Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Σάββατο, 9 Ιανουαρίου 2010

ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΛΕΓΕΙΑ...ΡΑΪΝΕΡ ΜΑΡΙΑ ΡΙΛΚΕ

ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΛΕΓΕΙΑ


Κάθε Άγγελος είναι τρομερός . Όμως, αλλοίμονο μου,
πουλιά, θανάσιμα σχεδόν, της ψυχής, σας επικαλούμαι,
κι ας ξέρω τι σημαίνεται.
Πού να ‘ναι του Τωβία οι μέρες, τότε που, από τους πιο απαστράπτοντες Αγγέλους,
Άγγελος, στην πόρτα του σπιτιού την απέριττη στάθηκε ντυμένος για ταξίδι και δεν ήταν τρομερός τώρα πια, (όπως, περίεργα, στον έφηβο έφηβος φανερωνόταν)·
Αν τώρα ο Αρχάγγελος, ο επικίνδυνος, πίσω από τ’ αστέρια πρόβαινε και μας σίμωνε με ένα βήμα μονάχα : προς τα πάνω χτυπώντας η ίδια μας θα μας σκότωνε καρδιά.
Ποιοι να είστε τάχα ;

Εσείς που πρόωρα ευτυχίσατε, της δημιουργίας οι χαïδεμένοι, του ύψους δρόμοι, εσείς αυγινές κορυφές κάθε κτίσης,-- της ανθούσης θεότητας γύρη, εσείς , αρμοί του φωτός, διάδρομοι, σκάλες , θρόνοι, Άπειρα υπάρξεως, εσείς, ευφροσύνης ασπίδες, γοητευθείσης θυελλωδώς αίσθησης, ταραχές, και ξάφνου , ένας- ένας καθρέφτες, που το αναβλύζον απ’ τους ίδιους κάλλος πάνω στην ίδια τους όψη πίσω ξαναπαίρνουν.

Γιατί εμείς, όταν νιώθουμε, εξατμιζόμαστε · αχ, τον εαυτό μας εκπνέουμε και διαχυνόμαστε· από πυρά σε πυρά, ολοένα κι ασθενέστερο άρωμα αναδίδουμε.
Μας λέει, τότε κάποιος : ναι,. Περνάς μέσα στο αίμα μου · η κάμαρα τούτη, η άνοιξη, από σε γιομίζει… Μάταια · δε μπορεί να μας κρατήσει· εντός του, γύρω του, χανόμαστε. Κ’ εκείνους, που όμορφοι είναι, ποιος θα τους συγκρατήσει; Αδιάκοπα ανατέλλει και βασιλεύει η όψη στο πρόσωπό τους .σαν την δροσιά από το γρασίδι του πρωιού ή και σαν του καυτού φαγητού την πύρα, ό,τι δικό μας είναι, αναλήπτεται .
Πού πάτε χαμόγελα ; Ω ανάβλεμμα : νέο, ζεστό, φευγαλέο της καρδιάς κύμα – Αλλοίμονό μου :
Αλλ’ αυτό είμαστε εμείς. Μας γεύεται λοιπόν, το Άπειρο αυτό όπου σβήνουμε;
Οι Άγγελοι, παίρνουν αληθινά, ό,τι τους ανήκει μόνο, ό,τι από κείνους ανάβλυσεν, ή, κάποτε, σα να λαθεύουν, παίρνουν κάτι κι απ’ τηγ δική μας ύπαρξη ; Έχουμε, τάχα, πέσει στις όψεις τους, έτσι όπως το ακαθόριστο στην όψη της έγγυας γυναικός;
Δεν το παρατηρούνε μες στη δίνη της επιστροφής στον εαυτό τους. ( Πώς θα το εννοούσαν

Αν οι εραστές το εννοούσαν, στην νυχτερινή αύρα παράξενα να ομιλούνε θα δύνονταν . Γιατί, φαίνεται, ότι όλα, όλα μας κρύβουνε.
Κοίτα : τα δέντρα υπάρχουνε τα σπίτια που τα οικούμε, ακόμα υπάρχουν. Εμείς, μονάχα εμείς σαν αλλαγή του αγέρα, τα προσπερνούμε όλα.
Κι όλα είναι σύμφωνα, να μας αποσιωπήσουν , άλλα σαν όνειδος ίσως, κι άλλα ως ανομολόγητη ελπίδα .

Εσάς, ω Ερωτευμένοι, που ο ένας στον άλλο ασκείται, ρωτώ για μας.
Ο ένας τον άλλο αγγίζει· - τι σας το αποδείχνει;
Δείτε, σε με συμβαίνει, να νιώθουν το ένα το άλλο, τα χέρια μου, ή το φθαρμένο πρόσωπο μου, ανάμεσά τους να καταφεύγει .
Κι αυτό κάποια αίσθηση μου δίνει
Αλλά ποιος, γι αυτό μόνο, ριψοκινδύνεψε να υπάρξει;
Εσάς , όμως εσάς, που μέσα στην γοητεία του άλλου αυξαίνεται, ώσπου νικημένος σας ικετέψει : όχι άλλο πια– εσάς που πλουταίνετε, κάτω από τα χέρια σας, σαν τις καλοχρονιές στ’ αμπέλια, - εσάς που, κάποτε, αφανίζεστε μόνο γιατί ο άλλος σας ξεπερνά, εσάς ρωτώ για μας.
Γνωρίζω : τόσο μακάρια αγγίζεστε, μόνο γιατί το χάδι διαρκεί, γιατί ο τόπος δεν χάνεται, που, ω Τρυφεροί, σκεπάζετε, γιατί εσείς, μεταξύ σας, την αγνή διάρκεια οσφραίνεστε .
Έτσι, αιωνιότητα σχεδόν, στον εαυτό σας με το αγκάλιασμα, υπόσχεστε .
Κι όμως, όταν του πρώτου βλέμματος υπομείνατε τον τρόμο και στο παράθυρο τη λαχτάρα και το πρώτο κοινό περιδιάβασμα, ΜΙΑ φορά μόνο, στον κήπο: είστε, λοιπόν, ω Ερωτευμένοι, το ίδιο ακόμη ; Όταν ο ένας τον άλλο στα χείλη του υψώνει και πίνει-:πιοτό τα πιοτό, ω πώς, τότε, παράξενα ξεφεύγει το μέρος του, κείνος που πίνει!

Δεν σας ξάφνιασε η περίσκεψη,. Στις αττικές στήλες, της ανθρώπινης χειρονομίας;
Ο έρωτας κι ο αποχαιρετισμός, δεν ήταν απιθωμένοι, ανάλαφρα τόσο, στους ώμους, σαν από ΄’άλλη κι όχι απ’ την δική μας ύλη να
‘ταν φτιαγμένοι ;
Σκεφτείτε τα χέρια , πώς, δίχως βάρος, ξαποστάζουν, αν κι η δύναμη στους κορμούς μέσα υψώνεται.
Τούτοι οι αυτοκυριαρχημένοι , εγνώριζαν : εδώ έχουμε φτάσει, αυτό είναι δικό μας, για ν’ αγγιζόμαστε έτσι. Οι Θεοί πιο γερά ακουμπούν πάνω μας.
Μ’ αυτό είναι των Θεών υπόθεση. Αν κι εμείς βρίσκαμε ένα αγνό, συγκρατημένο, στενό Ανθρώπινο, λουρίδα γης καρπερής δικής μας, σε ρέμα ανάμεσα σε πέτρες…..
Γιατί η καρδιά μας η ίδια, πάντα μας ξεπερνά, καθώς εκείνους. Και δε μπορούμε πια σε εικόνες ΄που την γαληνεύσουν, με το βλέμμα να την ακολουθήσουμε, ούτε σε θεϊκά σώματα όπου, μεγαλύτερη, μικραίνει.

2 σχόλια:

ANAZHTHΣH είπε...

Μπήκα στη σελίδα σου ψάχνοντας κάποιους στίχους του Βρεττάκου.Έχεις κάνει πολύ σημαντική δουλειά. Να είσαι καλά και ευχαριστώ.

ΣΤΡΑΤΗΣ ΠΑΡΕΛΗΣ είπε...

Χαίρομαι που αλληλοανακαλυφτήκαμε..
καλημέρα!