Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Σάββατο, 2 Ιανουαρίου 2010

Οκτάβιο Πας ...( Κ Ω Σ Τ Α Σ)

Οκτάβιο Πας


Κ Ω Σ Τ Α Σ


   Εγώ ήμουνα τριάντα χρονώ, ερχόμουν από την Αμερική κι αναζητούσα στις στάχτες του 1946 το αυγό του Φοίνικα,
   εσύ ήσουν είκοσι, ερχόσουν από την Ελλάδα, απ' την εξέγερση κι από την φυλακή
   βρεθήκαμε πρώτη φορά μες σ' ένα καφενείο όλο καπνό, φωνές, λογοτεχνία,
   μια εστία μικρή, που την κρατούσε ζωντανή ο ενθουσιασμός, ενάντια στην ανέχεια και την παγωνιά εκείνου του Φλεβάρη
   βρεθήκαμε και πιάσαμε κουβέντα για τον Ζαπάτα και για τ' άλογό του, για την πεπλοφόρο Δήμητρα, μια πέτρα μαύρη, μιας φοράδας κεφαλή,
   κι όταν ο νους μας πήγε στην ωραία μάγισσα απ' τη Θεσσαλία που μεταμόρφωσε τον Λούκιο σε όνο και φιλόσοφο
   κύμα βαρύ το γέλιο σου σκέπασε γύρω τις φωνές και το κουδούνισμα απ' τα κουταλάκια στα φλιτζάνια,
   ένας αχός σηκώθηκε, ένα ποδοβολητό, αίγες ασπρόμαυρες πήραν ν' αναρριχώνται βιαστικά σ' ένα τοπίο όλο καμένους λόφους,
   το διπλανό ζευγάρι έπαψε να μιλάει ψιθυριστά και απόμεινε άναυδο με αδειανό το βλέμμα
   λες κι η πραγματικότητα είχε απογυμνωθεί κι άλλο δεν έμενε παρά η βουβή τροχιά ατόμων και μορίων,
   ένα πλατάγισμα σηκώθηκε φτερών πάνω απ' το κύμα, του ήλιου μια αστραψιά πάνω στα βράχια,
   ακούσαμε το βήμα του νερού πάνω στις πλάκες τις τεφρώδεις να πλανιέται
   είδαμε στο ταμείο μια πεταλούδα να κουρνιάζει πάνω στης υπαλλήλου το κεφάλι, να ξεδιπλώνει τα ολοφλόγινα φτερά της και να σκορπάει σ' ανταύγειες
   αγγίξαμε τις σκέψεις που σκεπτόμασταν, τις λέξεις είδαμε που είχαμε στο στόμα,
   ώσπου και πάλι αρχίσανε τα κουταλάκια να χτυπούν, δυνάμωσε της θάλασσας ο βόγκος, το πηγαινέλα των ανθρώπων
   όμως εσύ στεκόσουνα στο φρύδι του γκρεμού, ένα πλατύ χαμόγελο εμπρός σου ο κόλπος,
   κι εκεί ψηλά το φως κι ο άνεμος μαζί, σε ειρήνη: η ίδια η Ψυχή να πνέει στο μέτωπό σου.


   Δεν ήσουν ο Λυκίδας ούτε πνίγηκες σ' ένα ναυάγιο στης Ιρλανδίας τον πόντο,
   ήσουν ο Κώστας Παπαϊωάννου, ένας Έλληνας οικουμενικός του Παρισιού, με το ένα πόδι στη Βακτριανή και το άλλο στους Δελφούς,
   κι είναι γι' αυτό που γράφω τώρα εις μνήμην σου τους στίχους τούτους στο μέτρο το ακανόνιστο της συστολής και της διαστολής,
   μια προσωδία της καρδιάς που επιμηκύνει τις βραχείες συλλαβές και τις μακρές βραχύνει
   στίχους μακρείς και σύντομους όπως τα βήματά σου από το Pont Neuf ώς το Λιοντάρι του Μπελφόρ καθώς απήγγελλες το ποίημα του Πρόκλου,
   στίχους σε τούτη τη σελίδα για ν' ακολουθούν τα ίχνη των δικών σου λόγων που είναι αίγες και μαινάδες
   και πηδούν κάτω απ' το φως του φεγγαριού σε μια κοιλάδα όλο λίθους κι όγκους κρυσταλλικούς, γι' αυτές επινοημένους,
   ενώ εσύ μιλάς για τον Θεόκριτο και για τον Μαρξ γελώντας και κοιτώντας τες να ορχούνται μες στα βιβλία σου και τα χαρτιά σου
   —είναι καλοκαίρι, βρισκόμαστε σ' ένα ατελιέ που βλέπει σ' έναν κήπο ελάχιστο επί της οδού Νταγκέρ, απ' την κληματαριά κρέμονται τα σταφύλια,
   πυκνώματα της νύχτας, μέσα τους είναι ναρκωμένη μια φωτιά, πύρινοι θησαυροί, να ήτανε τάχα σαν κι αυτούς εκείνοι που είδε και έψαυσε ο Νερβάλ μες στον χρυσό των θείων βοστρύχων;—
   ο λόγος σου χείμαρρος που κυλάει ανάμεσα σε οβελίσκους και αψίδες τσακισμένες, σ' ανάπηρες επιγραφές και κοιμητήρια ονομάτων,
   ανοίγεις μια παρένθεση μεγάλη, μέσα της φλέγεται και αστράφτει το αρχιπέλαγος του νου, και δίχως να την κλείσεις εξακολουθείς,
   ακολουθείς μια ιδέα, μοιράζεσαι σε μαιάνδρους, ακινητείς σε κόλπους και σε δέλτα, η ιδέα σου έχει γίνει πέτρα,
   γύρω της τριγυρνάς, σ' αυτή επιστρέφεις, γίνεσαι ίδιος μια κλωστίτσα από ψυχρές βελόνες, την τρυπάς
   και εισέρχεσαι –όχι, ούτε εισέρχεσαι ούτε εξέρχεσαι, δεν έχει μέσα κι έξω εκεί, υπάρχει μόνο χρόνος δίχως θύρες
   κι εσύ στέκεσαι και κοιτάς βουβός της ιστορίας τον θεό: αίγες, μαινάδες, λέξεις που σκορπούν και σβήνουν.


   Ήρθες κάποτε στην Ινδία απ' όπου ο Διόνυσος πρωτοξεκίνησε κι όπου έγινε βασιλιάς ο Μένανδρος ο στρατηγός, που εκεί τον λεν Μιλίντα,
   και όπως ο βασιλέας θαύμασες κι εσύ πώς οι διαφορές ανάμεσα στο Εν και το Κενόν οδηγούνται σε ταυτότητα
   και θαύμασες ακόμη πιο πολύ —γιατί το πνεύμα σου έπινε όχι μονάχα απ' της Ιδέας το φως αλλά κι από την κρήνη των μορφών—
   στο Μαχαμπαλιπούραμ βλέποντας μια έφηβη να περπατά ξυπόλυτη πάνω στη μαύρη γη, το φόρεμά της μια αστραπή,
   και είπες: Α, το κάλλος όπως στους καιρούς του Περικλή! και γέλασες και η Μαρί Χοσέ κι εγώ γελάσαμε μαζί σου
   και με τους τρεις εμάς γέλασαν όλοι οι θεοί και της Μαχαμπχαράτας οι ήρωες και οι Μποντισάτβα όλοι από τις σούτρες,
   άκαθεκτα έθνη χαρακώναν τον αιθέρα: μια ορδή από κόρακες και, ομοβροντία καταπράσινη, μια ομάδα παπαγάλοι,
   ο ήλιος βούλιαζε, από το πέτρινο είδωλο ώς τον αφρό της θάλασσας, όλα, ένας ρόδινος παλμός·
   μια άλλη νυχτιά στο αίθριο του μικρού ξενοδοχείου στο Τρίτσι, κερνώντας ουίσκυ τον κατάπληκτο υπηρέτη που μας κέρναγε:
   Υπάρχουν θύρες; ρώτησες. Υπάρχει η γη και μέσα μας η γη γίνεται χρόνος και ο χρόνος μέσα μας ενδοσκοπείται και κηδεύεται
   αλλά —κι έδειξες προς τους βαβυλώνιους αστερισμούς— αυτόν τον κόσμο και τους άλλους γίνεται με το βλέμμα της ψυχής να τους συλλάβουμε, κι έτσι κοιτώντας τους να νιώσουμε ευφροσύνη,
   το βλέμμα αυτό ανοίγει άλλες θύρες: είναι μια μεταμόρφωση, και μια καταλλαγή,
   κι ακόμη γίνεται να γελάμε με τους δράκοντες και να χαμογελάμε εμπρός στο άδικο με το χαμόγελο του Πύρρωνα ή εκείνο του Χριστού,
   διαφέρουν μεταξύ τους μα το χαμόγελό τους είναι το ίδιο, υπάρχουν διάδρομοι αθέατοι που ενώνουν αμφιβολία και πίστη,
   ελευθερία είναι να λες για πάντα την ώρα που λες τώρα, είναι ένας όρκος και είναι η τέχνη του αινίγματος του διάφανου:
   και είναι το χαμόγελο —είναι να λύνεις τα δεσμά του καταδίκου και λέγοντας στο τέρας όχι, ναι να λες στον ήλιο τούτης της στιγμής, η ελευθερία είναι
   —δεν αποτέλειωσες τα λόγια σου: μ' ένα χαμόγελο έφερες στα χείλη σου το ουίσκυ. Το νερό της αυγής ξέπλενε τους αστερισμούς.


   Ο άνθρωπος είναι τα οράματά του. Κάποια βραδυά, μετά από καταιγίδα, είδες ή ονειρεύτηκες ή εφηύρες, το ίδιο κάνει,
   το φως απ' το Ζενίθ του στερεώματος, χείμαρρο ασάλευτο, ανέγγιχτο, βουβό, να πέφτει πάνω στη διπλή κορφή του Παρνασσού,
   τα δέντρα, οι βράχοι, τα χορτάρια έσταζαν φως υγρό, έλαμπε το νερό, ο αέρας ήτανε απτός, σώμα αλλά δίχως σώμα,
   στοιχεία και πράγματα υπακούαν στο γαλήνιο φως, μέσα στον εαυτό τους ξαποσταίναν, αγαλλιώντας που ήταν ό,τι ήταν,
   αργά πήραν να ξεπροβάλλουν από τις φωλιές και τα λημέρια τους οι ταύροι κι οι γελάδες, οι αίγες, οι όφεις, τα σκυλιά,
   η τρυγόνα ακούμπησε τη γη, ο αητός και η τσίχλα, ήρθανε όνοι και άλογα, ένας κάπρος, ένας γάτος κι ένας λύγκας,
   κι όλα μαζί, τα ζώα τ' αγρίμια κι όσα ο άνθρωπος ημέρωσε, σε κύκλο ειρηνικό πίναν το βρόχινο νερό


   Κώστα, στις παγωμένες στάχτες της Ευρώπης δεν βρήκα το αυγό της ανάστασης:
   στα πόδια της ανήλεης Χίμαιρας της ποτισμένης με αίμα βρήκα το γέλιο το δικό σου της καταλλαγής.



Μεξικό, 29. 1. 1982


ΣΠΟΝΔΗ ΣΕ ΜΙΑ ΦΙΛΙΑ που κράτησε περισσότερο από τρεις δεκαετίες, το ποίημα αυτό του Οκτάβιο Πας (1914-1998) για τον Κώστα Παπαϊωάννου (1925-1981), δεν είναι το μόνο κείμενο του Μεξικανού ποιητή για τον Έλληνα φιλόσοφο. Στον δεύτερο τόμο των Απάντων του Πας (Obras completas, Μεξικό 1994 κ.ε.) περιλαμβάνεται το δοκίμιο "Κώστας Παπαϊωάννου" – τεκμήριο πρόσθετο της πνευματικής σχέσης των δύο ανδρών αλλά και αναγνώριση της οφειλής του πρώτου προς τον δεύτερο.



Octavio Paz


K O S T A S


   Yo tenía treinta años, venía de América y buscaba entre las pavesas de 1946 el huevo del Fenix,
   tú tenías veinte años, venías de Grecia, de la insurrección y la cárcel,
   nos encontramos en un café lleno de humo, voces y literatura,
   pequeña fogata que había encendido el entusiasmo contra el frío y la penuria de aquel febrero,
   nos encontramos y hablamos de Zapata y su caballo, de la velada Deméter, piedra negra, cabeza de yegua,
   y al recordar a la linda hechicera de Tesalia que cοnvirtió a Lucio en asno y filósοfο
   la oleada de tu risa cubrió las conversaciones y el ruido de las cucharillas en las tazas,
   hubo un rumor de cabras blanquinegras trepando en tropel un país de colinas quemadas,
   la pareja vecina dejó de decirse cosas al oído y se quedó suspensa con la mirada vacía
   como si la realidad se hubiese desnudado y nο quedase ya sino el girar silencioso de los átomos y las moléculas,
   hubo un aleteo sobre la onda azul y blanca, un centelleo de sol sobre las rocas,
   oímos el rumor de las pisadas de las aguas nómadas sobre las lajas color de brasa,
   vimos una mariposa posarse sobre la cabeza de la cajera, abrir las alas de llama y dispersarse en reflejos,
   tocamos los pensamientos que pensábamos y vimos las palabras que decíamos,
   después vοlvió el ruido de las cucharillas, creció la marejada, el ir y venir de las gentes,
   pero tú estabas a la orilla del acantilado, era una ancha sonrisa la bahía
   y allá arriba pactaban luz y viento: Psiquis sopló sobre tu frente.


   Νο fuiste Licidas ni te ahogaste en un naufragio en el mar de Irlanda,
   fuiste Kostas Papaioannou, un griego universal de París, con un pie en Bactriana y el otro en Delfos,
   y por eso escribο en tu memoria estos versos en la medida irregular de la sístole y la diástole,
   prosodia del cοrazón que hace breves las sílabas largas y largas las breves,
   versos largos y cortos como tus pasos subiendo del Puente Nuevo al león del Belfort recitando el poema de Proclo,
   versos para seguir sobre esta página el rastro de tus palabras que son cabras que son ménades
   saltando a la luz de la luna en un valle de piedra y sólidοs de vidriο inventados por ellas,
   mientras tú hablas de Marx y de Τeócritο y ríes y las miras bailar entre tus libros y papeles
   —es verano y estamos en un atelier que da a un jardincillo en el callejón Daguerre,
   hay un emparrado del que cuelgan racimos de uvas, condensaciones de la noche: adentro duerme un fuego,
   tesoros quemantes, ¿asi serían las que viο y tοcó Nerval entre el oro de la trenza divina?—
   tu cοnversación caudalosa avanza entre obeliscos y arcos rotos, inscripciones mutiladas, cementeriοs de nombres,
   abres un largo paréntesis donde arden y brillan archipiélagos mentales, sin cerrarlo prosigues,
   persigues una idea, te divides en meandros, te inmovilizas en golfos y deltas, tu idea se ha vuelto piedra,
   la rodeas, regresas, te adelgazas en un hilillo de frías agujas, la horadas
   y entras —no, nο entras ni sales, nο hay adentro ni afuera, sólo hay tiempo sin puertas
   y tú te detienes y miras callado al dios de la historia: cabras, ménades y palabras se disipan.


   Fuiste a la India, de donde salió Dionisos y adonde fue rey el general Meneandro, que allá llaman Milinda,
   y como el rey tú te maravillaste al ver las diferencias entre el Unο y la Vacuidad resueltas en identidad,
   y fue mayor maravilla —porque tu genio bebía nο sólo en la luz de la idea sino en el manantial de las formas—
   ver en Mahabalipuram a una adolescente caminar descalza sobre la tierra negra, su vestido era un relámpago,
   y dijiste: ¡Ah, la belleza como en tiempos de Pericles! y te reíste y Marie José y yo nos reímοs contigo
   y cοn nosotros tres se rieron todos los dioses y los héroes del Mahabarata y todos los Bodisatvas de los sutras,
   rayaban el espacio naciones vehementes: una tribu de cuervos y, verde tiroteo, una banda de loros,
   el sol se hundía y hasta la piedra del ídοlo y la espuma del mar eran una vibración rosada;
   otra noche, en el patio del hotelito de Trichi, mientras servías whiskey al bearer atónitο que nos servía:
   ¿Hay puertas? Hay tierra y en nosotros la tierra se hace tiempo y el tiempo en nosotros se piensa y se entíerra,
   pero —señalando a las constelaciones babilonias— podemos contemplar a este mundo y los otros y regocijarnos,
   la cοntemplación abre otras puertas: es una transfiguración y es una recοnciliación,
   también podemos reírnοs de los ogros y sοnreír ante el inicuo con la sonrisa de Ρirrón ο cοn la de Cristo,
   son distintos pero la sonrisa es la misma, haycorredores invisibles entre la duda y la fe,
   la libertad es decir para siempre cuando decimos ahora, es un juramento y es el arte del enigma transparente:
   es la sonrisa —y es desatar al prisionero y al decir no al monstruo decir sí al sol de este instante, la libertad es
   —y nο terminaste: sοnreíste al beber el vaso de whiskey. Εl agua del alba borraba las constelaciones.


   Εl hombre es sus visiones: una tarde, después de una tormenta, viste o soñaste ο inventaste, es lo mismo,
   caer sobre la doble cima del monte Parnaso la luz cenital en un torrente inmóvil, intangible y callado,
   árboles, piedras y yerbas chorreaban luz líquida, el agua resplandecía, el aire pοdía tocarse, cuerpo sin cuerpo,
   los elementos y las cosas οbedecían a la luz apacible y reposaban en sí mismos, contentos con ser lo que eran,
   poco a poco salieron de sus refugios y madrigueras los toros y las vacas, las cabras, las serpientes, los perros,
   bajaron la tórtοla, el águila y el tordo, llegaron caballos, asnos, un jabalí, un gato y un lince,
   y todos, los animales salvajes y los domados por el hombre, en círculο pacíficο bebían el agua de la lluvia.


   Kostas, entre las cenizas heladas de Europa yo nο encontré el huevo de la resurrección:
   encontré, al pie de la cruel Quimera empapada de sangre, tu risa de recοnciliación.

Δεν υπάρχουν σχόλια: