Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Κυριακή, 24 Ιουνίου 2012

Η Λόγος γυναίκα





Από ένα σύμπαν που ράγισε πετάχτηκε η
γυναίκα. Από το πόδι του αντρός της
από τα δάκρυα του ποδιού του.
Τώρα πλέκει ερωτήματα:
Το άπειρο με περιέχει;
(Από το γόνατό του τρεφόμουν· από την
τρύπα αυτή του γαλαξία)
Εγώ ειμί η Λόγος στη σαγήνη στο
μέσα του καρπού αποσπα-
σμένη
επιστρέφω στην καταγωγή· εκεί
με είχαν ονομάσει
η δοτικότητα
Εγώ ειμί η φως πάνω απ’ τον φθαρτό μου
πυθμένα έπλεα
-έφευγαν τ’ άστρα τα σπίτια μου.
(Κάτοικος είμαι του μηδενός
για να κλέβω μάτια.)
Να φορέσω τον κλέφτη μάτι που με
σύλησε. Αχ μάτι μάτι μου
-κλέφτες ματιών είμαστε
γι αυτό λυπημένοι.
Σαν τις λαμπάδες των γέρων τρέμουν τα λο-
τα λόγια μου, κεράκια μυστικά
στου έρωτός μου την καρδιά.
Εγώ ειμί η νυμφίος
Χαίρεται εις το όνομα της
δοτικότητας.
Αλλά πιο κάτω στα πικρά λιβάδια
αντηχεί ο
έρως των σωμάτων. Γι αυτό
θα το πω να μοιάζει μ’ εκείνο που έλεγε
ο ποιητής και τ’ αγαπήσαμε –κάποτε:
Έλα λοιπόν Παναγιώτη Πανά Παναγιώ- αχ
έλα έλα. Στις αψίδες σου στέκομαι
-ονειροβατώ- Παναγιώτη φιλί μου Πα-
των μυρίων αναπνοών Πανα-
γιώτη της μυρωδιάς πούπουλο Πανα-
γιώ-
(φεγγαράκι τι λες πως μου χάρισες τον
Παναγιώτη) είσαι ο
τρύγος της κάθε μέρας στόμα που με μιλάς
Πανα-
σαν χαλίκι στην άβυσσο στην υπομονή
Παναγιώτη ο αίγαγρος από αίματα να πιαστώ
να χορεύω στο τρίχωμα του παν-
τός Παναγιώτη αχ
στο μάτι σου μη με φοράς
αγάπη μου
(Νύχτα στο βάραθρο των ουρανίων πηγών
γευόμουν ένα κορμί από ροδάκινο.)
Κλέβει την ομιλία ο άντρας
η γυναίκα πεινάει σαρκοφάγος των ξένων ο-
νείρων. Αλλά τώρα με διάλεξε το μήλο
κυλά κατρακυλά
κατέβηκε το πράγμα χαμηλά. Εδώ
στο στόμα πιάνεται η αυγή
(η σιγή υπομένει)
κι απ’ τη μιλιά μου
γεννώ τα παιδιά μου
(Λέει η γυναίκα: Στην πιο καλή μου βρύση πως
στομώνω κι η σταγόνα του τίποτε γλιστρά.)
Εγώ ειμί η Λόγος - προϋπήρξα
αλαβάστρινο αυτί στην περισυλλογή. Τώρα
τρέχουν τα σωθικά μου σα γατιά που σκού-
ζουν τρέχουνε τα λογάκια μου σαν
ποντικοί.
(Ά -πει-ρο ά-πει-ρο τι εστί; )
Μες τα νερά-φιλιά του μου’ παιρνε τη μιλιά ο
Παναγιώτης, στο σπιτάκι της γλώσσας
άδειαζα τη γλώσσα -να χορεύω να φεύγω
να χορεύω να μένω
(στο χορό σου θα γίνω χορευτής του
απείρου;)
Πάρε λοιπόν το πιο καλό μου μήλο :
Ένας Παράδεισος σαν μαύρο γάλα
κι η Κόλαση στρογγυλή.
Δαγκώνεις δαγκώνω.





Δεν υπάρχουν σχόλια: