Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Δευτέρα, 9 Ιανουαρίου 2012

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ..




ΛΥΡΙΚΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΑΝΘΗΣΗ
Ο ΑΕΡΑΣ
Πάλι στάζει θάνατος –
λησμόνησα τον ήχο ενός ανθρώπου μέσ’ στα ενδύματα
μιλούσε για τη συμφορά κ’ ήτανε καλάι τα χέρια του
νεκρά
με κάποια κίνηση ταραχής απάνω στις άδειες φλέβες
τα μήλα της μορφής βουναλάκια που φοβίζουν
ήτανε σαν καντήλια σε νύχτα νεκροταφείου.
Βρίσκομαι σ’ ένα καράβι κι ονειρεύομαι
οι γλάροι με κατάφαση τα φτερά παίζοντας ολόγυρα στην πρύμνη
γη πουθενά σ’ αυτό το σημείο που χωρίς θύμηση παφλάζει ο πλους
ανοίγω τον πλούτο του στήθους να σκορπά με τον αέρα της θαλάσσης.
Χρυσοποίκιλτος ήλιος εξαπλωμένος στο πέλαγος,
ανάμεσα οι κυματισμοί της συνειδήσεως
π’ αστράφτουν κατά τη δύση
κι ο γλάρος τι άσκοπο πλάσμα
μονάχος υπεράνω.

ΜΥΘΙΚΗ ΩΡΑ
Το ένστικτο δείχνει τις μορφές του αέρα
σαν αγριοπούλι
ελεύθερο με σοφία χυτή
ψηλότερ’ απ’ τη λήθη των στοιχείων
έχοντας αγκυλώσει θανάσιμα τη νύχτα
δίχως τη γνώση
με την υπερήφανη ματιά
κρατώντας από μύθους
τη βραδινή λυχνία στα νύχια του
το ένστικτο χαρίζοντας τη λάμψη
τιμιότατον
όπως πετά κρατώντας τη λυχνία.

ΣΤΟ ΠΛΟΙΟ
Σκέφτομαι τι να λέει το πέλαγος
ηχώντας πέρ’ απ’ τα μεσάνυχτα γοερά μέσ’ στη σκοτεινιά του.
Πίνει μαυρίλα που ολοένα σπάζει στο άσπρο των πεθαμένων
είν’ ο αφρός εδώ κ’ εκεί χωρίς ανάπαυση.
Οι μηχανές κόβουν μεγάλα κομμάτια θάλασσα με χοντρούς ήχους
ενώ η αρμύρα νηστική ραπίζει τα πλευρά του σκάφους,
οι μηχανές την άσπιλη βρίζουν ερημιά.

ΝΗΣΟΣ
Η ώχρα βλέπει το άσπρο κι άλλα σπίτια
σε νωπό λουλάκι τόσο τρυφερά
κ’ οι βράχοι γυμνοί καθώς οι άγιοι παλαιωμένοι.
Ο μύλος ο νεκρός μέσ’ στο λιμένα
χάνεται σαν ωραία εποχή κρύβοντας τους καημούς του
ένας καλόγερος με το ξεθωριασμένο ράσο πάει αγύρευτος
δεν ωφελεί το διάβα του κ’ έχει πικρά τα χέρια
μα πώς να γίνει ο άμοιρος κι αυτός μια φωτεινή επιγραφή
που να φωτίζει τ’ άνομα στην πατρίδα;
Και τη γριά κοιτάζω ξεγραμμένη πάνω στης εκκλησιάς το πεζούλι
έχει ακόμη την παρθενιά μέσ’ στ’ άγρια ρούχα της.
Όμως ο χάρος απελπιστικά λάμνοντας πέρ’ απ’ τη ζήση
τυφλός είναι πάντα ο οδηγός
και τα μάτια έλιωσαν εκείθε.

ΠΟΛΙΣ ΤΩΝ ΡΟΔΙΩΝ
Καθαρός
ολόγυμνος
τον πυρετό σμίγοντας με τον ήλιο διάχυτο του θέρους
έχεις ολόγυρα μια πόλη βλαβερή
όπου κ’ η πέτρα η γλυκειά γίνεται ψέμα
οι ορατές δυνάμεις ύλη και πληγή
τ’ άνθη σε διώχνουν άφωνα
ο υπόμονος ιβίσκος σαν τουρκάκι.
Ένα σημάδι λησμονιάς
ως μια δραχμή στο δρόμο
δε συντυχαίνεις.
Όμως υπάρχω
έστω κι αν με κυκλώνει ψυχρό τείχος
εγώ μαζεύω ένα-ένα
τα βήματά μου απ’ τους ξένους δρόμους
ανηφορίζοντας και πάλι στα γοργά πουλιά
χωρίς
το βλέμμα να υποφέρει.

ΘΕΡΙΝΟ ΠΟΙΗΜΑ
Είν’ η βλάστηση του ήλιου τρυφερή στα νερά
και στους σκυμμένους βράχους πώς καθρεφτίζονται
τα φωτεινά κλαδιά
παίζουν ολοένα στα πετρώματα
σα να βγάζουν μυστηριακούς
αμυδρούς καπνούς
οι βράχοι απ’ αρχαιότητα καιόμενοι.

ΛΟΙΠΟΝ, Ο ΚΑΙΡΟΣ ΠΕΡΝΑ
Χαμένος όσο τ’ αγιοκλήματα
πάνω στο κιγκλίδωμα που είν’ ερειπωμένο χρόνια
με τις σκόνες βουβές μακριά στα χιλιόμετρα της μνήμης
- ωραία θλιβερή γλυκειά επαρχία μου –
αλήτης αισθάνομαι της μεγάλης πειθαρχίας
οπού τα ύψη πάντα θα κρατά πεσμένα στ’ αστέρια
κι ο ήλιος
μέσα στο γαλάζιο πυρ αιώνες...
Ανθόνερο της κλίνης όταν από χιλιάδες παραμύθια
σε λεύγες πυρετού βυθίστηκα νήπιος
και σεις ω χέρια της μητέρας μ’ αγγίζετε –
είμαι χαμένος όσο τ’ αγιοκλήματα
στο ευωδερό που μεγάλωσα σπίτι
αλλόφρων εγκαταλείπομαι στα οστά μου
εγώ τόσον άχρηστος
απ’ τα επαγγέλματα που τη ζωή κραυγάζουν
έδεσα το φαρμάκι μέσ’ στο στήθος.

ΚΑΜΕΙΡΟΣ Η ΝΕΚΡΗ ΟΜΟΡΦΙΑ
Κάμειρος η καρδιά μου τι να τραγουδήσει...
Περνώντας ανάμεσ’ απ’ τις θλιβερές
οικίες της αρχαίας πόλεως
ψηλά στη θέα προσφεύγω
εκεί με πεύκα πλεγμένοι κίονες ευωδεροί
και μ’ έναν ήλιο που υφαίνεται γύρω τους
οι κίονες έφηβοι εναγκαλισμένοι.
Τόσον ηδυπαθή και σιωπηλά υπολείμματα της πόλεως...
Και πιο ψηλά
των πεύκων ο θρίαμβος και δροσερά φτερά
ύψος εκατοντάδες μέτρα
σαν αμβροσία του στήθους
ο προφήτης Ηλίας κρέμεται στα μέγιστα νερά.

Δεν υπάρχουν σχόλια: