Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Πέμπτη, 17 Οκτωβρίου 2019

στο άδειο βαγόνι: Kώστας Ριτσώνης

στο άδειο βαγόνι: Kώστας Ριτσώνης (ποιήματα από τη «Βραχνή Φωνή»)

photo link



        Χάνομαι εκεί που αρχίζουν τα τραγούδια

        στα μπακαλικάκια
        εκεί που οι μπεκρήδες τραγουδούν


        ***

        Ήρθα στο ξενυχτάδικο
        μόνο για ένα ποτό
        και για ν' ακούσω τραγούδια

        δε γυρεύω γυναικεία συντροφιά
        έχω προχωρημένη μοναξιά


        ***

        Μεράκλωσα με το τραγούδι
        που έλεγε για κλειδαριές
        και για καρδιές

        (του 'χε πέσει το κλειδί στο πηγάδι
        πώς θα ξεκλείδωνε την καρδιά της;

        Αν θελήσει η καρδιά
        λυγίζει η κλειδαριά
        δε χρειάζονται βουτιές


        ***

        Γεμάτος μοναξιά καπνίζω
        μπροστά στα καπνοχώραφα
        χωρίς να νοιάζομαι για τους χωριάτες
        που με κόπο μαζεύουν τα καπνά


        ***

        Ένα τηλεφωνικό καλώδιο
        ριγμένο στο χωράφι
        μεταφέρει κρυφές συνομιλίες

        αν κοπεί τα μυστικά
        θα ξεχυθούν στα χόρτα
        και θα πρασινίσουν

        Ένα άλλο θαμμένο
        σε βαθύ χαντάκι

        όταν κάποιος ποντικός
        μασάει το σύρμα
        τα λόγια που ξεφεύγουν
        πνίγονται στο στόμα του


        ***

        Η ΓΙΑΛΑΝΤΡΑ

        Καλύτερα περνούσε
        φυλακισμένη στο χωριό
        σε ευρύχωρο κλουβί
        κελαηδούσε πιο άνετα
        έβλεπε μακριά πρασινάδες

        τώρα στην Αθήνα
        το πολύ πολύ ν' ακούσει το κελάηδισμα
        μιας άλλης γιαλάντρας
        φυλακισμένη κι αυτή
        σε μακρινό μπαλκόνι


        ***

        Γιατί κατηγορείτε τον αλήτη
        που κατουρά στο ντουβαράκι
        κοντά στην είσοδο του Υπουργείου;
        Ο προστάτης του τον βασανίζει

        κι εσείς με τόσους προστάτες
        βουλευτές, μπαρμπάδες
        που σας διορίζουν σε γραφεία
        με καμπινέδες καθαρούς
        τα βάζετε με ένα φουκαρά


        ***

        Βάδιζε μες στην Αθήνα
        και γράφε ποιήματα
        για σκονισμένα παπούτσια





          Κώστας Ριτσώνης
          1946-2015

*από τη συλλογή «Η βραχνή φωνή»
[ποιήματα 1969-2001],
ποιήματα των φίλων, 2003


http://trenopoiisis.blogspot.com/2019/10/kostas-ritsonis.html



Τρίτη, 15 Οκτωβρίου 2019

Επεξηγήσεις για τη σελήνη


V
Όταν κοιμάται ένα ψάρι δημιουργεί τη θάλασσα
εκεί κοντά κουρνιάζουν οι γλάροι,
ο ένας δίπλα στον άλλον οι γλάροι, δεν έχουν φάσεις,
όλοι έχουν την ίδια ηλικία, το ίδιο ύψος.

Παραμέρισε το χώμα, δες με τα χέρια σου,
οι κόκκοι των ημερών, ο ένας δίπλα στον άλλον,
μήτε πριν, μήτε μετά.

Μήτε πριν, μήτε μετά
έχτισαν τις πόλεις τη μια πάνω στην άλλη,
τις τύλιξαν με θρύλους.
https://exitirion.wordpress.com/2019/10/03/melih-cevdet-anday/#more-6703


Ο Melih Cevdet Anday (Μελίχ Τζεβντέτ Αντάυ), γεννήθηκε το 1915 στην Κωνσταντινούπολη. Δημοσίευσε 11 ποιητικές συλλογές, οχτώ θεατρικά έργα, οχτώ μυθιστορήματα, δεκαπέντε συλλογές δοκιμίων, ένα βιβλίο με απομνημονεύματα και κέρδισε όλα τα βραβεία ποίησης της Τουρκίας. Κατά τη διάρκεια της θητείας του στη Βιβλιοθήκη της Άγκυρας, απολύθηκε καθώς συμμετείχε στην απεργία πείνας για την απελευθέρωση του Ναζίμ Χικμέτ. Πέθανε στην Κωνσταντινούπολη τον Νοέμβριο του 2002.

Κυριακή, 13 Οκτωβρίου 2019

ΘΕΡΜΟΠΥΛΕΣ







ΘΕΡΜΟΠΥΛΕΣ


Σαν τραγικά ανάγλυφα απ’ τον θάνατο κομμένα
σε μάζες σκοτεινές βουνών από άθραυστο γρανίτη
θαυμάζονται κορμιά από μάρμαρο, όλα τους αθλητι-
κα σχήματα Σπαρτιατών απ’ τη μοίρα διαλεγμένα.


Εκεί πλατιά τα στήθη τους, πλατιά και φουσκωμένα,
που τά ’χουν οι μυώνες και τα νεύρα τους για σπίτι·
εκεί οι συσπάσεις οι βαθύτατες, των πόνων σκήτη,
που ο χρόνος πάγωσε στα μέλη τ’ αδρανοποιημένα.


Πολέμησαν υπό σκιάν που ρίχνανε τα βέλη
των Μήδων· υψηλόφρονες καθώς η δόξα θέλει·
πεσόντες, που άφοβα τη νίκη εζήτησαν, με δρίμη.


Εσύ, που αλύμαντη των αρετών τηρείς τη μνήμη,
να τους σκεφτείς γυμνούς, των χιμαιρών να ιππεύουν κέλη-
τες στο ζενίθ της Ιστορίας, με άσβεστη τη φήμη.


http://alonakitispoiisis.blogspot.com/
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Παρασκευή, 11 Οκτωβρίου 2019

(Ήμασταν εκατομύρια Ήμασταν αιωνόβια δέντρα ήμασταν βλαστάρια ήμασταν σπόροι.)


Ήμασταν εκατομύρια
Ήμασταν αιωνόβια δέντρα
ήμασταν βλαστάρια
ήμασταν σπόροι.
Από της Άγκυρας το κράνος
ήρθαν την αυγή
μας ξερίζωσαν
μας έσυραν μακριά
πολύ μακριά
Στο δρόμο που πηγαίναμε
πολλά αιωνόβια δέντρα ξεράθηκαν
πέθαναν πολλά βλαστάρια απ’ το κρύο
πολλοί σπόροι ποδοπατήθηκαν
χάθηκαν, ξεχάστηκαν .
Λιγνέψαμε
σαν καλοκαιρινό ποτάμι
λιγοστέψαμε
σαν φθινοπωρινά πουλιά
απομείναμε λίγες μοναχά χιλιάδες
Μα είχαμε σπόρους
που τους έφερε πίσω ο άνεμος
κι έφτασαν πάλι στα διψασμένα βουνά
κρύφτηκαν στις σχισμές των βράχων
με την πρώτη βροχή
με τη δεύτερη βροχή
με την τρίτη βροχή
μεγάλωσαν ξανά
Τώρα γίναμε πάλι δάσος
είμαστε μιλιούνια
είμαστε σπόροι
φυτά
και αιωνόβια δέντρα
πέθανε το γέρικο κράνος!
Και τώρα εσύ το καινούργιο κράνος
γιατί έβαλες την κόψη της λόγχης
κάτω απ’ το πηγούνι σου;
Νομίζεις πως θα μας ξεκάνεις;
Όμως εγώ το ξέρω
όπως και συ το ξέρεις
όσο υπάρχει έστω κι ένας σπόρος μοναχά
για τη βροχή και για τον άνεμο
το δάσος δεν θα τελειώσει ποτέ.
20.Σεπτεμβρίου.1987, Στοκχόλμη
Ο Σέρκο Μπέκας είναι από τους πιο διάσημους Κούρδους ποιητές. Γεννήθηκε το 1940 στη Σουλεϊμανίγια του Νότιου Κουρδιστάν (Ιράκ).


Αιωνιότητα,

Αιωνιότητα,
επιθυμώ την ανακωχή για να αγαπήσω.
Γεννήθηκα στον πόλεμο και ίσως,
να έχω ήδη σκοτωθεί.
Στην εφηβεία μου με άρπαξε ο πόλεμος,
η νεότητά μου στηρίχτηκε σε μάχες
και σε μια ιστορία αγάπης.
Όλη μου η ζωή είναι από αληθινά πυρά,
πυρομαχικά παρμένα από το αίμα μου.
Στο ρυθμό της τρελής μου καρδιάς,
περιφέρομαι άσκοπα ανάμεσα στο καταφύγιο
και την πρώτη γραμμή του πυρός...
Όταν το μέτωπο της καρδιάς υποχωρεί,
το μέτωπο της πατρίδας αντηχεί εκρήξεις.
Αγαπητή μου αιωνιότητα,
δεν έχω το δικαίωμα να ζητήσω μια σύντομη ανακωχή
ας πούμε δέκα χρόνια,
για να βιώσω την αγάπη μου εν ειρήνη;
Γεννήθηκα με μια σφαίρα στο στόμα
βουτηγμένη στο αίμα...
Το πρώτο μου μαξιλάρι ήταν μια χειροβομβίδα,
κούκλα μου ένα Καλάσνικοφ.
Σήμερα, θα ήθελα να υψώσω λευκή σημαία
για μια εκεχειρία.
Για χάρη μου
κι άλλη μια
για χάρη της αγαπημένης μου Βηρυτού.
Μια σύντομη εκεχειρία, τόσο δα μικρή
που θα διαρκέσει όμως μια αιώνια στιγμή:
Χίλια και ένα χρόνια.
| Γάντα αλ Σαμμάν, Συρία | Προς την αιωνιότητα | Ανθολογία Σύγχρονης Αραβικής Ποίησης | μτφρ.: Πέρσα Κουμούτση | εκδόσεις ΑΩ |

Τετάρτη, 9 Οκτωβρίου 2019

ΕΤΣΙ ΠΟΥ ΤΡΑΥΛΙΣΑ…


v
Λοιπόν, μπροστά μας έχουμε θανάτους
πέσαμε σε κακούς καιρούς και μέρες οργισμένες
χάνουμε τους δικούς μας και μας χάνουν
τρικυμισμένο μας αρπάει το χωματένιο πέλαγος

Αλλιώς θαρρούσαμε το τέλος∙
σκοπός που εκπληρώνεται ή (το ίδιο) ματαιώνεται
σκορπιός που μπήγει το κεντρί του στο κεφάλι του
Δεν είχαμε υποψιαστεί τη φρίκη μιας συνέχειας
(πως γίνεται να ’χει συνέχεια το τέλος;)

Αλλιώς, καταπώς φαίνεται, το τέλος έχει μόνο αρχή
και πώς να το περάσουμε μη φτάνοντας ποτέ και πουθενά

Ήξεραν οι παλιοί και προνοούσαν
να ’ναι ελαφρό το χώμα τους
φύλαγαν πάντα ένα λευκό σεντόνι στο σεντούκι
συγύριζαν το μέσα τους , στόλιζαν τις ψυχές τους
ήξεραν να μοιρολογούν
εξοικειώνονταν με τους νεκρούς τα ’λεγαν μεταξύ τους
        στ’ όνειρό τους
κι έπαιρναν απ’ το χέρι τους το αντίδωρο του αγνώστου
κάθε που τους ξεπροβοδίζανε στου ξύπνου το κατώφλι

Κι εμείς τώρα δεν ξέρουμε ούτε πού ’ναι πεταμένα τα κόκαλα
        της μάνας μας…
Έχουμε αποκοπεί από τους πεθαμένους
δεν ακούγεται πια η φωνή τους μέσα στη φωνή μας
δεν ξέρουμε να κλάψουμε
πώς να φερθούμε μπρος στο θάνατο και τι να πούμε
Στα ουράνια βάραθρα γκρεμοτσακίζονται τα λόγια μας
άδεια χελωνοκαύκαλα

Επίμετρο: Ο Βύρων Λεοντάρης, γεννήθηκε στη Νιγρίτα Σερρών, το 1932. Σπούδασε νομικά και δημοσίευσε ποιήματα και κριτικά δοκίμια. Το 1997, έλαβε το Κρατικό Βραβείο ποίησης για το έργο του: «Εν γη αλμυρά». Έφυγε από τη ζωή στις 6 Αυγούστου του 2014.

Δευτέρα, 7 Οκτωβρίου 2019

ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ

Η Σύλβια Πλαθ (1932, Βοστόνη) έγραψε το πρώτο της ποίημα στα οκτώ της χρόνια, ηλικία που έχασε τον πατέρα της Οτο Πλαθ. Διακεκριμένος καθηγητής κολεγίου, ήταν ο πρώτος άντρας που η Σύλβια αγάπησε. Χόρευε κι έπαιζε πιάνο μόνο για τα μάτια του κι εκείνος της χάιδευε το κεφάλι. Οταν διαγνώστηκε ότι έπασχε από διαβήτη, αρνήθηκε κάθε θεραπεία και ακρωτηρίασαν το πόδι του. Επειτα από τον θάνατό του, αυτή η αδιαφορία του εκλήφθηκε από όλους ως παραίτηση από τη ζωή.
Οταν ανακοίνωσαν στη Σύλβια ότι ο πατέρας της πέθανε, είπε: «Δεν θα μιλήσω ποτέ ξανά στον Θεό» κι έβαλε τη μητέρα της, Ορέλια, να της υποσχεθεί ότι δεν θα ξαναπαντρευόταν. Η σχέση με τη μητέρα της ήταν σχέση αγάπης–μίσους και συχνό θέμα στις συνεδρίες της με την ψυχίατρο δρ Μπρούσερ...
http://ekfrastiki-grafi.gr/…/giati-i-silvia-plath-den-epsi…/

ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ
Σύλβια Πλαθ

Είμαι ασημένιος κι ακριβής. Χωρίς προκαταλήψεις.
Ό,τι κι αν δω, αμέσως το ρουφάω
Έτσι όπως είναι, χωρίς να με θαμπώνει αγάπη ή απέχθεια.
Δεν είμαι σκληρός, μονάχα φιλαλήθης…
Το μάτι ενός μικρού θεού, με τέσσερις γωνίες.
Τον περισσότερο καιρό στοχάζομαι τον τοίχο απέναντί μου.
Ροζ με κηλίδες είναι. Τον κοιτάζω τόσον καιρό τώρα
Που μου φαίνεται κομμάτι της καρδιάς μου. Μα τρεμοπαίζει.
Πρόσωπα και σκοτάδι μάς χωρίζουν ξανά και ξανά.
Τώρα είμαι λίμνη. Μια γυναίκα σκύβει πάνω μου,
Ψάχνοντας στα νερά μου το τι στ’ αλήθεια είναι.
Έπειτα στρέφεται σε κείνους τους ψεύτες, τα κεριά ή το φεγγάρι.
Βλέπω τη ράχη της, και την αντανακλώ πιστά.
Με δάκρυα μ’ ανταμείβει και μια τρικυμία από χέρια.
Της είμαι σημαντικός. Έρχεται και ξανάρχεται.
Κάθε πρωί το πρόσωπό της του σκοταδιού παίρνει τη θέση.
Μέσα μου πνίγηκε, νεαρό κορίτσι, και μέσα μια γριά
Μέρα τη μέρα αναδύεται προς το μέρος της, σαν ψάρι τρομερό.

Τετάρτη, 2 Οκτωβρίου 2019

Μανώλης Αναγνωστάκης! Ένας υπέροχος άνθρωπος!


Ήταν στα 1979, μαθητής λυκείου, στην τελευταία τάξη, δεν ξέρω πώς ανακάλυψα τόσο κοντά μου την παρουσία του-πήγαινα στο λύκειο νέου Ηρακλείου, στην Πεύκων, και είχε ανοίξει δίπλα του ένα ακτινολογικό ιατρείο, όπως ήρθε από την Θεσσαλονίκη.
Πήρα δειλά τα ποιήματα μου, κάτι χειρόγραφα τετράδια και πήγα. Χτύπησα την πόρτα, του εξήγησα. Με καλοδέχτηκε. Μιλήσαμε λίγη ώρα και με παρακάλεσε να αφήσω τα χειρόγραφα να τα μελετήσει. Σε έπειθε τόσο εύκολα που τον εμπιστευόσουν αμέσως.
Έτσι και έγινε. Μου είπε να περάσω πάλι. Όταν ξαναπήγα μιλήσαμε αρκετή ώρα για την ποίηση. Ένιωθα τόσο οικεία που δεν μπόρεσα ποτέ να το ξεχάσω. Τίποτα επάνω του δεν είχε έπαρση. Μιλήσαμε για τα γραφτά μου. Με συμβούλεψε. Μου είπε για τις λέξεις..
Σε αντίθεση με άλλους λογοτέχνες που η ξιπασιά τους περισσεύει και δεν υποφέρεται. Σεμνός και σίγουρος για κάθε συμπεριφορά του. Όχι απλά τον εκτίμησα- τον λάτρεψα και κατάλαβα τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος καλοζυγισμένος, πάνω απ’ όλα.
Σε ευχαριστώ κύριε Μανώλη μου!
Ποτέ δεν σε ξέχασα!

Σάββατο, 28 Σεπτεμβρίου 2019

Νίκος Καρούζος: Για πάντα ποιητής


Υλικό-περιήγηση στη ζωή και τη σκέψη τού ανθρώπου που έζησε για την Ιστορία και την Ποίηση

  | 17/10/2015
ΟΝίκος Καρούζος ήταν στρατευμένος ποιητής. Στρατευμένος στην ποίηση. Όπως υποστήριζε δεν χρειάζεται άλλη. Έζησε στο κρυστάλλινο, μοναχικό τοπίο της ποίησης και μας έδωσε να καταλάβουμε τον πόνο και τη χαρά της. Όπως γράφει Ύστερ’ απ’ τ’ άνθη έζησα/μονάχος εγώ με τη μέλισσα/Ιωάννης των ακρίδων. Νίκος Καρούζος, το κομμάτι των άστρων που έπεσε στη Γη.
Αστρικός ποιητής
Ο Νίκος Καρούζος είναι ποιητής σε χρόνο ενεστώτα. Ζει στο μέλλον, εγγράφεται στο παρελθόν και ακούγεται στο παρόν. Αφοσιώθηκε στην ποίηση και κάθε του πράξη, κάθε σκέψη, εκκινεί απ’ αυτήν. Κάθε του σκέψη, κάθε του ματιά στάζει ποίηση.
Ο Καρούζος βρήκε την ποίηση εκεί που κατοικεί. Στα άστρα. Στον ήλιο. Κι αν ο Ελύτης είναι μεγαλοπρεπής, ο Καρούζος είναι μεγαλοπρεπής μέσα στην ταπεινότητά του. Στην πρόκληση και την αποδοχή της φθοράς. Εξάλλου, κατ’ αυτόν, δεν υπάρχει δημιουργία χωρίς φθορά. Ολοκληρωτικά παραδομένος στην ποίηση δίνει, παίρνει και ψάχνει ζωή. Ο Καρούζος κατακερματίζει τη Δημιουργία για να μας κάνει να καταλάβουμε τη δημιουργία. Είναι ιερή διαδικασία γι’ αυτόν και δεν είναι τυχαίο, ότι κάθε ποίημα του μοιάζει με τη μία και μοναδική μουσική συμφωνία. Τέλειες συνθέσεις, όχι για το αισθητικό του πράγματος, αλλά για τη ροή (εσωτερική) και την επιλογή-«γέννηση» των λέξεων.
Ο Καρούζος δεν απαίτησε τίποτα από την ποίηση και της έδωσε τα πάντα. Δεν τον ενδιέφερε τίποτε άλλο. Ζούσε και ενεργούσε σε ένα αποκαλυπτικό, ευτοπικό τοπίο. Ο λόγος του, ο αστρικός, σε ταξιδεύει ως την αρχή, το τέλος και πάλι την αρχή για να καταλάβεις ότι όλα είναι ποίηση και μόνο ένας αυτοθυσιαζόμενος διάκονός της μπορεί να στο μεταδώσει.
karouzos3
Βιογραφικό σημείωμα Ν.Κ
Ο Νίκος Καρούζος του Δημήτρη και της Κωνσταντίνας, το γένος Πιτσάκη, γεννήθηκε το 1926 στο Ναύπλιο και πέθανε το 1990 στην Αθήνα. Ο πατέρας του ήταν δάσκαλος. Στρατευμένος στο Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο, διώχτηκε κατά τη διάρκεια του εμφυλίου και εξορίστηκε μετά τη συνθηκολόγηση της Βάρκιζας. Η μητέρα του ήταν κόρη ιερωμένου και δασκάλου. Κατά τη διάρκεια των γυμνασιακών του χρόνων, ο Καρούζος έδρασε στην ΕΠΟΝ και εξορίστηκε στην Ικαρία (1947) και στη Μακρόνησο (1951), από όπου έφυγε τελικά το 1953 μετά το νευρικό κλονισμό. Παντρεύτηκε δύο φορές, το 1955 τη Μαρία Δαράκη, με την οποία έζησε λίγους μόλις μήνες και το 1963 τη Μαίρη Μεϊμαράκη, από την οποία χώρισε το 1980. Από το 1981 και ως το τέλος της ζωής του, τον συντρόφεψε η Εύα Μπέη. Σπούδασε νομικά και πολιτικές επιστήμες στην Αθήνα, δεν ολοκλήρωσε όμως τις σπουδές του, καθώς ήδη από το 1941 είχε στραφεί στην ποίηση. [Δείτε εδώ την εκπομπή ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ, όπου ανάμεσα σε άλλα ο Νίκος Καρούζος μιλά για τις επιρροές που διαμόρφωσαν τον προσανατολισμό του στην ποίηση παραθέτοντας στοιχεία και της ιδιωτικής του ζωής. Με τη βοήθεια του κινηματογραφικού φακού και την αφήγηση του ίδιου του ποιητή γίνεται περιήγηση στη γενέτειρά του, το Ναύπλιο και η μητέρα του ποιητή κάνει αναφορά στα παιδικά του χρόνια, ενώ ο ίδιος μεταφέρει τις αναμνήσεις του από την πόλη.]
Το 1949 πραγματοποίησε την πρώτη επίσημη εμφάνιση του στο χώρο των γραμμάτων με τη δημοσίευση του ποιήματός του «Σίμων ο Κυρηναίος» στο περιοδικό «Ο Αιώνας μας». Η πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «Η επιστροφή του Χριστού» εκδόθηκε το 1954.
Στους λογοτεχνικούς κύκλους έγινε πιο γνωστός στη δεκαετία του 60’ με τις συλλογές «Η έλαφος των άστρων» «Ο υπνόσακκος» και «Πενθήματα». Ακολούθησαν πολλές ακόμη συλλογές και συγκεντρωτικές εκδόσεις των ποιημάτων του, ως τη συγγραφή του τελευταίου του ποιητικού έργου «Αιώρηση», γραμμένου στις 29 Αυγούστου 1990 στο νοσοκομείοόπου ο ποιητής νοσηλευόταν τα δύο τελευταία χρόνια της ζωής του, άρρωστος από καρκίνο. Συνεργάστηκε με πολλά περιοδικά, ενώ με τιμήθηκε με το Β’ Κρατικό Βραβείο ποίησης (1963), το βραβείο της ομάδας των Δώδεκα (1963), το Α’ Εθνικό Βραβείο ποίησης, από κοινού με τους Τάκη Βαρβιτσιώτη και Μίλτο Σαχτούρη (1972) και το Α’ Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1988).
Αἰώρηση
τοῦ Θάνου Κωνσταντινίδη
Στὸν οὐρανὸ οἱ δυνατότητες
εἶναι μόνο συναρπαστικές.
Καθὼς κρεμόμουνα στὸν ἀέρα
κρατημένος ἀπὸ ἕνα κάτασπρο σύννεφο
σὲ μυθικὴ ὀθόνη τῆς φαντασίας
παρατηροῦσα τὶς τιμὲς
τῶν στοιχείων τοῦ αἵματός μου
κι ἄκουγα μία ἐκθαμβωτικὴ μουσικὴ πράξη
σχεδὸν ἐξωανθρώπινη
πρὸς τ᾿ ἀριστερὰ στὸ γεωγραφικὸ χάρτη
στὸ σημεῖο ποὺ βρίσκεται τὸ βουνὸ Τρόμος
τυλιγμένο πάντοτε μ᾿ ἀστραπὲς
καὶ ἔκπαγλες καταιγίδες.
Ἐκεῖ ἀνέβηκα μία φορά.
Ἐκεῖ πρωτάκουσα τὸ τραγούδι
ποὺ ἔλεγε ἀνήκουμε στὰ νερά.
Κι ἀπ᾿ τὴν ἄλλη ἔλαμπε ὁ Ἐκκλησιαστής.
Ἀπὸ καιρὸ γνώριζα πὼς τὸ αἷμα
περιέχει ὅλο τὸ μυστήριο
ποὺ δίνεται μὲ σημάδια
στὸν ἀνθρώπινο νοῦ καὶ πλήρη ἀσυνέχεια.
Μήπως ἡ κυκλοφορία; –
διερωτήθηκε ὁ λαμπρὸς Καὶ αἰφνιδίως
ἦρθε στὸ μυαλό μου ὁ Λεονάρντο
ποὺ ἤξερε θεσπέσιες εἰδήσεις ἀπ᾿ τὸ σῶμα.
29 Αὐγούστου 1990
nikos-karouzos
 Δείτεεπίσης την Εκπομπή Παρασκήνιο.  Η ταινία προσεγγίζει το ποιητικό έργο, τις φιλοσοφικές και κοινωνικές του αναζητήσεις, όπως και την προσωπικότητα του ποιητή. Μέσα από το δικό του λόγο, την ποίησή του, από τις απόψεις ανθρώπων του πνευματικού χώρου, όπως και από τις αφηγήσεις δικών του ανθρώπων, σκιαγραφείται η μεγαλειώδης μορφή του ανθρώπου και ποιητή.
Στην ταινία μιλούν: Ο γιατρός Θάνος Κωνσταντινίδης, η ποιήτρια Κατερίνα Αγγελάκη – Ρουκ, η ποιήτρια Ελένη Δρούζα, η ποιήτρια Μαρία Σερβάκη – Blackstone, η ζωγράφος Εύα Μπέη, ο φιλόλογος Ανδρέας Μπελεζίνης, η φιλόλογος Μαρία Αρμύρα, ο βυζαντινολόγος, καθηγητής Πανεπιστημίου Αιγαίου Αλέξης Σαββίδης, από τις εκδόσεις «Ίκαρος» η Κατερίνα Καρύδη, ο ποιητής Ίκαρος Μπαμπασάκης, ο συγγραφέας Σάββας Μιχαήλ, ο συνθέτης Χάρης Βρόντος και ο ζωγράφος Αλέκος Φασιανός.

Κυριακή, 22 Σεπτεμβρίου 2019

ένας λόγος για το καλοκαίρι)

Γυρίσαμε πάλι στο φθινόπωρο, το καλοκαίρι
σαν ένα τετράδιο που μας κούρασε γράφοντας μένει
γεμάτο διαγραφές αφηρημένα σχέδια
στο περιθώριο κι ερωτηματικά, γυρίσαμε
στην εποχή των ματιών που κοιτάζουν
στον καθρέφτη μέσα στο ηλεχτρικό φως
σφιγμένα χείλια κι οι άνθρωποι ξένοι
στις κάμαρες στους δρόμους κάτω απ’ τις πιπεριές
καθώς οι φάροι των αυτοκινήτων σκοτώνουν
χιλιάδες χλωμές προσωπίδες.
Γυρίσαμε· πάντα κινάμε για να γυρίσουμε
στη μοναξιά, μια φούχτα χώμα, στις άδειες παλάμες.
Κι όμως αγάπησα κάποτε τη λεωφόρο Συγγρού
το διπλό λίκνισμα του μεγάλου δρόμου
που μας άφηνε θαματουργά στη θάλασσα
την παντοτινή για να μας πλύνει από τις αμαρτίες·
αγάπησα κάποιους ανθρώπους άγνωστους
απαντημένους ξαφνικά στο έβγα της μέρας,
μονολογώντας σαν καπετάνιοι βουλιαγμένης αρμάδας,
σημάδια πως ο κόσμος είναι μεγάλος.
Κι όμως αγάπησα τους δρόμους τούς εδώ, αυτές τις κολόνες·
κι ας γεννήθηκα στην άλλη ακρογιαλιά κοντά
σε βούρλα και σε καλάμια νησιά
που είχαν νερό στην άμμο να ξεδιψάει
ο κουπολάτης, κι ας γεννήθηκα κοντά
στη θάλασσα που ξετυλίγω και τυλίγω στα δάχτυλά μου
σαν είμαι κουρασμένος — δεν ξέρω πια πού γεννήθηκα.
(...)


Πληροφορίες για αυ

Τρίτη, 17 Σεπτεμβρίου 2019

Η ΦΗΜΗ



Έχοντας δει το Μπουένος Άιρες να μεγαλώνει, μεγάλωσα
κι εγώ και γέρασα.
Αναθυμάμαι τη χωματένια μεσαυλή, την κληματαριά,
το προαύλιο και τη στέρνα.
Τ’ αγγλικά τα κληρονόμησα, τ’ αγγλοσαξονικά τα
αναζήτησα.
Τον έρωτά μου ομολογώ για τα γερμανικά και τη
νοσταλγία μου για τα λατινικά.
Στο Παλέρμο κουβέντιασα κάποτε μ’ έναν γέρο δολοφόνο.
Ευχαριστώ το σκάκι και τα γιασεμιά, τους τίγρεις και τον
δακτυλικό εξάμετρο.
Διαβάζω τον Μακεδόνιο Φερνάντες με τη φωνή που ήτανε
δική του.
Γνωρίζω τις διάσημες αβεβαιότητες που είναι η μεταφυσική.
Ετίμησα σπαθιά και σπαθιά και ευλόγως αγαπώ την ειρήνη.
Για νησιά δεν τρελαίνομαι.
Δεν έχω βγει απ’ τη βιβλιοθήκη μου έξω.
Είμαι ο Αλόνσο Κιχάνο και δεν τολμώ να είμαι ο Δον Κιχώτης.
Έχω διδάξει αυτό που δεν ξέρω σ’ εκείνους που το ξέρουν
καλύτερα από μένα.
Ευχαριστώ για τα δώρα τους τη σελήνη και τον Παύλο Βερλαίν.
Έχω εξυφάνει κάτι ενδεκασύλλαβους.
Έχω ξαναπεί αρχαίες ιστορίες.
Έχω προσαρμόσει στη διάλεκτο της εποχής μας τις πέντε ή έξι
μεταφορές.
Έχω αποφύγει δωροδοκίες.
Είμαι δημότης της Γενεύης, του Μοντεβιδέο, του Ώστιν
και (όπως, άλλωστε, όλοι οι άνθρωποι) της Ρώμης.
Είμαι αφοσιωμένος στον Κόνραντ.
Είμαι το πράγμα που κανείς δεν μπορεί να ορίσει:
αργεντινός.
Είμαι τυφλός.
Κανένα απ’ όλα τούτα τα πράγματα δεν είναι σπάνιο,
και το σύνολό τους μού προσδίδει φήμη που εγώ
αδυνατώ να καταλάβω.
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Δευτέρα, 16 Σεπτεμβρίου 2019

ΣΧΟΛΙΟ


Μετά από είκοσι τόσα χρόνια κόπων και βασάνων και ύστερα από μια περιπέτεια αλλόκοτη, επιστρέφει ο γιός του Λαέρτη, ο Οδυσσέας, στην Ιθάκη του. Με το σιδερένιο σπαθί και με το τόξο του παίρνει την οφειλόμενη εκδίκηση. Άναυδη απ’ τον φόβο της η Πηνελόπη δεν τολμάει να δείξει ότι τον αναγνώρισε και, για να τον δοκιμάσει, υπαινίσσεται κάποιο μυστικό που μόνο αυτοί οι δύο εγνώριζαν, και κανένας άλλος: ήταν το μυστικό της συζυγικής τους κλίνης, που κανείς θνητός δεν μπορούσε να την μετακινήσει, επειδή το λιόδεντρο, από το οποίο είχε φτιαχτεί, την κράταγε ενωμένη με το χώμα, δεμένη. Έτσι λέει η ιστορία που διαβάζουμε στην εικοστή τρίτη ραψωδία της Οδύσσειας.
Δεν αγνοούσε ο Όμηρος ότι τα πράγματα πρέπει να λέγονται με τρόπο έμμεσο. Ούτε και οι Έλληνές του το αγνοούσαν – ο μύθος ήτανε η φυσική τους γλώσσα. Ο μύθος της συζυγικής κλίνης, που είναι δέντρο, είναι είδος μεταφοράς. Η βασίλισσα κατάλαβε ότι ο άγνωστος εκείνος ήταν ο βασιλιάς, αμέσως όταν είδε στα μάτια του και όταν ένιωσε με την αγάπη της ότι του Οδυσσέα τη συνάντησε η αγάπη.
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Κυριακή, 8 Σεπτεμβρίου 2019

Μὲ τὸν τρόπο τοῦ Γ. Σ.



.
Ὅπου καὶ νὰ ταξιδέψω ἡ Ἑλλάδα μὲ πληγώνει
Στὸ Πήλιο μέσα στὶς καστανιὲς
τὸ πουκάμισο τοῦ Κενταύρου
γλιστροῦσε μέσα στὰ φύλλα γιὰ νὰ τυλιχτεῖ στὸ κορμί μου
καθὼς ἀνέβαινα τὴν ἀνηφόρα
κι ἡ θάλασσα μ᾿ ακολουθοῦσε
ἀνεβαίνοντας κι αὐτὴ σὰν τὸν ὑδράργυρο θερμομέτρου
ὡς ποὺ νὰ βροῦμε τὰ νερὰ τοῦ βουνοῦ.
Στὴ Σαντορίνη ἀγγίζοντας νησιὰ ποὺ βουλιάζαν
ἀκούγοντας νὰ παίζει ἕνα σουραύλι
κάπου στὶς ἀλαφρόπετρες
μοῦ κάρφωσε τὸ χέρι στὴν κουπαστὴ
μιὰ σαΐτα τιναγμένη ξαφνικὰ
ἀπὸ τὰ πέρατα μιᾶς νιότης βασιλεμένης.
Στὶς Μυκῆνες σήκωσα τὶς μεγάλες πέτρες
καὶ τοὺς θησαυροὺς τῶν Ἀτρειδῶν
καὶ πλάγιασα μαζί τους
στὸ ξενοδοχεῖο τῆς «Ὡραίας Ἑλένης τοῦ Μενελάου»
χάθηκαν μόνο τὴν αὐγὴ ποὺ λάλησε ἡ Κασσάντρα
μ᾿ ἕναν κόκορα κρεμασμένο στὸ μαῦρο λαιμό της.
Στὶς Σπέτσες στὸν Πόρο καὶ στὴ Μύκονο
μὲ χτίκιασαν οἱ βαρκαρόλες.
Τί θέλουν ὅλοι αὐτοὶ ποὺ λένε
πὼς βρίσκουνται στὴν Ἀθήνα ἢ στὸν Πειραιά;
Ὁ ἕνας ἔρχεται ἀπὸ Σαλαμίνα καὶ ρωτάει τὸν ἄλλο
μήπως «ἔρχεται ἐξ Ὁμονοίας»
«Ὄχι ἔρχομαι ἐκ Συντάγματος» ἀπαντᾶ
κι εἶν᾿ εὐχαριστημένος
«βρῆκα τὸ Γιάννη καὶ μὲ κέρασε ἕνα παγωτό».
Στὸ μεταξὺ ἡ Ἑλλάδα ταξιδεύει
δὲν ξέρουμε τὴν πίκρα τοῦ λιμανιοῦ
σὰν ταξιδεύουν ὅλα τὰ καράβια
περιγελᾶμε ἐκείνους ποὺ τὴ νιώθουν.
Παράξενος κόσμος ποὺ λέει πὼς βρίσκεται στὴν Ἀττικὴ
καὶ δὲ βρίσκεται πουθενὰ
ἀγοράζουν κουφέτα γιὰ νὰ παντρευτοῦνε
κρατοῦν «σωσίτριχα» φωτογραφίζουνται
ὁ ἄνθρωπος ποὺ εἶδα σήμερα
καθισμένος σ᾿ ἕνα φόντο μὲ πιτσούνια καὶ μὲ λουλούδια
δέχουνταν τὸ χέρι τοῦ γέρο φωτογράφου
νὰ τοῦ στρώνει τὶς ρυτίδες
ποὺ εἶχαν ἀφήσει στὸ πρόσωπό του
ὅλα τὰ πετεινὰ τ᾿ οὐρανοῦ.
Στὸ μεταξὺ ἡ Ἑλλάδα ταξιδεύει ὁλοένα ταξιδεύει
κι ἂν «ὁρῶμεν ἀνθοῦν πέλαγος Αἰγαῖον νεκροῖς»
εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ θέλησαν νὰ πιάσουν τὸ μεγάλο καράβι
μὲ τὸ κολύμπι
ἐκεῖνοι ποὺ βαρέθηκαν νὰ περιμένουν τὰ καράβια
ποὺ δὲν μποροῦν νὰ κινήσουν
τὴν ΕΛΣΗ τὴ ΣΑΜΟΘΡΑΚΗ τὸν ΑΜΒΡΑΚΙΚΟ.
Σφυρίζουν τὰ καράβια τώρα ποὺ βραδιάζει στὸν Πειραιὰ
σφυρίζουν ὁλοένα σφυρίζουν
μὰ δὲν κουνιέται κανένας ἀργάτης
καμμιὰ ἁλυσίδα δὲν ἔλαμψε βρεμένη
στὸ στερνὸ φῶς ποὺ βασιλεύει
ὁ καπετάνιος μένει μαρμαρωμένος
μὲς στ᾿ ἄσπρα καὶ στὰ χρυσά.
Ὅπου καὶ νὰ ταξιδέψω ἡ Ἑλλάδα μὲ πληγώνει
παραπετάσματα βουνῶν ἀρχιπέλαγα γυμνοὶ γρανίτες...
τὸ καράβι ποὺ ταξιδεύει τὸ λένε ΑΓΩΝΙΑ 937.
.
Α/Π Αὐλίς, περιμένοντας νὰ ξεκινήσει Καλοκαίρι 1936