Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Πέμπτη, 18 Ιουνίου 2009

ΔΩΡΟ ΓΕΝΕΘΛΙΩΝ..

ΔΩΡΟ ΓΕΝΕΘΛΙΩΝ


Τι είναι αυτό πίσω απ το πέπλο; Είναι άσχημο; Είναι όμορφο;
Λαμπυρίζει, έχει στήθη, έχει άκρες;

Είμαι σίγουρη, είναι μοναδικό, είμαι σίγουρη είναι ακριβώς αυτό που θέλω.
Όταν σκύβω ήσυχα στη μαγειρική μου, το νοιώθω να κοιτάζει, το νοιώθω να
σκέφτεται

«Αυτή είναι που για χάρη της θα εμφανιστώ,
Αυτή είναι η εκλεκτή, με τις μαύρες κόγχες των ματιών και την ουλή;

Που μετράει το αλεύρι, βγάζοντας το περίσσιο,
Επιμένοντας σε κανόνες σε κανόνες σε κανόνες.

Είναι αυτή για τον Ευαγγελισμό;
Θεούλη μου, τι γέλιο!»

Όμως λαμπυρίζει, δεν σταματάει και νομίζω με θέλει.
Δεν θα με πείραζε αν ήταν κόκαλα ή μαργαριταρένιο κουμπί.

Εν πάση περιπτώσει, δεν έχω μεγάλη επιθυμία για δώρο τη χρονιά αυτή.
Στο κάτω κάτω, μόνο κατά τύχη είμαι ζωντανή.

Ευχαρίστως θα είχα σκοτωθεί την ώρα εκείνη, με όποιο τρόπο.
Τώρα υπάρχουν αυτά τα πέπλα που φεγγοβολούν σαν κουρτίνες,

Διάφανα σατέν παραθύρου το Γενάρη
Άσπρα σαν βρεφικά στρωσίδια, αστραφτερά, με ανάσα νεκρή. Ω φίλντισι!

Πρέπει να ναι κάποιος χαυλιόδοντας εκεί, μια κολώνα-φάντασμα.
Δεν το βλέπεις, δεν μου καίγεται καρφί τι είναι.

Μα μπορείς να μη μου το δώσεις;
Μην ντρέπεσαι - δεν με πειράζει αν είναι μικρό.

Μην γίνεσαι τσιγκούνης, είμαι έτοιμη για πράγματα φριχτά.
Aς καθίσουμε πάνω του, ένας σε κάθε μεριά, θαυμάζοντας τη λάμψη,

Το λούστρο, τα ποικίλα καθρεφτίσματά του.
Ας φάμε πάνω του το τελευταίο μας δείπνο, σαν φαγητό νοσοκομείου.

Ξέρω γιατί δεν θες να μου το δώσεις,
Είσαι τρομοκρατημένος

Ο κόσμος θα υψωθεί σε μια στριγκλιά και το κεφάλι σου μαζί,
Υποταγμένο, μπρούτζινο, ασπίδα αρχαϊκή,

Ένα θαύμα για τα δισέγγονά σου.
Μη φοβάσαι δεν είναι έτσι.

Μόνο θα το πάρω και θα πάω ήσυχα πιο κει.
Ούτε καν θα μ ακούσεις να τ ανοίγω, ούτε τρίξιμο χαρτιού,

Ούτε πέσιμο κορδέλας, ούτε κραυγή στο τέλος.
Δεν νομίζω να μ έχεις άξια γι αυτή την εχεμύθεια.

Αν ήξερες μόνο πώς τα πέπλα σκότωναν τις μέρες μου.
Για σένα υπάρχουν μόνο διαφάνειες, αέρας καθαρός.

Όμως Θεέ μου, τα σύννεφα είναι σαν βαμβάκι.
Στρατοί από δαύτα. Μονοξείδιον του άνθρακος.

Γλυκά γλυκά εισπνέω,
Γεμίζοντας τις φλέβες μου με αόρατο, με τους εκατομμύρια

Πιθανούς κόκκους που σημαδεύουν τα χρόνια της ζωής μου.
Είσαι ντυμένη ασημί για την περίσταση. Ω αριθμομηχανή -

Σου είναι αδύνατον ν αφήσεις κάτι να περάσει και να φύγει ακέραιο;
Πρέπει να σφραγίζεις με μωβ κάθε κομμάτι,

Πρέπει να σκοτώνεις ό,τι μπορείς;
Υπάρχει ένα πράγμα που θέλω σήμερα και μόνο εσύ μπορείς να
μου το δώσεις.

Στέκεται στο παράθυρό μου, μεγάλο σαν τον ουρανό.
Ανασαίνει απ τα σεντόνια μου, το ψυχρό νεκρό κέντρο

Όπου ζωές χυμένες πήζουν και κοκαλώνουν και γίνονται παρελθόν.
Μην το αφήσεις να έρθει με το ταχυδρομείο, δάχτυλο το δάχτυλο.

Μην αφήσεις να έρθει με λέξη του στόματος, θα είμαι εξήντα χρονών
Την ώρα που θα έχει φτάσει ολόκληρο, πολύ ανήμπορη να το κάνω κάτι.

Μόνο ρίξε το πέπλο, το πέπλο, το πέπλο.
Αν ήταν θάνατος

Θα θαύμαζα τη βαρύτητά του, τα άχρονα μάτια του.
Θα ήξερα πως το χεις πάρει σοβαρά.

Τότε θα υπήρχε μια ευγένεια, τότε θα υπήρχαν τα γενέθλια.
Και το μαχαίρι δεν θα χάραζε, θα τρυπούσε

Αγνό και καθαρό όσο το κλάμα ενός μωρού,
Και το Σύμπαν θα γλιστρούσε απ το πλευρό μου



Απόδοση από τα αγγλικά: Κλεοπάτρα Λυμπέρη

Δεν υπάρχουν σχόλια: