Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Δευτέρα, 22 Αυγούστου 2011

ΤΟ ΒΡΟΜΙΣΜΕΝΟ ΑΙΜΑ


Πρόγονοι Γάλλοι.
Ένα κρυστάλλινο γαλάζιο γκρι, πέτρωμα των ματιών μου,
Από εκείνους.
Η στενοκεφαλιά μου Γαλλική.
Κι εξίσου πλαδαρός μ' αυτούς στην πάλη. Τα ρούχα μου,βαρβαρικά.
Ναι, ναι, όσο και τα δικά τους. Μα ευτυχώς, με βούτυρα δεν τα αλείφω τα μαλλιά μου...
Οι Φράγκοι, ήσαν θεριστές. Και γδάρτες τομαριών(ακόμη και σ΄αυτά, οι ανικανότεροι στην εποχή τους.).
Ως απόγονος τους, ειδωλολάτρης και εγώ. Και βέβαια, φανατικός της ιεροσυλίας.
Μα όλα τα ελαττώματα!
Οργή, λαγνεία (α! εξαίρετη αυτή!) και πάνω απ' όλα, ψέμα!
Το ψέμα και η νωθρότητα.
Τρέμω κάθε επάγγελμα. Αφέντες, δουλικά κι εργάτες βλάχοι όλοι. Και αγράμματοι.
Ο αιών...των χεριών. Μα εγώ δεν μπλέκομαι σε αυτά. Εγώ, τα χέρια μου, τα έχω καθαρά. Αρνάκι.
Άσε που συνηθίζοντας κανείς, ξεχνιέται. Ποιός ξέρει πού μπορείς να φτάσεις συνηθίζοντας...
Η ειλικρίνεια των ζητιάνων, με τρελαίνει! Ευνούχοι και φονιάδες, απεχθείς. Αλλά εγώ... άθικτος!
Κι έτσι δεν μ' αφορά.
Mais! Qui a fait ma langue…συγνώμη. Θέλω να πω, δεν βρίσκω ποιός την έκανε έτσι δόλια την γλώσσα μου, που ως σήμερα, τόσο προστάτεψε την οκνηρία μου.
Μήτε απ' το κορμί μου γύρεψα να ζήσω. (...Χαμένο κορμί!)
Εγώ,
Υπάρχω παντού.
Ούτε μια φαμελιά δεν είναι στην Ευρώπη ολόκληρη που δεν γνωρίζω. Και λέω...οικογένειες σαν τη δική μου, που όλα τα χρωστά στην διακήρυξη των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Γνώρισα
Τον απόγονο όλων.

Να ‘ταν ένας, δικός μου απόγονος γνωστός στην ιστορία. Ένας έστω...Μα τίποτε. Κανένας.
Είναι ολοφάνερο, προέρχομαι από κατώτερη φυλή. Από στασιασμούς δεν σκαμπάζω. Απλά,
ορμάω όπως και οι λύκοι
σε θηράματα αλλονών ή στα ψοφίμια.

Αναπολώ την ιστορία της Γαλλίας, κόρη πρωτότοκο της εκκλησίας.
Σαν χορικός, ταξίδεψα στους άγιους τόπους κι έχω μες στο μυαλό μου, δρόμους που μες απ' τις κοιλάδες πέρναγαν της Σουαβίας. Βυζαντινές εικόνες, και της Ιερουσαλήμ τους προμαχώνες. Η λατρεία της Θεοτόκου, κι η θλίψη που γεμίζω σαν σταθώ μπροστά από τον εσταυρωμένο μοιάζουνε φλόγες. Τι φλόγες; Σπίθες απλώς μπροστά στην λαίλαπα της παγανιστικής τελετουργίας.
Σαν, λεπρός, ξαπόστασα, πάνω σε θρύψαλα αγγείων, ριγμένος
σε τσουκνίδες, την πλάτη μου στηρίζοντας σε χάλανδρα κοκκινινωπά λες και τα πότιζε σκουριά με το λιοπύρι η μέρα.
Έπειτα μισθοφόρος. Γυάλινες νύχτες στρατοπέδευα στη Γερμανία.
Με γέρους και παιδιά, σαμπάτ χορεύω ακόμη στα ξέφωτα δρυμώνων
Άλλο τίποτε δεν θυμάμαι αλήθεια, από αυτήνε τη γη. Και απ' το Χριστό. Τίποτα. Δεν θα μπορούσα ποτέ να πάψω να με αναγνωρίζω μες σε αυτά τα περασμένα, μα, βαθιά δικά μου χρόνια. Όμως,
πάντοτε μόνος.
Δίχως κανέναν.
Ή, ακόμη, τι γλώσσα να μιλούσα ;
Μέσα μου, δεν βρίσκω μήτε τις εντολές του Χριστού, μήτε και να μπορώ να ανήκω σε συμβούλια εκπροσώπων Του..
Σήμερα,
είμαι η μοναξιά που κληρονόμησα.

Μπα, ούτε τυχοδιώκτης κι ούτε μισθοφόρος. Η κατώτερη φυλή,
σκέπασε τα πάντα.
Ο λαός, καθώς τον ονομάζουνε, η σκέψη,
η επιστήμη και το έθνος...


Ώ η επιστήμη! Τα πήρε όλα! Κι όσα ήτανε της σάρκας και τα άλλα που ήταν της ψυχής.
Το... «τούτο Μου έστι το αίμα» έγινε ζήτημα εξέτασης αίματος. Ιατρικής
και φιλοσοφίας.
Πάνε, πάνε και τα γιατροσόφια των πονόψυχων γριών και όλα τα τραγούδια τα λαϊκά, πάνε.
Πάνε και αυτά. Η επιστήμη τα διασκεύασε όλα. Σκοπός της προόδου είναι η αλλαγή.
Η διασκευή του παλαιού.
Καλού και κακού.
Και οι διασκεδάσεις των πριγκίπων, όσα άλλοτε οι ίδιοι απαγόρευαν σα βασιλιάδες!
Γεωγραφία, κοσμογραφία. Μηχανική και η φυσική.
(κι οι σκλάβοι τους βεβαίως τα ίδια)

Επιστήμη, είναι η κάθε νέα τάξις.

Λοιπόν... βαδίζει ο κόσμος. Μονόδρομα. Ανεπιστρεπτί.
Είναι το όραμα των αριθμών. Πηγαίνουμε προς το πνεύμα, είναι βεβαιότατο. Σαν προφητεία.
Κι όμως, θα ήθελα να σιωπήσω. Ίσως, που δεν μπορώ να μιλήσω σαν παγανιστής...

Το αίμα της ειδωλολατρίας, επιστρέφει.

Μα, αν όντως στέκει δίπλα μου το Πνεύμα, ο Χριστός, προς τι δεν με βοηθάει; Λέω, που μήτε ελεύθερος και μήτε ευγενής μπορώ να νιώσω. Το ευαγγέλιο,
Μας τέλειωσε. Το ευαγγέλιο…
Προσμένω τον θεό με βουλιμιά!
Είμαι, ας πούμε, ο ανέκαθεν κατώτερος.

Και να 'με τώρα, στη Βρετάνη. Φεύγω, και πίσω μου, αφήνω πόλεις
με τους δρόμους φωτισμένους.
Γιατί έφτασε η νύχτα.
Αφήνω την Ευρώπη. Οι πελαγίσοι άνεμοι θα μου τα κάψου τα πνευμόνια.
Οι τόποι οπού θα ζητήσω να σταθώ, θα χτίσουνε το σώμα μου ξανά. Αλλά χάλκινο.
Να κολυμπάς, να τσαλαπατάς τα χορτάρια,, να κυνηγάς, και,
πάνω απ' όλα να καπνίζεις. Να πίνεις δυνατά ποτά, σα μέταλλο που βράζει και χοχλάζει.
Όμοια με τους παλιούς, τριγύρω απ' τις φωτιές…
Θα γυρίσω, με ατσάλινο κορμί, με σάρκα σκούρα, με τη ματιά μαινόμενη. Στη μάσκα που θα έχω γίνει πια, μιαν άλλη θα νομίσουνε γενιά πως μ' έχει πλάσει. Θα γίνω κτήνος που θα σέρνεται βαριεστημένο.
Κι έτσι θα ζει. Θα ‘χω χρυσάφι για να ζω. Τέτοιους παλαίμαχους, αρρωστημένους άγριους, τους ποθούν οι γυναίκες. Και έτσι, θα εμπλακώ με την πολιτική. Σώθηκα. Τώρα...
ναι, είμαι καταραμένος.
Την τρέμω την πατρίδα.
Να αποκοιμηθώ. Ετούτο θα ήταν το καλύτερο.
Να ξαπλώσω τον ύπνο μου στο ακρογιάλι.
Δεν φεύγει κανείς, όπου και αν ήτανε να πάμε άλλωστε, θα φεύγαμε από εδώ.
Με βάρυναν οι μικρότητες
εκείνες που καρφώσανε τις ρίζες τους και ανθίσανε λυγμό, μέσα σε εμένα.



Ό,τι σπάρθηκε την εποχή της σκέψης,
ανεβαίνει προς τον ουρανό.
Και σπαράζει.


Έχει ειπωθεί• Μη φανερώσεις στον όχλο πόσο του μοιάζεις. Γιατί θα πει , μονάχα εσύ πως την προκάλεσες και την αηδία και
τη μοναξιά. Και την εξάπλωσες εσύ.. Δεν πάω πουθενά λοιπόν.
Μα
δείτε: αν φύγω, αυτή,
θα είναι
η πράξη
της αθωότητας μου.
Που στέρεψε.
Της αιδούς. Που εδώ,
σας αποχαιρετά.
Εμπρός λοιπόν! Η έρημος, ο σταυρός μου
, η άνοια,
Η οργή!

Σε ποιόν να πουληθώ; Ποιο κτήνος να λατρέψω ποια καρδιάνα θρυμματίσω; Ποιό
εικόνισμα να βεβηλώσω; Ποιό
ψέμα να κάνω θρησκεία μου ποιό αίμα να ξεπλύνει τα πόδια μου;
Όμως,
ας δούμε τα πράγματα αντικειμενικά.
Η ζωή, είναι σκληρή. Η αποκτήνωση, εύκολη. Λοιπόν. Η προσταγή: Με το χέρι σου σε στάση γροθιάς ,μα πια, σκελετωμένο, άνοιξε το μνήμα. Μπαίνεις.
Και ασφυκτιώντας,
ψοφάς.
Έτσι, τέλος και τα γεράματα και δεν διακινδυνεύεις και τίποτε!
Ο φόβος άλλωστε, δεν είναι λαγνεία. Δεν είναι ορθολογισμός.τουλάχιστον δεν θα έπρεπε.
Συνεπώς, δεν είναι πράγμα που πωλείται στη Γαλλία.
Η μοναξιά , όταν ποτέ σου δεν τη διάλεξες, βλέπει τον Θεό σα τα σκυλιά το πτώμα το κρεμάμενο απ' το δένδρο και, χοροπηδά, σαν για να τον δαγκώσει. Αν όχι για να τον κατασπαράξει, όσο για να χορτάσει, λιγάκι,
να ξεδιψάσει κόκκινα.

Ω αυταπάρνηση! Ώ ευσπλαχνία μου! Αγγελικές μου χάριτες πεσμένες εδώ κάτω
Τι κάνει ‘σας να δέχεστε να τριγυρνάτε πέρα
Αλάργα απ' την παράδεισο, στ' ανθρώπου τη χολέρα;
Θα σου χιμήξω, να σου φάω την τελειότητα! Με ακούς; Σ εσένανε τα λέω, άλλε Νυμφίε!

Εκ βαθέων,
Κύριε,
τι αρχίδι που είμαι!!!



Από τα πρώτα μες στη μνήμη χρόνια μου, θυμάμαι, θαύμαζα τους κατάδικους και το αμετάκλητο της τόλμης τους. Η τόλμη! ο μίτος που τους έφερνε ως τη αγχόνη! Ο κατάδικος! Πέρναγα από τους τόπους που είχε πια καθαγιάσει η διαμονή του. Έστω, ένα απλό του πέρασμα. Από ένα καπηλειό, από ένα πανδοχείο. Ακολουθούσε τη μοίρα του, που, μύριζα κι εγώ και ακολουθούσα εκείνον. Τον πιότερο και από τον άγιο δυνατό. Αισθητική; Καλύτερη και απ' του πολυταξιδεμένου.
Ήταν το δόγμα του εαυτού του.
Ήταν ο μάρτυρας της πίστης του.
Ήταν ο βασιλεύς της δόξης Του. (Το είχε πιάσει το νόημα. )
Εκείνος μ' έκαμε να ελπίζω. Τα μάτια του θα έχει η επιβίωση, σκεφτόμουν.
Και έβλεπα ακόμη να κρατάει το μπλε του ο ουρανός.

Οι χειμώνες, κρυστάλλωναν την καρδιά μου και μια φωνή, έψαχνε να την συντρίψει σε κομμάτια από γυαλί και από ξυράφι: «Δύναμη ή αδυναμία; Μα να την. Η δύναμη δεν είναι αυτή που μου νεύει; Γελιέμαι; -Συ, μήτε που πας γνωρίζεις, μήτε και γιατί πηγαίνεις. Για αυτό σου λέω, προχώρα όπως κι ο φονιάς. Χωρίς να υπολογίζεις την ελευθερία και τα υπόλοιπα. Διάβαινε κάθε κατώφλι που ποθείς.
Εσύ,
δικαιούσαι να απαντήσεις σε όλα!
Είσαι η αθανασία του πτώματος.
Εν ολίγοις:
Το πρωί , το βλέμμα μου, ήταν κοινό. Τόσο κοινό σαν τη συνείδηση.
Νεκρό εξίσου. Και για αυτό, κανείς δεν μ έβλεπε.
Στις πολιτείες, τα λασπόνερα, μου μοιάζανε μαύρα. Μαύρα και κόκκινα σαν τους καθρέφτες που ζυγώνει το κερί μες στο σκοτάδι. Μαύρα και κόκκινα σαν, χρώμα κάποιου θησαυρού στο δάσος. Καλή τύχη-ωρυόμουν- και έβλεπα πυρκαγιές ισάβυσσες που ξεχυνόντουσαν θαλασσινά.
Και μες στη θράκα τους τα πλούτη όλου του κόσμου!
Όλα τριγύρω ήταν φωτιά.
Αλλά, από τα όργια έως τη πιο απλή γυναικεία συντροφιά, ό-λα
ήταν απαγορευμένα.
Δεν μου επιτρεπόταν ούτε έναν σύντροφο να έχω.
Δάκρυζα, γιατί δεν μπόραγαν να καταλάβουν, δεν συμπονούσανε ό,τι με βασάνιζε ,
σαν άλλη Ιωάννα της Λορένης δάκρυζα ενώ τους κοίταγα:
« Ιερείς! Διδάσκαλοι! Άρχοντες… γιατί με παραδίνεται σε τέτοια κρίση; Ποτέ μου δεν ασπάστηκα τους νόμους του λαού σας. Ποτέ δεν ήμουν χριστιανός. Έρχομαι από τόπους, που τους νόμους τους δεν ξέρετε ν ακούσετε! Ένα μονάχα θα σας πω:
Είμαι εκείνης της φυλής, που τραγουδά και στους τροχούς και στις αγχόνες.
Σας λέω, δεν νοώ από νόμους. Μήτε προβλήματα με νοιάζουν ηθικής. Είμαι ο κατεξοχήν κυνικός.
Ένας αράπης είμαι. Ένα κτήνος. Αλλ' εγώ, μπορώ και να σωθώ. Έτσι με γεννήσατε.
Ενώ εσείς, εσείς είστε οι μανιακοί, τα αγρίμια. Οι άτιμοι αράπηδες.
Σεις που εμπαίξατε τον ήλιο. Εσείς που κάνατε δεμάτια από κορμιά την αθωότητα.
Και αλλού, δεμάτια από κορμιά, νεκρά,
το θαύμα σας .
Και τα καίγατε καταμεσής των δρόμων. Να Δούν οι άνθρωποι!
Αυτοκράτορα, είσαι αράπης. Ακόμη και στον σατανά, φόρο επέβαλες, να δίνει το πιοτό του, να σε ξεδιψά. Δικαστικέ , εσύ είσαι αράπης. Έμπορα,
είσαι αράπης.
Ακόμα και η ψώρα σας, μοιάζει μ αράπη!
Τον ίδιο λαό κυβερνάτε. Εσείς. Ο πυρετός και ο καρκίνος! Αλήθεια! Πιο σεβάσμιοι κι οι λεπροί κι οι γέροντες που δεν απόκαμαν από τη λέπρα και τον θάνατο, αλλ' από εσάς! Τόσο που αποζητούν, να φτιάξετε καζάνια να τους ρίξετε κι έτσι
στη θύμηση της κόλασης της άλλης που έρχεται, να ξαποσταίνουν.

Θα ‘ταν σοφότερο να αφήσω αυτή την ήπειρο. Το μόνο που την τρέφει,
είναι που αισθάνεται πως της βρίσκεται κάποιος που να μπορεί να του δείχνει το έλεος της. (Και αν…).




Βουαλά!
Μόλις μπαίνω στο αληθινό βασίλειο του σπέρματος Χαμ.
Γνωρίζω ακόμη τη φύση; (Εδώ, ούτε εμένα αναγνωρίζω.)
Θάβω νεκρούς στα σωθικά μου.
Τέλος οι λέξεις.
Όταν αποβιβασθούνε οι…λευκοί,, χάθηκα.
Και δεν βλέπω την ώρα! Να χαθώ.
Πείνα και δίψα και χορός! Χορός!
Ά! Να ‘τη. Η ασπρίλα… τα κανόνια! Γρήγορα… βάπτισμα και εργασία.

Με επεσκίασε η χάρις του Κυρίου! Ούτε που το φανταζόμουν. Να δούμε τώρα τι θα πούνε οι …λοιποί του Χρίσματος! Εγώ, δεν έκανα ποτέ κακό. Κι οι ημέρες, δεν θα με βαραίνουν
(δόξα να ‘χεις Κύριε! Μετάνοια, απεφεύχθη!).
Ξεψύχησα αγαθοεργόντας. Άρα, τελώνια και λοιπές φοβίές, γιόκ! Μας τελειώσανε. Θα λένε:
« Ανέρχεται στην γενεά του φωτός.» Και αλήθεια θα ‘ναι.
Θα είμαι απόγονος εκείνου του φωτός, του αυστηρού
όπως το δάκρυ εμπρός απ' το κερί, που καίει δίπλα στη κάσα.
Αναμφίβολα! Ακολασία και βίτσιο, αμφότερα, είναι ηλίθια.

Ναι, είναι για να την πετάμε επιτέλους τη σαπίλα.
Μακριά. και μάλιστα γρήγορα!
Μα την ώρα αυτή, το ρολόι, θα τη σημάνει,
όταν ο πόνος, θα γίνει ατόφιος.

Μπορεί και να είναι η λήθη κάθε ευτυχίας η παράδεισος.
Εκεί θα βρω καταφύγιο! Και παιχνιδίζοντας με τον Θεό, με τον καιρό, θα αποκτήσω το κλειδί της γνώσης.
Εμπρός λοιπόν, για την παράδεισο! Υπάρχουν κι άλλες ζωές να βγάλουμε απ' τη μέση;

Δεν μπορώ να δω, εάν η φύση είναι θέατρο ,ή, αν είναι θέαση αληθινή της καλοσύνης.

Η Παναγιά μαζί σας… Χίμαιρες, ιδανικά,
αυταπάτες.
Η αγάπη του Θεού, φτεροκοπούσε στο πλευρό μου και με σήκωνε πάνω απ τη τρικυμία.
Νιώθω να ξεψυχώ. και την ώρα της σάρκας.
Και την ώρα της λατρείας.
Σ' εκείνους που αφήνω, θα θεριέψει η οδύνη. Θα με εκλέξετε ανάμεσα στους ναυαγούς.
Μα Εσύ, σώσε κι όσους φτάνουνε πίσω από εμένα.

Σωπαίνω.

Λογίκεψα. Ο κόσμος,
είναι,
καλός.
Ας είναι ευλογημένη η ζωή. Δεν θα σταματήσω να το λέω. Όχι, μη προτρέχετε. Δεν είναι παιδιαρίσματα. Κι ο θάνατος να έρθει και τα γηρατειά, ας έρθουν. Ας είναι. Εγώ, θα αντλώ δύναμη από τον Θεό. Αυτός μου δίνει δύναμη. Δική του η δόξα.
Εις το αιέν.
Δεν αισθάνομαι πια, το παραμικρό για τη νωθρότητα, το μένος, την αποκτήνωση, την ακολασία, την τρέλα. Κάτι πήρε το φορτίο μου.
Άλλαξα. Αλήθεια άλλαξα. Ελάτε, αντικριστέ (εάν το μπορείτε, δίχως ίλιγγο… )
το μέγεθος της αθωότητας μου!


Σωπαίνω.

Όχι, κανένα μαρτύριο δεν δέχομαι γιατί καμμία ανάπαυση δεν μπορεί να μου δώσει. Τελεία και παύλα! Δεν ήρθα για να κάνω πεθερό μου τον Χριστό και τα τοιαύτα. Στο διάολο οι σκέψεις!
Σωτηρία, ναι. Αλλά και ελευθερία! Καλύτερα: Αποζητώ την ελευθερία που προσφέρει η λύτρωση! Τρίχες!
Η ευσέβεια, ο Θείος έρωτας και οι άλλοι. Τέλος!
Μήτε που σκέφτομαι τους ρομαντισμούς των παραμυθιών!
Μα, αλήθεια, ποια είναι η ταχύτητα με την οποία οι αιώνες γίνονται λαμπροί ,ή, κτηνώδεις σαν μύθοι ή, ευτελείς σαν παραμύθια ; Αδιάφορον!

Καθένας με το μυαλό του. Περιφρονεί ή αποζητάει.
Ας αναλάβει τις ευθύνες του. Εγώ πάντως, είμαι ο κορυφαίος του είδους.
Τώρα, η ευτυχία. Οικογένεια, ή σταδιοδρομία ή, ή..
Όχι. Λυπάμαι, αλλά, είμαι λίγος για την ευτυχία.

Θέλει να τον φιλάς τον θάνατο με χείλια και με δόντια.
Δεν μπορώ.
Για αυτό και μένω ακίνητος , δειλιάζω. Τα περί εργασίας , τα ξέρω. Αργία, μήτηρ κοκ… Μακάρι, μακάρι, να μου χάριζε ο Θεός τη γαλήνη, την ιλαρή εκείνη, της προσευχής των πρώτων χριστιανών. Όλοι τους άγιοι! Όλοι!
Οι άγιοι! Τι δύναμη! Κι οι αναχωρητές. Καλλιτέχνες! Δίχως άλλο. Σαν αυτούς, που κανείς δεν χρειάζεται πια. Είμαστε οι παλιάτσοι των ημερών μας. Ο καθένας της ζωής του! Ο καθένας των αλλονών. Κλάψτε μαζί μου. Λέω, για το γελοίο της αθωότητας μου.

Αρκεί! Ιδού η τιμωρία. Το κεφάλι μου πάει να σπάσει. Τα στήθια μου με καίνε! Αλλά και πού; Πού να πάει κανείς; Είμαι ταλαίπωρος.
Απάνω μου φωτιά κι ωστόσο νύχτα.
Οι άλλοι προελαύνουν, μα βιάσου και ο χρόνος…
Όχι, πρώτα τα όπλα.
Τον χρόνο θα τον φτάσουμε. Μα δεν μπορώ. Δεν μπορώ άλλο.
Ρίξτε λοιπόν! Πυρ! Απάνω μου. Πριν να παραδοθώ! Όχι...
θα παραδοθώ. Να, θα πέσω κάτω απ τα άλογα. Να με τσακίσουνε.
Καλπάστε γενναίοι!
Θα το συνηθίσω. Θα μου το ψιθυρίζω ακόμη και νανούρισμα:

Τέτοια είναι η γαλλική ζωή. Το σοκάκι της δόξας!







Μτφ: X.Σ. Kρεμνιώτης



Δεν υπάρχουν σχόλια: