Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Σάββατο, 19 Μαΐου 2018

ΓΙΑ ΚΑΠΟΙΟΝ ΠΡΟΜΗΘΕΑ ΚΑΘ’ ΟΛΟΚΛΗΡΙΑΝ ΣΑΞΙΦΡΑΓΩΔΗ








Αγγίζοντας το αιολικό χέρι του Χαίλντερλιν


Στην Ντενίζ Ναβίλ


Η πραγματικότητα δίχως την αποκωδικευτική ενέργεια, δίχως την απελευθερωτική ορμή της ποίησης, τί είναι;

  Ο θεός έζησε ανάμεσά μας με υπερεξουσίες. Δεν ξέραμε τον τρόπο να σηκωθούμε να φύγουμε. Τ’ αστέρια είναι νεκρά μες στα μάτια μας, που ήσαν κυρίαρχα στο βλέμμα του μέσα.

  Ιδού τα ερωτήματα των αγγέλων που προκάλεσαν την επιδρομή των δαιμόνων. Μας εκάρφωσαν στον βράχο για να μας χτυπάνε και να μας αγαπούν. Ξανά και ξανά και πάλι.

  Η πάλη η πραγματική διεξάγεται στο σκοτάδι. Η δε νίκη βρίσκεται μόνο στο χείλος του.

  Σπόρε ευγενέστατε, πόλεμε και εύνοια του πλησίον μου, μπροστά από την θεόκουφη αυγή σε δεξιώνομαι με του καρβελιού μου την κόρα, προσδοκώντας αυτήν την επαγγελθείσα ημέρα της μεγάλης βροχής, της πράσινης λάσπης, που θα ξεσπάσει για όλους τους φλογερούς ζηλωτές και για όλα τα παθιασμένα και αγύριστα κεφάλια.






Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.








https://alonakitispoiisis.blogspot.gr/

Δευτέρα, 14 Μαΐου 2018

Κωνσταντίνος Μούσσας, Δύο ποιήματα







Λ.Α΄

Μας έμαθαν να κλαίμε ήρεμα.

Μπροστά σε κυπαρίσσια και κάτω από άμβωνες
στους διαδρόμους πολιτικών γραφείων
σε αίθουσες δικαστηρίων και πλατείες θεάτρων.

Με τα χέρια σταυρωμένα, όρθιοι
μα μέσα μας γονατιστοί ή έρποντας
με τους αγκώνες ν’ ανασηκώνουν λίγο το κορμί
πάνω από την λάσπη των ηττημένων
ψιθυρίζοντας ακολουθίες κι εμβατήρια πένθιμα
χλωμοί και κουρασμένοι.

Όχι. Το κλάμα θέλει σήμαντρα αναστάσιμα
σάλπιγγες κι αναμμένους πυρσούς στις κορφές
και στα φτερά της σφίγγας και του αετού.
Είναι βοή πριν τον μεγάλο σεισμό
ξέσπασμα της άνοιξης που δεν είναι ποτέ μάταιο
στα ηφαίστεια της θάλασσας και της καρδιάς.

Θέλει Αντιγόνη, Ηλέκτρα, Εκάβη
είναι το σπίθισμα σ’ όλες τις γωνιές του νου
πριν η συνήθεια σαρώσει την σκέψη
κι ανάγκη μέχρι να γίνει γιορτή
του Έρωτα και του Θανάτου.

***

Λ.Β΄

Δεν νικηθήκαμε ακόμη.

Οι φωνές μας χτυπούν, οι πέτρες αντέχουν.
Μπροστά στις πορείες χίλια βουνά
μεστωμένα αμπέλια στους κάμπους, μέσα σε βάτους καιόμενους
πράσινο σπαθωτό στάχυ, μάραθο και χαμομήλι.
Κι ύστερα η θάλασσα που καλπάζει μ’ αμέτρητα αφρισμένα άλογα
κύματα ριγμένα στις πυρκαγιές των πόλεων.

Ο ουρανός μας καθαρός, Κυριακάτικος κι όλα τα ποτάμια
των αθώων χάρτινα δάκρυα στις φλέβες μας.

Οι καρδιές μας ακόμα γελούν.
Ακόμα διψάνε κι ελπίζουν
όπως τότε που περιμέναμε τ’ αγιοπούλια
στ’ Ανάφη και στο Τρίκερι
ριζωμένοι στους βράχους.

Όλα τα μνήματα της μνήμης, ανοίγουν ακόμα μέσα μας.

Μόνον ο ήλιος μας πρόδωσε Γεράγγελε
αυτός, ο πιο πιστός μας σύντροφος.

*Από τη συλλογή “Αναμνήσεις από τη χώρα των ηττημένων”, Damnatio Memoriae – Λόγος Πρώτος
https://tokoskino.me/2018/05/11/

Παρασκευή, 11 Μαΐου 2018

ΈΛΕΥΣΙΣ - ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίας







Που και που
γυρίζοντας στα όνειρα,
τους συναντώ,
αδίστακτοι μισθοφόροι του χρονικού επέκεινα
που υλοτομούν τα κωνοφόρα
της λήθης μας,
ως σφάγια των βράχων
και σφάγια της αυγής/
Με νύχια και με δόντια παλεύω να αποσώσω
δύο τρεις σταγόνες καθαρές,
όπου να ακινητούν οι στιγμές επάνω στον παλμό τους,
ν’ ανοίγει η άβυσσος για να χωρέσει
όλο τον ήχο και το φως/
κάπως σαν κείνα τα θεάματα
που οργάνωνε ο ΕΟΤ μετά τη μεταπολίτευση
στις διάφορες πόλεις ,
όπου εκδράμαμε με το πούλμαν του Κατσούρη/
Να όπως εδώ,
που η μάνα μου χορεύει
το “Η ζωή εδώ τελειώνει”
όρθια, στη γαλαρία
και σείεται το πούλμαν απ τα σφυρίγματα/
Δεν υπήρχαν τότε βλέπεις,
ζώνες κι άλλα τέτοια πολιτικώς ορθά,
να μας δένουν με τη ζωή,
μη τυχόν και μας τελειώσει._


https://loukopk.wordpress.com/2018/05/08/ήχος-και-φως/
ΚΛ – 05/05/2018

Πέμπτη, 3 Μαΐου 2018

[Πέντε Ποιήματα Για Την Κρις]








Ι
Πολύ πιο πέρα από το «μέσο-
στράτι απάνω της ζωής μας»
υπάρχει μια περιοχή του έρωτα
ένας λαβύρινθος πιο πολύ διανοητικός από μυθικός
όπου είναι δυνατόν να υπάρχεις
αργόσυρτα ευτυχισμένος
χωρίς τον παραληρηματικό μίτο της Αριάδνης
χωρίς αφρούς, χωρίς σεντόνια ή μηρούς.
Όλα καλύπτονται από μιαν ανάκλαση του δειλινού
τα μαλλιά, το άρωμά σου, το σάλιο σου.
Κι εκεί στην άλλη τη μεριά σε κατέχω
την ώρα που εσύ παίζεις με τη φίλη σου
της νύχτας τα παιχνίδια.








ΙΙ
Στην πραγματικότητα λίγο με νοιάζει
που το στήθος σου κοιμάται
στη γαλάζια συμμετρία του άλλου στήθους.
Εγώ θα το είχα συνθλίψει
για να το γαργαλήσω τρίβοντάς το
και θα είχες γελάσει και δικαίως
όταν το αναγκαίο και το αναμενόμενο
θα ήταν οι λυγμοί σου.









ΙΙΙ
Ξέρω πολύ καλά τι κερδίζεις
όταν χάνεσαι μέσα στην ηδονή.
Γιατί είναι ίδιο ακριβώς
με αυτό που εγώ είχα νιώσει.









ΙV
(Το σωστό λάθος)
να έχουμε συναντηθεί στο τέλος της μέρας
σ’ ένα περίπατο στη λεωφόρο.










V
Θα μου άρεσε να πίστευες
πως αυτό είναι το γελοίο παιχνίδι
των επανορθώσεων
με το οποίο παρηγορούμαι σ την απόσταση.
Συνέχισε λοιπόν χορεύοντας
στον καθρέφτη του άλλου σώματος
αφού θα έχεις πια χαμογελάσει
μόλις
για μένα.





[Μετάφραση – Βασίλης Λαλιώτης]

http://www.bibliotheque.gr/article/11610

Κυριακή, 22 Απριλίου 2018

ΕΙΣ ΥΓΕΙΑΝ ΤΟΥ ΟΦΕΩΣ












I
Τη θέρμη τραγουδάω στην όψη κάποιου νεογέννητου, την απέλπιδα θέρμη.


ΙΙ
Τώρα είναι η σειρά του ψωμιού να κόψει τον άνθρωπο, να είναι αυτό η ομορφιά στη χαραυγή της μέρας.


ΙΙΙ
Όποιος στηρίζεται στο ηλιοτρόπιο δεν θα διαλογιστεί στο σπίτι. Της αγάπης όλοι οι στοχασμοί θα γίνουν στοχασμοί του.


IV
Στη θηλιά του χελιδονιού δουλεύει θύελλα, φτιάχνεται κήπος.


V
Και πάντα θα υπάρχει μια σταγόνα νερό να διαρκέσει περισσότερο απ’ τον ήλιο, δίχως να συγκλονιστεί μάλιστα το δικό του βασίλεμα.


VI
Να παράγεις ό,τι πάει να κρατήσει κρυφό η γνώση, τη δε γνώση σε εκατό εδάφια.


VII
Ό,τι έρχεται στον κόσμο χωρίς να ενοχλεί και ν’ αναστατώνει τίποτα, ούτε την προσοχή αξίζει ούτε την υπομονή μας.


VIII
Πόσο θα κρατήσει τούτη η έλλειψη του ανθρώπου που πεθαίνει στο κέντρο τής δημιουργίας, επειδή η ίδια η δημιουργία τον έστειλε εξορία;


IX
Κάθε σπίτι και εποχή. Κι έτσι η πόλη επαναλάμβανε τον εαυτό της. Όλοι οι κάτοικοι μαζί δεν γνώριζαν παρά μόνο τον χειμώνα, παρ’ όλο που είχανε σάρκα θερμή, παρ’ όλο που η μέρα δεν έλεγε να φύγει.


X
Μες στη βαθιά-βαθιά σου ουσία είσαι σταθερά ποιητής, είσαι σταθερά στο ζενίθ του έρωτά σου, είσαι σταθερά λαίμαργος για αλήθεια και δικαιοσύνη. Πρόκειται αναμφίβολα γι’ αναγκαίο κακό, που δεν μπορείς να είσαι τόσο επίμονα επιμελής μέσα στη συνείδησή σου.


XI
Από την μη υφιστάμενη ψυχή θα κάνεις κάποιον άνθρωπο καλύτερο από εκείνην.


XII
Κοίτα την επίφοβη εικόνα όπου λούζεται η πατρίδα σου, τούτη τη χαρά που χρόνια και χρόνια σού έχει διαφύγει.


XIII
Πάμπολλοι είναι όσοι περιμένουν πως ο ύφαλος θα τους κρατήσει ζωντανούς, για να τους καταστήσει βέβαιους, για να τους ορίσει.


XIV
Να ευγνωμονείς όποιον δεν νοιάζεται για τις τύψεις σου. Είναι ό,τι ακριβώς κι εσύ.


XV
Τα δάκρυα προσβάλλουν όποιον τα εμπιστεύεται.


XVI
Απομένει ένα υπολογίσιμο βάθος εκεί όπου η άμμος υποτάσσει τη μοίρα.


XVII
Αγάπη μου, δεν έχει και πολλή σημασία το ότι γεννήθηκα: εσύ θα είσαι ορατή στο μέρος εκείνο όπου εγώ θα εξαφανίζομαι.


XVIII
Να μπορείς να περπατάς χωρίς να εξαπατάς το πουλί, από την καρδιά του δέντρου ίσαμε του καρπού την έκσταση.


XIX
Ό,τι σε υποδέχεται με ευχαρίστηση δεν είναι παρ’ απλώς η μισθοφορική ευγνωμοσύνη της ανάμνησης. Η παρουσία που επέλεξες δεν σου εξασφαλίζει αποχαιρετισμούς και αντίο.


XX
Να σκύβεις μόνο όταν αγαπάς. Κι αν πεθάνεις, αγαπάς και τότε ακόμα.


XXI
Τα σκοτάδια όπου είσαι βουτηγμένος κυβερνώνται από τη λαγνεία της ηλιακής σου βύθισης.


XXII
Αγνόησε τα μάτια όσων περνούν για νά ’ναι μόνο λίγο χρώμα πάνω στη βασανισμένη ράχη της γης. Άσ’ τους να παραπαίουν στις μακρόσυρτες παραστάσεις τους. Το μελανί της τσιμπίδας και η πορφύρα του σύννεφου δεν είναι παρά ένα πράγμα μόνο – ένα.


XXIII
Είναι ανάξιο του ποιητή να μπερδεύει και να ζαλίζει τον αμνό, να επενδύει στο μαλλί του.


XXIV
Αν κατοικούμε μι’ αστραπή, είναι η καρδιά της αιωνιότητας.


XXV
Τί μπορώ να κάνω εγώ για σας, μάτια που πιστεύετε ότι επινοήσατε την ημέρα, ότι ξυπνήσατε τον άνεμο; Εγώ είμαι η λησμονιά.


XXVI
Η ποίηση είναι εκείνο απ’ όλα τα καθαρά νερά που χρονοτριβεί λιγότερο στην αντανάκλαση των γεφυριών του.
  Ποίηση, μέλλουσα ζωή εντός του ανθρώπου που έχει αποκτήσει νέες ιδιότητες.


XXVII
Ένα ρόδο για το ότι βρέχει. Ύστερα από χρόνια και χρόνια αμέτρητα τούτο είναι η δική σου επιθυμία.





https://alonakitispoiisis.blogspot.gr/
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


Πέμπτη, 19 Απριλίου 2018

Εξαγγελία



Posted by Το κόσκινο on April 16, 2018




θα καταργήσω
τις στάσεις
των λεωφορείων

θα τις κάνω
κρυψώνες

ενάντια
στους χάρτινους πύργους
των εμμονών μας

γιατί η ποίηση
ή θα γίνει επανάσταση
εδώ και τώρα
ή δεν θα υπάρξει ποτέ

https://tokoskino.me/page/2/

Τρίτη, 17 Απριλίου 2018

Α'. Hampstead


Σαν ένα πουλί με σπασμένη φτερούγα
που θα 'χε χρόνια μέσα στον αγέρα ταξιδέψει
σαν ένα πουλί που δεν μπόρεσε να βαστάξει
τον αγέρα και τη φουρτούνα
πέφτει το βράδυ.
Πάνω στο πράσινο χορτάρι
είχαν χορέψει όλη τη μέρα τρεις χιλιάδες αγγέλοι
γυμνοί σαν ατσάλι,
πέφτει το βράδι χλωμό·
οι τρεις χιλιάδες αγγέλοι
μαζέψαν τα φτερά τους και γενήκαν
ένα σκυλί
ξεχασμένο
που γαβγίζει
μοναχό
και γυρεύει τον αφέντη του
ή τη δευτέρα παρουσία
ή ένα κόκαλο.
Τώρα γυρεύω λίγη ησυχία
θα μου 'φτανε μια καλύβα σ' ένα λόφο
ή σε μια ακρογιαλιά
θα μου 'φτανε μπροστά στο παράθυρό μου
ένα σεντόνι βουτημένο στο λουλάκι
απλωμένο σαν τη θάλασσα
θα μου 'φτανε στη γλάστρα μου
έστω κι ένα ψεύτικο γαρούφαλο
ένα κόκκινο χαρτί σ' ένα τέλι
έτσι που να μπορεί ο αγέρας
ο αγέρας να το κυβερνά χωρίς προσπάθεια
όσο θέλει.
Θα 'πεφτε το βράδυ
τα κοπάδια θ' αντιλαλούσαν κατεβαίνοντας στο μαντρί τους
σα μια πολύ απλή κι ευτυχισμένη σκέψη
και θα 'πεφτα να κοιμηθώ
γιατί δε θα 'χα
ούτε ένα κερί ν' ανάψω,
φως,
να διαβάσω.

1931


Παρασκευή, 13 Απριλίου 2018

Η ΜΙΚΡΗ ΟΧΙΑ








Γλιστράει πάνω από τα βρύα των βοτσάλων, καθώς η μέρα ανοιγοκλείνει τα μάτια της μέσ’ από τις γρίλιες. Μια σταγόνα νερό θαν την εσκέπαζε, δύο κλαράκια όλα κι όλα θα έφταναν και θα περίσσευαν για να τη ντύσουνε. Ψυχή που πονάει νά ’βρει ένα σβωλαράκι χώμα κι ένα ξύλινο κουτάκι, αυτό είναι –τίποτ’ άλλο– και συνάμα το δόντι το κατάρατο που είναι έτοιμο να πέσει. Απέναντι γι’ αντίπαλό της έχει την πρώτη-πρώτη αυγή που, αφού δοκίμασε το πάπλωμα και χαμογέλασε στο χέρι εκείνου που κοιμότανε, αφήνει τώρα τη φουρκέτα της και ανεβαίνει στο ταβάνι της κάμαρας. Ο ήλιος, ο επόμενος που καταφθάνει, με ντελικάτα τη στολίζει χείλη.
  Η μικρή οχιά θα παραμείνει παγωμένη μέχρι τον πολύπτυχό της θάνατο, επειδή, αν δεν ανήκει σε κάποιαν ενορία, στα μάτια όλου του κόσμου είναι δολοφόνισσα.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
https://alonakitispoiisis.blogspot.gr/

Πέμπτη, 12 Απριλίου 2018

ΑΔΡΑΝΕΙΑ











Η νύχτα ήταν πια παλιά
Όπως η φωτιά μισάνοιξε.
Το ίδιο και το σπίτι μου.

Δεν σκοτώνουμε ποτέ το ρόδο
Στους πολέμους τ’ ουρανού.
Εξορίζουμε απλώς μια λύρα.

Ο επίμονός μου πόνος
Για κάποιο σύννεφο από χιόνι
Κερδίζει μία λίμνη αίμα.
Αρέσει στη σκληρότητα η ζωή.

Ω πηγή που όλο ψεύδεσαι
Στα δίδυμά μας πεπρωμένα,
Του λύκου θα σκιτσάρω του στοχαστικού
Τούτο το μοναδικό πορτρέτο!



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
http://alonakitispoiisis.blogspot.gr/

Δευτέρα, 9 Απριλίου 2018

ΧΡΩΜΑΤΑ












Σαν ανάτειλε η όψη σου
πάνω απ’ όλη τη ζαρωμένη ζωή μου
κατάλαβα επί τέλους πως ό,τι κι αν έχω
φτωχός είμαι εν τέλει
και τίποτα δεν μπορώ να σου δώσω – τίποτα.
Εσύ όμως – εσύ
μου χάρισες
τα δάση, τα ποτάμια, τις θάλασσες. Εσύ με κατήχησες
στα χρώματα αυτού εδώ του κόσμου,
Μα φοβάμαι, εγώ φοβάμαι τώρα
το ξαφνικό σβήσιμο της χαραυγής σου,
τις αποκαλύψεις, τα δάκρυα,
τη χαρά μην ξεθωριάσει.
Φοβάμαι, κι ωστόσο δεν τον πολεμάω τον φόβο μου.
Η αγάπη μου είναι ο φόβος.
Τον φόβο αγαπάω απ’ αυτή την αγάπη.
Είναι η μοναδική μου φυλακή – είναι...
αλλά γρήγορα θα είμαι και πάλι ελεύθερος.
Τα χρώματα ξεβάφουν
όποτε χάνω
την όψη σου.





http://alonakitispoiisis.blogspot.gr/search/label/%CE%93%CE%95%CE%A6%CE%A4%CE%9F%CE%A5%CE%A3%CE%95%CE%9D%CE%9A%CE%9F%20%28%CE%93%CE%95%CE%92%CE%93%CE%95%CE%9D%CE%97%29
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Ο ΑΓΓΕΙΟΠΛΑΣΤΗΣ



Το κορμί σου ολόκληρο είναι
κούπα ή και ηδονή αποκλειστικά για μένα.
Σα σηκώσω το χέρι μου,
θα βρω παντού ένα περιστέρι
να ψάχνει να με βρει, σάμπως
να σ’ έχουνε από πηλό πλασμένη, αγάπη μου,
για τα δικά μου χέρια
που είναι χέρια αγγειοπλάστη.
Τα γόνατά σου, το στήθος σου,
η μέση σου – μού λείπουνε όλα
σαν τη γούβα στο διψασμένο χώμα
απ’ όπου έλαβαν
μορφή,
και είμαστε τώρα πια εμείς οι δυό μαζί
σαν κοινό ποτάμι,
σαν κόκκοι μες στην ίδιαν άμμο.

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Σάββατο, 7 Απριλίου 2018

Η ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ



Σού ’δωσα όνομα – σε είπα βασίλισσα.
Υπάρχουν άλλες ψηλότερες, ψηλότερές σου.
Υπάρχουν άλλες αθωότερες, αθωότερές σου.
Υπάρχουν άλλες ομορφότερες, ομορφότερές σου.
Η βασίλισσα όμως είσαι εσύ.


Στο δρόμο όταν βγαίνεις,
κανείς δεν σε γνωρίζει.
Κανείς δεν βλέπει το κρυστάλλινό σου στέμμα,
κανείς δεν κοιτά το χρυσοπόρφυρο χαλί
που πατάς σαν περνάς –
χαλί που δεν υπάρχει.


Κι όταν γυρίζεις
κελαρύζουν όλα τα ποτάμια
μέσα στο σώμα μου, ξεσηκώνουν
τους ουρανούς οι καμπάνες,
κι ένας ύμνος γεμίζει τον κόσμο.


Και μόνο εσύ κι εγώ,
μόνο εσύ κι εγώ, αγάπη μου,
εμείς οι δύο μόνο τον ακούμε.


Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.







https://alonakitispoiisis.blogspot.gr/

Παρασκευή, 6 Απριλίου 2018

Στ' Όσιου Λουκά το Mοναστήρι



Στ' Όσιου Λουκά το μοναστήρι, απ' όσες
γυναίκες του Στειριού συμμαζευτήκαν
τον Eπιτάφιο να στολίσουν, κι όσες
μοιρολογήτρες ώσμε του Mεγάλου
Σαββάτου το ξημέρωμα αγρυπνήσαν,
ποια να στοχάστη - έτσι γλυκά θρηνούσαν! -
πως, κάτου απ' τους ανθούς, τ' ολόαχνο σμάλτο
του πεθαμένου του Άδωνη ήταν σάρκα
που πόνεσε βαθιά;
Γιατί κι ο πόνος
στα ρόδα μέσα, κι ο Eπιτάφιος Θρήνος,
κ' οι αναπνοές της άνοιξης που μπαίναν
απ' του ναού τη θύρα, αναφτερώναν
το νου τους στης Aνάστασης το θάμα,
και του Xριστού οι πληγές σαν ανεμώνες
τους φάνταζαν στα χέρια και στα πόδια,
τι πολλά τον σκεπάζανε λουλούδια
που έτσι τρανά, έτσι βαθιά ευωδούσαν!
Aλλά το βράδυ το ίδιο του Σαββάτου,
την ώρα π' απ' την Άγια Πύλη το ένα
κερί επροσάναψε όλα τ' άλλα ως κάτου,
κι απ' τ' Άγιο Bήμα σάμπως κύμα απλώθη
το φως ώσμε την ξώπορτα, όλοι κι όλες
ανατριχιάξαν π' άκουσαν στη μέση
απ' τα "Xριστός Aνέστη" μιαν αιφνίδια
φωνή να σκούξει: "Γιώργαινα, ο Bαγγέλης!"
Kαι να· ο λεβέντης του χωριού, ο Bαγγέλης,
των κοριτσιών το λάμπασμα, ο Bαγγέλης,
που τον λογιάζαν όλοι για χαμένο
στον πόλεμο· και στέκονταν ολόρτος
στης εκκλησιάς τη θύρα, με ποδάρι
ξύλινο, και δε διάβαινε τη θύρα
της εκκλησιάς, τι τον κοιτάζαν όλοι
με τα κεριά στο χέρι, τον κοιτάζαν,
το χορευτή που τράνταζε τ' αλώνι
του Στειριού, μια στην όψη, μια στο πόδι,
που ως να το κάρφωσε ήταν στο κατώφλι
της θύρας, και δεν έμπαινε πιο μέσα!
Kαι τότε - μάρτυράς μου νά 'ναι ο στίχος,
ο απλός κι αληθινός ετούτος στίχος -
απ' το στασίδι πού 'μουνα στημένος
ξαντίκρισα τη μάνα, απ' το κεφάλι
πετώντας το μαντίλι, να χιμήξει
σκυφτή και ν' αγκαλιάσει το ποδάρι,
το ξύλινο ποδάρι του στρατιώτη,
- έτσι όπως το είδα ο στίχος μου το γράφει,
ο απλός κι αληθινός ετούτος στίχος -,
και να σύρει απ' τα βάθη της καρδιάς της
ένα σκούξιμο: "Mάτια μου… Bαγγέλη!"
Kι ακόμα, - μάρτυράς μου νά 'ναι ο στίχος,
ο απλός κι αληθινός ετούτος στίχος -,
ξοπίσωθέ της, όσες μαζευτήκαν
από το βράδυ της Mεγάλης Πέφτης,
νανουριστά, θαμπά για να θρηνήσουν
τον πεθαμένον Άδωνη, κρυμμένο
μες στα λουλούδια, τώρα να ξεσπάσουν
μαζί την αξεθύμαστη του τρόμου
κραυγή που, ως στο στασίδι μου κρατιόμουν,
ένας πέπλος μου σκέπασε τα μάτια!…
(από τον Λυρικό Bίο, E΄, Ίκαρος 1968)

Άσμα μικρό


Χάθηκε αυτός ο οδοιπόρος.
Είχε συνάξει λίγα φύλλα
ένα κλαδί γεμάτο φως
είχε πονέσει.
Και τώρα χάθηκε…
Αγγίζοντας αληθινά πουλιά στο έρεβος
αγγίζει νέους ουρανούς
η προσευχή του μάχη.
Έαρ μικρό έαρ βαθύ έαρ συντετριμμένο.



Τετάρτη, 4 Απριλίου 2018

ΔΥΝΗ






Αφήνοντας πίσω τον άνθρωπο τον εκτατό και τον άνθρωπο τον διάτρητο, έφτασα στο κατώφλι όλων των εξάρσεων και των αγαλλιασμών, μπροστά στην πόρτα του Λόγου τού αποσπασθέντος από τα θνητά του λείψανα, και δημιουργώντας νέα όντα, δημιουργώντας φωτιά με την αλήθεια, αλλά και σπρωγμένος απ’ την πράσινη πίστη μου εχτύπησα να μου ανοίξουνε.
  Έτσι θα φτάσεις κι εσύ στην πλυμένη και παντέρημη χώρα του θράσους σου. Και μέχρι τότε, χωρίς να έχεις πρόγραμμα και ημερολόγιο, θα την χτίζεις και θα την χτίζεις ολοένα. Οποία σοβαρή ματαιοδοξία! Αλλά και ποιός θα επόνταρε σ’ εσένα και ποιός θα σε διάλεγε, από τους αμνημόνευτους τόπους έως και τη φυγόφιλη λύρα του πατέρα – ποιός;


http://alonakitispoiisis.blogspot.gr/
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Κυριακή, 1 Απριλίου 2018

ΣΕ ΙΣΑ ΜΕΡΗ






Είμαι σαγηνευμένος από τούτο το παντρύφερο κομμάτι της εξοχής, από την όλο μοναξιά κουπαστή του, στο χείλος της οποίας φτάνουν οι μπόρες και αποδεσμεύονται με ευπείθεια, και στο άλμπουρό της μια όψη χαμένη, καθώς για μια στιγμή αστράφτει ολόκληρη και με κερδίζει εκ νέου. Από πολύ μακριά κι απ’ όσο θυμάμαι ξεχωρίζω που σκύβω πάνω απ’ τα φυτά του αφρόντιστου πατρικού μου κήπου, με προσοχή εντεταμένη στους χυμούς, να φιλάω μάτια με ώριμο σχήμα και χρώματα που ο προεσπερινός άνεμος τ’ άρδευε καλύτερα απ’ το χέρι των ανθρώπων το ανάπηρο. Γόητρο επιστροφής, νόστος που ουδεμία τύχη δύναται να τον προσβάλει, να τον αμαυρώσει. Μεσημβρινά δικαστήρια – πλην εγώ ξαγρυπνάω. Εγώ που απολαμβάνω το προνόμιο να τα νιώθω όλα μαζί: αποθάρρυνση και εμπιστοσύνη, αυτομολία και ευψυχία – και μήτε έχω στον νου μου συγκρατήσει τίποτε άλλο παρεκτός την τηκόμενη γωνία κάποιου τυχαίου ανταμώματος.
  Σε μια στράτα λεβάντας και κρασιού περπατήσαμε πλάι-πλάι, και ήμασταν μέσα σ’ ένα σκονισμένο πλαίσιο παιδικότητας με φαράγγια όλο βάτους και με τον καθένα μας να ξέρει πόσο πολύ τον αγαπούσε ο άλλος. Δεν είναι άντρας με κεφάλι μυθικό αυτός που φίλαγες αργότερα πίσω απ’ την αντάρα της μόνιμης κλίνης σου. Να σε τώρα γυμνή και μεταξύ όλων των άλλων η πρώτη και καλύτερη μόνο για σήμερα, οπού διαβαίνεις την έξοδο υμνωδιών εξόχως κακοτράχαλων. Το διάστημα εσαεί νά ’ναι τάχα τούτη ’δώ η απόλυτη και μαρμαίρουσα ανάπαυλα απουσίας, μια εντολή μεταβολής και δη κατσιασμένης; Προλέγοντάς το, ωστόσο, τούτο το ρήμα έρχομαι και επιβεβαιώνω ότι ζεις· το σκαμμένο αυλάκι φωτίζεται ανάμεσα στο δικό σου καλό και στο κακό το δικό μου. Η θέρμη θα επανέλθει… θα επανέλθει συνοδευόμενη από τη σιωπή, όπως θα σε σηκώνω ψηλά στα χέρια μου, Άψυχη.


Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.






http://alonakitispoiisis.blogspot.gr/

Σάββατο, 31 Μαρτίου 2018

Α΄ Η ΤΑΦΗ ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΥ



Ο Απρίλης είναι ο μήνας ο σκληρός, γεννώντας
Μες απ’ την πεθαμένη γη τις πασχαλιές, σμίγοντας
Θύμηση κι επιθυμία, ταράζοντας
Με τη βροχή της άνοιξης ρίζες οκνές.
Ο χειμώνας μας ζέσταινε, σκεπάζοντας
Τη γη με το χιόνι της λησμονιάς, θρέφοντας
Λίγη ζωή μ’ απόξερους βολβούς.
Το καλοκαίρι μας ξάφνισε καθώς ήρθε πάνω απ’
το Σταρνμπέργκερζε
Με μια μπόρα• σταματήσαμε στις κολόνες,
Και προχωρήσαμε στη λιακάδα, ως το Χόφγκαρτεν,
Κι ήπιαμε καφέ, και κουβεντιάσαμε καμιάν ώρα.
Bin gar keine Russin, stamm’ aus Litauen,
echt deutsch.
Και σαν ήμασταν παιδιά, μέναμε στου αρχιδούκα,
Του ξαδέρφου μου, με πήρε με το έλκηθρο,
Και τρόμαξα. Κι έλεγε, Μαρία,
Μαρία, κρατήσου δυνατά. Και πήραμε τhν κατηφόρα.
Εκεί νιώθεις ελευθερία, στa βουνά.
Διαβάζω, σχεδόν όλη νύχτα, και πηγαίνω το
χειμώνα στο νότο.
Ποιές ρίζες απλώνονται γρυπές, ποιοι κλώνοι
δυναμώνουν
Μέσα στα πέτρινα τούτα σαρίδια; Γιε του ανθρώπου,
Να πεις ή να μαντέψεις, δεν μπορείς, γιατί γνωρίζεις μόνο
Μια στοίβα σπασμένες εικόνες, όπου χτυπάει ο
ήλιος,
Και δε σου δίνει σκέπη το πεθαμένο δέντρο, κι ο
γρύλος ανακούφιση,
Κι η στεγνή πέτρα ήχο νερού. Μόνο
Έχει σκιά στον κόκκινο τούτο βράχο,
(Έλα κάτω απ’ τον ίσκιο του κόκκινου βράχου),
Και θα σου δείξω κάτι διαφορετικό
Κι από τον ίσκιο σου το πρωί που δρασκελάει
ξοπίσω σου
Κι από τον ίσκιο σου το βράδυ που ορθώνεται
να σ’ ανταμώσει
Μέσα σε μια φούχτα σκόνη θα σου δείξω το φόβο.
Frisch weht der Wind
Der Heimat zu,
Mein Irisch Kind,
Wo weilest du?
«Μου χάρισες γυάκινθους πρώτη φορά πριν ένα
χρόνο•
Μ’ έλεγαν η γυακίνθινη κοπέλα».
—Όμως όταν γυρίσαμε απ’ τον κήπο των Γυακίνθων,
Ήταν αργά, γεμάτη η αγκάλη σου, και τα μαλλιά
σου υγρά, δεν μπορούσα
Να μιλήσω, θολώσανε τα μάτια μου, δεν ήμουν
Ζωντανός μήτε πεθαμένος, και δεν ήξερα τίποτε,
Κοιτάζοντας στην καρδιά του φωτός, τη σιωπή.
Oed’und leer das Meer.
Η κυρία Σόζοστρις, διάσημη χαρτομάντισσα,
Ήταν πολύ κρυολογημένη, μολαταύτα
Λένε πως είναι η πιο σοφή γυναίκα της Ευρώπης,
Με μια διαβολεμένη τράπουλα. Εδώ, είπε,
Είν’ το χαρτί σας, ο πνιγμένος Φοίνικας
Θαλασσινός,
(Να, τα μαργαριτάρια, τα μάτια του. Κοιτάχτε!)
Εδώ ’ναι η Μπελλαντόνα, η Δέσποινα των Βράχων,
Η δέσποινα των καταστάσεων.
Εδώ ’ναι ο άνθρωπος με τα τρία μπαστούνια, κι
εδώ ο Τροχός,
Κι εδώ ο μονόφταλμος έμπορας, και τούτο το
χαρτί,
Τ’ αδειανό, κάτι που σηκώνει στον ώμο,
Που ’ναι απαγορεμένο να το δω. Δε βρίσκω
Τον Κρεμασμένο. Να φοβάστε τον πνιγμό.
Βλέπω πλήθος λαό, να περπατά ένα γύρο.
Ευκαριστώ. Α δείτε την αγαπητή μου Κυρίαν
Ισοψάλτου,
Πείτε της πως θα φέρνω τ’ ωροσκόπιο μοναχή
μου:
Πρέπει να φυλαγόμαστε πολύ στον καιρό μας.
Ανύπαρχτη Πολιτεία,
Μέσα στην καστανή καταχνιά μιας χειμωνιάτικης
αυγής,
Χύνουνταν στο Γιοφύρι της Λόντρας ένα πλήθος,
τόσοι πολλοί,
Δεν το ’χα σκεφτεί πως ο θάνατος είχε ξεκάνει
τόσους πολλούς.
Μικροί και σπάνιοι στεναγμοί αναδινόντουσαν,
Και κάρφωνε ο καθένας μπρος στα πόδια του τα
μάτια.
Χύνουνταν πέρα στο ύψωμα και κάτω στο Κίνγκ
Ουίλλιαμ Στρήτ,
Εκεί που η Παναγία Γούλνοθ μέτραε τις ώρες
Με ήχο νεκρό στο στερνό χτύπημα των εννιά.
Εκεί είδα έναν που γνώριζα, και τον σταμάτησα,
φωνάζοντας: «Στέτσον!
Συ που ήσουνα μαζί μου στις Μύλες με τα καράβια !
Κείνο το λείψανο που φύτεψες στον κήπο σου τον
άλλο χρόνο,
Άρχισε να βλασταίνει; Πες μου, θ’ ανθίσει εφέτο;
Ή μήπως η ξαφνική παγωνιά πείραξε τη βραγιά
του;
Ω κράτα μακριά το Σκυλί τον αγαπάει. τον
άνθρωπο,
Τι με τα νύχια του θα το ξεχώσει πάλι !
Συ! hypocrite lecteur ! – mon semblable,
- mon frère!»

Η ΣΠΑΣΜΕΝΗ ΣΤΑΜΝΑ


Ξεδιπλώνεται το μέσα βλέμμα, και ένας κόσμος ιλίγγου και πυρός
στου ονειροπόλου γεννιέται το μέτωπο:
ήλιοι γαλάζιοι, πράσινοι ανεμοστρόβιλοι, ράμφη φωτός που τρυπάνε
κι ανοίγουνε τ’ άστρα σαν νά ’τανε ρόδια,
ηλιοτρόπιο μονήρες, μάτι χρυσό που γυρνάει στο κέντρο μιας
καμένης σπιανάδας,
δάση ηχηρά κρυστάλλινα, δάση αντιλάλων και απαντήσεων και
κυμάτων, διάλογος της διαφάνειας με άλλες διαφάνειες,
ο άνεμος! καλπασμός υδάτων ανάμεσα στ’ ατέρμονα τείχη του
λαιμού ενός αεριωθούμενου,
το άλογο, ο κομήτης, το πυροτέχνημα που πετυχαίνει την καρδιά
της νύχτας στο κέντρο, φτερά και σιντριβάνια,
φτερά, μιά αιφνίδια ανθοφορία πυρσών, κεριά, φτερούγες, της
λευκότητας συντελείται η κάθοδος,
πουλιά των νησιών να κελαηδούν κάτω από του ονειροπόλου
το μέτωπο.
Άνοιξα τα μάτια, τά ’στρεψα στον ουρανό, και πώς ω πώς είχε
κυμάτων σκεπαστεί με άστρα ολάκερη η νύχτα είδα!
Νησιά ζωντανά, βραχιόλια καιομένων νήσων, πέτρες να καίνε,
ν’ ανασαίνουν, συστάδες βράχων ζωντανών,
κι όλες εκείνες οι πηγές, τί διαύγεια, τί κόμες πάνω σε μια ράχη
ολόμαυρη,
κι όλα εκείνα τα ποτάμια να χύνοντ’ εκεί, κι εκείνος ο απόμακρος
ήχος του νερού κοντά στη φωτιά, του φωτός ο ήχος στη σκιά
απέναντι!
Άρπες, κήποι μόνο με άρπες!
Στο πλευρό μου όμως εγώ δεν είχα κανέναν.
Μόνο την πεδιάδα: κάκτοι, βάτοι, βράχοι θεόρατοι που έτριζαν
στον ήλιο αποκάτω.
Δεν τραγουδούσε ο γρύλος,
υπήρχε μι’ αόριστη οσμή ασβέστη και καμένων σπόρων,
οι δρόμοι του χωριού είσαν τα ξεραμένα ρυάκια
κι ο αέρας σε χίλια θά ’σπαγε κομμάτια έτσι και φώναζε κανείς:
Είναι κανείς εδώ;
Λόφοι φαλακροί, ηφαίστειο ανενεργό, πέτρες και λαχάνιασμα
κάτω από την τόση λάμψη, ξεραΐλα, γεύση σκόνης,
σούρσιμο ποδιών ξυπόλυτων στη σκόνη πάνω, κι ο πιπερόσχινος
στη μέση της πεδιάδας ίδιος απολιθωμένο σιντριβάνι!
Πες μου, ξεραΐλα, πες μου, γη καμένη, γη οστέων αλεσμένων,
πες μου, σελήνη εσύ η τα λοίσθια πνέουσα:
Νερό εδώ δεν έχει;
Άραγε μόνο αίμα υπάρχει εδώ, μόνο σκόνη, μόνο βήματα
υπάρχουνε από πόδια γυμνά πάνω στ’ αγκάθια,
μόνο κουρέλια και τροφή εντόμων και λήθαργος στο βέβηλο
το μεσημέρι: στο χρυσό αρχηγό μας;
Σωθήκαν πια των αλόγων τα χλιμιντρίσματα στου ποταμού τις όχθες,
ανάμεσα στα μεγάλα βότσαλα τα τόσο γλιστερά,
στο έλος, κάτω απ’ το πράσινο των φύλλων φως και στις κραυγές
ανδρών και γυναικών που λούζονται το χάραμα;
Πού είναι οι Θεοί; – το Καλαμπόκι, το Λουλούδι, το Νερό, το Αίμα –
οι Θεοί, η Παρθένος πού είναι;
Όλοι τους πέθαναν; Έφυγαν; Σπασμένα σταμνιά μονάχα στο φιλιατρό
του στερεμένου πηγαδιού;
Και μόνος ζωντανός ο βάτραχος; –
Μόνο ο γκριζοπράσινος βάτραχος λάμπει τώρα να φωτίζει του
Μεξικού τη νύχτα;
Μόνο ο χοντρός αρχηγός της Τσεμποάλα είν’ ακόμη αθάνατος;
Νά ’ναι γονατιστός στο θείο δέντρο του νεφρίτη που ’χει ποτιστεί με
αίμα και δύο σκλάβοι νιούτσικοι να του κάνουν εκεί αέρα,
νά ’ναι τις μέρες των μεγάλων λιτανειών επικεφαλής του χωριού και
ν’ ακουμπάει στο σταυρό: όπλο του και βακτηρία του,
με πανοπλία, με προσωπείο από σκαλισμένη πέτρα, και ν’ ανασαίνει
τον καπνό των πυροβολισμών σαν θυμίαμα πολύτιμο,
ή να περνά σαββατοκύριακα στ’ οχυρωμένο σπίτι του, δίπλα στη
θάλασσα, με την αγαπημένη του μαιτρέσσα και με τα διαμάντια
της όλα από νέον;
Μόνο ο βάτραχος είναι εδώ ακόμη αθάνατος;
Κοίταξ’ εδώ την πράσινη και κρύα οργή που ’χει για ουρά μαχαίρια
και γυαλιά κομμένα,
κοίτα το σκυλί και το ψωριάρικό του αλύχτισμα,
τη σιωπηλή αγαύη, τη φραγκοσυκιά, το ιριδισμένο κακτοειδές, δες το
άνθος που αιμορραγεί και μόνο για να αιμορραγεί υπάρχει,
το άνθος με την κοφτερή και ανοξείδωτη γεωμετρία σαν όργανο
λεπτότατο βασανισμών,
κοίτα τη νύχτα με τα μεγάλα δόντια και με το βλέμμα μαστίγιο, τη
νύχτα που σφάζει και γδέρνει μ’ ένα κοτρόνι αόρατο,
άκου τα δόντια που συγκρούονται με δόντια,
άκου τα κόκκαλα που συντρίβονται στα κόκκαλα,
το τύμπανο του ανθρώπινου δέρματος το βαράει το κόκκαλο που το
λεν μηριαίο,
το τύμπανο του στήθους το βαράει η φτέρνα η μανιασμένη,
το ταμ-ταμ των τυμπάνων στ’ αφτιά το βαράει ο ήλιος με το
παραλήρημά του,
κοίταξ’ εδώ τη σκόνη που σηκώνεται σαν κίτρινος άνακτας και
ξεριζώνει τα πάντα και χορεύει μόνος του μέχρι που
σωριάζεται χάμω
σαν δέντρο που του ξεραθήκαν οι ρίζες απότομα, σαν πύργος που τον
εγκρέμισε του ανέμου μι’ ανάσα,
κοίτα τον άνθρωπο που πέφτει και σηκώνεται και τρώει σκόνη και
σέρνεται,
το ανθρώπινο έντομο που σκάβει το βράχο και τρυπά τους αιώνες και
τρέμει στο φως,
δες εδώ το σπασμένο βράχο, τον σπασμένο άνθρωπο, το φως δες εδώ
το σπασμένο.
Μάτια ανοιχτά και μάτια κλεισμένα – το ίδιο τάχα κάνει;
Κάστρα ενδότερα που τα πυρπολεί ο στοχασμός για νά ’βγει κάτι
άλλο, καθαρότερο, στη θέση τους, όλο λάμψη και όλο θάμπος,
σπόρος μιάς εικόνας που μεγαλώνει για να γίνει δέντρο που θα σπάσει
το κρανίο,
λέξη που γυρεύει χείλη να την πούνε,
πάνω στην αρχαία ανθρώπινη πηγή πέτρες έχουνε πέσει μεγάλες,
αιώνες βράχοι, χρόνια πλάκες, λεπτά της ώρας ξερολίθαρα έχουνε
πέσει πάνω στην πηγή την ανθρώπινη.
Πες μου, ξεραΐλα, πέτρα γυαλισμένη απ’ το φαφούτη χρόνο,
από τη φαφούτα πείνα,
σκόνη αλεσμένη από δόντια που ’ναι αιώνες, από αιώνες που είναι
πείνες,
πες μου, σπασμένη στάμνα που ’πεσες στη σκόνη, πες μου, σε ρωτάω,
γεννιέται φως, αν θα τριφτούν κόκκαλο με κόκκαλο, άνθρωπος με
άνθρωπο, πείνα με πείνα,
ίσαμε να τιναχτεί στο τέλος η σπίθα, η κραυγή, ο λόγος,
ίσαμε να τρέξει το νερό στο τέλος και να πεταχτεί το δέντρο
πλατύφυλλο και τυρκουάζ;
Πρέπει να κοιμόμαστε με μάτια ανοιχτά, να ονειρευόμαστε πρέπει
με τα χέρια μας,
να ονειρευόμαστε τα όνειρα τα ενεργά του ποταμού που ψάχνει να
βρει το ρεύμα του, τα όνειρα του ήλιου που ονειρεύεται τους
κόσμους του,
πρέπει να ονειρευόμαστε μεγαλοφώνως και πρέπει να τραγουδάμε,
ώσπου να πετάξει ρίζες το τραγούδι μας, νά ’χει πια κορμό, κλαδιά,
πουλιά και αστέρια,
να τραγουδάμε μέχρι να γεννήσει το όνειρο στο πλάι του κοιμώμενου
της αναστάσεως το στάχυ το κόκκινο,
της γυναίκας το νερό, την πηγή για να πίνουμε και να κοιταζόμαστε
και ν’ αναγνωρίζουμε τον εαυτό μας και ν’αναλαμβάνουμε,
την πηγή που μας λέει ότι είμαστε άνθρωποι, την πηγή που ομιλεί
κατά μόνας τη νύχτα και μας καλεί με τ’ όνομά μας,
την πηγή των λόγων για να λέμε εγώ, εσύ, αυτός, εμείς, κάτω απ’ το
μεγάλο δέντρο, της βροχής το ζωντανό το άγαλμα,
για να λέμε τις όμορφες αντωνυμίες, να γνωρίζουμε τον εαυτό μας
και νά ’μαστε οι πιστοί των ονομάτων μας,
πρέπει να ονειρευόμαστε κατά πίσω, επί τας πηγάς, πρέπει να
ξανακυλήσουμε και να φτάσουμε πάνω ψηλά πίσω στους αιώνες,
να πάμε πέρα από τη νηπιακή ηλικία, πέρα απ’ την αρχή, πέρα από
το νερό του μυστηρίου του βαπτίσματος,
να γκρεμίσουμε τους τοίχους που χωρίζουν τους ανθρώπους, να
ενώσουμε και πάλι ό,τι έχει χωριστεί,
ζωή και θάνατος δεν είναι κόσμοι αντίθετοι, είμαστε ένας μόνος μίσχος
μονός με δύο άνθη δίδυμα,
πρέπει να ξεθάψουμε τον χαμένο λόγο, να ονειρευτούμε προς τα μέσα
και συνάμα προς τα έξω,
ν’ αποκρυπτογραφήσουμε το τατουάζ της νύχτας και να κοιταχτούμε
ίσια με το μεσημέρι σκίζοντάς του τη μάσκα του,
να λουστούμε στο φως του ήλιου και να γευτούμε καρπούς νυκτερινούς
και να συλλαβίσουμε τα γραπτά των ποταμών και των αστέρων,
να θυμηθούμε τί λένε το αίμα και η παλίρροια, η γη και το κορμί, να
επιστρέψουμε στο σημείο εκκινήσεως,
ούτε μέσα ούτε έξω, ούτε πάνω ούτε κάτω, στο σταυροδρόμι εκείνο
απ’ όπου αρχίζουν όλοι οι δρόμοι,
γιατί το φως τραγουδάει με φλίφλισμα νερών, με των φύλλων το
φλίφλισμα τραγουδάει το φως,
και η αυγή γέμει καρπών, φιλιωμένες η ημέρα και η νύχτα κυλούν μαζί
σαν ποταμός στεκάμενος,
η ημέρα και η νύχτα, ο ήλιος και η σελήνη χαϊδεύονται απαλά και αργά
σαν άντρας και γυναίκα ερωτευμένοι,
σαν ένας ποταμός που κυλάει και κατεβάζει ακατάπαυστα κάτω από
αψίδες αιώνων τις εποχές και τους ανθρώπους,
πέρα, στο ζωντανό κέντρο της αρχής, πιο πέρα, κι ακόμα πιο πέρα,
επέκεινα, και του τέλους και της αρχής επέκεινα.
Μεξικό 1955
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Παρασκευή, 30 Μαρτίου 2018

Ἀδώνιδος ѳυμίαμα ἀρώματα







Κλῦѳί μου εὐχομένου, πολυώνυμε, δαῖμον ἄριστε,

ἁβροκόμη, φιλέρημε, βρύων ὠιδαῖσι ποѳειναῖς,

Εὐβουλεῦ, πολύμορφε, τροφεῦ πάντων ἀρίδηλε,

κούρη καὶ κόρε, σὺ πᾶσιν ѳάλος αἰέν, Ἄδωνι,

σβεννύμενε λάμπων τε καλαῖς ἐν κυκλάσιν ὥραις,

αὐξιѳαλής, δίκερως, πολυήρατε, δακρυότιμε,

ἀγλαόμορφε, κυναγεσίοις χαίρων, βαѳυχαῖτα,

ἱμερόνους, Κύπριδος γλυκερὸν ѳάλος, ἔρνος Ἔρωτος,

Φερσεφόνης ἐρασιπλοκάμου λέκτροισι λοχευѳείς,

ὃς ποτὲ μὲν ναίεις ὑπὸ Τάρταρον ἠερόεντα,

ἠδὲ πάλιν πρὸς Ὄλυμπον ἄγεις δέμας ὡριόκαρπον·

ἐλѳέ, μάκαρ, μύσταισι φέρων καρποὺς ἀπὸ γαίης.

…………………………………………………………………………………………

Άκουσε την προσευχή μου, ώ ένδοξε, άριστε θεέ,

με την κομψήν κόμην φίλε της ερημιάς ( της μοναξιάς ),

πού είσαι γεμάτος από περιπόθητους καρπούς ,

ώ Ευβουλέα με τις πολλές μορφές, φανερέ ανατροφέα των πάντων,

πού είσαι κόρη και παιδί ( θηλυκός και αρσενικός ) ώ Άδωνι εις όλα είσαι πάντοτε το ωραίον βλαστάρι,

σβήνεις και λάμπεις σε ωραίες κυκλικές εποχές βοηθείς εις την αύξησιν των καρπών,

έχεις δύο κέρατα, είσαι πολυέραστος ( πολύ αγαπητός ), σε τιμούν με δάκρυα ,

έχεις μορφήν πού λάμπει, χαίρεσαι το κυνήγι , έχεις πυκνά και μακρά μαλλιά ( κόμην ) έχεις αξιέραστη ψυχή,

είσαι το γλυκύ τέκνον της Κύπριδος, βλαστάρι του έρωτος και γεννήθηκες στα κρεβάτια της Περσεφόνης

με τα όμορφα μαλλιά συ άλλοτε μεν κατοικείς κάτω από τον σκοτεινόν Τάρταρον και άλλοτε αντιθέτως οδηγείς το σώμα σου όταν ωρίμαση στον καιρό του προς τον Όλυμπον.

Έλα ώ μακάριε, και φέρε εις τους μύστας καρπούς από την γήν



«τόν δ᾽Ἄδωνιν οὐχ ἕτερον ἀλλά Διόνυσον εἶναι νομίζουσιν»

(Πλούταρχος, 50-120, Συμποσιακά Προβλήματα, 671β,8)

http://hellenictheology.gr/ymnos-egkosmioy-dionysoy-adonidos/

Σάββατο, 24 Μαρτίου 2018

ΕΠΙΛΟΓΗ ΑΠΟ ΤΑ «ΜΟΝΟΧΟΡΔΑ»









28. Ανεβαίνει ψηλά να πιάσει χώμα.

41. Καλό προσωπείο, σε δύσκολους καιρούς, ο μύθος.

49. Ένα κομμένο μαρμάρινο χέρι σε κρατάει ψηλά μέσα στο θαύμα.

59. Άνεμε, που με γύμνωσες, μού ’γινες το μοναδικό μου ρούχο.

70. Στο σώμα μου διδάχτηκα τον κόσμο.

71. Φιλήδονο φεγγάρι, μη μου αλλάζεις τα λόγια.

84. Ω, αφίλητο στόμα, για το βαθύ τραγούδι.

97. Τ' άπιαστο ολόκληρο το δίνω. Κανείς δεν το παίρνει.

119. Κάποτε, από μια σύμπτωση, βρίσκουν οι λέξεις το άλλο νόημά τους.

143. Πέταλο γιασεμιού, σ’ ένα ποτήρι με νερό, μακριά που με αρμενίζεις.

150. Αν δεν μπορέσω να το δεις κι εσύ, μοιάζει σα να μην τό ’χω.

186. Σβήνω τον ίσκιο ολόκληρο με τούτο το χρυσό μολύβι.

188. Η νύχτα πάντα πίσω απ’ τις σελίδες μου. Γι’ αυτό και λάμπουνε τόσο πολύ τα γράμματά μου.

198. Βαθύ νερό του πηγαδιού τ’ αγάλματα ποτίζει.

212. Με την ελπίδα μιας στιγμής, μας χρέωσαν όλο το μέλλον.

278. Άλλα του πήραν· άλλα τά ’δωσε. Απ’ τις απώλειες θησαυρίζει τώρα.

282. Σώμα περιφραγμένο – συστολή του απείρου.

286. Τι ήσυχα που γκρεμίζεται μέσα στην ποίηση ο χρόνος.

336. Να ξέρεις, – τούτα τα μονόχορδα είναι τα κλειδιά μου. Πάρ’ τα.



Από το βιβλίο: «Ανθολογία Γιάννη Ρίτσου», επιλογή Χρύσα Προκοπάκη, Κέδρος, Αθήνα 2000, σελ.401-405.

http://alonakitispoiisis.blogspot.gr

Κυριακή, 18 Μαρτίου 2018

ΝΥΧΤΕΡΙΝΗ ΑΧΤΙΔΑ


Φλεγόταν, φλεγόταν της εσπερινής μου αγαπημένης η κόμη:
κι εγώ της στέλνω το φέρετρο απ’ το ελαφρότερο που υπάρχει ξύλο.
Το τυλίγουνε κύματα ωσάν την κλίνη των ονείρων μας στη Ρώμη·
φοράει λευκή περούκα σαν κι εμένα και μιλάει βραχνά:
μιλάει όπως εγώ, όποτ’ εγγυώμαι την πορεία προς τις καρδιές.
Και ξέρει ένα γαλλικό τραγούδι για τον έρωτα,
που το έλεγα το φθινόπωρο,
όταν ταξιδεύοντας ξαπόσταινα στη χώρα της εσπέρας
κι έγραφα επιστολές στον όρθρο.
Μια ωραία λέμβος είναι το φέρετρο,
από ξύλο κομμένο στων αισθημάτων το δάσος.
Κι εγώ κατέβαζα μαζί της το αίμα,
όταν ήμουν ακόμα πιο νέος απ’ το μάτι σου.
Τώρα εσύ είσαι νέα – σαν νεκρό πουλί στο χιόνι του Μαρτίου·
τώρα έρχεται και σου τραγουδάει το γαλλικό τραγούδι του.
Είσαστε ανάλαφροι: ίσαμε το τέλος την άνοιξή μου κοιμόσαστε.
Είμαι ελαφρότερος:
τραγουδώ – μπροστά σε ξένους τραγουδάω.
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΜΕ ΚΕΦΑΛΑΙΑ





Λαμποκοπούσε φλογισμένο μέσ’ απ’ απ’ τις κραυγές του τής αυγής το λοφίο. Πρώτο αβγό, πρώτο ράμφισμα, αποκεφαλισμός και αγαλλίαση! Πούπουλα πετάνε, ανοίγονται φτερά, φουσκώνουνε πανιά και κουπιά χώνονται βαθιά πολύ βαθιά μες στα νερά του πρωιού. Αχ, φως αχαλίνωτο, πρώτο φως στα πίσω πόδια σηκωμένο. Κατολισθήσεις κρυστάλλων κατρακυλάνε στο βουνό, ναοί από πάγο πάνε και μου σπάνε στο κεφάλι τα τύμπανα.
Δεν έχει γεύση, δεν έχει όσφρηση η αυγή, παιδούλα ακόμα, δίχως όνομα και δίχως όψη. Έρχεται, προχωράει, τρεκλίζει, απομακρύνεται, φεύγει. Αφήνει πίσω της μια συρτή θορύβων, μα και συριγμών, που ανοίγουν τα μάτια. Χάνεται στον εαυτό της μέσα ύστερα. Και η μέρα τσαλαπατάει με μεγάλη οργή ένα μικρούλι αστέρι.
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Τρίτη, 13 Μαρτίου 2018

4. [ΟΙ ΛΥΓΜΟΙ ΕΙΝΑΙ ΑΡΧΕΓΟΝΟΙ]













Οι λυγμοί είναι αρχέγονοι
το ίδιο και οι απελπισίες


όλα είναι αρχέγονα


οι αρρώστιες
τα χρέη
και τα ιδανικά
ο εαυτός μου ίσως…


κι έτσι δεν μπορεί να βουβαθεί
με σκόρπιες λέξεις






Από το βιβλίο: Δημήτρης Τρωαδίτης, «Η μοναξιά του χρόνου», Εκδόσεις Οδός Πανός, Αθήνα 2016, σ. 14.



http://alonakitispoiisis.blogspot.gr/