Παρασκευή, 30 Οκτωβρίου 2009

Μάγια

Μάγια

Οδηγημένα από το κρυφό χέρι του ανέμου
πορεύονται στον δρόμο, αργά,
τα βόδια του ήλιου.
Είναι καλοκαίρι
και νυχτώνει.
Από την πυκνή τη σιγαλιά
αναδύονται νεανικές και σχολικές φωνές.
Αυτός ο τέλειος τόνος της δίψας
(δεν ακούς το ποτάμι που κυλάει μακριά;)
συνοδεύει σήμερα τα λόγια μου.
Τίποτα πια δεν διαταράσσει τις ώρες που περνούν,
τον χρόνο που σιγοκαίει γλυκά
χρυσά άχυρα και ξεραμένο χώμα.
Στο μεταξύ περνάς,
κρατώντας το ποδήλατο,
γελάς και χαιρετάς με χαρά.
Ξανακλείνω
τα δεκαπέντε χρόνια μου και συ τα δεκατρία.

0 σχόλια:

Ανάρτηση Σχολίου