Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Σάββατο, 23 Ιανουαρίου 2010

CESARE PAVESE (1908-1950)

ΑΝΟΧΗ

Βρέχει, βρέχει βραχνά στους λειμώνες της θάλασσας.
Στους πνιγμένους από τα βουρκόνερα δρόμους ψυχή δεν περνάει.
Απ’ το τραίνο εκατέβη και πάει μια γυναίκα μονάχη:
στου παλτού της την ούγια, που ανοίγει, γυαλίζει για λίγο ο ποδόγυρος,
και μετά καταπίνει δια μιας τα σφυρά της μια σκότεινη πόρτα.

Είναι, φαίνεται, λες βουλιαγμένη εδώ η χώρα. Κι η εσπέρα
με τα ρίγη της έρπει γυμνή στων σπιτιών τα κατώφλια· απ’ τις στέγες
αναθρώσκει καπνός λιανογάλαζος μέσα στα ερέβη. Και ξάφνου
τα παράθυρα βάφονται κόκκινα. Ανάβει μια λάμπα
και φεγγρίζει το φως· κουφωτά είν’ τα παράθυρα στο σκότεινο σπίτι.

Σαν ξημέρωσε – κρύο τσουχτερό, μα λιοβόλαε ο ήλιος στο κύμα.
και μια κόρη, μ’ ένα άσπρο τσιτάκι, σκυμμένη στη βρύση τσουρλώνει
μια τα χείλια της έτσι και βάφει ελαφρά το νερό με κοράλλια.
Τα μαλλιά της σαν τζίβα ξανθιά και σαν φλούδι ξερό πορτοκάλι
καταγής πεταμένο. Γερτή στην πηγή της κοιτάζει κλεφτά
έν’ αλάνι χαλέ μαυροτσούκαλο που ’χει χαζέψει
και του τρέχουν τα σάλια, καθώς τη θωρεί μαγεμένο.
Κι οι μουρτζούφλες οι νοικοκυράδες ανοίγουνε πια τα μπατζούρια τους τέντα,
ενώ οι άντρες τους, μέσα, του καλού καιρού χουζουρεύουν ακόμα.

Όταν έρθει και πάλι το βράδυ, η βροχή ξαναρχίζει,
συνερίζεται με τα νερά της μετά, και χαλνάει τις φουφούδες.
Κι οι κυράδες συμπάνε και πάλι τα κάρβουνα πυρ και μανία
κι όλο ρίχνουνε κρυφές ματιές προς τα εκεί, προς το σπίτι
το αβανιάρικο, το γκρίζο σπίτι με την έρημη βρύση.

Μα το σπίτι κρατάει τα μπατζούρια κλειστά· μέσα του είναι
μια κουκέτα· και εκεί μια ξανθιά, έτσι εκεί ξαπλωτή,
και πορίζεται τα προς το ζην. Οι άλλοι ανθρώποι
μες στην πόλη κοιμούνται τα βράδυα του δίκαιου τον ύπνο
– όλοι, πλην της ξανθιάς,
που χαράματα βγαίνει και νίβεται και δροσολογιέται.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Δεν υπάρχουν σχόλια: