Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Δευτέρα, 12 Δεκεμβρίου 2011

ΕΦΙΠΠΟΣ ΥΠΟ ΒΡΟΧΗΝ




Ύδατα θεμελιώδη, πρωταρχικά, τοίχοι νερένιοι,
τριφύλλι, και ύλη βρώμης τσαλαπατημένης,
παλαμάρια επί τέλους ενωμένα στα δίχτυα
μιάς νύχτας υγρής που υφαίνεται στάγδην με θρήνους,
στάλα σπαραχτική που δίκην λυγμού επανακάμπτει,
θυμός γενναίος διαγώνιος που διχοτομεί τα ουράνια.
Μουλιασμένα στ’ άρωμα καλπάζουν τ’ άλογα,
από κάτω απ’ το νερό, χτυπώντας το,
ένα γινωμένα μαζί του
με τα κόκκινα φύλλα τους από θέρμη, λιθάρια και ύδατα:
ο δε ατμός εκεί ακολουθεί από πίσω
σαν το φεγγαριασμένο γάλα καταπόδι
το πηγμένο νερό με κάτι περιστέρια
φύρδην μείγδην και ασμένως φυγόκεντρα.
Ουκ έστιν ήμαρ πέραν των δεξαμενών
του αρίσκληρου κλίματος, της πράσινης κίνησης
ενώ οι οπλές πάντα συνδέουν
το γοργό τοπίο με τη διαδρομή
μες στο κτηνώδες άρωμα
του μουσκεμένου αλόγου με τη βροχή.
Επενδύτες, φάλαρα, προβιές με βία στοιβαγμένες
σα ζοφερές χειροβομβίδες απάνω στους ζέοντες
ώμους του θκειαφιού που βαράνε τη συλλογισμένη σέλβα.

Πιό μακριά, πιό μακριά, πιό μακριά, πιό μακριά,
πιό μακριά, πιό μακριά, πιό μακριά,
πιό μακριάααααααααααααααα
καταρρίπτουν οι ιππείς τη βροχή, οι έφιπποι
περνούνε κάτω απ’ τις πικρές καρυδιές, η βροχή
στραγγίζει κάνοντας αχτίδες τρέμουσες το αιώνιο στάρι της.
Υπάρχει φως από νερό, αστραπή συγκεχυμένη
που απλώθη στα φύλλα,
από τον ίδιο τον αχό του καλπασμού
ανεβαίνει νερό χωρίς να πετάει, λαβωμένο απ’ τα χώματα.
Χαλινάρι κάθυγρο, θόλος κλάδινος,
βήματα βημάτων, χλωρίδα νυχτερινή
αστέρων που γίναν θρύψαλλα σαν πάγος ή σαν σελήνη,
άλογο κυκλωνικό σκεπασμένο από τα βέλη
σαν φάσμα συλλήβδην περίψυχρο,
γεμάτο χέρια καινουργή που γέννησε η μανία,
μήλο καλπάζον σα χαμένο στον κύκλο του φόβου
μες στη μεγάλη του μοναρχία με τη σιχαμένη σημαία της.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Δεν υπάρχουν σχόλια: