Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Πέμπτη, 21 Ιουλίου 2011

η εφαπτομένη της ζωής







Ύψωνες την εφαπτομένη της καρδιάς
Μπροστά στη μαβιά σημαία της Δύσης
Αλύτρωτος βάδιζες
Παγιδευμένος
Στις κυανώσεις της άναρχης λήθης
Έρχονταν η νύχτα με τους νάρδους
Και τους κρίνους στο χέρι
Καρδιοχτυπούσες
Ανάπλεκες λέξεις
Βουβή η νύχτα
Σε χτυπούσε με το ρομφαία της
Και το αιχμηρό χαράκι στους ώμους
Σκιρτούσες
Σαν μπροστά σε μια παλιά
Αγαπημένη φωτογραφία
Ταπεινωτικά θαμμένη
Στην αφιλόξενη τσέπη του χρόνου
Ποτέ το παρελθόν δεν σε σκίασε
Με τις προκρούστειες κλίνες του
Είχες τις πόρπες σου καλογυαλισμένες
Το τόξο σου στο ερμάρι των πλανητών
Και τη σοφή σου κλεψύδρα στα αιμάτινα
Κλαριά της χαραυγής
Διάστικτο το φεγγάρι
Παράστεκε το αφιονισμένο
Κυπαρίσσι του αναφιλητού
Ολόγραμμα ζωής μιας σπονδής
Στον κήπο με τα διαυγή αγάλματα

Ένας προφήτης μελετούσε
Τον ρόγχο του κόκκινου ουρανού
Παραδόθηκαν οι ρίζες του έρωτα έλεγε
Στους ωχρούς βράχους
Με τις κρύες πηγές
Η νύχτα σκούπιζε τη τέφρα της
Άναβε τα αστέρια
Των κολασμένων ποιητών
Με τα μεγάλα όνειρα
Και τα σταυροκάρφια στο χέρι
Προνοούσε για τους
Μυστικούς τους περιπάτους
Στα βαλτώδη νερά του Άδη
Κι έδινε το αντίτιμο
Στον βαρκάρη
Της Αχερουσίας αγκάλης
Τα δάκρυα των μυστών ύφαιναν
Τις εύθραυστες φτέρες
Και την άδολη μνήμη των άνθεων
Ο θάνατος έπλενε
Τα χέρια της ζωής
Με το αρμυρό νερό των βωμών
Και τα μύρα των ασφόδελων
Έσβηνε το μονόγραμμα σου
Από την άμμο των κυμάτων
Αδρανής ο μύθος των ουρανών
Πρόβαλε τα ικριώματα
Των διυλισμένων νεφών
Στον υπέργειο υδρατμό της μουσικής
Ύψωνες την εφαπτομένη της ζωής
Μπροστά στη μαβιά σημαία της Δύσης

Αλύτρωτος βάδιζες
Παγιδευμένος
Στις κυανώσεις της άναρχης ανάμνησης

Δεν υπάρχουν σχόλια: