τζέιμς Τζόις, του Ουίλιαμ Κάρλος Γουίλιαμς, του Ρόμπερτ Φροστ κ.ά., έργα που οδήγησαν στη διαμόρφωση του μοντερνισμού. Το 1920 ο Πάουντ μετακόμισε στο Παρίσι και ήρθε σε επαφή με πλήθος καλλιτεχνών, μουσικών και συγγραφέων. Παρεκίνησε τον Τζόυς και τον Έλιοτ να τυπώσουν τα έργα τους και μάλιστα περιέκοψε σχεδόν τη μισή "Έρημη χώρα" του Έλιοτ και της έδωσε την τελική της μορφή. Παράλληλα ασχολήθηκε και με τη μουσική. Συνέθεσε (μουσική και λιμπρέτο) την όπερα "Francois Villon" και ήταν από τους πρώτους που ανακάλυψαν στον αιώνα μας τον Βιβάλντι. Το 1924 μετακόμισε στην Ιταλία και ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος τον βρίσκει εκεί να υπερασπίζεται θερμά τον Μουσολίνι, εκφράζοντας αντισημιτικά αισθήματα και αποδοκιμάζοντας την αμερικανική συμμετοχή μέσω ραδιοφωνικών εκπομπών και άρθρων σε εφημερίδες. Φύση αντιφατική με τραγικές μεταπτώσεις από την τρυφερότητα έως την αυτοκαταστροφή, μπορούσε να βοηθάει από το υστέρημα του τους φίλους του ή να αναπτύσει μια δική του οικονομική θεωρία περί κοινωνικής πίστεως, να μελετά επί χρόνια νεκρές γλώσσες για να μεταφράζει ή να παραφράζει αρχαία κείμενα από το πρωτότυπο ή να φωνασκεί υπέρ του Μουσολίνι και κατά των Εβραίων από το ραδιοφωνικό σταθμό της Ρώμης. Αυτές οι τακτικές εκπομπές συνεχίστηκαν σ' όλο το διάστημα του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου. Ακολούθησε η σύλληψή του (1945) από τα αμερικάνικα στρατεύματα που απελευθέρωσαν την Ιταλία, η απομόνωσή του σ' ένα ξέσκεπο κλουβί με συρματοπλέγματα στην Πίζα και η μεταφορά του στην Ουάσιγκτον (1945) για να δικαστεί επί προδοσία. Κρίθηκε διανοητικά ακατάλληλος για δίκη και κλείστηκε σε ψυχιατρική κλινική. Αποφυλακίστηκε (1958) και ξαναγύρισε τον ίδιο χρόνο στην Ιταλία. Πέθανε στη Βενετία, στις 2 Νοεμβρίου 1972.
 
Τίτλοι στη βάση Βιβλιονέτ
(2013)32 Ποιήματα, Κουκούτσι
(2010)Χιου Σέλγουιν Μώμπερλυ, Εκδόσεις Πατάκη
(2009)Η Αμερική και οι αιτίες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου 1944, Περίπλους
(2005)Τα άσματα της Πίζας, Ίνδικτος
(2004)Η αλφαβήτα της ανάγνωσης, Ροές
(2001)Κατάη, Αρμός
(1999)Σπουδή των Κάντο Ι-XXX, Εκδόσεις Πατάκη
(1997)Κατάη, Άγρα
(1994)Τα άσματα της Πίζας, Εκδόσεις Καστανιώτη
(1994)Χιου Σέλγουιν Μώμπερλυ, Βιβλιοπωλείον της Εστίας
(1993)Επτά και ένα Cantos, Έρασμος
(1991)Σχεδιάσματα και αποσπάσματα των Κάντος CX-CXX, Νεφέλη
(1989)Lustra, Αιγόκερως
(1987)Ποιήματα, Πρόσπερος
(1984)Personae, Τα Κάντο της Πίζας. Εκλογή απ' τα Κάντο, Δωδώνη Εκδοτική ΕΠΕ
(1979)Κατάη, Λέσχη
(1977)Lustra, Πρόσπερος
 
Συμμετοχή σε συλλογικά έργα
(2013)Ανθολογία ερωτικής ποίησης, Εκδόσεις Πατάκη
(2013)Ποιήματα του χειμώνα, Σοφίτα
(2012)Μεγάλες στιγμές της αγγλόφωνης ποίησης, Εντός
(2011)Η τέχνη της γραφής ΙΙ, Τόπος
(2007)Ανθολογία αμερικανικής ποίησης του εικοστού αιώνα, Ηριδανός
(2007)Ξένη ποίηση του 20ού αιώνα, Ελληνικά Γράμματα
(2007)Ποιητές του κόσμου, Ομάδα Νεανικής Πολυέκφρασης Αρκαδίας "Έλευσις"
(2005)Αντιγραφές, Ίκαρος
(1997)Ερωτική ποίηση από την αρχαία Αίγυπτο, Ερατώ
 
Μεταφράσεις
(2003)Ανώνυμος, Ερωτικοί διάλογοι, Γαβριηλίδης
 
Λοιποί τίτλοι
(1996)Τα ερωτικά ποιήματα της αρχαίας Αιγύπτου, Αρμός [διασκευή]


...ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ,

6
Τι θέλεις τι ζητάς
                            πού 'ναι το νόημα που σου 'πεσε απ' τα χέρια
Η μουσική που ακούς μόνος εσύ και τα γυμνά
Πόδια που αλλάζουν γη σαν της χορεύτριας
Ενώ τινάζεται ο κομήτης των μαλλιών της και μια σπίθα
Πέφτει μπροστά σου επάνω στο χαλί
Κει που κοιτάς να σε απατά η αλήθεια
Πού πας ποια θλίψη ποιο καιούμενο
Φόρεμα είναι αυτό που σου αποσπά τη σάρκα ποια
Μεταποιημένη αρχαία πηγή για να σε κάνει να χρησμοδοτείς
Έτσι φύλλο το φύλλο και βότσαλο το βότσαλο
Έφηβε γονατιστέ στον διάφανο βυθό
Που όσο κοιμάμαι και ονειρεύομαι τόσο σε βλέπω ν' ανεβαίνεις
Μ' ένα πανέρι πράσινα όστρακα και φύκια
δαγκάνοντας σαν νόμισμα τη θάλασσα την ίδια που
Σου 'δωκε τη λάμψη αυτή το φως αυτό το νόημα που γυρεύεις.

                                                7

Τώρα που ο νους απαγορεύεται και οι ώρες δε γυρίζουν
Από κήπο σε κήπο η σκέψη μου
Δειλή σαν τριανταφυλλιά πρωτάρα
Που αρπάζεται απ' τα κάγκελα
Δοκιμάζει απαρχής ν' αρμόσει πάλι
Με σταγόνων σφήνες λαμπερών
Τα παμπάλαια πράσινα και τα χρυσά κείνα που μέσα μας
Έχουν παντοτινές δεκαεφτά Ιουλίου
Ν' ακουστεί και πάλι της Αγίας Μαρίνας το νερό στις πέτρες
Ο ύπνος που μυρίζει ζευγάρι αγκαλιασμένο
Η φωνή
            μια φωνή σαν της Μητέρας
Και ξανά ξυπόλυτη να βγει να περπατήσει
Πάνω στις πλάκες του Μεσολογγιού η Ελευθερία
Έτσι καθώς την εχαιρέτησε για λόγου μας -καλή του η ώρα-

Ο ποιητής και κάναμε από τότε Ανάσταση.

Παρασκευή, 24 Απριλίου 2015

Τα μάτια των φίλων



Αναζητούσα την καρδιά σου κάτω από ένα σωρό συντρίμμια

Ένα εξωτικό άρωμα βαρύ και προνοητικό

έψαχνε τα πλευρά μου χωρίς να σβήνει το γκρίζο του πούρο

Πιάτα ξαναζεσταμένα περνούσαν κάτω απ’ τη μύτη μου

Ουρές των λάμα, φτερά πασχαλιάς

Πλοκάμια που δένουν πιο σφιχτά από μιαν αρρώστια,

Θύμησες που δεν τρώγονται, γκραβούρες γυμνών

με φουσκωτά οπίσθια

Όροφοι παρελθόντος ροκανισμένοι απ’ την τρέλα

κι άλλα διάφορα πιο συμμαζεμένα,

φτιασιδωμένα με ριζόσκονη,

περιτυλίγανε τα έπιπλά τους με μεγαλοπρέπεια

και με τις δαντέλες της ευγένειας

Αναζητούσα την καρδιά σου

κάτω από ένα σωρό χαρτιά λιγδωμένα

αλλά το άρωμα του έρωτά σου

έσβησε το πούρο σου στο χαλί

κι έμεινα μόνη με τις στάχτες απ’ ένα σοφό αστείο

*Απόδοση: Ε. Κακναβάτος.
https://tokoskino.wordpress.com/

Πέμπτη, 23 Απριλίου 2015

Εἰκόνα




Γυρίζει μόνος
στὰ χείλη του παντάνασσα σιωπὴ
συνέχεια τῶν πουλιῶν τὰ μαλλιά του.
Ὠχρὸς
μὲ βουλιαγμένα ὄνειρα κι ἀνέγγιχτος
νερὸ τρεχάμενο στὰ ρεῖθρα, ὠχρὸς
ἕλληνας.
Πάντα ὁ δρόμος μέσ᾿ στὰ μάτια του
κ᾿ ἡ λάμψη ἀπ᾿ τὴ φωτιὰ
ποὺ καταλύει
τὴ νύχτα.
Γυρίζει μόνος
στὰ χέρια τοῦ κλαδὶ ἀπὸ ἐλιὰ
γεμάτος πόνο χάνεται στὰ δειλινὰ
αἰσθάνεται
πὼς ὅλα χάθηκαν.
Μὴν τοῦ μιλᾶτε εἶναι ἄνεργος
τὰ χέρια στὶς τσέπες του
σὰν δυὸ χειροβομβίδες.
Μὴν τοῦ μιλᾶτε δὲ μιλοῦν στοὺς καθρέφτες.
Ἄνθη τῆς λεμονιᾶς
λουλούδια τοῦ ἀνέμου
στεφάνωσέ τον Ἄνοιξη
τὸν κλώθει ὁ θάνατος.

Τετάρτη, 22 Απριλίου 2015

ΜΟΥΤΡΑ






Σαν μια μητέρα που πολύ αγαπάει, μητέρα τρομερή που πνίγει,
σαν λέαινα εξόχως σιωπηλή και αυθεντικώς ηλιακή,
σαν ένα κύμα που μόνο του είναι όλη η θάλασσα
έφτασ’ αθόρυβα, και στον καθένα μας τη θέση της επήρε σάμπως βασιλιάς,
και οι γυάλινες ημέρες έλυωσαν και σε κάθε στήθος τώρα πια οικοδομείται
θρόνος ακανθών και   ανθράκων
και η επικράτειά του είναι ένας επίσημος λόξυγκας, μια συντεθλιμμένη
αναπνοή θεών και ζώων με μάτια διεσταλμένα,  
και στόματα γεμάτα έντομα ζέοντα που προφέρουν την ίδια συλλαβή μέρα
και νύχτα, μέρα και νύχτα.  
Καλοκαίρι, στόμα αχανές, φωνήεν φτιαγμένο με αχνούς και λαχανιάσματα!

Τούτη η μέρα η πληγωμένη του θανάτου που έρπει κατά μήκος του χρόνου
δίχως ποτέ να φτάνει να πεθάνει,  
και η μέρα η επόμενη που ήδη σκαλίζει την ουδέτερη χώρα του όρθρου,
και οι άλλες που περιμένουν την ώρα τους στους στάβλους μέσα τους
τεράστιους του έτους,  
τούτη η μέρα και τα τέσσερα κουτάβια της, το πρωί με την κρυστάλλινη
ουρά του και το μεσημέρι το μονόφθαλμο,  
το μεσημέρι που το ρούφηξε το φως του, θρονιασμένο για τα καλά στο
μεγαλείο του,  
το βράδυ πλούσιο σε πουλιά και η νύχτα με τα ολόλαμπρά της άστρα
οπλισμένα και όντας στα μαχαίρια με ό,τι είναι ακραιφνώς λευκό,  
τούτη η μέρα και οι παρουσίες που αίρει ή καθαιρεί ο ήλιος με ένα εκεί
των φτερών του απλό άνοιγμα:  
το κορίτσι που βγαίνει στο δρόμο και είναι ρυάκι ήρεμης δροσιάς,
ο ζητιάνος που σηκώνεται σαν κοκαλιάρα προσευχή, σωρός σκουπιδιών
και ένρινων ασμάτων,  
οι κόκκινες βουκαμβίλιες μαύρες απ’ το σκοτεινό τού κόκκινου,
μαυρισμένες απ’ το τόσο μαζεμένο ολόγυρα γαλάζιο,  
οι γυναίκες χτίστριες που κουβαλάνε μια πέτρα στο κεφάλι σαν να
σηκώνουνε σβησμένον ήλιο,  
η πεντάμορφη μες στη σπηλιά της με τους σταλακτίτες και ο ήχος
απ’ τα βραχιόλια της με τους σκορπιούς,  
ο άντρας σκεπασμένος με τέφρα που λατρεύει τον φαλλό, στις κοπριές
και στο νερό,  
οι μουσικοί που ξεριζώνουν σπίθες απ’ τη ροδαυγή και κάνουνε να
πέφτει πάνω στα χώματα η αέρινη του χορού τρικυμία,  
το κολάρο των σπινθήρων, οι ηλεκτρικές γιρλάντες στην ισορροπία
του μεσονυκτίου,  
τα άυπνα παιδάκια που ξεψειρίζουνε το φως του φεγγαριού,
οι πατεράδες και οι μανάδες με τα οικογενειακά τους κοπάδια και τα
κτήνη τους τα κοιμώμενα και με απολιθωμένους όλους τους θεούς  
τους εδώ και χίλια χρόνια,  
οι πεταλούδες, τα γεράκια, τα ερπετά, οι πίθηκοι, οι αγελάδες, τα έντομα
που μοιάζουν παραλήρημα,  
όλη τούτη η μακριά ημέρα, με το φοβερό φορτίο της από όντα και
πράγματα, που εξωκέλλει αργά-αργά στον χρόνο τον ακίνητο.  

Όλοι μας πέφτουμε με την ημέρα, όλοι μας μπαίνουμε στο τούνελ,
διασχίζουμε ατέλειωτους διαδρόμους, και οι τοίχοι τους από στερεόν
φτιαγμένοι αέρα κλείνουνε πίσω μας,  
έγκλειστοι στον εαυτό μας, και σε κάθε βήμα το ανθρώπινο ζώο
αγκομαχεί και πέφτει πίστομα,  
πέφτουμε ανάσκελα, πάμε κατά πίσω, το ζώο χάνει μέλλον σε
κάθε του βήμα,  
και ό,τι ορθωμένο και σκληρό και οστεώδες μέσα μας υποχωρεί στο
τέλος πέφτοντας με όλο του το βάρος μέσα στη μητέρα χοάνη.  
εντός μου συνωστίζομαι, στον ίδιο μου εντός τον εαυτό πιέζω τον
 εαυτό μου, και όπως συνωστίζομαι, έτσι και ξεχειλίζω,  
εκτείνομαι και απλώνομαι, γεμίζοντας και χύνοντας ό,τι είναι πλήρες,
δεν υπάρχει ίλιγγος ούτε καθρέφτης ούτε ναυτία φάτσα στον καθρέφτη,
δεν υπάρχει πτώση,  
μόνο μια υπόσταση, υπόσταση ξέχειλη, γεμάτη ώς πάνω-πάνω,
υπόσταση άθυρμα:  
όχι σαν τόξο που καμπυλώνεται και γίνεται διπλό το βέλος να τινάξει
και να βρει τον στόχο ακριβώς στο κέντρο του,  
ούτε σαν το στήθος που το περιμένει και όπου η προσδοκία έχει κιόλας
σχεδιάσει την πληγή,  
ούτε συγκεντρωμένοι ούτε εν εκστάσει διατελούντες, αλλά,
σκαλί-σκαλί κατρακυλώντας και χύνοντας νερά, γυρνάμε πίσω  
και ξανά στις απαρχές.  
Και το κεφάλι γέρνει πέφτοντας στο στήθος πάνω και το σώμα πέφτει
πάνω στο σώμα χωρίς να συναντάει το τέρμα του, το σώμα το ύστατο.  
Όχι, άδραξε την έσχατη εικόνα: αγκυροβόλησε το ον και φύτεψ’ το
στο βράχο, του κεραυνού κρηπίδα κάν’ το!  
Υπάρχουν πέτρες που δεν υποχωρούν, πέτρες φτιαγμένες από χρόνο,
χρόνος φτιαγμένος από πέτρα, αιώνες που είναι κίονες,  
Κονγκρέσα που ψέλνουν ύμνους πέτρινους,
πίδακες αχάτινοι, κήποι οψιδιανοί, πύργοι μαρμάρινοι, κάλλος
ύπατο οπλισμένο, αντίπαλο στον χρόνο.  
Μια μέρα βούρτσισε απ’ το χέρι μου όλο τούτο το κατορθωμένο κλέος.
Αλλά και οι πέτρες έχασαν τη βάση τους, και οι πέτρες, ναι, ακόμα και
αυτές οι πέτρες είναι εικόνες,  
και πέφτουν και σκορπίζονται και συγχέονται και κυλάνε με τον
ποταμό που ρέει αενάως.  
Οι πέτρες συνιστούν και αυτές ό,τι είναι ο ποταμός.
Πού είναι ο άνθρωπος, αυτός που χορηγεί ζωή στις πέτρες των νεκρών,
αυτός που κάνει να μιλούν και πέτρες και νεκροί;  
Της πέτρας τα θεμέλια και της μουσικής,
το εργαστήριο κατόπτρων του λόγου και το κάστρο πυρός του ποιήματος
δένουν τις ρίζες τους στο στήθος μέσα του ανθρώπου, ακουμπάν στο
μέτωπό του: αυτός τα κρατάει, και μάλιστα με το χέρι του μόνο.  
Κάτω απ’ τον κρυστάλλινο θώρακα του βράχου αναζήτησα κι εγώ
τον άνθρωπο, επήγα ψηλαφώντας για να βρω το αδιόρατο άνοιγμα:  
γεννιόμαστε, και της καρδιάς ο σπαραγμός είναι έν’ απλό γρατζούνισμα,
και ποτέ δεν γιατρεύεται, και καίει, και είναι έν’ αστέρι που πάντα  
σπαταλάει το ίδιο του το φως,  
ποτέ δεν κλείνει η μικρούλα αυτή πληγή και ποτέ δεν σβήνει το σημάδι
του αίματος, κι από τούτη εδώ την πύλη κατεβαίνουμε  
στο σκότος άπαντες.  
Και ο άνθρωπος ακόμα ρέει, και ο άνθρωπος ακόμα πέφτει, και είναι
και αυτός μια εικόνα που εξαφανίζεται, που σβήνει.  

Δεξαμενές ληθάργου, φύκια θημωνιές, καταρράχτες μελισσών πάνω
από μισόκλειστα μάτια,  
πανδαισία άμμων, ώρες μασημένες, εικόνες μασημένες, ζωή μασημένη
αιώνες,  
χωρίς κάποιαν άλλη ύπαρξη πάρεξ την εκστατική εκείνη σύγχυση που
διαπλέει τα κοιμώμενα ύδατα,  
νερό ματιών, νερό στομάτων, νερό γαμήλιο βαφτισμένο στον διαλογισμό,
νερό αιμομικτικό,  
νερό θεών, θεών συνουσία, νερό άστρων και ερπετών, δάση νερού
σωμάτων κεκαυμένων,  
κάλλος της πληρότητας, της πλησμονής που ξεχειλίζει εντός του, δεν
είμαστε, δεν θέλω να είμαι  
Θεός, δεν θέλω να με βρίσκουν ψάχνοντας ψηλαφητά, δεν θέλω να
επιστρέψω πουθενά, είμαι άνθρωπος, και ο άνθρωπος είναι  
ο άνθρωπος, όποιος πήδηξε στο κενό και τίποτα πια δεν τον κρατάει
παρά μόνο τα φτερά του,  
όποιος έφυγε απ’ τη μάνα του, ο εξορισθείς, ο άρριζος, ο δίχως ουρανό
και γη, ο δίχως γέφυρα, τόξο  
τανυσμένο πάνω από το τίποτα, ο δεμένος με τον ίδιο του τον εαυτό και
ο που εν τούτοις στα δύο εσχίσθηκε από τότε που γεννήθηκε, παλεύοντας  
ενάντια στον ίσκιο του, πάντα τρέχοντας ξοπίσω του, αδέξιος,
εξαντλημένος, χωρίς ποτέ να φτάνει ίσαμε τον εαυτό του,  
ο καταδικασμένος από την ώρα που γεννήθηκε, διυλιστής του χρόνου,
βασιλιάς του εαυτού του, γιός των έργων του.  
Εκσφενδονίζονται οι έσχατες εικόνες, και ο ποταμός ο μαύρος
πλημμυρίζει ολομεμιάς τη συνείδηση.  

Η νύχτα διπλώνει τη μέση της, υποχωρεί η ψυχή, πέφτουν αρμαθιές
ωρών συγκεχυμένων, πέφτει ο άνθρωπος  
σαν άστρο, πέφτουν αρμαθιές αστέρων, σαν τον υπερώριμο καρπό
πέφτει, καταρρέει ο κόσμος και όλοι οι ήλιοι του.  
Στο μέτωπό μου όμως αγρυπνούν η εφηβεία και οι εικόνες της, ο μόνος
θησαυρός που δεν εχαραμίστηκε:  
Πλοία πυρπολημένα σε θάλασσες που δεν έχουνε ακόμη όνομα, και κάθε
κύμα έρχεται και δέρνει τη μνήμη με αναμνήσεων θύελλες  
(γλυκό νερό στις στέρνες των νησιών, το γλυκό νερό των γυναικών, και οι
  φωνές τους να ηχούν τη νύχτα σαν πολλά ρυάκια που ενώνονται μαζί,
η θέαινα των πράσινων ματιών και των ανθρωπείων λόγων που φύτεψε
  στα στήθη μας τις λογικές της σαν ωραία λιτανεία με ακόντια,
ο ήρεμος αναστοχασμός κοιτάζοντας μια σφαίρα γυάλινη που την κατάπιε
  ο εαυτός της σαν άγανο σταχυού, πλην όμως αδύνατη, τέλεια, επαρκής,
ο στοχασμός των αριθμών που ενώνονται σαν νότες ή σαν εραστές,
το σύμπαν όκωσπερ τόξου και λύρης και η γεωμετρία νικήτρια θεών, η
  μόνη κατοικία που αρμόζει στον άνθρωπο!)
και η πόλη με τα τείχη τα ψηλά που αστραποβολάει στον κάμπο ώσπερ
αδάμας που τα λοίσθια πνέει  
και οι κατεδαφισμένοι πυργίσκοι και ο υπερασπιστής βιγλάτορας στη γη
και στις αχνίζουσες αίθουσες ο βασιλικός θησαυρός των γυναικών  
και το επιτάφιο του ήρωα που κόλλησε στο λαιμό του φαραγγιού σαν
αμφίστομη σπάθη  
και το ποίημα που σηκώνεται και σκεπάζει και με τα δυό του τα φτερά
την αγκαλιά της νύχτας και της μέρας  
και το δέντρο του εκφερόμενου λόγου φυτεμένο ανδροπρεπώς στη
μέση της πλατείας  
και η δικαιοσύνη στον ελεύθερον αέρα ενός λαού που ζυγίζει κάθε
πράξη στο καντάρι μιας ψυχής ευαίσθητης στο βάρος του φωτός,  
πράξεις, πυρές πανύψηλες που άναψε και καίει η ιστορία!
Κάτω απ’ τα μαύρα ερείπιά της καθεύδει η αλήθεια η οικοδομήσασα τα
έργα: ο άνθρωπος είναι άνθρωπος όντας μόνον μεταξύ ανθρώπων.  
Βυθίζω το χέρι μου και πιάνω τον πυρακτωμένο σπόρο και το φυτό στη
δική μου ουσία: πρέπει να ανεβεί και να μεγαλώσει μια ημέρα.  


                    Δελχί 1952



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
http://alonakitispoiisis.blogspot.gr/