Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Σάββατο, 28 Μαΐου 2016

Σπουδή σώματος



Άφησέ με να σου γνωρίσω το σώμα σου
Ξεκινώντας από τα πιο βασικά
Όπως τα γράμματα του αλφάβητου στη γλώσσα,
Για να πάψεις να υπομένεις τα πολύχρωμα ενδύματα,
Προπάντων τα μαύρα, που πολύ αγαπάς,
Γιατί επιτρέπουν στη θερμότητα να σ' ερεθίζει.
Χέρι πάνω στο χέρι, άσε με να σε οδηγήσω
Στις εξάρσεις και τις χαράδρες του κορμιού σου
Εκεί που οι θύελλες μαίνονται κι οι λίμνες
Καθρεφτίζουν τους ιμέρους σου -ψηλοί, αιχμηροί βράχοι
Που ακούραστοι παλινδρομούν
Εντός σου.
Έχω τόσο καιρό ιχνηλατήσει -από επικίνδυνους φεγγίτες-
Τις ομορφιές του αμπελώνα σου,
Που μπορώ να σ' αναπλάσω ολόκληρη,
Ωραία σαν σελήνη, φωτεινή σαν αυγή, πολύφυλλη σαν
νύχτα,
Με τους αγρούς σου ακόρεστους για γόνιμα ύδατα
και τις θύρες σου ανοιχτές στις νέες αφίξεις.
Έλα, λοιπόν, να σου γνωρίσω -με τις αισθήσεις και
τη φαντασία μου-
Το σώμα σου, πιο βαθύ κι απ' το θάνατο,
Που, περίφοβη, προσπαθείς να κρύψεις.
.
.
Τάσος Κόρφης -
Ποιήματα-Β'.

Τετάρτη, 25 Μαΐου 2016

Εν αταξίαις εύτακτοι όντες… (2006)





ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ ΜΑΣ
Κάτω απ’ το παράθυρο μας
πέρασε το καλοκαίρι...
Όλα κάτω απ’ το παράθυρο μας περνούν
Το καλοκαίρι, οι ρυτίδες
ένα βουνό χάδια
ένα ποτάμι δάκρυα
κι εκείνη η τοσοδούλα αμηχανία
που πέρασε
κι ούτε που να σε χαιρετήσει
κι ας ήταν καταρράχτες οι αναμνήσεις
κι άντε μετά το φράγμα της λογικής
Αφού περάσανε
αφού έγινες ένας άλλος
αφού κι εσύ, γερνάς
Αλλ’ όλα
κάτω από το παράθυρο μας πέρασαν.
Τετάρτη, 9 Ιουλίου 2003
ΦΕΓΓΑΡΙ ΣΤΟ ΜΠΑΛΚΟΝΙ
Το καλό φεγγάρι ήταν στο μπαλκόνι της
καλύτερο απ’ αυτό στον ουρανό
Έπαιζε με τα σύρματα
Ξεπέρναγε την κορυφογραμμή στον λόφο
σιγά, εξάλλου, και την κορυφογραμμή
κοντράριζε τα σύρματα της ΔΕΗ
βολτάριζε πάνω απ’ τα σκοινιά
της μπουγάδας
κι ύστερα, τσουπ, κατευθείαν στη γλάστρα της
σαν άνθος, εκεί, καμέλια λευκή
μαζί με τα αναρριχώμενα.
Ένα μη-με-λησμόνει που σου φέρνει
υπερένταση, όπως ισχυρίζονται
-όταν έχει γέμιση— οι αστρολόγοι.'^
Αλλά το άνθος ή η βόμβα, όλα κι όλα,
στο μπαλκόνι της βρίσκεται.
Τετάρτη, 15 Ιουλίου 2003,
Αθηναϊκό.
ΑΥΤΗ ΤΗ ΦΟΡΑ, ΑΣΤΟΧΗΣΕ Η ΗΛΕΚΤΡΑ
Αστόχησε
Και, όμως, πάραυτα υπήρξε απολύτως
Καθωσπρέπει.
Τυπική, αξιοπρεπής, πάντοτε χαμογελαστή -ελαφρώς-
κι ευθυτενής
οπωσδήποτε ευγενής, ουδέποτε ξεσπούσε.
Όλα μέσα της: πάθη και πόθους,
χάχανα και λυγμούς
ούτε δάκρυ.
Απολύτως προβλέψιμη, έτσι συνεπής και
συνετή· όλα τα ’κάνε.
Σπούδασε, δούλεψε, η πιο καλή
μαθήτρια, το πιο καλό παιδί
Κι ύστερα, ράγισε.
Σαν πορσελάνινη κούκλα.
Νέα Μάκρη
Τρίτη, 22 Ιουλίου 2003

Ο λόγος του καλού ληστή



Μνήσθητί μου, Κύριε, όταν έλθης εν τη βασιλεία σου
Διόρισέ με Πρόεδρο της Βουλής
Διόρισέ με Διευθυντή του Προϋπολογισμού
Διόρισέ με Γενικό Εισαγγελέα του Κράτους.

Μνήσθητι του εξ ακανθών στεφάνου
Κάνε με Πρόξενο της Χιλής στη Στοκχόλμη
Διόρισέ με Διευθυντή των Σιδηροδρόμων
Ονόμασέ με Αρχιστράτηγο.

Αναλαμβάνω οποιοδήποτε καθήκον
Επίτροπος Κρατικών Ακινήτων
Γενικός Διευθυντής Βιβλιοθηκών
Διευθυντής Ταχυδρομείων και Τηλεγραφείων.

Επικεφαλής της Υπηρεσίας Εθνικών Οδών
Επιθεωρητής Πάρκων και Κήπων
Κυβερνήτης της Επαρχίας Νιούμπλε.

Διόρισέ με Διευθυντή του Ζωολογικού Κήπου.

Δόξα τω Πατρί και τω Υιώ και τω Αγίω Πνεύματι
Ονόμασέ με Πρέσβη οπουδήποτε
Κάνε με αρχηγό της Κόλο-Κόλο
Ονόμασέ με αν σ’ αρέσει
Πρόεδρο του Σώματος Πυροσβεστών.

Κάνε με Λυκειάρχη στην Ανκούδ.

Και στη χειρότερη περίπτωση
Διόρισέ με Επόπτη του Νεκροταφείου.

Μετάφραση: Αργύρης Χιόνης


* Η Νιούμπλε είναι η γενέτειρα του Πάρρα. Η Κόλο-Κόλο είναι ποδοσφαιρική ομάδα με έδρα το Σαντιάγο. Η Ανκούδ είναι μια μικρή κωμόπολη στη νότια Χιλή, περίπου όπως λέμε «Κωλοπετεινίτσα» — η οποία, παρεμπιπτόντως, δεν είναι μυθικό τοπωνύμιο αλλά υπαρκτό: έτσι λεγόταν η Τριταία Φωκίδος μέχρι το 1927.

* * *
https://dimartblog.com/2016/05/25/poem255/

Κυριακή, 22 Μαΐου 2016

Guillaume Apollinaire, Τέσσερα ποιήματα



ΚΡΟΚΟΙ

Τό λιβάδι είναι φαρμακερό όμως ωραίο τό φθινόπωρο
Οί γελάδες βόσκουν έκεΐ Άργά-άργά δηλητηριάζονται
‘Ο κρόκος έρυθρόγλαυκος καί δαχτυλιδωτός άνθεί έκεί
Τα μάτια σου είναι σαν έκεϊνο τ’ άνθος βιολέτικα
Σαν τις δαχτυλιδώσεις του καί σαν αύτό τό φθινόπωρο
Κι ή ζωή μου γιά τα μάτια σου αργά δηλητηριάζεται

Τα παιδιά του σχολείου φτάνουν φουριόζικα
Φορούν ζακέτες καί παίζουν φυσαρμόνικα
Συλλέγουν άνθόκροκους πού είναι σάν μητέρες
Θυγατέρες των θυγατέρων τους κι έχουν τό χρώμα
Των βλεφάρων σου
Καθώς
Πάλλονται σάν λουλούδια σ’ εναν απονενοημένο άνεμο

Ό βοσκός τραγουδά σιγανά
Καί φεύγουν οί γελάδες άργές καί μουκανίζοντας
Πάντα τό φαρδύ τοΰτο λιβάδι πονηρά άνθίζει τό φθινόπωρο

***

ΤΟΜΕΑΡΧΗΣ

Τό στόμα μου θά εϊναι βάραθρο μέ θειάφι καφτό
Θά βρεις τό στόμα μου κόλαση άποπλάνησης κι άπόλαυσης
Οί άγγελοι του στόματός μου θά θρονιαστούν στην καρδιά σου
Οΐ στρατιώτες του στόματός μου θά σου έπιτεθοϋν αιφνιδιαστικά
Οί παπάδες του στόματός μου θά λιβανίζουν την ομορφιά σου
Ή ψυχή σου θά πάλλεται σάν μιά περιοχή σεισμοί)
Τά μάτια σου θά έχουν τότε φορτωθεί όλον τον έρωτα
Τής άνθρωπότητας συσσωρευμένον άπό πρωτόγονα χρόνια
Τό στόμα μου θά είναι μιά στρατιά αντίπαλή σου
Μιά απειθάρχητη στρατιά αλλάζοντας καθώς ένας
Ταχυδακτυλουργός τό σχήμα καί τον αριθμό της
Ή ορχήστρα κι ή χορωδία τοϋ στόματός μου θά ψάλλει
Τήν αγάπη μου θά σου τή μουρμουρίζει άπό μακριά

Κι εγώ όρθιος μέ μάτια καρφωμένα στο χρονόμετρο
Θά όρμήσω γιά έφοδο

***

ΠΑΝΤΑ

Στη Madame Faure-Favier

Πάντα
Τραβούμε έμπρός δίχως ποτέ να προχωρούμε
Κι άπό πλανήτη σέ πλανήτη

’Από νεφέλη σέ νεφέλη
0 Δον Ζουάν μέ χίλιους τρεις κομήτες
Δίχως ποτέ ν’ άνυψώνεται άπό τη γη

Σημαδέψετε δυνάμεις καινούριες
Καί πάρετε τά φαντάσματα στα σοβαρά
Τόσοι στο σόμπαν λησμονούν τούς εαυτούς των
Μεγάλοι έπιλήσμονες
Γνωρίζουν καλά να μάς κάνουν νά λησμονούμε
Αυτή καί αύτή την περιοχή τής ύφηλίου
Που είναι ό Χριστόφορος Κολόμβος
Σ’ αυτόν οφείλεται ή λήθη μιας Ηπείρου
Νά χάσεις
Μά νά χάσεις άμετάκλητα
Καί ν’ άφήσεις χώρο γιά άνακάλυψη νά χάσεις
Τη Ζωή γιά νά κερδίσεις τή Νίκη

***

ΔΕΣΜΟΙ

Σκοινιά καμωμένα από κραυγές
Άπ’ άκρη σ’ άκρη τής Ευρώπης
Ηχοι καμπάνας
Μετέωροι αιώνες

Σιδηροτροχιές
Δένουν τα έθνη
Είμαστε δυο-τρείς άνθρωποι ελεύθεροι άπο δεσμούς
Ας δώσουμε τα χέρια

Βροχή καταιγιστική χτενίζει τούς καπνούς
Σκοινιά
Σκοινιά πλεγμένα
Καλώδια
Υποβρύχια
Πύργοι τής Βαβέλ μεταμορφωμένοι σε γέφυρες
Άράχνες-Ποντήφικες
Ένας δεσμός δένει όλους τούς εραστές
Αλλοι δεσμοί πιο συγκρατημένοι
Λευκές άχτίδες φωτός
Σκοινιά κι ‘Ομόνοια
Γράφω μόνο γιά νά σάς άπαθανατίσω
“Ω αισθήσεις ώ μονάκριβες αισθήσεις
Εχθροί τών άναμνήσεων
Εχθροί τών επιθυμιών
Εχθροί τών τύψεων
Εχθροί τών δακρύων
Εχθροί δλων δσων ακόμη άγαπώ

*Από το βιβλίο “Γκιγιώμ Απολλιναίρ, Ποιήματα”. Μετάφραση: Νίκος Σπάνιας. Εκδσείς “Γνώση”, Αθήνα 1982.

https://tokoskino.me/2016/05/20/guillaume-apollinaire-

[Προσφυγή στις καύλες]

Του Αντώνη Αντωνάκου
Διάφοροι σύγχρονοι σοφοί και σοφολογιότατοι της πούτσας μας ταλαιπωρούν με ιστορικές αναλύσεις και γνώμες για το Μεγαλέξανδρο το μέγα Κωνσταντίνο και το σόι τους.
Αν είμαστε γραικοί φαντάροι ή Έλληνες κηροπλάστες. Με πατριωτικό οίστρο και λόγιο βλέμμα κουρδισμένο σε γαλανόλευκο φόντο αναλύουν τα ζοφερά καθέκαστα.
Οι σπλήνες των θνητών που βρέθηκαν μπροστά στις χατζάρες αρμαθιάζονται στη στατιστική μεροληψία του ερασιτέχνη ιστορικού που ανάμεσα σε καφέ και μπουγάτσα λαγάρισε ντοκουμέντα και πηγές άνυδρες με σφήκες και αναιμικά κορίτσια.
Ορθόδοξοι και ανορθόδοξοι χομπίστες των τεχνών και των γραμμάτων προαυλίζουν το ναρκισσισμό τους με ύφος δημογέροντος ιστοριοδίφη απλώνοντάς μας κόκκινες μπογιές και πατριωτικές βελατούρες εις τα μήκη και τα πλάτη της νοημοσύνης μας.
Ποιος έσφαξε, πόσους έσφαξε ο πάκμαν της ιστορίας στα πεδία των μαχών, εκεί που έπαιζαν φλιπεράκι οι κονκισταδόροι και οι ιμπεράτωρες.
Τουτέστιν το χωριό εκαίγετο και οι πουτανείς ελούζουν το διανοητικό τους αιδοίο.
Σβόλοι βλακείας παραγεμισμένοι ψείρες αρχιεπισκόπων που αγίασαν αναμίξ με εθνικόφρονες μπροσούρες λογίων της ημεδαπής αυταπάτης που εδόξασαν τη μπομπότα και το ζόφο εκτοξεύονται στα κεφάλια μας.
Ο καθείς σύγχρονος που έμαθε γραφή και ανάγνωση αλλά και την τεχνική του γούγλ, κάνοντας τη μηχανή αναζήτησης να πετάει σπίθες, όταν δεν κωλοβαράει ανάμεσα στα τηλεοπτικά κολλαγόνα και στο ξεπάστρεμα πληθυσμών δια απευθείας μεταδόσεως, ανακυκλώνει μισανθρωπία, ρατσισμό, κακεντρέχεια, βλακεία, θερμοδυναμική και πανάγιο τάφο, παναγία και Ήφαιστο, Μεγαλέξανδρο και Παπαφλέσσα.
Ένα πάρτι μαλακίας και εξυπνάδας από δωδεκαθεϊστές και αρχαιολάτρες ζευγαρωμένους με απόστολο Παύλο και Μιχαήλ Ψελλό μας σκοτίζουν τ’ αρχίδια καθημερινώς.
Κάθε νεοφιλελεύθερη ψωλή που της φταίνε οι κνίτες και κάθε πρώην συριζαίος της μεγάλης μικροαστικής παράταξης Όπου Φυσάει Ο Άνεμος-που αν τους ξύσεις αμφοτέρων το πετσί θα βρεις Μιχαλολιάκο και Τζήμερο-μας κουνάν το πατριωτικό τους δάχτυλο. Πότε μας προτρέπουν να πάρουμε τα όπλα και πότε να καθίσουμε στ’ αυγά μας.
Άλλοι έχοντας καβάτζα προίκα κόρης αρβανίτισας εκ Περγάμου, σύνταξη πεθεράς, επίδομα παιδοτρίβη, ταυτότητα ποιητού, άλλοι μεγαλοδικηγόροι και μεγαλομηχανικοί και φαρμακέμποροι, που τους σακάτεψε τους καημένους η κρίση κι όχι ο καπιταλισμός, λάβροι θέλουν να σκοτώσουν το δράκο του δημοσίου.
Ιδιώτες που άρμεγαν χρόνια το δημόσιο και τώρα που του στέγνωσαν τα βυζιά θέλουν να το αποκεφαλίσουν.
Διάφοροι τύποι με άποψη και λεφτά του μπαμπά, που αφήναν χρόνια την κουράδα τους στο δημόσιο χώρο πάντα επί χρήμασι τώρα εγίναν ιστοριοδίφες και αναλυτές.
Γι’ αυτό αδέρφια μου εσείς, που δεν σας ενδιαφέρει ο γκόμενος της Αγίας Αικατερίνης και οι αιμορροΐδες του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου αλλά πως θα ζήσετε σήμερα σαν άνθρωποι κι όχι σαν δουλοπρεπείς μαλάκες, φτύστε τ’ αρχίδια σας και μην ξεχνάτε. Η μόνη λύσις είναι η προσφυγή στις καύλες.
Διάφοροι σύγχρονοι σοφοί και σοφολογιότατοι της πούτσας μας ταλαιπωρούν με ιστορικές αναλύσεις και γνώμες για το Μεγαλέξανδρο το μέγα Κωνσταντίνο και το σόι τους. Αν είμαστε γραικοί φαντάροι ή Έλλη…
DROMOS.WORDPRESS.COM

Τετάρτη, 18 Μαΐου 2016

OI EYNOOYMENOI (PABLO NERUDA; Γενικό Άσμα)




Στο μολυβόχρωμο πηχτό τυρί
της τυραννίας ανατέλλει
άλλο ένα σκουλήκι: ο ευνοούμενος.
Είναι ο μέγας άναντρος, ο νοικιασμένος
για να κολακεύει τα βρώμικα χέρια.
Είναι ρήτορας ή δημοσιογράφος.
Ξυπνάει ξάφνου στο παλάτι
και ματσουλάει με ενθουσιασμό
τα αποπατήματα τού άρχοντα,
ασχολείται εμβριθώς και συνεχώς
με τα κόλπα του, θολώνει
τα νερά και ψαρεύει τα ψάρια του
στην εμπυασμένη στέρνα.
Ας τον ονομάσουμε Δαρίο Ποβλέτε,
ή Χόρχε Ντελάνο "Κόκε".
(Το ίδιο κάνει, μπορούσε να λέγεται
κι αλλιώς, είχε υπάρξει κι όταν
ο Ματσάδο συκοφαντούσε το Μέγια
αφού πρώτα τον δολοφόνησε).
Ο Ποβλέτε θα είχε γράψει εκεί
περί "Αναισχύντων Εχθρών"
του "Περικλέους της Αβάνας".
Αργότερα ο Ποβλέτε φιλούσε
τα αλογοπέταλα του Τρουχίγιο
τη σέλα του Μορινίγο,
τον πρωκτό του Γαβριέλ Γονσάλες.
Και χτες όμοια, φρεσκοβγαλμένος
απ' τ' αντάρτικο, νοικιάστηκε
για να πει ψέματα, για να σκεπάζει
εκτελέσεις και πλιάτσικα,
και σήμερα το ίδιο, υψώνει την άναντρη
πένα του πάνω στα βασανιστήρια
στην Πισάγουα, πάνω στον πόνο
χιλιάδων ατρών και γυναικών.
Πάντα ο τύραννος στη μαύρη
μαρτυρική γεωγραφία μας
ξετρύπωνε κάποιον βορβορώδη
πτυχιούχο λογά, που θα σκόρπαγε ψέματα
και θα 'λεγε: "Ο Γαληνότατος,
ο Δημιουργός, ο Μέγας Δημόσιος Ανήρ
που μάς κυβερνά", και θα γλιστρούσε
ανάμεσα στο πορνεμένο μελάνι
τα μαύρα ληστρικά του νύχια.
Όταν θα έχει φαγωθεί το τυρί
κι ο τύραννος θα πέσει μες στην κόλαση
ο Ποβλέτε εξαφανίζεται,
ο Ντελάνο "Κόκε" γίνεται καπνός,
το σκουλήκι γυρνάει ξανά στην κοπριά,
περιμένοντας την αισχρή ρόδα
που παίρνει και φέρνει τυραννίες,
για να εμφανιστεί χαμογελαστός
μ' έναν φρεσκογραμμένο λόγο
για τον τύραννο που σκάει μύτη.
Γι' αυτό, λαέ, πριν από κάθε άλλον,
βρες το σκουλήκι, ξέσκισέ του την ψυχή,
και το λειωμένο υγρό της,
η σκούρα γλοιώδης ουσία της
ας είναι η στερνή γραφή του,
ο αποχαιρετισμός ενός μελανιού
που θα το σβήσουμε από τη γη.
Μτφρ: Δανάη Στρατηγοπούλου

Σάββατο, 14 Μαΐου 2016

Νταν Αλμπεργκότι, δύο ποιήματα

Νταν Αλμπεργκότι, δύο ποιήματα -απόδοση Μαργαρίτα Παπαγεωργίου

papageorgiou12.5.16
Award-winning Poet Dan Albergotti
fav_separator
Τα ατυχήματα συμβαίνουν με ακρίβεια ρολογιού
Για παράδειγμα, τηνώρα που σταματάς το βήμα σου στον αέρα
και μετακινείς το πόδι σου στο πλάι για να μη συνθλίψεις
το γυαλιστερό πράσινο σκαθάρι στο πεζοδρόμιο,
που παραλίγο να το πετύχαινες. Το ρολόι του πύργου της σχολής
σημαίνει από μακριά μεσημέρι κι εσύ σκύβεις να δεις καλύτερα,
εκείνη τη μεταλλική λάμψη του εντόμου. Και τότε
συνειδητοποιείς ότι το φονικό σου βήμα θα ήταν περιττό.
Κάτι έχει ήδη συμβεί, κάτι συντελεσμένο.
Ήδη τα μυρμήγκια έχουν ξεκινήσει την ικανή τους εργασία,
στριφογυρίζοντας το σκαθάρι αργά απ’ τη μια πλευρά στην άλλη,
σαν κύματα που ταλαντεύουν μια κενή βάρκα. Οι καμπάνες
κρατούν το χρόνο, δώδεκα μουντές κινήσεις αργού χορού.
Κάτι κινεί τα μυρμήγκια για λίγο. Κάτι κινεί κι
εσένα να προχωρήσεις. Ο ουρανός είναι τραγικά ο ίδιος,
γεμάτος με μηχανοκίνητα, κελαϊδισμούς, στιγμιαία σύννεφα.
Και μετά βρίσκεσαι στην κουζίνα σου, και κόβεις κρεμμύδια
στον πάγκο καθώς δάκρυα πέφτουν απ’ τα μάτια σου που καίνε,
περιμένοντας τις βραδινές ειδήσεις ενώ το κοτόπουλο αποψύχεται
στον νεροχύτη, περιμένοντας για τα ατυχή ατυχήματα
που χωρίζουν σε διαστήματα τη μέρα και τη νύχτα με όλες τις ώρες
και τα δευτερόλεπτά τους, και σε βοηθούν να μετράς το χρόνο.
*
Accidents Happen with Clockwork Regularity, Dan Albergotti
For example, when you catch yourself mid-step
and shift your foot aside to avoid crushing
the brilliant green beetle on the sidewalk,
just missing it. The campus bell tower rings noon
in the distance as you stoop for a closer look,
drawn by the insect’s metallic sheen. And then you see
that your killing step would have been redundant.
Something has happened, something final.
Already the ants are at their efficient work,
twisting the beetle slowly from side to side
like waves rocking an empty boat. The bells
keep time, twelve dull movements of a slow dance.
Something moves the ants for a while. Something
moves you on. The sky is terribly the same,
full of small engines, birdsong, momentary clouds.
And then you are in your kitchen, cutting onions
at the counter as tears roll from your burning eyes,
waiting for the nightly news while the chicken thaws
in the sink, waiting for the unfortunate accidents
that punctuate the day and night and all the hours
and minutes within, that help you tell time.
fav_separator
Πρόναος
Μερικές φορές εύχομαι να μπορούσα να βρω τη Σίντυ
να την ευχαριστήσω που είχε συμφωνήσει με την καλή μου ιδέα
να τρυπώσουμε κρυφά στο παρεκκλήσι του πανεπιστημίου
αργά ένα βράδυ το 1983 για να κάνουμε έρωτα.
Δε θέλω να την ευχαριστήσω μόνο επειδή μου χάρισε
τον άσσο που κρύβω στο μανίκι – «οίκος της λατρείας» -
για κάθε ανόητο παιχνίδι στα πάρτι που αρχίζει με
«Ποιο είναι το πιο παράξενο μέρος που έχεις κάνει ποτέ…;»
Όχι, θέλω να την ευχαριστήσω για την αλήθεια του.
Για το ότι έμαθα πως η καρδιά είναι αγία ακόμα και τότε που
οι δικές μας καρδιές ήταν τόσο εύθραυστες κι άπειρες.
Η αλήθεια: ήταν το 1983 ˙ ήμασταν δεκαεννιά χρονών ˙
πλαγιάσαμε κάτω απ’ το βωμό και κάναμε ένα σιωπηλό κήρυγμα
όχι μόνο για τη θεϊκότητα της σάρκας, αλλά για την χάρη
της καρδιάς κάτω απ’ αυτήν. Ήταν η μόνη ομιλία
που ξέραμε, και οι ψυχές μας ήταν μακάριες.
Συναισθηματισμοί και κλισέ, μπορεί να πεις, αλλά έτσι
λες εσύ. Αυτό που ξέρω εγώ, είναι αυτό που είναι ιερό.
Κύριε αυτού του άλλου κόσμου, άσε με να ανακαλέσω εκείνη τη νύχτα.
Άσε με να ακούσω ξανά πώς οι ψιθυριστές μας αναφωνήσεις
κοντά στο τέλος έμοιαζαν με ρυθμό ύμνου που ανυψώνεται,
κι άσε με να νιώσω πώς εκείνες οι λησμονημένες λέξεις έρχονταν
από κάποιον άλλον τόπο και σήμαιναν κάτι.
Κάτι, έστω και μόνο για τη μοναδική νυχτοπεταλούδα
που, μέσα στον σκοτεινιασμένο αέρα κείνου του παρεκκλησιού
πετάριζε τα σκονισμένα της φτερά γύρω απ’ τα κεφάλια μας.
*
Vestibule 
I sometimes wish I could find Cindy
to thank her for agreeing with my fine idea
that we sneak into the university chapel
late one night in 1983 to make love.
I don’t just want to thank her for giving me
the trump card — “house of worship”—
I hold in every stupid party game that begins,
“Where’s the strangest place you’ve ever . . . ?”
No, I want to thank her for the truth of it.
For knowing that the heart is holy even when
our own hearts were so frail and callow.
Truth: it was 1983; we were nineteen years old;
we lay below the altar and preached a quiet sermon
not just on the divinity of skin, but on the grace
of the heart beneath. It was the only homily
we knew, and our souls were beatified.
And if you say sentiment and cliché, then that
is what you say. What I know is what is sacred.
Lord of this other world, let me recall that night.
Let me again hear how our whispered exclamations
near the end seemed like rising hymnal rhythm,
and let me feel how those forgotten words came
from somewhere else and meant something.
Something, if only to the single moth
that, in the darkened air of that chapel,
fluttered its dusty wings around our heads.
fav_separator
Aπόδοση ©Μαργαρίτα Παπαγεωργίου
(Τα δυο ποιήματα από τη συλλογή The Boatloads, 2008)
Τα ποιήματα του Νταν Αμπεργκότι μεταφράζονται από τη Μαργαρίτα Παπαγεωργίου για πρώτη φορά στα ελληνικά και δημοσιεύονται με την άδεια του συγγραφέα.
fav_separator
ΣΥΝΤΟΜΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ – ΝΤΑΝ ΑΛΜΠΕΡΓΚΟΤΙ της Μαργαρίτας Παπαγεωργίου
Ο Νταν Αλμπεργκότι, σύγχρονος Αμερικάνος ποιητής, εξέδωσε το 2014 την ποιητική συλλογή Millennial Teeth (Southern Illinois University Press), βραβευμένη στο διαγωνισμό Crab Orchard Series in Poetry Open το 2013, και το 2008 την ποιητική συλλογή The Boatloads (BOA Editions) που είχε βραβευτεί με το A. Poulin, Jr. Poetry Prize. Άλλες δυο συλλογές του, το Charon’s Manifest 2005, και το The Use of the World 2013, κυκλοφόρησαν σε περιορισμένα αντίτυπα. Έχει συμμετάσχει σε πολλά συνέδρια και ομιλίες στην Αμερική, και είναι μέλος του Virginia Center of the Creative Arts. Ίδρυσε το online περιοδικό Waccamaw στο Πανεπιστήμιο Coastal Carolina University στη Νότια Καρολίνα, όπου διδάσκει και έχει την έδρα Λογοτεχνίας.
Η ποίηση του Αλμπεργκότι, ταυτόχρονα ζοφερή και φωτεινή , χαρτογραφεί ένα αντιφατικό ταξίδι γεμάτο τρόμο αλλά και λαχτάρα, κυνισμό αλλά και ελπίδα. Περπατά σε ένα τεντωμένο σχοινί πάνω απ’ το κενό των διαψεύσεων αναζητώντας το δρόμο της λύτρωσης. Κινείται στη λεπτή γραμμή ανάμεσα στο αρχαίο και το νέο, στον θρησκευτικό σκεπτικισμό και την ανάγκη πίστης, στην υψηλή τέχνη και την λαϊκή κουλτούρα, το παραδοσιακό και το μοντέρνο. Αυτά τα στοιχεία είναι ορατά και στη γλώσσα και την ποιητική τεχνική του. Παραδοσιακά μορφικά συστήματα βρίσκονται δίπλα σε ελεύθερο στίχο, και νέους πειραματισμούς , όπως ένας δικός του τύπος σονέτου. Επιρροές από Βιβλικά κείμενα, ελληνικούς μύθους, Dante, Keats, Shakespeare, Albert Camus, Jack Gilbert, Philip Larkin , Wallace Stevens αναμειγνύονται με αυτές από τη σύγχρονη ροκ μουσική σκηνή, όπως Thom York, Radiohead και Joy Division.
Τα ποιήματα του Αλμπεργκότι πετυχαίνουν να παρασύρουν τον αναγνώστη στον κόσμο των δικών του εμμονών με το μυστήριο, την αμφιβολία, το εφήμερο των πραγμάτων, αλλά και το αιώνιο και ιερό, σε μια αποστολή αναζήτησης του νοήματος της ζωής για τη σωτηρία του κόσμου.
http://staxtes.com/2003/?p=9056

Κυριακή, 8 Μαΐου 2016

ΠΟΘΟΣ


Η νύχτα
διακινήτρια ερωτικών συνθημάτων.
Οι εραστές περιπίπτουν σε κατάσταση εκστάσεως.
Υφάλμυρο τελετουργικό μουσκεύει με μοσχόμελι
τον αέρα και με βάζει το πάθος του
στον ακριβή του πόθου λαβύρινθο.

Δουλεία
χειλιών ικετευτικών,
φιλοδοξία επίμονη που εισάγει διακρίσεις
και κάθε ζωτική χειρονομία που προσεγγίζει
τη φωτιά άλλου δέρματος, σύμπυκνα μούσκλια.

Ποιό μίσθαρνο στιλέτο,
ποιός υπέρηχος,
ποιά απαίσια ευτυχία, ποιό θηρίο υποχθόνιο
θα μπορέσει ν’ απογυμνώσει τούτην εδώ την απληστία,
τούτο εδώ το τέρας με οπλές και μετάξια –
γλώσσα αγέρωχη, λιμασμένος πάνθηρας
που αγνοεί του μεγάλου πόνου την ώρα,
το πέρασμα της μανίας και τα μουγκρητά της,
τη συνέργεια
του αέρα και των βιολιών,
και απορροφάται στο παραλήρημα μου –
μόνο εγώ ικετεύω
ένα κορμί αρσενικό, στοιχειώδες, γυμνό
να ξορκίσει τα γρασαρισμένα μου φαντάσματα
όσην ώρα μέσα στη μήτρα μου
κάποιος φυλακισμένος πεθαίνει και ζει.


http://alonakitispoiisis.blogspot.gr/
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Σάββατο, 7 Μαΐου 2016

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΜΗΤΕΡΑ ΑΝΥΜΦΕΥΤΗ


Εκείνοι που ήρθαν έφερναν
κι από έναν αριθμό…
Για την ακρίβεια
τον κουβαλούσαν πάνω τους
τον είχανε συνέχεια μαζί τους
όχι όμως όπως ένα φυλαχτό
αλλά όπως ένας ανάπηρος
το κομμένο του πόδι.
Εμείς, το ’64
που φτάσαμε σ’ αυτό απ’ το ’55
με τη γαλάζια σκόνη του διωγμού
να κάθεται στα ρούχα μας
να ασπρίζει την ψυχή μας.
Εμείς
δεν ήμασταν ποτέ
ό,τι κοιτούσε ο καθρέφτης
μα μία Πόλη που έψαχνε
πόλη να κατοικήσει
με Εγνατία, με Ντεπό
με Βασιλίσσης Όλγας
με Υπερώο θαλασσινό
για να σταθούν επάνω του
Καρέλλη και Πεντζίκης.
-Όμως
εγώ δεν έχω τόπο να σταθώ…
-Σας είπαμε
εδώ είναι πια ο τόπος.
-Δεν έχω…
Βυθιζόμαστε
μπαίνουν νερά
στ’ αμπάρια του μυαλού μου
κι η μπάντα του Παπάφειου
πότε το «Μέγαν εύρατο…»
πότε το «Υπερμάχω…»
Νερά, πολλά νερά…
Τα πρόσωπά μας άδειασαν
κάτω απ’ την πάχνη
που μας στεφανώνει
η αρμονία των ίσκιων μας
σκυφτή μες στην ομίχλη
κι ο έρως προς το έσχατον
κοινή καταγωγή μας
αλλά και οι κήποι…
μια αλληγορία ορίζοντα
που δεν γεωμετρείται
λιμάνι εν πλήρη κινήσει και σιωπή
βαρδάρης που ιερουργεί
πόρνη που δεν μεταμελείται.
Τώρα
στην προκυμαία με τους γερανούς
πυροτεχνήματα συλλέγει και υγρασία
δίσκους 78 στροφών
παλαιά πορτρέτα ένδοξα
που χάσαν την κορνίζα
μοιράζει σε άγνωστους φιλιά
πολλά φιλιά
μα πιο συχνά στα σκοτεινά
βαμβάκι και ιώδιο
για το ανοιγμένο τραύμα.

Παρασκευή, 6 Μαΐου 2016

ΤΑ ΕΞ ΑΔΙΑΙΡΕΤΟΥ (ΕΝ ΠΗΛΙΩ ΣΤΟΙΧΕΙΩΜΕΝΑ)







Δεν ήρθε για κανέναν κατοικήσιμο
αυτό το καλοκαίρι
Όσο για τη βδομάδα αυτήν
των συναντήσεων
ξέπλυνε συγκινήσεις
αδηφάγες  

Φιδίσιος δρόμος
ζεματιστός
κατολισθαίνοντας προς άπειρον
σκοτωμένα σκυλιά στην

άσφαλτο  
δύσκολη η σκέψη για νερό
δύσκολη η ανάσα

Κι όταν αντίκρισες
χλομός
τα πρώτα στοιχειωμένα
από καιρό ακατοίκητα
όλα σε φώναζαν
να ξεκλειδώσεις
Τη θάλασσα, τη θάλασσα
Ξεκλείδωσε τη θάλασσα

Διώροφα τριώροφα
άδεια στην ερημία
Όμως η πόρτα πουθενά
και το κλειδί σπασμένο

Τη θάλασσα
Αλλιώς θα σε στερέψει
Διώροφα τριώροφα

Ούτε ένα κατοικήσιμο
να ζήσεις να το μοιραστείς
το άλλο καλοκαίρι

Η θάλασσα, η θάλασσα
πάλαι ποτέ ολάνθιστων
Πηλίων παραδείσων


Η θάλασσα από μακριά

Δεν θά ’ρθει για κανέναν
κατοικήσιμο το άλλο καλοκαίρι

Από το βιβλίο: Αριστέα Παπαλεξάνδρου, «Μας προισποερνά», Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2015, σελ. 37.






ΤΟ ΕΙΚΟΝΙΣΜΑ

                   
Ίδιος ο βράχος κι όλο ευσέβεια
Περιπατούν τα κύματα στα σκοτεινά. Οι ασφόδελοι
Και οι νάρκισσοι κι εκείνοι αποκυήματα
Της φαντασίας των νεκρών παν κατά νέφη και ύπνους
Προχωρώ από ένστικτο μην ξέροντας ποια μέρα
Μυρίζει ευγένεια ξύλου παλαιού
Ή ζώου ταπεινωμένου. Και βέβαια
Κάπου εδώ πρέπει να υπήρξα· τόσο γρήγορα
Που ξημερώνει και σας ξαναβρίσκω
Βάσανά μου ιερά χορταριασμένα σπίτια κεραμιδιά μέσα στα
        λεμονόδεντρα
Τόξα, καμάρες όπου εστάθηκα κι ανοιχτές βρύσες
Πού ν' άγγιξε άγγελος; Τι να 'μεινε; Ποιος τώρα;
Μισοσβησμένος φτάνω από της πολιτείας τα μέρη
Όπως από της εκκλησιάς την πυρκαγιά το εικόνισμα
Κόκκινα της φωτιάς και μαύρα του δαιμόνου
Που μες στη δρόσο του πρωινού
                                                   σιγά σιγά διαλύονται

Ξέφτιος κι όλο χαρακιές, με τη λέξη ακόμη σ' αγαπώ ευδιάκριτη
        επάνω του
Ο τοίχος! Και της κλίμακας η κουπαστή κι εκείνη
Άβαφη κι από τις πολλές απαλές που πέρασαν παλάμες λεία!
Φορτωμένος γηρατειά και νεότητες πάλι ανεβαίνω
Ξέροντας που το παλιό σανίδωμα θα τρίξει, πότε
Θα με κοιτάξει από το κάδρο της η θεία Μελισσινή
Και αν αύριο θα βρέξει
Ίσως κάτι που μου ανήκει ανέκαθεν να διεκδικώ
Μπορεί και απλώς μια θέση μες στα Ερχόμενα
Που είναι το ίδιο· ένδυμα καμωμένο από φωτιά ψυχρή
Πράσινα του χαλκού και βυσσινιά βαθιά της Παναγίας
Στέκω με το δεξί μου χέρι στην καρδιά
Πίσω μου δύο ή τρία κηροπήγια
Το μικρό τετράγωνο παράθυρο πάνω στην καταιγίδα

Τα Πέραν και τα Μέλλοντα.

Δευτέρα, 2 Μαΐου 2016

Σερενάτα (αφιέρωμα στον Λόπε ντε Βέγκα)


Η νύχτα στέκει μουσκεμένη
μέσα απ' του ποταμιού τις όχθες
και στα στήθια της Λολίτας
από έρωτα πεθαίνουν τα κλαριά.
Γυμνή η νύχτα τραγουδάει
πάνω στου Μάρτη τα γιοφύρια
Λούζ' η Λολίτα το κορμί της
με νάρδους και γλυφό νερό,
από έρωτα πεθαίνουν τα κλαριά.
Η νύχτα, από πιοτό και ασήμι
λάμπει ανάμεσ' απ' τις στέγες
ασήμι από ρυάκια και καθρέφτες
απ' τ' άσπρα πόδια σου πιοτό,
από έρωτα πεθαίνουν τα κλαριά.

[Ενυδρείο]


εικαστική αφιέρωσις στον Harry Holland

Η τόση αναρχία της μυρουδιάς σου αμυδρώς διακρινόμενη απ’ τους νοικοκυραίους.
Δονούμε απ’ τις γυμνές που με κυνηγούν.
Μέσον διαφυγής οι τέχνες που αυθαδιάζουν.
Πολίτες μικροπαντρεμένοι και άλλοι ισοβίως πολιορκημένοι ανατριχιάστε. Αφεθείτε στην αφή. Στον αφαλό που ο κύκλος του αποκρύπτει τα μύρια.
Ο έρως που φωλιάζει στην σύγχρονη τέχνη είναι ιδεοληπτικός.
Και οι όμορφες ξανθές μας χαρίζουν τη χαζομάρα τους από άμβωνος.
Τον τενεκέ με τα λουλουδάκια δεν μπορεί να τον χωρέσει ο ρομαντισμός.
Αμύνομαι στην πλοκή που με σμπαραλιάζει.
Χνώτο σύντομο μέλλον μου, όσοι με νιώθουν είναι μακριά.
Ο λυρισμός ιδιοτρόπως υποτονθορύζει την αγάπη μου για τα απλά και τα κοινά.
Αυθαιρέτως αναποδογυρίζω απόψεις συμπολιτών.
Αρκετοί συμπολίτες μου ψάχνουν αρχηγό.
Οι άνθρωποι επιδιώκουν να αλλάξουν τη ζωή τους αλλάζοντας αρχηγό.
Μα ξέρουμε πως όσους βοσκούς κι αν αλλάξουν τα πρόβατα πάλι θα οδηγηθούν στα σφαγεία.
Βγαίνω απ’ την ήττα μου νικητής.
Ματαιοπονώ, δηλαδή γράφω για να γλιτώσω απ’ την ασφυξία της ερμηνείας.
Ο λαός επίορκος των σκοτεινών φόβων.
Ο λαός θεατής που σκεπάζει τα μάτια του για να μην τον προδώσουν.
Το κοινοβούλιο ένα θέατρο που επιχορηγεί αδρά ο λαός γνωρίζοντας πως οι βρομοδουλειές κλείνονται στο παρασκήνιο και υπογράφονται στο προσκήνιο.
Ο λαός ποτίζει γαλατάκι τις Τραγωδίες όπως ένα υπέροχο σιωπηλό κορίτσι κατουράει στον αγρό.
Όλοι οι ποιητές είναι μαθητές του διαβόλου.
Αλλά μόνο οι αληθινοί ποιητές είναι διαβολικοί.
Ο άνθρωπος οφείλει να είναι τόσο αφελής όσο του επιτρέπει η περιουσία του.
Για να ευτυχήσεις πρέπει να πάρεις ρίσκο ποντάροντας στην ευτυχία των άλλων γύρω σου. Για να δυστυχήσεις τα πράγματα είναι πιο απλά.
Τώρα καπνίζω τα δήθεν συναισθήματα.
Οι ζωγράφοι είναι πλασμένοι δια να αποκρύπτουν.
Δια της απόκρυψης φανερώνεις.
Και βεβαίως η προσπάθεια να τακτοποιήσεις την πολυπλοκότητα σε οδηγεί στην πιο απλή ποιητική πράξη. Το σεξ.
Δανειζόμαστε απ’ τη μνήμη ότι έχει αποξηράνει ο Χρόνος.
Την κυνική πανοπλία συμμαθητών που διέπρεψαν στις επιχειρήσεις.
Σημειωτέον αρκετοί συμμαθητές μου τους οποίους θεωρούσα ηλίθιους δεν με διέψευσαν.
Οπίσω έχει η αχλάδα την ουρά κι ο χοίρος του όρχεις μού είπε ο μοναχός Ησύχιος που δεν βρήκε ησυχία ποτέ.
Αφού λοξοδρομούσε, αφού, στην ασάφεια των ενστίχτων που διακλαδίζονται και ανθούν.
Κοιμηθείτε τώρα για να μην αμαρτάνετε.
Όποιος κοιμάται δεν αμαρτάνει ακόμα κι αν σκέφτεται αμαρτωλά πράγματα.
Δεν κινδυνεύει να φορτωθεί ποινές από τον ψυχολόγο ή τον παπά.
Αφροδίσια και άλλες αντινομίες.
Κοιμηθείτε.
Ελπίζω πάντα σ’ έναν καλόν ύπνο.
Ο ύπνος σε ξεγελά.
Αποξεραίνει τη σκέψη και σε οδηγεί στα γλυκάδια.
Στο σκότος κάτω απ’ τα φουστανάκια.
Στο λαμπρότατο έρεβος.
Εκεί που θριαμβευτικώς ασελγείς.
Τα πιο σπουδαία ιστορικά πρόσωπα της ζωής μου υπήρξαν η μαμά και ο μπαμπάς.
Ο πάτερ μου ιεροκρυφίως μου εδιάβαζε Εμπειρίκο και η μήτηρ μου Τζόυς Μανσούρ.
Οι γονείς μου με οδήγησαν στους ποιητές.
Ο πατέρας μου αποδείχτηκε πιο πονηρός απ’ τον Ιωσήφ κι η μάνα μου πιο καπάτσα απ’ την παναγία.
Μα μόλις έμαθα πως ο πατέρας μου γάμησε τη μάννα μου για να κάνουν εμένα, έχασα κάθε πίστη στην αγνότητα.

Ο ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟΣ ΔΙΑΝΟΜΕΑΣ ΣΕΒΑΛ




Εμείς τα πουλιά που πάντα τα μαγεύεις απ’ τα ύψη ετούτων των καλλιθεών
Και που κάθε νύχτα φτιάχνουμε ένα μόνο ανθισμένο κλαδί απ’ τους ώμους
σου ώσμε τα μπράτσα της ζωντανής σου χειράμαξας  
Που τους σηκώνουμε πιο ζωηρούς κι απ’ τους σπινθήρες του περικαρπίου σου
Εμείς είμαστε οι στεναγμοί του γυάλινου αγάλματος που ανασηκώνεται στον
έναν του αγκώνα οσάκις ο άντρας γέρνει να τον πάρει λιγάκι  
Και απαυγάζοντα ανοίγματα χαίνουν στην κλίνη του
Ανοίγματα απ’ όπου διακρίνεις ελάφια σε ξέφωτα με τα κέρατά τους
κοράλλινα  
Και γυναίκες γυμνές στο μύχιο κάποιων ορυχείων βάθος
Εσύ τότε θυμάσαι ότι σηκώθηκες ευθύς και κατήλθες
Απ’ το τραίνο
Χωρίς ούτε καν βλέμμα να ρίξεις στη λοκομοτίβα βορά στις τεράστιες ρίζες
των βαρομέτρων  
Που θρηνεί μέσα στο παρθένο δάσος για όλους τους σκοτωμένους της
ατμολέβητες  
Με τα φουγάρα της να καπνίζουν υάκινθους και ν’ αλλάζουν πουκάμισα
σάμπως ίδια γαλάζια φίδια  
Εμείς τότε εμείς προλαβαίνουμε τα φυτά όλα εκείνα που σε
μεταμορφώσεις υπόκεινται  
Σινιάλα κάθε νύχτα κάνοντας από τον άνδρα αντιληπτά το κατά δύναμιν
μόνο  
Ενώ το σπίτι του αυτουνού καταρρέει κι εκείνος στέκεται εμβρόντητος
μπροστά στις μοναδικές του συναρμόσεις  
Το κρεβάτι του ψάχνοντας με τον διάδρομο και τη σκάλα
Η σκάλα διακλαδίζεται τείνουσα εις το άπειρον
Σε βάζει σ’ ένα περβάζι που ’ναι πόρτα μυλόπετρας
Και ξαφνικά εντελώς διαπλατύνεται και γίνεται δημόσια πλατεία
Είναι καμωμένη από κύκνων ραχοκοκκαλιές μ’ ένα φτερό για κουπαστή
απλωτό  
Περί τον άξονά της στρέφεται λες και ποθεί να δαγκωθεί
Όμως όχι όχι αρκείται παίρνοντάς μας τώρα καταπόδι ν’ ανοίγει όλα
τα βήματα κι όλα της τα σκαλοπάτια  
Σαν νά ’ν’ συρτάρια
Συρτάρια σάρκινα με πόμολα από τρίχες ανθρώπινης κόμης
Αυτή την ώρα οπού χιλιάδες παπιά της Βωκανσόν ισιάζουν τα φτερά τους
Χωρίς να γυρίσεις έπιασες το μυστρί που ’χεις για να φτιάχνεις στήθη
Εμείς σου χαμογελάσαμε κι εσύ μας είχες πιάσει απ’ τη μέση
Κι εμείς μετά παίρναμε όποια πόζα ήθελες εσύ
Ασάλευτοι κάτω από τα βλέφαρά μας εσαεί και όπως στη γυναίκα αρέσει
να βλέπει τον άντρα  
Ύστερα από τη γενετήσια πράξη



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


Σάββατο, 30 Απριλίου 2016

Ἡ σονάτα τοῦ σεληνόφωτος


Ἀνοιξιάτικο βράδι. Μεγάλο δωμάτιο παλιοῦ σπιτιοῦ. Μιὰ ἡλικιωμένη γυναίκα ντυμένη στὰ μαῦρα μιλάει σ᾿ ἕναν νέο. Δὲν ἔχουν ἀνάψει φῶς. Ἀπ᾿ τὰ δυὸ παράθυρα μπαίνει ἕνα ἀμείλικτο φεγγαρόφωτο. Ξέχασα νὰ πῶ ὅτι ἡ γυναίκα μὲ τὰ μαῦρα ἔχει ἐκδώσει δυό-τρεῖς ἐνδιαφέρουσες ποιητικὲς συλλογὲς θρησκευτικῆς πνοῆς. Λοιπόν, ἡ Γυναίκα μὲ τὰ μαῦρα μιλάει στὸν νέο.
Ἄφησέ με ναρθῶ μαζί σου. Τί φεγγάρι ἀπόψε! Εἶναι καλὸ τὸ φεγγάρι, - δὲ θὰ φαίνεται ποὺ ἄσπρισαν τὰ μαλλιά μου. Τὸ φεγγάρι θὰ κάνει πάλι χρυσὰ τὰ μαλλιά μου. Δὲ θὰ καταλάβεις. Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.
Ὅταν ἔχει φεγγάρι, μεγαλώνουν οἱ σκιὲς μὲς στὸ σπίτι, ἀόρατα χέρια τραβοῦν τὶς κουρτίνες, ἕνα δάχτυλο ἀχνὸ γράφει στὴ σκόνη τοῦ πιάνου λησμονημένα λόγια - δὲ θέλω νὰ τ᾿ ἀκούσω. Σώπα.
Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου λίγο πιὸ κάτου, ὡς τὴ μάντρα τοῦ τουβλάδικου, ὡς ἐκεῖ ποὺ στρίβει ὁ δρόμος καὶ φαίνεται ἡ πολιτεία τσιμεντένια κι ἀέρινη, ἀσβεστωμένη μὲ φεγγαρόφωτο τόσο ἀδιάφορη κι ἄϋλη, τόσο θετικὴ σὰν μεταφυσικὴ ποὺ μπορεῖς ἐπιτέλους νὰ πιστέψεις πὼς ὑπάρχεις καὶ δὲν ὑπάρχεις πὼς ποτὲ δὲν ὑπῆρξες, δὲν ὑπῆρξε ὁ χρόνος κ᾿ ἡ φθορά του. Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.
Θὰ καθίσουμε λίγο στὸ πεζούλι, πάνω στὸ ὕψωμα, κι ὅπως θὰ μᾶς φυσάει ὁ ἀνοιξιάτικος ἀέρας μπορεῖ νὰ φαντάζουμε κιόλας πὼς θὰ πετάξουμε, γιατί, πολλὲς φορές, καὶ τώρα ἀκόμη, ἀκούω τὸ θόρυβο τοῦ φουστανιοῦ μου, σὰν τὸ θόρυβο δυὸ δυνατῶν φτερῶν ποὺ ἀνοιγοκλείνουν, κι ὅταν κλείνεσαι μέσα σ᾿ αὐτὸν τὸν ἦχο τοῦ πετάγματος νιώθεις κρουστὸ τὸ λαιμό σου, τὰ πλευρά σου, τὴ σάρκα σου, κι ἔτσι σφιγμένος μὲς στοὺς μυῶνες τοῦ γαλάζιου ἀγέρα, μέσα στὰ ρωμαλέα νεῦρα τοῦ ὕψους, δὲν ἔχει σημασία ἂν φεύγεις ἢ ἂν γυρίζεις οὔτε ἔχει σημασία ποὺ ἄσπρισαν τὰ μαλλιά μου, δὲν εἶναι τοῦτο ἡ λύπη μου - ἡ λύπη μου εἶναι ποὺ δὲν ἀσπρίζει κ᾿ ἡ καρδιά μου. Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.
Τὸ ξέρω πὼς καθένας μοναχὸς πορεύεται στὸν ἔρωτα, μοναχὸς στὴ δόξα καὶ στὸ θάνατο. Τὸ ξέρω. Τὸ δοκίμασα. Δὲν ὠφελεῖ. Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.
Φορές-φορές, τὴν ὥρα ποὺ βραδιάζει, ἔχω τὴν αἴσθηση πὼς ἔξω ἀπ᾿ τὰ παράθυρα περνάει ὁ ἀρκουδιάρης μὲ τὴν γριὰ βαριά του ἀρκούδα μὲ τὸ μαλλί της ὅλο ἀγκάθια καὶ τριβόλια σηκώνοντας σκόνη στὸ συνοικιακὸ δρόμο ἕνα ἐρημικὸ σύννεφο σκόνη ποὺ θυμιάζει τὸ σούρουπο καὶ τὰ παιδιὰ ἔχουν γυρίσει σπίτια τους γιὰ τὸ δεῖπνο καὶ δὲν τ᾿ ἀφήνουν πιὰ νὰ βγοῦν ἔξω μ᾿ ὅλο ποὺ πίσω ἀπ᾿ τοὺς τοίχους μαντεύουν τὸ περπάτημα τῆς γριᾶς ἀρκούδας -κ᾿ ἡ ἀρκούδα κουρασμένη πορεύεται μὲς στὴ σοφία τῆς μοναξιᾶς της, μὴν ξέροντας γιὰ ποῦ καὶ γιατί -ἔχει βαρύνει, δὲν μπορεῖ πιὰ νὰ χορεύει στὰ πισινά της πόδια δὲν μπορεῖ νὰ φοράει τὴ δαντελένια σκουφίτσα της νὰ διασκεδάζει τὰ παιδιά, τοὺς ἀργόσχολους τοὺς ἀπαιτητικοὺς καὶ τὸ μόνο ποὺ θέλει εἶναι νὰ πλαγιάσει στὸ χῶμα ἀφήνοντας νὰ τὴν πατᾶνε στὴν κοιλιά, παίζοντας ἔτσι τὸ τελευταῖο παιχνίδι της, δείχνοντας τὴν τρομερή της δύναμη γιὰ παραίτηση, τὴν ἀνυπακοή της στὰ συμφέροντα τῶν ἄλλων, στοὺς κρίκους τῶν χειλιῶν της, στὴν ἀνάγκη τῶν δοντιῶν της, τὴν ἀνυπακοή της στὸν πόνο καὶ στὴ ζωὴ μὲ τὴ σίγουρη συμμαχία τοῦ θανάτου -ἔστω κ᾿ ἑνὸς ἀργοῦ θανάτου- τὴν τελική της ἀνυπακοὴ στὸ θάνατο μὲ τὴ συνέχεια καὶ τὴ γνώση τῆς ζωῆς ποὺ ἀνηφοράει μὲ γνώση καὶ μὲ πράξη πάνω ἀπ᾿ τὴ σκλαβιά της.
Μὰ ποιὸς μπορεῖ νὰ παίξει ὡς τὸ τέλος αὐτὸ τὸ παιχνίδι; Κ᾿ ἡ ἀρκούδα σηκώνεται πάλι καὶ πορεύεται ὑπακούοντας στὸ λουρί της, στοὺς κρίκους της, στὰ δόντια της, χαμογελώντας μὲ τὰ σκισμένα χείλια της στὶς πενταροδεκάρες ποὺ τὶς ρίχνουνε τὰ ὡραῖα καὶ ἀνυποψίαστα παιδιὰ ὡραῖα ἀκριβῶς γιατί εἶναι ἀνυποψίαστα καὶ λέγοντας εὐχαριστῶ. Γιατί οἱ ἀρκοῦδες ποὺ γεράσανε τὸ μόνο ποὺ ἔμαθαν νὰ λένε εἶναι: εὐχαριστῶ, εὐχαριστῶ. Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.
Συχνὰ πετάγομαι στὸ φαρμακεῖο ἀπέναντι γιὰ καμιὰν ἀσπιρίνη ἄλλοτε πάλι βαριέμαι καὶ μένω μὲ τὸν πονοκέφαλό μου ν᾿ ἀκούω μὲς στοὺς τοίχους τὸν κούφιο θόρυβο ποὺ κάνουν οἱ σωλῆνες τοῦ νεροῦ, ἢ ψήνω ἕναν καφέ, καί, πάντα ἀφηρημένη, ξεχνιέμαι κ᾿ ἑτοιμάζω δυὸ - ποιὸς νὰ τὸν πιεῖ τὸν ἄλλον;- ἀστεῖο ἀλήθεια, τὸν ἀφήνω στὸ περβάζι νὰ κρυώνει ἢ κάποτε πίνω καὶ τὸν δεύτερο, κοιτάζοντας ἀπ᾿ τὸ παράθυρο τὸν πράσινο γλόμπο τοῦ φαρμακείου σὰν τὸ πράσινο φῶς ἑνὸς ἀθόρυβου τραίνου ποὺ ἔρχεται νὰ μὲ πάρει μὲ τὰ μαντίλια μου, τὰ σταβοπατημένα μου παπούτσια, τὴ μαύρη τσάντα μου, τὰ ποιήματά μου, χωρὶς καθόλου βαλίτσες - τί νὰ τὶς κάνεις; - Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.
«Α, φεύγεις; Καληνύχτα.» Ὄχι, δὲ θἄρθω. Καληνύχτα. Ἐγὼ θὰ βγῶ σὲ λίγο. Εὐχαριστῶ. Γιατί ἐπιτέλους, πρέπει νὰ βγῶ ἀπ᾿ αὐτὸ τὸ τσακισμένο σπίτι. Πρέπει νὰ δῶ λιγάκι πολιτεία, -ὄχι, ὄχι τὸ φεγγάρι - τὴν πολιτεία μὲ τὰ ροζιασμένα χέρια της, τὴν πολιτεία τοῦ μεροκάματου, τὴν πολιτεία ποὺ ὁρκίζεται στὸ ψωμὶ καὶ στὴ γροθιά της τὴν πολιτεία ποὺ ὅλους μας ἀντέχει στὴν ράχη της μὲ τὶς μικρότητές μας, τὶς κακίες, τὶς ἔχτρες μας, μὲ τὶς φιλοδοξίες, τὴν ἄγνοιά μας καὶ τὰ γερατειά μας,-ν᾿ ἀκούσω τὰ μεγάλα βήματα τῆς πολιτείας, νὰ μὴν ἀκούω πιὰ τὰ βήματά σου μήτε τὰ βήματα τοῦ Θεοῦ, μήτε καὶ τὰ δικά μου βήματα. Καληνύχτα.
Τὸ δωμάτιο σκοτεινιάζει. Φαίνεται πὼς κάποιο σύννεφο θἄκρυβε τὸ φεγγάρι. Μονομιᾶς, σὰν κάποιο χέρι νὰ δυνάμωσε τὸ ραδιόφωνο τοῦ γειτονικοῦ μπάρ, ἀκούστηκε μία πολὺ γνώστη μουσικὴ φράση. Καὶ τότε κατάλαβα πὼς ὅλη τούτη τὴ σκηνὴ τὴ συνόδευε χαμηλόφωνα ἡ «Σονάτα τοῦ Σεληνόφωτος», μόνο τὸ πρῶτο μέρος. Ὁ νέος θὰ κατηφορίζει τώρα μ᾿ ἕνα εἰρωνικὸ κ᾿ ἴσως συμπονετικὸ χαμόγελο στὰ καλογραμμένα χείλη του καὶ μ᾿ ἕνα συναίσθημα ἀπελευθέρωσης. Ὅταν θὰ φτάσει ἀκριβῶς στὸν Ἅη-Νικόλα, πρὶν κατεβεῖ τὴ μαρμαρίνη σκάλα, θὰ γελάσει, -ἕνα γέλιο δυνατό, ἀσυγκράτητο. Τὸ γέλιο του δὲ θ᾿ ἀκουστεῖ καθόλου ἀνάρμοστα κάτω ἀπ᾿ τὸ φεγγάρι. Ἴσως τὸ μόνο ἀνάρμοστο νἆναι τὸ ὅτι δὲν εἶναι καθόλου ἀνάρμοστο. Σὲ λίγο, ὁ Νέος θὰ σωπάσει, θὰ σοβαρευτεῖ καὶ θὰ πεῖ «Ἡ παρακμὴ μιᾶς ἐποχῆς». Ἔτσι, ὁλότελα ἥσυχος πιά, θὰ ξεκουμπώσει πάλι τὸ πουκάμισό του καὶ θὰ τραβήξει τὸ δρόμο του. Ὅσο γιὰ τὴ γυναίκα μὲ τὰ μαῦρα, δὲν ξέρω ἂν βγῆκε τελικὰ ἀπ᾿ τὸ σπίτι. Τὸ φεγγαρόφωτο λάμπει ξανά. Καὶ στὶς γωνιὲς τοῦ δωματίου οἱ σκιὲς σφίγγονται ἀπὸ μίαν ἀβάσταχτη μετάνοια, σχεδὸν ὀργή, ὄχι τόσο γιὰ τὴ ζωὴ ὅσο γιὰ τὴν ἄχρηστη ἐξομολόγηση. Ἀκοῦτε; τὸ ραδιόφωνο συνεχίζει.

http://users.uoa.gr/~nektar/arts/tributes/giannhs_ritsos/

Φεύγοντας ἀπ᾿ τὴ Μονοβασιά


Πανάρχαιες ἐλιές, κούφιοι κορμοὶ συστραμμένοι·
τὸ δύστυχο σταχτί· τὸ καπνισμένοι κίτρινο·
ἴσκιοι τῶν σύννεφων στοὺς ἀπέναντι λόφους.
Ἔρχεται ὑπάκουο τὸ μακρινό, σὲ κοιτάει ἀπ᾿ τὸ πλάι·
ξεχνᾶς ἐκεῖνο πού ῾θελες νὰ τοῦ ζητήσεις· τὸ χέρι σου
ἀφηρημένο περπατᾶ στὴ μαλακιὰ ράχη τοῦ ζώου.
Ἦταν αὐτό; Καὶ τί ἦταν; Ἀντεστραμμένος χρόνος;
Οἱ γριὲς τυλίγουνε τὰ πόδια τους μ᾿ ἐφημερίδες,
τὰ δένουνε μὲ σπάγκους. Προφυλάξεις, προφυλάξεις, -
ὦ, σιωπηλὴ διάρκεια· καθόμαστε χάμου στὸ χῶμα
μ᾿ ἕνα καλάθι φραγκόσυκα, μὲ τό ῾να παπούτσι τοῦ δρομέα, -
κι αὐτὴ ἡ ἐπίμονη γυναίκα, ἡ ἀποστεωμένη, ἡ ἄγρια,
κάτω ἀπ᾿ τὸ δέντρο, μέσ᾿ στὴν πεισμωμένη λάμψη,
κρατώντας στὰ δύο χέρια της τὸ ἀπαρηγόρητο βρέφος.Τότε ἀκριβῶς ἦταν ποὺ μάθαμε πὼς τίποτα δὲν εἶχε χαθεῖ.

Παρασκευή, 29 Απριλίου 2016

ΤΟ ΣΥΜΠΑΝ ΚΑΙ ΚΑΤΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ


Μέσα υπάρχει το Όχι˙έξω κοχλάζει το Ναι.
Πρωτόλειο βίωμα η εξωστρέφεια και η αρχάρια
στην αρχαιότητά της καθημερινότητα.
Καλός ο χειμώνας κι ας είναι πυροτέχνημα
το έαρ
καλή και η Άνοιξη κι ας είναι μέγας πόθος
τα καύματα του θέρους
αγαθό καλοκαίρι κι ο ιώδης χυνόπωρος.
Να ξεμελαγχολήσεις.

"Ο Διθύραμβος του Ρόδου"

"...ω Μητέρα 
Νύχτα, που μέσα κι απ΄το φως Σε βλέπω
Πιο καθαρά΄ ω θεμέλιο του Προφήτη,
Που δεν ποιμαίνει διόλου με τα μάτια 
Τους στοχασμούς του, αλλά με την καρδιά του ,
Σάμπως λάγιο σγουρόμαλλο κοπάδι,
Που τις πηγές του βρίσκει στα σκοτάδια
Και πίνει αχόρταγα απ΄το ρέμα, ώ Μάνα,
Δος μου και Συ τη δύναμη να μπάσω
Σε τούτων τις ψυχές, που δε Σε ξαίρουν,
Το Μυστήριο του Ρόδου , φέρντοντας τους
Σκαλί -σκαλί απ΄τη βάση του ως την άγια
Κορφή, που πια και Συ δε φαίνεσαι ίδια,
Σκοτεινή, θλιβερή, μαυροντυμένη,
Παρά χλωμή, βουβή και λευκοφόρα,
Τι απ΄του βυθού του πατρικού τα μαύρα
Κι αξεδιάλυτα πλούτη βλέπεις πάντα
Εκεί πάνω, χορεύοντας αγάλι-
Αγάλι πάνω απ΄της μουγγής αβύσου
Τα πλάτη, σάμπως γλάρος να προβαίνει
Ο Αρματωμένος ΄Ερωτας, και πάντα
Τον καρτερείς. Και φτάνει του φτερού του
Το διάβ απάνωθέ Σου ,για ν΄ανθίσουν
Καινούργιοι κόσμοι μέσα Σου, καινούργια
Λουλούδια, μύρια θάματα καινούργια!

Άγγελος Σικελιανός,( 14/3/1884-19/6/1951)

ΕΥΜΕΝΙΔΕΣ



Χορός:   Τι προσευχές θέλεις να πω στη γη σου;

Aθηνά:   Τέτοιες, που χαρωπές να φέρνουν νίκες.
όσοι φυσούν απ΄τη στεριά κι απ΄τα ουράνια
κι απ΄του πελάου αγέρηδες τη δρόσο,
με ήλιους ζεστούς , καλόβολους να πνέουν 
στη χώρα' και ποτέ μη σταματήσουν
ν΄αυξαίνουν οι καρποί και τα κοπάδια
για το λαό μου. Πάντα να γλιτώνεις
συντρέχοντας το γένος των ανθρώπων.
Μα για τους άνομους σκληρή να γίνεις.
Γιατί σαν κηπουρός καλός φροντίζω
απείραχτη απ΄αυτούς να μείνει η φύτρα
των δίκαιων. Ευχές να κάνεις τέτοιες.

[Ο φασισμός του ιερού πένθους]


Οι επαγγελματίες πεθαμενατζήδες χτυπούν την καμπάνα ως κηδεμόνες του σεξουαλικού ενστίκτου. Απ’ το πένθος στη χαρά κι απ’ τη χαρά στο πένθος.
Ένας φαύλος κύκλος που εκμεταλλεύεται τη βαρύτητα των στερήσεων. Η στέρηση έχει πάντα κοινωνικό αντίκρισμα. Γι’ αυτό και το κομμάτι του ελέγχου των ηδονών και των παθών το έχει αναλάβει η θρησκεία.
Ακόμα και στην ξεσχισμένη Αμερική οι προτεστάντες ψυχίατροι χαράσσουν την αισθητική των διαφημίσεων και την εξωτερική πολιτική.
Τα πάθη του Κυρίου είναι τα πάθη του ηγεμόνα. Του Άντρα. Του δίκαιου τιμωρού που δε χρειάζεται σπαθί γιατί επένδυσε στο λόγο. Του Άντρα που κατέχει το Λόγο, ο οποίος λόγος θαυματουργεί. Και μπορεί να πολλαπλασιάσει τα ψάρια και το κρασί ή να σηκώσει τον ανάπηρο απ’ το κρεβάτι του.
Οι παπάδες πάτησαν σωστά στα μεγάλα σκοτάδια του ανθρώπου και μπαστάρδεψαν με την ευκολία του μύθου τις τραγικές δυσκολίες της ζωής.
Η εκκλησία υπήρξε το μέγα επίτευγμα της εξουσίας γιατί κράτησε τον όχλο στα σκοτάδια του. Μαγάρισε τον πόθο του ανθρώπου για την ελευθερία χτίζοντας μια φοβερή Βαβέλ απαγορεύσεων και καταναγκασμών.
Η αυτοκρατορική μήτρα είναι κατάλληλη μόνο για να χέσει ένα μικρό παιδί μέσα της αφού του φόρτωσαν το προπατορικό αμάρτημα. Δηλαδή ποτέ δε θα σου συγχωρέσω νεογέννητε άνθρωπε το γεγονός ότι τόλμησες να δοκιμάσεις τους καρπούς της γνώσης. Να μάθεις την αλήθεια και να ζεσταθείς. Θα σε καθοδηγήσω απ’ τη στιγμή που θα γεννηθείς στη δειλία και στη νωθρότητα. Εγώ, ο ευνουχισμένος τράγος θα βυθίσω το κεφάλι σου στην κολυμβήθρα. Θα σου μάθω τη βία το φόβο και τον πνιγμό απ’ τα γεννοφάσκια. Θα σε φορτώσω απ’ το πρώτο δευτερόλεπτο της ζωής.
Η πίστη είναι το δίκρανο κάτω απ’ το οποίο στενάζει το πεπρωμένο. Μια ζωή που δε βιώθηκε αλλά παραδόθηκε σε πνεύματα πνευματικούς προφήτες και αγίους εξαντλώντας τη και αχρηστεύοντάς τη για να την παραδώσουν βεβηλωμένη και άχρηστη στα σκουλήκια.
Η θρησκεία έχει ως μέλημα την τακτοποίηση. Την κοινωνική ειρήνη. Η θρησκεία επένδυσε στο γάμο και τη μονογαμία για να λύσει ένα βασικό πρόβλημα ουσίας. Να προφυλάξει τον καταπιεστή απ’ τον καταπιεζόμενο. Αφού, αν ο καταπιεζόμενος καταλάβει ποιος τον καταπιέζει θα του δαγκώσει το σβέρκο. Και πάει περίπατο τότε το σούπερ μάρκετ της πίστης.
Ο γάμος επιτελεί διπλό ρόλο. Από τη μία η εύκολη ταξινόμηση κι απ’ την άλλη ένα εργαστήριο πάλης και ανταγωνισμών ερμητικά κλειστό. Έτοιμο όμως να επανδρώσει την κοινωνική αρένα.
Όμως, μέσα μέσα φοβερές εκλάμψεις έρχονται να σκεπάσουν τον πένθιμο σπασμό της καμπάνας και το θεατρινίστικο θρήνο. Οι καυλωμένοι λαοί μαθαίνουν αστρονομία. Κέπλερ. Κοπέρνικο. Τύχο ντε Μπράχε.
Μαθαίνουν πως ο άνθρωπος μέσα απ’ την κοινότητα μπορεί να επικοινωνήσει με τις δυνάμεις του σύμπαντος. Και πως η μεγάλη ερωτική διεκδίκηση του σύμπαντος έχει αρχίσει. Και πως ο άνθρωπος θα πρέπει να βάλει το δάχτυλο στο μέλι.
Να διεκδικήσει όσο του χρειάζεται για να ζει απ’ το κέρας της Αμάλθειας. Για να ζει σωστά. Για να πετάξει στον καιάδα τη νεκρική μάσκα του φόβου. Τα εξαπτέρυγα και τα ξόανα και τους κώδικες ηθικής των αυτοκρατόρων.

Πέμπτη, 28 Απριλίου 2016

«Ασμα μικρό»


«Χάθηκε αυτός ο οδοιπόρος.
Είχε συνάξει λίγα φύλλα
ένα κλαδί γεμάτο φως
είχε πονέσει.
Και τώρα χάθηκε…
Αγγίζοντας αληθινά πουλιά στο έρεβος
αγγίζει νέους ουρανούς
η προσευχή του μάχη.
Έαρ μικρό έαρ βαθύ έαρ συντετριμμένο».

Τρίτη, 26 Απριλίου 2016

ΤΑ ΑΝΕΞΗΤΙΛΑ (1987)


Μάνα μου ανατολικά της Αττάλειας
Να κουρταλούν την πόρτα άνεμοι
Να σκιάζεται ο γρύλος ο εσπερινός
Να σκούζει το νυχτοπούλι θάνατο
Άκουγες μερόνυχτα
Οι τοίχοι ρωγμές στις ξερολιθιές ένα κλειδί
Να περιμένει άφαντο
Μιαν αγωνία μάνα μου άκουγες εφτά χρόνων
Είχαμε ένα δίπατο ηλιακός οντάδες κιλίμια η γιαγιά αρχόντισσα
οι ξαδέρφες μου τώρα Νέα ’Ιωνία Καλογρέζα ποιος ξέρει... τον
παππού σου οι τσέτες Κυριακή Πάσχα φωνάξαμε τη γιαγιά...
να πεθάνει... περάσαμε...
Μάνα μου ’Ανατολικά ή χαρουπιά
Την αγαπούσα έλεγες κι άκουγες τον κουρνιαχτό
Κατά το λιμάνι ένα βαπόρι ένα βαπόρι ένα βαπόρι
Σφάλισες την πόρτα αντικρύ του αγέρα οι τοίχοι συντρίμμια
Ένα βαπόρι...
Ή γιαγιά σου έβαλε στον μποξά κιλίμια ανεβήκαμε. Τον Παντελή
μας τον άρπαξαν κλαίανε πολύ γιέ μου ο κόσμος τί να σου πω
εφτά χρονώ η κούκλα μου μάδησε δύο ξύλινα ποδαράκια μια
μπούκλα έκλαια πολύ γιέ μου
Μάνα μου ανατολικά της ’Αττάλειας που χανόταν
Η χαρουπιά με την κούνια σου ορφανή στην αγκαλιά της
νένας μου
Πέρα δώθε τρία μερόνυχτα το βαπόρι
Μάνα μου έβλεπες η πόρτα μας κατάκλειστη
’Έχασκε ανατολικά της Αττάλειας
Ξημερώματα Φαμαγκούστα οι πρόσφυγες καραντίνα έκλαια πολύ
γιέ μου τί να σου πω...
Λευκωσία 1974
Γιέ μου γιέ μου μιλιούνια τα αλεξίπτωτα
Πώς πέφτανε ο πατέρας σου άρρωστος η γιαγιά
Άρπαξα το ρολόι φύγαμε ξέχασα να κλείσω τις βρύσες
Ανατολικά η πορτοκαλιά την αγαπούσα έλεγες
Τί να σου πω κλαίαμε πολύ γιέ μου
Μάνα μου ανατολικά της Αττάλειας Βόρεια της Λευκωσίας μιαν
αγωνία που ζήσαμε

Δευτέρα, 25 Απριλίου 2016

[ Σημείωμα αυτοκτονίας | Αν Σέξτον ]



***
Καλύτερα
από τα σκουλήκια που μιλούν
στην οπλή της φοράδας στο λιβάδι∙
καλύτερα
από την εποχή των νεαρών κοριτσιών
που χύνουν το αίμα τους˙
καλύτερα κάπως
να ρίξω γρήγορα τον εαυτό μου
μέσα σ’ ένα παλιό δωμάτιο.
Καλύτερα (είπε κάποιος)
να μη γεννηθεί
κι ακόμα καλύτερα
να μη γεννηθεί δυο φορές
στα δεκατρία
όπου στο οικοτροφείο,
κάθε χρονιά η κρεβατοκάμαρα,
έπιανε φωτιά.
Αγαπητέ φίλε,
Θα έχω να βυθιστώ με εκατοντάδες άλλων
με έναν ανελκυστήρα σερβίτσιων προς την κόλαση.
Θα είμαι ένα ελαφρύ πράγμα.
Θα εισέλθω στον θάνατο
σαν τον χαμένο φακό επαφής κάποιου.
Η ζωή κατά το ήμισυ διευρύνεται.
Τα ψάρια και οι κουκουβάγιες είναι αγριεμένες σήμερα.
Η ζωή γέρνει μπρος πίσω.
Ακόμα και οι σφήκες δεν μπορούν να βρουν τα μάτια μου.
Ναι,
μάτια που κάποτε ήταν άμεσα.
Μάτια που έχουν υπάρξει πράγματι άγρυπνα,
μάτια που είπαν ολόκληρη την ιστορία -
φτωχά άλαλα ζώα.
Μάτια που διαπεράστηκαν,
μικρά κεφάλια καρφιών,
ανοικτοί γαλάζιοι πυροβολισμοί.
Και κάποτε
με στόμα σαν φλιτζάνι,
πηλός χρωματιστός ή αίμα βαμμένο,
ανοικτό σαν κυματοθραύστης
για τον χαμένο ωκεανό
και ανοικτό σαν την θηλιά
για το πρώτο κεφάλι.
Μια φορά κι έναν καιρό
λαχταρούσα τον Ιησού.
Ω λαχτάρα μου! Λαχτάρα μου!
Πριν γεράσει
εισήλθε ήρεμα εποχούμενος στην Ιερουσαλήμ
γυρεύοντας το θάνατο.
Αυτή τη φορά
Σίγουρα
δε ζητώ κατανόηση
κι ακόμα ελπίζω πως όλοι οι άλλοι
θα στρέψουν τα κεφάλια τους όταν ένα κοπάδι ψάρια που δεν έκανε πρόβα θα πηδήξει
στην επιφάνεια της λίμνης Έκο˙
όταν το σεληνόφως,
που η χαμηλότερή του νότα δυνάμωσε,
πληγώνει κάποιο κτίριο στη Βοστόνη,
όταν το αληθινά όμορφο κείται μαζί.
Σίγουρα, το σκέφτομαι αυτό,
και θα το σκεφτόμουν περισσότερο
εάν δεν ήμουν… εάν δεν ήμουν
σ’ εκείνη την παλιά πυρκαγιά.
Μπορώ να παραδεχτώ
πως ήμουνα μοναχά μια δειλή
φωνάζοντας εμένα εμένα εμένα
και δεν παρατήρησα τις μικρές σκνίπες, τους σκόρους,
εξαναγκασμένοι απ’ την κατάσταση
να ρουφήξουν τον ηλεκτρικό βολβό.
Αλλά σίγουρα εσύ γνωρίζεις πως καθένας έχει έναν θάνατο,
τον δικό του θάνατο,
περιμένοντάς τον.
Έτσι θα φύγω τώρα
χωρίς τα γηρατειά ή την αρρώστια,
παράφορα μα με ακρίβεια,
γνωρίζοντας τον καλύτερο δρόμο μου,
πάνω σ’ αυτό το γάιδαρο παιχνίδι που καβάλησα όλα αυτά τα χρόνια,
χωρίς ποτέ να ρωτώ, «Που πηγαίνουμε;»
Οδεύαμε (που να’ ξερα)
σ’ αυτό.
Αγαπητέ φίλε,
σε παρακαλώ μη σκέφτεσαι
πως σχηματίζω στο μυαλό μου κιθάρες που παίζουν
ή τον πατέρα μου να λυγίζει τ’ οστό του.
Ούτε καν περιμένω το στόμα της μάνας μου.
Ξέρω πως έχω πεθάνει πιο πριν –
μια το Νοέμβριο, μια τον Ιούνιο.
Τι περίεργο να διαλέξω τον Ιούνιο και πάλι,
τόσο συμπαγής με τα πράσινα στήθη του και τις κοιλιές του.
Φυσικά οι κιθάρες δεν θα παίξουν!
Τα φίδια σίγουρα δεν θα προσέξουν.
Η πόλη της Νέας Υόρκης δεν θα νοιαστεί.
Το βράδυ οι νυχτερίδες θα χτυπήσουν στα δέντρα,
γνωρίζοντάς τα όλα,
βλέποντας ότι αισθάνθηκαν όλη τη μέρα
Ιούνιος 1965
Μετάφραση: Γιάννης Αντιόχου