Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Σάββατο, 16 Ιουλίου 2011

η περιδίνηση του όρκου




Ανάπαιστοι σιωπές και μωβ βιολέτες
Στόλιζαν τον επιθανάτιο θρήνο
Του ασβεστωμένου κάστρου
Μια περιδίνηση ξαφνική
Της μοιραίας αστραπής πάνω στις
Κακώσεις που χάραξαν οι ορδές
Των μακρόθυμων πεύκων
Στα θεμέλια του γκρίζου θανάτου
Απίθωνες το χέρι σου
Πάνω στο ψίθυρο του βιολιού
Μιλούσες με τον κοίλο φακό
Αριστερά στο στέρνο σου
Το αύριο μια λέξη
Φασκιωμένη από το σκοτάδι
Μεμψιμοιρούσες σαν τον μικρό
Θαλασσομάχο μπροστά
στο προσκυνητάρι του κύματος
Πως απασφαλίζεται πες μου
Ο θυμός του χαμινιού
Που σου γυάλισε
Τα παπούτσια με τις τρύπες σόλες;
Οι δροσοσταλίδες δεν γερνούν
Απάντησες
Απλά και μόνο
Ταριχεύουν τα όνειρα τους
Στα μακρόμαυρα μαλλιά
Της νύχτας
Βουβές κι αιώνιες
-Οι φυσιοδίφες εμπιστεύονται
Στις καλοκυράδες του Ρεμπώ
Τον όνυχα της αράχνης-
Ξαναγεννιούνται οι δροσοσταλίδες
Πάνω στα μενεξεδένια
Κρουστά μαντήλια του πετρόχορτου
Εκεί κοντά στο καρπό
Του πέτρινου λήθαργου
Ακουμπισμένος ράθυμα
Συνήθιζες να ανασαίνες κάθε πρωί
Τα μύρα της ανθισμένης τρικοκκιάς
Αναρριχώμενος πάντα στις πλευρές
Της ανίκητης Άνοιξης
Να φτάσεις που;
Στην άγονη κοιλάδα την εσπέρα
Περίμενες βουβός το φεγγαρόφωτο
Και με μια χούφτα σκόνη χλόης
Στα ματόκλαδα σου
Να σε περισφίγγει απαλά
Σαν τη θηλιά των τρομαγμένων Δαναών
-Παρείσφρηση οικτρή του πόνου-
Οι λευκοί αμαξηλάτες
Περίμεναν την βροχή των δακρύων
Δάκρυα ζεστά του φλοίσβου
Δάκρυα ηχηρά από αρχαίο σουραύλι
Δάκρυα θύελλας της τρυφερής κληματσίδας
Γύριζε το μαγκανοπήγαδο
Της αυταρέσκειας σου αργά
Το δάσος έθαλλε στις φτερούγες του
Η φωλιά της δασολάλητης πέρδικας
Μοναχική και συλλημένη
Από τους κουρσάρους
Της κατηφορικής λιακάδας
Μαύρους κρίνους έμπαζες
Στα μύχια σπλάχνα
Της θετικής ώρας
Αποσβολωμένος
Από τη γύμνια της ψυχής
Ανοιχτά τα χέρια σου
Θεατρικά στους χωμάτινους δρόμους
Έκλειναν μικρές κουκκίδες γύρης
Στις απολήξεις των δακτύλων τους
Έφυγα κρατώντας την εικόνα σου
Και την απροσπέλαστη ανάκλαση
Των ματιών σου στα χείλη μου
Όταν φιλώ το χέρι Του Θεού
Αφήνω το σημάδι σου
Χνάρι χρυσό στην νιότη της αγάπης
Όρκος βαθύς στο κέλυφος του έρωτα
Ανάπαιστοι σιωπές και μωβ βιολέτες
Στόλιζαν τον επιθανάτιο θρήνο
Του ασβεστωμένου κάστρου
Έφυγες
Εξιλεώνοντας τις όχθες
Της δικής σου δίνης

Δεν υπάρχουν σχόλια: