Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Σάββατο, 13 Ιανουαρίου 2018

Κωστὴς Παλαμᾶς - Ποιήματα

Στὸν ποιητὴ ποὺ ἔγινε κριτικός μου

Ὅ,τι κι ἂν κάμεις,
ὅπου νὰ δράμεις,
ἀπ᾿ ὅποιο γένος,
δικός μου ἢ ξένος,
τοῦ κάκου! Ἐμπρός σου
πάντα θὰ μ᾿ ἔχεις,
πίσω μου τρέχεις·
τὸ τρέξιμό σου
νὰ μὴν τὸ βιάζῃς
καὶ λαχανιάζεις.
Νὰ μὲ θυμᾶσαι,
τέτοιος ὁ νόμος:
ὁ πεζοδρόμος
μιᾶς ἔγνοιας θά ῾σαι
κ᾿ ἐγὼ μιᾶς χάρης
ὁ καβαλλάρης.

Οἱ πεντασύλλαβοι, 1925
Ἅπαντα, τόμ. Ζ´, σελ. 461

Σ᾿ ἀγαπῶ...

Σ᾿ ἀγαπῶ μὲ τὴ γλώσσα
τοῦ πουλιοῦ τ᾿ ἀηδονιοῦ
καὶ μὲ τ᾿ ἄφραστα· μ᾿ ὅσα
στὸ θαμπό μου τὸ νοῦ
μισοζοῦν, ἀργορεύουν,
ἀπὸ χάος λαός,
κ᾿ ἐναγώνια γυρεύουν
τὴ μορφὴ καὶ τὸ φῶς.
Σ᾿ ἀγαπῶ μ᾿ ὅλα τ᾿ ἄστρα
τοῦ βαθιοῦ μου οὐρανοῦ.
Στήσου, ἀγάπη μου πλάστρα
στὸ θαμπό μου τὸ νοῦ,
καὶ τῶν ἴσκιων τὸ σμάρι
βουΐζει γύρω σου, ὢ πῶς!
ἀπὸ σὲ γιὰ νὰ πάρη
τὴ μορφὴ καὶ τὸ φῶς.

Τὰ παράκαιρα, 1919
Ἅπαντα, τόμ. Ζ´, σελ. 188

Ἀπὸ τὸ «βιβλίο τῶν ὡρῶν»
Rainer Maria Rilke

Σβύσε τὰ μάτια μου· μπορῶ νὰ σὲ κοιτάζω,
τ᾿ αὐτιά μου σφράγισέ τα, νὰ σ᾿ ἀκούω μπορῶ.
Χωρὶς τὰ πόδια μου μπορῶ νὰ ρθῶ σ᾿ ἐσένα,
καὶ δίχως στόμα, θὰ μπορῶ νὰ σὲ παρακαλῶ.
Κόψε τὰ χέρια μου, θὰ σὲ σφιχταγκαλιάζω,
σὰ νὰ εἶταν χέρια, ὅμοια καλά,
μὲ τὴν καρδιά.
Σταμάτησέ μου τὴν καρδιά, καὶ θὰ καρδιοχτυπῶ
μὲ τὸ κεφάλι.
Κι ἂν κάμῃς τὸ κεφάλι μου σύντριμμα, στάχτη, ἐγὼ
μέσα στὸ αἷμα μου θὰ σ᾿ ἔχω πάλι.
28.1.24

Ξανατονισμένη μουσική, 1930
Ἅπαντα, τόμ. ΙΑ´, σελ. 417

Κωστὴς Παλαμᾶς - Ποιήματα
http://users.uoa.gr/…/arts/tri…/kwsths_palamas/poihmata.htm…

Πέμπτη, 11 Ιανουαρίου 2018

ΤΟΥΛΙΠΕΣ




Ακόμα νοτισμένες απ’ τη χτεσινή βροχή

σου τραβούν το βλέμμα οι τουλίπες

κατά τον κήπο. Είναι ενέργεια σαρκική,

μαρτυρία του κόσμου αλάνθαστη

το φως που τις τυλίγει.



Ο παρατηρητής δεν σταματάει όμως

στης πραγματικότητας μόνο τον θρίαμβο:

ανακριτικό γυρνάει το μάτι

αναζητώντας όλο απαντήσεις,

η δε φαντασία γεννάει τέρατα

που πάντα δραπετεύουν

από τούτο εδώ το πλαίσιο.



Οι τουλίπες, ωστόσο,

δεν ρωτάνε γιατί,

προς τί.



Σηκώνονται απλώς

σαν κεφάλια όλο χάρη προς τον ήλιο

βέβαιες για τον μόνο λόγο που τις θέλει

να είναι τουλίπες.




Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.



Τετάρτη, 10 Ιανουαρίου 2018

[Δέκα Ποιήματα] Του Στρατή Παρέλη


On 10 January, 2018 by BIBLIOTHEQUE








[Φθινόπωρο…]
  
Το επιθετικό φθινόπωρο
Γυμνό σαν πόδι γίγαντα που χωλαίνει,
Και η βροχή που στόλισε τα έωλα φύλλα
Με τα διαμάντια της- κρασάτη, καθαρή βροχή·
Περισπάται ο άνεμος 
κι αν δεις, 
οι βελανιδιές γεμίζουν με μπαρούτι την όραση·
Άοκνα πουλιά κουρνιάζουν θέλοντας την στιγμιαία ευφράδεια των ουρανών·
Ο χρόνος συνωμότης που μιλάει το αύριο·
Υγρασία πλατιά σαν γύρος περί τον αόρατο άξονα της αστραπής·
Φύση και θέση φθινοπωρινή ευκρασία..











 [Ισορροπίες στο γινάτι..]

  
Συγχρονισμός φύλλο να αγαπά το φύλλο και να εκμυστηρεύονται λόγια αέρινα λιγάκι πριν την οριστική τους σιωπή-
  
Συνυπάρχουν οι εθνότητες, 
ο πολιτισμός είναι φιλέρημο μυστικό των λαών· 
  
Όσο γυρίζω από μέρος σε μέρος, καταλαβαίνω: 
πουθενά δεν ευδοκιμεί ο ανήσυχος νους· 
  
είναι σαν των πουλιών οι διμοιρίες που αφήνουν τα δάση και πετούν πάνω από τους ουρανούς των πόλεων, αναζητώντας μια σωστή προσευχή
για κείνον που καλά τα έπλασε!
  
Ευθύνομαι για τεθλασμένες που στα χέρια μου δεν ξαναγίναν ευθείες, ευθύνομαι
για συμπεριφορές που δείλιασαν να προχωρήσουνε στην ρήξη όταν 
η ρήξη ήταν η μόνο διέξοδος-
  
Ευθύνομαι για τις ευθύνες μου που πρέπει να ενστερνιστώ..












[Θα χαθούμε έτσι λοιπόν…]
  
Οι ηλιαχτίδες σε χορεύουν, οι δέσμες του φωτός που να διαβείς
τα όνειρα που στενάζουν λαβωμένα 
στον ύπνο που δεν μπόρεσε να γίνει 
ένα λιβάδι αγωνιστικό-
  
Το σώμα που δεν μιλά κι όμως όλα τα λέει, 
η σκόνη που σκεπάζει την πραγματικότητα 
ως να την κάνει ήσυχα να συντριβεί,
χειρονομίες, φερσίματα, βοή
από μια μέρα που ωραία στοιβάζεται 
μες την ανυπαρξία-
  
Μια δίνη ανέμου που θα πραγματώσει την απώλεια,
μια σκόρπια συνήθεια που θα χαθούμε κάπου κι εμείς
όπως οι περισσότεροι πέρασαν και έτσι χαθήκαν,
θάνατος μέσα στους θανάτους-
να είσαι ή να μην είσαι, εγωισμός που εξαερώθηκε, πάμε χαμένοι λοιπόν
πίσω από τα κτίρια που εγκαταλείφθηκαν στην μοίρα τους, πίσω 
από το θλιβερό προάστιο που φλόγες βγάζει, αφήνοντας
να ερμηνεύσει λάθος όλα η καρδιά μας..
 










  
[Τα λόγια…]
  
Τα λόγια έρχονται σε μένα για να βρουν ζάχαρη των παρομοιώσεων.
Ανθίζουν κάποια, γίνονται σαν προσευχές
προς ένα μακρινό αστέρι που ποτέ δεν υπήρξε·
Τα λόγια σεμνύνονται μες τις κοιλάδες του ουρανού, είναι αφηνιασμένα άτια
που τρέχουν προς τον βορά, στα μέρη των αρχαίων πατρίδων μας.
Τα λόγια που είπα και είπες.
  
Όταν συναντούν τα δάκρυα, τα λόγια ιριδίζουν σαν οψιδιανού χάντρες που κρατούν εντός τους όλα τα πάθη του ορυχείου.
Και στολίζουν με κραυγαλέο θάρρος το μπεγλέρι του καιρού. Τα λόγια
στρατηγούν επάνω στην μελαγχολία μας- μέχρι
που εκείνη ξεγίνεται και στην θέση της μένει
συλλαβή μία που να την αποστηθίζει ο χρόνος του γιαλού κι ο πόντος.











  
[Το απόγευμα…]
  
Το απόγευμα κωλυσιεργεί τις ερωτοπαθείς μυρωδιές των βασιλικών
και η μουσούδα του αέρα χώνεται 
μες τις λινάτσες των νεφών, 
σκούζοντας επιμόνως για ένα “έλα”…
Τα χρώματα κατευθύνουν τον νου μας στο άπειρο.
Κι εμείς από τα χρώματα είμαστε καμωμένοι, από την λυρική 
δομή των ουρανών, 
κι ας στηρίζουμε με τα αισθήματά μας τον νεόκοπο ήλιο κι ας είμαστε κολλημένοι στον βράχο
της νοσταλγίας..
Μας στολίζει ο στόμφος του καλοκαιριού
ακόμα, 
και μας έχει πλασμένους η τραχιά, 
ακύμαντη πέτρα 
του Έρωτα, 
βοά μες τις φλέβες μας, όταν ακίνητοι μένουμε, τερπνά τρυγώντας
φιλιά μέσα στο βράδιασμα.
Μια μουσική ωφέλιμη στις ψυχές σκορπά τριγύρω, 
ακούραστος ο αέρας μαγκώνει τις πλάτες του στον βαρύ τροχό της μέρας, στα ρολόγια στέκεται η σιωπή, την ώρα 
που εμείς ακολουθούμε την μεγάλη δίψα 
του κορμιού 
και στα σώματα επάνω παίζουμε
το συναρπαστικό ξεφλούδισμα της συνουσίας, ως την στιγμή
που ενώνονται οι παράλληλες ευθείες σε μια γονιμοποιημένη τελεία
που μιλά φθόγγους ερωτικούς και υπερβάλλοντα ζήλο
της αγάπης..
 









  
  
[Λεπτομέρειες του μεσημεριού…]
  
Άοκνο φως που οσμίζεται την κόψη του αλατιού,
Μπερδεύεται μες τα έκκεντρα φύλλα
Του ευκάλυπτου και νομοθετεί γαλάζια πάνω 
στον πάπυρο της μέρας.
  
Οι ορθόδοξες θεωρίες των ρόδων κατευθύνουν την χαρά στο ανοικτό μου τετράδιο.
Μαστίζουν την έμπνευση οι ηλιαχτίδες του ορίζοντα.
Χέρια εργάτη βάφουνε την μάντρα με απολυμαντικό ασβέστη. 
Έχει χρεία από Θεό ο κόσμος, έχει προσήλωση.
  
Μία γαλή αγάπησε τον κύνα και μαζί παίζουν στην πίσω αλάνα της επάνω γειτονιάς.
Μια σφήγκα ένιωσε τα αισθήματα της μέλισσας-
Και το νερό επούλωσε στην διψασμένη γη
Τραύματα φθινοπώρου και τον πυρετό του χοϊκού συνόλου.
  
Λεπτομερώς τα γράφω. Σαν να μου δόθηκε, για να τα πω, ο χρωστήρας.
Στην Κυριακή που ντράπηκε η ψυχή μου να θελήσει
Μια λέξη που να την κρατούν κειμήλιο οι ανοιγμένοι ουρανοί..








  
  
    
  
[Ανάδραση..]
  
Όταν σκοτεινιάζουν οι κόσμοι
Τα μάτια σου είναι δυο μυδράλια που βάλουν ενάντια στην ερημιά.
Συναντώ την κατάθλιψή μου· με παιδεύει· δαγκώνομαι.
Στον ύπνο μου βασανίζομαι απ’ τον ξύπνο μου.
Πώς φθάρηκαν οι μέρες μας και σαπίσαν!
Ένα μουχλιασμένο φως έρπει επάνω στις σκέψεις.
Μόνο η παρουσία σου είναι ορθοφωνία αγγέλων και ιερουργεί μες το δωμάτιο
Ή μέσα στο τοπίο που εκβάλει ευλάβεια πάνω στα αγχωμένα στιχάκια μου..










  
  
[Ερωτικό αλλιώς..]
  
Διασχίζουν τον ουρανό
Θραύσματα άστρων 
και περνούν 
τις συμπαντικές γαλαρίες
Του κορμιού σου-
  
Ήχοι μακρινοί,
Τραγούδια που ξεθύμαναν
Τρυπούν την ησυχία 
κι έρχονται
Σε μένα-
  
Φευγάτη είσαι όμως, 
ερωτική θεά
Που έλειψε κι αναστατώθηκαν τα πλάτη-
  
Ξυπνώ μες τον θόρυβο
Οι ουρανοί συγκλίνουν
Δεν αντέχω τόση απώλεια
Έλα βρίσκοντας τρόπους να μηδενίσεις 
τις αποστάσεις
Πιο ερωτική φωλιά δεν θα βρεις 
από των στίχων μου το μετάξι..









  
  
[Που λέμε, επί του συνόλου…]
  
Αν είναι να δύει κάτι ας είναι ο ήλιος
Χρυσός όταν τον απόκτησα σαν ένα νόμισμα στην τσέπη μου    και σίγουρος
Για την αξία του, αήττητος φίλος
Που σκοτίζει την νύχτα και φοβερίζει τα κραταιά πουλιά της
Άστοργα.
                                  Απ’ όπου
Κι αν ήρθα, μύριζε καλοκαίρι και φρούτο
Που παραωρίμασε· η πόλη ήθελε Αττική και παραλίες που γέμισαν κόσμο
Όχι εκείνες που περπάτησα χειμώνα κι ένας γλάρος
Με παρακολουθούσε διακριτικά αξιοσέβαστος
Και μακρινός επιστήθιος φίλος.
Τώρα στην κάψα γδύνονται κοπέλες
Και οι λουόμενοι βουτούν στα ήσυχα νερά της θάλασσας, εμμένοντας
Σε κάτι που δεν είναι εποχή που θα περάσει, αλλά μια φρυκτωρία
Που διαλαλεί τον πόλεμο με την αγρύπνια που είχα- κυνηγώντας
Λέξεις φαντάσματα και φασαρίες στο μυαλό μου επί του συνόλου…










  
[Το γκράφιτι των ονείρων…]
  
Το κουρδίζω και ξεκουρδίζεται
είναι ένα δέντρο που περπάτησε να φύγει απ’ τον παράδεισο
τώρα κοιμάται μες τα όνειρά μου
επικό-
  
στον σοβά των σπιτιών, στην πέρα συνοικία
τα παιδιά ζωγραφίζουν αλλόκοτα γκράφιτι
ξημερώνει και βραδιάζει
αντηχούν ψυχές μεροκαματιάρηδων αντηχούν 
γέλια και φωνές το προάστιο αντηχεί καθώς
επικρεμάται στον καλόγνωμο ορίζοντα της καθημερινότητας-
  
κάπου εκεί σε γυρεύω κάπου εκεί είμαι αλήτης που αυθαδιά 
ενάντια στο πρόσωπο του αιώνα
κάπου εκεί αγαπώ να διεκδικώ την κηδεμονία των ιδεών, να θέλω 
τα ουράνια ατοπήματα καθώς αυτά χαράσσουν πάνω μου τα εμβλήματα μιας αστραπής
που αξιώνεται στίχους θριαμβικούς και έννοιες 
τόσες αγάπης..



artworks : Edmond Simpson 









 http://www.bibliotheque.gr/article/68490




ο τελευταίος επισκέπτης






Σκάλισα πάνω στα μάρμαρα τ' όνομά σου
Να το δει ο Θεός να σε προσέχει
Σαν χτες μου φαίνεται
Που έλυσες τη βάρκα σου για αλλού
Τα νύχια μου σκληρά θα αντέξουν
Στην πόλη που ζω
Περισσεύουν τα καμπαναριά
Μεγάλοι πελαργοί στήνουν φωλιές
Γεννάνε ολοστρόγγυλα αυγά
Αυγαταίνουν
Καμαρώνουν τα σύννεφα
Ποτέ δεν πεθαίνουν
Ποτέ δεν αφήνουν ανερμήνευτους τους χρησμούς
Ιστορίες σκαρφίζονται για τα μικρά παιδιά
Χαμογελούν σαν να 'ναι να κουρσέψουν το άσπρο κέντημα του φωτός
Τη φωλιά τους κυκλώνουν με σύρματα οι μοιραίοι μην έρθουν μάγιστροι

Στόλισα τον κήπο μου με ναρκίσσους και φτελιές
Εκεί να πηγαίνεις κάθε δείλι να βαδίζεις
Την κουβέρτα σου κρατώ ζεστή
Την πένα σου τη βυθίζω στο μελάνι
Θεϊκές να σε βρίσκουν εικόνες:
Μια κόρη αναγεννησιακή
Μια πράσινη έκταση ανθισμένη
Μια αγκαλιά παράνομων εραστών
Τραγούδια να μου γράφεις
Στιλέτα να καρφώνεις στη λήθη
Το βήμα σου να συντονίζεις με τον άνεμο
Με τόση ακρίβεια που σάν πρωτάγγελος να μοιάζεις
Εγώ θα σε θωρώ και χαμόγελα θα σου φέρνω
Λεπτές να γίνονται οι αντιθέσεις σαν τις βέργες που ξεφλούδιζες παιδί

Φώτισα το σπίτι μου με δαδιά και πυρσούς
Τράβηξα τις κουρτίνες κοντά μου να έρχεσαι με τα βραδινά τρένα
Στο κάδρο το χαμόγελό σου
Στη ντουλάπα ανέγγιχτα τα ρούχα σου
Στρώνω τα συρτάρια με λεβάντες
Διπλώνω τις κρεμάστρες με ριζόχαρτα
Αφίλητο κυλάει το αίμα μου
Δεν σε περίμενα τόσο νωρίς
Πάρε το τσάι σου να ζεσταθείς
Πάρε το χέρι μου να μην βουλιάξεις
Εγώ θα πάω μια βόλτα ως το κοντινό αλσύλλιο
Τις πάπιες και τους κύκνους να ταΐσω
Χτες ο κηπουρός βρήκε νεκρό το παγόνι
Τα σκάγια είχαν την υπογραφή σου
Ο θάνατος πάντα πληρώνεται με θάνατο
Αρχέγονος νόμος
Α! δεν σου είπα ανασκάλεψε τη φωτιά και σβήσε το φως στο κατώι
Άχραντος να μοιάζεις μες στη νύχτα κι αιθέριος σαν γλάρος που πετά!


Κυριακή, 7 Ιανουαρίου 2018

ΤΑ ΦΤΕΡΑ ΤΗΣ ΩΜΟΠΛΑΤΗΣ


Όσο γερνάει κάνει το ακριβώς αντίθετο απ’ αυτό που υποδεικνύουν οι γιατροί.
Καπνίζει σαν φουγάρο, πίνει ούζα και τσίπουρα βουστροφηδόν
τραβάει τις νύχτες ως το χάραμα διαβάζοντας αδηφάγες διηγήσεις
δεν περπατάει το καθημερινό χιλιόμετρο, δεν ανεβαίνει σκάλες με τα πόδια
τους μετρητές χοληστερίνης, πίεσης , σακχάρου αγνοεί…
Όσο παλιώνει πράττει το ακριβώς αντίθετο απ’ αυτό που λέει η λογική.
Θυμάται τα πρόσφατα, δεν προσφεύγει στα παλιά, τα καλοκαίρια αγνοεί
απολαμβάνει τη βροχή, το χιόνι, τις λασπουριές και τους ανέμους
ακούει τραγούδια με γερασμένους τραγουδιστές της εποχής του
ξοδεύει άναρχα όσα του απομείνανε, οι καταθέσεις του τελειώνουν,
δεν ασχολείται με διαθήκες, ψιλές κυριότητες και επικαρπίες…
Όσο γερνάει καλυτερεύει η υγεία μέσα του, εκτός από κάτι πόνους,
στις κλειδώσεις της ωμοπλάτης, δεν είναι τίποτα του είπαν οι γιατροί,
είναι που φύονται φτερά, λιγάκι ακόμα θα πονάς μέχρι να μεγαλώσουν
αλλά τη μέρα εκείνη θα πετάξεις άνετα με μεγάλες απλωτές…

Πέμπτη, 4 Ιανουαρίου 2018

Η μάνα μου μοιάζει με φεγγάρι.

Η μάνα μου μοιάζει με φεγγάρι.
Δραπέτευσαν οι αμαρτίες
από τα χέρια και τα μάτια
και λευκάνθηκαν μαλλιά και δέρμα.
Περιμένει τη μεγάλη έξοδο. 
Τα μάτια της στυλώνει κάθε μέρα
στο μπαλκόνι.
Η καρέκλα στην ευθεία οδό.
Ούτε μια μοίρα παρακεί,
έτσι για παρέκκλιση.
Πίσω της
όλο το σπίτι,
εγώ,
οι μνήμες μεσ΄ στα πράγματα
συναζόμαστε στην αναμονή
για την πιστολιά στο σημείο εκκίνησης.

Η ΜΑΣΚΑ ΤΗΣ ΗΤΤΑΣ









Τί χρειάζονται οι ορίζοντες
σε όποιον μετά την καταιγίδα ορθώνεται
κρεμασμένος από μια ανταύγεια
σε κείνον που περπατά αναπνέοντας
το κυάνιο τ’ ουρανού
τί παραπάνω έχουν να δώσουν
τα ταξίδια τα βιβλία τα δάκρυα
σε κείνον που ανοίγοντας την πόρτα του ένα πρωί
χάνεται στις εποχές.


Περπατά στις αποβάθρες της Σαλονίκης
στο βουερό πλήθος που δεν είναι πια εκεί
είναι αργά ν’ αγαπηθεί και το ξέρει
η σιωπή παίρνει το σχήμα του ανέμου
ετυμηγορία παλιά όσο η ζωή
ο κάθε θάνατος οδηγεί στη δική του επανάσταση
κι έτσι αόρατος καθώς είναι γνωρίζει
η νίκη άλλο δεν είναι
παρά η μάσκα της ήττας
στο βάθος του μονοπατιού.



Από την ποιητική συλλογή: Βασίλης Φαϊτάς, «Στο καφέ “Εντροπία”», Μανδραγόρας, Αθήνα 2017, σελ. 34.


http://alonakitispoiisis.blogspot.gr

Δευτέρα, 1 Ιανουαρίου 2018

ΤΟ ΑΠΕΙΡΟ ΤΗΣ ΣΤΙΓΜΗΣ



Όταν ανάμεσα σε ακρότατους ίσκιους βυθίζεται
σε τόπους ανοιχτούς το καλοκαίρι
το τραγούδι συναρπάζει τα κοπάδια
και τη μνήμη των ποιμένων και παντού σωπαίνει
η μυστική των ειδών εγρήγορση,
τριτεγγυώνται οι κυοφορούμενοι
μέσα στη γλυκιά των μητέρων τους βούληση
και στύβει τα κλαδιά των λαιμών και των διψασμένων
πεδιάδων η ουσία των καρπών προϊούσα.
Πέφτουνε στο χώμα τότε άνευ τόπου
άνευ λόγου οι ανεξίτηλες
αλήθειες, σ’ εκείνη την πνοή όπου κατεβάζουν
ανάλαφρα το βάρος τους τα γερμένα φυλλώματα
τα πλοία πάνε να μπατάρουν
όπως και των ναυτικών η αγωνία για ξένα ακρογιάλια
και ο ήχος όλων των φωνών
σβήνει μέσα στις πτυχώσεις της, στη θάλασσα στον άνεμο.


Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Παρασκευή, 29 Δεκεμβρίου 2017

Οι χειμωνιάτικες νύχτες


Τις χειμωνιάτικες νύχτες
απ' τις ψηλές καμινάδες,
βγαίνει ο καπνός των ψυχών, 
περίεργα σχήματα βγαίνουν,
πάνω στα σύννεφα στέκουν
σε γέφυρες στεναγμών.
Με όσο πρέπει κουράγιο,
τάματα τάζουν στον άγιο,
κεχριμπαρένιες ευχές,
χτυπάνε την πόρτα του χρόνου,
με το περίσσευμα πόνου
από παλιές εποχές.
Τις χειμωνιάτικες νύχτες
τρέλα πως πιάνει τους δείχτες
και τα ρολόγια ριγούν,
με τέμπο η φωνή κουβεντιάζει,
με την καρδιά που σπαράζει,
δεν πρόκειται να τα βρουν.
Εξ επαφής μπαίνει η σφαίρα,
σχίζει στα δυο τον αέρα
και την πληγή μου μαζί,
η πόλη ένα άσυλο όλη,
μια ανελέητη σχόλη,
άφωνη ψύχρα η ζωή.
Μ' όσο μου μένει κουράγιο,
τον ξεκρεμάω τον άγιο,
δεν ξανακάνω ευχή,
σφραγίζω την πόρτα του χρόνου,
κρύβω το όπλο του φόνου,
μέσ' του μυαλού τη ρωγμή.

Συλλογή, Τα απομεινάρια εκκολάπτονται αχνά
Γιάννης Στεργιόπουλος
Κατερίνη 20-12-2011
Photo, Ζωγραφική σε βότσαλο της θάλασσας
με ακρυλικά χρώματα, έργο της Zoe Rizos

Πέμπτη, 28 Δεκεμβρίου 2017

Γέννηση







Όσο κρυώνει ο καιρός
ρίξε φωτιά στο χαμόγελό σου
ψύχεται η Ψυχή του Ανθρώπου.
Πεθαίνουν τα όμορφα έμβρυα
στην παγωνιά.
Μένει άδειο το διαμέρισμα του έσω κόσμου
και οι τοίχοι μαραζώνουν από θλίψη.
Δε βοηθά ο συνωστισμός.
Θέλω να κλείσεις την πόρτα
έρχεται κρύο από έξω.
Οι άνθρωποι που μας αγαπούν
θα σκάψουν αν θελήσουν να μας φτάσουν.
Κλείδωσε
και ρίξε τον εαυτό σου στη φωτιά
χρειάζεται ζέστη η ζωή μας.
Έλα να κάνουμε ένα παιδί
σ' αυτό το λευκό δωμάτιο αυτού του ποιήματος
το δίχως ηλεκτρικό
που βρίθει από δισταγμούς
κι ανθρώπινη αγωνία.
Έλα να κάνουμε ένα παιδί
να έχει ένα λόγο η ύλη
να αγαπήσει τον εαυτό της
να αποκτήσει λόγο ύπαρξης
η αιωνιότητα των λέξεων
να θέλει να παραμείνει ζωντανή η φλόγα
να έχουν ένα λόγο να σμίγουν οι τοίχοι
αγκαλιάζοντας τις ζωές μας
που δεμένες σκαρφαλώνουν στα χρόνια.
Στην κορυφή αυτού του έπους
θα γεννήσω το γιό σου
θα σού μοιάζει
θα είναι ο παιδικός ήρωας
που δεν είχες ποτέ
θα κρατά τη σπίθα που χρειάζεται το χαμόγελό σου
για να μείνει αναμμένο
όταν τ' άστρα θα έχουν πια χαθεί.
Μη χαϊδεύεις την κοιλιά μου.
Δε θα νιώσεις το σκίρτημα.
Άπλωσε την παλάμη σου στην καρδιά μου.
Εκεί κυοφορώ το παιδί μαςμε κείνη τη συναισθηματική νοημοσύνη
των ευαίσθητων ανθρώπων
γεμίζω τις φλέβες του.
Σ' αυτή τη γωνιά που ονομάζω παράδεισο
μακριά από τα βλέμματα
γεννώ έναν μύθο
και είναι στο χέρι σου να του δώσεις ζωή.
Δεν προσκυνώ βασιλιάδες ούτε θεούς.
Υποκλίνομαι περήφανα
στην πιθανότητα το Αδύνατο
να γίνει Δυνατό
κι αν νιώθεις δεν μπορείς
εγώ μπορώ να σε κάνω να πιστέψεις..


Δευτέρα, 25 Δεκεμβρίου 2017

Ερημιά






Photo: Maya Abraham

Είναι η ερημιά που κυριαρχεί
στις πολυκατοικίες
στα πλακόστρωτα της επιτυχίας
στα μουρμουρητά στα σοκάκια
στα κεριά και στα λιβάνια
στους δεκάρικους των πολιτικών
στα μοιρολόγια των σκιών
στα μισόλογα των οπτασιών
σ΄ αυτούς που φεύγουν μόνοι
στα μικρά παιδιά στις παιδικές χαρές

είναι η ερημιά σαν μια υστερική σούπα
κουρνιάζει σε σπίτια-τρύπες
κουλουριασμένη αγκαλιάζοντας δήθεν
τον άλλο της εαυτό
μινιατούρα που δεν μεγάλωσε ποτέ
κυνηγώντας πεταλούδες
και χρωματιστά ψάρια σε ενυδρεία
καλλιεργώντας πλαστικά λουλούδια
και χάρτινα όνειρα στις λεωφόρους
των διαδικτυακών αναστάσεων
πλουμισμένα σάβανα νεκρών συντρόφων

η ερημιά ξέχασε τους ποιητές
έτσι που κανείς δεν θέλει να τους συγχωρέσει
για την τόση αποκοτιά τους
να θεωρούν τους εαυτούς τους ειδήμονες
της μιας ή της άλλης μοναξιάς
που καμώνεται για συντροφιά
πλέοντας πέρα από τον ορίζοντα
της σιωπής τους
πέρα από τις φανταστικές ρίμες
των ανύπαρκτων στίχων τους

η ερημιά είναι τα μέρη εκείνα
τα μακρινά
οι απάτητοι τόποι
που όλο λέμε να επισκεφθούμε
αλλά όλο το αναβάλλουμε
φοβούμενοι το ύψος
και τις τιμές των χρηματιστηρίων
παραδινόμενοι με αυταπάρνηση
στα είδωλα της καθημερινότητας
αναζητώντας τους κωδικούς της εξόδου
από τη σύγχρονη σκλαβιά του χρέους
ασθμαίνοντας στις μεγάλες αποστάσεις
κοιτάζοντας τα τρένα να περνούν
αλλά αδυνατώντας να επιβιβασθούμε
γιατί ποτέ δεν αγοράσαμε εισιτήριο.

https://tokoskino.me

Σάββατο, 23 Δεκεμβρίου 2017

Η ΕΛΕΝΗ









Πλατύ γαλάζιο, ω, νά ’μαι!... Από σπηλιές θανάτου φθάνω
κι ακούω κύματα να σπουν στην ηχερή τη σκάλα,
και ξαναβλέπω τις πεντήρεις την αυγή: μεγάλα
χρυσά κουπιά κροτούν στους ίσκιους των νερών επάνω.


Μοναχικά τα χέρια μου τους άνακτες καλούνε
που εθώπευα τα γένια τους με τ’ άλατα του θάμβους·
θρηνούσα εγώ, κι εκείνοι ψέλναν ζοφερούς θριάμβους
στους αιγιαλούς που οι πρύμνες τους φευγάτες χαιρετούνε.


Τις σάλπιγγες ακούω, τις στρατιωτικές βυκάνες
βαθιά να πίνουν τον ρυθμό, των ήχων τις πλεκτάνες·
των ερπετών το τέμπο, ω, πώς τον σάλαγο κρατάει!


Οι δε θεοί στην πλώρη την ηρωική επηρμένοι,
με το μειδίαμα το αρχαίο που ο αφρός βαράει
την αγκαλιά τους μου προτείνουνε τη λαξεμένη!


http://alonakitispoiisis.blogspot.gr/search?updated-max=2017-12-16T20:40:00%2B02:00&max-results=15&start=31&by-date=false
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


ΠΟΙΗΣΗ



Σκορπιστή μου
Η στάχτη στα μάτια δεν είναι η άμμος του ύπνου
Η ρομφαία του ήλιου πόσο έχει τώρα πια γεράσει
Και την καρδιά σου για όργανο την περνάς μουσικό
Λεπτοφυές του εγκλήματος σώμα
Βάρος αβαρές
Και τί να φτιάσω εγώ με τούτο το φορτίο
Φτιασίδι αισθημάτων ψιμύθιο
Εγώ ψεύδομαι και τρώω
Και η ζωή κυλάει με ουρανούς παναίθριους
Πούθ’ έρχεται ο άνεμος ποιός ξέρει
Και πόσο είναι γοητευτική η ανέμη
Κεφάλι εγώ δεν έχω
Ο δε χρόνος με βοηθά να βαίνω επί τα χείρω

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Τρίτη, 19 Δεκεμβρίου 2017

Όταν οι Άγγελοι ελαφρά πετούν






(φωτο-σύνθεση Υιώτας. 2016)




Όταν οι Άγγελοι ελαφρά πετούν


Όταν οι άγγελοι αλαφροπετούν,


η γη σείεται αγαλλιάζοντας.


Οι εποχές, στέλνουν μηνύματα μυστηριώδη.


Θάλασσες κι ωκεανοί ακατάπαυστα κυλούν,


ανανεώνοντας τα ρεύματα


στης ζωής την συνέχεια.


Σαστισμένο το τελειότερο του Θεού επίτευγμα.


Συμπεριφορά ακατανόητη. Προέχει η ατομική


ικανοποίηση. Η φθορά απαξιώνεται. Αγνοείται.




Της φωτιάς τα χρώματα, Σαλωμική πρόκληση.


Ανταγωνίζονται ηφαιστειακές εκρήξεις.


Η κατάρα,


-α! ποιος την στέλνει;


Η βροχή η ασταμάτητη; Άραγε να διαλύεται


στην εμφάνιση του ουράνιο τόξου;


Κι οι σκέψεις, οι ασυγκράτητες, οι ανεξάντλητες;


Τα αισθήματα που συγχέονται με τα


συναισθήματα;


Τί φταίει;




Τί να συναντούν οι Άγγελοι, στην σιωπηλή τους κάθοδο;


Τί ξεχωρίζουν από τις μύριες φωνές;


Τί αποκρυπτογραφούν από τις ανάσες, τα τραγούδια, ή τις


κραυγές της Φύσης;


Πώς ερμηνεύουν την ανέκφραστη γλώσσα


των κυρτωμένων ηλικιωμένων;


Πώς αντέχουν το πικρό κλάμα


των παιδιών με τα γυάλινα μάτια;


Ακούν, οι αθώρητοι


Άγγελοι;


Βλέπουν; Ή τα θολωμένα τους αγγελικά μάτια


απλώς


κοιτάζουν;










Δευτέρα, 18 Δεκεμβρίου 2017

...Δεν ξέρω τι ακριβώς κάνω εδώ...

Δεν ξέρω τι ακριβώς κάνω εδώ
Χάνομαι ίσως σε μια πόλη χωρίς όνομα
Εύκολο όταν κρατάς το μίτο
να γυρίσεις πίσω
Σκοτώνεις το Μινώταυρο βρώμικα
Eκ του ασφαλούς
Λαβύρινθοι και κουραφέξαλα
Ανέκαθεν η μόνη λύσις η φαυλοκρατία
Ουδέποτε τόλμησε καμιά μύγα να φάει σίδερο
Όλες μυρλιάζουν ζουζουνίζουν
κι ύστερα μαγαρίζουν
Eξόν από κάποιες ωραίες τρελές
που δεν τις γνώρισε ποτέ κανείς
Δεν ξέρω τι ακριβώς θέλω να κάνω εδώ
Σίγουρα όμως δε θα 'μαι περήφανη γι' αυτό
Θα'ναι από ανάγκη όπως τα υπόλοιπα κτερίσματα
που θα με συνοδεύσουν στο χώμα
Ποιος είπε πως ουδέν εστί κρυπτόν υπό τον ήλιον;
Ο υποκριτής!
Άπειρα όμως είναι τα κρυφά στο σκότος
Ο άνθρωπος ανέκαθεν ασπρόμαυρος
Σκέτη ζέβρα
Αλλιώς επιζεί μόνο αόμματος
Δε λέω... ΟΚ!
Υπάρχουν και τυφλοί άγγελοι
Πίνακας: Robert Smithson, Blind Angel

ΟΠΩΣ Σ’ ΕΧΩ ΦΑΝΤΑΣΤΕΙ



Το μεγάλο ευχαριστώ που οφείλω στη ζωή
Όχι στη δική μου στη ζωή εν γένει είναι
Επειδή είσαι μέχρι τρέλας γυναίκα ολάκερη
Και τίποτα δεν μπόρεσε να σε χωρέσει μόνο μέσα σου
Κοιμήσου παιδική μου ηλικία χρυσή μου εμπιστοσύνη
Στ’ αχυρόστρωμά μας όπου μόνο την καρδιά μας έχουμε
Χαθείτε δυστυχίες με τις ανθρώπινες όψεις
Δίπλα σου αγρυπνώ και πως είμαι εσύ ονειρεύομαι
Σημαίνει να είμαι σοβαρός
Χωρίς να έχω τίποτα μάθει
Αν φωτιζόταν με λογικά η κεφαλή μου
Θά ’μουν άνθρωπος που έχει άδικο
Να φιλώ με μεθάει λίγο πιο πολύ απ’ όσο δεν πρέπει
Στο μέλλον ανήκω και όρια δεν έχει τίποτα
Εσύ στον ύπνο δοσμένη κι εγώ άυπνος
Αξεχώριστα μοιραζόμαστε περιθώρια
Καρπών ανθέων καρπών καλυμμένων με άνθη
Και ήλιου μπερδεμένου στις νύχτες
Λες κι η νύχτα
Είταν των χρωμάτων το χώμα
Λες κι η χλόη και το φθινόπωρο
Γεννήθηκαν απ’ όση πάχνη είχε στα κλαριά παγώσει
Λες κι αυτοί οι ζωντανοί οργανισμοί που τους λένε
Άλας της γης και φως εν τη σκοτία
Δεν μπόραγαν να γίνουν κάτι άλλο αντίθετο
Νά ’χαν κοιλιά σεβάσμια
Στήθη κόσμια αξιαγάπητα εξυπηρετικά
Κι αυτά τα χέρια τα ακάματα στων θωπειών το έργο
Όπου είσαι ζω έζησα θα ζήσω
Πλάθω σε έπλασα και θα σε μεταμορφώσω
Από σένα ωστόσο είμαι πάντα παιδί χωρίς ίσκιο
Και όπως σ’ έχω φανταστεί

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Σάββατο, 16 Δεκεμβρίου 2017

Τα ρούχα μου


Στον βοριά
άπλωσα τα ρούχα μου
τα μονότονα
να τα στεγνώσει
να τα πάρει μακρυά.
Να τα κεντήσει με ποιήματα
που 'φερε απ' τα ουράνια δώματα
τα ξεκούρασε σε δάση
τα διάνθισε
με άηχους παλμούς ψυχής
κι ύστερα να μου τα επιστρέψει.

Κυριακή, 10 Δεκεμβρίου 2017

ΠΟΛΥΠΡΙΣΜΑΤΙΚΗ ΦΥΣΗ ΜΕ ΚΟΡΑΣΙ ΚΑΠΟΥ ΕΚΕΙ ΓΥΡΩ






Καθρέφτες σε είδωλα κατόπτρων μέσα
παλινωδίες άδουν πονημάτων·
σε μια γυαλένιαν ατραπό νημάτων
ορχείται απρόστρεπτη βοστρύχων τρέσα.


Στα γόνατα τ’ αγγελικά της λάμψης
αναρριχάται μέλαινα αλκοόλη·
κρατά της κόρης η ματιά πιστόλι


και στο στερέωμα λαλούν εκλάμψεις
οι αλέκτορες μεστές εκ του πλησίον


κι εκ του συστάδην ρίμες ριπιδίων.

Τετάρτη, 6 Δεκεμβρίου 2017

ΤΟΥΛΙΠΕΣ





Ακόμα νοτισμένες απ’ τη χτεσινή βροχή

σου τραβούν το βλέμμα οι τουλίπες

κατά τον κήπο. Είναι ενέργεια σαρκική,

μαρτυρία του κόσμου αλάνθαστη

το φως που τις τυλίγει.



Ο παρατηρητής δεν σταματάει όμως

στης πραγματικότητας μόνο τον θρίαμβο:

ανακριτικό γυρνάει το μάτι

αναζητώντας όλο απαντήσεις,

η δε φαντασία γεννάει τέρατα

που πάντα δραπετεύουν

από τούτο εδώ το πλαίσιο.



Οι τουλίπες, ωστόσο,

δεν ρωτάνε γιατί,

προς τί.



Σηκώνονται απλώς

σαν κεφάλια όλο χάρη προς τον ήλιο

βέβαιες για τον μόνο λόγο που τις θέλει

να είναι τουλίπες.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.




Δευτέρα, 4 Δεκεμβρίου 2017

[Από Αντίο Και Άννα]


 
1.
 
 
Έτσι θα πεθάνουμε χωρίς…
Αν, λέω αν, δάγκωνες καθρέφτη
και σου έλεγα φτύσε ίσως
κάποτε ν’ άκουγα τ’ όνομά μου
τίποτα, δεν,
έχει μεσολαβήσει αγάπη τόση
που έσβησε όλα τα ποιήματα.
 
 
 
2.
 
 
Ποιά μάνα και ποιός γιος εξαίσια άρρωστος…
Δεν υπάρχει βλέμμα να μου λέει ποιητής
όσο σβήστηκα είμαι.
Το μοναδικόν έγινε κιόλας δυο παιδιά
που σπάσαν όλους τους καθρέφτες.
Κι έχω πενθήσει πια σχεδόν τις εκδοχές.
 
 
 
tumblr_nlshphRLI11qeubbbo3_1280

 
3.
 
 
Κλείνουν οι χρόνοι κάπου
θα υπάρχεις τόσο ωραία
όσο χωρίς εμένα. Τίποτα δεν εσήμανε
ποτέ το χωρίς εμένα. Άργησα τόσο
να το παραδεχτώ
που κατάντησα ποιητής. Κοίτα και πέρνα.
 
 
 
4.
 
 
Το χέρι τής Αέρας που περνάει
κι υποψιάζεται ψαλίδια ξυραφάκια
κονσερβοκούτια τζάμια πετονιές
συλλαβές ονομάτων φυγές και πίσω
σπλάχνα κρέμοντα φιλάει κι ακούει
κάτι σαν φορτηγό ανατρεπόμενο με μπάζα
ανάμεσα στο σίγμα της και το αγαπώ.
 
 
tumblr_nlshphRLI11qeubbbo6_500

5.
 
 
Μη λέω στις μάνες μη
στον πόνο που τους αναλογεί στον κόσμο
αν είναι κάποτε γι αγάπη κι ο καθένας
κερδίζει τη σκληρότητα της μέρας του
Εγώ με ποιήματα.
 
 
 
6.
 
 
Κανείς δεν μένει από χέρια
να του κλείσουν τα μάτια
κι η ζωή, α η ζωή αποδεικνύεται
λιγάκι πιο μεγάλη
από τον πρώτο έρωτα.
 
 
OLYMPUS DIGITAL CAMERA
 
7.
 
 
Κι αν δεν ήταν τα δικά σου
υπήρχαν μάτια
για ν’ αγαπηθεί κανείς
υπήρχαν λευκοπλάστες
ονόματα στην πεθαμένη μάνα μου.
 
 
 
8.
 
 
Τα πιο ωραία αντίο
είναι από σιωπή και χρόνο μόνο
οι ποιητές κι ο εκτροχιασμένος χρόνος τους.
Επιτυχία μου είναι να μη με διαβάσεις
 
 

tumblr_nlshphRLI11qeubbbo5_500
9.
 
 
Πού πάει η απουσία όταν…
Πού χάθηκαν τα δεκαοχτώ
τα είκοσι τέσσερα τα τριάντα έξη
το είκοσι εννιά πενήντα τέσσερα.
Το Ρέθυμνο, το Σπήλι το Δαμνόνι
η Σούγια ο Ζάκρος η Αγία Γαλήνη.
Από αντίο και Άννα όλα τους.
 
 
 
10.
 
 
Προτιμώ ένα ποίημα από μια συνάντηση
γιατί μόνο στο ποίημα
αξίζει πια να είναι κανείς ο απελπισμένος.
Ελπίζω να σου βγήκε αγαπημένη
όσο τα ποιήματα που σου έγραψα.
 
 
 
artworks : Jesùs Leguizamo
 
 
87855-13263734-7
 http://www.bibliotheque.gr/article/46651
 

Σάββατο, 2 Δεκεμβρίου 2017

Ο ΔΡΟΜΟΣ


Ειν’ ένας δρόμος μακρύς και σιωπηλός.
Βαδίζω στο σκοτάδι και παραπατώ και πέφτω
και σηκώνομαι και με πόδια τυφλά πατώ πέτρες βουβές
και ξερά φύλλα
και κάποιος πίσω μου κάνει το ίδιο:
αν σταματήσω, σταματάει
Αν τρέξω, τρέχει. Στρέφομαι κανείς.
Τα πάντα σκοτεινά και δίχως έξοδο
και στρίβω και ξαναστρίβω σε γωνιές που πάντα
βγάζουνε στο δρόμο
όπου κανένας δεν περιμένει, δε μ’ ακολουθεί
όπου εγώ ακολουθώ κάποιονε που παραπατά και που
σηκώνεται και λέει
βλέποντας- με: κανείς.

Πέμπτη, 30 Νοεμβρίου 2017

ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΕΙΟΝ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ

Στον Φερνάντο Πεσσόα

Εύθραυστες σκιές χορεύουν με αργές κινήσεις
Πάνω στις κουλουριασμένες φιδίσιες γραμμές
Του πλαστικού μπουκαλιού
Το νερό μέσα του όλο και λιγοστεύει
Διψώ
Οι λέξεις γλιστρούν στο χαρτί
Σαν γυαλιστερές πέτρες
Με χτυπούν και ματώνω
Κάτωχρο στόμα η σελίδα
Κραυγάζει τους φόνους μου
Η φωνή μου ασθμαίνει
Έχω πικρά μάτια σαν πρώιμες ελιές
Κι οι αιχμηρές ηλιαχτίδες της λάμπας
Μού γρατζουνούν τα βλέφαρα
Καθώς φορώ με αφοσίωση
Το προσωπείον της τέχνης μου
Πασχίζοντας να εξουσιάσω τον χρόνο
------------------------------------------------

Ρένα Πετροπούλου Κουντούρη
''Τα νεαρά ποιήματα''2013
Εκδ. Γαβριηλίδης

Τρίτη, 28 Νοεμβρίου 2017

[Το Άγγιγμα]


 

 Εδώ και μήνες το χέρι μου έχει σφραγιστεί
μες σ’ ένα τενεκεδάκι. Τίποτα δεν υπήρχε εκεί άλλο από
υπόγειες σιδηροτροχίες.
Ισως και να ‘ναι μωλωπισμένο, σκέφτηκα,
και γι’ αυτό να το ‘χουνε κλειδώσει.
Αλλά σαν κοίταξα μέσα ήταν απλωμένο εκεί ήσυχα.
Μπορείς να μαντέψεις το χρόνο από αυτό, σκέφτηκα,
σαν ρολόι, απ’ τους πέντε κόμπους των δαχτύλων του
και τις λεπτές, μυστικές φλέβες.
Κείται εκεί σαν μια λιπόθυμη γυναίκα
ταϊσμένη από σωλήνες τους οποίους αγνοούσε.Το χέρι κατέρρευσε,
ένα μικρό ξυλιασμένο περιστέρι
που κλείστηκε στην απομόνωση.
Το αναποδογύρισα και η παλάμη ήταν γερασμένη,
οι γραμμές του μοιάζαν με ίχνη κεντημένα από λεπτή βελόνα
και ραμμένα τελεσίδικα ανάμεσα στα δάχτυλα.
Ηταν χοντρό και μαλακό και τυφλό σε κάποια σημεία.
Τίποτα άλλο από ευάλωτο.Κι όλα αυτά είναι μια μεταφορά.
Ενα κοινό χέρι – απλώς έρημο
για να ακουμπήσει κάτι
που ανταποδίδει με αφή.
Ο σκύλος αρνείται να το κάνει.
Η ουρά της παιχνιδίζει στο βάλτο για ένα βάτραχο.
Δεν είμαι τίποτα παραπάνω από μια περίπτωση σκυλοτροφής.
Της ανήκει η ίδια της η πείνα.
Οι αδερφές μου αρνούνται να το κάνουν.
Ζουν στην εποχή του σχολείου αν εξαιρέσεις τα διακριτικά
και τα δάκρυα να τρέχουν λεμονάδα.
Ο πατέρας μου αρνείται να το κάνει.
Ερχεται πακέτο με το σπίτι, μέχρι και τη νύχτα
ζει σε μια μηχανή που κατασκεύασε η μητέρα μου
και είναι καλολαδωμένος απ’ τη δουλειά του, τη δουλειά του.  

 Το πρόβλημα είναι
που εγώ θ’ άφηνα τις χειρονομίες μου να παγώσουν.
Το πρόβλημα δεν ήταν
στην κουζίνα ή στις τουλίπες
αλλά αποκλειστικά στο κεφάλι μου, το κεφάλι μου.Ολ’ αυτά γίναν παρελθόν μετά.
Το χέρι σου βρήκε το δικό μου.
Η ζωή όρμησε στα δάχτυλά μου σαν θρόμβος αίματος.
Ω! ξυλουργέ μου,
τα δάχτυλα ξαναχτίστηκαν.
Χορεύουν με τα δικά σου.
Χορεύουν στη σοφίτα και στη Βιέννη.
Το χέρι μου είναι ζωντανό παντού στην Αμερική.
Ούτε ο θάνατος δεν μπορεί να το σταματήσει,
ο θάνατος στάζει το αίμα της.
Τίποτα δεν θα το σταματήσει, γιατί τούτο είναι το βασίλειο
και το βασίλειο το επερχόμενο. 

http://www.bibliotheque.gr/article/30832
 Μετάφραση: Ευτυχία Παναγιώτου

Δευτέρα, 27 Νοεμβρίου 2017

ΣΤΑ ΣΚΟΤΑΔΙΑ ΜΟΥ ΜΕΣΑ ΣΑΛΠΑΡΕΙΣ






Στα σκοτάδια μου μέσα σαλπάρεις
αποσιωπώντας το αρχαίο τραγούδι.

Κωπηλατείς στ’ όνειρό μου για σένα.

Διασχίζεις τη μυστική μου θάλασσα
με το τραγικό των ματιών μου ξημέρωμα.


Ανιχνεύεις τον περίπλου της όψης μου
και ρίχνεις στο στόμα μου άγκυρα.


Στα χείλη σε νιώθω ανάμεσα
να φλέγεσαι σαν όνομα απαγορευμένο,
σαν κάποια λέξη απόκρυφη όπου
τα πάντα φαρμακώνονται απ’ το μυστήριό της.




http://alonakitispoiisis.blogspot.gr/
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


ΠΟΛΥ ΑΔΥΝΑΜΗ ΓΙΑ ΝΑ ΠΕΘΑΝΩ





Ποτέ δεν θέλησα να μοιάσω σε κανέναν.
Θέλω να πάω στον ουρανό με τα δικά μου μέσα
διότι μετά ο Θεός πάντα θα προκρίνει τα ελαττώματά μου.
Θα σε περιφρονούσα αν μου έμοιαζες:
ο άσπρος κρίνος ουδέποτε μιμήθηκε τις πασχαλιές.
Ω θεία η ηδονή να γίνεσαι ο εαυτός σου!
Η πραότητα ήταν το μοναδικό μου υπόδειγμα.
Ο άσπρος κρίνος μού ’χει δώσει το αγνότερο φιλί του
όταν ένιωσα τόσο αδύναμη όσο και ο Θεός.
Ο ουρανός θα έχει τα ακριβή χαρακτηριστικά του προσώπου μου
την ημέρα που θα πρέπει ν’ ανασυστήσω την όψη μου,
για να μην καταχρασθώ των ουρανών την αγαθότητα.
Είμαι πολύ αδύναμη ακόμα για να πεθάνω·
πρέπει να είσαι τέλειος για ν’ αξίζεις τον θάνατο.


http://alonakitispoiisis.blogspot.gr/
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Κυριακή, 26 Νοεμβρίου 2017

Τότε...


Η λύπη για το πιο τίποτα δεν κοιμάται.
Πηγαίνει περίπατο ώρες πολλές.
Μα όλα τα άγνωστα συστατικά της
ευωδιάζουν τριαντάφυλλα!


Άν ήσουν όλες οι συλλαβές
οι αφημένες στην γεύση μου
κι όχι μια πυρκαγιά ονειρική
θα ξαγρυπνούσα.

Αν ήσουν ο αδαπάνητος στην όραση
και στην αφή μου
κι όχι το μαργαριτάρι στο στρείδι
που δεν ανοίγει, με το εσπερινό τραγούδι μου
θα ήταν άλλο το ποίημα.

Αν ήσουν η φωτιά η σιγανή
ο χτύπος της ακρογιαλιάς
η συνέπεια της άνοιξης
το πορφυρό των φιλιών...

τα ωμέγα των ρημάτων της αγάπης
δεν θα τα άφηνα
στον κόπο της διαδρομής.

Αν ήσουν ο ήλιος, που φωτίζει την σελήνη μου
το αίτιο της λύπης, θα είχε πάψει.

~Στέλλα Βρακά~
25-11-2017
Φωτογραφία της Στέλλα Βρακά.

Παρασκευή, 24 Νοεμβρίου 2017

ΝΥΧΤΕΡΙΝΗ ΑΧΤΙΔΑ









Φλεγόταν, φλεγόταν της εσπερινής μου αγαπημένης η κόμη:
κι εγώ της στέλνω το φέρετρο απ’ το ελαφρότερο που υπάρχει ξύλο.
Το τυλίγουνε κύματα ωσάν την κλίνη των ονείρων μας στη Ρώμη·
φοράει λευκή περούκα σαν κι εμένα και μιλάει βραχνά:
μιλάει όπως εγώ, όποτ’ εγγυώμαι την πορεία προς τις καρδιές.
Και ξέρει ένα γαλλικό τραγούδι για τον έρωτα,
που το έλεγα το φθινόπωρο,
όταν ταξιδεύοντας ξαπόσταινα στη χώρα της εσπέρας
κι έγραφα επιστολές στον όρθρο.


Μια ωραία λέμβος είναι το φέρετρο,
από ξύλο κομμένο στων αισθημάτων το δάσος.
Κι εγώ κατέβαζα μαζί της το αίμα,
όταν ήμουν ακόμα πιο νέος απ’ το μάτι σου.
Τώρα εσύ είσαι νέα – σαν νεκρό πουλί στο χιόνι του Μαρτίου·
τώρα έρχεται και σου τραγουδάει το γαλλικό τραγούδι του.
Είσαστε ανάλαφροι: ίσαμε το τέλος την άνοιξή μου κοιμόσαστε.

Είμαι ελαφρότερος:
τραγουδώ – μπροστά σε ξένους τραγουδάω.


http://alonakitispoiisis.blogspot.gr
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΕΩΘΙΝΟ


Εργάζομαι όλη μέρα και ψιλομεθάω τις νύχτες.
Ξυπνάω στις τέσσερις και το άηχο σκοτάδι αντικρίζω.
Σε λίγο οι άκρες τής κουρτίνας θα φωτίσουν.
Μέχρι τότε βλέπω αυτό που υπάρχει πάντα εκεί.
Ο θάνατος ακατανίκητος έρχεται μια μέρα πιο κοντά,
Παγώνοντας όλες τις σκέψεις, εκτός από το πώς,
Το πού και το πότε θα πεθάνω.
Μάταια ερωτήματα ∙ κι όμως ο τρόμος τού θανάτου
Και η σκέψη ότι κείτομαι νεκρός
Αστράφτει πάλι και γίνεται πιο δυνατός.
Ο νους παγώνει στο εκτυφλωτικό φως. Όχι από τύψεις
Για το καλό που δεν έκανες, την αγάπη που δεν χάρισες,
Τον χρόνο που δεν χρησιμοποίησες σωστά ∙ ούτε γιατί
Προσπάθησε μια ολόκληρη ζωή να αναρριχηθείς χωρίς τελικά
Να τα καταφέρεις, έστω κι αν διέγραψες τα παλιά σου λάθη.
Αλλά γιατί το κενό στο οποίο οδεύουμε
Με σιγουριά, είναι μπροστά μας.
Σ’ αυτό θα χαθούμε για πάντα. Να μην είσαι εδώ,
Να μην είσαι εκεί, να μην είσαι πουθενά.
Και σύντομα τίποτε πιο φοβερό, τίποτε πιο αληθινό.
Αυτός είναι ένας ξεχωριστός τρόπος να νιώθεις τον φόβο.
Κανένα κόλπο δεν μπορεί να τον εξαφανίσει. Η θρησκεία
Προσπάθησε αρκετά. Αυτό το σκοροφαγωμένο, κάποτε
Πανάκριβο ύφασμα που δημιουργήθηκε για να νομίζουμε ότι
Δεν θα πεθάνουμε ποτέ.Και οι απόψεις των φιλοσόφων που
μας διαβεβαιώνουν ότι κανένα λογικό πλάσμα δεν μπορεί
Να φοβηθεί αυτό που δεν αισθάνεται, χωρίς να κατανοούν ότι
εκείνο ακριβώς είναι που φοβόμαστε ∙ την απώλεια των
αισθήσεων ∙κανένα βλέμμα, κανένας ήχος, άγγιγμα, γεύση ή
μυρωδιά.Να μη μπορείς να σκεφτείς. Να μη μπορείς
Ν' αγαπήσεις ή να συνδεθείς. Ο μεγάλος ύπνος από τον οποίο
δεν ξύπνησε ποτέ κανείς.
Κι έτσι παραμένει κάτι θολό στην άκρη τού ματιού,
Μια διαρκής ανατριχίλα, που μουδιάζει κάθε παρόρμηση
Να αντισταθείς ∙ να κάνεις κάτι.
Τα περισσότερα πράγματα στη ζωή μας μπορεί να μη συμβούν ποτέ.Όμως αυτό θα συμβεί σίγουρα. Κι τούτη η επίγνωση,
Ανάβει μέσα μου μια δυνατή φωτιά, όταν δεν έχω πλάι μου
Ανθρώπους ή ποτό. Το κουράγιο εδώ δεν ωφελεί.
Μόνο τους άλλους βοηθάει Η γενναιότητα δεν θα σε γλιτώσει
Από τον τάφο. Είτε τον αντιμετωπίζεις θαρραλέα,
Είτε κλαψουρίζοντας , ο θάνατος είναι ίδιος.
Το φως αργά δυναμώνει και το δωμάτιο παίρνει σχήμα.
Ο θάνατος στέκει βουβός σαν μια ντουλάπα. Αυτό που ξέρουμε,
( πάντα βέβαια το ξέραμε), δεν μπορούμε να το αποφύγουμε.
Ούτε όμως και να το αποδεχτούμε. Ο θάνατος τελικά θα επικρατήσει. Στο μεταξύ τα τηλέφωνα ενεδρεύουν,
Έτοιμα να χτυπήσουν σε κλειστά γραφεία
Και όλος ο αδιάφορος, σύνθετος
Επιχειρηματικός κόσμος αρχίζει να ξυπνά.
Ο ουρανός είναι κάτασπρο σαν πηλός, χωρίς ήλιο.
Η δουλειά περιμένει.
Οι ταχυδρόμοι σαν γιατροί πάνε από σπίτι σε σπίτι.

(μεταφραστική δοκιμή: Νίκος Λάζαρης)

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: 
Το ποίημα "Aubade" (Εωθινό) δημοσιεύτηκε στις 23 Δεκεμβρίου 1977 στο χριστουγεννιάτικο τεύχος τού περιοδικού Times Literary Supplement, όταν ο Φίλιπ Λάρκιν (1922-1985) ήταν πενήντα πέντε ετών. Άρχισε να το γράφει τον Απρίλιο τού 1974 και το τελείωσε τον Νοέμβριο τού 1977.Είναι ένα από τα πλέον δημοφιλή ποιήματα, (αν και αδέσποτο) τού σπουδαίου και εξαιρετικά ολιγογράφου Άγγλου ποιητή, ο οποίος δημοσίευσε, όσο ζούσε, μόνο τέσσερις ποιητικές συλλογές. Στις 30 Δεκεμβρίου τού 1978 ο Χάρολντ Πίντερ (που είχε ενθουσιαστεί με το ποίημα) το διάβασε στην τηλεόραση τού ΒΒC. Το "Εωθινό" είναι ένα τραχύ ποίημα για το μέγα γεγονός τού θανάτου. Ο Λάρκιν εκφράζει την επιθανάτια αγωνία του χωρίς εσχατολογικές αυταπάτες, με έναν απίστευτο ρεαλισμό , με πυκνότητα αισθήματος και, βέβαια, με μιαν ασυνήθιστη εκφραστική δύναμη.