Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Σάββατο, 18 Φεβρουαρίου 2012

Ποθούνταν

Ποθούνταν.
Υπέφεραν στο φως, χείλη μελανιασμένα το ξημέρωμα,
χείλη που έβγαιναν από μια νύχτα σκληρή,
χείλη σκασμένα, αίμα, αίμα πού;
Ποθούνταν σ' ένα σκαρί κρεβάτι, καταμεσίς της νύχτας, στο μισόφωτο.

Ποθούνταν όπως άνθη σε αγκάθια βαθιά,
σ' αυτό το ερωτικό πετράδι από κίτρινο φωτεινό,
όταν τα πρόσωπα γυρίζουν μελαγχολικά,
ηλιοτρόπια που λάμπουν παίρνοντας εκείνο το φιλί.

Ποθούνταν τη νύχτα, όταν τα σκυλιά βαθιά
αλυχτούσαν κάτω στη γη και οι κοιλάδες τεντώνονταν
σαν αρχαϊκές ραχοκοκαλιές που νιώθουν διεγερμένες:
χάδι, μετάξι, χέρι, φεγγάρι που έρχεται κι αγγίζει.

Ποθούνταν από έρωτα μέσα στο χάραμα,
ανάμεσα στις πέτρες τις σκληρές κλεισμένες απ' τη νύχτα,
σκληρές σαν τα κορμιά τα παγωμένα από τις ώρες,
σκληρές σαν τα φιλιά δόντι με δόντι μόνο.

Ποθούνταν τη μέρα, αμμουδιά όλο και αυξανόμενη,
κύματα που απ' τα πόδια χαϊδεύουν τους μηρούς,
κορμιά που υψώνονται απ' τη γη και αιωρούνται...
Ποθούνταν τη μέρα, πάνω στη θάλασσα, κάτω απ' τον ουρανό.

Μεσημέρι απόλυτο, ποθούνταν τόσο έντονα,
θάλασσα τεράστια και νέα, οικειότητα απέραντη,
μοναξιά του ζωντανού, ορίζοντες μακρινοί
δεμένοι σαν κορμιά μοναχικά τραγουδώντας.

Αγαπώντας. Ποθούνταν όπως η σελήνη καθάρια,
όπως η θάλασσα κυκλώνοντας απλώνεται στο πρόσωπο,
έκλειψη γλυκιά νερού, μάγουλο μαυρισμένο,
που χρυσόψαρα έρχονται και πάνε δίχως μουσική.

Μέρα, νύχτα, ηλιοβασιλέματα, χαράματα, διαστήματα,
κύματα νέα, παλιά, αποδράσεις, αιωνιότητες,
θάλασσα ή στεριά, σκαρί, κρεβάτι, φτερό, κρύσταλλο,
μέταλλο, μουσική, χείλη, σιωπή, φυτά,
κόσμος, ησυχία, το σχήμα τους. Ποθούνταν να το ξέρετε.


Vicente Aleixandre
Premio Nobel de Literatura en 1977
Μετ. Μαριάννα Τζανάκη

Δεν υπάρχουν σχόλια: