Οι μαθητές του φωτός πάντα ανακάλυπταν
σκοτάδια πιο διάφανα.Μες στα νερά του ο ποταμός κυλά ένα
σώμα γυναικός μικρό το τέλοςδεν θ’ αργήσει.Η χήρα με νυφιάτικα ακολουθεί λάθος
πομπή· όλο μας φτάνουμε στομνήμα μας
καθυστερημένοι.Ένα καράβι σάρκινο βουλιάζει σε μικρή
αμμουδιά. Ο τιμονιέρηςσυνιστά στον κόσμο να
σωπάσει.Τα κύματα προσμένουνε, Θεέ μου, ανυπόμονα·
όλο και πιο κοντά σου.Ο τιμονιέρης συνιστά να μιλήσουν τα
κύματα, κι αυτά μιλούν.Η νύχτα σφραγίζει τις μποτίλιες της με
αστέρια και θησαυρίζεικάμνοντας εξαγωγή.Μεγάλες αγορές οικοδομούνται για την
πώληση αηδονιών, αλλά δενεπαρκούν για να εκπληρώσουν
την επιθυμία της βασίλισσαςτής Σιβηρίας που ζητά
ένα αηδόνι λευκό.Ένας εγγλέζος υπομοίραρχος ορκίζεται
πως δεν θα τον συλλάβουννα μαζεύει άλλη φορά
τη νύχτα αλιφασκιές ανάμεσα στα πόδιααλατένιων αγαλμάτων.Την ίδια στιγμή μια μικρή αλατιέρα
Κάλας ορθώνεται με δυσκολίαστις λεπτές της
γάμπες.Ρίχνει στο πιάτο μου ό,τι μου απομένει
από ζωή.Φτάνει και περισσεύει για ν’ αλατιστεί
ολόκληρος ο Ειρηνικός.Πάνω στο μνήμα μου να βάλετε ένα
σωσίβιο.Καλού κακού· ποτέ κανείς δεν ξέρει. [Μετάφραση: Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου -
Από το βιβλίο: «Ανθολογία Γαλλικής Ποίησης», Εκδόσεις Καστανιώτη]
Όχι, ο έρωτας δεν είναι νεκρός σ’ αυτήν
την καρδιά σε τούτα τα μάτια σ’ αυτό το στόμα που ήδη διακήρυττε την απ’
ώρα αρχινισμένη κηδεία.Ακούστε, μπούχτισα γραφικότητα,
χρώματα, γοητεία.Αγαπάω τον έρωτα, την τρυφερότητα του
και την ανελέητη του σκληρότητα.Ο έρωτας μου δεν έχει παρά ένα μονάχα
όνομα, παρά μία μονάχα μορφή.Τα πάντα ρει. Στόματα επικολλούνται σ’
αυτό το στόμαΩ! εσύ του έρωτα μου όνομα και μορφή,Μια μέρα στη θάλασσα ανάμεσα σ’ Ευρώπη
κι ΑμερικήΤην ώρα που κι η έσχατη ακτίνα του
ήλιου θα καθρεφτίζεται στην κυματώδη επιφάνεια των κυμάτων, ή σε μια νύχτα με
καταιγίδα κάτω από ‘να δέντρο στην εξοχή, ή σ’ ένα γρήγορο αυτοκίνητο,Ένα ανοιξιάτικο πρωινό στη λεωφόρο
Μαλεσέρμπ,Μια μέρα βροχερή,Πριν να ξαπλώσεις την χαραυγή,Σκέψου, διατάζω το οικείο μου φάντασμα
σου, πως υπήρξα ο μόνος που σ’ αγάπησε χωρίς να σε ξέρει και πως είναι κρίμα
που ποτέ δεν με γνώρισες.Σκέψου, πως ποτέ δεν πρέπει να
μετανιώνεις· πριν από μένα ο Ρονσάρ κι ο Μπωντλαίρ τραγουδήσανε το παράπονο των
γριών ακόμα και των νεκρών που περιφρόνησαν τον αγνότερο έρωτα,Εσύ, όταν θα ‘σαι νεκρή,Θα ‘σαι ακόμα όμορφη, ποθητή.Εγώ, θα είμαι ήδη νεκρός, έγκλειστος
ολάκερος μες στο αθάνατο σου κορμί, κι η στίλβουσα σου εικόνα παρούσα στο
άπειρο ανάμεσα στ’ ακατάβλητα θαύματα της ζωής και της αιωνιότητας, αν, αν όμως
είμαι ακόμα ζωντανόςΗ φωνή σου κι ο τόνος της, το βλέμμα
σου κι οι ακτίνες του,Το άρωμα σου και των μαλλιών σου το
άρωμα κι άλλα πολλά πράγματα ακόμα δικά σου θα ζούνε εντός μου,Εντός μου που δεν είμαι μήτ’ ο Ρονσάρ
μητ’ ο Μπωντλαίρ,Παρά μονάχα ένας φτωχός Ρομπέρ Ντεσνός
και που, για να ‘χοντας σε γνωρίσει και αγαπήσει,Ξέρω να τα τιμώ ακριβά.Εγώ, που είμαι ο Ρομπέρ Ντεσνός, μόνο
για να σ’ αγαπώ,Και που υστεροφημία άλλη καμιά δε ζητώ
παρά μονάχα πως σε αγάπησα.