Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Πέμπτη, 26 Μαρτίου 2020

Όταν ξύπνησα

 – Μετάφραση: Μαρία Ανδρεαδέλλη

Όταν ξύπνησα, η πόλη μίλησε.
Πουλιά και ρολόγια και καμπαναριά
Δειπνούσαν πλάι στο συσπειρωμένο πλήθος,
Τα άσωτα ερπετά σε πυρά,
Οι φθοροποιοί και διώκτες του ύπνου,
Η πλαϊνή θάλασσα διασκόρπιζε
Βατράχια και σατανάδες και γυναικεία χαϊμαλιά,
Ενώ εκεί έξω ένας άντρας με κλαδευτήρι ,
Λουσμένος στο αίμα του,
Πετσόκοβε το πρωί,
Ο θερμόαιμος σωσίας του Χρόνου
Με τη μακριά γενειάδα από κάποιο βιβλίο,
Ξέσκισε το τελευταίο φίδι
Σαν να ήταν βέργα ή κλωνάρι,
Με τη γλώσσα του βγαλμένη σαν φύλλο τυλιγμένο.
Κάθε πρωί δημιουργώ,
Θεός στο κρεβάτι, καλό και κακό,
Μετά από μια διαδρομή νερού στο πρόσωπο,
Την επιθανάτια-τρεκλίζουσα σκόρπια-ανάσα
Μαμούθ και σπουργίτια
Στη γη των πάντων.
Εκεί που τα πουλιά ταξιδεύουν σαν φύλλα και οι βάρκες σαν πάπιες
Άκουσα, αυτό το πρωινό, ξυπνώντας,
Παρά τους θορύβους της πόλης
Μια φωνή στον σηκωμένο αγέρα
Δίχως να είναι προφητεία προγόνων,
Να φωνάζει ότι η θαλάσσια πόλη μου καταστρεφόταν.
Δεν υπάρχει Χρόνος, έλεγαν τα ρολόγια, κανένας Θεός, χτυπούσαν οι καμπάνες,
Τράβηξα το άσπρο σεντόνι πάνω από τα νησιά
Και τα νομίσματα στα βλέφαρά μου ήχησαν σαν κοχύλια.

Σάββατο, 14 Μαρτίου 2020

[Μες στις πασίγνωστες σχισμές] Του Αντώνη Αντωνάκου


Πάντα το ποίημα περιμένει στη γωνία να προσφέρει γη και ύδωρ στις φαντασιώσεις, να προπονήσει τη φαντασία, να βγάλει τα μάτια των καλών τεχνών, να κάνει τα δοκίμια των συντηρητικών χαρτί για αλμυρές μυτζήθρες.
Όλοι λατρεύουν τη λέξη ποίημα, όπως λατρεύουν έναν παλιάτσο που δεν έχει εγωισμό για να διαλέξει θύματα, αλλά, μια πυγαία χαρωπή μελαγχολία έτοιμη να κάνει επίθεση στα αποδυτήρια των κοριτσιών ή να προσφέρει στις ανθρωποφάγες νοικοκυρές τη δικτατορία του γέλιου και της σιωπής.
Έτοιμο να λογαριάσει την οικονομία με όρους διαβολικής αριθμητικής, με όρους διονυσιασμού και έκστασης, με όρους αλητείας που θέλει το οξυγόνο να μοιράζεται ισόποσα σε όλα τα πνευμόνια.
Σε κάθε επικράτεια όπου το πιο πολύτιμο φλουρί της είναι τα νιάτα της, η αιώνια γκάβλα που δεν θάβεται και η γκαβλωμένη αιωνιότητα που θάβει κάθε τόσο τον μπόγια, τον μπάτσο, τον ανθρωποδιορθωτή.
Πάντα το ποίημα φορά το φωτοστέφανο του υβριστή, του ιερού θυμωμένου ζώου την προβιά, τις φωνές των εραστών και των γύφτων που πληρώνουν πάντα ακριβά τη μεθυστική ροπή προς την απάρνηση και την απόλαυση.
Το ποίημα είναι το ζωντανό νόμισμα που κουβαλάμε δια βίου, αυτό με το οποίο εξαγοράζουμε κάθε φορά τον κέρβερο-πεσιμισμό για να μη μας κάνει εμπορεύματα ή προϊόντα ή μουσειακά εκθέματα στην αγορά της επιστήμης που αντικατέστησε την μεταφυσική καφρίλα με τον καταναλωτικό εγωισμό.
Το τέλος της πίστης σηματοδοτεί μιαν άνευ όρων απιστία στην διαλεκτική υπόσταση του κόσμου.
Το μπλέξιμο της αιτίας με το αποτέλεσμα οδήγησε όλες τις πλάνες-από καταβολής σπηλαίων-σε αυτοκτονικό ιδεασμό.
Ηδονή σε σελοφάν και ποίημα με ιώσεις. Έρωτας ζεσταμένος απ’ τις βιομηχανικές σκλάβες, έτοιμος κι αυτός για κατανάλωση. Έρωτας και ποίημα θεματοφύλακες της θεσμοθετημένης αγαμησίας, της ταμειακής μηχανής φρικιών που εκδίδουν τη φρίκη και το ομοίωμά της.
Μα το ποίημα και ο έρωτας, ως καταστάσεις και όχι ως τεκμήρια ή συμβάντα, διαθέτουν πάντα αυτή την ηθική αδιακρισία, τη βουκέντρα δηλαδή, που παρενοχλεί την κατεστημένη φαντασίωση και τον ιδεοληπτικό της εξαναγκασμό.
Ο έρωτας και η ποίηση είναι τα μεγάλα όπλα που δεν σκουριάζουν ποτέ, αλλά αναφλέγονται κάθε τόσο μες στις πασίγνωστες σχισμές, όπου το χαίνον χάος διυλίζεται για να πυρωθεί κι άλλο η μόνη περιουσία μας, η αιωνιότητα της κάθε στιγμής.

Πέμπτη, 12 Μαρτίου 2020

ΠΡΩΤΟΣ ΕΡΩΤΑΣ











Όταν ένας άντρας αγαπάει μια γυναίκα
Την παίρνει καταρχή στα γόνατά του
Φροντίζει να της βγάλει τη φουστίτσα
Ώστε το πανταλόνι του να μην καταστραφεί
Γιατί το ύφασμα πάνω στο ύφασμα
Φθείρει το ύφασμα.
Κατόπι με τη γλώσσα του κοιτάει αν της έγινε
Σωστά η αφαίρεση αμυγδαλών
Αλλιώτικα υπάρχει φόβος μόλυνσης.
Μετά, για να μη μένουνε τα χέρια του αδρανή
Ψάχνει βαθιά, όσο μπορεί βαθύτερα
Ωσότου ανακαλύπτει την ουρά
Από ʼναν άσπρο ποντικό
Που ʼχει βαφτεί στο αίμα
Και μαλακά τραβάει την κλωστή
Να φτάσει ως το ταμπάξ.





Τρίτη, 25 Φεβρουαρίου 2020

ΨΑΛΜΟΣ











           Αφιερώνεται στον Καρλ Κράους


Φως που ο ήλιος τό ’σβησε.
Καπηλειό απ’ όπου βγήκε το απόγευμα κάποιος μεθυσμένος.
Αμπέλι καμένο και μαύρο και με τρύπες όλο αράχνες.
Χώρος που τον άσπρισαν με γάλα.
Πέθανε ο τρελός. Νησί είναι τώρα στις θάλασσες του Νότου
και τον θεό θα υποδεχτεί Ήλιο. Βαράνε τα τύμπανα.
Χορούς πολεμικούς χορεύουν οι άντρες.
Οι γυναίκες λικνίζουν τους γοφούς με περιπλοκάδες και
   πυράκανθους,
όποτε τραγουδάει η θάλασσα. Ω παράδεισέ μας χαμένε!


Οι Νύμφες εγκατέλειψαν τα χρυσά τους δάση.
Τον ξένο θάβει ο κόσμος. Κι ύστερα σηκώνεται και πέφτει
   μια βροχή που μαρμαίρει.
Του Πάνα ο γιός εμφανίζεται με μορφή χωματεργάτη –
στην πυρωμένη άσφαλτο τα μεσημέρια πάντοτε κοιμάται.
Κοριτσάκια σε αυλή με φουστανάκια να σου σπαράζεται
   η καρδιά απ’ τη φτώχεια τους!
Κάμαρες γεμάτες συγχορδίες και σονάτες.
Ίσκιοι που αγκαλιάζονται μπροστά σε καθρέφτη τυφλωμένο.
Στου νοσοκομείου τα παράθυρα μαζεύουν ήλιο όσοι αναρρώνουν.
Ατμόπλοιο λευκό στο κανάλι μεταφέρει επιδημίες ματωμένες.


Η ξένη αδελφή προβάλλει ξανά στους εφιάλτες κάποιου.
Κι αυτός παίζει ήρεμος στη φουντουκιά με τ’ αστέρια του.
Ο σπουδαστής, σωσίας του ίσως, ώρα την κοιτάζει απ’ το παράθυρο.
Πίσω του έχει τον νεκρό αδελφό του ή κατεβαίνει την παλιά
   περιστρεφόμενη σκάλα.
Στο σκοτάδι με τα καστανόδεντρα χλομιάζει η μορφή του νεαρού
   δοκίμου μοναχού.
Ο κήπος πνίγεται στο βράδυ. Στο περιστύλιο νυχτερίδες χτυπάνε
   τα φτερά τους.
Σταματάνε τα παιδιά του επιστάτη το παιχνίδι, το χρυσάφι γυρεύουν
   τ’ ουρανού.
Τελευταίες συγχορδίες κάποιου κουαρτέτου. Η μικρή τυφλή τρέχει
   τρέμοντας στην αλέα,
κι έπειτα συνέχεια ψηλαφεί τον ίσκιο της επάνω στα κρύα τείχη, που
   παραμύθια τα τυλίγουνε και άγιοι θρύλοι.


Άδεια βάρκα, και κατεβαίνει με το σούρουπο στο μαύρο κανάλι.
Στη μελαγχολία του παλιού ασύλου ανθρώπινα ερείπια καταρρέουν.
Τα νεκρά ορφανά στου κήπου κείτονται τον τοίχο.
Από κάτι γκρίζες κάμαρες βγαίνουν άγγελοι με φτερά κοπρισμένα.
Από τα μαραμένα τους βλέφαρα στάζουν σκουλήκια.
Σκοτεινό και αμίλητο της εκκλησίας το προαύλιο – έτσι ήταν
   και στων παιδικών χρόνων τις μέρες.
Με ασημένιες σόλες διαβαίνουνε και χάνονται ζωές
   προηγούμενες
και των καταραμένων οι σκιές κατεβαίνουν στα νερά που
   αναστενάζουν.
Στον τάφο του ο λευκός μάγος παίζει με τα φίδια του.


Πάνω από τον Κρανίου Τόπο αμίλητα του Θεού ανοίγουνε
   τα ολόχρυσα μάτια.





http://alonakitispoiisis.blogspot.com/
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Δευτέρα, 24 Φεβρουαρίου 2020

Γιάννης Δάλλας, Τρία ποιήματα





Οι δυο γεφυρες



Από τα ουράνια  τόξα  κάτω  ώς τις αερογέφυρες

είδα  τους φίλους μου  έναν-έναν  να  εκτοξεύονται

προς τις πλωτές  ή κρεμαστές  του διαστήματος

           

Εγώ   κρατώ  τις δυο σημαίνουσες του βίου μου

η μια να τρίζει ώς τον Ευφράτη  και τον Δούναβη

κι η μυσταγωγική της Ελευσίνας, σχίζοντας στα δύο

με τους γεφυρισμούς της τα Ελευσίνια Μυστήρια

         

Μ΄ αυτούς στο στόμα: χωρατά  και μαστιγώματα

            του λόγου  και αντιλόγου

μέσα  από  νέες σκαλωσιές  περνώντας  το κατώφλι

            μπήκα  στο εργαστήρι

κι   έγινα  εκεί   ένας   γεφυροποιός   της ποίησης

           

                       

Ο  ΓΥΡΙΣΜΟΣ   ΤΟΥ   ΜΕΤΑΝΑΣΤΗ



Αυτός  δεν είναι ο γυρισμός του  μετανάστη

(«Πήγε  λαντζιέρης  και γυρίζει  αμερικάνος...»)

είναι αλλοτρίωση  κι  αναστροφή  πορείας

 

Ο ένας μισός έμεινε εκεί   να  αντιπαλεύει

ένα σκαλί   επάνω-κάτω   από τους άλλους

τους ρέστους  βιοπαλαιστές  ή  εμιγκρέδες

Δεν είχε ιδέα   από  Ηνωμένες Πολιτείες

ούτε  και   ρώτησε  πόσα  δολάρια  κάνει

η χαλκευμένη  της εισόδου  Ελευθερία

         

Ο άλλος  μισός  γύρισε  παίκτης-χαρτοπαίκτης

Τώρα είναι  πιόνι   στη σκακιέρα  της  Ευρώπης

δούλος ή απόβλητος του ευρώ στην Ευρωζώνη







Μη φωνασκεις


Μετά  την    εποχή    των  αγενών  μετάλλων

τη βασιλεία του τροχού  κι   ώς τη  διάσπαση

           του ατόμου

ιδού   που  αναβοσβήνει   και  για  σένα

η  ηλεκτρονική επανάσταση   της  ύλης

          και   αντιύλης

Μη  φωνασκείς  λοιπόν  χέρι   που  γράφεις

μη  θορυβείς  και  πάψε  να  χειρονομείς

         πίσω  απ΄ τις λέξεις

Το   ιμπέριουμ   της φωνής  σου  τέρμα!

Κυριακή, 23 Φεβρουαρίου 2020

Κικὴ Δημουλᾶ - Ποιήματα

ΑΓΓΕΛΙΕΣ

Διατίθεται ἀπόγνωσις
εἰς ἀρίστην κατάστασιν,
καὶ εὐρύχωρον ἀδιέξοδον.
Σὲ τιμὲς εὐκαιρίας.
Ἀνεκμετάλλευτον καὶ εὔκαρπον
ἔδαφος πωλεῖται
ἐλλείψει τύχης καὶ διαθέσεως.
Καὶ χρόνος
ἀμεταχείριστος ἐντελῶς.
Πληροφορίαι: Ἀδιέξοδον
Ὥρα: Πᾶσα.


ΑΝΑΕΡΕΙΠΩΣΗ

ΙΙ
Καὶ
φοβᾶμαι ἀκόμη τῶν χεριῶν μου
τὸ ἄγγιγμα στὶς πέτρες τοῦτες
μὴν ἐπιτείνει τὴ φθορά, μὴν ἐπισπεύδει
τῶν ἐρειπίων τὴν ἐρείπωση.
ΑΘΩΣ ΔΗΜΟΥΛΑΣ
Πότε μὲ εἶχες φέρει ἐδῶ
νὰ μὲ ξεναγήσεις στοὺς χρησμούς;
Νὰ ρωτήσω τὴ μάντιδα Μνήμη.
Ἢ ἄλλη, ἡ διπλανὴ ἱέρεια Λήθη,
ἔχει πολὺ κόσμο πνίγεται στὴ δουλειὰ
ἀμάσητα καταπίνει τὰ καπνώδη φύλλα
τῶν λησμονητέων.
Βρέχει ἀπὸ χτές.
Ὅ,τι βλέπω ἀπ᾿ τὸ παράθυρο τοῦ ἑστιατορίου
θέλει νὰ χαθεῖ. Μὲ τὸ ζόρι συγκρατῶ ἀντίκρυ
τοὺς κίονες μὴν πέσουν τῆς Ἀθηνᾶς Προναίας
-νὰ προσέξω ὅταν θὰ καθαρογράφω αὐτὴ τὴ θέα
μὴ μὲ παρασύρει ὁ δαίμων τῆς συνήχησης
καὶ γράψω Προνέας. Θὰ ποῦν πὼς ξεναγῶ
στὰ ἐρείπια καθρέφτη.
Βρέχει. Καταφεύγουν στὸ ἑστιατόριο
μεγάλες παρέες θορύβων.
Συντοπῖτες, ἐραστὲς τῆς ἱστορίας, ζευγάρια
Ἐρωτευμένα –σπουδαστὲς τοῦ μέλλοντός τους
περιηγητικοὶ συνταξιοῦχοι,
ἀναπαλαιωτὲς τῆς ἀνίας οἰκογένειες
σωματεῖα πρόεδροι ὁμιλήτριες ἀνθοδέσμες.
Ρέουν ξένες γλῶσσες σὲ ποτηράκια τῆς δικῆς μας
ξιφομαχεῖ μὲ τὰ μαχαιροπήρουνα ἡ βροχὴ
καταβροχθίζοντας μερίδες συζητήσεων, μπουκάλια
κρασιοῦ ξελαιμιάζονται νὰ διηγοῦνται
ἀνέκδοτα ἀστεῖα σπᾶνε γέλια.
Οἱ σερβιτόρες ἐντυπώσεις πηδοῦν ἐκστασιασμένες
ἀπὸ τραπέζι σὲ τραπέζι
κραυγαλέα ἐπιδόρπια παραγγέλνει ἡ συντροφικότης.
Ἐνῷ ἐγὼ σέβομαι – συντρώγω χαμηλόφωνα
μὲ τὸ ἕνα ἀπολλώνειο κουβέρ μου.


ΑΣΥΜΒΙΒΑΣΤΑ

Ὅλα τὰ ποιήματά μου γιὰ τὴν ἄνοιξη
ἀτέλειωτα μένουν.
Φταίει ποὺ πάντα βιάζεται ἡ ἄνοιξη,
φταίει ποὺ πάντα ἀργεῖ ἡ διάθεσή μου.
Γι᾿ αὐτὸ ἀναγκάζομαι
κάθε σχεδὸν ποίημά μου γιὰ τὴν ἄνοιξη
μὲ μιὰ ἐποχὴ φθινοπώρου
ν᾿ ἀποτελειώνω.


ΑΥΤΟΣΥΝΤΗΡΗΣΗ

Θὰ πρέπει νὰ ἦταν ἄνοιξη
γιατὶ ἡ μνήμη αὐτὴ
ὑπερπηδώντας παπαροῦνες ἔρχεται.
Ἐκτὸς ἐὰν ἡ νοσταλγία
ἀπὸ πολὺ βιασύνη,
παραγνώρισ᾿ ἐνθυμούμενο.
Μοιάζουνε τόσο μεταξύ τους ὅλα
ὅταν τὰ πάρει ὁ χαμός.
Ἀλλὰ μπορεῖ νά ῾ναι ξένο αὐτὸ τὸ φόντο,
νά ῾ναι παπαροῦνες δανεισμένες
ἀπὸ μιὰν ἄλλην ἱστορία,
δική μου ἢ ξένη.
Τὰ κάνει κάτι τέτοια ἡ ἀναπόληση.
Ἀπὸ φιλοκαλία κι ἔπαρση.
Ὅμως θὰ πρέπει νά ῾ταν ἄνοιξη
γιατὶ καὶ μέλισσες βλέπω
νὰ πετοῦν γύρω ἀπ᾿ αὐτὴ τὴ μνήμη,
μὲ περιπάθεια καὶ πίστη
νὰ συνωστίζονται στὸν καλύκά της.
Ἐκτὸς ἂν εἶναι ὁ ὀργασμὸς
νόμος τοῦ παρελθόντος,
μηχανισμὸς τοῦ ἀνεπανάληπτου.
Ἂν μένει πάντα κάποια γῦρις
στὰ τελειωμένα πράγματα
γιὰ τὴν ἐπικονίαση
τῆς ἐμπειρίας, τῆς λύπης
καὶ τῆς ποίησης.


ΓΑΣ ΟΜΦΑΛΟΣ

ΙΙΙ
Ἀναστηλώνεται Νοέμβρης τῶν Δελφῶν.
Ἀπόβροχο στὶς μετῶπες τῆς ἀπορρόφησής του.
Σύννεφα ποὺ δὲν θὰ φύγουν μοιράζονται θρόνους.
Ζωφόροι φύλλων κίτρινων κοσμοῦν
Ἀντισεισμικὰ ἀνάκτορα ἀνέμων.
Πομπὴ σκαλοπατιῶν.
Προπορεύονται οἱ ἀρχὲς τοῦ τόπου, σαρκοφάγοι.
Ἀκολουθοῦν βασιλεῖς, προσκυνητὲς τῆς προφητείας
ἀρχηγοὶ πολέμων μὲ δῶρα ποὺ στέλνει ἡ φιλοδοξία
στοὺς μάντεις της, αἰῶνες κοιλαράδες βραδυκίνητοι
μὲ τὶς ἐπαναλήψεις παλλακίδες τους.
Φρουρὰ τῆς ροῆς σωματοφύλακες ἑκατέρωθεν,
σαρκοφάγοι πάλι μὲ τὶς περικνημίδες τους
-τσουκνίδες καὶ ξερόχορτα.
Καθ᾿ ὁδόν, στέψη σκέψης
ποὺ ἔκανα γιὰ σένα, ἐπ᾿ ἀνδραγαθία:
μὲ τὴν ἀπουσία σου μεγάλωσες
ἐξάπλωσες τῶν ἀφανῶν τὶς κτήσεις.
Ταξιθέτριες πέτρες στὸ θέατρο.
Στὴ σειρὰ τῶν ἐπισήμων κάθονται θυμάρια.
Τζαμπατζῆδες θεατρόφιλοι βράχοι τριγύρω
κρέμονται σκαρφαλωμένοι στὸν ἀπόηχο.
Στὸν κορυφαῖο ρόλο της ἡ τραγῳδὸς αὐλαία.
Ἐνθουσιώδους παρακμῆς χειροκροτήματα,
μπιζάρουν μέλισσες κι ἄλλα βομβώδη
μελιστάλακτα κεντριά, αἰώρησης κάνιστρα
μὲ φρεσκοκομμένες πεταλοῦδες
ραίνουν τὴν πρωταγωνίστρια ἑρμηνεία μας.
Ψηλά, ἀπὸ τὸ στάδιο, ἐξακοντίζονται ἰαχὲς
κύκλοι δρομεῖς ἐπευφημοῦνται
νικητὴς ἀνακηρύσσεται
ἕνας ἕνας ποὺ κλείνει.
Ἐπακολουθῶ. Στέρνες βωμοὶ ἄδυτα θυσιῶν
ὑδραγωγεῖα κινήτρων, ἡ ἀρχαιότερη Πυθία:
ἡ σαρκοφάγος πάλι. Ἀλλὰ ἡ ζωὴ
τὸν ἀποφεύγει τὸν χρησμό της.
Στάση σκέψης ποὺ κάνω γιὰ ὅλες
τὶς σπασμένες ἀρτιότητες: «στὸ κάτω μέρος
μαρμάρινης τρεχούσης γυναικός»,
βῆμα ἀβοήθητο ποδιοῦ πρὸς χαμένο σῶμα,
μόνο ἡ κουλουριασμένη κίνηση
ἀνώνυμου νεκροῦ πολεμιστῆ
δίπλα σὲ ἀπόστρατη ἀσπίδα
καὶ «δούλης νεαρᾶς τὸ σπασμένο κάτοπτρο»
-τώρα πῶς θὰ καλλωπίζεται ἡ ὑποδούλωση.
Σφὶγξ καθρεφτίζει τὸ ἀναπάντητο.
Καντίνες. Κάτι γιὰ τὸ δρόμο. Σάντουιτς,
ἀναψυκτικά, ἐμφιαλωμένο λάλον ὕδωρ.
Μάρμαρα πάλι, ἀφιερώματα σὲ πέτρες
χαραγμένες. Δύσκολα διαβάζω.
Τὸ σκληρὸ ἔμαθα πὼς χαράζει
ἀλλὰ ὄχι πῶς χαράζεται.
Ἀργὰ συλλαβίζοντας ἀναστηλώνω
μόνον τὴ λέξη ΕΠΤΟΗΘΗ. Μόνο; Ὄχι καὶ μόνο.
Ἀκουστὸ ἀνὰ τὸν κόσμο τὸ Ἐπτοήθη.
Μαντεῖο.
Γᾶς ὀμφαλός.
Δελφοί


ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Μόνη, ἐντελῶς μόνη,
περπατῶ στὸ δρόμο
καὶ πέφτω πάνω σὲ μεγάλα γεγονότα:
Ὁ ἥλιος σὰν ἐπειγόντως νὰ ἐκλήθη ἀπὸ τὴ Δύση
ἀφήνοντας ἡμιτελὲς τὸ δειλινό...
Σὲ λίγο ἡ νύχτα,
κρατώντας τοὺς ἀμφορεῖς τοῦ μυστηρίου,
τῶν ἰδιοτήτων της ἐπαίρετο,
ὅταν τὸ ρεμβῶδες μάτι της, τὸ φεγγάρι,
ἕνα ἀπρόδεκτο, λαθραῖο σύννεφο, πάτησε
καὶ τὴν τύφλωσε.
Τοῦ ἀτυχήματος τούτου
ἐπωφελήθηκε
κάποιος παράξενος κατάσκοπος
-τὸ μεσονύχτιο ὑποπτεύονται-
τὸ σύμπαν πυροβόλησε
καὶ τὸ ἄφησε ἀκίνητο...
Μετὰ ἀπὸ τέτοια γεγονότα,
τὸ γεγονὸς πὼς εἶμαι πάλι μόνη
παρελείφθη.


ΓΗ ΤΩΝ ΑΠΟΥΣΙΩΝ

Τώρα θὰ κοιτάζεις μία θάλασσα.
Ἡ διάθεση νὰ σὲ ἐντοπίσω
στὴ συστρεφόμενη ἐντός μου γῆ τῶν ἀπουσιῶν
ἔτσι σὲ βρίσκει:
πικρὴ παραθαλάσσια ἀοριστία.
Ἐκεῖ δὲν ἔχει ἀκόμα νυχτώσει
κι ἂς νύχτωσε τόσο ἐδῶ
τῶν τόπων οἱ κρίσιμες ὧρες
σπάνια συμπίπτουν.
Κάτι σὰν φῶς καὶ οὔτε φῶς,
ἡ ὥρα τοῦ ἑαυτοῦ σου ἔχει πέσει.
Χορεύουν φύκια
κάτω ἀπ᾿ τὸ τζάμι τοῦ νεροῦ.
Τὰ ρηχά, ἔχουν κι αὐτὰ
τὰ βάσανά τους καὶ τὰ γλέντια τους.
Τώρα θὰ ἔχουν λύσει τὰ μαλλιά τους
οἱ ἁγνὲς ἡσυχίες τριγύρω
μὲ τὴ σιωπή σου θὰ τὶς κάνεις
γυναῖκες σου ἐκπληρωμένες.
Ξαπλώνουν δίπλα σου.
Ἡ σκέψη σου στερεώνει σκαλοπάτια στὸν ἀέρα
κι ἀνεβαίνει. Σὲ κρατάει στὸ ράμφος της.
Ποῦ ξέρω ἐγὼ τὰ εὐαίσθητα σημεῖα τοῦ πελάγους
γιὰ νὰ σὲ καταλάβω;
Θὰ κοιτάζεις μία ἔρημη θάλασσα.
Τὸ βλέμμα σου δὲν παραλλάζει
ἀπὸ πλαγιὰ ποὺ γλυκὰ
καὶ μ᾿ ἀνακούφιση σκουραίνει
κατρακυλώντας μὲς στὴν ἀπομάκρυνση.
Ἀναπνέεις μὲ τὸ στέρνο τῶν μακρινῶν ἠρεμιῶν,
ποὺ ἔχω γι᾿ αὐτὲς διαβάσει
στοὺς πολύτομους κόπους ποὺ ἔδεσα.
Σ᾿ ἕνα ἀβαθῆ σου στεναγμὸ βούλιαξε ἕνα βαπόρι.
Δὲν θὰ ἤτανε βαπόρι. Θὰ ἤτανε σκιάχτρο
στὰ ὑγρὰ περβόλια τῆς φυγῆς
νὰ μὴν πηγαίνουν οἱ διαθέσεις
νὰ τὴν τσιμπολογᾶνε.
Ἡ τερατώδης τοῦ πελάγους δυνατότητα,
ἡ κίνηση τοῦ πλάτους,
φθάνει στὰ πόδια σου ἀφρός,
ψευτοεραστὴς στὰ πρῶτα βότσαλα.
Τοὺς σκάει ἕνα φιλὶ καὶ ξεμεθάει.

Τώρα, θὰ σοῦ ἔχουν πεῖ ὅ,τι εἶχαν νὰ σοῦ ποῦν
Οἱ ἀναδιπλώσεις τῶν κυμάτων
καὶ θὰ ἐπιστρέφεις κάπου.
Θὰ παίρνεις κάποιο χωματόδρομο,
μιὰ ἄλλη ἅπλα,
ἀλλοῦ γυμνὴ κι ἀλλοῦ ντυμένη μὲ βλάστηση.
Ἡ σκέψη σου, μετὰ ἀπὸ τόση θάλασσα,
κατέβηκε ἀπὸ γλάρος,
βάζει τὸ δέρμα τῆς προσαρμογῆς καὶ χάνεται.
Ὅπου εἶναι θάμνος, πράσινη
ὅπου σκοτεινό, σκοτεινή.
Ἐκεῖ ποὺ οἱ καλαμιὲς σπέρνουν ψιθύρους,
ψιθυριστή,
ὅπου περνάει ρίζα, ριζωμένη
ὅπου κυλάει ρυάκι, ρέουσα
κι ὅπου δαγκώνει ἡ πέτρα, πέτρινη.
Στὴν ψυχή σου δὲν φθάνει κανεὶς
οὔτε διὰ ξηρᾶς οὔτε διὰ θαλάσσης.
Αὐτὸ τὸ δισκίο,
τὸ ἀκουμπισμένο στὸ μαῦρο ἀτμοσφαιρικὸ τραπέζι,
ποὺ τὸ περνᾷς κι ἐσύ, ὅπως κι οἱ ἄλλοι, γιὰ φεγγάρι,
ἄσ᾿ το, δὲν εἶναι φεγγάρι.
Εἶναι τὸ βραδινό μου χάπι
τὸ ψυχοτρόπο.


ΓΡΑΜΜΑ

Ὁ ταχυδρόμος,
σέρνοντας στὰ βήματά του τὴν ἐλπίδα μου
μοῦ ῾φερε καὶ σήμερα ἕνα φάκελο
μὲ τὴ σιωπή σου.
Τὸ ὄνομά μου γραμμένο ἀπ᾿ ἔξω μὲ λήθη.
Ἡ διεύθυνσή μου ἕνας ἀνύπαρκτος δρόμος.
Ὅμως ὁ ταχυδρόμος
τὸν βρῆκε ἀποσυρμένο στὴ μορφή μου,
κοιτώντας τὰ παράθυρα ποὺ ἔσκυβαν μαζί μου,
διαβάζοντας τὰ χέρια μου
ποὺ ἔπλαθαν κιόλας μιὰ ἀπάντηση.
Θὰ τὸν ἀνοίξω μὲ τὴν καρτερία μου
καὶ θὰ ξεσηκώσω μὲ τὴ μελαγχολία μου
τ᾿ ἄγραφά σου.
Κι αὔριο θὰ σοῦ ἀπαντήσω
στέλνοντάς σου μιὰ φωτογραφία μου.
Στὸ πέτο θὰ ἔχω σπασμένα τριφύλλια,
στὸ στῆθος σκαμμένο
τὸ μενταγιὸν τῆς συντριβῆς.
Καὶ στ᾿ αὐτιά μου θὰ κρεμάσω-συλλογίσου-
τὴ σιωπή σου.


ΔΕΝ ΕΧΕΙΣ ΤΙ ΝΑ ΧΑΣΕΙΣ

Καλὰ τὰ βγάζει πέρα ἡ μοναξιὰ
φτωχικὰ ἀλλὰ τίμια.
Ἀλλοῦ κοιμᾶται αὐτὴ
κι ἀλλοῦ τὸ ἐγκρατὲς σκεπτικὸ ἐάν.
Μόνο καμιὰ φορὰ
σὲ πειραματισμοὺς τὴν παρασύρει
ἡ περιέργεια
- ὄφις προγενέστερος
καὶ πιὸ φανατικὸς
ἀπ᾿ τὸν νερόβραστον ἐκεῖνον τῆς μηλέας.
Δοκίμασε τῆς λέει, μὴ φοβᾶσαι
δὲν ἔχεις τί νὰ χάσεις
καὶ τὴν πείθει
νὰ κουλουριάζεται πνιχτὰ
νὰ τρίβεται σὰ γάτα ἀνεπαίσθητη
πάνω στὸν διαθέσιμο ἀέρα
ποῦ ἀφήνεις προσπερνώντας.
Ἀπόλαυση πολὺ μοναχικότερη
ἀπὸ τὴ στέρησή της.


ΔΙΑΛΟΓΟΣ
ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΜΕΝΑ ΚΑΙ ΣΕ ΜΕΝΑ

Σοῦ εἶπα:
- Λύγισα.
Καὶ εἶπες:
- Μὴ θλίβεσαι.
Ἀπογοητεύσου ἥσυχα.
Ἤρεμα δέξου νὰ κοιτᾷς
σταματημένο τὸ ρολόι.
Λογικὰ ἀπελπίσου
πῶς δὲν εἶναι ξεκούρδιστο,
ὅτι ἔτσι δουλεύει ὁ δικός σου χρόνος.
Κι ἂν αἴφνης τύχει
νὰ σαλέψει κάποιος λεπτοδείκτης,
μὴ ριψοκινδυνέψεις νὰ χαρεῖς.
Ἡ κίνηση αὐτὴ δὲν θά ῾ναι χρόνος.
Θά ῾ναι κάποιων ἐλπίδων ψευδορκίες.
Κατέβα σοβαρή,
νηφάλια αὐτοεκθρονίσου
ἀπὸ τὰ χίλια σου παράθυρα..
Γιὰ ἕνα μήπως τ᾿ ἄνοιξες.
Κι αὐτοξεχάσου εὔχαρις.
Ὅ,τι εἶχες νὰ πεῖς,
γιὰ τὰ φθινόπωρα, τὰ κύκνεια,
τὶς μνῆμες, ὑδροροὲς τῶν ἐρώτων,
τὴν ἀλληλοκτονία τῶν ὠρῶν,
τῶν ἀγαλμάτων τὴν φερεγγυότητα,
ὅ,τι εἶχες νὰ πεῖς
γι᾿ ἀνθώπους ποὺ σιγὰ-σιγὰ λυγίζουν,
τὸ εἶπες.


ΕΠΙΣΚΕΥΑΣΤΙΚΑ ΔΑΝΕΙΑ

Ἐκκλησάκι ἔρημο ἐγκαταλειμμένο πιστευτό.
Θαρρεῖς ὅτι τὸ ἔχτισε ἐρείπωση.
Τὰ κεραμίδια στὸν τροῦλο
τρύπιο σάλι ριγμένο
στὴ γηραιὰ καμπούρα τῆς ἀνάτασης.
Τὰ μικρὰ παράθυρα κρέμονται
κάπως στραβὰ στὸν τοῖχο
σὰν εἰκονίτσες ποὺ σεισμὸς τὶς μετακίνησε
ἀπὸ τῆς πίστης τὸ ἴσιο.
Βιτρὸ στὰ τζάμια συνθεμένα
μὲ πολυκαιρινῆς βροχῆς σταγόνες ραγισμένες.
Ἄραγε νὰ ζεῖ μέσα ἡ ἁγιότης
τρεφόμενη μὲ σβηστὰ κεράκια μόνο;
Κλειδωμένη ἡ ἀμφίβια πόρτα
- καὶ στὸ μέσα σκότος βυθισμένη ζεῖ
καὶ στὸ φῶς ἔξω κολυμπάει.
Ἐπάνω της τὴν πλάτη του ἀκουμπώντας
ἕνα σκαλοπατάκι
ζητιανεύει λίγην ἐπισκευή. Ἔχει σπάσει.
Καὶ ἡ φύση ποὺ ὅλα τὰ καλοπιάνει
καὶ τὴν ἀκμὴ λατρεύει
καὶ στὴ φθορὰ χατίρι δὲ χαλάει
ἐπισκευάζει τὴ ρωγμὴ στὸ σκαλοπάτι
πολύχρωμα γεμίζοντάς την μὲ τσουκνίδες,
γαϊδουράγκαθα, μολόχες, δαφνόφυλλα
καὶ πικροπαπαροῦνες.
Καὶ γίνεται αἴφνης ἀνοιξιάτικος εὐδιάθετος
γραφικὸς αἰσιόδοξος ὁ τρόμος
γιὰ τὴν ἐρείπωση τῆς ἐγκατάλειψής μας.


EΡΕΒΟΣ

Σκύβοντας πάνω
ἀπ᾿ τῆς ψυχῆς μου τὴ συσκότιση
στίχους ἰσχνοὺς θὰ ἐπιδείξω
ἀποκλεισμένους ἀπὸ ἀπρόσμενη κακοκαιρία
ποῦ πλήγωσε θανάσιμα
κάποιο δειλό μου λυκαυγές.
Πολλὰ θὰ λὲν οἱ στίχοι αὐτοί,
θὰ δεῖτε, θὰ διαβάσετε.
Ὁ τελευταῖος μόνο στίχος
τίποτε δὲν θὰ λέει.
Κοιτώντας θλιβερὰ τοὺς προηγούμενους
θὰ κλαίει.


ΕΥΦΛΕΚΤΗ Η ΑΠΟΣΤΑΣΗ

Ἀσυγχώρητη ἀπροσεξία
νὰ μοῦ στείλεις ἐπὶ χάρτου ἐφημερίδας
ὁλοσέλιδή τη φωτογραφία σου
μὲ ἀναμμένο τὸ τσιγάρο της.
Ἂν ἔπιανε φωτιὰ ἡ παραλαβή;
Ποιὰ πυροσβεστικὴ
ψυχραιμία εἰς μάτην θὰ καλοῦσα
σὲ ποιὸ διανυκτερεῦον ἔγκαυμα
θὰ ἔτρεχα ἀνήμπορο ἐγὼ χαρτὶ καμένο
σὲ ποιὰν ἐξαντλημένη θεραπεία
σὲ ποιὰν ἀποζημίωση μετά.
Ἀσφάλεια ἀναθρώσκοντος καπνοῦ
δὲν ἔχω κάνει.


Η ΓΛYKΥΤΑΤΗ ΑΒΕΒΑΙΟΤΗΣ

Τρισάγια κάθε τόσο
γιὰ νὰ δοθεῖ ἡ ὑπηκοότητα νεκροῦ
στὸν κεκοιμημένον δοῦλόν σου.
Ὕψιστε, τί ἐννοεῖς
ἄλλο νεκρὸς καὶ ἄλλο δοῦλος.
Κι ἀπὸ πότε ἐπιτρέπεται
νὰ κοιμοῦνται ἔτσι βαθιὰ
ἀτιμώρητοι οἱ δοῦλοι.
Τὸν κεκοιμημένον δοῦλόν σου.
Θέ μου, ἂν ἀπελευθερώνει ὁ θάνατος
ὅπως μᾶς τὸ ὑπόσχεται παρήγορη
ἡ γλυκύτατη ἀβεβαιότης, ἐσὺ
γιατί τὸν θὲς ντὲ καὶ καλὰ δουλέμπορο;
Τὸν κεκοιμημένον.
Περὶ ὕπνου πρόκειται, Κύριε;
Μὰ τοῦ κολλάει ὕπνος τοῦ νεκροῦ
ἔτσι εὔκολα νυστάζει ἡ ἀπώλεια τῆς ζωῆς;
Ἐδῶ ἐμεῖς, δοῦλοι τοῦ ἀπάνω κόσμου ἀκόμα
κι ὅμως ποιὸς κλείνει μάτι
ἂν δὲν τὸν νανουρίσει ὅπως ξέρει
μόνο ἡ γιαγιά του ἡ ἀβεβαιότης
μὲ τὴ γλυκεῖα της ρόδινη ἀφύπνιση.
Κύριε, μήπως ὅταν ἐνέκρινες
αὐτοὺς τοὺς ἀνελέητους ἀνταγωνιστικοὺς ψαλμοὺς
ἤσουν ἀκόμη ἄνθρωπος;


Η ΠΕΡΙΦΡΑΣΤΙΚΗ ΠΕΤΡΑ

Μίλα.
Πὲς κάτι, ὁτιδήποτε.
Μόνο μὴ στέκεις σὰν ἀτσάλινη ἀπουσία.
Διάλεξε ἔστω κάποια λέξη,
ποὺ νὰ σὲ δένει πιὸ σφιχτὰ
μὲ τὴν ἀοριστία.
Πές:
«ἄδικα»,
«δέντρο»,
«γυμνό».
Πές:
«θὰ δοῦμε»,
«ἀστάθμητο»,
«βάρος».
Ὑπάρχουν τόσες λέξεις ποὺ ὀνειρεύονται
μιὰ σύντομη, ἄδετη, ζωὴ μὲ τὴ φωνή σου.
Μίλα.
Ἔχουμε τόση θάλασσα μπροστά μας.
Ἐκεῖ ποὺ τελειώνουμε ἐμεῖς
ἀρχίζει ἡ θάλασσα.
Πὲς κάτι.
Πὲς «κῦμα», ποὺ δὲν στέκεται.
Πὲς «βάρκα», ποὺ βουλιάζει
ἂν τὴν παραφορτώσεις μὲ προθέσεις.
Πὲς «στιγμή»,
ποὺ φωνάζει βοήθεια ὅτι πνίγεται,
μὴν τὴ σῴζεις,
πὲς
«δὲν ἄκουσα».
Μίλα.
Οἱ λέξεις ἔχουν ἔχθρες μεταξύ τους,
ἔχουν τοὺς ἀνταγωνισμούς:
ἂν κάποια ἀπ᾿ αὐτὲς σὲ αἰχμαλωτίσει,
σ᾿ ἐλευθερώνει ἄλλη.
Τράβα μία λέξη ἀπ᾿ τὴ νύχτα
στὴν τύχη.
Ὁλόκληρη νύχτα στὴν τύχη.
Μὴ λὲς «ὁλόκληρη»,
πὲς «ἐλάχιστη»,
ποὺ σ᾿ ἀφήνει νὰ φύγεις.
Ἐλάχιστη
αἴσθηση,
λύπη
ὁλόκληρη
δική μου.
Ὁλόκληρη νύχτα.
Μίλα.
Πὲς «ἀστέρι», ποὺ σβήνει.
Δὲν λιγοστεύει ἡ σιωπὴ μὲ μιὰ λέξη.
Πὲς «πέτρα»,
ποὺ εἶναι ἄσπαστη λέξη.
Ἔτσι, ἴσα ἴσα,
νὰ βάλω ἕναν τίτλο
σ᾿ αὐτὴ τὴ βόλτα τὴν παραθαλάσσια.


ΚΟΝΙΑΚ ΜΗΔΕΝ ΑΣΤΕΡΩΝ

Χαμένα πᾶνε ἐντελῶς τὰ λόγια τῶν δακρύων.
Ὅταν μιλάει ἡ ἀταξία ἡ τάξη σωπαίνει
-ἔχει μεγάλη πεῖρα ὁ χαμός.
Τώρα πρέπει νὰ σταθοῦμε στὸ πλευρὸ
τοῦ ἀνώφελου.
Σιγὰ σιγὰ νὰ ξαναβρεῖ τὸ λέγειν της ἡ μνήμη
νὰ δίνει ὡραῖες συμβουλὲς μακροζωϊας
σὲ ὅ,τι ἔχει πεθάνει.
Ἂς σταθοῦμε στὸ πλευρὸ ἐτούτης τῆς μικρῆς
Φωτογραφίας
ποὺ εἶναι ἀκόμα στὸν ἀνθὸ τοῦ μέλλοντός της:
νέοι ἀνώφελα λιγάκι ἀγκαλιασμένοι
ἐνώπιον ἀνωνύμως εὐθυμούσης παραλίας.
Ναύπλιο Εὔβοια Σκόπελος;
Θὰ πεῖς
καὶ ποὺ δὲν ἦταν τότε θάλασσα.
(ἀπὸ τὰ Ποιήματα, Ἴκαρος 1998)


ΜΙΑ ΜΕΤΕΩΡΗ ΚΥΡΙΑ

Βρέχει...
Μία κυρία ἐξέχει στὴ βροχὴ
μόνη
πάνω σ᾿ ἕνα ἀκυβέρνητο μπαλκόνι.
Κι εἶναι ἡ βροχὴ σὰν οἶκτος
κι εἶναι ἡ κυρία αὐτὴ
σὰν ράγισμα στὴ γυάλινη βροχή.
Τὸ βλέμμα της βαδίζει στὴ βροχή,
βαριὲς πατημασιὲς καημοῦ
τὸν βρόχινό του δρόμο
γεμίζοντας. Κοιτάζει...
Κι ὅλο ἀλλάζει στάση,
σὰν κάτι πιὸ μεγάλο της,
ἕνα ἀνυπέρβλητο,
νά ῾χει σταθεῖ
μπροστὰ σ᾿ ἐκεῖνο ποὺ κοιτάζει.
Γέρνει λοξὰ τὸ σῶμα
παίρνει τὴν κλίση τῆς βροχῆς
―χοντρὴ σταγόνα μοιάζει―
ὅμως τὸ ἀνυπέρβλητο μπροστά τῆς πάντα.
Κι εἶναι ἡ βροχὴ σὰν τύψη.
Κοιτάζει...
Ρίχνει τὰ χέρια ἔξω ἀπ᾿ τὰ κάγκελα
τὰ δίνει στὴ βροχὴ
πιάνει σταγόνες
φαίνεται καθαρὰ ἡ ἀνάγκη
γιὰ πράγματα χειροπιαστά.
Κοιτάζει...
Καί, ξαφνικά,
σὰν κάποιος νὰ τῆς ἔγνεψε «ὄχι»,
κάνει νὰ πάει μέσα.
Ποῦ μέσα ―
μετέωρη ὡς ἐξεῖχε στὴ βροχὴ
καὶ μόνη
πάνω σ᾿ ἕνα ἀκυβέρνητο μπαλκόνι.
(ἀπὸ τὰ Ποιήματα, Ἴκαρος 1998)


ΟΙ ΑΠΟΔΗΜΗΤΙΚΕΣ ΚΑΛΗΜΕΡΕΣ

Ἄρχισε ψύχρα.
Τὸ γύρισε ὁ καιρὸς σὲ ἀναχώρηση.
Ἡ πρώτη μέρα τοῦ Σεπτέμβρη
ξοδεύτηκε σὲ κάποια ὑδρορροή.
Ὡς χθὲς ἀκόμα ὅλα ἔρχονταν.
Ζέστες, ἡ διάθεση γιὰ φῶς,
λόγια, πουλιά,
πλαστογραφία ζωῆς.
Γονιμοποιοῦνταν κάθε βράδυ τὰ φεγγάρια,
πολλοὶ διάττοντες ἔρωτες
ἦρθαν στὸν κόσμο τὸν περασμένο μήνα.
Τώρα ἡ γνωστὴ ψύχρα
κι ὅλα νὰ φεύγουν.
Ζέστες, πουλιά, ἡ διάθεση γιὰ φῶς.
Φεύγουν τὰ πουλιά, ἀκολουθοῦν τὰ λόγια
ἡ μία ἐρήμωση τραβάει πίσω τῆς τὴν ἄλλη
μὲ λύπη αὐτοδίδακτη.
Ἤδη ἀποσυνδέθηκε τὸ φῶς ἀπὸ τὴν ἐπανάπαυση
κι ἀπὸ τὶς καλημέρες σου.
Τὰ παράθυρα ἐνδίδουν.
Τὸ χέρι τοῦ μεταβλητοῦ κλείνει τὰ τζάμια,
ἄλλοι λὲν ὡς τὴν ἄνοιξη,
ἄλλοι φοβοῦνται διὰ βίου.
Κι ἐσὺ τί κάθεσαι;
Καιρὸς νὰ μπεῖς κι ἐσὺ στὰ ἀλλαγμένα.
Νὰ γίνεις ὅτι ἀναρωτιόμουν πέρυσι:
«ποιὸς ξέρει τ᾿ ἄλλο μου φθινόπωρο;».
Καιρὸς νὰ γίνεις «τ᾿ ἄλλο μου φθινόπωρο».
Ἄρχισε ψύχρα.
Ρῖξε στὴν πλάτη σου ἕνα ροῦχο ἀποδημίας.


Ο ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ

Ὁ ἔρωτας,
ὄνομα οὐσιαστικόν,
πολὺ οὐσιαστικόν,
ἑνικοῦ ἀριθμοῦ,
γένους οὔτε θηλυκοῦ, οὔτε ἀρσενικοῦ,
γένους ἀνυπεράσπιστου.
Πληθυντικὸς ἀριθμὸς
οἱ ἀνυπεράσπιστοι ἔρωτες.
Ὁ φόβος,
ὄνομα οὐσιαστικὸν
στὴν ἀρχὴ ἑνικὸς ἀριθμὸς
καὶ μετὰ πληθυντικὸς
οἱ φόβοι.
Οἱ φόβοι
γιὰ ὅλα ἀπὸ δῶ καὶ πέρα.
Ἡ μνήμη,
κύριο ὄνομα τῶν θλίψεων,
ἑνικοῦ ἀριθμοῦ
μόνον ἑνικοῦ ἀριθμοῦ
καὶ ἄκλιτη.
Ἡ μνήμη, ἡ μνήμη, ἡ μνήμη.
Ἡ νύχτα,
Ὄνομα οὐσιαστικόν,
Γένους θηλυκοῦ,
Ἑνικὸς ἀριθμός.
Πληθυντικὸς ἀριθμὸς
Οἱ νύχτες.
Οἱ νύχτες ἀπὸ δῶ καὶ πέρα.
(ἀπὸ τὰ Ποιήματα, Ἴκαρος 1998)


ΠΑΡΑΚΛΗΣΙΣ

Αὐτὴ τὴ μέρα
ἄφησε νὰ σοῦ ἐμπιστευτῶ τὴν ἱστορία μου:
Μελαγχολικός της ζωῆς ἄνεμος εἶμαι
ποὺ νυχτώθηκα καὶ ἀπόμεινα σ᾿ ἕνα χθὲς ἀνάλγητο.
Ἔλα λοιπόν, καὶ μὲ τὰ μάτια σου,
ποῦ ῾ναι καταχνιὰ κι ἐνάστρωση,
τὸ σύθαμπο καὶ τὸ πρωὶ
σὲ μιὰν ἀλλόκοτη σύγκλιση,
ἀνάστειλε τὴ νύχτα μου.
Ἔλα
Κι ἂς εἶναι μοιραῖο πὼς ἀργότερα,
ὅταν ἀνάμεσά μας θ᾿ ἀναδεύεται,
σὲ ἀνυπόφορη μεγέθυνση,
τὸ μυστικό μας τ᾿ ἀδυσώπητο,
-πὼς σημερινοὶ εἴμαστε καὶ ξένοι-
μὲ τὸν ὑποβολέα τῆς πίκρας μου
παμπάλαιο κατευόδιο θ᾿ ἀπαγγείλω πάλι
στὶς ὧρες τὶς ἀγέρωχες,
ποὺ ἀνεβασμένες στὶς σχεδίες τοῦ ἀνέκκλητου
πρὸς ἕνα ἀδηφάγο αὔριο θὰ λάμνουν.


ΠΑΡΑΝΟΜΙΕΣ

Ἐπεκτείνομαι καὶ βιώνω
παράνομα
σὲ περιοχὲς ποὺ σὰν ὑπαρκτὲς
δὲν παραδέχονται οἱ ἄλλοι.
Ἐκεῖ σταματῶ καὶ ἐκθέτω
τὸν καταδιωγμένο κόσμο μου,
ἐκεῖ τὸν ἀναπαράγω
μὲ πικρὰ κι ἀπειθάρχητα μέσα,
ἐκεῖ τὸν ἀναθέτω
σ᾿ ἕναν ἥλιο
χωρὶς σχῆμα, χωρὶς φῶς,
ἀμετακίνητο,
προσωπικό μου.
Ἐκεῖ συμβαίνω.
Κάποτε, ὅμως,
παύει αὐτό.
Καὶ συστέλλομαι,
κι ἐπανέρχομαι βίαια
(πρὸς καθησυχασμόν)
στὴ νόμιμη καὶ παραδεκτὴ
περιοχὴ
στὴν ἐγκόσμια πίκρα.
Καὶ διαψεύδομαι.


ΠΕΡΑΣΑ

Περπατῶ καὶ νυχτώνει.
Ἀποφασίζω καὶ νυχτώνει.
Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη.
Ὑπῆρξα περίεργη καὶ μελετηρή.
Ξέρω ἀπ᾿ ὅλα. Λίγο ἀπ᾿ ὅλα.
Τὰ ὀνόματα τῶν λουλουδιῶν ὅταν μαραίνονται,
πότε πρασινίζουν οἱ λέξεις καὶ πότε κρυώνουμε.
Πόσο εὔκολα γυρίζει ἡ κλειδαριὰ τῶν αἰσθημάτων
μ᾿ ἕνα ὁποιοδήποτε κλειδὶ τῆς λησμονιᾶς.
Ὄχι δὲν εἶμαι λυπημένη.
Πέρασα μέρες μὲ βροχή,
ἐντάθηκα πίσω ἀπ᾿ αὐτὸ
τὸ συρματόπλεγμα τὸ ὑδάτινο
ὑπομονετικὰ κι ἀπαρατήρητα,
ὅπως ὁ πόνος τῶν δέντρων
ὅταν τὸ ὕστατο φύλλο τοὺς φεύγει
κι ὅπως ὁ φόβος τῶν γενναίων.
Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη.
Πέρασα ἀπὸ κήπους, στάθηκα σὲ συντριβάνια
καὶ εἶδα πολλὰ ἀγαλματίδια νὰ γελοῦν
σὲ ἀθέατα αἴτια χαρᾶς.
Καὶ μικροὺς ἐρωτιδεῖς, καυχησιάρηδες.
Τὰ τεντωμένα τόξα τους
βγήκανε μισοφέγγαρο σὲ νύχτες μου καὶ ρέμβασα.
Εἶδα πολλὰ καὶ ὡραῖα ὄνειρα
καὶ εἶδα νὰ ξεχνιέμαι.
Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη.
Περπάτησα πολὺ στὰ αἰσθήματα,
τὰ δικά μου καὶ τῶν ἄλλων,
κι ἔμενε πάντα χῶρος ἀνάμεσά τους
νὰ περάσει ὁ πλατὺς χρόνος.
Πέρασα ἀπὸ ταχυδρομεῖα καὶ ξαναπέρασα.
Ἔγραψα γράμματα καὶ ξαναέγραψα
καὶ στὸ θεὸ τῆς ἀπαντήσεως προσευχήθηκα ἄκοπα.
Ἔλαβα κάρτες σύντομες:
ἐγκάρδιο ἀποχαιρετιστήριο ἀπὸ τὴν Πάτρα
καὶ κάτι χαιρετίσματα
ἀπὸ τὸν Πύργο τῆς Πίζας ποὺ γέρνει.
Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη ποὺ γέρνει ἡ μέρα.
Μίλησα πολύ. Στοὺς ἀνθρώπους,
στοὺς φανοστάτες, στὶς φωτογραφίες.
Καὶ πολὺ στὶς ἁλυσίδες.
Ἔμαθα νὰ διαβάζω χέρια
καὶ νὰ χάνω χέρια.
Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη.
Ταξίδεψα μάλιστα.
Πῆγα κι ἀπὸ ἐδῶ, πῆγα καὶ ἀπὸ ἐκεῖ...
Παντοῦ ἕτοιμος νὰ γεράσει ὁ κόσμος.
Ἔχασα κι ἀπὸ ἐδῶ, ἔχασα κι ἀπὸ κεῖ.
Κι ἀπὸ τὴν προσοχή μου μέσα ἔχασα
κι ἀπὸ τὴν ἀπροσεξία μου.
Πῆγα καὶ στὴ θάλασσα.
Μοῦ ὀφειλόταν ἕνα πλάτος. Πὲς πῶς τὸ πῆρα.
Φοβήθηκα τὴ μοναξιὰ
καὶ φαντάστηκα ἀνθρώπους.
Τοὺς εἶδα νὰ πέφτουν
ἀπὸ τὸ χέρι μιᾶς ἥσυχης σκόνης,
ποὺ διέτρεχε μιὰν ἡλιαχτίδα
κι ἄλλους ἀπὸ τὸν ἦχο μιᾶς καμπάνας ἐλάχιστης.
Καὶ ἠχήθηκα σὲ κωδωνοκρουσίες
ὀρθόδοξης ἐρημιᾶς.
Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη.
Ἔπιασα καὶ φωτιὰ καὶ σιγοκάηκα.
Καὶ δὲν μοῦ ἔλειψε οὔτε τῶν φεγγαριῶν ἡ πεῖρα.
Ἡ χάση τοὺς πάνω ἀπὸ θάλασσες κι ἀπὸ μάτια,
σκοτεινή, μὲ ἀκόνισε.
Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη.
Ὅσο μπόρεσα ἔφερ᾿ ἀντίσταση σ᾿ αὐτὸ τὸ ποτάμι
ὅταν εἶχε νερὸ πολύ, νὰ μὴ μὲ πάρει,
κι ὅσο ἦταν δυνατὸν φαντάστηκα νερὸ
στὰ ξεροπόταμα
καὶ παρασύρθηκα.
Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη.
Σὲ σωστὴ ὥρα νυχτώνει.


ΣΥΜΠΛΗΓΑΔΕΣ ΣΥΓΚΡΙΣΕΙΣ

Περιμένω. Σὲ φουαγιὲ θεάτρου.
Ὥσπου ν᾿ ἀρχίσει ἡ παράσταση
βλέπω τί παίζεται πλαγίως
ἐντὸς ἐνυδρείου ποὺ διασκεδάζει
τὴν ἀναμονή.
Τετράγωνο περίπου σὰν κουτὶ
παπουτσιῶν στὸ νούμερο τῆς ὑπερβολῆς.
Σὲ γωνία σφηνωμένο γιὰ νὰ γεύονται
διπλὴ ἀσφυξία οἱ τοῖχοι.
Μικρὰ ψαράκια ὅσο τὸ χρυσαφὶ τοῦ ἥλιου
ἐπάνω σὲ χρυσόμυγας ξεριζωμένο βόμβο
τρέχουν πανικόβλητα. Σκυλόψαρο τζάμι τὰ κυνηγᾷ.
Νᾶνος βυθός. Τὸν γαργαλάει εὔκολα
μὲ τὰ κοντά της δαχτυλάκια ἡ ἐπιφάνεια.
Συνθλίβεται ἡ πλεύση συχνὰ
στὶς συμπληγάδες πέτρες-χαλίκι
εὕρημα στεριανό.
Κάθε τόσο ἀγωγὸς κρυμμένος στέλνει
βίαιο ἀέρα φουρτουνιάζει κάπως ἡ ἀνία
φύκια ξεμαλλιάζονται μὲ πλαστικὸν
ὀλοφυρμό. Γιὰ λίγο
καταποντίζεται ἡ ὁρατότης. Ὥσπου
μισοπνιγμένη τὴν τραβᾶνε κατὰ πάνω
κάτι φυσαλίδες ὀξυγόνου μικρὲς
σὰν καρφίτσας κεφαλάκι ποὺ βγαίνουν
ἀπὸ τῶν ματιῶν μου τὴ λιγοστὴ φιάλη.
Τί λυπᾶσαι, χρυσόψαρα εἶναι
οὔτε ποὺ γνώρισαν θάλασσα ποτέ τους.
Καὶ μεῖς πόσο τάχα γνωρίσαμε;
Κι ὅμως τὸ νοσταλγοῦμε αὐτὸ τὸ διόλου.


ΥΠΟΚΑΤΑΣΤΑΤΟ

Σκορπίζουν
τῶν δακρύων οἱ μεγάλες συγκεντρώσεις.
Μνήμη καὶ παρὸν ψάχνουν νὰ κρυφτοῦν
ἀπὸ τὴ διαύγειά τους.
Ἀραιὰ ποῦ καὶ ποῦ καμιὰ τουφεκιὰ
πότε ἀπὸ κεῖνο τὸ εὐκρινὲς
χαράκωμα ἡ λύπη πότε ἀπὸ ἀμυδρότερο.
Στρατηγικὴ νὰ δείξει τάχα
ὅτι ἔρχονται ἐνισχύσεις.
Ἂς παραδοθεῖ.
Ἔχει σχεδὸν ἐπικρατήσει ἡ φωτογραφία σου.
Ἐξαπλώθηκε ὅπου βρῆκε ἄμαχη ἐπιφάνεια
ἀποδεκατισμένη αἴσθηση πρόθυμη γιὰ γαλήνη.
Ἀνεμίζει στῶν βλεμμάτων τὰ ὑψώματα
ὄχι σὰν ἔθιμο ἀδρανὲς μελαγχολικὸ
μὰ ὡς γενναῖος συκοφάντης τῆς ἀπώλειάς σου.
Μέρα τὴ μέρα πείθει πῶς τίποτα δὲν ἄλλαξε
ὅτι ἤσουν πάντα ἔτσι, ἀπὸ χαρτὶ
ἐκ γενετῆς φωτογραφία σὲ συνάντησα
ἀνέκαθεν πὼς ἔτσι σ᾿ ἀγαποῦσα γυρολόγα
ἀπὸ εἰκόνα σὲ ἀπεικόνιση
κι ἀπὸ ἀπεικόνιση σὲ εἰκόνα σου ἀρκέστηκα.
Μνήμη καὶ παρὸν πρέπει νὰ κρυφτοῦν
ἀπὸ τὴ διαύγειά τους.
Ἀραιὰ ποῦ καὶ ποῦ καμιὰ τουφεκιὰ ἀμυδρὴ
Μαρτυρία ὑπέρ σου ἡ λύπη
ἂς παραδοθεῖ.
Ὁ μόνος ἀξιόπιστος μάρτυρας ὅτι ζήσαμε
εἶναι ἡ ἀπουσία μας.


ΥΠΟ ΤΗΝ ΑΠΕΙΛΗ ΤΟΥ ΘΕΛΩ

Σοῦ ἔτεινα προσέγγιση
ἀλλὰ ἤδη χαιρετισμὸ μοῦ ἔστελνε τὸ χέρι σου
ἀπογειωμένο σὲ ὕψος ἀσφαλείας του
πάνω ἀπὸ δυὸ χιλιάδες πόδια ὑπολογίζω.
Ἄξιον ἀπορίας τὰ κατάφερα
τηλαισθαντικὸς ἀεροπειρατὴς νὰ μπῶ
στὸν ἐναέριο χῶρο του
καὶ σημαδεύοντας τὸ μὲ μακρύκανο
κυνηγετικὸν αἰφνιδιασμὸ
νὰ χάσει ὕψος τὸ ἀνάγκασα
καὶ μὲς στὸ χέρι μου νὰ προσγειωθεῖ.


ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ 1948

Κρατῶ λουλοῦδι μᾶλλον.
Παράξενο.
Φαίνετ᾿ ἀπ᾿ τὴ ζωή μου
πέρασε κῆπος κάποτε.
Στὸ ἄλλο χέρι
κρατῶ πέτρα.
Μὲ χάρη καὶ ἔπαρση.
Ὑπόνοια καμιὰ
ὅτι προειδοποιοῦμαι γι᾿ ἀλλοιώσεις,
προγεύομαι ἄμυνες.
Φαίνετ᾿ ἀπ᾿ τὴ ζωή μου
πέρασε ἄγνοια κάποτε.
Χαμογελῶ.
Ἡ καμπύλη του χαμόγελου,
τὸ κοῖλο αὐτῆς τῆς διαθέσεως,
μοιάζει μὲ τόξο καλὰ τεντωμένο,
ἕτοιμο.
Φαίνετ᾿ ἀπ᾿ τὴ ζωή μου
πέρασε στόχος κάποτε.
Καὶ προδιάθεση νίκης.
Τὸ βλέμμα βυθισμένο
στὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα:
τὸν ἀπαγορευμένο καρπὸ
τῆς προσδοκίας γεύεται.
Φαίνετ᾿ ἀπ᾿ τὴ ζωή μου
πέρασε πίστη κάποτε.
Ἡ σκιά μου, παιχνίδι τοῦ ἥλιου μόνο.
Φοράει στολὴ δισταγμοῦ.
Δὲν ἔχει ἀκόμα προφθάσει νὰ εἶναι
σύντροφός μου ἢ καταδότης.
Φαίνετ᾿ ἀπ᾿ τὴ ζωή μου
πέρασ᾿ ἐπάρκεια κάποτε.
Σὺ δὲν φαίνεσαι.
Ὅμως γιὰ νὰ ὑπάρχει γκρεμὸς στὸ τοπίο,
γιὰ νά ῾χω σταθεῖ στὴν ἄκρη του
κρατώντας λουλούδι
καὶ χαμογελώντας,
θὰ πεῖ πὼς ὅπου νά ῾ναι ἔρχεσαι.
Φαίνετ᾿ ἀπ᾿ τὴ ζωή μου
ζωὴ πέρασες κάποτε.

http://users.uoa.gr/~nektar/arts/tributes/kikh_dhmoyla/various.htm 

Σάββατο, 22 Φεβρουαρίου 2020

Tο άλλοθι (Κική Δημουλά)


Kάθε που σ’ επισκέπτομαι
μονάχα ο καιρός που μεσολάβησε
από τη μια φορά στην άλλη έχει αλλάξει.
Kατά τα άλλα, όπως πάντα
τρέχει από τα μάτια μου ποτάμι
θολό το χαραγμένο όνομά σου
– ανάδοχος της μικρούλας παύλας
ανάμεσα στις δυο χρονολογίες
να μη νομίζει ο κόσμος ότι πέθανε
αβάπτιστη η διάρκεια της ζωής σου.
Eν συνεχεία σκουπίζω τις μαραμένες
κουτσουλιές των λουλουδιών προσθέτοντας
λίγο κοκκινόχωμα εκεί που ετέθη μαύρο
κι αλλάζω τέλος το ποτήρι στο καντήλι
με άλλο καθαρό που φέρνω.
Aμέσως μόλις γυρίσω σπίτι
σχολαστικά θα πλύνω το λερό
απολυμαίνοντας με χλωρίνες
και καυστικούς αφρούς φρίκης που βγάζω
καθώς αναταράζομαι δυνατά.
Mε γάντια πάντα και κρατώντας το σώμα μου
σε μεγάλη απόσταση από το νιπτηράκι
να μη με πιτσιλάνε τα νεκρά νερά.
Mε σύρμα σκληρής αποστροφής ξύνω
τα κολλημένα λίπη στου ποτηριού τα χείλη
και στον ουρανίσκο της σβησμένης φλόγας
ενώ οργή συνθλίβει τον παράνομο περίπατο
κάποιου σαλιγκαριού, καταπατητή
της γείτονος ακινησίας.
Ξεπλένω μετά ξεπλένω με ζεματιστή μανία
κοχλάζει η προσπάθεια να φέρω το ποτήρι στην πρώτη
τη χαρούμενη τη φυσική του χρήση
την ξεδιψαστική.
Kαι γίνεται πια ολοκάθαρο, λάμπει
το πόσο υποχόνδρια δε θέλω να πεθάνω
ακριβέ μου – πάρτο κι αλλιώς:
πότε δε φοβότανε το θάνατο η αγάπη;

Σάββατο, 8 Φεβρουαρίου 2020

( Γαλήνη πάνω στην άδουσα αναλαμπή των νερών)




Γαλήνη πάνω στην άδουσα αναλαμπή των νερών
Που συγκρούονται   όπως οι ώμοι του πλήθους
Γαλήνη στη θάλασσα στα κύματα της καλής θέλησης
Γαλήνη  στων ναυαγών την επιτύμβια στήλη
Γαλήνη  στα τύμπανα της περηφάνειας και στις ζοφερές κόρες των ματιών
Κι αν είμαι εγώ  ο μεταφραστής των κυμάτων
Γαλήνη  και σε μένα.
Και να εδώ το εκμαγείο γεμάτο με του πεπρωμένου τα θρύψαλα
Το εκμαγείο της εκδίκησης
Με οργισμένες φράσεις να ξεκολλούν απ’ τα χείλη
Και να εδώ το εκμαγείο όλο χάρη
Όταν είσαι γλυκιά  και βρίσκεσαι  εδώ υπνωτισμένη απ’  τα άστρα
Και να εδώ ο ανεξάντλητος θάνατος απ’ αρχής  κόσμου
Γιατί κάποια μέρα κανείς δεν θα κάνει τον περίπατο του στον χρόνο
Κανείς κατά μήκος του απολιθωμένου χρόνου των πεθαμένων πλανητών
Αυτή είναι η θάλασσα
Η θάλασσα με τα δικά  της τα κύματα
Με τις δικές της αισθήσεις
Η θάλασσα πασχίζοντας  να σπάσει τα δεσμά της
Θέλοντας να μιμηθεί την αιωνιότητα
Θέλοντας να είναι πνεύμονας   ή πούσι  πονεμένων πουλιών
γη Ή ο κήπος των άστρων που βαραίνουν στον ουρανό
Πάνω στα ερέβη που σέρνουμε μαζί μας
Ή και που ακόμη μας σέρνουν
Όταν αίφνης πετούν όλα τα περιστέρια της σελήνης
Και γίνεται πιο σκοτεινή  απ’ τα σταυροδρόμια του θανάτου
Η θάλασσα μπαίνει στην άμαξα της νύχτας
Κι αλαργεύει  προς το μυστήριο της κάθε βαθιάς της στάσης
Και μόλις που ακούγεται  ο θόρυβος των τροχών
Και η φτερούγα των άστρων που πονούν στον ουρανό
Αυτή είναι η θάλασσα
Χαιρετώντας εκεί πέρα μακριά την αιωνιότητα
Χαιρετώντας τα λησμονημένα άστρα
Και τα  γνώριμα άστρα
Αυτή είναι η θάλασσα που ξυπνά όπως το κλάμα ενός μωρού
Η θάλασσα ανοίγοντας τα μάτια της και γυρεύοντας τον ήλιο με τα
τρεμάμενα χεράκια  της
Η θάλασσα σπρώχνοντας τα κύματα
Τα κύματα της που ανακατεύουν  τα πεπρωμένα σαν τραπουλόχαρτα
Σήκω να απευθύνεις  χαιρετισμό στην αγάπη των ανθρώπων
Άκου τα γέλια μας κι επίσης το κλάμα μας
Άκου το βήμα των χιλιάδων σκλάβων
Άκου την ατέρμονη διαμαρτυρία
Ετούτης της αγωνίας που ονομάζεται άνθρωπος
Αφουγκράσου   τον χιλιετή πόνο των σάρκινων στηθιών
Και την ελπίδα που αναγεννιέται μέσα από τις ίδιες της τις στάχτες κάθε μέρα
Κι εμείς επίσης σε αφουγκραζόμαστε
Μηρυκάζοντας  τόσα άστρα πιασμένα στα δίχτυα σου
Μηρυκάζοντας  αιωνίως τους ναυαγισμένους αιώνες
Κι εμείς επίσης σε αφουγκραζόμαστε
Όταν στριφογυρνάς στο κρεβάτι του πόνου
Όταν οι μονομάχοι  σου χτυπιούνται μεταξύ τους
Όταν η οργή σου κάνει τους μεσημβρινούς σου να τέμνονται
Ή όταν δονείσαι όπως  ένα μεγάλο γιορτινό παζάρι
Ή όταν βλαστημάς τους ανθρώπους
Ή προσποιείσαι πως κοιμάσαι
Τρεμάμενη στον τεράστιο ιστό σου περιμένοντας το θήραμα σου
Κλαις δίχως να ξέρεις γιατί κλαις
Και μεις κλαίμε νομίζοντας πως ξέρουμε γιατί κλαίμε
Υποφέρεις όπως υποφέρουν τα ανθρώπινα πλάσματα
Που ακούνε τα δόντια σου μες τη νύχτα να τρίζουν
Και στριφογυρνάς στην κλίνη σου
Γιατί  η αϋπνία δεν αφήνει να μερέψουν οι οδύνες σου
Γιατί  η πιτσιρικαρία πετροβολά τα παραθύρια σου
Γιατί  σου ξεριζώνουν τα μαλλιά
Βήξε βήξε κάνε το αίμα να ξεσπάσει  στα πλεμόνια σου
Γιατί  τα ελατήρια σου οξειδώνονται
Και βλέπεις να σε ποδοπατούν όπως το γρασίδι του τάφου
Όμως εγώ είμαι περιπλανώμενος και φοβάμαι μη μ’ ακούσεις
Με κυριεύει ο φόβος της εκδίκησης σου
Ξέχνα τις κατάρες μου κι ας τραγουδήσουμε αντάμα ετούτη τη νύχτα
Γίνε πλάσμα ανθρώπινο όπως κάποιες φορές εγώ γίνομαι θάλασσα
Ξέχνα τους θανατερούς οιωνούς
Ξέχνα των λιβαδιών μου την έκρηξη
Κι εγώ τα χέρια μου σου τείνω σαν άνθη
Να γίνει ανακωχή μεταξύ μας σου λέω
Εσύ είσαι η πιο δυνατή
Να σφίξω εγώ τα χέρια σου μέσα στα  χέρια μου
Και να γίνει ανακωχή μεταξύ μας
Πλάι  στην καρδιά μου σε νιώθω
Όταν ακούω των βιολιών τα στενάγματα
Όταν είσαι εδώ απλωμένη σαν το κλάμα ενός μωρού
Όταν στέκεσαι  συλλογισμένη απέναντι στον ουρανό
Όταν πάσχεις  μέσα στα μαξιλάρια σου
Όταν σε νοιώθω να κλαις πίσω από το παραθύρι μου
Όταν κλαίμε δίχως λόγο  όπως κλαις εσύ
Να  εδώ είναι η θάλασσα
Η θάλασσα που κάνει να εκραγούν  οι μυρωδιές των πόλεων
Mε τo ντύμα της γεμάτο βάρκες και ψάρια και άλλες χαρές
Ετούτες τις  βάρκες που ψαρεύουν στην όχθη του ουρανού
Ετούτα τα ψάρια που ακούνε κάθε φωτεινή αστραπή
Ετούτα  τα φύκια με τα αιώνια όνειρα
Κι ετούτο το κύμα που τραγουδά καλύτερα από τα υπόλοιπα
Να εδώ είναι η θάλασσα
Η θάλασσα που απλώνεται  κι αρπάζεται απ’ τις όχθες της
Η θάλασσα που τυλίγει τα άστρα στα κύματα της
Η θάλασσα με το μαρτυρικό της δέρμα
Και  τα τρομάγματα  των αρτηριών  της
Με τις γαληνεμένες μέρες της και τις υστερικές της νύχτες.
Και από την άλλη μεριά τι υπάρχει από την άλλη μεριά
Τι κρύβεις θάλασσα στην άλλη μεριά
Την αφετηρία της ζωής μακρόσυρτη όπως ένα φίδι
Ή την αφετηρία του θανάτου βαθύτερη  από σένα την ίδια
Και πιο ψηλή απ’  όλα τα όρη
Τι υπάρχει στην άλλη μεριά
Η αιώνια θέληση να φτιάξουμε ένα σχήμα και ένα ρυθμό
Ή η αιώνια δίνη των θρυμματισμένων ανθοπετάλων
Να εδώ είναι η θάλασσα
Η θάλασσα ορθάνοιχτη απ’ άκρου σ’  άκρο
Να εδώ είναι η θάλασσα ραγισμένη ξάφνου
Για να δει το μάτι την αφετηρία της οικουμένης
Να η θάλασσα
Από το ένα στο άλλο κύμα υπάρχει ο χρόνος της ζωής
Από τους κυματισμούς της  στα μάτια μου υπάρχει η απόσταση του θανάτου.

****************************************************************************************
ΕΠΙΜΕΤΡΟ

Ο Βισέντε Γκαρσία Ουιδόμπρο Φερνάντεζ (Χιλή, 1893-1948) υπήρξε ποιητής και μυθιστοριογράφος . Μαζί με τον Μπόρχες θεωρούνται οι μεγάλοι αναμορφωτές της ποίησης της Λατινικής Αμερικής στις αρχές του 20ου αιώνα. Είναι ο θεμελιωτής του κινήματος του επινοητισμού (creacionismo) που είχε ως βασικό του εργαλείο την μεταφορά και σύμφωνα με το οποίο, όπως ο ίδιος ο Ουιδόμπρο θα πει,  «Ο ποιητής είναι μια μηχανή υψηλής πνευματικής συχνότητας, είναι αυτός που δίνει ζωή σε ό,τι δεν έχει (ζωή). Κάθε λέξη, κάθε φράση αποκτά  στο στόμα του μια δική της, ιδιαίτερη  ζωή». Τη  θεωρία αυτή  την παρουσιάζει ο ίδιος για πρώτη φορά το 1916 στο Μπουένος Άιρες και συνοψίζεται στους  στίχους  του : «Γιατί υμνείτε το ρόδο ω, ποιητές!/ Να ανθίσει κάντε το μέσα στο ποίημα./Για μας μονάχα /ζούνε τα πράγματα όλα κάτω απ’ τον ήλιο./Ειν’ ο ποιητής ένας Θεός μικρός». Το πιο σπουδαίο του έργο, ώριμος καρπός αυτής της ποιητικής οπτικής,  είναι χωρίς  αμφιβολία η ποιητική σύνθεση  (γράφτηκε το 1919, δημοσιεύθηκε το 1931) που φέρει τον τίτλο Altazor και είναι ένα από τα πιο σημαντικά ποιήματα της Λατινιοαμερικάνικης ποίησης.  Έγραψε επίσης μυθιστορήματα μέσα στο πλαίσιο των πρωτοποριακών ρευμάτων της εποχής όπως το Cagliosto, ένα μυθιστόρημα με δομή κινηματογραφικού σεναρίου.  Η οικογένεια του ήταν εύπορη γεγονός που του εξασφάλισε το προνόμιο μιας υψηλού επιπέδου μόρφωσης καθώς και την άνεση να ταξιδεύει ανά τον κόσμο κυρίως στα μέρη που αποτελούσαν τα μεγάλα πνευματικά κέντρα της εποχής: Μπουένος Άιρες, Παρίσι, Μαδρίτη, Βερολίνο, Νέα Υόρκη. Παράλληλα  δημοσιεύει από πολύ νέος τα έργα του ενώ διεύθυνε  κατά καιρούς πολλά σημαντικά περιοδικά της εποχής, κάποια από αυτά με διεθνή κυκλοφορία και απήχηση . Το 1917 αποτελεί ένα έτος σταθμό στη διαδρομή του καθώς συναντιέται, στο Παρίσι, μέσω του περιοδικού Nord–Sud με εμβληματικές προσωπικότητες της ποιητικής πρωτοπορίας όπως ο Απολλιναίρ,  ο Μπρετόν, ο Κοκτώ καθώς και των εικαστικών τεχνών όπως ο  Μοντιλιάνι, Πικάσο, Μιρό που θα επηρεάσουν την σε μεγάλο βαθμό την ποιητική του δημιουργία. Αξιοσημείωτη πάντως είναι η ιδιαίτερα  κακή σχέση  που είχε με τον συμπατριώτη του Πάμπλο Νερούδα, μια αντιπαλότητα με μεγάλη ένταση και βαριές προσβολές εκατέρωθεν,   η  οποία  εξομαλύνθηκε σε μεγάλο βαθμό όταν και οι δύο θα πάρουν ενεργά μέρος στον Ισπανικό Εμφύλιο. Ο Ουιδόμπρο παίρνει ενεργό μέρος και στον Β’ παγκόσμιο πόλεμο όπου στέλνει ανταποκρίσεις από το Παρίσι στην Λατινική Αμερική και το 1945 μπαίνει με τα συμμαχικά στρατεύματα στο Βερολίνο. Πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του στην ιδιαίτερη πατρίδα του την Καρταχένα όπου πεθαίνει το 1948.  Το  ποίημα της  παρούσας μετάφρασης  είναι  ένα από τα τελευταία της ποιητικής του παραγωγής και προφανώς έχει άμεση σχέση με την επιθυμία να ενταφιαστεί  σε ένα λόφο απέναντι στη θάλασσα, όπως και έγινε.



   



Πέμπτη, 30 Ιανουαρίου 2020

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ-ΡΟΥΚ





ΑΦΙΕΡΩΜΑ


ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ:

Η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρούκ γεννήθηκε στην Αθήνα τον Φεβρουάριο του 1939. Σπούδασε στην Αθήνα, στη Νότια Γαλλία και Ελβετία (Πανεπιστήμιο Γενεύης). Ήταν διπλωματούχος της Σχολής Μεταφραστών και Διερμηνέων (αγγλικά, γαλλικά, ρωσικά). Πρωτοδημοσίευσε στην "Καινούργια Εποχή" το 1956. Άρθρα και δοκίμια για την ελληνική ποίηση και τη μετάφραση της ποίησης είχε δημοσιεύσει σε πολλά περιοδικά και εφημερίδες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Είχε εκδώσει περίπου 20 ποιητικές συλλογές. Το 1962 τιμήθηκε με το Α΄ Βραβείο Ποίησης της πόλης της Γενεύης (Prix Hensch). Το 1985 τιμήθηκε με το Β΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης. Είχε δώσει διαλέξεις και διάβασε ποιήματά της σε Πανεπιστήμια των ΗΠΑ και Καναδά (Harvard, Cornell, Daztmouth, N.Y. State, Princeton, Columbia κ.α.) Το 2000 τιμήθηκε με το βραβείο Κώστα και Ελένης Ουράνη (Ακαδημία Αθηνών).
Έργα της έχουν μεταφραστεί σε περισσότερες από δέκα γλώσσες και ποιήματά της βρίσκονται σε πολλές ανθολογίες σε όλο τον κόσμο.
Στο μεταφραστικό έργο της συγκαταλέγονται έργα και κείμενα των Σάμουελ Μπέκετ, Σωλ Μπέλοου, Γιόζεφ Μπρόντσκι, Σέιμους Χίνι, Ζαν-Μαρί Ντρο, Ζακ Λακαριέρ, Μιχαήλ Λέρμοντοφ, Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι, Πίτερ Μάκριτζ, Ντέρεκ Ούολκοτ, Σύλβια Πλαθ, Αλεξάντρ Πούσκιν, Ουίλλιαμ Σαίξπηρ, Ντίλαν Τόμας, Έλσα Τριολέ, Πίτερ Μπιν, Νίκου Καζαντζάκη κ.ά.
Έφυγε από τη ζωή στις 20 Ιανουαρίου 2020 στο σπίτι της στην Αίγινα, σε ηλικία 81 ετών.


ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ:


(2018) Με άλλο βλέμμα, Εκδόσεις Καστανιώτη


(2018) Των αντιθέτων διάλογοι με τον ανήλεο χρόνο, Εκδόσεις Καστανιώτη


(2016) Της μοναξιάς διπρόσωποι μονόλογοι, Εκδόσεις Καστανιώτη


(2015) Ποίηση 1963-2011, Εκδόσεις Καστανιώτη


(2014) Ποίηση 1963-2011, Εκδόσεις Καστανιώτη


(2011) Η ανορεξία της ύπαρξης, Εκδόσεις Καστανιώτη


(2005) Στον ουρανό του τίποτα με ελάχιστα, Εκδόσεις Καστανιώτη


(2003) Μεταφράζοντας σε έρωτα της ζωής το τέλος, Εκδόσεις Καστανιώτη


(2001) Η ύλη μόνη, Εκδόσεις Καστανιώτη


(2000) Φωτοζωή, Ολκός


(1999) Ποιήματα, 1996-1986, Εκδόσεις Καστανιώτη

(1998) Ποιήματα, Εκδόσεις Καστανιώτη

(1997) Ποιήματα, 1963-1977, Εκδόσεις Καστανιώτη

(1995) Ωραία έρημος η σάρκα, Εκδόσεις Καστανιώτη

(1993) Άδεια φύση, Κέδρος

(1990) Επιτέλους αέρας, Κέδρος

(1988) Οι μνηστήρες, Κέδρος

(1987) Ο Θρίαμβος της σταθερής απώλειας, Κέδρος

(1986) Ενάντιος έρωτας, Κέδρος

(1974) Μαγδαληνή το μεγάλο θηλαστικό, Ερμής




(1971)Ποιήματα 1963-1969, Ερμείας
(1963)Λύκοι και σύννεφα, Ζαρβανός

Παρακάτω παραθέτουμε ορισμένα ποιήματα:


Στον ουρανό τού τίποτα με ελάχιστα

Από την κλειδαρότρυπα κρυφοκοιτάω τη ζωή
την κατασκοπεύω μήπως καταλάβω
πώς κερδίζει πάντα αυτή
ενώ χάνουμε εμείς.
Πώς οι αξίες γεννιούνται
κι επιβάλλονται πάνω σ’ αυτό που πρώτο λιώνει:
το σώμα.
Πεθαίνω μες στο νου μου χωρίς ίχνος αρρώστιας
ζω χωρίς να χρειάζομαι ενθάρρυνση καμιά
ανασαίνω κι ας είμαι
σε κοντινή μακρινή απόσταση
απ’ ό,τι ζεστό αγγίζεται, φλογίζει…
Αναρωτιέμαι τι άλλους συνδυασμούς
θα εφεύρει η ζωή
ανάμεσα στο τραύμα της οριστικής εξαφάνισης
και το θαύμα της καθημερινής αθανασίας.
Χρωστάω τη σοφία μου στο φόβο∙
πέταλα, αναστεναγμούς, αποχρώσεις
τα πετάω.
Χώμα, αέρα, ρίζες κρατάω∙
να φεύγουν τα περιττά λέω
να μπω στον ουρανό τού τίποτα
με ελάχιστα.




Ένα απλό κρεβάτι

Κινήσεις που οδηγούν
σ’ ένα απλό κρεβάτι
πώς να εμπνεύσουν πια;
Κρεβάτι χωρίς παραστάτη
χωρίς εφιδρώσεις
χωρίς εντυπώσεις
ένα άδειο στρωμένο πανί
μία οθόνη δίχως προβολή
και κινήσεις μονοσήμαντες
που σημαίνουν μόνο το τέλος
της μέρας.
Μια ειρήνη υπόγραψα φαίνεται
χωρίς καμιά μάχη
να ‘χει κερδηθεί ή χαθεί.
Ειρήνη είναι ο ύπνος
που έρχεται περιβρεγμένος
μόνο με την ελπίδα
του ονείρου.
Αλλά, αναπάντεχα
μια γλύκα απλώνεται στην επιφάνεια
της ταλαιπωρημένης σάρκας.
Τέλειωσε και τούτο το βράδυ.
Ακόμη ένα κομμάτι χρόνου
που δεν πρόδωσα
δε βλαστήμησα
την ώρα και τη στιγμή.
Ήταν η μέρα καλή
καμιά δεν ένιωσα νέα πληγή
καμιά δεν κακοφόρμισε παλιά.
Κρεβάτι απλό
με τέσσερα πόδια
και καλοκαιρινά σεντόνια
βάναυσα λευκά.


Ποιητικό υστερόγραφο

Τα ποιήματα δεν μπορούν πια
να ‘ναι ωραία
αφού η αλήθεια έχει ασχημύνει.
Η πείρα είναι τώρα
το μόνο σώμα των ποιημάτων
κι όσο η πείρα πλουταίνει
τόσο το ποίημα τρέφεται και ίσως δυναμώσει.
Πονάν τα γόνατά μου
και την Ποίηση δεν μπορώ πια να προσκυνήσω,
μόνο τις έμπειρες πληγές μου
μπορώ να της χαρίσω.
Τα επίθετα μαράθηκαν
μόνο με τις φαντασιώσεις μου
μπορώ τώρα την Ποίηση να διανθίσω.
Όμως πάντα θα την υπηρετώ
όσο βέβαια εκείνη με θέλει
γιατί μόνο αυτή με κάνει λίγο να ξεχνώ
τον κλειστό ορίζοντα του μέλλοντός μου.


Υπενθυμίσεις του έρωτα

Αν σ’ έχει ξεχάσει ο έρωτας
εσύ θα τον ξαναθυμηθείς
μόλις η ματιά σου αγγίξει τη φύση
τις πλαγιές, τα κύματα
τα φυλλοβόλα δέντρα
που δεν αμφισβητούν ποτέ τις εποχές
τα ζώα που βγαίνοντας
απ’ την κοιλιά της μάνας τους
ξέρουν κιόλας πώς να ζήσουν
πώς ν’ αντισταθούν στους εχθρούς
που τους έχει ορίσει η φύση.
Πρόσεξε μόνο μην η ζωντανεμένη ανάμνηση
πέσει πάνω στο σωρό
απ’ τις προδομένες προσδοκίες σου
τ’ αναπάντητα όνειρά σου.




Λυπιού


Προοίμιο

Τα ποιήματα αποτυχαίνουν
όταν αποτυχαίνουν οι έρωτες.
Μην ακούτε τι σας λένε
θέλει ερωτική θαλπωρή
το ποίημα για ν’ αντέξει
στον κρύο χρόνο…

Έναν τόπο επινόησα
για να πηγαίνω όταν είμαι βαθιά λυπημένη,
λυπημένη ως τους άλιωτους πάγους μέσα μου,
ώς τα κρυσταλλωμένα δάκρυα,
ώς να βγουν οι νοσταλγίες, πανθηρούλες λευκές
που δαγκώνουν και τσούζούν οι δαγκωματιές τους.
Λυπιού λέω τον τόπο που επινόησα
για να πηγαίνω όταν είμαι βαθιά λυπημένη,
μια κατάσταση που εντείνεται ακατάπαυστα
αφού όλα τα ωραιοποιημένα τοπία του τέλους
αρχίζουν να μυρίζουν μουχλιασμένα νερά
και καρπούς σάπιους.

Στη Λυπιού φτάνεις χωρίς αναστεναγμό
μόνο μ’ ένα σφίξιμο ελαφρό
που θυμίζει τον έρωτα σαν στέκεται
αναποφάσιστος στο κατώφλι του σπιτιού.
Έχει ιεροβάμονες ποιητές εδώ
ποιητές με μεγάλη έφεση για ουρανό,
πανύψηλους, που μ’ ένα τίναγμα της κεφαλής
σημαίνουν το «όχι... όχι... λάθος»
ή και το «τι κρίμα, τώρα είναι αργά!»
ενώ ένας επαίτης στη γωνιά συνέχεια μουρμουρίζει:
«Το καλό με τον πόθο
είναι πως όταν χάνεται
χάνεται κι η αξία του αντικειμένου του μαζί».

Εδώ όλες οι αποτυχίες της νιότης
γίναν σιωπηλές πλατείες
τα κουτσουρεμένα πάθη, σύδεντρα σκοτεινά
κι οι τελευταίοι κακόμοιροι έρωτες
σκύλοι κακοταϊσμένοι που πλανιόνται στα σοκάκια.
Κάτι χειρότερο από γερατειά,
η χώρα τούτη κατοικείται από νιάτα αμεταχείριστα.

Στη Λυπιού κλαίω συνέχεια
από τότε που μου ’δειξες την αξία της λύπης.
Όχι, δεν είναι το αρνητικό της γονιμότητας
αλλά το θετικό της απουσίας...
Έλεγες και το προφίλ σου με τάραζε
σαν να το ’χαν σκαλίσει στον πιο σκληρό βράχο,
τα μάτια σου σαν να ’ταν από θειάφι
αλαφιασμένα, μ’ αλάφιαζαν.
Ας κλαίμε, λοιπόν, κι ας το λέμε χαρά
χαρά γιατί είμαστε ακόμη εδώ υποφέροντας. .
Με το ξημέρωμα θα μπούμε σ’ άλλο λιμάνι
όπως σ’ ένα καινούργιο ποίημα
και μες στην πάχνη θα κρατώ
τον τελευταίο στίχο μιας ανείπωτης ερωτικής ιστορίας.
Η φωνή, το ύψος του κορμιού, η γραμμή του αυχένα
αιώνιες επαναλήψεις του ακόρεστου φόβου.
Κοιτάζοντας σε ανακάλυψα την ενδοχώρα
του αισθήματος.

Ο πιο όμορφος άντρας της Λυπιού
βρήκε μια μαύρη πεταλούδα νεκρή στα σεντόνια του.
Ήταν γυμνούλης, λίγο ιδρωμένος και γυάλιζε
αλλά όχι τόσο όσο εκείνη μ’ όλο το φως τ’ απροσμέτρητο
που ’βγαίνε απ’ το θάνατο.
Το φτερωτό σύμβολο της επιπολαιότητας, η πεταλούδα,;
ακίνητη, ντυμένη τα χρώματα της νύχτας
βρέθηκε ξαπλωμένη σαν να την είχε γλεντήσει ο χάρος
κι αμέσως μετά να την είχε απαρατήσει.
Ή σαν να ξεκουραζόταν πριν αρχίσει το δύσκολο
δρόμο της απ' το μαύρο στο τέλειο.

Η πιο νέα γυναίκα στη Λυπιού είμαι γω
που κοιτώ, κοιτώ και δεν πιστεύω
πώς τόσος κουρνιαχτός συσσωρεύεται
στην οδό της χαράς.
Λέω: κάποιο λάθος έγινε δω
και δεν ακολούθησα το δρόμο του μεταξιού
ούτε άγγιξα ποτέ τον ήρωα του ποιήματος στο στήθος.
Την καρδιά του μόνο φαντάστηκα να στέκεται,
σαν κάτι Τράπεζες που περνάμε απ’ έξω και λέμε:
«Για φαντάσου πόσα εδώ, πόσα φυλάσσονται!»

Ό,τι χάνεις μένει μαζί σου για πάντα
κι η Λυπιού είναι μια χώρα που έφτιαξα
για να ’μαι πάντα ένα μ’ αυτά που’ χω χάσει
όταν πιάνουν εκείνα τ’ αβάσταχτα σούρουπα
κείνα τα άφωνα ξημερώματα
κι είναι σαν να περιμένεις το κουδούνι του σχολείου
να χτυπήσει, το μάθημα πάλι ν’ αρχίσει
μια ακόμη άσκηση πάνω σε άγνωστο θέμα.
Κοιτάς χάμω της αυλής το τσιμέντο, τα χαλίκια
τινάζεις τα ψίχουλα απ’ το κουλούρι στην μπλε ποδιά
και μπαίνεις στην τάξη
μπαίνεις στη μονοτονία του άγευστου χρόνου
στην αοριστία της ύπαρξης
που ξέρω, λίγο αλλοιωμένη,
τη συναντάς πάλι προς το τέλος.

Η θρησκεία στη Λυπιού
είναι μια Έννοια Ακέφαλη.
Το άγαλμα της κάθεται φρόνιμα
στις αδελφές της δίπλα:
την Αρετή, την πιο ωραία, και τη Σοφία
με τις πιο σωστές αναλογίες.
Η Έννοια όμως λατρεύεται χωρίς κεφαλή
κι όταν εκείνος που θ’ αγαπούσα εάν…
έρχεται να προσκυνήσει, φοράει πουκάμισο ροζ
και βρίσκεται σε διέγερση
γιατί κάθε έννοια γι’ αυτόν σημαίνει κάτι
όπως και τ’ αντίθετο της.
Εδώ ο έρωτας κι ο θάνατος γίνηκαν ένα σώμα
και το χορτάρι που φυτρώνει
ανάμεσα στα ανάσκελα μέλη των αγαλμάτων
τα κάνει σαν ζωντανές ψυχές να μοιάζουν
που θλίβονται μες στο πράσινο και ναυαγούν
σε ξένα μάτια κι ερωτευμένες υποφέρουν.
Στη Λυπιού λατρεύεται ο έρωτας-θάνατος
σαν έννοια μία, ακέφαλη γιατί χωρίς ελπίδα.






Τα έντερα και τα άλλα


Τα έντερα τα εσώτατα
που διοχετεύουν πάθη
και κάνουν αισθητή
την κάθοδο

της μεμψίμοιρης μέρας
το στομάχι
η σακούλα του παλιού έρωτα
η φτώχεια της πέψης
η εξωτερική αύξηση
η εσωτερική στέρηση
τα αγγεία
με τα στεκάμενα αίματα
της προσωπικής μου αποτυχίας
κι οι φλέβες
τα χοντρά σκοινιά της ύπαρξής μου
που μ’ έδεναν μαζί σου
όταν το ρολόι του σώματός σου
χτύπαγε
κι άδειαζε μέσα μου
το χρόνο
το συκώτι
το λαβωμένο σκούρο τριαντάφυλλο
οι κυκλικές σκηνές
των σπλάχνων
η υψηλή τραγωδία
του λαιμού,
το μέσα της σήψης
το έξω της επιβίωσης
η σκοτεινή συντεχνία
πώς μυστικά συνεργάζονται
τα όργανα που σε καταρρακώνουν
τα βαριά τα σιωπηλά
κλειδιά του θανάτου
κρατώ
μα δεν το ξέρω
κι ολόκλειστο κουτί
ακόμη ταξιδεύω
στη θάλασσα την κόκκινη
που θα με κουκουλώσει.




Το τελευταίο φως


Εκεί που βυθίστηκα για να σε βρω
έχει χαθεί πια το ον
κι άλαλος ο προφήτης της καρδιάς μου.
Είσαι σε μια μορφή απόλυτη
απρόσιτη και στη ζωή την ίδια,
μια άσπρη κηλίδα είσαι
λίγο θολό νερό.

Θέλω να φθείρω
το τελευταίο μου φως
εκεί που τίποτα
δεν σταματάει το μάτι:
ούτε χελιδόνι θέλω στον ορίζοντα
καμιά αυταπάτη.
Θα ΄χει πεθάνει η καρδιά μου
κι ακόμα θα ζω
θα προσβλέπω στη φύση
και θα σε λέω καλοκαίρι
χωρίς μνήμη πια
θα σε λέω ανθό, ώσπου
ο μύθος να τραβήξει
πίσω μου την κουρτίνα:
απέναντι ο άσπρος τοίχος
όλα τελειωμένα και λευκά
κι εγώ μια πατημένη κατσαρίδα


Η αλλοτρίωση της έλξης



Η σάρκα έγινε σελίδα
το δέρμα χαρτί
το χάδι έννοια αφηρημένη
το σώμα καινούρια θεωρία του ανύπαρχτου.
Αλήθεια, πώς να περιγράψω
τη φύση όταν μ’ έχει εγκαταλείψει
και μονο στην πρεμιέρα του φθινοπώρου
θυμάται να με προσκαλέσει καμιά φορά;
Ελπίζω να βρω το θάρρος
μια τελευταία επιθυμία να εκφράσω:
γδυτό ένα ωραίο αρσενικό να δω
να θυμηθώ, σαν τελευταία εικόνα
να κουβαλώ το ανδρικό σώμα
που δεν είναι ύλη
αλλά η υπερφυσική ουσία του μέλλοντος.
Γιατί αυτό θα πει ηδονή:
ν’ αγγίζεις το φθαρτό
και να παραμερίζεις τον θάνατο.


Μοναξιά

Αν ενώσεις το βροχόνερο με το δάκρυ σου
το γέλιο σου με τον ήλιο
το σίφουνα, τον αγέρα με την ξεσηκωμένη αγανάκτησή σου.
Αν κλάψεις για τα παιδάκια με τις ρόδινες ανταύγειες
του δειλινού στο πρόσωπο, που πλαγιάζουν
με τα χεριά αδειανά, με τα πόδια γυμνά
θα βρεις τη μοναξιά σου.
Αν σκύψεις στους συνανθρώπους σου
μες στα αδιάφορα μάτια τους θα ‘ναι γραμμένη
απελπιστική, ολοκληρωτική η μοναξιά σου.
Κι αν πάλι τους δείξεις το δρόμο της δύναμης
και τους ξεφωνίσεις να πιστέψουν μόνο τον εαυτό τους
θα τους δώσεις μια πίκρα παραπάνω
γιατί δε θα το μπορούν, θα ‘ναι βαρύ γι’ αυτούς
και θα ‘ναι πάλι η μοναξιά σου.
Αν φωνάξεις την αγάπη σου
θα ‘ρθει πίσω άδεια, κούφια, η ίδια σου η φωνή
γιατί δεν είχε το κουράγιο να περάσει όλες
τις σφαλισμένες πόρτες, όλα τα κουρασμένα βήματα
όλους τους λασπωμένους δρόμους.
Θα γυρίσει πίσω η φωνή που την έστειλες τρεμάμενη
λαχταριστή, με άλλα λόγια που δεν την είχες προστάξει εσύ
τα λόγια της μοναξιάς σου.
Θεέ μου, τι θα γίνουμε;
Πώς θα πορευτούμε;
Πώς θα πιστέψουμε; Πώς θα ξεγελαστούμε;
Μ’ αυτή την αλλόκοτη φυγή των πραγμάτων
των ψυχών από δίπλα μας;
Ένας δρόμος υπάρχει, ένας τρόπος.
Μια θα ‘ναι η Νίκη:
αν πιστέψουμε, αν γίνουμε, αν πορευτούμε.
Μόνοι μας.















http://poihtikostayrodromi.blogspot.com/

Τρίτη, 28 Ιανουαρίου 2020

Ανιλίνη [Οι στίχοι είναι σφαίρες]




Κάποτε έγραφες ποιήματα
κι ούτε θυμάσαι που τα έκρυψες.

Μα οι στίχοι είναι σφαίρες...
τις ξεχνάς όταν γυρίσεις στη ρουτίνα
της ειρήνης,

ξεδιπλώνεις κάποιο ρούχο
και ξεφεύγουν στο πάτωμα,

θέλεις να κοιτάξεις στην καρδιά σου
κι απροσδόκητα καρφώνονται στα μάτια σου,

τις νύχτες πυρώνουν μέσα στα όνειρά σου,
κι όταν δακρύζεις, οπλίζει μέσα σου
το ποίημα ετοιμοπόλεμο.


© Θοδωρής Βοριάς
http://vorias.blogspot.com/
Οκτώβριος 2019

Δευτέρα, 27 Ιανουαρίου 2020

Τρία Ποιήματα | Kadya Molodowsky











Σ’ ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΗΡΘΑ 

Σ’ αυτόν τον κόσμο ήρθα για ν’ αγαπώ και να προσεύχομαι, 
Σ’ έναν τέτοιο κόσμο, 
Σ’ έναν τέτοιο καιρό, 
Όταν, κάτω από τα ανοιχτά παράθυρα 
Τίμιων ανθρώπων, 
Χτυπούν δεκαεξάχρονα παιδιά με ατσάλινους λοστούς – 
Πόσο γελοία έγινα 
Με τις αγάπες και τις προσευχές μου. Και πολύ αργότερα, ίσως 
Πολύ αργότερα απ’ ό,τι να δεχθεί θα μπορούσε το μυαλό μου, 
Παντού 
Στα σπίτια πλάι, 
Θα στηθούν γκιλοτίνες. 
Το βλέμμα στρέφω προς τη γη, το φιλέσπλαχνο τούτο πλάσμα 
Που αναβλύζει και ταΐζει 
Και, για να ζεσταίνω το στρώμα μου, κουβαλώ 
Μια κοκκαλιάρα γάτα, να κλαίει γοερά 
Μες στο παγερό ψύχος του χειμώνα 

1935 






ΕΛΕΗΜΩΝ ΘΕΟΣ 

Ελεήμων Θεέ, 
Διάλεξε άλλο λαό, 
Εξέλεξε άλλο για εκλεκτό σου. 
Έχουμε σιχαθεί το θάνατο, τον πεθαμό, 
Έχουν στερέψει οι προσευχές μας. 
Διάλεξε άλλο λαό, 
Εξέλεξε άλλο για εκλεκτό σου. 
Άλλο αίμα δεν έχουμε 
Για να θυσιαστούμε. 
Ερήμωσε το σπίτι μας. 
Δε φτάνει πια η γη για τα μνήματά μας, 
Κανένας θρήνος για εμάς, 
Κανένα μοιρολόι 
Στα παλιά, ιερά βιβλία. 

Ελεήμων Θεέ, 
Άλλη καθάγιασε χώρα. 
Ένα όρος άλλο. 
Έχουμε γιομίσει όλους τους αγρούς, την κάθε πέτρα 
Με στάχτη, με στάχτη ιερή. 
Με τους γέρους, 
Με τους νέους, 
Με τα μωρά, πληρώσαμε 
Για κάθε γράμμα των Δέκα Εντολών σου. 

Ελεήμων Θεέ, 
Το πύρινο ανασήκωσε φρύδι σου, 
Και δες τους λαούς του κόσμου– 
Τις προφητείες αποκάλυψέ τους και τις Ημέρες του Δέους. 
Ο λόγος σου ψελλίζεται σε κάθε γλώσσα– 
Τις θαυμαστές δίδαξέ τους πράξεις, 
Τους τρόπους του πειρασμού. 

Ελεήμων Θεέ, 
Σ’ εμάς δώσε ενδύματα απλοϊκά, 
Σαν των ποιμένων στη βοσκή, 
Των σιδεράδων στο σφυρί, 
Των πλυστρών, των βυρσοδεψών, 
Aκόμα και των κατώτερων αυτών. 
Και κάνε μας μια χάρη ακόμα: 
Ελεήμων Θεέ, 
Απάλλαξέ μας από τη Θεϊκή Παρουσία της διανοίας. 

1945 






ΟΤΑΝ ΚΑΝΕΙΣ ΔΕ ΜΕ ΦΩΝΑΖΕΙ 

Η μάνα μου δε με φωνάζει με τ’ όνομά μου – 
Γιατί η μάνα μου είναι πεθαμένη. 
Ο πατέρας μου δε με φωνάζει με τ’ όνομά μου – 
Γιατί ο πατέρας μου είναι νεκρός. 
Μήτε ο Θεός με φωνάζει με τ’ όνομά μου – 
Γιατί ο Θεός διασκεδάζει στο καρναβάλι του Πουρίμ, 
Μεταμφιέστηκε σε σκύλο 
Και θρηνεί φωναχτά μες στη νύχτα. 
Τον διώχνω μ’ ένα κλαδί 
Ήσυχη να μ’ αφήσει. 

Αναπαύσου, καρδιά μου – 
Αναπαύσου μια στιγμή τώρα που ο Θεός λείπει. 
Αναπαύσου μια στιγμή 
Τώρα που του κορμιού μου η υπομονή έχει εξαντληθεί. 
Αναπαύσου μια στιγμή 
Ωσότου μια καμπάνα χτυπήσει, 
Ωσότου με καλέσει ο θρήνος που 
στη ράχη μου κρέμεται σα σακί. 
Μια στιγμή αναπαύσου – 
Μια στιγμή δίχως Θεό. 




Μετάφραση από τα γίντις στα αγγλικά: Kathryn Hellerstein 
Μετάφραση από τα αγγλικά στα ελληνκά: Νικολέττα Σίμωνος 




Επίμετρο: 

Η Κάτια Μολοντόβσκυ [Kadya (ή Kadia) Molodowsky, 1894-1975] ήταν Αμερικανοεβραία ποιήτρια, συγγραφέας και εκδότρια στη γλώσσα γίντις. Γεννήθηκε στη σημερινή Λευκορωσία, όπου τελείωσε το σχολείο και σπούδασε παιδαγωγικά. Συνέχισε τις σπουδές της στη Βαρσοβία, όχι για πολύ, ωστόσο, καθώς οι εν λόγω σπουδές στην Πολωνία εντέλει την οδήγησαν στην Ουκρανία, και συγκεκριμένα στην Οδησσό. Μετά από απανωτές και ανεπιτυχείς προσπάθειες να επιστρέψει στην πατρίδα της, αναγκάστηκε να ζήσει, για πολλά χρόνια, πρώτα στο Κίεβο (όπου είχε εγκλωβιστεί κατά τη διάρκεια των πογκρόμ του 1919) και έπειτα στη Βαρσοβία (όπου, ομοίως, βίωσε την εκεί βία που είχε ήδη ξεσπάσει εναντίον των Εβραίων). Το 1935, ήδη παντρεμένη, μεταναστεύει στις ΗΠΑ. Εντούτοις, το 1949, επιχειρεί να ζήσει στο Τελ Αβίβ, στο νεοϊδρυθέν τότε κράτος του Ισραήλ, όπου και διαμένει μέχρι το 1952, οπότε και επιστρέφει οριστικά πια στις ΗΠΑ. Το 1974, χάνει το σύζυγό της, στη Νέα Υόρκη όπου και διέμεναν από της άφιξής τους στην Αμερική, και έναν χρόνο αργότερα καταλήγει και η ίδια, στη Φιλαδέλφεια κοντά σε συγγενείς της. 

Κατά τη διάρκεια της ζωής της, η Μολοντόβσκυ εξέδωσε έξι ποιητικές συλλογές, ενώ καταπιάστηκε και με τη συγγραφή ποιημάτων και ιστοριών για παιδιά, μυθιστορημάτων, διηγημάτων, καθώς και θεατρικών και αυτοβιογραφικών έργων. Αφιέρωσε τη ζωή της στη διδασκαλία των γίντις και των εβραϊκών σε παιδιά κατά κύριο λόγο, μεταδίδοντας, πρωτίστως, την αγάπη και την έγνοια της για τη μητρική της γλώσσα. Το 1971, τιμήθηκε, στο Τελ Αβίβ, με το Itzik Manger, το σημαντικότερο βραβείο των εβραϊκών γραμμάτων. Υπήρξε μία από τις πλέον διακεκριμένες ποιήτριες της σύγχρονης εβραϊκής λογοτεχνίας· πολυδιαβασμένη από τους αναγνώστες της λογοτεχνίας στα γίντις, αλλά σχεδόν άγνωστη στο αγγλόφωνο αναγνωστικό κοινό, αφού έλαχιστο μέρος του έργου της έχει μεταφραστεί στην αγγλική γλώσσα. Σύμφωνα, μάλιστα, με την ακαδημαϊκό Kathryn Hellerstein, η οποία έχει μεταφράσει μεγάλο μέρος του ποιητικού της έργου και αποτελεί τη σημαντικότερη, ίσως, μελετήτρια του συνόλου του έργου της, «η ποίηση της δυναμικής και ανεξάρτητης αυτής γυναίκας αξίζει να γίνει ευρύτερα γνωστή και προσβάσιμη». Η Μολοντόβσκυ δέχτηκε επιρροές από το ρωσικό συμβολισμό, τον εβραϊκό μοντερνισμό (και, μέσω αυτού, από τον αμερικανικό και τον ευρωπαϊκό), την εβραϊκή Βίβλο, τη ραββινική φιλολογία, την εβραϊκή παράδοση, τον εβραϊκό λαό και τις δοκιμασίες του, τους κοινωνικούς αγώνες, κλπ. Στο έργο της, καταπιάνεται, επίσης, με θέματα όπως η θέση της γυναίκας, η πολιτική ευθύνη του ποιητή, η εθνική ταυτότητα, οι θρησκευτικές πεποιθήσεις, ο αισθητικισμός και η ατομικότητα. 

Το πρώτο ποίημα από τα ανωτέρω πραγματεύεται τις εμπειρίες της από τη βία που είχε διαδοθεί σε όλη την Πολωνία ενάντια στον εβραϊκό πληθυσμό μεταξύ 1935-1937, με το περίφημο πογκρόμ του Przytyk, η οποία και την ανάγκασε να εγκαταλείψει τη χώρα για την Αμερική. Μέσα από τα εν λόγω γεγονότα γεννήθηκε, την ίδια περίοδο, και το τρίτο ποίημα. Το ποιητικό υποκείμενο θρηνεί την εγκατάλειψη από τους γονείς του, αλλά και από τον ίδιο το Θεό ο οποίος 6 έχει αφήσει τον εβραϊκό λαό στην τύχη του. Ενώ θρηνεί, λοιπόν, επωμίζεται και το βάρος της ευθύνης για τη σωτηρία του, προσπαθώντας να διαχειριστεί το διπλό τούτο ψυχικό φορτίο. Τέλος, το δεύτερο ποίημα, γραμμένο το 1945, θεωρείται ως ένα εκ των σπουδαιοτέρων της. Αξίζει δέ να σημειωθεί πως γράφτηκε από μια ποιήτρια που ενώ μεγάλωσε στην Ανατολική Ευρώπη και είχε πλήρη επίγνωση των γεγονότων του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και του Ολοκαυτώματος, εντούτοις βίωσε τη φρίκη τους από «απόσταση ασφαλείας». 




Επιλογή-Μετάφραση-Επίμετρο: Νικολέττα Σίμωνος