Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Παρασκευή, 1 Μαΐου 2009

Β. ΜΥΚΗΝΕΣ..

ΜΥΚΗΝΕΣ

«Δος μου τα χέρια σου, δος μου τα χέρια σου, δος μου τα χέρια σου.

Είδα μέσα στη νύχτα
Τη μυτερή κορυφή του βουνού
Είδα τον κάμπο πέρα πλημμυρισμένο
Με το φως ενος αφανέρωτου φεγγαριού
Είδα, γυρίζοντας το κεφάλι
Τις μαύρες πέτρες συσπειρωμένες
Και τη ζωή μου τεντωμένη σα χορδή
Αρχή και τέλος
Η τελευταία στιγμή·
Τα χέρια μου.

Βουλιάζει όποιος σηκώνει τις μεγάλες πέτρες·
τούτες τις πέτρες τις εσήκωσα όσο βάσταξα
τούτες τις πέτρες τις αγάπησα όσο βάσταξα
τούτες τις πέτρες, τη μοίρα μου.
Πληγωμένος από το δικό μου χώμα
τυραννισμένος από το δικό μου πουκάμισο
καταδικασμένος από τους δικούς μου θεούς,
τούτες τις πέτρες.

Ξέρω πως δεν ξέρουν, αλλά εγώ
που ακολούθησα τόσες φορές
το δρόμο απ’ το φονιά στο σκοτωμένο
από το σκοτωμένο στην πληρωμή
κι’ από την πληρωμή στον άλλο φόνο,
ψηλαφώντας
την ανεξάντλητη πορφύρα
το βράδυ εκείνο του γυρισμού
που άρχισαν να σφυρίζουν οι Σεμνές
στο λιγοστό χορτάρι –
είδα τα φίδια σταυρωτά με τις οχιές
πλεγμένα πάνω στην κακή γενιά
τη μοίρα μας.

Φωνές από την πέτρα από τον ύπνο
βαθύτερες εδώ που ο κόσμος σκοτεινιάζει,
μνήμη του μόχθου ριζωμένη στο ρυθμό
που χτύπησε τη γης με πόδια
λησμονημένα.
Σώματα βυθισμένα στα θεμέλια
του άλλου καιρού, γυμνά. Μάτια
προσηλωμένα, προσηλωμένα, σ’ ένα σημάδι
που όσο κι’ αν θέλεις δεν το ξεχωρίζεις·
η ψυχή
που μάχεται για να γίνει ψυχή σου.

Μήτε κι’ η σιωπή είναι πια δική σου
Εδώ που σταμάτησαν οι μυλόπετρες».

Οχτώβρης 1935

Δεν υπάρχουν σχόλια: