Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Κυριακή, 21 Φεβρουαρίου 2010

Το Νησί των Σταθμών, VII

Το Νησί των Σταθμών, VII

Είχα φτάσει στην άκρη του νερού,
ησυχασμένος με το να κοιτάζω απλώς, χαζολογώντας
από πάνω του σαν να 'τανε διαυγές βαρόμετρο

ή καθρέφτης, όταν η αντανάκλασή του
δεν εμφανίσθηκε, αλλά ένοιωσα μια παρουσία
να εισέρχεται μες στην αυτοσυγκέντρωσή μου

που είχε σκοπό να μην συγκεντρωθώ καθώς εκείνος πρόφερε
το όνομά μου. Και παρότι απρόθυμος
έστρεψα ν' αντικρίσω το πρόσωπό του και ο κλονισμός

μπρος σ' ό,τι είδα ακόμα με κρατάει. Το μέτωπό του
έχασκε ανοιχτό πάνω απ' το μάτι και αίμα
είχε στεγνώσει πάνω στον λαιμό του και το μάγουλο. "Ηρέμησε",

είπε, "εγώ είμαι. Έχεις δει κι άλλους στα ίδια χάλια
μετά το γήπεδο… Τι ώρα ήταν
όταν με ξυπνήσαν ούτε τώρα ξέρω

αλλ' άκουσα να χτυπούνε, πάλι και πάλι, και
με τρόμαξε, όπως με το τηλέφωνο χαράματα,
και έτσι μού 'κοψε να μην ανάψω φως

μα να κοιτάξω πίσω απ' την κουρτίνα.
Είδα δυό πελάτες στο κατώφλι
κι ένα παλιό λαντρόβερ μ' ανοιχτές τις πόρτες

παρκαρισμένο έξω κι άφησα την κουρτίνα.
αλλά θα πρέπει να περίμεναν την κίνηση
γιατί φωνάξανε να κατεβώ στο μαγαζί.

Εκείνη άρχισε να κλαίει τότε, να κυλιέται στο κρεββάτι,
θρηνολογώντας θρήνους μοναχή της,
ούτε που ρωτούσε ποιός χτυπούσε. "Σου

έστριψε, τι σ' έπιασε;" γρύλλισα, πιό πολύ
για να συνέρθω εγώ παρά
από θυμό πραγματικό γιά 'κείνην

γιατί οι χτύποι με ταράζαν, έτσι όπως επέμεναν
και το κλαψούρισμα και οι πνιχτές στριγκλιές της τά 'καναν χειρότερα.
Φώναζαν συνεχώς, "Αφεντικό!

Αφεντικό!" φόρεσα τα παπούτσια μου λοιπον κι ένα σακάκι
και πήγα στο παράθυρο και φώναξα,
"Τι θέλετε; Γιά χαμηλώστε αυτόν το σαματά

αλλιώς δεν κατεβαίνω". "Ένα παιδί είν' άρρωστο.
Άνοιξε μήπως βρούμε τίποτα – χάπια
καμμιά σκόνη ή κανά σιρόπι".

ένας τους είπε. Κατέβηκε απ' το πεζοδρόμιο
κι είδα το πρόσωπό του μες στο φως του δρόμου
κι όταν κινήθηκε κι ο άλλος και τους δυό τους γνώρισα.

Αλλά όσο κι αν οι χτύποι ήσαν άσχημοι, η ησυχία
μού 'πεσε χειρότερη. Κι εκείνη είχε ησυχάσει
πλάγιαζε εντελώς ακίνητη, ψιθύριζε να προσέχω.

Στην πόρτα της κρεββατοκάμαρας άναψα το φως
"Παράξενο που δεν γυρέψαν φαρμακείο.
Όπως και νά 'χει ποιοί νά είναι τέτοια ώρα;"

με ρώτησε, με μάτια πεταγμένα έξω.
"Στο πρόσωπο τους ξέρω", είπα, αλλά κάτι
μ' έκανε να πιάσω να της σφίξω το χέρι πάνω απ' το κρεββάτι

προτού κατέβω κάτω στον διάδρομο
του μαγαζιού. Στεκόμουν εκεί πέρα, με γόνατα
που τρέμαν. Θυμάμαι την μπαγιατισμένη μυρουδιά

μαγειρεμένου κρέατος ή κάτι τέτοιο νά 'ρχεται απ' έξω
καθώς πήγα ν' ανοίξω. Από 'κεί και πέρα
ξέρω όσα ξέρεις."

"Δεν είπαν τίποτα;" "Τίποτα. Τι νά 'λεγαν;"
"Ήταν με στολή; Μάσκες δε φόραγαν καθόλου;"
"Είχαν το πρόσωπο γυμνό όπως τη μέρα,

αρχίδια που νομίζανε πως ήταν το άλφα και το ωμέγα."
"Όχι πως θα σε παρηγορήσω
αλλά τους πιάσαν", του είπα, "και φάγαν φυλακή".

Από το:
http://xylokopoi.blogspot.com/

Δεν υπάρχουν σχόλια: