Αναγνώστες

Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2009

ΤΣΑΡΛΣ ΜΠΟΥΚΟΦΣΚΙ

πράσινο

έχω μεθύσει μπροστά σε σπασμένους καθρέπτες μπάνιου
στις Νότιες πολιτείες του πουθενά
κρατώντας ένα κοφτερό μαχαίρι δίπλα στην φλέβα του λαιμού
και μ’ένα χαμόγελο στο στόμα.
ήταν τότε που έμαθα ότι η θεατρική σκηνή
είναι ένα σπουδαίο υποκατάστατο της
πραγματικότητας
η μόνη διαφορά ανάμεσα στο να κάνεις και
στο να υποκρίνεσαι ότι κάνεις
είναι αυτή η λεπτή γραμμή
της επιλογής μια επιλογή
ανάμεσα στο τίποτα και
το τίποτα.

να ξυπνάς το πρωί, για να
βρεις μια
δουλειά
όπου οι εργάτες έχουν αποδεχθεί τα πάντα
εκτός από το όνειρο της
απόδρασης.
υπήρξαν τόσο πολλά μέρη
σαν αυτό.
ήταν μια δουλεία στη Louisiana
όπου έφευγα κάθε βράδυ
κουρασμένος και άκεφος
για μια ακόμη νύχτα
να γεμίζω ποτήρια και
να κοιτάζω έξω απ’
το παράθυρο και
να σκέπτομαι μια κοπέλα
στη δουλειά
ντυμένη με μια πράσινη φόρμα που δεν της ταίριαζε
που έβριζε συνέχεια για
σχεδόν τα πάντα.
ήθελα μόνο να την πηδήξω
μια φορά και να
φύγω από την
πόλη.
το μόνο που τελικά έκανα ήταν να φύγω από την πόλη,
που σημαίνει ότι διάλεξα ανάμεσα στο
να μείνω στο πουθενά και να
πάω στο πουθενά,
και φαντάζομαι εάν είναι ακόμα ζωντανή
θα βρίζει ακόμη
για κάτι
αλλά δεν κρατάω πια το κοφτερό μαχαίρι
κοντά στη φλέβα του λαιμού-
το τέλος πλησιάζει
από μόνο του.




σημείωση

πνίξτε τους κύκνους στα βρωμόνερα,
κατεδαφίστε τις πινακίδες,
δοκιμάστε τα δηλητήρια,
χωρίστε τις αγελάδες
απ’ τους ταύρους,
τα φυτά απ’τον ήλιο,
πάρτε τα φιλιά λεβάντας απ’τη νύχτα μου,
βγάλτε τις ορχήστρες συμφωνικής μουσικής στους δρόμους
σα ζητιάνους,
ακονίστε τα νύχια,
μαστιγώστε τις πλάτες των αγίων,
ετοιμάστε τα βατράχια και τα ποντίκια για τις γάτες,
κάψτε τους μαγευτικούς πίνακες,
κατουρίστε το χάραμα,
η αγάπη μου
είναι νεκρή.




τύχη

κάποτε
ήμασταν νέοι
σε αυτή
τη μηχανή…
πίνοντας
καπνίζοντας
χτυπώντας τη γραφομηχανή

ήταν η πιο
θαυμάσια
μαγευτική
εποχή

ακόμα
είναι

μόνο που τώρα
αντί
να προχωράμε εμείς
προς τον
χρόνο
εκείνος
προχωρά
προς εμάς

κάνει την κάθε λέξη
να τρυπά
βαθιά
το χαρτί

ξεκάθαρα

γρήγορα

σκληρά

να κλείνει
ένα κενό
που όλο στενεύει.




ηλιοβασίλεμα

κανείς δε λυπάται που φεύγω
ούτε ακόμα κι εγώ
όμως θα πρέπει να υπάρξει κάποιος τροβαδούρος
ή τουλάχιστον ένα ποτήρι κρασί.

ενοχλεί πιστεύω τους νεώτερους κυρίως•
ένας μη βίαιος, αργός θάνατος,
κι όμως κάνει τον κάθε άνθρωπο να ονειρεύεται•
εύχεσαι να υπήρχε ένα παλιό καράβι
με πανιά άσπρα απ’ τ΄αλάτι
και η θάλασσα να σκορπά υπαινιγμούς αθανασίας.

θάλασσα στη μύτη
θάλασσα στα μαλλιά
θάλασσα στο μεδούλι, στα μάτια
και ναι, εκεί στο στήθος

θα μας λείψει άραγε
η αγάπη της γυναίκας, η μουσική, το φαγητό,
ή το χοροπήδημα του μεγάλου μειώδους αλόγου
να κλωτσά λάσπη και πεπρωμένα
ψηλά και μακριά
σε μια μόνο στιγμή
την ώρα της δύσης;

όμως τώρα είναι η σειρά μου
και δεν υπάρχει τίποτα το μεγαλειώδες σ’αυτό
γιατί δεν υπήρχε τίποτα το μεγαλειώδες
πιο πριν

και σε κανένα μας, όπως τα σκουλήκια
που τα’χουν απομακρύνει απ’ το μήλο,
δεν του αξίζει καμιά αναστολή,

ο θάνατος εισέρχεται στο στόμα μου
και σα φίδι τυλίγεται στα δόντια μου
κι αναρωτιέμαι εάν με τρομάζει
ο σιωπηλός αλύπητος θάνατος
που μοιάζει με τριαντάφυλλο
που ξεραίνεται.

Δεν υπάρχουν σχόλια: