Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Σάββατο, 18 Δεκεμβρίου 2010

Ὁ Μπαταριᾶς

«Ἕνα Σαββάτο βράδυ
μιὰ Κυριακὴ πρωί…»
Ὁ Μπουκουβάλας ὁ μικρὸς κι ὁ Κλὴς τοῦ Τσαγκαράκη
κι ὁ Νίκος τοῦ Βρανᾶ,
Σάββατο βράδυ, κάποτε, τὸ ’ριχναν στὸ μεράκι,
στοῦ Βλάχου κουτσοπίνοντας κρυφά.
Κι ὡς ἤσανε ἀρχοντόπουλα κι οἱ τρεῖς, στὸ κέφι ἀπάνω,
στέλναν γιὰ τὰ βιολιά,
καὶ μὲς σὲ λίγο βλέπανε τὸν Κατσαρὸ τὸν Πάνο,
καὶ πίσω τὸ Θανάση Μπαταριά.
Κι ἀμέσως μὲ τὸ βιολιτζὴ καὶ μὲ τὸ λαουτιέρη,
καὶ μ’ ἕναν πιφιρτζή,
γιὰ τὸ βελούχι κίναγαν τοῦ Κώστα Καλιαντέρη,
ποὺ σίγουρα τὸν ἔβρισκαν ἐκεῖ.
Κι ὁ Κώστας, λαγοκοίμητος, πάντα μὲ τὴν ποδιά του,
τοὺς δέχονταν ὀρθός,
καὶ τὸ τραπέζι ἑτοίμαζε πρὸς τ’ ἁρμυρίκια κάτου,
στῆς ἅπλας λιμνοθάλασσας τὸ φῶς.
Κι ὡς νὰ στρωθῆ καὶ νὰ σιαχτῆ, καὶ νὰ συγκαιριστοῦνε
τ’ ἄργανα, σιγαλὰ
τὰ λιανοτράγουδα ἄρχιζαν, τὰ γιαρεδάκια, ὀποῦ ’ναι
καθὼς τὰ προσανάμματα στὴ στιά.
Μά, στὸ τραπέζι ὡς κάθονταν, κι ἄνοιγεν ἡ φωνή σου,
μεγάλε Μπαταριά!
στὸ τρίτο κρασοπότηρο, πουλιὰ τοῦ Παραδείσου
ξυπνούσανε κι ἀηδόνια στὰ κλαδιά.
Καὶ λίγο λίγο ὡς γύριζες μὲς στὸ τραγούδι, ὢ θάμα!
παλικαριές, καημούς,
τ’ ἁρματολίκι ἀνέβαζες καὶ τὴν ἀγάπη ἀντάμα,
στ’ ἀστέρια, στὸ φεγγάρι, στοὺς θεούς.
Κι ἐκεῖθε, ποὺ δὲν ἔφτανε κανένας, κι ἡ ἀνάσα
πιάνονταν ὡς κι αὐτή,
κι ἐκεῖθε ἀλέγρα, παίζοντας σκαλὶ σκαλὶ τὰ μπάσα,
κατέβαινε ἡ γαλιάντρα σου φωνή!
Κι ὅπως ἐτύχαινε συχνά, σὲ τέτοια γλέντια νὰ ’ναι
καλοκαιριοῦ χαρά,
καὶ ὁ κόσμος ἔξω, τὰ νερὰ καὶ οἱ κάμποι νὰ εὐωδᾶνε
κι ὅλα μαζὶ νὰ σπρώχνουν δυνατά,
καὶ τὴν πιὸ λίγο ἀνάθαρρη, παρέκει νὰ πατήση,
ν’ ἀκούση καὶ νὰ δή,
δὲν ἔμενε εἰκοσόχρονη ποὺ νὰ μὴν ξεπορτίση,
καὶ χήρα νιὰ στὸ δρόμο νὰ μὴ βγῆ.
Κι ὅσες ἀκόμα, οἱ ἄπλερες, δὲ βόλιε νὰ φτερίσουν
σὲ μάντρες καὶ σὲ αὐλές,
τὰ κοχυλάκια αὐτάκια τους στυλῶναν νὰ γρικήσουν,
τὰ μάτια τους νὰ ρίξουν σαϊτιές.
Καὶ τὰ τραγούδια, ἀέρηδες δροσιᾶς μαζὶ καὶ λαύρας,
– ὁ δόλιος ὁ σεβντάς!
πότε τὶς φλόγες ἔφερναν, καὶ πότε μιᾶς ἀνάβρας
τὸ ράντισμα στὰ φύλλα τῆς καρδιᾶς.
Μά, ἐκεῖ ποὺ πέλαγο ἡ φωνὴ σάλευε πιὰ τὰ φρένα,
κι ὁ πλανταγμένος νοῦς,
ποῦ πήγαινε, δὲν ἤξερε, μὲ τὰ φτερὰ χαμένα,
σ’ ἀναθυμιὲς καὶ πόθους ὠκεανούς,
καθὼς ἡ νύχτα ἐθάμπιζε, καὶ τῆς αὐγῆς ἡ χάρη
σπίθιζ’ ἀντικρινά,
ξάμωνε ὁ Μπαταριᾶς μὲ μιᾶς καὶ πέταε τὸ δοξάρι,
μὲ τὸ στερνό του βόγγο, στὰ νερά.
Καὶ ἀσηκωμένος, γνεύοντας νὰ ἑτοιμαστοῦν καὶ οἱ ἄλλοι
καὶ σκύβοντας στοὺς τρεῖς
νιόβγαλτους καλεστάδες του, ποὺ ’χανε τὸ κεφάλι
γεμάτο ἀπὸ καπνοὺς ἀποβραδίς,
τοὺς ἔλεγε, ξενέροτος, πὼς δὲν ἦταν ἡ τάξη,
πρωὶ καὶ Κυριακή,
νὰ δοῦν παιδιά, ποὺ τὰ ’χανε μὴ βρέξη καὶ μὴ στάξη,
μπλεγμένα στὰ βιολιὰ καὶ στὸ κρασί.
Κι ἐνῶ τοὺς ἔλεγεν αὐτά, κι οἱ γύρω παρωρίτες,
σὰ σ’ ὑπνοφαντασιά,
παίρναν τὸ δρόμο τοῦ γιαλοῦ, οἱ ἀπανωπαζαρίτες,
κι οἱ κάτω, τὰ ντερσέκια τὰ στενά,
μέσα στ’ ἀνάφλογο τὸ φῶς ἄρχιζαν κι οἱ καμπάνες,
ποὺ φάνταζαν χρυσές,
καὶ τὰ κορίτσια ἐμπαίνανε νὰ κοιμηθοῦν, κι οἱ μάνες
ξαλλάζανε νὰ πᾶν στὶς ἐκκλησιές…

Δεν υπάρχουν σχόλια: